Supreme Court dismisses appeal as inadmissible due to failure to present the claim via appeal grounds as required by law.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court of Greece dismissed the appeal filed by multiple parties against a second-instance judgment regarding prescription claims. The appellants argued that the lower court failed to consider their claim that the claims had not expired, but the court ruled this was merely legal argumentation rather than a new factual ground. Consequently, the appeal was rejected as inadmissible because the specific legal basis required by the Civil Procedure Code was not properly invoked.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559(8b) and 96(3) of the Civil Procedure Code; An appeal is inadmissible if the appellant fails to invoke the specific legal grounds required by law, treating substantive legal arguments as new grounds of appeal.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1425 / 2021 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1425/2021
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Λέκκα Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αθανάσιο Καγκάνη, Αλτάνα Κοκκοβού - Εισηγήτρια, Αγγελική Τζαβάρα και Θωμά Γκατζογιάννη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 21 Ιανουαρίου 2019, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1) … 23) , οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Μαρία Σωτηροπούλου-Πηλιχου και κατέθεσαν προτάσεις.
Του αναιρεσιβλήτου: Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου με την επωνυμία "ΝΟΣΟΚΟΜΕΙΟ ΤΗΣ ΘΕΙΑΣ ΠΡΟΝΟΙΑΣ Η ΠΑΜΜΑΚΑΡΙΣΤΟΣ" που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ναταλία-Θηρεσία Σανταντωνίου με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και δεν κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 8/4/2008 ανακοπή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1769/2010 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 4818/2013 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 21/7/2015 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Αλτάνα Κοκκοβού ανέγνωσε την από 5/1/2018 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης.
Η πληρεξούσια των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 94 παρ. 1 του ΚΠολΔ, στα πολιτικά δικαστήρια οι διάδικοι έχουν υποχρέωση να παρίστανται με πληρεξούσιο δικηγόρο. Κατά το άρθρο 96 παρ. 3 του ίδιου Κώδικα, η πληρεξουσιότητα κατά την διαδικασία ενώπιον του Αρείου Πάγου δίνεται είτε με συμβολαιογραφική πράξη, είτε με προφορική δήλωση που καταχωρίζεται στα πρακτικά ή στην έκθεση.
Η πληρεξουσιότητα μπορεί να αφορά ορισμένες ή όλες τις δίκες εκείνου που την παρέχει και στο πληρεξούσιο πρέπει να αναγράφονται τα ονόματα των πληρεξουσίων. Κατά το άρθρο 104 ΚΠολΔ, για τις προπαρασκευαστικές πράξεις και τις κλήσεις έως την συζήτηση στο ακροατήριο θεωρείται ότι υπάρχει πληρεξουσιότητα, ενώ για την συζήτηση στο ακροατήριο απαιτείται ρητή πληρεξουσιότητα και αν αυτή δεν υπάρχει κηρύσσονται άκυρες όλες οι πράξεις, ακόμη και εκείνες που είχαν γίνει προηγουμένως.
Το δικαστήριο εξετάζει αυτεπαγγέλτως, σε κάθε στάση της δίκης, την έλλειψη πληρεξουσιότητας καθώς και την υπέρβασή της. Εξάλλου, από τις διατάξεις του άρθρου 576 παρ. 1 και 2 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι αν κατά την συζήτηση της αναίρεσης δεν εμφανιστεί ή εμφανιστεί και δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος κάποιος από τους διαδίκους, ο Άρειος Πάγος εξετάζει ποιος επισπεύδει την συζήτηση.
Αν την επισπεύδει ο διάδικος που απουσιάζει, η υπόθεση συζητείται σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι. Αν όμως την επισπεύδει ο αντίδικός του, ερευνάται αν ο διάδικος ο οποίος δεν εμφανίστηκε ή αν και εμφανίστηκε δεν έλαβε μέρος στην συζήτηση με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα από τον επισπεύδοντα τη συζήτηση.
Στην περίπτωση που δεν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα η συζήτηση κηρύσσεται απαράδεκτη και η υπόθεση επαναφέρεται με νέα κλήτευση. Στην αντίθετη περίπτωση ο Άρειος Πάγος προχωρεί στην συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί. Περαιτέρω, από την παρ. 3 εδ. β' του ίδιου άρθρου 576, όπως το εδάφιο τούτο προστέθηκε με το άρθρο 62 του νόμου 4139/2013, και ισχύει από τις 23-3-2013, ενώ (σύμφωνα με το άρθρο 98 του αυτού νόμου) καταλαμβάνει και τις εκκρεμείς υποθέσεις, ορίζεται "Σε περίπτωση απλής ομοδικίας, αν κάποιος δεν εκπροσωπηθεί από πληρεξούσιο δικηγόρο, η υπόθεση χωρίζεται και η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης χωρεί νομίμως ως προς όσους εκπροσωπούνται από πληρεξούσιο δικηγόρο ή έχουν κλητευθεί νομίμως και κηρύσσεται απαράδεκτη ως προς τους λοιπούς".
Από τον συνδυασμό των προαναφερομένων διατάξεων συνάγεται ότι σε περίπτωση περισσότερων αναιρεσειόντων, οι οποίοι επισπεύδουν τη συζήτηση της αναίρεσης, αν κάποιος από αυτούς απουσιάζει κατά τη συζήτηση, τότε, για να είναι παραδεκτή η συζήτηση, πρέπει να αποδεικνύεται ότι ο απών αναιρεσείων είχε παράσχει στον φερόμενο ως πληρεξούσιο δικηγόρο, μέσω του οποίου επέσπευσε και ο ίδιος τη συζήτηση, την προς τούτο απαιτούμενη πληρεξουσιότητα, την ύπαρξη της οποίας ερευνά αυτεπαγγέλτως ο Άρειος Πάγος, ή ότι είχε κλητευθεί για τη συζήτηση της αναίρεσης από τον αναιρεσίβλητο ή τους νόμιμα παριστάμενους λοιπούς αναιρεσείοντες ( ΟλΑΠ 4/1994, ΟλΑΠ 2/1992, ΑΠ 2062/2017, ΑΠ 1863/2017), διαφορετικά κηρύσσεται απαράδεκτη η συζήτηση ως προς αυτόν, ενώ χωρίζεται η υπόθεση για όσους εκπροσωπούνται από πληρεξούσιο δικηγόρο ή έχουν κλητευθεί (ΑΠ 782/2018, ΑΠ 160/2017, ΑΠ 227/ 2016).
Στην προκείμενη περίπτωση, η συζήτηση της υπό κρίση από 21-7-2015 αίτησης αναίρεσης επισπεύδεται με την επιμέλεια των αναιρεσειόντων (βλ. τη σχετική υπ' αριθ. 11473Β/7-11-2017 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή της περιφέρειας του Εφετείου Αθηνών Γ. Κ.). Κατά τη συζήτηση αυτής, όπως προκύπτει από τα πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης του Δικαστηρίου τούτου, κατά την εκφώνηση της υπόθεσης από τη σειρά του οικείου πινακίου, δεν εμφανίστηκε, ούτε υπέβαλε έγγραφη δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, ο 3ος αναιρεσείων, Γ.
Β., τον οποίο είχε εκπροσωπήσει κατά την αρχική δικάσιμο που είχε οριστεί, στις 8-1-2018, όταν η υπόθεση αναβλήθηκε για τη δικάσιμο, που αναφέρεται στην αρχή της απόφασης (άρθρ. 226 παρ. 4 εδάφ. δ' και 573 παρ. 1 ΚΠολΔ) η δικηγόρος Μαρία Σωτηροπούλου-Πηλιχού. Από τα έγγραφα όμως που υπάρχουν στη δικογραφία δεν προκύπτει ότι ο απολειπόμενος αναιρεσείων είχε επισπεύσει και ο ίδιος έγκυρα τη συζήτηση, καθόσον δεν αποδεικνύεται ότι είχε χορηγήσει στη φερόμενη ως πληρεξουσία δικηγόρο του πληρεξουσιότητα, σύμφωνα με κάποιον από τους συστατικούς τύπους του άρθρου 96 παρ. 3 ΚΠολΔ.
Εξάλλου, από τα έγγραφα που υπάρχουν στη δικογραφία δεν προκύπτει ότι ο αναιρεσείων αυτός έχει κλητευθεί, νόμιμα και εμπρόθεσμα, από τους παριστάμενους, ομοδίκους, αναιρεσείοντες που επισπεύδουν έγκυρα τη συζήτηση ή από το αναιρεσίβλητο. Πρέπει, συνεπώς, κατ' εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 576 παρ. 3 εδάφ.
β' ΚΠολΔ, όπως το εδάφ. β' προστέθηκε με το άρθρο 62 του Ν. 4139/2013, και δοθέντος ότι, όπως συνάγεται από το περιεχόμενο των διαδικαστικών εγγράφων, οι αναιρεσείοντες συνδέονται με σχέση απλής ομοδικίας, να διαταχθεί ως προς τον άνω 3ο αναιρεσείοντα ο χωρισμός της υπόθεσης και να κηρυχθεί απαράδεκτη η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης ως προς αυτόν, ενώ η αίτηση πρέπει να ερευνηθεί ως προς τους λοιπούς αναιρεσείοντες, που εκπροσωπούνται από πληρεξούσιο δικηγόρο.
Με την υπό κρίση από 21-7-2015 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η εκδοθείσα αντιμωλία των διαδίκων, κατά την τακτική διαδικασία, υπ' αριθ. 4818/2013 τελεσίδικη απόφαση του Εφετείου Αθηνών, με την οποία απορρίφθηκε η από 15-4-2011 έφεση των ήδη αναιρεσειόντων κατά της υπ' αριθ. 1769/2010 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών.
Το Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών με την άνω απόφασή του δέχτηκε την από 8-4-2008 ανακοπή του ήδη αναιρεσίβλητου ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών για την ακύρωση της από 11-3-2008 επιταγής προς πληρωμή κάτω από αντίγραφο του απογράφου της υπ' αριθ. 1968/2003 τελεσίδικης απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία οι αναιρεσείοντες επέτασσαν αυτό να καταβάλει σε καθένα τα αναφερόμενα σ' αυτή ποσά, που τους είχαν επιδικασθεί με την προαναφερόμενη απόφαση, για πραγματοποίηση εφημεριών, με βάση τις διατάξεις περί αδικαιολογήτου πλουτισμού και ακύρωσε την άνω επιταγή, δεχόμενο, ότι οι ένδικες αξιώσεις των αναιρεσειόντων είχαν υποπέσει στη διετή παραγραφή του άρθρου 48 παρ. 3 του ΝΔ 496/1974.
Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ), είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ), ως προς τους λοιπούς αναιρεσείοντες, πλην του τρίτου.
Κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που ιδρύει τον προβλεπόμενο από τη διάταξη αυτή λόγο αναίρεσης, υπάρχει, όταν ο κανόνας δικαίου είτε ερμηνεύτηκε εσφαλμένα, δηλαδή το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σ' αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε δεν εφαρμόσθηκε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, είτε εφαρμόσθηκε, ενώ αυτές δεν συνέτρεχαν ή εφαρμόσθηκε εσφαλμένα (ΟλΑΠ 4/2005, 7/2006, 2/2013).
Συνεπώς, κατά τις παραπάνω διακρίσεις, η παράβαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που οδηγεί σε εσφαλμένο νομικό συλλογισμό και κατ' επέκταση σε εσφαλμένη εφαρμογή του δικαίου, εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου είτε ως εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης, που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού της απόφασης. Έτσι, με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης, ο οποίος για να είναι ορισμένος πρέπει να καθορίζονται στο αναιρετήριο τόσο η διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάσθηκε, όσο και το αποδιδόμενο στην προσβαλλόμενη απόφαση νομικό σφάλμα (ΑΠ 325/2004), ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής ή των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς (ΑΠ 1947/2006), οπότε πρέπει να παρατίθενται στο αναιρετήριο και οι αντίστοιχες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά και υπό τα οποία συντελέσθηκε η επικαλούμενη παράβαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου (ΟλΑΠ 20/2005).
Εξάλλου, με τις διατάξεις του άρθρου 44 παρ. 1 του Ν.Δ. 496/1974 "περί Λογιστικού των Νομικών Προσώπων Δημοσίου Δικαίου" ορίζεται ότι "Κάθε χρέος προς το νομικό πρόσωπο παραγράφεται, εφόσον δεν ορίζεται διαφορετικά από τις διατάξεις του παρόντος, μετά πέντε έτη από τη λήξη του οικονομικού έτους εντός του οποίου βεβαιώθηκε", ενώ με το άρθρο 48 του ίδιου Ν.Δ.
ορίζεται στην παρ. 1 ότι "Ο χρόνος παραγραφής των χρηματικών αξιώσεων κατά του ΝΠΔΔ είναι πέντε ετών, εφόσον δεν ορίζεται διαφορετικά υπό του παρόντος..." και στην παρ. 3 αυτού ότι "Ο χρόνος παραγραφής των κατά του νομικού προσώπου αξιώσεων των υπαλλήλων τούτου των επί σχέσει δημοσίου ή ιδιωτικού δικαίου μετ` αυτού συνδεομένων, εκ καθυστερουμένων αποδοχών ή άλλων πάσης φύσεως απολαυών ή αποζημιώσεων εξ αδικαιολογήτου πλουτισμού είναι δύο ετών".
Από τις προαναφερόμενες διατάξεις του άρθρου 48 του Ν.Δ. 496/1974 και ειδικότερα από την παράγραφο 3 αυτού προκύπτει ότι με αυτή θεσπίζεται βραχυπρόθεσμη διετής παραγραφή ειδικά για τις αξιώσεις των με οποιαδήποτε έννομη σχέση (δημοσίου ή ιδιωτικού δικαίου) υπαλλήλων των ΝΠΔΔ, κατ' αυτών, που αφορούν καθυστερούμενες αποδοχές ή άλλες πάσης φύσης απολαβές ή αποζημιώσεις από αδικαιολόγητο πλουτισμό, οι οποίες ορίζονται και οφείλονται απ` ευθείας από το νόμο.
Η προβλεπόμενη από τη διάταξη αυτή για τις ως άνω αξιώσεις των υπαλλήλων των ΝΠΔΔ βραχυπρόθεσμη ( διετής) παραγραφή, ο χρόνος της οποίας είναι μικρότερος από τον οριζόμενο στο άρθρο 44 παρ. 1 του ίδιου Ν.Δ. χρόνο παραγραφής των χρηματικών απαιτήσεων του νομικού προσώπου κατά τρίτων (πενταετία), καθώς και από το χρόνο παραγραφής που ισχύει, σύμφωνα με το άρθρο 250 αριθ. 6 και 17 ΑΚ, για τις παρόμοιες αξιώσεις των υπαλλήλων και εργατών των ιδιωτικών επιχειρήσεων, καθώς και από τον οριζόμενο στο άρθ. 937 ΑΚ χρόνο παραγραφής των αξιώσεων από αδικοπραξία, έχει θεσπισθεί για λόγους γενικότερου δημόσιου συμφέροντος, η συνδρομή του οποίου δικαιολογεί την εισαγωγή εξαιρέσεων και διακρίσεων και συγκεκριμένα από την ανάγκη ταχείας εκκαθάρισης των σχετικών αξιώσεων και των αντιστοίχων υποχρεώσεων των ΝΠΔΔ, η οποία είναι απαραίτητη για την προστασία της περιουσίας και της οικονομικής κατάστασης αυτών, στην οποία συμβάλλουν οι φορολογούμενοι πολίτες με την καταβολή φόρων.
Εξάλλου, με τη θέσπιση της εν λόγω διετούς παραγραφής δεν δημιουργείται άνιση δυσμενής μεταχείριση των υπαλλήλων των ΝΠΔΔ σε σχέση με τους υπαλλήλους των ιδιωτικών επιχειρήσεων, αλλ' ούτε και των ιδιωτών εργοδοτών σε σχέση με τα ΝΠΔΔ, ως προς τη διάρκεια της ισχύουσας έναντι των πρώτων πενταετούς παραγραφής, αφού η διαφοροποίηση αυτή δικαιολογείται, όχι μόνον από την ανάγκη προστασίας της περιουσίας των ΝΠΔΔ και της οικονομικής κατάστασης αυτών, αλλά και λόγω των διαφορετικών συνθηκών υπό τις οποίες τελούν οι υπάλληλοι των ΝΠΔΔ σε σχέση με τους υπαλλήλους των ιδιωτικών επιχειρήσεων, καθώς και του διαφορετικού νομικού καθεστώτος, που διέπει αντίστοιχα, τις σχέσεις των δύο αυτών κατηγοριών υπαλλήλων προς τους εργοδότες τους.
Συνεπώς, η διάταξη αυτή του άρθρου 48 παρ. 3 του Ν.Δ. 496/1975, που θεσπίζει διετή παραγραφή για τις ρηθείσες αξιώσεις των υπαλλήλων των ΝΠΔΔ, δεν αντίκειται στην κατά το άρθρο 4 παρ. 1 του Συντάγματος αρχή της ισότητας. Η ίδια ρύθμιση δεν αντίκειται στις διατάξεις των άρθρων 6 παρ. 1 και 13 της Ε.Σ.Δ.Α. και στη διάταξη του άρθρου 20 του Συντάγματος, που κατοχυρώνουν το δικαίωμα της δικαστικής προστασίας και της δίκαιης δίκης, στην από το άρθρο 25 παρ. 3 του Συντάγματος, απορρέουσα αρχή της αναλογικότητας, καθώς και στη διάταξη του άρθρου 14 της Ε.Σ.Δ.Α., από το οποίο απορρέει η αρχή της απαγόρευσης διακρίσεων, καθόσον οι ως άνω διατάξεις δεν θίγουν το δικαίωμα κάθε κράτους να θέτει νόμιμους περιορισμούς στην ικανοποίηση των αξιώσεων των υπαλλήλων κατά ΝΠΔΔ, όπως είναι η άσκηση των αξιώσεών τους κατ' αυτών εντός ορισμένου χρόνου, όταν μάλιστα αυτές επιβάλλονται από λόγους γενικότερου δημοσίου συμφέροντος, που δικαιολογούν, κατά τα παραπάνω, τη σχετική ρύθμιση.
Σε κάθε δε περίπτωση η εν λόγω επέμβαση στις αξιώσεις των υπαλλήλων των ΝΠΔΔ, με την καθιέρωση της διετούς παραγραφής, παρίσταται πρόσφορη για την επίτευξη των ως άνω σκοπών δημοσίου συμφέροντος, δεν υπερβαίνει το μέτρο που απαιτείται για την εξυπηρέτησή τους, αφού δεν περιορίζεται υπέρμετρα η δυνατότητα των υπαλλήλων ΝΠΔΔ να διεκδικήσουν δικαστικά τις αξιώσεις τους κατ' αυτών (πρβλ Ολ ΕΣ 427/2018, 114/2017), καταλαμβάνει δε όλους τους έχοντες σχετικές αξιώσεις και όχι με βάση τα ως άνω κριτήρια δυσμενούς διακριτικής μεταχείρισης του άρθρου 13 της Ε.Σ.Δ.Α., με τα οποία ουδεμία έχει σχέση.
Επίσης, η άνω διάταξη του άρθρου 48 παρ. 3 του Ν.Δ. 496//1975 δεν είναι αντίθετη ούτε προς τις διατάξεις του άρθρου 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της Ε.Σ.Δ.Α., που επιβάλλουν το σεβασμό της περιουσίας του προσώπου, στην οποία περιλαμβάνονται όχι μόνο τα από το άρθ. 17 του Συντάγματος προστατευόμενα εμπράγματα δικαιώματα, αλλά και όλα τα περιουσιακής φύσεως δικαιώματα και τα νομίμως κεκτημένα οικονομικά συμφέροντα, άρα και τα περιουσιακά ενοχικά δικαιώματα και ειδικότερα οι περιουσιακού χαρακτήρα απαιτήσεις, είτε αναγνωρισμένες με δικαστική ή διαιτητική απόφαση, είτε απλώς γεννημένες κατά το εθνικό δίκαιο, εφόσον υπάρχει νόμιμη προσδοκία, με βάση το ισχύον πριν από την προσφυγή στο δικαστήριο νομοθετικό καθεστώς, ότι μπορούν να ικανοποιηθούν δικαστικά, αφού οι άνω υπερνομοθετικής ισχύος διατάξεις εμποδίζουν το νομοθέτη να καταργεί και ενοχικά ακόμη δικαιώματα, όχι όμως και να θεσπίζει κανόνες που καθορίζουν διαφορετικό, κατά περίπτωση, χρόνο παραγραφής των αξιώσεων που θα γεννηθούν μετά την έναρξη της ισχύος τους.
Άλλωστε, και από την διάταξη του άρθρου 1 παρ. 2 του ως άνω Πρωτοκόλλου προκύπτει, ότι και αυτό αναγνωρίζει ευθέως το δικαίωμα κάθε Κράτους να θεσπίζει νόμους, εάν το κρίνει αναγκαίο, για τη διασφάλιση του δημοσίου συμφέροντος, επομένως και να θέτει νόμιμους περιορισμούς στην ικανοποίηση των αξιώσεων των πολιτών, όπως είναι η άσκηση των αξιώσεων τους εντός ορισμένου χρόνου προς διασφάλιση του δημοσίου συμφέροντος, στην έννοια του οποίου εμπίπτει, κατά τα προεκτεθέντα, και η προστασία της περιουσίας των ΝΠΔΔ. ( ΑΕΔ 9/2009, ΟλΑΠ 18/2012, 2/2011, 31/2007, ΑΠ 780/2017, ΑΠ 536/2014, ΑΠ 1286/2013, ΑΠ 992/ 2013, ΑΠ 245/2013, ΑΠ 903/2012, ΑΠ 123/2011).
Περαιτέρω, κατά το άρθρο 261 ΑΚ. η παραγραφή διακόπτεται με την έγερση της αγωγής και η διακοπείσα αυτή παραγραφή αρχίζει πάλι από την τελευταία διαδικαστική πράξη των διαδίκων ή του δικαστηρίου. Από την τελευταία αυτή διάταξη του άρθρου 261 ΑΚ, που έχει εφαρμογή και επί των ανωτέρω αξιώσεων, συνάγεται ότι, αν η παραγραφή διακόπηκε με έγερση αγωγής, η ίδια παραγραφή, ομοειδής προς τη διακοπείσα, αρχίζει ανεξαρτήτως του είδους αυτής ως βραχυπρόθεσμης ή συνήθους, ευθύς από της αγωγής, διακόπτεται δε με κάθε διαδικαστική πράξη των διαδίκων ή του δικαστηρίου, αρχίζει νέα τοιαύτη, ισόχρονη προς τη διακοπείσα, από τη νέα διαδικαστική πράξη και δύναται να συμπληρωθεί με την παρέλευση του χρόνου που ισχύει γι' αυτή, χωρίς να μεσολαβήσει κάποια διαδικαστική πράξη ή άλλος λόγος διακοπής πριν ή τελεσιδίκως περατωθεί η δίκη.
Εφόσον η αξίωση έχει καταστεί επίδικη, η παραγραφή, στην οποία αυτή υπόκειται, δύναται να συμπληρωθεί και όταν απρακτούν οι διάδικοι, χωρίς όμως εξαιτίας τούτου να συνάγεται ότι χωρεί αναστολή της παραγραφής αυτής από τη λήξη της επιδικίας, δηλαδή από τη δημοσίευση της οριστικής απόφασης και μέχρις ότου αρχίσει νέα δίκη με την άσκηση ενδίκου μέσου, αφού ο νόμος δεν θέτει ως προϋπόθεση για την εφαρμογή της ως άνω διάταξης του άρθρου 261 ΑΚ την ύπαρξη επιδικίας (ΟλΑΠ 1143/1983, ΑΠ 1130/1996).
Μόνο αν η αξίωση βεβαιωθεί με τελεσίδικη απόφαση ή με δημόσιο έγγραφο εκτελεστό υπόκειται, κατά το άρθρο 268 ΑΚ, σε εικοσαετή παραγραφή και αν ακόμη η αξίωση αυτή, καθεαυτή, υπέκειτο σε βραχύτερη παραγραφή, εξαιρουμένων των αξιώσεων που αφορούν περιοδικώς επαναλαμβανόμενες παροχές, οι οποίες υπόκεινται στην βραχύτερη παραγραφή και μετά τη βεβαίωσή τους με τελεσίδικη απόφαση ή με δημόσιο έγγραφο εκτελεστό.
Εκ τούτων συνάγεται ότι η προθεσμία προς άσκηση ενδίκων μέσων δεν επηρεάζει την παραγραφή της αξίωσης, η δε παραγραφή εξακολουθεί να διέπεται από τις περί αυτής ως άνω διατάξεις και δεν συναρτάται προς το δικαίωμα άσκησης ενδίκων μέσων (Ολ ΑΠ 1143/1983, ΑΠ 1771/2008, ΑΠ 1130/1996). Έτσι, ειδικότερα, εφόσον από τη δημοσίευση της πρωτόδικης οριστικής απόφασης, με την οποία αναγνωρίσθηκαν και επιδικάσθηκαν αξιώσεις υπαλλήλων κατά ΝΠΔΔ, λόγω αποζημίωσης από αδικαιολόγητο πλουτισμό, παρήλθε η από το άρθρο 48 παρ. 3 του ΝΔ 496/1974 οριζόμενη διετία, χωρίς να μεσολαβήσει οποιαδήποτε διαδικαστική πράξη των διαδίκων ή του δικαστηρίου, συμπληρώθηκε η διετής παραγραφή των αξιώσεων αυτών, χωρίς να την επηρεάζει η τρέχουσα και μη συμπληρωθείσα, κατ' άρθρο 518 παρ. 2 ΚΠολΔ, τριετής προθεσμία, (όπως ίσχυε μέχρι τη μείωσή της σε διετή με το Ν. 4335/2015), προς άσκηση του ενδίκου μέσου της έφεσης ή η μετά τη συμπλήρωση της διετούς αυτής παραγραφής επίδοση της ως άνω οριστικής απόφασης.
Στην περίπτωση αυτή οι παραπάνω αξιώσεις υποκύπτουν στη διετή παραγραφή πριν ή καταστεί τελεσίδικη η πρωτόδικη οριστική απόφαση, το δε ΝΠΔΔ κατά του οποίου επισπεύδεται αναγκαστική εκτέλεση μετά την τελεσιδικία αυτής, με την παρέλευση άπρακτης της τριετούς προθεσμίας προς άσκηση έφεσης κατ' αυτής και με εκτελεστό τίτλο αυτή, παραδεκτώς δύναται να προτείνει ως λόγον ανακοπής την απόσβεση της απαίτησης με παραγραφή ( ΑΠ 1309/2007).
Η ανωτέρω δε διετής παραγραφή δεν αντίκειται στη διάταξη του άρθρου 518 παρ. 2 ΚΠολΔ, όπως ίσχυε πριν την τροποποίησή της με το Ν. 4335/2015, κατά την οποία αν δεν επιδοθεί η απόφαση, η προθεσμία της έφεσης είναι τρία χρόνια, που αρχίζει από τη δημοσίευση της απόφασης, που περατώνει τη δίκη, καθόσον σκοπός θέσπισης της τριετούς αυτής προθεσμίας άσκησης έφεσης κατά των αποφάσεων, που δεν έχουν επιδοθεί, µε αφετήριο σηµείο τη δημοσίευση τους, υπήρξε ο περιορισµός της άσκησης της έφεσης και γενικώς των ενδίκων μέσων εντός της άνω προθεσμίας και όχι η θέσπιση κανόνων, που καθορίζουν διαφορετικό χρόνο παραγραφής των αξιώσεων ( ΑΠ 123/2011).
Τέλος, σύμφωνα με το άρθρο 255 ΑΚ, η παραγραφή αναστέλλεται για όσο χρόνο ο δικαιούχος εμποδίστηκε από δικαιοστάσιο, ή από άλλο λόγο ανώτερης βίας ή και από δόλο του υποχρέου να επιδιώξει την ικανοποίηση της αξίωσής του μέσα στο τελευταίο εξάμηνο του χρόνου της παραγραφής, ενώ σύμφωνα με το άρθρο 257 ΑΚ το χρονικό διάστημα της αναστολής δεν υπολογίζεται στο χρόνο της παραγραφής.
Όταν πάψει η αναστολή, η παραγραφή συνεχίζεται, σε καμιά όμως περίπτωση δεν συμπληρώνεται πριν περάσουν έξι μήνες. Από τις παραπάνω περιπτώσεις, κατά τις οποίες επέρχεται αναστολή της παραγραφής μπορεί να συναχθεί γενικότερη αρχή κατά την οποία επέρχεται αναστολή της παραγραφής και στην περίπτωση κατά την οποία μετά τη δημοσίευση της απόφασης και μέχρι τη θεώρηση από τον εισηγητή και την υπογραφή της από το δικαστή και το γραμματέα, που αποτελούν υλικές πράξεις, συμπληρώνεται ο χρόνος της παραγραφής, αφού στο διάστημα αυτό ο δανειστής βρίσκεται σε αντικειμενική αδυναμία να ενεργήσει οποιαδήποτε διαδικαστική πράξη και αναγκαστικά αναμένει την τελείωση της μορφής της απόφασης, ώστε να είναι σε θέση να λάβει αντίγραφό της και ενεργήσει την επόμενη διαδικαστική πράξη, η οποία και μόνο μπορεί να επιφέρει διακοπή της παραγραφής ( ΑΠ 304/2007).
Στην προκειμένη περίπτωση από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ.2 ΚΠολΔ, επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, προκύπτει ότι το εφετείο, δέχτηκε τα ακόλουθα: "Δυνάμει της 1968/2003 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που δημοσιεύθηκε την 22.9.2003, το ανακόπτον νομικό πρόσωπο ΝΠΔΔ με την επωνυμία "Νοσοκομείο της Θείας Πρόνοιας ΠΑΜΜΑΚΑΡΙΣΤΟΣ" υποχρεώθηκε να καταβάλει, με βάση τις διατάξεις αδικαιολόγητου πλουτισμού, στους καθών η ανακοπή, ειδικευόμενους γιατρούς, τα επί μέρους για καθένα από αυτούς και αναλυτικά αναφερόμενα σ' αυτήν ποσά για τις εφημερίες, που είχαν πραγματοποιήσει στο ανακόπτον. Κατά της απόφασης αυτής δεν ασκήθηκε ένδικο μέσο... επιδόθηκε δε, για πρώτη φορά, στο ανακόπτον, με την επιμέλεια των καθών η ανακοπή, στις 28.11.2007, όπως συνομολογείται από τους καθών η ανακοπή, προκύπτει δε τούτο και από την 237Β/28.11.2007 έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Αθηνών Γ. Κ.. Ακολούθως, την 14.3.2008 οι καθών η ανακοπή επέδωσαν στο ανακόπτον την από 11.3.2008 επιταγή προς πληρωμή κάτω από το αντίγραφο του απογράφου της ανωτέρω απόφασης, με την οποία το ανακόπτον επιτάσσεται να καταβάλει στους καθών τα αναφερόμενα στην επιταγή ποσά για επιδικασθέν κεφάλαιο πλέον νομίμων τόκων, δικαστικών και λοιπών εξόδων.
Συνεπώς, σύμφωνα με τη διάταξη του νόμου 518 παρ. 2 Κ.Πολ.Δικ., η απόφαση αυτή τελεσιδίκησε την 23.9.2006. Το ανακόπτον, με το μοναδικό λόγο της ανακοπής του ισχυρίστηκε ότι η ένδικη αξίωση των καθών η ανακοπή παρεγράφη. Ο ισχυρισμός αυτός είναι νόμιμος, στηριζόμενος στις διατάξεις των άρθρων 247 του ΑΚ και 48 παρ. 3 του νδ 496/1974, δεδομένου ότι πρόκειται περί παραγραφής των, κατά ΝΠΔΔ, αξιώσεων εργαζομένων σ' αυτό από αποζημιώσεις εξ αδικαιολογήτου πλουτισμού.
Η προβλεπόμενη, από την ως άνω διάταξη του άρθρου 48 παρ. 3 του νδ 496/1974, παραγραφή είναι διετής, η διάταξη δε αυτή δεν αντιβαίνει στο άρθρο 4 παρ. 1 του Συντάγματος και στο πρόσθετο πρωτόκολλο της ΕΣΔΑ, και στις 23.9.2005 παρήλθε διετία από την τελευταία, ως άνω, διαδικαστική πράξη, δηλαδή τη δημοσίευση της απόφασης (22.9.2003), χωρίς να ενδιαφέρει ότι δεν είχε, στο μεταξύ, τελεσιδικήσει η εν λόγω απόφαση, δεδομένου ότι, κατά τη διάταξη του άρθρου 261 ΑΚ, η παραγραφή που προβλέπει ο νόμος για κάθε αξίωση, διακόπτεται από και δια της ασκήσεως της αγωγής και αρχίζει πάλι από την τελευταία διαδικαστική πράξη των διαδίκων ή του Δικαστηρίου, ενώ στην περίπτωση που έχει εκδοθεί οριστική απόφαση και έχει λήξει, για το λόγο αυτό η επιδικία, δεν χωρεί αναστολή της παραγραφής αυτής από τη λήξη της επιδικίας, δηλαδή από τη δημοσίευση της οριστικής απόφασης και μέχρις ότου αρχίσει νέα δίκη δι' ασκήσεως ενδίκου μέσου, αφού ο νόμος δεν θέτει ως προϋπόθεση για την εφαρμογή της ως άνω διατάξεως του άρθρου 261 του ΑΚ την ύπαρξη επιδικίας και επομένως συνάγεται ότι η προθεσμία προς άσκηση ενδίκων μέσων δεν επηρεάζει την παραγραφή της αξιώσεως, η δε παραγραφή εξακολουθεί να διέπεται από τις περί αυτής, ως άνω, διατάξεις και δεν συναρτάται προς το δικαίωμα ασκήσεως ενδίκων μέσων.
Μετά την έκδοση οριστικής απόφασης, με την οποία παύει η εκκρεμοδικία και μέχρι την πάροδο της προθεσμίας ασκήσεως ενδίκου μέσου, τρέχει εκ νέου η διακοπείσα, με την έγερση της αγωγής και με τις άλλες ενδιάμεσες διαδικαστικές πράξεις, παραγραφή της αξίωσης, δυναμένη να συμπληρωθεί πριν τη λήξη της προθεσμίας ασκήσεως του ενδίκου μέσου, και στην συγκεκριμένη περίπτωση, της τριετούς προθεσμίας για την άσκηση της εφέσεως, σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στη νομική σκέψη, στην αρχή της παρούσης.
Κρίνονται, μετά ταύτα απορριπτέοι οι συναφείς ισχυρισμοί των καθών η ανακοπή, που είχαν προβάλει προς απόκρουση της ανακοπής και επαναφέρουν με τους δύο πρώτους λόγους της έφεσης. Η αντένσταση της αναστολής της παραγραφής, που είχαν προβάλλει οι καθών η ανακοπή, προς απόκρουση αυτής και επαναφέρουν με τον τρίτο λόγο της έφεσης, με την επίκληση ότι η παραγραφή αναστέλλεται και για όσο χρόνο μετά τη δημοσίευση της απόφασης και μέχρι τη θεώρηση, υπογραφή και επιστροφή αυτής στο αρχείο ευρίσκεται ο δανειστής σε αντικειμενική αδυναμία να ενεργήσει οιαδήποτε διαδικαστική πράξη και ότι, στην προκειμένη περίπτωση, η καθαρογραφή, θεώρηση και υπογραφή της απόφασης ολοκληρώθηκε την 23.9.2004 και συνακόλουθα ότι μέχρι του χρόνου αυτού, η παραγραφή τελούσε σε αναστολή, κρίνεται απορριπτέα ως ουσιαστικά αβάσιμη, διότι ο χρόνος της παραγραφής συμπληρώθηκε στις 23.9.2005 και όχι μέσα στο χρονικό διάσημα που εκκρεμούσε η καθαρογραφή, θεώρηση και υπογραφή αυτής, δηλαδή μέχρι την 23.9.2004, δεδομένου ότι, η αναστολή της παραγραφής, προβλέπεται από το άρθρο 255 ΑΚ για ορισμένους εξαιρετικούς λόγους, συγκεκριμένα εφόσον και για όσο χρόνο ο δικαιούχος εμποδίστηκε από δικαιοστάσιο ή από άλλο λόγο ανώτερης βίας να ασκήσει την αξίωσή του μέσα στο τελευταίο εξάμηνο του χρόνου της παραγραφής.
Δηλαδή, η εν λόγω αναστολή είναι αναστολή συμπληρώσεως της παραγραφής, καθόσον η ως άνω διάταξη προβλέπει την αναστολή, αν ο λόγος αυτής προέκυψε στο τελευταίο εξάμηνο του χρόνου της παραγραφής...". Με βάση τις παραδοχές αυτές το εφετείο δέχτηκε, όπως και το πρωτοδικείο, ότι οι αξιώσεις τους σε βάρος του αναιρεσίβλητου ΝΠΔΔ, λόγω αποζημίωσης από αδικαιολόγητο πλουτισμό, είχαν υποπέσει στη διετή παραγραφή του άρθρου 48 παρ. 3 του νδ/τος 496/1974, όπως είχε προβάλλει το τελευταίο με το μοναδικό λόγο της ανακοπής του κατά της επιταγής προς πληρωμή σε εκτέλεση της υπ' αριθ. 1968/2003 τελεσίδικης απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και απέρριψε τους προβληθέντες από τους αναιρεσείοντες ισχυρισμούς τους προς απόρριψη της ανακοπής, που επαναφέρθηκαν ενώπιον του με λόγους έφεσης, α) ότι η προβλεπόμενη από το άνω άρθρο διετής παραγραφή αντίκειται στο Σύνταγμα και στο Πρόσθετο Πρωτόκολλο της ΕΣΔΑ, β) ότι χωρεί αναστολή της παραγραφής από τη δημοσίευση της οριστικής απόφασης μέχρι την άσκηση ενδίκου μέσου, καθόσον αυτή συναρτάται προς το δικαίωμα άσκησης ενδίκου μέσου και γ) ότι η παραγραφή ανεστάλη μέχρι την παράδοση της απόφασης στο Αρχείο του Πρωτοδικείου μετά τη θεώρηση και υπογραφή της.
Έτσι που έκρινε το Εφετείο, σύμφωνα με τα αναφερόμενα στη μείζονα σκέψη, ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε τις διατάξεις των άρθρων 48 παρ. 3 του Ν.Δ. 496/1974, 2 παρ. 1, 4 παρ. 1, 20 παρ.1, 25 παρ.1 του Συντάγματος, 6, 13 και 14 της ΕΣΔΑ, του άρθρου 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ, 255, 261 ΑΚ, 221, 222 και 518 ΚΠολΔ και οι, από το άρθρο 559 αριθµ. 1 ΚΠολΔ, πρώτος, δεύτερος, τρίτος και τέταρτος λόγοι της αίτησης αναίρεσης, με τους οποίους υποστηρίζονται τα αντίθετα, είναι αβάσιµοι.
Κατά το άρθρο 281 του ΑΚ, η άσκηση του δικαιώματος απαγορεύεται, αν υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη η ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής το δικαίωμα θεωρείται, ότι ασκείται καταχρηστικά και όταν η συμπεριφορά του δικαιούχου πριν από την άσκησή του καθώς και η πραγματική κατάσταση που διαμορφώθηκε στο διάστημα που μεσολάβησε, δεν δικαιολογούν τη μεταγενέστερη άσκησή του και καθιστούν αυτή μη ανεκτή κατά τις περί δικαίου αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου.
Μόνη η αδράνεια του δικαιούχου και η καλόπιστη πεποίθηση του υποχρέου ότι δεν υπάρχει το δικαίωμα ή δεν πρόκειται τούτο να ασκηθεί κατ` αυτού, δεν αρκεί κατ` αρχήν να καταστήσει καταχρηστική την άσκηση του δικαιώματος. Αν όμως η αδράνεια συνοδεύεται από ειδικές περιστάσεις, που συνδέονται με προηγούμενη συμπεριφορά του δικαιούχου και ο ίδιος, μεταβάλλοντας τη στάση του, επιχειρεί εκ των υστέρων ανατροπή της κατάστασης, που έχει διαμορφωθεί και παγιωθεί, με αποτέλεσμα να επέρχονται δυσμενείς για τα συμφέροντα του υποχρέου επιπτώσεις, στην περίπτωση αυτή η άσκηση του δικαιώματος μπορεί να καταστεί μη ανεκτή κατά την καλή πίστη και τα χρηστά ήθη και συνεπώς καταχρηστική και απαγορευμένη ( Ολ ΑΠ 33/2005, 7/2002).
Στην προκειμένη περίπτωση, οι αναιρεσείοντες, με τον πέμπτο λόγο της αίτησης αναίρεσης, αποδίδουν στο εφετείο την πλημμέλεια από τον αριθ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, διότι απέρριψε την αντένστασή τους περί καταχρηστικής άσκησης του δικαιώματος του αναιρεσίβλητου με την ανακοπή του περί απόσβεσης της απαίτησης τους, λόγω παραγραφής, και παραβίασε έτσι την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ.
Από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση της προσβαλλόμενης, ως προς το άνω ζήτημα, το εφετείο δέχτηκε τα ακόλουθα: "...Απορριπτέα κρίνεται και η αντένσταση καταχρηστικής άσκησης του δικαιώματος του ανακόπτοντος, που οι καθών η ανακοπή είχαν προβάλει προς απόκρουση της ανακοπής...επικαλούμενοι, για τη θεμελίωση της, ότι το ανακόπτον δεν άσκησε ένδικο μέσο κατά της ως άνω απόφασης, καθόλο το χρονικό διάστημα από τη δημοσίευση αυτής και προβάλλει την παραγραφή της ένδικης αξίωσής τους με την άσκηση της υπό κρίση ανακοπής, καθ' όσον υπό τα εκτιθέμενα, ως άνω, πραγματικά περιστατικά, η άσκηση της ανακοπής και η δι' αυτής προβολή του ισχυρισμού περί παραγραφής της ενδίκου αξιώσεως των καθών η ανακοπή, δεν υπερβαίνει και μάλιστα προφανώς τα αντικειμενικά αξιολογικά κριτήρια του άρθρου 281 του ΑΚ, δεδομένου ότι ο θεσμός της παραγραφής αποτελεί την από τον νόμο κύρωση στην αδράνεια του δανειστού να επιδιώξει την ικανοποίηση της αξιώσεώς του, θεσμός που καθιερώνεται στην έννομη τάξη και είναι καθ' όλα αποδεκτός".
Έτσι που έκρινε το Εφετείο, ορθά εφάρμοσε την προαναφερόμενη διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ, διότι μόνη η μη άσκηση εκ μέρους του αναιρεσίβλητου ενδίκων μέσων κατά της υπ' αριθ. 1968/2003 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία έγινε δεκτή η αγωγή των αναιρεσειόντων, δεν καθιστούν καταχρηστική την προβολή εκ μέρους του, με την άσκηση ανακοπής κατά της επισπευδόμενης σε βάρος του αναγκαστικής εκτέλεσης, της ένστασης παραγραφής των εξ αυτής αξιώσεων αυτών.
Τούτο διότι η εκ μέρους του αναιρεσίβλητου υποβολή της ένστασης παραγραφής αποτελεί ενάσκηση νομίμου και θεμιτού δικαιώματός του, που συνιστά την κύρωση στην αδράνεια των αναιρεσειόντων να επιδιώξουν την ικανοποίηση της αξίωσής τους και χωρίς τη συνδρομή άλλης προηγούμενης συμπεριφοράς του, που να μεταβάλλει μια κατάσταση, που έχει εδραιωθεί και παγιωθεί, δεν μπορεί να χαρακτηρισθεί η προβολή της ως καταχρηστική.
Κατά συνέπεια, ο ανωτέρω, πέμπτος λόγος αναίρεσης είναι αβάσιμος.
Ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 8β του άρθρ. 559 ΚΠολΔ, ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη του πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως πράγματα κατά την έννοια της διάταξης αυτής νοούνται οι πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων, που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και συγκροτούν την ιστορική βάση και επομένως στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης, ή αντένστασης, όχι δε οι αιτιολογημένες αρνήσεις ή οι ισχυρισμοί, που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου από την εκτίμηση των αποδείξεων και προβάλλονται προς υποστήριξη των απόψεων των διαδίκων, ούτε οι νομικοί ισχυρισμοί και η νομική επιχειρηματολογία των διαδίκων (Ολ ΑΠ 25/2003, 3/1997).
Πράγματα κατά την παραπάνω έννοια αποτελούν και οι λόγοι έφεσης, εφόσον όμως έχουν αυτοτέλεια και η παραδοχή τους οδηγεί σε εξαφάνιση της εκκαλούμενης απόφασης (ΑΠ 1057/2011, ΑΠ 570/2008). Αντίθετα λόγοι έφεσης που αφορούν σε απλές αρνήσεις των διαδίκων ή σε επιχειρήματα και συμπεράσματά τους από την εκτίμηση των αποδείξεων, δεν έχουν αυτοτέλεια και η παράλειψη του εφετείου να απαντήσει ειδικά σ' αυτούς δεν ιδρύει το λόγο αναίρεσης από τον αριθμό 8β του άρθρου 559 ΚΠολΔ.
Αν προσβάλλεται με τον παραπάνω λόγο απόφαση του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου, θα πρέπει ο ισχυρισμός που δεν αξιολογήθηκε, να είχε προταθεί παραδεκτά στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, αλλά και να επαναφέρθηκε παραδεκτά, με λόγο έφεσης από τον εκκαλούντα ή με τις προτάσεις από τον εφεσίβλητο και στο δεύτερο βαθμό και να αναφέρεται αυτό στο αναιρετήριο, εκτός αν υπάγεται στις εξαιρέσεις του άρθρ. 562 παρ. 2 ΚΠολΔ (ΟλΑΠ 43/1990) ή πρόκειται για ισχυρισμό που παραδεκτά κατά το άρθρ. 527 ΚΠολΔ προτάθηκε για πρώτη φορά στην κατ' έφεση δίκη, που επίσης πρέπει να διευκρινίζεται στο αναιρετήριο.
Συνεπώς για να ιδρύεται ο παραπάνω λόγος αναίρεσης πρέπει σε κάθε περίπτωση ο κρίσιμος ισχυρισμός, που δεν λήφθηκε υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας, να προτάθηκε εκεί ευθέως ως ισχυρισμός του ίδιου του αναιρεσείοντος και δεν αρκεί αντίθετα να συνάγεται έμμεσα από τα προσκομιζόμενα απ' αυτόν με επίκληση έγγραφα. Συνακόλουθα δεν ιδρύει τον παραπάνω λόγο αναίρεσης ούτε η παράλειψη του δικαστηρίου της ουσίας να απαντήσει σε ισχυρισμό εκπρόθεσμο, αόριστο και γενικώς απαράδεκτο, μη νόμιμο ή αλυσιτελή (ΟλΑΠ 14/2004). Δεν στοιχειοθετείται δε ο λόγος αυτός αναίρεσης και αν ο αυτοτελής πραγματικός ισχυρισμός λήφθηκε υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας και απορρίφθηκε ρητά για οποιοδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό (ΑΠ 69/2016, ΑΠ 725/2012), αλλά και όταν το δικαστήριο αντιμετώπισε και απέρριψε στην ουσία εκ των πραγμάτων προβληθέντα ισχυρισμό, με την παραδοχή ως αποδειχθέντων γεγονότων αντίθετων προς αυτά που τον συγκροτούν και τούτο συνάγεται από το περιεχόμενο της απόφασης (ΟλΑΠ 11/1996, ΑΠ 1386/2015).
Στην προκειμένη περίπτωση οι αναιρεσείοντες με τον έκτο λόγο της αίτησης αναίρεσης από τον αριθ. 8β του άρθρου 559 ΚΠολΔ (και όχι και από τον αριθ. 1) μέμφονται το εφετείο, διότι δεν έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό τους, που είχαν προβάλλει πρωτοδίκως με τις έγγραφες προτάσεις τους και επανέφεραν ενώπιον του με τις έγγραφες προτάσεις τους, σύμφωνα με τον οποίο οι ένδικες αξιώσεις τους δεν είχαν παραγραφεί, διότι διαφορετικά ο δικαστής, που εξέδωσε το απόγραφο και είχε δικαιοδοτική αρμοδιότητα να ελέγξει τη νομιμότητα του εκτελεστού τίτλου κατά την έκδοση του απογράφου, δεν θα το χορηγούσε. Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος, διότι ο ισχυρισμός, ο οποίος, κατά τις αιτιάσεις, δεν λήφθηκε υπόψη, δεν αποτελεί "πράγμα" υπό την έννοια του αριθ. 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ,, αλλά νομική επιχειρηματολογία αυτών προς αντίκρουση της προβαλλόμενης από το αναιρεσίβλητο με την ανακοπή του ένστασης παραγραφής των αξιώσεών τους και σε κάθε περίπτωση, διότι στο αναιρετήριο αναφέρεται ότι τα πραγματικά περιστατικά που τον θεμελιώνουν προβλήθηκαν ενώπιον του εφετείου από τους αναιρεσείοντες, που ήταν εκκαλούντες, με τις έγγραφες προτάσεις τους και όχι, όπως θα έπρεπε, με λόγο έφεσης.
Κατ' ακολουθίαν τούτων, πρέπει η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης ως προς τους λοιπούς αναιρεσείοντες, πλην του τρίτου, να απορριφθεί στο σύνολό της. Στην παρούσα απόφαση δεν διαλαμβάνεται διάταξη για την τύχη του παραβόλου που έχουν καταθέσει όλοι οι αναιρεσείοντες, δεδομένου ότι απομένει προς έρευνα η αίτηση αναίρεσης κατά το μέρος που ασκήθηκε από τον τρίτο αναιρεσείοντα, ως προς τον οποίο η συζήτησή της κηρύχθηκε απαράδεκτη (ΑΠ 1863/2017, ΑΠ 838/2017, ΑΠ 60/2014). Δικαστικά έξοδα δεν επιδικάζονται υπέρ του αναιρεσίβλητου, που νίκησε, ελλείψει σχετικού αιτήματος.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση της από 21-7-2015 αίτησης για αναίρεση της υπ' αριθ. 4818/2013 απόφασης του Εφετείου Αθηνών ως προς τον αναιρεσείοντα Γ. Β. ( 3ο των αναιρεσειόντων).
Διατάσσει το χωρισμό της υπόθεσης ως προς αυτόν.
Απορρίπτει την αναίρεση ως προς τους παριστάμενους αναιρεσείοντες.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 6 Μαΐου 2019.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Υπογράφει η Πρόεδρος του Αρείου Πάγου ως Προϊσταμένη του καθόσον ο διευθύνων τη συζήτηση και όλα τα μέλη του Δικαστηρίου που αναφέρονται στην αρχή της παρούσης έπαψαν να είναι τοποθετημένα στο Δικαστήριο τούτο λόγω συνταξιοδότησης
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 2 Δεκεμβρίου 2021.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ