Supreme Court dismisses appeal against commercial lease judgment due to insufficient grounds and procedural errors.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court rejected the appeal filed by a public real estate company against a lower court's decision regarding a commercial lease dispute. The appellant argued that the appellate court failed to consider evidence of rent arrears and incorrectly calculated the defendant's business results by ignoring unpaid rent from previous years. The court ruled that these arguments were not independent grounds for appeal but rather part of the evidence evaluation already made by the appellate court, which was therefore not reviewable.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559(8) and 19 of the Code of Civil Procedure; The appellate court's assessment of facts and evidence is not subject to review on appeal unless the lower court ignored independent claims or committed a clear error in legal application.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 841 / 2017 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 841/2017
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ’ Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Κιουρκτσόγλου - Πετρουλάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ελένη Διονυσοπούλου, Σοφία Ντάντου, Γεώργιο Χοϊμέ και Αλεξάνδρα Κακκαβά, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 17 Μαρτίου 2017, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΑΚΙΝΗΤΩΝ ΔΗΜΟΣΙΟΥ ΑΕ" και το διακριτικό τίτλο "ΕΤΑΔ ΑΕ", που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ηλία Τόμπρο.
Της αναιρεσίβλητης: Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "... ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" και το διακριτικό τίτλο "...", που εδρεύει στον ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Γερασιμούλα Σιμωνετάτου.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 13-9-2011 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών.
Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 917/2014 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 1263/2016 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.
Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 25-5-2016 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγητή τον Αρεοπαγίτη Γεώργιο Χοϊμέ, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.
Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης αναίρεσης, η πληρεξούσια της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
1. Κατά την έννοια του άρθρου 388 του ΑΚ, που εφαρμόζεται, κατά τη ρητή διάταξη του άρθρου 7 παρ. 4 π.δ/τος 34/1995, και στις εμπορικές μισθώσεις, οι προϋποθέσεις υπό τις οποίες παρέχεται στον έναν από τους συμβαλλομένους σε αμφοτεροβαρή σύμβαση το διαπλαστικό δικαίωμα να ζητήσει από το δικαστήριο αναγωγή της οφειλόμενης παροχής στο μέτρο που αρμόζει είναι:
α) η μεταβολή των περιστατικών, στα οποία κυρίως, με βάση την καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη, τα μέρη στήριξαν τη σύναψη της αμφοτεροβαρούς σύμβασης, β) η μεταβολή να είναι μεταγενέστερη της κατάρτισης της σύμβασης και να οφείλεται σε λόγους που είναι έκτακτοι και δεν μπορούσαν να προβλεφθούν και γ) από τη μεταβολή αυτή η παροχή του οφειλέτη, αν ληφθεί υπόψη και η αντιπαροχή, να καθίσταται υπέρμετρα επαχθής.
Τέτοια περιστατικά είναι εκείνα, τα οποία δεν επέρχονται κατά την κανονική πορεία των πραγμάτων, αλλά προκαλούνται από ασυνήθιστα γεγονότα, φυσικά, πολιτικά, κοινωνικά ή οικονομικά, συνεπεία των οποίων επέρχεται πλήρης κατάλυση της ισορροπίας μεταξύ παροχής και αντιπαροχής, ώστε ο μεν οφειλέτης, εκτελώντας τη σύμβαση, να υφίσταται ουσιώδη και υπερμεγέθη ζημία, που προκλήθηκε εκτάκτως και απρόοπτα, ο δε αντισυμβαλλόμενος να ωφελείται υπέρμετρα από την περιουσία του υπόχρεου, ενώ, αν εξελισσόταν ομαλά η σύμβαση, η οικονομική επιβάρυνση θα ήταν συνήθης και αυτή που είχε προβλεφθεί.
Έτσι γενικής φύσεως περιστατικά και, ιδίως, τυχαία, που συμβαίνουν, όμως, συνήθως, όπως είναι η αυξομείωση των εισπράξεων μιας επιχείρησης, η αύξηση της αξίας του ακινήτου λόγω αύξησης της ζήτησης για μίσθωση ανάλογων ακινήτων, η αύξηση του κόστους ζωής κ.λπ., ούτε έκτακτα ούτε απρόβλεπτα μπορούν να χαρακτηριστούν (ΑΠ 1592/2014, ΑΠ 998/2014).
Απρόοπτη μεταβολή των περιστατικών στα οποία στηρίχθηκαν τα μέρη μπορεί να αποτελέσει και η επιδείνωση της οικονομικής κατάστασης της Χώρας, όταν είναι έκτακτης φύσεως και τόσο μεγάλη ώστε να υπερβαίνει τις συνήθεις ή λογικά προβλεπόμενες διακυμάνσεις της σταθερότητας και να ανατρέπει τους υπολογισμούς των μερών κατά την καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη.
Για να στοιχειοθετηθεί, όμως, περίπτωση εφαρμογής του άρθρου αυτού δεν αρκεί μόνη η εν λόγω επιδείνωση της οικονομικής κατάστασης της Χώρας, αλλά θα πρέπει να κριθεί σε σχέση και με τις υπόλοιπες συνθήκες και ιδίως το αναμενόμενο κέρδος από τη σύμβαση, την οικονομική κατάσταση των μερών, την εξυπηρετούμενη ανάγκη αυτών με τη σύμβαση και τις υποχρεώσεις προς τρίτους που εξαρτώνται από τη σύμβαση, έτσι ώστε οι συνέπειες από την επιδείνωση της οικονομικής κατάστασης της Χώρας να έγιναν δυσβάστακτες για το ένα των συμβαλλόμενων μερών και να υπερβαίνουν τον κίνδυνο που, κατά τις συνηθισμένες συνθήκες, αναλαμβάνει κάθε συμβαλλόμενος, όταν μάλιστα αποφασίζει σύναψη σύμβασης που πρόκειται να εκτελεστεί στο μέλλον (ΑΠ 1592/2014).
Περαιτέρω, η διεργασία του δικαστηρίου για να αποφασίσει την αναπροσαρμογή συνίσταται στη σύγκριση των δύο σκελών της αναπροσαρμογής, δηλαδή του καταβαλλόμενου μισθώματος και του "ελεύθερου" - για το οποίο κυρίως διεξάγεται ο δικαστικός αγώνας - το οποίο παριστάνει την αξία της χρήσης του μισθίου. Αν μεταξύ των δύο αυτών σκελών υπάρχει διαφορά δεν επιδικάζεται η διαφορά, αλλά πρέπει παραπέρα το δικαστήριο να κρίνει αν αυτή είναι τέτοια, ώστε, κατά τις αρχές της καλής πίστης, να δημιουργείται η ανάγκη αναπροσαρμογής.
Ανάγκη αναπροσαρμογής, κατά τις αρχές της καλής πίστης, υπάρχει όταν, εξαιτίας ουσιώδους αύξησης της μισθωτικής αξίας του μισθίου, επέρχεται ζημία στον εκμισθωτή, με την μορφή απώλειας κέρδους, η οποία υπερβαίνει, κατά τα συναλλακτικά ήθη, τον κίνδυνο που αυτός αναλαμβάνει, καταρτίζοντας τη μίσθωση με το συγκεκριμένο μίσθωμα, οπότε και περιορίζεται η ζημία του με την αύξηση του μισθώματος, αλλά, επίσης, και στην αντίστροφη περίπτωση ζημίας στον μισθωτή, η οποία περιορίζεται με την ανάλογη μείωση του μισθώματος.
Στη συνέχεια και εφόσον διαπιστωθεί η ύπαρξη ανάγκης αναπροσαρμογής κατά την προεκτιθέμενη έννοια, η αναπροσαρμογή δεν θα ακολουθήσει τυπικό μαθηματικό υπολογισμό και δεν θα χορηγηθεί ολόκληρη η διαφορά που προκύπτει, αλλά θα αναπροσαρμοστεί το μίσθωμα στο επίπεδο εκείνο το οποίο αίρει τη δυσαναλογία των εκατέρωθεν παροχών και αποκαθιστά την καλή πίστη που έχει διαταραχθεί (ΑΠ Ολομ. 3/2014).
Εξάλλου, κατά την ορθότερη άποψη, ο υπερήμερος, ως προς την καταβολή των μισθωμάτων, μισθωτής - οφειλέτης δεν εμποδίζεται, κατ’ αρχήν, από τη διάταξη του άρθρου 344 ΑΚ να επικαλεστεί τις διατάξεις των άρθρων 388 και 288 ΑΚ. Και τούτο, διότι η μη εφαρμογή της ΑΚ 388 (ή 288), που αποτελεί ειδική εκδήλωση της γενικής αρχής της καλής πίστης, δεν δικαιολογείται στην περίπτωση του υπερήμερου οφειλέτη.
Το συμπέρασμα αυτό δεν ανατρέπει η διάταξη του άρθρου 344 εδάφ. β’ ΑΚ ("...ευθύνεται επίσης για τα τυχαία γεγονότα, εκτός αν αποδείξει ότι η ζημία θα επερχόταν και αν η παροχή εκπληρωνόταν έγκαιρα"), η οποία ιδρύει ευθύνη του υπερήμερου οφειλέτη για τα κατά τη διάρκεια της υπερημερίας τυχηρά που πλήττουν άμεσα την παροχή και όχι για τα τυχηρά που διαταράσσουν τη μεταξύ παροχής και αντιπαροχής ισορροπία, περίπτωση που ανεξαίρετα ρυθμίζει η ΑΚ 388 (ή 288).
Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 1 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών... Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή.
Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ’ ουσίαν, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται με βάση τα πραγματικά περιστατικά που ανέλεγκτα το δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν και την υπαγωγή τους στο νόμο και ιδρύεται αυτός ο λόγος αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παραβίαση.
Με το λόγο αυτόν δεν επιτρέπεται να πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, υπό την επίκληση ότι αυτή παραβίασε κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο κατά το άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ (ΑΠ 849/2007). Τέλος, δεν ιδρύεται ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αν το δικαστήριο που δίκασε έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό που προτάθηκε και τον απέρριψε για οποιονδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό.
Στην προκείμενη περίπτωση, το Μονομελές Εφετείο Αθηνών, με την προσβαλλόμενη 1263/2016 απόφασή του, που εκδόθηκε κατά την ειδική διαδικασία των άρθρων 647 επ. ΚΠολΔ, όπως ίσχυαν τότε, αφού έκρινε ότι δεν εμποδίζεται η άσκηση του δικαιώματος του μισθωτή να προσφύγει στο δικαστήριο και, επικαλούμενος τις προϋποθέσεις του άρθρου 388 ΑΚ, αλλιώς του άρθρου 288 του ίδιου Κώδικα, να ζητήσει την αναπροσαρμογή - μείωση του μισθώματος στο προσήκον μέτρο, έστω και αν οφείλει μισθώματα, δέχθηκε, περαιτέρω, ανέλεγκτα, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Σε εκτέλεση της από 14-4-1988 Σύμβασης Μίσθωσης Τουριστικής Εγκατάστασης που καταρτίστηκε μεταξύ του νόμιμου εκπροσώπου του Ελληνικού Οργανισμού Τουρισμού (EOT) - δικαιοπαρόχου της εναγόμενης εταιρείας, όπως πιο κάτω αναφέρεται, και του νόμιμου εκπροσώπου της τότε έχουσας μορφή ετερόρρυθμης εταιρείας "...
Ε.Ε." που μετετράπη στην ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "... ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" (την ενάγουσα), εκμισθώθηκε στην τελευταία το κτήριο του κέντρου διασκέδασης "..." που βρίσκεται πλησίον της παραλίας στο ... Αττικής, προκειμένου να το χρησιμοποιήσει για έξι (6) έτη (από 01-01-1988 έως 31-12-1993) ως κέντρο διασκέδασης αντί ετήσιου μισθώματος που για τα πρώτα δύο έτη ορίστηκε σε 6.000.000 δραχμές, αναπροσαρμοζόμενο ετησίως από 01-01-1990 κατά ποσοστό 15%.
Η μισθώτρια εταιρεία, σε εκτέλεση της από 17-4-1989 τροποποιητικής συμφωνίας, ανήγειρε στο μίσθιο, με δαπάνες και φροντίδα της, νέα αίθουσα, ίδιας περίπου χωρητικότητας, η οποία, μετά τη λήξη της μίσθωσης, η οποία παρατάθηκε για τέσσερα έτη, θα παρέμεινε σε όφελος του μισθίου, χωρίς δικαίωμα αποζημίωσής της, παράλληλα δε, ορίστηκε το ετήσιο μίσθωμα σε 9.000.000 δραχμές.
Ακολούθως, με το από 08-9-1993 ιδιωτικό συμφωνητικό, οι ως άνω συμβαλλόμενοι αφενός παρέτειναν για άλλα 25 έτη την επίμαχη μίσθωση, προκειμένου, όπως ρητά, αναφέρουν σ’ αυτό, η μισθώτρια εταιρεία να εκτελέσει με δικές της δαπάνες τις συμφωνηθείσες εργασίες ριζικής ανακαίνισης του μισθίου με έργα διαμόρφωσης ύψους 350.000.000 δρχ.
και να αποσβέσει το σχετικό κόστος, τα οποία αυτή εκτέλεσε εμπρόθεσμα, αφετέρου καθορίστηκε το μίσθωμα του έτους 1993 σε 22.000.000 δρχ. πλέον ολοκλήρου του τέλους χαρτοσήμου, συμφωνήθηκε δε, να αναπροσαρμόζεται ετησίως, κατά ποσοστό 10%. Εν τω μεταξύ, με το Ν. 2636/1998 (ΦΕΚ 198/27-8-1998) συστάθηκε η "Ανώνυμη Εταιρεία Αξιοποίησης Περιουσίας του EOT", η οποία ανέλαβε τη διοίκηση, διαχείριση και αξιοποίηση της περιουσίας και των επιχειρηματικών μονάδων του ΕΟΤ, συμπεριλαμβανομένων όσων του ανήκαν κατά κυριότητα, καθώς και όσων τελούσαν υπό τη δική του διοίκηση και διαχείριση, στα οποία περιλαμβανόταν και το επίμαχο μίσθιο, η οποία στη συνέχεια (με τη διάταξη του άρθρου 9 παρ. 4 του Ν. 2837/2000) μετονομάστηκε σε "ΕΛΛΗΝΙΚΑ ΤΟΥΡΙΣΤΙΚΑ ΑΚΙΝΗΤΑ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" και συνέχισε αυτή πλέον τη διοίκηση, διαχείριση και αξιοποίηση της περιουσίας και των επιχειρηματικών μονάδων του EOT (άρθρα 12 επ.
Ν. 2837/2000 ΦΕΚ 178/03-8-2000). Ακολούθως, με το Ν. 3270/ 2004 (ΦΕΚ 187/11-10-2004) μετονομάστηκε σε "ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΤΟΥΡΙΣΤΙΚΗΣ ΑΝΑΠΤΥΞΗΣ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ (Ε.Τ.Α. Α.Ε..)", ενώ με το άρθρο 21 παρ. 5 του Ν. 3878/2010 μετονομάστηκε σε "ΕΛΛΗΝΙΚΑ ΤΟΥΡΙΣΤΙΚΑ ΑΚΙΝΗΤΑ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ", όπως ενάγεται με την υπό κρίση αγωγή και, τέλος, με τη διάταξη του άρθρου 1 της Δ6Α 1116069ΕΞ/28-11-2011 Κ.Υ.Α., μετονομάστηκε σε "ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΑΚΙΝΗΤΩΝ ΔΗΜΟΣΙΟΥ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ", όπως παρίσταται στην παρούσα κατ’ έφεση δίκη.
Τελικώς, με την από 22-5-2008 Σύμβαση Παράτασης και Τροποποίησης Όρων Μίσθωσης Παλαιού Κέντρου "...", που καταρτίστηκε μεταξύ των εκπροσώπων των διαδίκων εταιρειών, τροποποιήθηκε εκ νέου η ως άνω μισθωτική σύμβαση και, αφού περιγράφεται σ’ αυτήν λεπτομερώς το ήδη ανεγερθέν με δαπάνες της μισθώτριας και χρησιμοποιούμενο από την τελευταία μίσθιο ακίνητο, ως αποτελούμενο από την έχουσα επιφάνεια 14.733,80 τ.μ.
εδαφική έκταση που βρίσκεται εντός του Ο.Τ. ..., μετά των επ’ αυτής ήδη ανεγερθέντων από την τελευταία, κατά τα προαναφερόμενα, δύο κτισμάτων, ήτοι, του επιφανείας 1.034,94 τ.μ. "..." και του επιφάνειας 977,07 τ.μ. "..." μετά των βεραντών τους (συνολικού εμβαδού 678,90 τ.μ.), τους ακάλυπτους χώρους στάθμευσης οχημάτων και λοιπούς περιβάλλοντες χώρους, περαιτέρω με την ως άνω τροποποίηση:
α) συμφωνήθηκε η παράταση της επίμαχης μίσθωσης μέχρι 31-12-2028, β) ορίστηκε το ετήσιο μίσθωμα, αναδρομικά για το έτος 2006 σε 278.250 ευρώ πλέον ολοκλήρου του τέλους χαρτοσήμου και ετήσια αναπροσαρμογή του κατά ποσοστό 5%, και έτσι αυτό διαμορφώθηκε στο ποσό των 292.162,50 ευρώ για το έτος 2007, σε 306.770,62 ευρώ για το 2008, σε 355.125,34 ευρώ για το 2011 που ασκήθηκε (στις 19-9-2011) η ένδικη αγωγή, σε 391.525,69 ευρώ για το έτος 2013 και σε 411.101,97 ευρώ για το έτος 2014 που έλαβε χώρα η πρώτη συζήτησή της (στις 14-01-2014) ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, το οποίο και ήταν καταβλητέο σε έξι ισόποσες διμηνιαίες δόσεις και γ) ρυθμίστηκαν οι μέχρι τότε υφιστάμενες οφειλές της μισθώτριας από μη καταβληθέντα μισθώματα του διαστήματος 01-01-2006 έως 22-5-2008, συνολικού ποσού 725.832,53 ευρώ, που ορίστηκαν εξοφλητέα σε 23 δόσεις μέχρι 30-11-2012, ποσό που κατά το πλείστον εξοφλήθηκε πλην υπολοίπου 111.000 ευρώ.
Στις 22-5-2008, που καταρτίστηκε η τελευταία ως άνω τροποποίηση της μίσθωσης, και συμφωνήθηκε τόσο το ύψος του ετήσιου μισθώματος όσο και το ποσοστό της ετήσιας αναπροσαρμογής του (5%), δεν ήταν ακόμη ορατή η οικονομική κρίση που έπληξε την Ελλάδα από το έτος 2010, για την αντιμετώπιση της οποίας η χώρα, όπως είναι γνωστό, προσέφυγε στο μηχανισμό στήριξης του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου, της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας και της Ευρωπαϊκής Ένωσης, όταν και άρχισαν να λαμβάνονται μέτρα δημοσιονομικής προσαρμογής, που οδήγησαν σταδιακά στη συρρίκνωση της οικονομικής δραστηριότητος και στην ύφεση τής ελληνικής οικονομίας, μεταβάλλοντας προς το χειρότερο όλους τους δείκτες της, αφού επιβλήθηκαν επίπονα μέτρα λιτότητας (δημοσιονομικά και φορολογικά) με την ψήφιση του Ν. 3845/06-5-2010 "Μέτρα για την εφαρμογή τού μηχανισμού στήριξης της ελληνικής οικονομίας από τα κράτη μέλη της ζώνης του Ευρώ και το Δ.Ν.Τ." (Μνημόνιο I) και του Ν. 4046/2012 (Μνημόνιο II).
Η, ως άνω, συνεχώς επιδεινούμενη κατάσταση δεν ήταν γνωστή, ούτε καν προβλέψιμη, τον Μάιο του 2008, γι’ αυτό και δεν λήφθηκε υπόψη από τους συμβληθέντες κατά την ως. άνω τροποποίηση των μισθωτικών όρων και ιδία αυτού που αφορά στο καταβλητέο μίσθωμα και του ποσοστού της ετήσιας αναπροσαρμογής (κατά 5%), η οποία και συνετέλεσε στη διαμόρφωση του ύψους του στα προαναφερθέντα ποσά κατά τα κρίσιμα χρονικά σημεία της άσκησης αλλά και της πρώτης συζήτησης της αγωγής, ήτοι 355.125,34 και 411.101,97 ευρώ, αντίστοιχα.
Λόγω της απρόσμενης ως άνω δυσμενούς οικονομικής συγκυρίας, σημειώθηκε μείωση του διαθέσιμου εισοδήματος και συνακόλουθα και της αγοραστικής δύναμης των καταναλωτών, με συνέπεια τη σημαντική μείωση του αριθμού των πελατών των καταστημάτων ιδία του υγειονομικού ενδιαφέροντος και ακόμη περισσότερο των νυκτερινών κέντρων διασκέδασης, όπως είναι το μίσθιο, που αναγκάστηκαν να περιορίσουν και τις ημέρες λειτουργίας τους, συνάμα δε αυξήθηκε η τακτική και έκτακτη φορολογία των επιχειρήσεων, παράγοντες που οδήγησαν στη σταδιακή συρρίκνωση των εσόδων τους.
Τούτο είχε ως αποτέλεσμα να αναστείλουν τη λειτουργία τους πολλές ομοειδείς επιχειρήσεις και να παραμένουν κλειστά-κενά τα ακίνητα μέσω των οποίων αυτές δραστηριοποιούνταν, μειώνοντας έτσι την εμπορική και μισθωτική αξία και των υπολοίπων, δεδομένου ότι υφίστανται πλέον πολλά καταστήματα που προσφέρονται προς μίσθωση με ιδιαίτερα ευνοϊκούς όρους, σε αντίθεση με όσα ίσχυαν κατά το χρόνο της τελευταίας συνομολόγησης (στις 22-5-2008) του μισθώματος για το επίδικο ακίνητο, όταν, τότε, ήταν δυσχερής η ανεύρεση επαγγελματικής στέγης προς μίσθωση χωρίς την καταβολή υψηλού μισθώματος.
Η μείωση εξάλλου της μισθωτικής αξίας και των επαγγελματικών ακινήτων ήταν η αιτία που το Ελληνικό Δημόσιο προέβη δύο φορές σε νομοθετική ρύθμιση μείωσης του ύψους των μισθωμάτων που αυτό, ως μισθωτής, καταβάλλει (με τους νόμους 4002/2011 και 4081/2012). Ειδικότερα, εξαιτίας της μη προβλέψιμης στις 22-5-2008 δυσμενούς οικονομικής συγκυρίας που εκδηλώθηκε αρχές του 2010 και είναι μόνιμη, εφόσον διατηρήθηκε και δη συνεχώς επιδεινούμενη μέχρι και τη συζήτηση της αγωγής, μειώθηκαν σταδιακά οι μισθωτικές αξίες των επαγγελματικών χώρων που βρίσκονται και στην περιοχή της ..., όπου βρίσκεται και το επίδικο μίσθιο ακίνητο, σε σύγκριση με τις αξίες που αυτά είχαν τα παρελθόντα (πριν το 2008) έτη, αιτία για την οποία και οι ιδιοκτήτες - εκμισθωτές τους προέβησαν σε συμβατική μείωση των μισθωμάτων των ήδη υφισταμένων μισθώσεων.
Ειδικότερα, με το από 02-01-2014 ιδιωτικό συμφωνητικό πού καταρτίστηκε μεταξύ του Δημάρχου ... ως Προέδρου και νόμιμου εκπροσώπου της εκμισθώτριας ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "Αξιοποίηση Δημοτικής Περιουσίας ... Δημοτική Ανώνυμη Εταιρεία "... Α.Ε."" και της νόμιμης εκπροσώπου της μισθώτριας εταιρείας με την επωνυμία "...
ΣΙΑ Ε.Ε." μειώθηκε (κατά 10%) από 01-01-2014 το ετήσιο μίσθωμα του κείμενου στην παραλία του … ακινήτου με το διακριτικό τίτλο "...", το οποίο αναπροσαρμόστηκε στο ποσό των 10.933,80 ευρώ, μαζί με το τέλος χαρτοσήμου, ενώ β) με το από 31-12-2012 συμφωνητικό τροποποίησης της από 27-12-2006 μίσθωσης από την εταιρεία "... Ο.Ε.", μειώθηκε επίσης το ετήσιο μίσθωμα, το οποίο και διαμορφώθηκε σε 79.141,56 ευρώ, της καφετέριας - σνακ μπαρ με το διακριτικό τίτλο "..." που βρίσκεται στο χώρο του κολυμβητηρίου στη ....
Περαιτέρω, αναφορικά με την επιχειρηματική δραστηριότητα της ενάγουσας εταιρείας που ασκείται μέσω του μίσθιου ακινήτου, από τα προσκομιζόμενα οικονομικά στοιχεία (ισολογισμούς εταιρικών χρήσεων του επίμαχου διαστήματος) που επικαλείται και προσκομίζει η τελευταία αποδείχθηκε προοδευτική μείωση του τζίρου της (αυτός ανήλθε σε 3.159.752,01 ευρώ κατά τη χρήση του έτους 2011, σε 1.852.046,40 ευρώ κατά τη χρήση του 2012 και σε 420.362,28 ευρώ -μέχρι και τον 9°- του 2013), ενώ, λόγω της αύξησης της φορολογίας αλλά και των πάγιων λειτουργικών εξόδων, τα καθαρά (προ φόρων) αποτελέσματα των ως άνω οικονομικών χρήσεων είχαν αρνητικό πρόσημο.
Με βάση τις ανωτέρω ουσιαστικές παραδοχές, καθίσταται σαφές ότι το συνομολογηθέν μίσθωμα, όπως αυτό διαμορφώθηκε κατά το χρόνο άσκησης (19-9-2011), αλλά και της πρώτης συζήτησης της αγωγής, κατόπιν των διαδοχικών συμβατικών ετήσιων αναπροσαρμογών του, ήτοι σε 355.125,34 και 411.101,97 ευρώ, αντίστοιχα, είναι ανώτερο κατά 20% τουλάχιστον του "ελεύθερου" ετήσιου μισθώματος, ήτοι αυτού που θα μπορούσε να επιτευχθεί με ελεύθερες διαπραγματεύσεις κατά τα ως άνω χρονικά σημεία με βάση τις αρχές της καλής πίστης και των συναλλακτικών ηθών και το οποίο ανέρχεται σε 284.100,27 ευρώ (355.125,34 ευρώ μείον 20%).
Επομένως, η διατήρηση του ως άνω διαμορφωθέντος μισθώματος επιφέρει δυσβάστακτη ζημία στη μισθώτρια εταιρεία, η οποία υπερβαίνει τον κίνδυνο που αυτή ανέλαβε, όταν κάτω από επικρατούσες στις 22-5-2008 συνηθισμένες συνθήκες συμφωνήθηκε τόσο το ετήσιο μίσθωμα του επίδικου ακινήτου, όσο και το ποσοστό της ετήσιας αναπροσαρμογής του, οι οποίες όμως στη συνέχεια, όπως προαναφέρεται, μεταβλήθηκαν απρόσμενα.
Η ως άνω διαφορά, μεταξύ του συμφωνημένου μισθώματος και αυτού που μπορούσε να επιτευχθεί με βάση την άνω πραγματική μισθωτική αξία του επίμαχου μισθίου, καθιστά την εμμονή της εναγομένης στη συμφωνηθείσα εκπλήρωση αντίθετη προς την εντιμότητα και ευθύτητα που απαιτούνται στις συναλλαγές. Αφού, λοιπόν, συνεκτιμηθεί και η ανάγκη για την ασφάλεια των συναλλαγών, επιβάλλεται από τις αρχές της καλής πίστης και τα συναλλακτικά ήθη να αναπροσαρμοστεί (μειωθεί) το ετήσιο μίσθωμα στο ποσό των 285,000 ευρώ, συμπεριλαμβανομένου και ολοκλήρου του τέλους χαρτοσήμου, καθόσον κρίνεται ότι, με τη μείωση αυτή, αίρεται η δυσαναλογία των εκατέρωθεν παροχών και αποκαθίσταται η διαταραχθείσα καλή πίστη.
Σημειώνεται ότι, σύμφωνα με όσα αναφέρονται πιο πάνω στην παρούσα υπό στοιχείο II. μείζονα πρόταση, μετά την, κατά τα ανωτέρω, δικαστική διάπλαση του μισθώματος στο ως άνω ποσό (των 285.000 ευρώ), καταργήθηκε και ο υπό στοιχεία Γ. 2. όρος του από 22-5-2008 τροποποιητικού συμφωνητικού που αφορά στη συμφωνηθείσα ετήσια αναπροσαρμογή του μισθώματος και το μόνο που μπορεί να ισχύσει πλέον, είναι, η νόμιμη αναπροσαρμογή που ρυθμίζεται με το άρθρο 7 § 3 του ως άνω ΠΔ/τος 34/1995...
Συνεπώς, ελέγχεται ως νομικά αβάσιμο το αγωγικό αίτημα για μείωση (σε 2%) του συμβατικά ορισθέντος ποσοστού ετήσιας αναπροσαρμογής του μισθώματος...". Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο δέχθηκε την από 25-7-2014 έφεση της αναιρεσίβλητης - ενάγουσας κατά της πρωτόδικης 917/2014 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών που είχε κρίνει διαφορετικά με το να απορρίψει, ως ουσιαστικά αβάσιμη, την ένδικη, από 13-9-2011 και με αύξοντα αριθμό κατάθεσης .../2011, αγωγή της αναιρεσίβλητης και, κρατώντας και δικάζοντας κατ’ ουσίαν την υπόθεση, δέχθηκε, εν μέρει, την αγωγή και, όπως προεκτέθηκε, αναπροσάρμοσε - μείωσε, από την άσκηση της αγωγής, το ετήσιο μίσθωμα στο ποσό των 285.000 ευρώ, στο οποίο περιλαμβάνεται και ολόκληρο το τέλος του χαρτοσήμου.
Ήδη, η αναιρεσείουσα, με τον πρώτο λόγο αναίρεσης, κατά τα νοηματικά πρώτο και δεύτερο σκέλη του, επικαλούμενη τις διατάξεις του άρθρου 559 αριθμ. 1 και 8 ΚΠολΔ, αποδίδει στην πληττόμενη απόφαση τις αιτιάσεις ότι 1) εσφαλμένα αποφάνθηκε ότι ο υπερήμερος, ως προς την καταβολή μισθωμάτων, μισθωτής δεν στερείται το δικαίωμα να ζητήσει μείωση του μισθώματος, απορρίπτοντας τον σχετικό ισχυρισμό της που προέβαλε πρωτόδικα και στην κατ’ έφεση δίκη με τις έγγραφες προτάσεις της και 2) η αναπροσαρμογή δεν έπρεπε να γίνει στο ύψος του "ελεύθερου" μισθώματος, όπως λανθασμένα διέλαβε η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, αλλά στο επίπεδο εκείνο, το οποίο αίρει τη δυσαναλογία των εκατέρωθεν παροχών, όπως επιβάλλουν οι αρχές της καλής πίστης και των συναλλακτικών ηθών, χωρίς τυπικό μαθηματικό υπολογισμό και, έτσι, το Εφετείο παραβίασε, ευθέως, τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 388 (κατ’ εκτίμηση) και 288 ΑΚ.
Ο λόγος αυτός, 1) κατά μεν το πρώτο σκέλος του (από τους αριθμούς 1 και 8), είναι αβάσιμος, διότι, σύμφωνα με όσα προηγουμένως αναπτύχθηκαν, α) ο υπερήμερος, ως προς την καταβολή των μισθωμάτων, μισθωτής, δεν εμποδίζεται, κατ’ αρχήν, να επικαλεστεί τις διατάξεις των άρθρων 388 και 288 ΑΚ. Σε κάθε, μάλιστα, περίπτωση, στην ερευνώμενη περίπτωση, η επικαλούμενη από την αναιρεσείουσα υπερημερία της αναιρεσίβλητης - μισθώτριας ως προς την καταβολή των μισθωμάτων δεν τελεί σε αιτιώδη συνάφεια προς τη μεταβολή των συνθηκών που επήλθε, η οποία και παρέχει το δικαίωμα για μείωση του μισθώματος, με την έννοια ότι η έγκαιρη εκπλήρωση της παροχής της μισθώτριας δεν θα απέτρεπε τη μεταβολή αυτή και β) ο ισχυρισμός αυτός λήφθηκε υπόψη από το Εφετείο και απορρίφθηκε ως μη νόμιμος και 2) κατά δε το δεύτερο σκέλος του (από τον αριθμό 19, κατ’ ορθό νομικό χαρακτηρισμό, και όχι από τον αριθμό 1 - ΑΠ 762/2015, ΑΠ 1325/2013), είναι αβάσιμος, διότι στην προσβαλλόμενη απόφαση προσδιορίζεται η αληθινή μισθωτική αξία του μίσθιου ακινήτου και η διαφορά που προκύπτει μεταξύ του "ελεύθερου" αυτού μισθώματος και του καταβαλλομένου, η οποία, κατά την κρίση του Εφετείου, είναι τόσο ουσιώδης, ώστε να επιβάλλεται, κατά την καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη, η μείωση του μισθώματος, για το μετά την άσκηση της αγωγής χρόνο, στο επίπεδο εκείνο που αίρει τη δυσαναλογία των εκατέρωθεν παροχών και αποκαθιστά την καλή πίστη που διαταράχθηκε. 2.
Κατά το άρθρο 281 ΑΚ, "η άσκηση του δικαιώματος απαγορεύεται αν υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος". Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, που εφαρμόζεται σε όλα τα δικαιώματα του ιδιωτικού δικαίου, είτε πηγάζουν άμεσα από το νόμο είτε από δικαιοπραξία, είτε προέρχονται από κανόνες ενδοτικού δικαίου είτε από κανόνες δημόσιας τάξης, άρα και στο δικαίωμα του εκμισθωτή ή του μισθωτή για αναπροσαρμογή (αύξηση ή μείωση, αντίστοιχα) του οφειλόμενου μισθώματος, κατά τις διατάξεις των άρθρων 388 και 288 ΑΚ, το δικαίωμα θεωρείται ότι ασκείται καταχρηστικά, όταν η συμπεριφορά του δικαιούχου που προηγήθηκε ή η πραγματική κατάσταση που διαμορφώθηκε κατά το χρονικό διάστημα που μεσολάβησε, χωρίς κατά νόμο να εμποδίζουν τη γένεση ή να επάγονται την απόσβεση του δικαιώματος, δεν καθιστούν ανεκτή τη μεταγενέστερη άσκησή του, κατά τις αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου για το δίκαιο και την ηθική, αφού τείνει στην ανατροπή κατάστασης που δημιουργήθηκε υπό ορισμένες ειδικές συνθήκες και διατηρήθηκε για πολύ χρόνο, με επακόλουθο να συνεπάγεται επαχθείς συνέπειες για τον υπόχρεο.
Απαιτείται δηλαδή, για να χαρακτηριστεί καταχρηστική η άσκηση του δικαιώματος, να έχει δημιουργηθεί στον υπόχρεο, από τη συμπεριφορά του δικαιούχου, σε συνάρτηση και με εκείνη του υπόχρεου, και μάλιστα ευλόγως, η πεποίθηση ότι ο δικαιούχος δεν πρόκειται να ασκήσει το δικαίωμά του. Απαιτείται ακόμη οι πράξεις του υπόχρεου και η κατάσταση που δημιουργήθηκε απ’ αυτόν, η οποία επάγεται επαχθείς για τον υπόχρεο επιπτώσεις, να τελούν σε αιτιώδη σύνδεσμο με τη συμπεριφορά του δικαιούχου που προηγήθηκε.
Μόνη η μακροχρόνια αδράνεια του δικαιούχου, και όταν ακόμη δημιούργησε την εύλογη πεποίθηση στον υπόχρεο ότι δεν υπάρχει το δικαίωμα ή ότι δεν πρόκειται αυτό να ασκηθεί, δεν αρκεί για να καταστήσει καταχρηστική τη μεταγενέστερη άσκησή του, αλλά απαιτείται να συντρέχουν, επιπλέον, ειδικές συνθήκες και περιστάσεις, προερχόμενες, κυρίως, από την προηγούμενη συμπεριφορά του δικαιούχου και του υπόχρεου, με βάση τις οποίες και την αδράνεια του δικαιούχου, η άσκηση του δικαιώματος, που επακολουθεί και που τείνει στην ανατροπή της κατάστασης που έχει δημιουργηθεί υπό τις πιο πάνω ειδικές συνθήκες και έχει διατηρηθεί για αρκετά μεγάλο χρονικό διάστημα, να εξέρχεται από τα όρια που ορίζονται στην εν λόγω διάταξη.
Η αδράνεια αυτή του δικαιούχου πρέπει να υφίσταται επί μακρό χρονικό διάστημα, πλην συντομότερο από εκείνο που προβλέπεται στο νόμο για την παραγραφή του δικαιώματος, από τότε που ο δικαιούχος μπορούσε να ασκήσει το δικαίωμά του αυτό. Το ζήτημα αν οι συνέπειες (που δεν είναι απαραίτητο να είναι αφόρητες ή δυσβάστακτες για τον υπόχρεο, αλλά αρκεί η επέλευση και δυσμενών απλώς για τα συμφέροντά του επιπτώσεων), που συνεπάγεται η άσκηση του δικαιώματος, είναι επαχθείς για τον υπόχρεο, πρέπει να αντιμετωπίζεται και σε συνάρτηση με τις αντίστοιχες συνέπειες που μπορεί να επέλθουν σε βάρος του δικαιούχου από την παρακώλυση της άσκησης του δικαιώματός του.
Γίνεται, δηλαδή, σε τελική ανάλυση στάθμιση των αντίθετων συμφερόντων των μερών και προκρίνονται εκείνα τα συμφέροντα που παρουσιάζουν τη μεγαλύτερη σπουδαιότητα για την κοινωνική τάξη και ευρυθμία (ΑΠ 1724/2014). Στην περίπτωση αυτή η άσκηση του δικαιώματος μπορεί να καταστεί μη ανεκτή κατά την καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή τον κοινωνικό ή οικονομικό σκοπό του δικαιώματος και, συνεπώς, καταχρηστική και απαγορευμένη (ΑΠ Ολομ., 6/2016, 10/2012, 5/2011, 8/2001).
Η διακρίβωση των πράξεων, με τις οποίες ο δικαιούχος άσκησε το δικαίωμά του στη συγκεκριμένη περίπτωση, αποτελεί πραγματικό ζήτημα και κρίνεται ανέλεγκτα από το δικαστήριο της ουσίας, η κρίση του όμως αυτή ότι ορισμένη συμπεριφορά υπερβαίνει, και μάλιστα προφανώς, τα όρια που θέτουν τα παραπάνω κριτήρια είναι νομική και, επομένως, υπόκειται στον αναιρετικό έλεγχο.
Ο Άρειος Πάγος, δηλαδή, ελέγχει μόνο αν τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά από το δικαστήριο της ουσίας συνιστούν τη νομική έννοια του άρθρου 281 ΑΚ (ΑΠ 1666/ 2010, ΑΠ 1189/2009, ΑΠ 493/2008, ΑΠ 1287/2007). Εξάλλου, ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας, παρά το νόμο, έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης.
Ως "πράγματα", κατά την έννοια της διάταξης αυτής, νοούνται οι νόμιμοι, παραδεκτοί, ορισμένοι και λυσιτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων, που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο και, συνακόλουθα, στηρίζουν το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ένστασης, αντένστασης ή λόγου έφεσης, όχι, όμως, και οι μη νόμιμοι, απαράδεκτοι, αόριστοι και αλυσιτελείς ισχυρισμοί, οι οποίοι δεν ασκούν επίδραση στην έκβαση της δίκης και στους οποίους το δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει, ούτε οι αιτιολογημένες αρνήσεις και οι ισχυρισμοί που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, τα οποία συνάγονται από την εκτίμηση των αποδείξεων, έστω και αν προτείνονται ως λόγοι έφεσης (ΑΠ Ολομ. 14/2004, ΑΠ 87/2013, ΑΠ 94/2008), καθώς και περιστατικά επουσιώδη ή που εκ περισσού εκτίθενται, ούτε η λήψη υπόψη από το δικαστήριο διευκρινιστικών απλώς περιστατικών που προέκυψαν από τις αποδείξεις, μολονότι δεν είχαν περιληφθεί στην ιστορική βάση της αγωγής κλπ., εφόσον δεν επέρχεται μεταβολή της (ΑΠ 1530/2008, ΑΠ 559/2008, ΑΠ 141/ 2006).
Επίσης, δεν αποτελούν "πράγματα" και τα επικαλούμενα από τους διαδίκους αποδεικτικά μέσα και, πολύ περισσότερο, η αξιολόγηση από το δικαστήριο του περιεχομένου των εγγράφων και των λοιπών αποδεικτικών μέσων (ΑΠ 1455/2009, ΑΠ 94/2008). Ο λόγος αυτός δεν ιδρύεται, αν το δικαστήριο που δίκασε έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό και τον απέρριψε για οποιονδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό (ΑΠ 250/2014, ΑΠ 1418/2013), γεγονός που συμβαίνει και όταν η απόφαση περιέχει παραδοχές αντίθετες με τον ισχυρισμό (ΑΠ Ολομ. 11/1996, ΑΠ 1150/2011, ΑΠ 421 - 425/2009).
Σύμφωνα με όσα προαναφέρθηκαν, "πράγμα" είναι και η κατά το άρθρο 281 του ΑΚ ένσταση καταχρηστικής ασκήσεως του δικαιώματος. Σε περίπτωση που η ένσταση αυτή στηρίζεται σε περισσότερα αυτοτελή πραγματικά περιστατικά, τα οποία, αν ληφθούν υπόψη συνολικά, προσδίδουν καταχρηστικό χαρακτήρα στο ασκούμενο δικαίωμα, τα αυτοτελή αυτά περιστατικά, συνδεόμενα με το σχετικό αίτημα του ενισταμένου (άρθρα 262, 269 και 527 ΚΠολΔ), αποτελούν το καθένα χωριστά "πράγματα" κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθμ. 8 του ΚΠολΔ (ΑΠ Ολομ. 88/1980, ΑΠ 1080/2012, ΑΠ 429/2010, ΑΠ 66/2008).
Συνακόλουθα, όταν το δικαστήριο της ουσίας, κατά την εξέταση της ένστασης καταχρηστικής ασκήσεως του δικαιώματος, παραλείπει να λάβει υπόψη και περιστατικά, που επικαλέστηκε ο ενιστάμενος, προς θεμελίωση της ένστασής του αυτής, τα οποία, μαζί με εκείνα που αυτός επικαλέστηκε και έλαβε υπόψη το δικαστήριο, καθιστούν βάσιμη την ένσταση, υποπίπτει στην πλημμέλεια του πιο πάνω άρθρου 559 αριθμ. 8 περ.
β’ του ΚΠολΔ (ΑΠ 1109/2012). Τέλος, με τον αναιρετικό λόγο του άρθρου 559 αριθμ. 19 του ΚΠολΔ, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παράγραφος 3 του Συντάγματος, ελέγχεται η ορθότητα της ελάσσονος πρότασης του νομικού συλλογισμού, από την άποψη αν οι παραδοχές της απόφασης πληρούν το πραγματικό του κανόνα δικαίου που εφάρμοσε.
Έτσι, παρέπεται ότι δεν ιδρύεται ο λόγος αυτός όταν το δικαστήριο της ουσίας έχει απορρίψει την αίτηση παροχής έννομης προστασίας ως μη νόμιμη ή αόριστη, αφού στις περιπτώσεις αυτές το δικαστήριο δεν εκτιμά πραγματικά περιστατικά, ώστε να είναι δυνατό να υπάρξουν ελλείψεις στην περιγραφή τους (ΑΠ Ολομ. 3/1997, ΑΠ 204/2016, ΑΠ 856/2014).
Στην κρινόμενη περίπτωση, η αναιρεσείουσα, με τον ίδιο πιο πάνω πρώτο λόγο αναίρεσης, κατά τα νοηματικά τρίτο και τέταρτο σκέλη του, προσάπτει στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση πλημμέλειες από τους αριθμούς 1, 8 εδάφ. β’ και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, υποστηρίζοντας, κατ’ εκτίμηση όσων διαλαμβάνονται στο αναιρετήριο, ότι το Εφετείο εσφαλμένα απέρριψε, ως μη νόμιμη, την ένσταση καταχρηστικής ασκήσεως δικαιώματος που προέβαλε στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο παραδεκτά (και με δήλωση του πληρεξούσιου δικηγόρου της που καταχωρίστηκε στα οικεία πρακτικά δημόσιας συνεδρίασής του, όπως προκύπτει και από την παραδεκτή, κατ’ άρθρ. 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπησή τους) και επανέφερε νόμιμα στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο και, εν πάση περιπτώσει, δεν έλαβε υπόψη όλα τα πραγματικά περιστατικά που εκτίθενται αναλυτικά στις προτάσεις της (πρωτόδικες και εφετειακές) και που συγκροτούν την ιστορική βάση της ένστασης αυτής, ήτοι 1) τη συσσώρευση υπέρογκων χρεών, εκ μέρους της αναιρεσίβλητης, ύψους 1.273.871,70 ευρώ (με ληξιπρόθεσμο το ποσό των 631.608,44 ευρώ), εξαιτίας του ότι δεν τήρησε τους δύο μεταξύ τους διακανονισμούς για τις οφειλές των μισθωμάτων, 2) την τέλεση, από τον νόμιμο εκπρόσωπο της αναιρεσίβλητης, ποινικών αδικημάτων (έκδοση ακάλυπτων επιταγών κατ’ εξακολούθηση) στο πλαίσιο αυτών των διακανονισμών και 3) την άσκηση της ένδικης αγωγής λίγες μόνο ημέρες μετά την επίτευξη του δεύτερου διακανονισμού.
Ο λόγος αυτός, κατά τα ερευνώμενα δύο σκέλη του, είναι: 1) αβάσιμος (από τον αριθμό 1), διότι τα προπαρατιθέμενα πραγματικά γεγονότα δεν καθιστούν καταχρηστική την άσκηση του αγωγικού δικαιώματος, δηλαδή η άσκησή του δεν υπερβαίνει και μάλιστα προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος, 2) πρωτίστως απαράδεκτος (από τον αριθμό 8β’ ), διότι το Εφετείο, όπως προκύπτει από το περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασής του, έλαβε υπόψη την ένσταση αυτή και την απέρριψε, ρητά, ως νομικά αβάσιμη και, εν πάση περιπτώσει, τα επικαλούμενα περιστατικά που, κατά την αναιρεσείουσα, δεν λήφθηκαν υπόψη από το δευτεροβάθμιο δικαστήριο δεν συνιστούν "πράγματα" που καθιστούν, το καθένα χωριστά ή όλα μαζί, καταχρηστική την άσκηση του δικαιώματος της μισθώτριας για αναπροσαρμογή του μισθώματος, αλλά συνιστούν επιχειρήματα που στηρίζουν τον σχετικό ισχυρισμό της, ο οποίος, μετά την εξέτασή του, απορρίφθηκε ως μη νόμιμος και, συνεπώς, η μη λήψη αυτών από το Εφετείο δεν ιδρύει τον προβλεπόμενο, από την παραπάνω διάταξη, αναιρετικό λόγο και 3) απαράδεκτος (από τον αριθμό 19), διότι, εφόσον ο ισχυρισμός αυτός απορρίφθηκε από το Εφετείο ως μη νόμιμος, δεν ιδρύεται ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, όπως προαναφέρθηκε. 3.
Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρ. 562 παρ. 2 του ΚΠολΔ, είναι απαράδεκτος λόγος αναίρεσης που στηρίζεται σε ισχυρισμό, ο οποίος δεν προτάθηκε νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται α) για παράβαση που δεν μπορεί να προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας, β) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση (ήτοι η παραβίαση να προκύπτει μόνο από την ανάγνωση της απόφασης, χωρίς να απαιτείται και επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων) και γ) για ισχυρισμό που αφορά τη δημόσια τάξη.
Η διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί εκδήλωση της θεμελιώδους αρχής ότι ο Άρειος Πάγος ελέγχει τη νομιμότητα της απόφασης του δικαστηρίου της ουσίας με βάση την πραγματική και νομική κατάσταση που όφειλε να λάβει υπόψη του ο ουσιαστικός δικαστής, καθιερώνει την ειδική προϋπόθεση του παραδεκτού των λόγων αναίρεσης, της οποίας η συνδρομή πρέπει να προκύπτει από το αναιρετήριο.
Πρέπει, δηλαδή, να αναφέρεται στο αναιρετήριο ότι ο ισχυρισμός που στηρίζει το λόγο αναίρεσης είχε προταθεί στο δικαστήριο, το οποίο εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση και μάλιστα είχε προταθεί νόμιμα. Το γεγονός, εξάλλου, ότι ο ισχυρισμός έπρεπε να ληφθεί αυτεπαγγέλτως υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας δεν έχει σημασία, διότι στην περίπτωση αυτή το δικαστήριο παραβίασε μεν το νόμο, όμως λόγος αναίρεσης δεν μπορεί να ιδρυθεί αν ο σχετικός ισχυρισμός δεν είχε προταθεί νόμιμα από τον διάδικο, εκτός αν συντρέχει κάποια από τις εξαιρέσεις του άρθρ. 562 παρ. 2 ΚΠολΔ (ΑΠ 73/2016, ΑΠ 168/ 2015).
Και στις περιπτώσεις, όμως, αυτές, για να είναι παραδεκτός ο σχετικός ισχυρισμός, ο οποίος προτείνεται πρώτη φορά ενώπιον του Αρείου Πάγου, όταν αφορά τη δημόσια τάξη ή όταν το σφάλμα προκύπτει από την ίδια την απόφαση, πρέπει τα πραγματικά γεγονότα στα οποία στηρίζεται να είχαν υποβληθεί στο δικαστήριο που εξέδωσε την πληττόμενη απόφαση και να γίνεται στο αναιρετήριο επίκληση της υποβολής αυτής (ΑΠ Ολομ. 15/2000).
Επομένως, ο ισχυρισμός πρέπει να παρατίθεται στο αναιρετήριο όπως προτάθηκε στο δικαστήριο της ουσίας, ενώ πρέπει να αναφέρεται και ο χρόνος και ο τρόπος πρότασής του ή επαναφοράς του στο ανώτερο δικαστήριο, ώστε να μπορεί να κριθεί, με βάση το αναιρετήριο, αν ήταν παραδεκτός και νόμιμος. Το απαράδεκτο αυτό αναφέρεται σε όλους τους λόγους του άρθρου 559 ΚΠολΔ.
Το ίδιο ισχύει και για τον ισχυρισμό ότι η αγωγή είναι αόριστη, ο οποίος, ως παραβίαση της διάταξης του άρθρου 262 παρ. 1 ΚΠολΔ, πρέπει, για το παραδεκτό της προβολής του, επειδή δεν περιλαμβάνεται στις πιο πάνω εξαιρετικές περιπτώσεις, να προταθεί στο δικαστήριο της ουσίας και να γίνεται μνεία τούτου στο αναιρετήριο (ΑΠ 556/2012, ΑΠ 1014/2010, ΑΠ 1645/2007).
Έτσι, η ποσοτική ή η ποιοτική και η νομική αοριστία της αγωγής, που εξετάζονται αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο της ουσίας και ελέγχονται αναιρετικά, η μεν πρώτη από το άρθρο 559 αριθμ. 14 σε συνδυασμό με τον αριθμ. 8 ΚΠολΔ και η δεύτερη από τον αριθμό 1 του ίδιου άρθρου (ΑΠ 125/2017, ΑΠ 496/2016), για να στηρίξουν επαρκώς τους από τις διατάξεις αυτές προβλεπόμενους λόγους αναίρεσης, πρέπει να έχουν προταθεί στο δικαστήριο της ουσίας και μάλιστα νόμιμα, σύμφωνα με τις διατάξεις του ΚΠολΔ.
Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 14 ΚΠολΔ, υπάρχει λόγος αναίρεσης αν το δικαστήριο παρά το νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο. Ο λόγος αυτός αναφέρεται σε ακυρότητες, εκπτώσεις και απαράδεκτα από το δικονομικό δίκαιο και μόνο, ήτοι εκείνες τις ακυρότητες (δικονομικές), κατά την έννοια των άρθρων 159 - 161 ΚΠολΔ, που αποτελούν νόμιμες κυρώσεις, οι οποίες απαγγέλλονται για παράβαση διατάξεων που ρυθμίζουν τη διαδικασία και κυρίως τον τύπο των διαδικαστικών πράξεων (ΑΠ 315/2013, ΑΠ 17/2000).
Ο ίδιος λόγος είναι αόριστος (άρθρα 118 αριθμ. 4, 566 παρ. 1 και 577 ΚΠολΔ), αν στο αναιρετήριο δεν ιστορείται ότι το απαράδεκτο προτάθηκε από τον αναιρεσείοντα ενώπιον του δικαστηρίου της ουσίας (ΑΠ 2270/2014). Στην εξεταζόμενη περίπτωση, με τον δεύτερο λόγο αναίρεσης, κατά το πρώτο σκέλος του, η αναιρεσείουσα αιτιάται την προσβαλλόμενη απόφαση για πλημμέλεια από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, γιατί το Εφετείο, παρά το νόμο, δεν απέρριψε την αγωγή της αναιρεσίβλητης, εξαιτίας της ποσοτικής της αοριστίας και, ειδικότερα, επειδή δεν εκτίθεται στο δικόγραφό της ποίες είναι εκείνες οι ειδικές συνθήκες, οι οποίες μετέβαλαν τις προϋποθέσεις εκπλήρωσης της συμβατικής παροχής στο μέτρο που είχε συμφωνηθεί και δικαιολογούν, με αντικειμενικά κριτήρια, κατά τις αντιλήψεις που επικρατούν στις συναλλαγές, τη μείωση του μισθώματος, μολονότι ο σχετικός ισχυρισμός για το απαράδεκτο προτάθηκε τόσο πρωτοδίκως όσο και στο Εφετείο με τις έγγραφες προτάσεις της.
Κατά το ερευνώμενο αυτό σκέλος του, ο παρών λόγος αναίρεσης είναι, πρωτίστως, απαράδεκτος, καθόσον, αν και στο αναιρετήριο διαλαμβάνεται (στη σελίδα 20 αυτού) ότι ο σχετικός, θεμελιωτικός τούτου, ισχυρισμός προβλήθηκε στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο, από την παραδεκτή, κατ’ άρθρ. 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση των από 23-11-2015 εφετειακών προτάσεων της αναιρεσείουσας δεν προκύπτει ότι προτάθηκε απ’ αυτήν τέτοιος ισχυρισμός, αν και μπορούσε να προβληθεί, χωρίς, παράλληλα, να εμπίπτει στις εξαιρέσεις της παραγράφου 2 του άρθρου 562 του ίδιου Κώδικα που προπαρατέθηκαν. 4.
Από τις διατάξεις των άρθρων 527 και 269 ΚΠολΔ, όπως το άρθρο 269 ίσχυε και εφαρμόζεται στην προκείμενη περίπτωση, πριν καταργηθεί, από 1-1-2016, με το άρθρο 1 άρθρο δεύτερο παρ. 1 του ν. 4335/2015, προκύπτει ότι είναι απαράδεκτη η προβολή, πρώτη φορά, στην κατ’ έφεση δίκη πραγματικών ισχυρισμών που δεν προτάθηκαν ή δεν προτάθηκαν παραδεκτά στην πρωτόδικη δίκη, εκτός αν προτείνονται από τον εφεσίβλητο, ως υπεράσπιση κατά της έφεσης και δεν μεταβάλλεται, με τους ισχυρισμούς αυτούς, η ιστορική βάση της αγωγής ή γεννήθηκαν μετά την τελευταία συζήτηση στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο ή συντρέχουν οι προϋποθέσεις του άρθρου 269 ΚΠολΔ, δηλαδή α) αν το δικαστήριο κρίνει ότι οι πραγματικοί ισχυρισμοί δεν προβλήθηκαν έγκαιρα με τις προτάσεις από δικαιολογημένη αιτία, β) αν αυτοί προέκυψαν για πρώτη φορά μεταγενέστερα, γ) αν αποδεικνύονται με δικαστική ομολογία του αντιδίκου και δ) αν αποδεικνύονται με έγγραφο, χωρίς πλέον την πρόσθετη προϋπόθεση να κρίνει το δικαστήριο ότι ο διάδικος δεν γνώριζε, ούτε μπορούσε να πληροφορηθεί έγκαιρα, την ύπαρξη του εγγράφου, η οποία απαλείφθηκε με το άρθρο 27 του ν. 3994/2011.
Σε όλες τις περιπτώσεις της βραδείας προβολής ισχυρισμού το δικαστήριο της ουσίας διαμορφώνει την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του ως προς το αν είναι ή όχι δικαιολογημένη η βραδεία προβολή αυτού ή ως προς το αν συντρέχει ή όχι κατά περίπτωση μία από τις παραπάνω προϋποθέσεις μετά από έρευνα των στοιχείων της δικογραφίας (ΑΠ 1087/2014, ΑΠ 752/2011).
Το απαράδεκτο της υποβολής νέων αιτήσεων ή νέων ισχυρισμών (άρθρ. 223, 224, 526 και 527 ΚΠολΔ) ελέγχεται αναιρετικά με τους λόγους από τους αριθμούς 8 εδάφ. α’ και 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ (ΑΠ Ολομ. 2/2005, ΑΠ 394/2011, ΑΠ 128/2008). Όπως έχει προαναφερθεί, ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ είναι αόριστος, αν στο αναιρετήριο δεν ιστορείται ότι το απαράδεκτο προτάθηκε από τον αναιρεσείοντα ενώπιον του δικαστηρίου της ουσίας.
Στην προκείμενη περίπτωση, με τον δεύτερο λόγο αναίρεσης, κατά το δεύτερο σκέλος του, η αναιρεσείουσα προβάλλει την από το άρθρο 559 αριθμ. 14 ΚΠολΔ πλημμέλεια, δηλαδή ότι το Εφετείο, παρά το νόμο, δεν απέρριψε, ως απαράδεκτη, την από 25-7-2014 έφεση της αναιρεσίβλητης, καθόσον, όπως, κατά λέξη, αναγράφεται στο αναιρετήριο (στην 23η σελίδα του), "...απλή ανάγνωση του...
δικογράφου της έφεσης της αντιδίκου αρκεί για να τεκμηριώσει το, αυτεπάγγελτα λαμβανόμενο υπ’ όψιν από το δικαστήριο, απαράδεκτο αυτού, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 526 και 527 ΚΠολΔ, αφού μεταβάλλεται παντελώς η ιστορική βάση της αγωγής της αντιδίκου και προβάλλονται για πρώτη φορά ισχυρισμοί της στην κατ’ έφεση δίκη, που μπορούσαν να προταθούν και πρωτοδίκως".
Ο λόγος αυτός, κατά το κρινόμενο σκέλος του, είναι, κυρίως, απαράδεκτος, διότι, σύμφωνα με όσα έχουν παρατεθεί στην προηγούμενη σκέψη της παρούσας, δεν μνημονεύεται στο αναιρετήριο ότι ο θεμελιωτικός του λόγου τούτου ισχυρισμός προτάθηκε, με σαφή και ορισμένο τρόπο, στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο. Ειδικότερα, όπως προκύπτει και από την παραδεκτή, κατ’ άρθρ. 561 παρ.2 ΚΠολΔ, επισκόπηση των από 23-11-2015 εφετειακών προτάσεων της αναιρεσείουσας, δεν προβλήθηκε απ’ αυτήν με σαφήνεια τέτοιος συγκεκριμένος ισχυρισμός, όπως απαιτείται, κατ’ άρθρ. 562 παρ. 2 ΚΠολΔ, αν και μπορούσε να προβληθεί, χωρίς, παράλληλα, να εμπίπτει στις εξαιρέσεις της ίδιας παραγράφου του άρθρου αυτού.
Απλώς, η αναιρεσείουσα, τότε εφεσίβλητη, ανέφερε (στις σελίδες 1η έως και 3η, καθώς και 20η των προτάσεών της) ότι "...μία απλή σύγκριση του μεγέθους του δικογράφου της έφεσης και της αγωγής της αντιδίκου αρκεί για να καταλάβει κάποιος ότι το δικόγραφο της υπό κρίση έφεσης είναι απαράδεκτο κατ’ άρθρα 526 και 527 ΚΠολΔ" και, ακολούθως, επικαλούμενη τις διατάξεις των άρθρων 526, 527, 269, 237 παρ. 3, 106, 111, 216 παρ. 1, 224, 335, 337, 338 και 559 αριθμ. 1 και 8 ΚΠολΔ, παρέθεσε την έννοια που αποδίδει σε αυτές, χωρίς, όμως, να αποσαφηνίζει ποίοι είναι οι νέοι πραγματικοί ισχυρισμοί και ποίες είναι οι νέες αιτήσεις που περιέχονται στο δικόγραφο της έφεσης και που μετέβαλαν την ιστορική βάση και το αίτημα της ένδικης αγωγής, κατά το μέρος που αυτή έγινε δεκτή, τελεσίδικα, με αποτέλεσμα ο σχετικός ισχυρισμός της που θεμελιώνει και τον παρόντα λόγο αναίρεσης να είναι απαράδεκτος, εξαιτίας της αοριστίας του.
5. Κατά το άρθρο 559 αριθμ. 11 εδάφ. β’ ΚΠολΔ ιδρύεται λόγος αναίρεσης, αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη αποδείξεις που δεν προσκομίστηκαν. Για το παραδεκτό του λόγου αυτού, πρέπει να εκτίθεται στο αναιρετήριο, μεταξύ των άλλων, και ότι το παραπάνω απαράδεκτο είχε νόμιμα προβληθεί από τον αναιρεσείοντα στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν συντρέχει κάποια από τις τρεις περιπτώσεις της παραγράφου 2 του άρθρου 562 ΚΠολΔ.
Εξάλλου, κατά το άρθρο 529 παρ. 1 εδάφ. α’ ΚΠολΔ, στην κατ’ έφεση δίκη επιτρέπεται να γίνει επίκληση και προσαγωγή νέων αποδεικτικών μέσων, ενώ, κατά την παράγραφο 2 του ίδιου άρθρου, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο μπορεί να αποκρούσει τα αποδεικτικά μέσα που προσάγονται για πρώτη φορά σ’ αυτό ως απαράδεκτα, αν κατά την κρίση του ο διάδικος δεν τα είχε προσκομίσει στην πρωτόδικη δίκη από πρόθεση στρεψοδικίας ή από βαριά αμέλεια.
Με τις διατάξεις αυτές εισάγεται ο δικονομικός κανόνας ότι στην κατ’ έφεση δίκη είναι, κατ’ αρχήν, επιτρεπτή η επίκληση και προσαγωγή νέων αποδεικτικών μέσων και ειδικότερα εγγράφων, παρέχεται όμως στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο η δυνατότητα να αποκρούσει ως απαράδεκτα τα έγγραφα, τα οποία προσκομίζονται, πρώτη φορά, σε αυτό, αν κατά την ανέλεγκτη, αναιρετικά, κρίση του ο διάδικος δεν τα προσκόμισε στην πρωτοβάθμια δίκη από πρόθεση στρεψοδικίας ή από βαριά αμέλεια, ενώ δεν απαιτείται να διαλαμβάνεται ειδική αιτιολογία για ποία αιτία αυτά λήφθηκαν υπόψη (ΑΠ 692/2016, ΑΠ 315/2015, ΑΠ 17/2015).
Τα εν λόγω έγγραφα είναι παραδεκτά στην κατ’ έφεση δίκη αν η νόμιμη επίκληση και προσκόμισή τους γίνει με τις ενώπιον του εφετείου προτάσεις των διαδίκων (ΑΠ 315/2015). Στην παρούσα περίπτωση, με τον ίδιο πιο πάνω δεύτερο λόγο αναίρεσης, κατά το τρίτο σκέλος του, κατ’ επίκληση παράβασης από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, πράγματι, όμως, από τον αριθμό 11 εδάφ.
β’ του ίδιου άρθρου, αποδίδεται η αιτίαση ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη και αξιολόγησε, μαζί με τα υπόλοιπα αποδεικτικά μέσα, τα αναγραφόμενα στις σελίδες 23 και 24 του αναιρετηρίου έγγραφα, ενώ έπρεπε να τα αποκρούσει και να μη τα λάβει υπόψη ως απαράδεκτα, επειδή τα έγγραφα αυτά δεν προσκομίστηκαν στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο από βαριά αμέλεια της αναιρεσίβλητης.
Ο λόγος αυτός, κατά το εξεταζόμενο σκέλος του, είναι, κυρίως, απαράδεκτος, διότι δεν αναφέρεται στο αναιρετήριο ότι ο θεμελιωτικός του λόγου τούτου ισχυρισμός προτάθηκε στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο, ούτε από την παραδεκτή επισκόπηση των πιο πάνω, από 23-11-2015, εφετειακών προτάσεων της αναιρεσείουσας προκύπτει κάτι τέτοιο, αν και ο ισχυρισμός αυτός μπορούσε να προβληθεί, χωρίς, παράλληλα, να εμπίπτει στις εξαιρέσεις της παραγράφου 2 του άρθρου 559 ΚΠολΔ.
Σε κάθε, πάντως, περίπτωση, τα έγγραφα αυτά, που με επίκληση προσκομίστηκαν νόμιμα, δεν αποκρούστηκαν από το δευτεροβάθμιο δικαστήριο ως απαράδεκτα, δηλαδή ότι δεν προσκομίστηκαν στην πρωτόδικη δίκη από στρεψοδικία ή από βαριά αμέλεια, όπως ανέλεγκτα έκρινε το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του. 6.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο πιο πάνω λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία).
Για να είναι ορισμένος ο λόγος αυτός πρέπει να διαλαμβάνονται στο αναιρετήριο: α) οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης ή μνεία ότι αυτή δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, β) ο ισχυρισμός (αγωγικός, ένσταση) και τα περιστατικά που προτάθηκαν για τη θεμελίωσή του, ως προς τον οποίο η έλλειψη, η ανεπάρκεια ή η αντίφαση και η σύνδεσή του με το διατακτικό και γ) εξειδίκευση του σφάλματος του δικαστηρίου, δηλαδή, αν πρόκειται για παντελή έλλειψη αιτιολογίας, μνεία μόνο τούτου, αν πρόκειται για ανεπαρκή αιτιολογία, ποία επιπλέον περιστατικά έπρεπε να αναφέρονται ή ως προς τι υπάρχει έλλειψη νομικού χαρακτηρισμού και, αν πρόκειται για αντιφατικές αιτιολογίες, ποίες είναι αυτές, σε τι συνίσταται η αντίφαση και από πού προκύπτει.
Δεν έχει, όμως, εφαρμογή η παραπάνω διάταξη, όταν οι ελλείψεις ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων και, ιδίως, στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος που εξάγεται απ’ αυτές, γιατί στην κρίση του αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανέλεγκτα κατά το άρθρο 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ, εκτός αν δεν είναι σαφές και πλήρες το πόρισμα και για το λόγο αυτόν γίνεται αδύνατος ο αναιρετικός έλεγχος.
Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή γιατί δεν αποδείχθηκε. Τα επιχειρήματα του δικαστηρίου που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές, με βάση τις οποίες διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και, συνεπώς, δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης, ώστε, στο πλαίσιο της υπόψη διάταξης του άρθρου 559 αριθμ. 19 του ΚΠολΔ, αυτή να επιδέχεται μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναίρεσης ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς, οπότε ο σχετικός λόγος αναίρεσης είναι απαράδεκτος.
Εξάλλου, ο αναφερόμενος στο άρθρο αυτό όρος "ζητήματα", επί των οποίων η έλλειψη, ανεπάρκεια ή αντίφαση αιτιολογιών καθιστούν την απόφαση αναιρετέα, είναι ταυτόσημος του όρου "πράγματα", των οποίων η παρά το νόμο λήψη ή μη λήψη υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας ιδρύει λόγο αναίρεσης από τον αριθμό 8 του ίδιου άρθρου.
Ως "πράγματα", όπως έχει προεκτεθεί, νοούνται οι αυτοτελείς ισχυρισμοί που τείνουν στη θεμελίωση ή κατάλυση του ασκούμενου με την αγωγή ή την ένσταση δικαιώματος, όχι όμως και εκείνοι που ανάγονται στη βαρύτητα ενός αποδεικτικού μέσου και γενικά στην εκτίμηση των αποδείξεων, στην ανάλυση και στάθμισή τους και την αιτιολόγηση του εξαγόμενου πορίσματος, που διατυπώθηκε στην απόφαση σαφώς.
Δεν αποτελούν "πράγματα", κατά την προαναφερόμενη έννοια, η επίκληση των αποδεικτικών μέσων και του περιεχομένου τους, τα επιχειρήματα ή συμπεράσματα από την εκτίμηση των αποδείξεων, έστω και αν προτείνονται ως λόγος έφεσης ή ως αιτιολογημένη άρνηση της αγωγής, ένστασης κ.λπ. και οι νομικοί ισχυρισμοί και η νομική επιχειρηματολογία (ΑΠ 545/2014, ΑΠ 1182/2012).
Στην ερευνώμενη περίπτωση, με τον τρίτο (και τελευταίο) λόγο αναίρεσης, από τους αριθμούς 8 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, η εκμισθώτρια - αναιρεσείουσα μέμφεται το Εφετείο ότι με την προσβαλλόμενη απόφασή του: 1) δεν έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό της ότι "...η αντίδικη αφαιρεί από τα αποτελέσματα χρήσης για να εμφανίζει ζημίες τα ενοίκια προς την εταιρεία μας, τα οποία δεν καταβάλλει..." και, παράλληλα, 2) δέχεται, αντιφατικά, αλλιώς, με ανεπαρκή αιτιολογία, αφενός μεν, τη μείωση του κύκλου εργασιών ("τζίρου") της αναιρεσίβλητης, αφετέρου δε, στηρίζει την κρίση του, τελικά, στα καθαρά (προ φόρων) αποτελέσματα των αναφερόμενων οικονομικών χρήσεων αυτής, ενώ, αν αφαιρούνταν και δεν συνυπολογίζονταν τα μισθώματα των ετών 2011, 2012 και 2013 που δεν είχαν καταβληθεί στην αναιρεσείουσα, τότε το πρόσημο των αποτελεσμάτων των επικαλούμενων από την αναιρεσίβλητη οικονομικών χρήσεων θα ήταν θετικό.
Ο λόγος αυτός είναι, κυρίως, απαράδεκτος. Ειδικότερα, 1) κατά το μέρος που επιχειρείται να θεμελιωθεί στη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ.8 ΚΠολΔ, διότι: α) οι παραπάνω ισχυρισμοί της αναιρεσείουσας δεν αποτελούν αυτοτελείς ισχυρισμούς και, επομένως, δεν συνιστούν "πράγματα", κατά την έννοια της προαναφερόμενης διάταξης, αλλά συνιστούν πραγματικά επιχειρήματα που ανάγονται στην ανάλυση, στάθμιση και αξιολόγηση του πορίσματος που έχει εξαχθεί από τις αποδείξεις και β) σε κάθε περίπτωση, το Εφετείο έλαβε υπόψη τους ισχυρισμούς αυτούς και, εκ του πράγματος, τους απέρριψε και 2) κατά το μέρος που επιχειρείται να θεμελιωθεί στη διάταξη του αριθμού 19 του ίδιου άρθρου, αλλά και στον αριθμό 8, διότι, με την επίφαση αναιρετικής πλημμέλειας από τους λόγους αυτούς, προβάλλονται αιτιάσεις για την, κατ’ άρθρ. 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, αναιρετικά ανέλεγκτη εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών, την αιτιολόγηση, το συσχετισμό και την ανάλυση των αποδείξεων από το Εφετείο, ως προς τις οποίες η αναιρεσείουσα έχει διαφορετική ουσιαστική προσέγγιση, καθώς και για τη σαφήνεια, επάρκεια και πειστικότητα των επιχειρημάτων, με βάση τα οποία αυτό στήριξε το αποδεικτικό του πόρισμα που εκτίθεται σαφώς, ως προς το πιο πάνω ζήτημα.
7. Μετά από αυτά, η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί και να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου, που έχει καταθέσει η αναιρεσείουσα, στο δημόσιο ταμείο (άρθρο 495 παρ. 3 εδάφ. ε’ του ΚΠολΔ, όπως ισχύει και εφαρμόζεται στην παρούσα υπόθεση μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του ν. 4335/2015 που ισχύει, κατ’ άρθρ. 1 άρθρο ένατο παρ. 2 και 4 αυτού, για τα ένδικα μέσα που κατατίθενται από 1-1-2016). Τέλος, η αναιρεσείουσα που νικήθηκε στη δίκη πρέπει να καταδικαστεί στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσίβλητης, που κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημά της (άρθρα 176, 183, 189 παρ. 1, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 25 Μαΐου 2016 και με αύξοντα αριθμό κατάθεσης ...-5-2016 αίτηση της "ΕΤΑΙΡΕΙΑΣ ΑΚΙΝΗΤΩΝ ΔΗΜΟΣΙΟΥ ΑΕ" για αναίρεση της 1263/2016 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.
Διατάζει την εισαγωγή του παραβόλου, που έχει καταθέσει η αναιρεσείουσα, στο δημόσιο ταμείο.
Και
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 5 Μαΐου 2017.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 22 Μαΐου 2017.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ