Supreme Court dismisses appeal on inadmissibility grounds for ignoring facts that were already examined and rejected by the lower court.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's request for cassation against the Court of Appeal's decision in a commercial dispute involving negotiable instruments. The appellant argued the lower court ignored facts regarding the validity of checks, but the court found these claims were already substantively examined and rejected by the appellate court. Consequently, the appeal was deemed inadmissible because the lower court had already addressed the alleged omissions.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559 no. 8, 577 para. 3 of the Code of Civil Procedure; An appeal based on the alleged non-examination of facts is inadmissible if the lower court examined the claim and rejected it substantively by accepting contrary facts as proven.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1398 / 2021 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1398/2021
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
A2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Θεόδωρο Κανελλόπουλο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αικατερίνη Κρυσταλλίδου, Μυρσίνη Παπαχίου, Μαρία Ανδρικοπούλου και Μαρί Δεργαζαριάν - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 27 Σεπτεμβρίου 2021, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Μ. Π. του Γ., κατοίκου ... Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Κωνσταντίνο Βαμιαδάκη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.
Της αναιρεσίβλητης: ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "... Ανώνυμη Εταιρεία" και τον διακριτικό τίτλο "..." που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Φλώρα Τριανταφύλλου, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., στην οποία αναφέρεται ότι παρίσταται η "...", ως καθολική διάδοχος της ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "... Α.Ε.".
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 8-8-2011 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Ρεθύμνης.
Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 75/2014 του ίδιου Δικαστηρίου και 60/2018 του Εφετείου Κρήτης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 1-04-2019 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με τη κρινόμενη από 1-4-2019 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα, κατά την τακτική διαδικασία, με αριθμό 60/2018 απόφαση του Εφετείου Δυτικής Κρήτης, που έκανε δεκτή την έφεση της ενάγουσας και ήδη αναιρεσίβλητης κατά της υπ' αριθ. 75/2014 οριστικής απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Ρεθύμνου, με την οποία είχε απορριφθεί ως κατ' ουσία αβάσιμη η αγωγή της αναιρεσίβλητης κατά του αναιρεσείοντος. Η αίτηση ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα και, συνεπώς, είναι παραδεκτή [άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ.1 ΚΠολΔ], πρέπει δε να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ.3 ΚΠολΔ).
Από τη διάταξη του άρθρου 914 του ΑΚ, κατά την οποία όποιος ζημιώσει άλλον παράνομα και υπαίτια έχει υποχρέωση να τον αποζημιώσει, προκύπτει ότι μεταξύ των προϋποθέσεων της αδικοπρακτικής ευθύνης είναι ο παράνομος χαρακτήρας της πράξεως και ο αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ του ζημιογόνου γεγονότος και της ζημίας.
Παράνομη είναι και η έκδοση ακάλυπτης επιταγής σύμφωνα με το άρθρο 79 παρ. 1 του Ν.5960/1933, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 του ΝΔ. 1325/1972, κατά το οποίο τιμωρείται με τις προβλεπόμενες σε αυτό ποινές εκείνος που εκδίδει επιταγή, χωρίς να έχει αντίστοιχα διαθέσιμα κεφάλαια στην πληρώτρια Τράπεζα κατά τον χρόνο της έκδοσης ή της πληρωμής της επιταγής.
Με την έλλειψη διαθεσίμων κεφαλαίων εξομοιώνεται και η εντολή που δίνει ο εκδότης στην πληρώτρια Τράπεζα να μην πληρώσει από τα κεφάλαιά του, καθόσον στην περίπτωση αυτή δεσμεύεται η Τράπεζα να μην πληρώσει την επιταγή από τα διαθέσιμα κεφάλαια του εκδότη, τα οποία μεταβάλλονται σε μη διαθέσιμα για τον πληρωτή (ΑΠ 874/2014 [ποιν]) Από την ποινική αυτή διάταξη, που θεσπίστηκε για την προστασία όχι μόνον του δημοσίου, αλλά και του ιδιωτικού συμφέροντος, σε συνδυασμό με τις διατάξεις των άρθρων 297, 298 και 914 επ.
ΑΚ, προκύπτει ότι εκείνος που εκδίδει ακάλυπτη επιταγή, ζημιώνοντας έτσι παράνομα και υπαίτια άλλον, υποχρεούται να τον αποζημιώσει. Δικαιούχος της αποζημιώσεως είναι όχι μόνον ο κομιστής της επιταγής κατά τον χρόνο της εμφανίσεώς της (τελευταίος κομιστής), αλλά και κάθε υπογραφέας που πλήρωσε την επιταγή, ως εξ αναγωγής υπόχρεος και έγινε κομιστής, αφού αυτός υφίσταται τελικά τη ζημία από τη μη πληρωμή της επιταγής, η δε ζημία αυτού είναι απότοκος της παράνομης συμπεριφοράς του εκδότη και τελεί σε πρόσφορη αιτιώδη συνάφεια με αυτή.
Για τη θεμελίωση αυτής της αγωγής από αδικοπραξία αρκεί ο ενάγων να επικαλεσθεί και να αποδείξει ότι ο εκδότης - εναγόμενος εξέδωσε την επιταγή αυτή δόλια, δηλαδή ενώ γνώριζε ότι δεν είχε αντίστοιχα με την αξία της επιταγής διαθέσιμα κεφάλαια στην πληρώτρια τράπεζα κατά τον χρόνο εκδόσεως ή πληρωμής και ότι η επιταγή αυτή εμφανίσθηκε προς πληρωμή μέσα στην οκταήμερη προθεσμία με αφετηρία την αναγραφόμενη επί του σώματος αυτής (επιταγής) ημεροχρονολογίας εκδόσεώς της.
Ο εκδότης ακάλυπτης επιταγής είναι υποχρεωμένος να αποζημιώσει τον κομιστή της, ακόμη και αν αυτή είναι μεταχρονολογημένη, οπότε ευθύνεται κατά τα άρθρα 28, 29 §§ 1 & 4 και 56 του Ν. 5960/1933, αν η επιταγή εμφανισθεί προς πληρωμή οποτεδήποτε εντός του χρονικού διαστήματος, που αρχίζει από την επομένη της ημέρας που πραγματικώς εκδόθηκε και λήγει την όγδοη ημέρα μετά την αναγραφόμενη στο σώμα της επιταγής ημεροχρονολογία εκδόσεως (ΟλΑΠ 29/2007, Ολομ.ΑΠ 25/2007, ΑΠ 29/2020, ΑΠ 179/2019).
Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 1251 του ΑΚ, που προβλέπει την ενεχυρίαση τίτλου σε διαταγή, και 38 του ν.δ. 17.7/13.8.1923 "περί ειδικών διατάξεων επί ανωνύμων εταιριών", το οποίο εξακολουθεί να ισχύει κατά το άρθρο 41 παρ. 1 του ΕισΝΑΚ, προκύπτει, ότι μεταξύ των τίτλων σε διαταγή, που ενεχυριάζονται με οπισθογράφηση, χωρίς άλλη διατύπωση, κατά την παραπάνω διάταξη του άρθρου 1251 ΑΚ, είναι και η επιταγή.
Η μη αναζήτηση τιμολογίων ή άλλων παραστατικών από την πλευρά της Τράπεζας ή οποιουδήποτε άλλου κομιστή της επιταγής κατά την ενεχυρίαση των τίτλων δεν οδηγεί άνευ ετέρου στην επιβεβαίωση και κατάφαση γνώσης, όπως αυτή απαιτείται από τη διάταξη του άρθρου 22 του νόμου 5960/1933, για την ύπαρξη οποιασδήποτε προσωπικής ένστασης, την οποία είναι δυνατό να διατηρεί βάσιμα ο εκδότης της επιταγής σε βάρος του λήπτη αυτής.
Η γνώση θα πρέπει να επιβεβαιώνεται θετικά και να προκύπτει από συγκεκριμένα πραγματικά περιστατικά και να μη συνάγεται απλώς συμπερασματικά, αφού η καλή πίστη του κομιστή της επιταγής τεκμαίρεται και κατά συνέπεια δεν είναι αρκετή η επισήμανση της παράλειψης της Τράπεζας να προβεί στην αναζήτηση τιμολογίων ή άλλων εγγράφων, που να πιστοποιούν την υποκείμενη αιτία, για την κατάφαση γνώσης της για οποιαδήποτε προσωπική ένσταση (καταπιστευτική επιταγή, επιταγή "ευκολίας", εικονικότητα, τοκογλυφία κ.λπ.), αφού η παράλειψη αυτή είναι δυνατό να οφείλεται όχι μόνο σε δόλο, αλλά και σε αμέλεια ακόμη, η οποία υπό την εκδοχή αυτή αναβαθμίζεται ανεπίτρεπτα σε μέγεθος ισοδύναμο προς εκείνο του δόλου.
Πέραν αυτού, η αξίωση απέναντι στην Τράπεζα ή οποιονδήποτε άλλον κομιστή της επιταγής για την προσκόμιση σ` αυτούς τιμολογίων, που να πιστοποιούν προηγούμενες συναλλακτικές σχέσεις των ενεχόμενων από την επιταγή προσώπων μεταξύ τους (εκδότη και λήπτη, λήπτη και πρώτου οπισθογράφου, πρώτου και δεύτερου οπισθογράφου, δεύτερου και τρίτου οπισθογράφου κ.ο.κ., μέχρι τον τελευταίο κομιστή), στο πλαίσιο των οποίων έχει λάβει χώρα η έκδοση ή καθεμία από τις οπισθογραφήσεις της επιταγής, δεν επιβάλλεται από καμία διάταξη νόμου, ούτε και συνιστά στοιχείο της επιμέλειας, που απαιτείται στις συναλλαγές κατά τον κανόνα του άρθρου 330 εδ.
β του ΑΚ (ΑΠ 1122/2019, ΑΠ 353/2015) και άρα η μη ανταπόκριση της Τράπεζας, ως τελευταίας κομίστριας της επιταγής, στο μέτρο αυτό της μη αναγκαίας επιμέλειας, δεν καθιστά καταχρηστική, υπό την έννοια του άρθρου 281 του ΑΚ, την άσκηση της αξίωσης του ουσιαστικού δικαίου από το αξιόγραφο, με την εμφάνισή του για πληρωμή, τη βεβαίωση για τη μη πληρωμή κ.τ.λ., από τη δικαιούχο της αξίωσης αυτής τελευταία κομίστρια της επιταγής (ΑΠ 1346/2017).
Εξάλλου, οποιαδήποτε εγκύκλιος ή τραπεζική πρακτική έχουν σχέση αποκλειστικά και μόνο με την εσωτερική λειτουργία των καταστημάτων των Τραπεζών, αφορούν την έκδοση διαταγών, οδηγιών ή και κατευθύνσεων για τη ρύθμιση θεμάτων εσωτερικής οργάνωσης και λειτουργίας της υπηρεσίας τους και δεν έχουν ισχύ νόμου, με αποτέλεσμα να μη γεννώνται δικαιώματα και υποχρεώσεις από αυτές.
Επιπροσθέτως, οι εσωτερικές σχέσεις και ιδιαίτερες συμφωνίες μεταξύ του εκδότη και της λήπτριας της επιταγής σχετικά με το αξιόγραφο και την άσκηση των αξιώσεων από αυτό, πρέπει να αποδεικνύονται από τα υπάρχοντα αποδεικτικά στοιχεία, ότι εμπίπτουν στο πεδίο της γνώσης της τράπεζας ή άλλης τελευταίας κομίστριας, δεδομένου, ότι τούτο προϋποθέτει, ότι η αμέσως με αυτή συναλλασσόμενη, λήπτρια της επιταγής, θα αποκάλυπτε σε αυτή τις εν λόγω συμφωνίες, κάτι που πρέπει να αποδεικνύεται, ότι συνέβη.
Η υιοθέτηση αντίθετης άποψης θα οδηγούσε στην πλήρη ανατροπή της αρχής του αναιτιώδους χαρακτήρα της ενοχής από την επιταγή και θα καθιστούσε την αιτία (causa), τόσο της έκδοσης αυτής, όσο και των οπισθογραφήσεών της, "εν τοις πράγμασι", σε στοιχείο του αξιογράφου, κάτι που θα οδηγούσε στην αντιστροφή του συστήματος, που καθιερώνεται με τον νόμο 5960/1933, δεδομένου, ότι από τις διατάξεις του νόμου αυτού, συνάγεται, ότι η ενοχή από την επιταγή είναι αναιτιώδης, ότι η αιτία έκδοσης και οπισθογράφησής της δεν αποτελεί στοιχείο της επιταγής και ότι αποκαλύπτεται η αιτία μόνο με την προβολή σχετικής ένστασης, πως η αιτία εξέλιπε (έληξε ή δεν επακολούθησε), ή ήταν εξαρχής ανύπαρκτη, παράνομη, ανήθικη, ελαττωματική κ.τ.λ., από τον οφειλέτη, που καλείται για την πληρωμή της, είτε με την άσκηση αγωγής εναντίον του, είτε με την έκδοση σε βάρος του διαταγής πληρωμής (ΑΠ 50/2020, ΑΠ 1347/2018).
Εξάλλου, κατά το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ ιδρύεται λόγος αναίρεσης για ευθεία παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, αν αυτός δεν εφαρμόσθηκε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή αν εφαρμόσθηκε, ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθινή. Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ` ουσίαν την υπόθεση η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στον νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παραβίαση. Τούτο συμβαίνει, όταν το δικαστήριο εφάρμοσε τον νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε τον νόμο παρότι τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται.
Περαιτέρω, κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και υφίσταται έτσι εκ πλαγίου παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, όταν από τις παραδοχές της, που περιλαμβάνονται στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της και αποτελούν το αιτιολογικό της, δεν προκύπτουν καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του για ζήτημα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με αποτέλεσμα έτσι, να μην μπορεί να ελεγχθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόσθηκε (ΟλΑΠ 1/1999).
Ειδικότερα, ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει, όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά τον νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση, στη συγκεκριμένη περίπτωση, της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι δε και όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση αυτή εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα.
Δηλαδή δεν υπάρχει ανεπάρκεια αιτιολογίας, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτική, αλλά πλήρη αιτιολογία, αφού αναγκαίο να εκτίθεται σαφώς στην απόφαση είναι μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε και όχι ο λόγος για τον οποίο αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε. Συνακόλουθα, τα επιχειρήματα του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση απλώς των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές διαμορφωτικές του αποδεικτικού πορίσματός του και επομένως, αιτιολογία της απόφασης, ικανή να ελεγχθεί αναιρετικά με τον παραπάνω λόγο για ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα, ούτε ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, αν το δικαστήριο της ουσίας δεν ανέλυσε ιδιαιτέρως ή διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς τους (ΑΠ 29/2020).
Στην προκειμένη περίπτωση με τον πρώτο λόγο της αναίρεσης αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η πλημμέλεια της εσφαλμένης εφαρμογής του νόμου, όπως ορίζεται στο άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ και ειδικότερα ότι παραβίασε τις ουσιαστικές διατάξεις των άρθρων 28, 29 παρ. 1 και 4, 56 και 79 του ν. 5960/1933, σε συνδυασμό με τις διατάξεις των άρθρων 297, 298, 300, 330 και 914 ΑΚ.
Με τον ίδιο λόγο αναίρεσης αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η πλημμέλεια ότι παραβίασε εκ πλαγίου τις διατάξεις των άρθρων 297, 330 και 914 ΑΚ.
Στην συγκεκριμένη περίπτωση, από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι το Εφετείο, εκτιμώντας το σύνολο των αποδεικτικών μέσων, που νόμιμα προσκόμισαν με επίκληση οι διάδικοι, δέχτηκε, μεταξύ άλλων, ως προς την ουσία της υπόθεσης και τα ακόλουθα: "Ο πρώτος εναγόμενος (αναιρεσείων) τυγχάνει νόμιμος εκπρόσωπος και διαχειριστής της εταιρείας περιορισμένης ευθύνης με την επωνυμία "...".
Κατά την άσκηση των ανατιθεμένων σ' αυτόν καθηκόντων εξέδωσε στο Ρέθυμνο τις παρακάτω δίγραμμες μεταχρονολογημένες επιταγές της τράπεζας ... σε διαταγή της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "...": 1) τη με αριθμό ... επιταγή με ημερομηνία έκδοσης 30-9-2010, ποσού 70.000 ευρώ και 2) τη με αριθμό ... επιταγή με ημερομηνία έκδοσης 31-12-2010 ποσού 70.000 ευρώ, σε χρέωση του λογαριασμού της παραπάνω εταιρείας περιορισμένης ευθύνης στην πληρώτρια τράπεζα.
Τις επιταγές αυτές η λήπτρια εταιρεία "..." τις μεταβίβασε με οπισθογράφηση λόγω ενέχυρου στην ενάγουσα τράπεζα (αναιρεσίβλητη), τις οποίες ενεχυρίασε σε τηρούμενο από τη μεταξύ τους σύμβαση ανοιχτό (αλληλόχρεο) λογαριασμό και έτσι αυτή κατέστη νόμιμη δικαιούχος και κάτοχος των εν λόγω επιταγών. Οι επιταγές αυτές προεξοφλήθηκαν από την ενάγουσα και στη συνέχεια η τελευταία τις εμφάνισε νόμιμα και εμπρόθεσμα στην πληρώτρια τράπεζα, μέσω του γραφείου συμψηφισμού στις 30-9-2010, πλην όμως δεν πληρώθηκαν λόγω εντολής μη πληρωμής από την εκδότρια εταιρεία περιορισμένης ευθύνης.
Η μη πληρωμή των παραπάνω επιταγών λόγω εντολής μη πληρωμής, η οποία βεβαιώθηκε από την πληρώτρια τράπεζα με σχετική επισημείωση στα σώματα αυτών, ισοδυναμεί με έλλειψη αντίστοιχων διαθέσιμων κεφαλαίων στον πληρωτή κατά τον χρόνο της πληρωμής. Ο πρώτος εναγόμενος με την προσθήκη των πρωτόδικων προτάσεων του αλλά και με τις προτάσεις του της κατ' έφεση δίκης ισχυρίζεται ότι με την παραπάνω ιδιότητά του εξέδωσε και παρέδωσε τις εν λόγω επιταγές στην εταιρεία "..." χάριν καταβολής του τιμήματος ισόποσου των επιταγών εμπορευμάτων, των οποίων δεν έγινε η συμφωνημένη παράδοση και για το λόγο αυτό με την παραπάνω ιδιότητά του έδωσε την ως άνω εντολή μη πληρωμής.
Ο ισχυρισμός αυτός του πρώτου εναγομένου, που απαράδεκτα προτάθηκε στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο με την προσθήκη των προτάσεων, προβάλλεται παραδεκτά στην κατ' έφεση δίκη, καθόσον από τις διατάξεις των άρθρων 516, 523 και 527 ΚΠολΔ προκύπτει ότι ο πρωτοδίκως νικήσας εναγόμενος δικαιούται, ως εφεσίβλητος, να προβάλει στην κατ' έφεση δίκη πραγματικούς ισχυρισμούς που δεν προτάθηκαν πρωτόδικα προς υπεράσπιση κατά της εφέσεως.
Είναι όμως νόμω αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί, καθόσον τα προαναφερόμενα περιστατικά, και με την εκδοχή ότι είναι αληθινά, δεν ασκούν επιρροή στην προκειμένη δίκη, η οποία έχει ως αντικείμενο την αποζημίωση της ενάγουσας ένεκα της πιο πάνω αδικοπραξίας του πρώτου εναγομένου, αφού το αξιόποινο της έκδοσης επιταγής εν γνώσει της ανυπαρξίας αντίστοιχων διαθέσιμων κεφαλαίων δεν επηρεάζεται από την τυχόν ελαττωματικότητα της αιτίας, για την οποία εκδόθηκε η επιταγή, ανεξαρτήτως αν η επιταγή είναι μεταχρονολογημένη ή δίγραμμη αρκεί μόνο η έλλειψη διαθέσιμων κεφαλαίων είτε κατά τον χρόνο της έκδοσης είτε κατά τον χρόνο της πληρωμής.
Ο πρώτος εναγόμενος, ανακάλεσε τις εν λόγω επιταγές, γεγονός που ισοδυναμεί με έλλειψη διαθεσίμων κεφαλαίων κατά τον χρόνο της πληρωμής και καθιστά αυτόδηλη τη γνώση του, ως προς το στοιχείο αυτό του αδικήματος. Από την παράνομη και υπαίτια ως άνω συμπεριφορά του πρώτου εναγομένου, δηλαδή να εκδώσει επιταγές (για λογαριασμό της εταιρείας που εκπροσωπούσε) εν γνώσει του ότι δεν υπήρχαν τα αντίστοιχα κεφάλαια για την πληρωμή του, η ενάγουσα τελευταία νόμιμη κομίστρια υπέστη ζημία, ίση με τα ποσά των επιταγών, αφού δεν μπόρεσε να εισπράξει την αξία τους.
Η ζημία της ανέρχεται συνολικά σε 140.000 ευρώ και γι' αυτό δικαιούται ισόποση αποζημίωση. Και ναι μεν τις τραπεζικές επιταγές εξέδωσε ο πρώτος εναγόμενος ως νόμιμος εκπρόσωπος της ανωτέρω εταιρείας περιορισμένης ευθύνης, πλην όμως για την αποζημίωση της ενάγουσας ενέχεται και αυτός από αδικοπραξία μαζί με την εταιρεία διότι, επί εκδόσεως ακάλυπτης επιταγής από νομικό πρόσωπο, υπόχρεος σε αποκατάσταση της σχετικής ζημίας του κομιστή είναι και ο νόμιμος εκπρόσωπος αυτού που υπέγραψε την επιταγή ενόψει της μη ύπαρξης αντικρίσματος κατά τον χρόνο της έκδοσης ή της πληρωμής.
Επομένως η αγωγή πρέπει να γίνει δεκτή ως βάσιμη κατ' ουσίαν ως προς τον πρώτο εναγόμενο, ως προς τον οποίο μεταβιβάζεται η υπόθεση στον παρόν Δικαστήριο". Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο δέχθηκε την έφεση της αναιρεσίβλητης, εξαφάνισε την εκκαλουμένη απόφαση και ακολούθως, δικάζοντας την υπόθεση κατ' ουσίαν, δέχθηκε την αγωγή ως προς τον αναιρεσείοντα ως βάσιμη κατ' ουσίαν, υποχρεώνοντας αυτόν να καταβάλει στην αναιρεσβίλητη το ποσό των 140.000 ευρώ με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής έως την εξόφληση.
Έτσι που έκρινε το Εφετείο, ορθά εφάρμοσε τις προαναφερθείσες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις, τις οποίες δεν παραβίασε ούτε εκ πλαγίου, αφού κατέληξε στο αποδεικτικό του πόρισμα με σαφείς, πλήρεις και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο, αξιολογώντας το σύνολο των διαθέσιμων αποδεικτικών μέσων, χωρίς να είναι αναγκαίο να περιλάβει σ` αυτήν άλλες αιτιολογίες προς αποσαφήνιση των όσων δέχθηκε.
Την κρίση του δε αυτή δικαιολογούσαν οι παραδοχές της αναιρεσιβαλλομένης α) ότι οι επίμαχες τραπεζικές επιταγές εκδόθηκαν εις διαταγήν της εταιρίας με την επωνυμία ..., η οποία, ως κομίστρια, αυτών τις μεταβίβασε με οπισθογράφηση λόγω ενεχύρου στην αναιρεσίβλητη και ότι η τελευταία ως νόμιμη κομίστρια αυτών τις εμφάνισε εμπρόθεσμα προς πληρωμή μέσω του γραφείου συμψηφισμού στις 30-9-2010, β) ότι λόγω έλλειψης διαθεσίμων κεφαλαίων δεν πληρώθηκαν, γεγονός που σημειώθηκε επί του σώματος αυτών γ) ότι ο αναιρεσείων γνώριζε την ανυπαρξία κεφαλαίων (μη διαθεσίμων προς πληρωμή των επιταγών) για την πληρωμή των συγκεκριμένων επιταγών, δεδομένου είχε δώσει σχετική εντολή στην πληρώτρια Τράπεζα για τη μη πληρωμή αυτών και δ) ότι η αναιρεσίβλητη υπέστη ζημία που τελεί σε αιτιώδη συνάφεια προς την αδικοπρακτική συμπεριφορά του αναιρεσείοντος.
Οι λοιπές αιτιάσεις για εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου και έλλειψη νόμιμης βάσης, που είναι διάσπαρτες στον πρώτο λόγο της αίτησης αναίρεσης, πλήττουν, με επίφαση την παράβαση του άρθρου 559 αρ. 1 και 19 ΚΠολΔ, την αναιρετικώς ανέλεγκτη (άρθρο 561 παρ. ΚΠολΔ) επί της ουσίας κρίση του Εφετείου (ΑΠ 977/2017, ΑΠ 680/2016).
Με τη διάταξη του αριθμού 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, που στόχο έχει τη διασφάλιση του συζητητικού συστήματος (άρθρ. 106 ΚΠολΔ), αλλά και την αρχή της ακρόασης των διαδίκων (άρθρο 110 παρ. 2 ΚΠολΔ), ορίζεται ότι αναίρεση επιτρέπεται και όταν το δικαστήριο παρά τον νόμο έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδρασή στην έκβαση της δίκης.
Κατά την έννοια της διάταξης αυτής ως "πράγματα" θεωρούνται οι πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων, που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ώς αμυντικό μέσο και άρα στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης (ΟλΑΠ 25/2003, ΟλΑΠ 3/1997, ΟλΑΠ 11/1996, ΑΠ 87/2013).
Για να είναι ορισμένος ο προαναφερόμενος λόγος αναίρεσης, πρέπει να αναφέρονται σ' αυτόν "τα πράγματα", που παρά τον νόμο δεν έλαβε υπόψη το δικαστήριο, παρότι είχαν προταθεί νομίμως από τον αναιρεσείοντα, καθώς και τα στοιχεία εκείνα από τα οποία θα κρινόταν αν τα "πράγματα" είχαν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης (ΑΠ 161/2017, ΑΠ 173/2017, ΑΠ 99/2016).
Δεν αποτελούν "πράγματα" οι αρνητικοί ισχυρισμοί που συνέχονται με την ιστορική βάση της αγωγής, ένστασης ή αντένστασης και αποτελούν αιτιολογημένη άρνηση καθεμιάς εξ αυτών, αφού οι τελευταίοι αποκρούονται με την παραδοχή ως βάσιμων των θεμελιωτικών τους γεγονότων (Ολ ΑΠ 469/1984, ΑΠ 141/2017) ή οι ισχυρισμοί που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου από την εκτίμηση των αποδείξεων, και προβάλλονται προς υποστήριξη των απόψεων των διαδίκων, ούτε οι νομικοί ισχυρισμοί και η νομική επιχειρηματολογία του διαδίκου ή τα πορίσματα των αποδείξεων, τα οποία το δικαστήριο εκτιμά ανελέγκτως, έστω και αν αποτελούν περιεχόμενο λόγου έφεσης, ούτε οι απαράδεκτοι ή αβάσιμοι ισχυρισμοί (ΟλΑΠ 3/1997, ΑΠ 11/2017) ή τα προσκομιζόμενα από τους διαδίκους αποδεικτικά μέσα και τα πραγματικά περιστατικά που προκύπτουν από αυτά (ΟλΑΠ 9/1997, ΑΠ 34/2016, ΑΠ 76/2016).
Στοιχείο ενός αυτοτελούς ισχυρισμού είναι κάθε περιστατικό το οποίο, αφηρημένως λαμβανόμενο, οδηγεί κατά νόμο στη γέννηση ή στην κατάλυση του δικαιώματος που ασκείται με την αγωγή ή την ένσταση. Δεν στοιχειοθετείται, όμως, ο λόγος αυτός αναίρεσης αν ο αυτοτελής πραγματικός ισχυρισμός λήφθηκε υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας και απορρίφθηκε ρητά για οποιοδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό (ΑΠ 69/2016, ΑΠ 725/2012), αλλά και όταν το δικαστήριο αντιμετώπισε και απέρριψε στην ουσία εκ των πραγμάτων προβληθέντα ισχυρισμό, με την παραδοχή ως αποδειχθέντων γεγονότων αντίθετων προς αυτά που τον συγκροτούν και τούτο συνάγεται από το περιεχόμενο της απόφασης (ΟλΑΠ 11/1996, ΑΠ 15/2021, ΑΠ 59/2020, ΑΠ 1386/2015).
Στην προκείμενη περίπτωση ο αναιρεσείων, υπό την επίκληση του άρθρου 559 αρ. 8 ΚΠολΔ, με τον δεύτερο λόγο της αναίρεσης καταλογίζει στο Εφετείο την πλημμέλεια ότι, παρά τον νόμο, δεν έλαβε υπόψη του πράγματα που προτάθηκαν και είχαν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ειδικότερα ο αναιρεσείων με τον λόγο αυτόν της αναίρεσης ισχυρίζεται ότι η αναιρεσίβλητη γνώριζε ή όφειλε να γνωρίζει κατά τη μεταβίβαση σ' αυτήν των εν λόγω επιταγών ότι δεν αντιπροσώπευαν οφειλή της "...
προς την εταιρία ..., καθόσον ήταν μεταχρονολογημένες, δεν έκανε ουσιαστικό έλεγχο για να διαπιστώσει ότι ήταν ήδη γεγεννημένη η αξίωση της λήπτριας από τις επιταγές, δεδομένου ότι δεν ζήτησε να της προσκομισθούν παραστατικά έγγραφα (τιμολόγια- δελτία αποστολής) και εφόσον δεν προέβη στις ως άνω ενέργειες, γνώριζε ότι ήταν δυνατόν να μην εκπληρωθεί ο σκοπός για τον οποίο είχαν εκδοθεί και συνακόλουθα γνώριζε ότι με τη μεταβίβαση σ' αυτή των επιταγών ήταν δυνατόν να ματαιωθεί η προβολή των ενστάσεων της εκδότριας εταιρίας.
Τα ως άνω εκτιθέμενα στον λόγο αυτόν της αναίρεσης αποτελούν αρνητικό ισχυρισμό στην αγωγή της αναιρεσείουσας (βλ. ΑΠ 34/2021, ΑΠ 1804/2012, ΑΠ 1462/2003), η οποία κατά τα προεκτιθέμενα στηρίζεται στις περί αδικοπραξιών διατάξεις και κατά τούτο δεν αποτελεί πράγμα κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ. Επομένως, ο λόγος αυτός της αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος.
Πέραν τούτου, από την επισκόπηση της προσβαλλομένης αποφάσεως, προκύπτει σαφώς ότι οι φερόμενοι ως αγνοηθέντες ισχυρισμοί ερευνήθηκαν από το Εφετείο και απερρίφθησαν, εκ των πραγμάτων, με την παραδοχή ως αποδειχθέντων γεγονότων αντιθέτων προς αυτά που τους συγκροτούν. Κατόπιν των ανωτέρω εκτεθέντων, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης.
Περαιτέρω, πρέπει να διαταχθεί, κατά το άρθρο 495 ΚΠολΔ, η εισαγωγή του παράβολου, που καταβλήθηκε από τον αναιρεσείοντα, στο Δημόσιο Ταμείο. Τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, που κατέθεσε προτάσεις, πρέπει, κατά το σχετικό αίτημά της, να επιβληθούν σε βάρος του αναιρεσείοντος, λόγω της ήττας του, όπως ειδικότερα αναφέρεται στο διατακτικό (άρθρα 176, 183, 191 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 1-4-2019 αίτηση του Μ. Π. για αναίρεση της υπ` αριθ. 60/2018 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Κρήτης.
Διατάσσει την εισαγωγή του παράβολου που καταβλήθηκε από τον αναιρεσείοντα στο Δημόσιο Ταμείο.
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 9 Νοεμβρίου 2021.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 23 Νοεμβρίου 2021.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ