Supreme Court dismisses appeal against lower court's evaluation of evidence and rejection of defendant's plea.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appeal filed by the Municipality of Ano Liosia against the Athens Court of Appeal's decision. The appellant argued that the lower court failed to consider specific submissions and rejected the mayor's individual participation claim, yet the court found these arguments were merely justifications for a plea of inadmissibility under Article 281 of the Civil Code. The court ruled that the lower court's assessment of evidence and rejection of the defendant's plea were not subject to appellate review, thereby upholding the original judgment.
Legislator headnote
AI generatedArticles 561(2) and 562 of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court holds that an appeal challenging the lower court's evaluation of evidence or its decision to reject a plea of inadmissibility is inadmissible, as such matters fall within the exclusive domain of the first instance court's factual assessment.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1416 / 2022 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1416/2022
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Θεόδωρο Κανελλόπουλο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αικατερίνη Κρυσταλλίδου, Μαρία Ανδρικοπούλου - Εισηγήτρια, Κυριάκο Μπαμπαλίδη και Γεώργιο Αυγέρη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 13 Δεκεμβρίου 2021, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος - καλούντος: Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου με την επωνυμία "Δήμος Φυλής", ως καθολικού διαδόχου του Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου με την επωνυμία "Δήμος Άνω Λιοσίων", που εδρεύει στα 'Ανω Λιόσια Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Κωνσταντίνο Μπρούστα, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.
Του αναιρεσιβλήτου - καθού η κλήση: Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου με την επωνυμία "Ειδικός Διαβαθμιδικός Σύνδεσμος Νομού Αττικής (Ε.Δ.Σ.Ν.Α.)", ως καθολικού διαδόχου του Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου με την επωνυμία "Ενιαίος Σύνδεσμος Δήμων και Κοινοτήτων Νομού Αττικής, (Ε.Σ.Δ.Κ.Ν.Α.)", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Βασίλειο Χατζηγιαννάκη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 22-9-2009 αγωγή του Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου με την επωνυμία "Δήμος Άνω Λιοσίων", που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 5035/2011 του ίδιου Δικαστηρίου και 7198/2013 του Εφετείου Αθηνών. Κατά της τελευταίας αυτής απόφασης ασκήθηκε αναίρεση και εκδόθηκε η υπ'αριθ. 210/2016 απόφαση του Αρείου Πάγου, η οποία αναίρεσε την υπ'αριθ. 7198/2013 απόφαση του Εφετείου Αθηνών κατά το αναφερόμενο στο σκεπτικό μέρος και παρέπεμψε την υπόθεση, κατά το αναιρούμενο μέρος για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, συντιθέμενο από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που εξέδωσαν την αναιρούμενη απόφαση.
Στη συνέχεια εκδόθηκε η υπ'αριθ. 3164/2017 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, την αναίρεση της οποίας ζήτησε το αναιρεσείον με την από 2-4-2019 αίτησή του, επί της οποίας εκδόθηκε η υπ' αριθ. 294/2021 απόφαση του Αρείου Πάγου, η οποία ανέβαλε την πρόοδο της δίκης και έταξε προθεσμία τεσσάρων (4) μηνών από την κοινοποίηση της απόφασης προς συμπλήρωση της αναφερόμενης στο σκεπτικό έλλειψης. Την υπόθεση επαναφέρει προς συζήτηση το καλόν με την από 15-6-2021 κλήση του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την υπό κρίση αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η με αριθμό 3164/2017 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, κατάληξη της ακόλουθης διαδικαστικής διαδρομής, κατ' επιτρεπτή (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ) εκτίμηση των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης: Το αρχικά ενάγον νπδδ με την επωνυμία "Δήμος Νέων Λιοσίων", καθολικός διάδοχος του οποίου είναι το ήδη αναιρεσείον, άσκησε ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών την από 22/9/2009 αγωγή, με την οποία ζητούσε να υποχρεωθεί το αρχικά εναγόμενο νπδδ με την επωνυμία "Ενιαίος Σύνδεσμος Δήμων και Κοινοτήτων Νομού Αττικής, (Ε.Σ.Δ.Κ.Ν.Α.)", καθολικός διάδοχος του οποίου είναι το ήδη αναιρεσίβλητο, να του καταβάλει το ποσό των 134.515.422,29 ευρώ, νομιμοτόκως, ως συμφωνηθέντα αντισταθμιστικά οφέλη για την αντιμετώπιση της όχλησης που προκαλείτο στον Δήμο από την απόθεση απορριμμάτων σε διαμορφωμένο χώρο εντός των ορίων του.
Επί της αγωγής αυτή εκδόθηκε η 5035/2011 απόφαση του ανωτέρω δικαστηρίου, με την οποία απορρίφθηκε η αγωγή για έλλειψη δικαιοδοσίας. Μετά από άσκηση έφεσης εκδόθηκε η 7198/2013 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, η οποία δέχθηκε την έφεση, εξαφάνισε την εκκαλουμένη και δικάζοντας επί της ουσίας δέχτηκε μερικά την αγωγή και υποχρέωσε το εναγόμενο να καταβάλει στο ενάγον το ποσό των 12.170.478,36 ευρώ.
Κατά της τελευταίας αυτής απόφασης ασκήθηκε αναίρεση και εκδόθηκε η 210/2016 απόφαση του Αρείου Πάγου, η οποία αναίρεσε την 7198/2013 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, μόνο κατά τη διάταξή της περί απόρριψης της, προταθείσας από το εναγόμενο, ένστασης καταχρηστικής άσκησης δικαιώματος και παρέπεμψε την υπόθεση για περαιτέρω συζήτηση στο ίδιο Εφετείο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές.
Στη συνέχεια εκδόθηκε η με αριθμό 3164/2017 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, η οποία δέχτηκε την έφεση, εξαφάνισε την εκκαλουμένη και δικάζοντας επί της ουσίας απέρριψε την αγωγή, δεχόμενο την ένσταση καταχρηστικής άσκησης. Την αναίρεση της απόφασης αυτής ζήτησε το αναιρεσείον, καθολικός διάδοχος του αρχικώς ενάγοντος, με την από 2/4/2019 αίτησή του, επί της οποίας, συζητηθείσας στις 23/11/2020, εκδόθηκε η με αριθμό 294/2021 απόφαση του Αρείου Πάγου, η οποία ανέβαλε την πρόοδο της δίκης και έταξε προθεσμία τεσσάρων (4) μηνών από την κοινοποίηση της απόφασης προς συμπλήρωση της αναφερόμενης στο σκεπτικό έλλειψης.
Την υπόθεση νόμιμα επαναφέρει προς συζήτηση το καλούν-αναιρεσείον με την από 15/6/2021 κλήση του. Η αίτηση έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ), είναι παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ), δεδομένου ότι ο αναιρεσείων προσκομίζει, κατ' άρθρο 72 παρ. 1 εδ.
ιγ και ιε του ν. 3852/2010: α) την με αριθμό 255/31-5-2021 απόφαση της Οικονομικής Επιτροπής του εν λόγω Δήμου που αποφάνθηκε υπέρ της άσκησης του υπό κρίση ενδίκου μέσου, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 276 παρ. 1 του ν. 3463/2006 και β) το 7929/21-3-2019 ειδικό πληρεξούσιο του συμβολαιογράφου Αθηνών Ευσεβίας Φαροπούλου, ενώ δεν έχει υποχρέωση να καταβάλει το προβλεπόμενο στο άρθρο 495 παρ. 4 εδάφ.
ε` του ΚΠολΔ παράβολο.
Κατά το άρθρο 281 ΑΚ, η άσκηση του δικαιώματος απαγορεύεται αν υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, το δικαίωμα θεωρείται ότι ασκείται καταχρηστικά, όταν η συμπεριφορά του δικαιούχου, που προηγήθηκε ή η πραγματική κατάσταση που διαμορφώθηκε, κατά το χρονικό διάστημα που μεσολάβησε ή οι περιστάσεις που μεσολάβησαν, χωρίς κατά νόμο να εμποδίζουν τη γένεση ή να επάγονται την απόσβεση του δικαιώματος, καθιστούν μη ανεκτή τη μεταγενέστερη άσκησή του, κατά τις περί δικαίου και ηθικής αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου.
Τούτο συμβαίνει, ιδίως, όταν από την προηγηθείσα συμπεριφορά του δικαιούχου έχει δημιουργηθεί στον υπόχρεο, και μάλιστα ευλόγως, η πεποίθηση ότι ο δικαιούχος δεν πρόκειται να ασκήσει το δικαίωμά του (ΟλΑΠ 2/2019). Απαιτείται δηλαδή, για να χαρακτηρισθεί καταχρηστική η άσκηση του δικαιώματος, να έχει δημιουργηθεί στον υπόχρεο, από την συμπεριφορά του δικαιούχου σε συνάρτηση και με εκείνη του υπόχρεου και μάλιστα ευλόγως, η πεποίθηση, ότι ο δικαιούχος δεν πρόκειται να ασκήσει το δικαίωμά του.
Απαιτείται ακόμη οι πράξεις του υπόχρεου και η υπ` αυτού δημιουργηθείσα κατάσταση, που συνεπάγεται ιδιαιτέρως επαχθείς για τον υπόχρεο επιπτώσεις, να τελούν σε αιτιώδη σχέση με την προηγούμενη συμπεριφορά του δικαιούχου (Ολ. ΑΠ 62/90), το ζήτημα δε αν οι συνέπειες που συνεπάγεται η άσκηση του δικαιώματος είναι επαχθείς για τον υπόχρεο, πρέπει να αντιμετωπίζεται και σε συνάρτηση με τις αντίστοιχες συνέπειες που μπορεί να επέλθουν σε βάρος του δικαιούχου από την παρακώλυση της ικανοποίησης του δικαιώματός του (ΑΠ 1346/2017, ΑΠ 42/2015, ΑΠ 1558/2014).
Η διακρίβωση των πράξεων, με τις οποίες ο δικαιούχος άσκησε το δικαίωμά του στη συγκεκριμένη περίπτωση, αποτελεί πραγματικό ζήτημα και κρίνεται ανελέγκτως από το δικαστήριο της ουσίας, η κρίση του όμως αυτή ότι ορισμένη συμπεριφορά υπερβαίνει και μάλιστα προφανώς τα όρια που θέτουν τα παραπάνω κριτήρια είναι νομική και, επομένως, υπόκειται στον αναιρετικό έλεγχο.
Ο Άρειος Πάγος, δηλαδή, ελέγχει μόνο αν τα πραγματικά περιστατικά, που έγιναν δεκτά από το δικαστήριο της ουσίας συνιστούν την προεκτεθείσα νομική έννοια του άρθρου 281 ΑΚ (Ολ. ΑΠ 8/2018, ΑΠ 330/2020, ΑΠ 1352/2011 ΑΠ 125/2011). Περαιτέρω, κατά την διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών.
Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοστεί ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (ΟλΑΠ 7/2006).
Με τον λόγο αυτό ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κλπ, ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ` ουσίαν (ΟλΑΠ 27/1998).
Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ` ουσία την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν και της υπαγωγής αυτών στο νόμο, ιδρύεται δε ο λόγος αυτός αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν εμφανή την παράβαση.
Τούτο συμβαίνει όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (ΟλΑΠ 8/2018, ΟλΑΠ 7/2006).
Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση. Έλλειψη δε νόμιμης βάσης της απόφασης συντρέχει, όταν στο αιτιολογικό της, που αποτελεί την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν περιέχονται καθόλου ή δεν αναφέρονται με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης κι έτσι δεν μπορεί να ελεγχθεί, αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν ή όχι οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που εφαρμόστηκε ή αν συνέτρεχαν οι όροι άλλου κανόνα που ήταν εφαρμοστέος αλλά δεν εφαρμόσθηκε (ΟλΑΠ 6/2006).
Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ.3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία), δηλαδή όταν τα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης.
Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες. Εξάλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες.
Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες. Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (ΟλΑΠ 18/08, ΟλΑΠ 15/2006).
Τα νομικά ή πραγματικά επιχειρήματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, που συνέχονται με την ερμηνεία του νόμου ή την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές διαμορφωτικές του αποδεικτικού πορίσματος του δικαστηρίου και, επομένως, αιτιολογία της απόφασης ικανή να ελεγχθεί αναιρετικά με τον παραπάνω λόγο για ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα, ούτε ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν το δικαστήριο της ουσίας δεν ανέλυσε ιδιαιτέρως ή διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς τους (ΑΠ 50/2020, ΑΠ 1075/2019, ΑΠ 708/2017, ΑΠ 667/2016).
Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο δέχθηκε, με την προσβαλλομένη απόφασή του, κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Ο εναγόμενος "Ενιαίος Σύνδεσμος Δήμων και Κοινοτήτων Νομού Αττικής, τον οποίον διαδέχθηκε δυνάμει της υπ' αριθμόν 52546/16.12.2011 απόφασης του Υφυπουργού Εσωτερικών (ΦΕΚ Β' 2854), ως οιονεί καθολικός διάδοχος αυτού, ο "Ειδικός Διαβαθμιδικός Σύνδεσμος Νομού Αττικής", ιδρύθηκε με την ΚΥΑ 57293/10.9.1970, ήταν νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου, είχε ιδρυτικό σκοπό τη διάθεση των απορριμμάτων της περιοχής, τη διαχείριση των στερεών αποβλήτων των δήμων και κοινοτήτων μελών του, είτε δια της υγειονομικής ταφής τους σε χώρους που θα κρίνονταν αρμοδίως κατάλληλοι και θα μισθώνονταν ή θα απαλλοτριώνονταν αναγκαστικά, είτε δια της καύσεως, βιομηχανοποιήσεως, κ.λπ.
αυτών, ενώ μέλη αυτού ήταν οι Δήμοι και οι Κοινότητες των πρώην Νομαρχιών Αθηνών, Πειραιώς και Δυτικής Αττικής, μεταξύ των οποίων και ο ενάγων Δήμος Άνω Λιοσίων, τον οποίον διαδέχθηκε δυνάμει του Ν. 3852/2010, ως οιονεί καθολικός διάδοχος αυτού, λόγω συνενώσεώς τους, ο Δήμος Φυλής. Στα πλαίσια των αρμοδιοτήτων του ο εναγόμενος Σύνδεσμος λειτουργεί τις εγκαταστάσεις Οργανωμένης Διαχείρισης Αποβλήτων Δυτικής Αττικής, η οποία περιλαμβάνει ιδίως το Χώρο Υγειονομικής Ταφής Απορριμμάτων (Χ.Υ.Τ.Α.) και το Εργοστάσιο Μηχανικής Ανακύκλωσης και Κομποστοποίησης (Ε.Μ.Α.Κ.).
Από τις αρχές της δεκαετίας του 1990, ο εναγόμενος ξεκίνησε την καταβολή αντισταθμιστικών οφελών, προς τους δήμους οι οποίοι οχλούνταν από τις εγκαταστάσεις επεξεργασίας απορριμμάτων. Ο λόγος της καταβολής αντισταθμιστικών οφελών ήταν αφενός η εκ μέρος των οχλούμενων Δήμων κατασκευή έργων, για τη μείωση της περιβαλλοντικής όχλησης στην περιοχή των εγκαταστάσεων, και αφετέρου η εξασφάλιση συνεργασίας των δήμων για την απρόσκοπτη λειτουργία των εγκαταστάσεων.
Τα διανεμητέα αυτά αντισταθμιστικά οφέλη προέρχονταν από τις εισφορές των μελών (Δήμων) του Συνδέσμου και συγκεκριμένα αντιστοιχούσαν σε ποσοστό 72,50%, από το σύνολο των εισφορών που εισέπραττε ο Σύνδεσμος από τα μέλη του, ήτοι ο Σύνδεσμος παρακρατούσε ένα μέρος (το 72,50%) από τις εισφορές των μελών του, ως αντισταθμιστικά οφέλη, και διέθετε αυτά στους οχλούμενους Δήμους.
Ο καθορισμός των αντισταθμιστικών οφελών γινόταν κάθε έτος με αποφάσεις της Εκτελεστικής Επιτροπής (Ε.Ε.) του Συνδέσμου ελευθέρως και χωρίς να υπόκειται σε κανονιστική ή συμβατική ρύθμιση. Ομοίως καθοριζόταν από τον εναγόμενο Σύνδεσμο και το ποσοστό (ποσό) εκ των αντισταθμιστικών οφελών, το οποίο θα κατέβαλε περαιτέρω σε καθένα από τους οχλούμενους Δήμους.
Με την υπ' αριθμ. 76548/21.3.1997 απόφαση του Υπουργού Περιβάλλοντος, Χωροταξίας, και Δημοσίων Έργων, εγκρίθηκαν οι περιβαλλοντικοί όροι για τον εκσυγχρονισμό και την επέκταση του Χώρου Διάθεσης Απορριμμάτων του ενάγοντος Δήμου Άνω Λιοσίων. Ειδικότερα, εγκρίθηκε η λειτουργία Χώρου Υγειονομικής Ταφής Απορριμμάτων (Χ.Υ.Τ.Α.) σε έκταση 620 στρεμμάτων, κείμενη εντός της περιφέρειας του ενάγοντος, στη θέση "Καλιστήρι", για χρονικό διάστημα τουλάχιστον είκοσι δύο ετών, και η απόθεση σε αυτόν ημερησίως: 3.500 τόνων απορριμμάτων κατά τα τρία πρώτα έτη της λειτουργίας του, 2.900 τόνων απορριμμάτων κατά τα επόμενα δύο έτη της λειτουργίας του και 500 τόνων απορριμμάτων από το έκτο έτος της λειτουργίας του και μετά.
Η λειτουργία του χώρου αυτού υγειονομικής ταφής απορριμμάτων, ο οποίος, ελλείψει άλλου, δεχόταν, έως και το έτος 2008, το σύνολο σχεδόν των στερεών αποβλήτων των δήμων και κοινοτήτων του Νομού Αττικής, ανήκε στην αρμοδιότητα του εναγομένου. Την 22.4.1997 οι διάδικοι κατάρτισαν την υπ' αριθμ. 2764/22.4.1997 έγγραφη σύμβαση, που επιγράφεται "Σύμβαση Αναγνωρίσεως Δικαιωμάτων", το περιεχόμενο της οποίας δεν αμφισβητείται, σύμφωνα με την οποία ο εναγόμενος Σύνδεσμος είχε υποχρέωση να καταβάλλει στον ενάγοντα Δήμο-μέλος του, τα αναφερόμενα στη σύμβαση αντισταθμιστικά οφέλη, για όσο χρόνο θα εξακολουθούσαν να λειτουργούν στην περιφέρειά του ο Χώρος Υγειονομικής Ταφής Απορριμμάτων (Χ.Υ.Τ.Α.) και το Εργοστάσιο Μηχανικής Ανακύκλωσης και Κομποστοποίησης (Ε.Μ.Α.Κ.).
Συγκεκριμένα στη σύμβαση αυτή, στην οποία αποτυπώνονται οι όροι βάσει των οποίων χορηγούνταν έως τότε τα αντισταθμιστικά οφέλη στον Δήμο Άνω Λιοσίων, προβλέπονται τα ακόλουθα: "Ο Σύνδεσμος με αποφάσεις υπουργικές μετά από συμφωνία με την ΤΕΔΚΝΑ εισπράττει από τους ΟΤΑ μέλη του με τη μέθοδο της υπέρ αυτού παρακρατήσεως εκ μέρους του Ταμείου Παρακαταθηκών και Δανείων ποσοστό επί των τακτικών εσόδων κατ' έτος των Δήμων και Κοινοτήτων που είναι μέλη στο Σύνδεσμο.
Το προκύπτον από το ποσοστό αυτό ποσό διατίθεται από τον ΕΣΔΚΝΑ στους ΟΤΑ που βαρύνονται περιβαλλοντικά από τη λειτουργία των εγκαταστάσεων του Συνδέσμου. Επειδή η κύρια όχληση λόγω της λειτουργίας του ΧΥΤΑ στην περιοχή βαρύνει τον Δήμο Άνω Λιοσίων ο Δήμος λαμβάνει τη σημαντική μερίδα από τα αντισταθμιστικά αυτά οφέλη, που για το έτος 1997 ανέρχεται στο ποσό των 6.000.000.000 δρχ..
Ήτοι εκ του συνολικού ποσοστού των αντισταθμιστικών οφελών εισπράττει ποσοστό 91,25%. Ήδη προς τακτοποίηση των ρυθμίσεων που έχουν αποφασιστεί συμφωνούνται τα ακόλουθα: "1) Ο Δήμος θα λαμβάνει τα ως άνω αντισταθμιστικά οφέλη από τον Σύνδεσμο εφόσον χρόνο, ήτοι επί όσα έτη συνεχίζεται η λειτουργία του ΧΥΤΑ και του εργοστασίου ανακύκλωσης στην περιοχή Άνω Λιοσίων, 2) προφανώς κατά τα μέλλοντα έτη το ποσό που θα λαμβάνει ο Δήμος από τον ΕΣΔΚΝΑ, βάσει του ποσοστού που δικαιούται επί των αντισταθμιστών τελών, θα είναι αυξημένο, λόγω της αναμενόμενης αυξήσεως κατ' έτος των τακτικών εσόδων των ΟΤΑ μελών του Συνδέσμου, 3)... 4) Εάν για οποιονδήποτε λόγο, υπαιτιότητας του Δήμου, παύσει η λειτουργία του ΧΥΤΑ και του Εργοστασίου Ανακύκλωσης στα Άνω Λιόσια αυτόματα παύουν να καταβάλλονται αντισταθμιστικά οφέλη στον Δήμο".
Με τη σύμβαση αυτή (αιτιώδους αναγνώρισης χρέους) ο εναγόμενος Σύνδεσμος ανέλαβε την υποχρέωση να καταβάλλει στον ενάγοντα Δήμο, για όσο χρόνο θα εξακολουθούσαν να λειτουργούν στην περιφέρειά του, οι εγκαταστάσεις ΧΥΤΑ και ΕΜΑΚ, ποσοστό 91,25% επί των αντισταθμιστικών οφελών που θα διένειμε ο Σύνδεσμος στα οχλούμενα από τη λειτουργία των εν λόγω εγκαταστάσεων μέλη του (ΟΤΑ), ήτοι ο ενάγων θα ελάμβανε το 91,25% επί του 72,50% των εισφορών που θα εισέπραττε ο Σύνδεσμος από το σύνολο των μελών του, και τούτο επειδή ο ενάγων ήταν ο κυρίως βαρυνόμενος από τη λειτουργία των παραπάνω εγκαταστάσεων Δήμος.
Από τις παραπάνω εγκαταστάσεις ο μεν X.Υ.Τ.Α. εξακολούθησε να λειτουργεί καθόλο το διάστημα από τη σύναψη της επίδικης σύμβασης (22.4.1997) έως και το έτος 2008 οπότε λόγω κορεσμού του, έπαυσε να λειτουργεί, ενώ το Ε.Μ.Α.Κ. τέθηκε σε λειτουργία το έτος 2000 και έκτοτε λειτούργησε αδιαλείπτως. Επομένως, με βάση την επίδικη σύμβαση ο εναγόμενος Σύνδεσμος, είχε υποχρέωση να καταβάλλει στον ενάγοντα Δήμο, από 22/4/1997 έως και 31/12/2008 ως συμφωνηθέντα αντισταθμιστικά οφέλη το ποσό που αντιστοιχεί στο 91,25% επί του ποσού που αντιστοιχεί στο 72,50% των εισφορών που κατά το ανωτέρω διάστημα εισέπραττε ο Σύνδεσμος από τα μέλη του.
Για το έτος 2009 ο εναγόμενος δεν είχε υποχρέωση καταβολής στον ενάγοντα αντισταθμιστικών οφελών διότι προϋπόθεση καταβολής αυτών, σύμφωνα με τη σύμβαση (όρος 1ος), ήταν να. συνεχίζεται η λειτουργία του ΧΥΤΑ στην περιφέρεια του ενάγοντος, η οποία όμως, όπως προεκτέθηκε, έπαυσε το έτος 2008. Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι ο εναγόμενος εισέπραξε από τις εισφορές των μελών του: 1) το έτος 1998, 11.794.680.000 δραχμές, 2) το έτος 1999,13.844.550,0 δραχμές, 3) το έτος 2000, 15.450.426.000 δραχμές, 4) το έτος 2001, 15.335.604.000 δραχμές, 5) το έτος 2002, 49.615.320 ευρώ, 6) το έτος 2003, 49.647.013 ευρώ, 7) το έτος 2004, 58.464.240 ευρώ, 8) το έτος 2005, 61.694.880 ευρώ, 9) το έτος 2006, 66.375.492 ευρώ, 10) το έτος 2007, 72.174.756 ευρώ, και 11) το έτος 2008, 76.642.727 ευρώ.
Από τα παραπάνω ποσά των εισφορών των μελών του εναγόμενου Συνδέσμου ο ενάγων είχε δικαίωμα να λάβει ως αντισταθμιστικά οφέλη ποσοστό 91,25% επί ποσοστού 72,50% επί των ανωτέρω ποσών των εισφορών, ήτοι: 1) το έτος 1998, 7.802.917.900 δραχμές, 2) το έτος 1999, 9.159.034.400 δραχμές, 3) το έτος 2000, 10.221.421.000 δραχμές, 4) το έτος 2001, 10.145.459.000 δραχμές, 5) το έτος 2002 32.823.635 ευρώ, 6) το έτος 2003, 32.844.601 ευρώ, 7) το έτος 2004 8.677.748 ευρώ, 8) το έτος 2005, 40.815.019 ευρώ, 9) το έτος 2006, 3.911.535 ευρώ, 10) το έτος 2007, 47.748.111 ευρώ, και 11) το έτος 2008, 50.703.954 ευρώ.
Έναντι των παραπάνω οφειλομένων, ο ενάγων έλαβε, με αποφάσεις της Ε.Ε. του εναγομένου, τα ακόλουθα μικρότερα ποσά: 1) το έτος 1998, 7.430.000.000 δραχμές, 2) το έτος 1999, 8.998.957.500 δραχμές, 3) το έτος 2000, 8.697.000.000 δραχμές, 4) το έτος 2001, 9.170.000 δραχμές, 5) το έτος 2002, 31.069.951 ευρώ, 6) το έτος 2003, 31.328.393 ευρώ, 7) το έτος 2004, 30.814.380,44 ευρώ, 8) το έτος 2005, 30.814.380,44 ευρώ, 9) το έτος 2006, 29.347.028,61 ευρώ, 10) το έτος 2007, 29.347.028,61 ευρώ, και 11) το έτος 2008, 29.347.028,61 ευρώ.
Επομένως, τα καταβληθέντα στον ενάγοντα αντισταθμιστικά οφέλη υπολείπονται κατά τα ποσά: 1) για το έτος 1998, 372.917.900 δραχμές (=1.094.403,23 ευρώ), 2) για το έτος 1999, 160.076.900 δραχμές (=469.778,14 ευρώ), 3) για το έτος 2000, 1.524.421.000 δραχμές (=4.473.722,67 ευρώ), 4) για το έτος 2001, 975.459.000 δραχμές (=2.862.682,32 ευρώ), 5) για το έτος 2002, 1.753.684 ευρώ, 6) για το έτος 2002, 1.516.208 ευρώ, 7) για το έτος 2004, 7.863.367,56 ευρώ, 8) για το έτος 2005, 10.000.638,56 ευρώ, 9) για το έτος 2006, 14.564.506,39 ευρώ, 10) για το έτος 2007, 18.401.082,39 ευρώ, και 11) για το έτος 2008, 21.356.925,39 ευρώ, και συνολικά κατά το ποσό των 84.356.998,65 ευρώ.
Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι η κατανομή και η διάθεση των ανωτέρω αντισταθμιστικών οφελών στον ενάγοντα γινόταν, κάθε έτος, με απόφαση της Ε.Ε. του εναγόμενου Συνδέσμου, ο δε ενάγων ελάμβανε μεγάλα σε σχέση με τους λοιπούς δήμους ποσά, διότι αυτός, όπως ήδη αναφέρθηκε, δεχόταν τη μέγιστη περιβαλλοντική επιβάρυνση.
Εν τω μεταξύ, με το άρθρο 33, παρ. 1, Ν. 3164/2003 ολοκληρώθηκε ο περιφερειακός σχεδιασμός διαχείρισης στερεών αποβλήτων της Περιφέρειας Αττικής με την έγκριση των κατάλληλων θέσεων για εγκαταστάσεις ολοκληρωμένης διαχείρισης στερεών αποβλήτων, μεταξύ των οποίων ορίσθηκε και η θέση "Σκαλιστήρι" Φυλής Άνω Λιοσίων.
Ενόψει δε του ότι το απορριμματικό φορτίο που εναποτίθετο στον Χ.Υ.Τ.Α. Λιοσίων είχε αυξηθεί, οι δε υπόλοιποι χώροι υγειονομικής ταφής των απορριμμάτων δεν κατασκευάσθηκαν, είχε αρχίσει ο κορεσμός του ανωτέρω Χ.Υ.Τ.Α. οπότε κατέστη αναγκαία η εξεύρεση νέου χώρου για Χ.Υ.Τ.Α. Έτσι, με την 135831/2003 ΚΥΑ εγκρίθηκαν οι περιβαλλοντικοί όροι του έργου "Κατασκευή Λειτουργία και Αποκατάσταση του 2ου Χ.Υ.Τ.Α.
Δυτικής Αττικής στη θέση "Σκαλιστήρι" του Δήμου Φυλής". Προκειμένου να κατασκευασθεί το έργο αυτό ο Δήμος Φυλής, με την υπ' αριθμ. 95/2004 απόφαση του Δημοτικού του Συμβουλίου παραχώρησε στο Σύνδεσμο τη χρήση χώρου 1.000 στρεμμάτων, στον οποίο θα κατασκευαζόταν το έργο, ο δε Σύνδεσμος, για την παραχώρηση αυτή, έπρεπε να αυξήσει τα αντισταθμιστικά οφέλη που θα απέδιδε στον Δήμο Φυλής.
Ενόψει τούτου, και σε συνδυασμό με την αύξηση της όχλησης του Δήμου Φυλής και τη μείωση αντίστοιχα της όχλησης του Δήμου Άνω Λιοσίων, αποφασίσθηκε, από τα αρμόδια όργανα του εναγομένου, η σταδιακή αύξηση των αντισταθμιστικών οφελών που θα αποδίδονταν στο Δήμο Φυλής και η μείωση αυτών που θα αποδίδονταν στο Δήμο Άνω Λιοσίων.
Έτσι, με την υπ' αριθμ. 489/2004 απόφαση της Ε.Ε. του εναγόμενου Συνδέσμου, αποφασίσθηκε η αλλαγή του τρόπου υπολογισμού των αντισταθμιστικών οφελών, από το σύστημα ποσοστιαίου καθορισμού σε σύστημα ονομαστικού περιορισμού, ήτοι με τον καθορισμό ονομαστικού ποσού οφειλόμενων αντισταθμιστικών κατ' έτος και όχι με βάση ποσοστό επί των εισφορών των Δήμων-μελών του Συνδέσμου.
Ο εναγόμενος προσάρμοσε τη συμπεριφορά του στην απόφαση αυτή και τηρώντας τα ως άνω αποφασισθέντα κατέβαλε έκτοτε στον ενάγοντα ετησίως συγκεκριμένο ονομαστικό ποσό και δη κατέβαλε το έτος 2004, 30.814.380,44 ευρώ, το έτος 2005, 30.814.380,44 ευρώ, το έτος 2006, 29.347.028,61 ευρώ, το έτος 2007, 29.347.028,61 ευρώ, και το έτος 2008, 29.347.028,61 ευρώ.
Σημειώνεται ότι σε όλες οι αποφάσεις της Ε.Ε. του εναγόμενου Συνδέσμου, με τις οποίες κατανέμονταν τα αντισταθμιστικά, τόσο σε αυτές που λήφθηκαν, κατά τα έτη 1998 έως και 2003, δυνάμει των οποίων καταβάλλονταν στον ενάγοντα, για αντισταθμιστικά, ελαφρώς μειωμένα ποσά σε σχέση με τα προβλεπόμενα στη σύμβαση, όσο και κατά τη ληφθείσα το έτος 2004 υπ' αριθμ. 489/2004 απόφαση με την οποία άλλαξε ο τρόπος υπολογισμού των αντισταθμιστικών, συμμετείχε και ο νόμιμος εκπρόσωπος του ενάγοντος, Δήμαρχος Άνω Λιοσίων, ο οποίος όχι μόνο δεν προέβαλε οποιαδήποτε αντίρρηση για τις αποφάσεις αυτές και κυρίως για την ως άνω τελευταία απόφαση, αλλά απεναντίας συμφώνησε πλήρως με το περιεχόμενό της, γνωρίζοντας και τους λόγους που υπαγόρευσαν τη λήψη της απόφασης αυτής.
Επιπροσθέτως, ο ενάγων δεν άσκησε ποτέ οποιοδήποτε ένδικο βοήθημα κατά των ανωτέρω αποφάσεων και ιδιαίτερα κατά της τελευταίας (υπ' αριθμ. 489/2004), που διαφοροποιούσε τον τρόπο προσδιορισμού των αντισταθμιστικών, αλλά απεναντίας εισέπραττε αδιαμαρτύρητα και ανεπιφύλακτα και χωρίς να διατυπώσει καμία αντίρρηση, όρο, επιφύλαξη ή πολύ περισσότερο εναντίωση, το σχεδόν σταθερό ποσό των αντισταθμιστικών οφελών που καθορίστηκαν από τον εναγόμενο με βάση την ανωτέρω απόφαση, αποδεχόμενος πλήρως την επελθούσα με την εν λόγω απόφαση αλλαγή και γνωρίζοντας σαφώς ότι ο εναγόμενος είχε προσαρμόσει τη συμπεριφορά του στο περιεχόμενο της απόφασης αυτής.
Ούτε ποτέ ο ενάγων διεκδίκησε δικαστικώς ή ακόμα και εξωδίκως, επιπλέον ποσά για αντισταθμιστικά και αίφνης το έτος 2009, άσκησε την ένδικη αγωγή, που αντιφάσκει με την προηγηθείσα συμπεριφορά του. Με βάση τις προεκτεθείσες ειδικές συνθήκες και περιστάσεις, προερχόμενες κυρίως από την προηγηθείσα συμπεριφορά του δικαιούχου ενάγοντος σε συνδυασμό με τη συμπεριφορά του υπόχρεου-εναγόμενου και τη μακροχρόνια αδράνεια του ενάγοντος στην άσκηση του δικαιώματός του, είχε δημιουργηθεί στον εναγόμενο η εδραία και εύλογη πεποίθηση ότι όσα ορίστηκαν με την από 22/4/1997 σύμβαση αναγνώρισης δικαιωμάτων είχαν αλλάξει και ότι ισχύει πλέον μεταξύ αυτού και του ενάγοντος ό,τι ορίσθηκε με την 489/2004 απόφαση της Εκτελεστικής Επιτροπής και ο εναγόμενος πίστευε εύλογα ότι ο ενάγων δεν θα ασκήσει οποιοδήποτε δικαίωμα καταβολής αντισταθμιστικών με βάση το προηγούμενο συμβατικό καθεστώς και έτσι ουδόλως ανέμενε την άσκηση της ένδικης αγωγής.
Η δε επακολουθήσασα άσκηση αυτής από τον ενάγοντα, προς ικανοποίηση του ειρημένου δικαιώματός του, τείνει σε ανατροπή της καταστάσεως που δημιουργήθηκε και διατηρήθηκε επί μακρό χρόνο, και θα έχει δυσμενείς συνέπειες για τον εναγόμενο, αιτιωδώς συνδεόμενες με την ανατροπή της διαμορφωθείσης καταστάσεως.
Και τούτο διότι ο εναγόμενος, ο οποίος έχει ως καταστατικό του σκοπό τη διαχείριση των απορριμμάτων στην Αττική, βαρύνεται για την εκπλήρωση του σκοπού αυτού με τεράστια έξοδα, τα οποία έχουν ήδη έτι περαιτέρω αυξηθεί, ενώ οι πόροι του είναι καθορισμένοι, προερχόμενοι βασικά από τις εισφορές των μελών του - ΟΤΑ και δεν έχει τη δυνατότητα εξεύρεσης νέων πόρων, με συνέπεια η τυχόν καταβολή στον ενάγοντα και άλλων πρόσθετων ποσών για αντισταθμιστικά, επιπλέον όσων έχει ήδη καταβάλει σε αυτόν, θα σημάνει την αναστολή της εκτέλεσης του παραπάνω έργου του περί της διαχείρισης των απορριμμάτων.
Συντρεχόντων των ανωτέρω (μακροχρόνια αδράνεια του ενάγοντος, προηγηθείσα της ασκήσεως του ένδικου δικαιώματος συμπεριφορά αυτού, εύλογη πεποίθηση του εναγομένου ότι δεν θα ασκηθεί εκ μέρους του ενάγοντος οποιοδήποτε δικαίωμα εισπράξεως αντισταθμιστικών με βάση το μεταξύ τους συμβατικό καθεστώς επαχθείς συνέπειες για τον ενάγοντα σε περίπτωση παραδοχής του ασκούμενου δικαιώματος) η άσκηση της ένδικης αξίωσης παρίσταται, κατά την κρίση του δικαστηρίου τούτου, καταχρηστική, ως υπερβαίνουσα τα υπό της ανωτέρω διατάξεως του άρθρου 281 ΑΚ διαγραφόμενα όρια.
Επομένως, η προταθείσα από τον εναγόμενο ένσταση (281 ΑΚ) πρέπει να γίνει δεκτή ως νόμιμη και ουσιαστικά βάσιμη. Σημειώνεται ότι υπό τα ανωτέρω περιστατικά, η νομιμότητα του ερειδόμενου στο άρθρο 281 ΑΚ ισχυρισμού του εναγομένου έχει κριθεί και με την εκδοθείσα 210/2016 αναιρετική απόφαση, απορριπτομένων ως αβασίμων των ισχυρισμών του ενάγοντος Δήμου ότι "ο δεκτός γενόμενος λόγος αναιρέσεως είναι αμιγώς δικονομικός και δεν αφορά τη δεσμευτική για το δικαστήριο της παραπομπής ερμηνεία ή εφαρμογή κανόνα δικαίου".
Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο εξαφάνισε την εκκαλουμένη και δικάζοντας επί της ουσίας την αγωγή την απέρριψε, δεχόμενο ως ουσιαστικά βάσιμη την ένσταση του άρθρου 281 ΑΚ. Σύμφωνα με τα παραπάνω, το Εφετείο δέχθηκε ανέλεγκτα ότι: α) σε όλες τις αποφάσεις της Ε.Ε. του εναγόμενου Συνδέσμου, με τις οποίες κατανέμονταν τα αντισταθμιστικά οφέλη, τόσο σ' αυτές που λήφθηκαν κατά τα έτη 1998 έως και 2003, δυνάμει των οποίων καταβάλλονταν στο ενάγον ελαφρώς μειωμένα ποσά σε σχέση με τα προβλεπόμενα στη σύμβαση, όσο και κατά τη ληφθείσα το έτος 2004 υπ' αριθμ. 489/2004 απόφαση, με την οποία άλλαξε ο τρόπος υπολογισμού των αντισταθμιστικών, συμμετείχε και ο νόμιμος εκπρόσωπος του ενάγοντος, Δήμαρχος Άνω Λιοσίων, ο οποίος όχι μόνο δεν προέβαλε οποιαδήποτε αντίρρηση για τις αποφάσεις αυτές και κυρίως για την ως άνω τελευταία απόφαση, αλλά απεναντίας συμφώνησε πλήρως με το περιεχόμενό της, γνωρίζοντας και τους λόγους που υπαγόρευσαν τη λήψη της απόφασης αυτής, β) το ενάγον δεν άσκησε ποτέ οποιοδήποτε ένδικο βοήθημα κατά των ανωτέρω αποφάσεων και ιδιαίτερα κατά της τελευταίας (υπ' αριθμ. 489/2004), που διαφοροποιούσε τον τρόπο προσδιορισμού των αντισταθμιστικών, αλλά απεναντίας εισέπραττε αδιαμαρτύρητα και ανεπιφύλακτα και χωρίς να διατυπώσει καμία αντίρρηση, όρο, επιφύλαξη ή πολύ περισσότερο εναντίωση, το σχεδόν σταθερό ποσό των αντισταθμιστικών οφελών που καθορίστηκαν από το εναγόμενο με βάση την ανωτέρω απόφαση, αποδεχόμενος πλήρως την επελθούσα με την εν λόγω απόφαση αλλαγή και γνωρίζοντας σαφώς ότι το εναγόμενο είχε προσαρμόσει τη συμπεριφορά του στο περιεχόμενο της απόφασης αυτής, γ) το ενάγον ουδέποτε διεκδίκησε δικαστικώς ή ακόμα και εξωδίκως, επιπλέον ποσά για αντισταθμιστικά έως το έτος 2009, που άσκησε την ένδικη αγωγή.
Υπό τις προεκτεθείσες ανέλεγκτες παραδοχές η άσκηση του ένδικου δικαιώματος του ενάγοντος Δήμου παρίσταται πράγματι καταχρηστική και απαγορευμένη κατά την έννοια της διάταξης του άρθρου 281 ΑΚ και συνεπώς το Εφετείο, που έκρινε ομοίως, δεν παραβίασε ευθέως, με εσφαλμένη εφαρμογή, την διάταξη αυτή, της οποίας συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής, αλλά ούτε και εκ πλαγίου, με ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες, αφού από τις ίδιες αυτές παραδοχές προκύπτει ότι το Εφετείο διέλαβε στην απόφασή του επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες που στηρίζουν το αποδεικτικό του πόρισμα και επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο της ορθής εφαρμογής της ως άνω ουσιαστικής διάταξης του άρθρου 281 ΑΚ.
Επομένως είναι αβάσιμα τα αντίθετα που το αναιρεσείον υποστηρίζει με τον πρώτο από το άρθρο 559 αρ.1 και 19 του ΚΠολΔ, λόγο της αναίρεσής του.
Ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας, παρά το νόμο, έλαβε υπ` όψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα", κατά την έννοια της διάταξης αυτής, νοούνται οι νόμιμοι, παραδεκτοί, ορισμένοι και λυσιτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων, που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο και, συνακόλουθα, στηρίζουν το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ένστασης, αντένστασης ή λόγου έφεσης, όχι, όμως, και οι μη νόμιμοι, απαράδεκτοι, αόριστοι και αλυσιτελείς ισχυρισμοί, οι οποίοι δεν ασκούν επίδραση στην έκβαση της δίκης και στους οποίους το δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει, ούτε οι αιτιολογημένες αρνήσεις και οι ισχυρισμοί που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, τα οποία συνάγονται από την εκτίμηση των αποδείξεων, έστω και αν προτείνονται ως λόγοι έφεσης (ΟλΑΠ 14/2004, ΑΠ 87/2013, ΑΠ 94/2008), καθώς και περιστατικά επουσιώδη ή που εκ περισσού εκτίθενται, ούτε η λήψη υπόψη από το δικαστήριο διευκρινιστικών απλώς περιστατικών που προέκυψαν από τις αποδείξεις, μολονότι δεν είχαν περιληφθεί στο δικόγραφο της αγωγής κλπ., εφόσον δεν επέρχεται μεταβολή της ιστορικής της βάσης (ΑΠ 1530/2008, ΑΠ 559/2008).
Επίσης, δεν αποτελούν "πράγματα" και τα επικαλούμενα από τους διαδίκους αποδεικτικά μέσα και, πολύ περισσότερο, η αξιολόγηση από το δικαστήριο του περιεχομένου των εγγράφων και των λοιπών αποδεικτικών μέσων (ΑΠ 1455/2009, ΑΠ 94/2008). Ο λόγος αυτός δεν ιδρύεται, αν το δικαστήριο που δίκασε έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό και τον απέρριψε για οποιονδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό (ΑΠ 250/2014, ΑΠ 1418/2013), γεγονός που συμβαίνει και όταν η απόφαση περιέχει παραδοχές αντίθετες με τον ισχυρισμό (ΟλΑΠ 11/1996, ΑΠ 5/2020, ΑΠ 2086/2017, ΑΠ 841/2017).
Στην προκείμενη περίπτωση, με τον δεύτερο λόγο αναίρεσης προσάπτεται στην πληττόμενη απόφαση η αιτίαση ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη "πράγματα" που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και συγκεκριμένα δεν έλαβε υπόψη τις προτάσεις και την προσθήκη αντίκρουση του αναιρεσείοντος, ενώ δέχθηκε τους ισχυρισμούς του αντιδίκου του, αντιπαρερχόμενο σιγή τους δικούς του και μάλιστα τον ισχυρισμό του ότι ο Δήμαρχος Λιοσίων μετείχε στις συνεδριάσεις της Εκτελεστικής Επιτροπής του αντιδίκου ατομικά και όχι ως νόμιμος εκπρόσωπος του Δήμου.
Ο λόγος αυτός είναι πρωτίστως απαράδεκτος, διότι ο ανωτέρω ισχυρισμός του ενάγοντος Δήμου δεν αποτελεί "πράγμα", αλλά αιτιολογημένη άρνηση της ένστασης του άρθρου 281 ΑΚ, που προτάθηκε από το εναγόμενο νπδδ προς απόκρουση της ασκηθείσας εναντίον του αγωγής και την οποία (ένσταση) δέχθηκε το Δικαστήριο ως ουσιαστικά βάσιμη.
Ούτε, βέβαια, ιδρύεται ο λόγος αυτός εξαιτίας του ότι το Εφετείο δέχθηκε την ένσταση του εναγόμενου και απέρριψε την αγωγή του ενάγοντος. Με τον προβαλλόμενο λόγο ο αναιρεσείων επιχειρεί, υπό το πρόσχημα της αναιρετικής αιτίασης, να πλήξει την αναιρετικά ανέλεγκτη ουσιαστική εκτίμηση, ανάλυση, στάθμιση και αξιολόγηση των αποδεικτικών μέσων από το Εφετείο, με επαναξιολόγηση αυτών, η οποία δεν επιτρέπεται.
Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω και μη υπάρχοντος άλλου λόγου προς έρευνα, πρέπει ν` απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης και να καταδικαστεί το αναιρεσείον στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου, που κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο αίτημα του τελευταίου (άρθρα 176,183,191§2 ΚΠολΔ), μειωμένα, όμως, κατ` άρθρα 276 παρ.1 και 281 παρ.2 του ν. 3463/2006, όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 2/4/2019 αίτηση του Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου με την επωνυμία "Δήμος Φυλής", ως καθολικού διαδόχου του Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου με την επωνυμία "Δήμος Άνω Λιοσίων", για αναίρεση της με αριθμό 3164/2017 απόφασης του Εφετείου Αθηνών.
ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ το αναιρεσείον στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσιβλήτου, την οποία ορίζει στο ποσό των εξακοσίων (600) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 18 Ιουλίου 2022.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 5 Σεπτεμβρίου 2022.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ