Supreme Court dismisses appeal for vague grounds failing to specify substantive law violation or facts.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the Second Instance Court's decision regarding a municipal employment contract. The appellant argued the lower court ignored facts about her need to cover permanent municipal needs, but the court found the lower court had explicitly considered and rejected this claim. The appeal was rejected because the grounds cited were legally vague, failing to identify the specific substantive law violated or the exact facts relied upon.
Legislator headnote
AI generatedArticles 118(4), 566(1), 577(3) of the Code of Civil Procedure; The grounds for appeal must clearly and concisely state the legal error attributed to the court of first instance, specifying the violated substantive law provision and the facts upon which the error occurred, as vague references cannot be supplemented by other documents.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 69 / 2016 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 69/2016
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β2' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ασπασία Καρέλλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Νικόλαο Πάσσο, Απόστολο Παπαγεωργίου, Παναγιώτη Κατσιρούμπα και Δήμητρα Κοκοτίνη, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 27 Οκτωβρίου 2015, με την παρουσία και της γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Δ. Χ. του Λ., κατοίκου ..., η οποία παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Χάρη Ιεροδιακόνου, που κατάθεσε προτάσεις. Του αναιρεσιβλήτου: Δήμου Ελάτειας Φθιώτιδος που εκπροσωπείται νόμιμα, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Κωνσταντίνου, με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ. που δεν κατάθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 4/10/2004 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Λαμίας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 211/2006 του ίδιου Δικαστηρίου και 127/2008 του Εφετείου Λαμίας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 19/11/2008 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Παναγιώτης Κατσιρούμπας ανέγνωσε την από 13/2/2015 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου της στη δικαστική δαπάνη της.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Όπως προκύπτει από τις διατάξεις των άρθρων 118 αρ. 4, 566 παρ 1 και 577 παρ 3 του ΚΠολΔ στο έγγραφο της αναιρέσεως πρέπει να αναφέρεται κατά τρόπο σαφή, ορισμένο και ευσύνοπτο η νομική πλημμέλεια, που αποδίδεται στο δικαστήριο της ουσίας, το οποίο εξέδωσε την προσβαλλομένη απόφαση, ώστε να είναι δυνατόν να διαπιστωθεί αν και ποιο λόγο αναιρέσεως από τους περιοριστικώς αναφερομένους στο άρθρο 559 του ΚΠολΔ θεμελιώνει η προβαλλομένη αιτίαση.
Ειδικότερα για να είναι ορισμένος ο λόγος αναιρέσεως με τον οποίο αποδίδεται στο δικαστήριο της ουσίας παραβίαση κανόνων ουσιαστικού δικαίου (άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ), πρέπει να καθορίζονται, πλην των άλλων η συγκεκριμένη διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάσθηκε και το αποδιδόμενο στο δικαστήριο νομικό σφάλμα περί την ερμηνεία και εφαρμογή του ουσιαστικού νόμου καθώς επίσης, εφ` όσον το δικαστήριο έκρινε επί της ουσίας της υποθέσεως, την ελάσσονα πρόταση του νομικού του συλλογισμού, ήτοι τα πραγματικά γεγονότα, που αυτό δέχθηκε, υπό τα οποία και συντελέσθηκε η προβαλλομένη παραβίαση των κανόνων του ουσιαστικού δικαίου, εάν δε απέρριψε την αγωγή ή γενικώς τον ισχυρισμό ως μη νόμιμο το περιεχόμενο της αγωγής ή του ισχυρισμού, ώστε από το αναιρετήριο να προκύπτει η προβαλλομένη νομική πλημμέλεια, δοθέντος ότι η αοριστία του λόγου της αναιρέσεως δεν δύναται να συμπληρωθεί με παραπομπή σε άλλο διαδικαστικό έγγραφο (ολ.
ΑΠ 32/1996, ΑΠ 1226/2014). Στην προκειμένη περίπτωση με τον πρώτο λόγο αναιρέσεως αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση του Εφετείου η από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια της παραβιάσεως κανόνα ουσιαστικού δικαίου. Συγκεκριμένα ως προς το λόγο αυτό εκτίθεται στο αναιρετήριο ότι "η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση παραβίασε κανόνα ουσιαστικού δικαίου.
Ειδικότερα ως προς το νομικό καθεστώς που διέπει τη σχέση εργασίας μου με τον καθ' ου αναφέρω τα ακόλουθα: Την 10.7.1999 τέθηκε σε ισχύ η Οδηγία 1999/70/ΕΚ για την εργασία ορισμένου χρόνου, η οποία στοχεύει στην υλοποίηση σε κοινοτικό επίπεδο της συμφωνίας πλαισίου για την εργασία ορισμένου χρόνου, που συνάφθηκε στις 18.3.1999 από τις σημαντικότερες ευρωπαϊκές αντιπροσωπευτικές συνδικαλιστικές οργανώσεις και συγκεκριμένα από την Ευρωπαϊκή Συνομοσπονδία Συνδικάτων (C.E.S) για την πλευρά των εργαζομένων και από τη ένωση των Συνομοσπονδιών της Βιομηχανίας και των Εργοδοτών της Ευρώπης (UNICE) και το Ευρωπαϊκό Κέντρο Δημόσιων Επιχειρήσεων (CEEP) για την εργοδοτική πλευρά.
Η Οδηγία αυτή έχει ως νομική βάση το άρθρο 139 παράγραφος 2 Συνθήκης ΕΚ και σύμφωνα με το άρθρο 137 Συνθήκης ενσωματώνει στο κοινοτικό δίκαιο και κατ' αυτή την έννοια καθιστά ισοδύναμη με το παράγωγο (δευτερογενές) κοινοτικό δίκαιο την προσαρτημένη σε αυτή συμφωνία πλαίσιο.
Συνεπώς η συμφωνία πλαίσιο έχουσα πλέον την ισχύ παράγωγου κοινοτικού δικαίου, εν προκειμένω Οδηγίας υπερισχύει κάθε αντίθετης διάταξης του εθνικού δικαίου κάθε κράτους μέλους. Μέσω της ρήτρας 5 της συμφωνίας αυτής η οποία αποκτά κεντρική σημασία στο πλαίσιο των σχετικών ρυθμίσεων, επιδιώκεται η αποτροπή του φαινομένου της κατάχρησης από τον εργοδότη των διαδοχικών συμβάσεων η σχέσεων ορισμένου χρόνου με τον εργαζόμενο. Η Οδηγία 1999/70/ΕΚ (και ως εκ τούτου και η ρήτρα 5 του παραρτήματος) εφαρμόζεται σε "συμβάσεις ή σχέσεις εργασίας" που συνάπτονται στον ιδιωτικό ή στο δημόσιο τομέα.
Συνεπώς εφαρμόζεται σύμφωνα με ένα λειτουργικό κριτήριο σε κάθε περίπτωση σχέσης που, ανεξάρτητα από το χαρακτηρισμό της, υποκρύπτει σχέση εξαρτημένης εργασίας όπως και στις περιπτώσεις άκυρων εργασιακών σχέσεων, αναμφίβολα δε καλύπτει και το δημόσιο τομέα. Εξάλλου, είναι αναμφίβολο ότι οι σχετικές διατάξεις της Ελληνικής Νομοθεσίας αποτελούν ισοδύναμα νομοθετικά μέτρα για την αποτροπή των καταχρήσεων και καθορίζουν τα όρια εντός των οποίων μπορεί ο νομοθέτης να κινηθεί, αφού σύμφωνα με την Οδηγία (ρήτρα 8 παρ. 3) δεν επιτρέπεται η συρρίκνωση από τα κράτη μέλη της ήδη παρεχόμενης προστασίας πάνω στα θέματα αυτά.
Όσον αφορά το άρθρο 103 του Συντάγματος πρέπει να παρατηρηθούν τα εξής: Δεν υπάρχει κανένα ζήτημα αντινομίας μεταξύ Ελληνικού Συντάγματος και Ευρωπαϊκού Κοινοτικού Δικαίου, ως προς τη μετατροπή των συμβάσεων ορισμένου χρόνου ή έργου σε αορίστου, η διάταξη δε της παρ. 8 του άρθρου 103 του Συντάγματος σκοπό έχει ν' απαγορεύσει να ξαναδημιουργηθεί αυτό το οξύ κοινωνικό ζήτημα και να τεθούν χιλιάδες άνθρωποι υπό ομηρία από το χρονικό σημείο της εναρμόνισης της Ελληνικής νομοθεσίας με την Κοινοτική.
Εξάλλου η διάταξη της παρ.2 του άρθρου 103 του Συντάγματος έχει εφαρμογή και στα Ν.Π.Δ.Δ. όπως ρητά διευκρινίζεται στην παρ. 6 του ιδίου άρθρου. Η συνταγματική αυτή διάταξη δεν απαγορεύει σε κάθε περίπτωση το διορισμό υπαλλήλων σε μη νομοθετημένη οργανική θέση, ούτε απαγορεύει την πρόσληψη προσωπικού με σχέση εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου, αορίστου χρόνου, για την κάλυψη κενών οργανικών θέσεων.
Περαιτέρω είναι γεγονός ότι η παρ. 8 του παραπάνω άρθρου απαγορεύει τη μετατροπή των συμβάσεων εργασίας ορισμένου σε αορίστου. Όμως το Σύνταγμα αναφέρεται σε αληθείς συμβάσεις ορισμένου χρόνου. Τους ισχυρισμούς αυτούς αντέταξα με τις έγγραφες προτάσεις μου στο Εφετείο Λαμίας πλην όμως το δικαστήριο παρείδε τις θέσεις μου αυτές και εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, ερμηνεύοντας ψευδώς τις κείμενες ρυθμίσεις του ουσιαστικού δικαίου και συγκεκριμένα ότι δεν έχει εφαρμογή η οδηγία 1999/70/ΕΚ και για το λόγο αυτό πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση".
Με αυτό το περιεχόμενο ο λόγος αναιρέσεως είναι απαράδεκτος ως αόριστος, αφού δεν εκτίθεται σ' αυτόν ούτε το περιεχόμενο της αγωγής της αναιρεσείουσας, ούτε οι παραδοχές της προσβαλλομένης αποφάσεως ούτε αν η αγωγή απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή ως κατ' ουσίαν αβάσιμη.
O προβλεπόμενος από τον αρ.19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης για έλλειψη νόμιμης βάσης της απόφασης στοιχειοθετείται όταν δεν προκύπτουν από το αιτιολογικό της τα πραγματικά περιστατικά που είναι αναγκαία, για να κριθεί στη συγκεκριμένη περίπτωση αν συντρέχουν οι όροι και οι προϋποθέσεις εφαρμογής της διάταξης που εφαρμόστηκε ή αν δεν συντρέχουν οι όροι και οι προϋποθέσεις, που αποκλείουν την εφαρμογή της, καθώς και όταν η απόφαση έχει ασαφείς, ελλιπείς ή αντιφατικές αιτιολογίες ως προς τον νομικό χαρακτηρισμό των πραγματικών περιστατικών που έγιναν δεκτά και ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Ιδρύεται δηλαδή ο λόγος αυτός αναίρεσης όταν από τις παραδοχές της απόφασης δημιουργούνται αμφιβολίες για το αν παραβιάστηκε ή όχι ορισμένη ουσιαστική διάταξη νόμου. Περαιτέρω, όπως προκύπτει από τις διατάξεις των άρθρων 118 παρ.4, 566 παρ. 1, 577 παρ. 3 και 578 ΚΠολΔ, για να είναι ορισμένος ο λόγος αναίρεσης από τον αρ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, πρέπει το αναιρετήριο να περιλαμβάνει α) τον κανόνα ουσιαστικού νόμου που φέρεται ότι παραβιάστηκε, β) τις ουσιαστικές παραδοχές της απόφασης ή τη μνεία ότι αυτή δεν περιέχει καθόλου αιτιολογία, ώστε να είναι εφικτή με βάση το περιεχόμενο του αναιρετηρίου η στοιχειοθέτηση του προβαλλόμενου λόγου αναίρεσης γ) τον ουσιώδη αυτοτελή ισχυρισμό (αγωγικό, ένσταση κλπ.) και τα πραγματικά περιστατικά που προτάθηκαν για τη θεμελίωση του, ως προς τον οποίο εμφανίζεται η προβαλλόμενη έλλειψη, ανεπάρκεια ή αντίφαση, καθώς και τη σύνδεση αυτού με το διατακτικό της απόφασης, αν αυτή δεν είναι αυτονόητη, καθώς και ότι ο εν λόγω (νόμιμος και ουσιώδης) ισχυρισμός είχε προταθεί παραδεκτά στο δικαστήριο που εξέδωσε την απόφαση και δ) εξειδίκευση της πλημμέλειας που προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση, δηλαδή ή τη μνεία ότι σ` αυτή δεν υπάρχει καθόλου αιτιολογία ή, αν προβάλλεται ανεπαρκής και ελλιπής αιτιολογία, (πρέπει το αναιρετήριο να περιλαμβάνει) τα επιπλέον ουσιώδη πραγματικά περιστατικά που έπρεπε να περιέχονται στην απόφαση ή να προσδιορίζει ως προς τι υπάρχει και σε τι συνίσταται η έλλειψη του νομικού χαρακτηρισμού των ουσιωδών περιστατικών που έγιναν δεκτά ή, αν προβάλλονται αντιφατικές αιτιολογίες, πρέπει να προσδιορίζεται ποιες είναι αυτές, σε τι συνίσταται η αντίφαση και από ποια αντικρουόμενα μέρη των αιτιολογιών αυτή προκύπτει.
Διαφορετικά, αν τα προαναφερόμενα δεν περιλαμβάνονται με σαφήνεια και πληρότητα στο αναιρετήριο, ο σχετικός λόγος αναίρεσης είναι απαράδεκτος λόγω αοριστίας, η οποία δεν αίρεται με συμπλήρωση στις προτάσεις ή με παραπομπή σε άλλο διαδικαστικό έγγραφο (αγωγή ή έφεση) του αναιρεσείοντος (ΑΠ 1230/2014, 402/2014, 1586/2008).
Με τον δεύτερο λόγο αναίρεσης αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια. Συγκεκριμένα ως προς το λόγο αυτό αναφέρονται στο αναιρετήριο τα εξής: "Η προσβαλλόμενη απόφαση στερείται νομίμου βάσεως σύμφωνα με άρθρο 559 παρ. 19, αφού είναι παντελώς αναιτιολόγητη.
Ειδικότερα κρίνει ότι η Οδηγία δεν είναι χωρίς αιρέσεις ή περιθώρια επιλογής για τον εθνικό νομοθέτη, χωρίς να αιτιολογεί πως είναι δυνατόν μία κοινοτική Οδηγία να μην εφαρμοστεί στην ελληνική έννομη τάξη". Με αυτό το περιεχόμενο ο λόγος αναιρέσεως είναι απαράδεκτος ως αόριστος, αφού δεν εκτίθενται σ' αυτόν ούτε οι ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης ούτε ο ουσιώδης αγωγικός ισχυρισμός και τα πραγματικά περιστατικά που προτάθηκαν για τη θεμελίωση του, ως προς τον οποίο εμφανίζεται η προβαλλόμενη έλλειψη αιτιολογίας.
Kατά το άρθρο 559 αρ. 8 του ΚΠολΔ, δημιουργείται λόγος αναιρέσεως και στην περίπτωση που το δικαστήριο της ουσίας παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στη έκβαση της δίκης. Πράγματα υπό την έννοια της άνω διατάξεως είναι οι ασκούντες ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων, που, υπό την προϋπόθεση της νόμιμης προτάσεώς τους, θεμελιώνουν ιστορικώς το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως η αντενστάσεως.
O ανωτέρω από τον αρ. 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης δεν στοιχειοθετείται, αν το δικαστήριο που δίκασε έλαβε υπόψη του τον προταθέντα ισχυρισμό και τον απέρριψε για οποιοδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό (ολ ΑΠ 25/2003, 12/1991, AΠ 817/2014, 502/2014). Με τον τρίτο λόγο αναιρέσεως αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η πλημμέλεια ότι "αντιπαρήλθε σιγή και δεν έλαβε υπ' όψιν της κρίσιμα πραγματικά γεγονότα που προτάθηκαν και σαφώς και πλήρως αποδείχθηκαν και ασκούσαν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης και ειδικότερα το ότι η αναιρεσείουσα εργαζόταν για να καλύπτει διαρκείς και μόνιμες ανάγκες του αναιρεσιβλήτου Δήμου Ελάτειας και για το λόγο αυτό της ανανέωναν την σύμβαση εργασίας".
Σχετικά με τον ισχυρισμό αυτό η προσβαλλομένη απόφαση δέχθηκε τα εξής, όπως προκύπτει από την επισκόπησή της ".. και αν υποτεθεί αληθές ότι η ενάγουσα κάλυπτε πάγιες και διαρκείς ανάγκες της υπηρεσίας του εναγομένου ΟΤΑ, δεν είναι κατά νόμο δυνατή η μετατροπή των συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου που κατάρτισε μαζί του σε συμβάσεις αορίστου χρόνου...".
Από το περιεχόμενο αυτό της προσβαλλομένης αποφάσεως με σαφήνεια προκύπτει ότι αυτή έλαβε υπόψη τον σχετικό ισχυρισμό της αναιρεσείουσας και τον απέρριψε. Επομένως ο τρίτος λόγος αναιρέσεως είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος αναιρέσεως, πρέπει να απορριφθεί η κρινομένη αίτηση και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα, ως ηττηθείσα, στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου μειωμένα, σύμφωνα με τα άρθρα 176, 183 ΚΠολΔ και 281 του ν. 3463/2006 (Δημοτικός και Κοινοτικός Κώδικας), όπως ειδικότερα ορίζονται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 19.11.2008, με αριθ. εκθέσεως καταθέσεως 57/24.11.2008, αίτηση της Δ. Χ. κατά του Δήμου Ελάτειας Νομού Φθιώτιδας, περί αναιρέσεως της υπ' αριθ. 127/2008 αποφάσεως του Εφετείου Λαμίας. Και
ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ την αναιρεσείουσα στην πληρωμή εννιακοσίων (900) ευρώ, για τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 15 Δεκεμβρίου 2015.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 19 Ιανουαρίου 2016.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ