Supreme Court dismisses appeal for inadmissibility due to failure to properly propose procedural defects in the lower court judgment.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court rejected the appeal filed by the appellants against the Court of Appeal's decision regarding a property dispute. The appellants argued that the lower court improperly considered evidence and facts not formally proposed during the trial. However, the court found the appeal inadmissible because the specific procedural defects regarding the oral testimonies were not clearly and specifically alleged in the appeal petition itself.
Legislator headnote
AI generatedArt. 559(8)(a) CPD; Art. 562(2) CPD: An appeal ground is inadmissible if it relies on an allegation not lawfully proposed in the court of first instance, unless it concerns a non-proposable violation, a judgment error, or public order.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 559 / 2008 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 559/2008
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Φώσκολο, Αντιπρόεδρο, Ελισάβετ Μουγάκου - Μπρίλλη, Μίμη Γραμματικούδη, Λεωνίδα Ζερβομπεάκο και Ιωάννη Σίδερη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 5 Δεκεμβρίου 2007, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειουσών: 1. χ1 και 2. χ2, ο οποίες εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Βασίλειο Πρωτόπαπα. Των αναιρεσίβλητων: 1. ψ1 και 2. ψ2, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ιωάννη Ψωμά.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 1-2-1998 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Καλαμάτας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 13/2000 του ίδιου Δικαστηρίου και 180/2002 προδικαστική, 518/2003 οριστική του Εφετείου Ναυπλίου. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείουσες με την από 24-8-2006 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ιωάννης Σίδερης ανέγνωσε την από 27-11-2007 έκθεσή, του με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειουσών ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων της απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
I). Λόγος αναιρέσεως κατά το άρθρο 559 αρ. 8 περ. α' Κ.Πολ.Δ δημιουργείται και αν το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, όπως γεγονότα μη περιεχόμενα στην αγωγή για τη θεμελίωσή της. Δεν συνιστά όμως το λόγο η λήψη υπόψη διευκρινιστικών της αγωγής περιστατικών που προέκυψαν από τους μάρτυρες, μολονότι δεν είχαν περιληφθεί στην ιστορική της βάση (Α.Π.1321/2007, Α.Π. 941/1992, Α.Π. 656/1989).
Στην προκειμένη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο της αναιρέσεως αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση πλημμέλεια από τον αριθ. 8 περ. α' του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., και συγκεκριμένα αναφέρεται ότι το Εφετείο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, δεχόμενο ότι "το επίδικο ακίνητο (οικόπεδο μετά της επ' αυτού διώροφης οικοδομής), εκτάσεως 250 τ.μ., βρίσκεται εντός του οικισμού ........
Μεσσηνίας και ανήκε -προτού ακόμη ανεγερθεί η οικοδομή-στον Γ1, ο οποίος κατά τη διάρκεια της εχθρικής κατοχής πούλησε το οικόπεδο στον Ζ1. Το 1950 ο γιος του δευτέρου, Ζ2, και η σύζυγος του πρώτου, Ζ3, που είχαν κληρονομήσει τον πατέρα του ο πρώτος και το σύζυγο της η δεύτερη, αντίστοιχα, συμφώνησαν να μην επιδιώξει η τελευταία την ακύρωση της (γενομένης κατά την περίοδο της κατοχής) πωλήσεως ενόψει του α.ν. 1323/1949, αλλά να το μοιράσουν μεταξύ τους, πλην όμως και οι δύο τους το πούλησαν, την ίδια χρονιά (1950), ατύπως, στα τρία αδέλφια, δηλ.
στους δύο ενάγοντες και στον Δ1 -του οποίου θυγατέρες είναι οι εκκαλούσες - ", μολονότι στην ένδικη αγωγή ανεφέρετο ότι " Από του έτους 1950 ηγοράσαμεν ατύπως από κοινού ημείς οι δύο (όντες αδελφοί) και ο πρώτος (αρχικά) εναγόμενος (αδελφός μας) και δια κοινών χρημάτων ατύπως παρά των αληθών νομέων και κυρίων Ζ2 και Ζ3 ένα οικόπεδο.....Επί του εν λόγω κοινού οικοπέδου (επιδίκου) εν συνεχεία κατασκευάσαμεν κατά το έτος 1952 οι τρεις αδελφοί ανώγειον οικοδομήν....".
Το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, δέχθηκε ότι " το επίδικο ακίνητο, - όπως περιγράφεται ανωτέρω - , βρίσκεται εντός του οικισμού ........ Μεσσηνίας και ανήκε -προτού ακόμη ανεγερθεί η οικοδομή-στον Γ1, ο οποίος κατά τη διάρκεια της εχθρικής κατοχής πούλησε το οικόπεδο στον Ζ1. Το 1950 ο γιος του δευτέρου, Ζ2, και η σύζυγος του πρώτου, Ζ3, που είχαν κληρονομήσει τον πατέρα του ο πρώτος και το σύζυγο της η δεύτερη, αντίστοιχα, συμφώνησαν να μην επιδιώξει η τελευταία την ακύρωση της (γενομένης κατά την περίοδο της κατοχής) πωλήσεως ενόψει του α.ν. 1323/1949, αλλά να το μοιράσουν μεταξύ τους, πλην όμως και οι δύο τους το πούλησαν, την ίδια χρονιά (1950), ατύπως, στα τρία αδέλφια, δηλ.
στους δύο ενάγοντες και στον Δ1 (του οποίου θυγατέρες είναι οι εκκαλούσες). Ακολούθως οι τρείς αδελφοί, που ήταν συννομείς κατά το 1/3 εξ αδιαιρέτου ο καθένας, ενεργούσαν πράξεις συννομείς, με διάνοια κυρίου, συνεχώς και αδιαλείπτως, μέχρι το 1996, φανερά, χωρίς ποτέ η σύννομη των εναγόντων να αμφισβητηθεί από τον αδελφό τους Δ1 ή τις θυγατέρες του.
Πράγματι καθ' όλο το χρονικό αυτό διάστημα ενεργούσαν στο επίδικο εμφανείς διακατοχικές πράξεις που προσιδίαζαν στη φύση του και συγκεκριμένα κατασκεύασαν, το 1952, από κοινού ( τα τρία αδέλφια), ανώγεια οικοδομή, που αποτελούνταν από τον ισόγειο όροφο επιφανείας 50 τ.μ. και τον ανώγειο όροφο της αυτής επιφανείας, και, έχοντας ρυθμίσει, προσωρινά, μεταξύ τους την χρήση της οικίας, χρησιμοποιούσαν αυτήν, ο μεν Ψ1 τον ισόγειο όροφο αρχικά ως κατοικία και στη συνέχεια ως αποθήκη ελαίου και γεωργικών εργαλείων, ο δε Δ1 τον ανώγειο όροφο ως κατοικία, ενώ από το 1954 τα δύο αδέλφια Ψ1 και Δ1 κατείχαν και νέμονταν (όχι όμως για δικό τους λογαριασμό)και το ιδανικό μερίδιο του συγκοινωνού αδελφού τους Ψ2, που είχε μεταναστεύσει στην Αυστραλία.
Αποδείχθηκε, λοιπόν ότι οι δύο ενάγοντες (Ψ1. Και Ψ2) χρησιδέσποζαν επί του επίδικου ακινήτου (αυτοπροσώπως ο πρώτος και δια αντιπροσώπων ο 2ος των εναγόντων) με εμφανείς υλικές πράξεις συννομείς, δηλωτικές εξουσιάσεως, από το 1950 έως το 1996 και έτσι απέκτησαν δική τους συγκυριότητα κατά το 1/3 εξ αδιαιρέτου ο καθένας με έκτακτη χρησικτησία, αφού το νεμήθηκαν για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο της εικοσαετίας (Βλ.άρθρ.974, 976, 994 και 1045 ΑΚ)..... ".
Η αναφορά όμως από το Εφετείο των ως άνω διευκρινιστικών περιστατικών, που ανάγονται σε προγενέστερο χρονικό διάστημα της επικαλουμένης με την αγωγή ως άνω ατύπου συμβάσεως πωλήσεως, δεν συνιστούν, μολονότι αυτά δεν είχαν περιληφθεί στην ιστορική βάση της αγωγής, τον προβλεπόμενο από τον αριθ. 8 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., λόγο αναιρέσεως, διότι πρόκειται για επουσιώδη περιστατικά που βεβαιώθηκαν από τις αποδείξεις.
Επομένως ο πρώτος λόγος της αναιρέσεως είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.
ΙΙ). Από τα άρθρα 335, 338, 339, 340 και 346 του ΚΠολΔ συνάγεται ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να σχηματίσει την κρίση του για το αποδεικτικό πόρισμα αναφορικά με τους πραγματικούς ισχυρισμούς των διαδίκων, που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και έχουν ανάγκη απόδειξης, υποχρεούται να λάβει υπόψη του όλα τ` αποδεικτικά μέσα, τα οποία επικαλούνται και νόμιμα προσκομίζουν οι διάδικοι, μεταξύ των οποίων τα έγγραφα και οι ένορκες βεβαιώσεις που προσάγονται είτε προς άμεση απόδειξη είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων.
Δεν είναι πάντως αναγκαίο να γίνεται ειδική μνεία και χωριστή αξιολόγηση του καθενός από τ` αποδεικτικά μέσα. Η παράβαση της ανωτέρω υποχρέωσης του δικαστηρίου της ουσίας ιδρύει τον προβλεπόμενο από το άρθρο 559 αρ. 11 περ. γ' ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης. Ειδικότερα για τις ένορκες βεβαιώσεις, οι οποίες κατά το άρθρο 270 παρ. 2 ΚΠολΔ αποτελούν ιδιαίτερο και αυτοτελές αποδεικτικό μέσο, πρέπει να γίνεται μνεία στην απόφαση ότι λήφθηκαν υπόψη, χωρίς να είναι αναγκαία η χωριστή μνημόνευση της κάθε μιας από αυτές, πλην του ότι γι` αυτές τηρήθηκαν οι νόμιμες προϋποθέσεις.
Ωστόσο οι ένορκες βεβαιώσεις, οι οποίες έχουν ληφθεί εξ αφορμής άλλης δίκης, πριν από την άσκηση της αγωγής και προσκομίζονται με επίκληση κατά τη συζήτηση της, δεν αποτελούν ιδιαίτερα αποδεικτικά μέσα, ώστε να απαιτείται ειδική μνεία αυτών στην απόφαση, αλλά αποτελούν απλά έγγραφα που συνεκτιμώνται για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, εφόσον βέβαια, δεν λήφθηκαν για να χρησιμεύσουν ως αποδεικτικά μέσα στη συγκεκριμένη δίκη.
Στην περίπτωση αυτή αρκεί να βεβαιώνεται από την απόφαση ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα έγγραφα που προσκόμισαν και επικαλέστηκαν οι διάδικοι, ώστε να μη καταλείπεται καμία αμφιβολία ότι το δικαστήριο έλαβε υπόψη του και το έγγραφο αυτό της ένορκης βεβαίωσης (Α.Π 338/2007, Α.Π. 1379/2006, Α.Π. 75/2007 ). Στην προκείμενη περίπτωση με τον δεύτερο και τέταρτο λόγο της αίτησης προβάλλεται η από τον αρ. 11 γ` του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια.
Συγκεκριμένα ο αναιρεσείων υποστηρίζει ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη α) το από ....... αποδεικτικό πωλήσεως δραχμών 3.000.000 επί ενσφραγίστου υδατογραφημένου χαρτιού, το οποίο είχε υπογραφεί από τον πωλητή Ζ2, β) την με αριθμό ....... άδεια του Γραφείου Πολεοδομίας Ν. Μεσσηνίας, γ) το από ....... τοπογραφικό διάγραμμα του πολιτικού μηχανικού ....., που επισυνάπτεται στην ως άνω άδεια, δ) το από ....
διάγραμμα κάτοψης, πρόσοψης και τομής "διωρόφου οικοδομής του Δ1", του αυτού ως άνω πολιτικού μηχανικού, ε) την από....... υπεύθυνη δήλωση του Ζ2, στ) την από 4.9.1996 εξώδικη δήλωση του εκ των εναγόντων Ψ1, ζ) την με αριθμό ....... ένορκη βεβαίωση του .......,ενώπιον της σ/φου Αγίας Παρασκευής Αττικής Αναστασίας Λάφη, η) την με αριθμό16/2001 ένορκη βεβαίωση της ......
ενώπιον της Ειρηνοδίκου Πύλου, και θ) την με αριθμό 15423/1997 ένορκη βεβαίωση της ....... ενώπιον του Ειρηνοδικείου Πύλου, που λήφθηκε για να χρησιμεύσει σε δίκη ασφαλιστικών μέτρων μεταξύ των ιδίων διαδίκων, ήτοι έγγραφα, τα οποία είχαν προσκομίσει και επικαλεσθεί οι αναιρεσείουσες τόσον ενώπιον του πρωτοβαθμίου, όσον και του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου, και έτσι το Εφετείο κατέληξε σε εσφαλμένο συμπέρασμα, ως προς τον ουσιώδη ισχυρισμό των ανιρεσειουσών σχετικά με τον τρόπο κτήσεως της κυριότητάς των επί του επιδίκου.
Οι λόγοι αυτοί της αναίρεσης πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι διότι από την επισκόπηση του όλου περιερχομένου της προσβαλλόμενης απόφασης, όπου μάλιστα υπάρχει η ρητή διαβεβαίωση σύμφωνα με την οποία το δικαστήριο έλαβε υπόψη και όλα τα έγγραφα που νόμιμα προσκόμισαν και επικαλέστηκαν οι διάδικοι, μεταξύ των οποίων και οι ένορκες βεβαιώσεις που είχαν ληφθεί νομότυπα, καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε με τις λοιπές αποδείξεις για το σχηματισμό του αποδεικτικού του πορίσματος και όλα τα παραπάνω έγγραφα που διαλαμβάνονται στους κρινομένους λόγους της αναίρεσης.
III). Κατά τη διάταξη του πρώτου εδαφίου της παραγράφου 2 του άρθρου 270 ΚΠολΔ, όπως είχε διαμορφωθεί μετά την τροποποίηση του με τα άρθρα 11 του ν. 1478/1984 και 3 § 10 του ν. 2207/1994, το δικαστήριο λαμβάνει υπόψη και αποδεικτικά μέσα που δεν πληρούν τους όρους του νόμου. Με τη διάταξη αυτή, η οποία έχει εφαρμογή και στην κατ` έφεση δίκη (ΚΠολΔ 524), καθιερώθηκε η ελεύθερη απόδειξη των ισχυρισμών στις δίκες ενώπιον του ειρηνοδικείου και του μονομελούς πρωτοδικείου.
Τούτο είχε ως αποτέλεσμα να κάμπεται η εφαρμογή του άρθρου 393 ΚΠολΔ ως προς την απόδειξη των συμβάσεων με μάρτυρες, εφόσον η αξία του αντικειμένου τους υπερβαίνει το ποσό που αναφέρεται σε αυτό. Ακολούθως, η παράγραφος 2 του άρθρου 270 αντικαταστάθηκε με το άρθρο 12 του ν. 2915/2001. Υπό τη νέα διατύπωσή της, η διάταξη αυτή ορίζει ότι "το δικαστήριο λαμβάνει υπόψη τα αποδεικτικά μέσα που πληρούν τους όρους του νόμου, σύμφωνα με την προβλεπόμενη αποδεικτική δύναμη του καθενός.
Συμπληρωματικά μπορεί να λαμβάνει υπόψη και να εκτιμά ελεύθερα και αποδεικτικό μέσα που δεν πληρούν τους όρους του νόμου, με την επιφύλαξη των άρθρων 393 και 394". Με το άρθρο 38 του ν, 2915/2001 ορίσθηκε ότι το άρθρο 270 ΚΠολΔ, υπό τη νέα διατύπωσή του, τίθεται σε ισχύ από 16.9.2001, ενώ με το άρθρο 15 του επακολουθήσαντος νόμου 2943/2001, ο χρόνος αυτός μετατέθηκε στις 1.1.2002.
Κατά την, διαχρονικού δικαίου διάταξη του άρθρου 22 του ν. 2915/2001, οι διατάξεις του ν. 2915/2001 εφαρμόζονται μόνο στις υποθέσεις των οποίων η πρώτη συζήτηση είχε προσδιορισθεί να γίνει μετά την 1.1.2002. Αντίθετα, σε όλες τις άλλες υποθέσεις, ήτοι εκείνες των οποίων η πρώτη συζήτηση είχε προσδιορισθεί να γίνει στο χρονικό διάστημα μεταξύ δημοσίευσης του νόμου και έναρξης ισχύος του Α' κεφαλαίου αυτού, δηλαδή από 29.5.2001 έως την 1.1.2002, καθώς και στις "λοιπές εκκρεμείς" υποθέσεις, τουτέστιν εκείνες που (σύμφωνα με τις αιτιολογικές εκθέσεις των ν. 2915 και 2943/2001) συζητήθηκαν πριν τη δημοσίευση του ν. 2915/2001 και δεν είχε εκδοθεί τελεσίδικη απόφαση μέχρι την 1.1.2002, εφαρμόζονται οι διατάξεις που ίσχυαν ως τώρα.
Από το συνδυασμό όλων των πιο πάνω σαφώς συνάγεται ότι στις υποθέσεις που συζητήθηκαν ενώπιον του μονομελούς πρωτοδικείου πριν της 29.5.2001, δηλαδή την ημερομηνία που δημοσιεύθηκε ο ν. 2915/2001, εφαρμόζεται η διάταξη του άρθρου 270 όπως είχε πριν την αντικατάστασή της με τον ν. 2915/2001, με αποτέλεσμα να συγχωρείται η χρήση μαρτύρων έστω και αν συντρέχει περίπτωση ανεπίτρεπτης μαρτυρικής απόδειξης κατά τις διατάξεις των άρθρων 393 και 394 ΚΠολΔ. (Α.Π. 173/2005, Α.Π. 1506/1998, Α.Π. 1354/1998).
Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω ο τρίτος λόγος της αιτήσεως, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η από τον αριθ. 11 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. πλημμέλεια για το λόγο ότι έλαβε υπόψη απαραδέκτως μαρτυρικές καταθέσεις κατά του περιεχομένου του ως άνω και από ....... αποδεικτικού πωλήσεως δραχμών 3.000.000 επί ενσφραγίστου υδατογραφημένου χαρτιού, είναι απορριπτέος προεχόντως ως απαράδεκτος, καθ' όσον η υπό κρίση αγωγή προσδιορίσθηκε να εκδικασθεί από το Μονομελές Πρωτοδικείο Καλαμάτας στις 6.2.1998 και συζητήθηκε, μετ' αναβολή, στις 14.1.1999, κατά τους ορισμούς των ν 1478/1987 και . 2207/1994.
IV). Κατά το άρθρο 562 παρ. 2 ΚΠολΔ, είναι απαράδεκτος λόγος αναίρεσης που στηρίζεται σε ισχυρισμό ο οποίος δεν προτάθηκε νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται α) για παράβαση που δεν μπορεί να προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας, β) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση και γ) για ισχυρισμό που αφορά τη δημόσια τάξη. Η διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί εκδήλωση της θεμελιώδους αρχής, ότι ο Άρειος Πάγος ελέγχει τη νομιμότητα της απόφασης του δικαστηρίου της ουσίας με βάση την πραγματική και νομική κατάσταση που όφειλε να λάβει υπόψη του ο ουσιαστικός δικαστής, καθιερώνει ειδική προϋπόθεση του παραδεκτού των λόγων αναίρεσης, η συνδρομή της οποίας πρέπει να προκύπτει από το αναιρετήριο. Πρέπει δηλαδή ν' αναφέρεται στο αναιρετήριο ότι ο ισχυρισμός που στηρίζει το λόγο αναίρεσης, είχε προταθεί στο δικαστήριο το οποίο εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, και μάλιστα ότι είχε προταθεί νομίμως.
Συνεπώς ο ισχυρισμός πρέπει να παρατίθεται στο αναιρετήριο, όπως προτάθηκε στο δικαστήριο της ουσίας, να αναφέρεται δε και ο χρόνος και τρόπος πρότασής του, ή επαναφοράς του στο ανωτέρω δικαστήριο, ώστε να μπορεί να κριθεί, αν ήταν νόμιμος (Oλ. ΑΠ 43/1990, Α.Π. 441/1993, Α.Π. 566/1992, Α.Π 1283/1994 Α.Π. 1124/2003, ΑΠ 1400/2005, Α.Π. 963/2006, A.Π.1806/2006).
Κατά συνέπεια ο πέμπτος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως, από τον αριθμ. 11 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., με τον οποίο προβάλλεται η αιτίαση, ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη μη επιτρεπόμενα αποδεικτικά μέσα, ήτοι α) την με αριθμό ....... ένορκη βεβαίωση της ..... ενώπιον της σ/φου Καλαμάτας Χριστίνας Βούλγαρη, β) την με αριθμό .......
ένορκη βεβαίωση του Ζ2 ενώπιον της σ/φου Κορώνης Μαρίας Βαγγελινού, και γ) τις με αριθμό ... και ....... ένορκες βεβαιώσεις των .... και ...... ενώπιον της ιδίας ως άνω σ/φου Κορώνης Μαρίας Βαγγελινού, οι οποίες όμως δεν είχαν ληφθεί μετά την προηγουμένη νόμιμη κλήτευση αυτών, αλλά ούτε και, κατά τους ισχυρισμούς των αναιρεσεουσών, οι αναιρεσίβλητοι ανέφεραν, στις προτάσεις τους ότι αυτές είχαν ληφθεί για να χρησιμεύσουν σε προηγουμένη μεταξύ αυτών δίκη, για να είναι δυνατόν να ληφθούν υπόψη για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, είναι αόριστος, και ως εκ τούτου απορριπτέος ως απαράδεκτος, αφού δεν αναφέρεται στο αναιρετήριο κατά τρόπο σαφή και συγκεκριμένο ότι οι ως άνω πλημμέλειες, οι οποίες δεν αφορούν στη δημόσια τάξη, προτάθηκαν από τις αναιρεσείουσες στο Εφετείο, ούτε άλλωστε προκύπτει από την επισκόπηση του δικογράφου της εφέσεως ότι προβλήθηκε τέτοιος ισχυρισμός, όπως μπορούσε να προβληθεί γιατί αφορούσε διαδικαστικό σφάλμα του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 24.8.2006 αίτηση αναιρέσεως των αναιρεσειουσών για αναίρεση της 518/2003 αποφάσεως του Εφετείου Ναυπλίου.
Καταδικάζει τις αναιρεσείουσες στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων τα οποία ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1.800) Ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 22 Ιανουαρίου 2008. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 19 Μαρτίου 2008.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ