Legislator Case Law & Legislation
1344/2023 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on inadmissibility grounds regarding evidence taken without proper summons in a civil case.

Case Number 1344/2023
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's request for cassation against a lower court decision. The appellant argued that an oath affidavit was improperly admitted because it was taken without summoning the opposing party, violating procedural rules. The court rejected this claim as inadmissible because the specific allegation regarding the evidence's impact on the judgment was not clearly stated in the appeal petition.

Legislator headnote

AI generated

Articles 562 and 559 of the Code of Civil Procedure; The court must reject an appeal ground as inadmissible if the specific allegation regarding the evidence's impact on the judgment is not clearly stated in the appeal petition.

Keywords

AI generated
inadmissible appeal oath affidavit proper summons civil procedure evidence admissibility

Cited Legislation

AI generated
Article 576 paragraph 2 of the Code of Civil Procedure
Article 226 paragraph 4 items b and c of the Code of Civil Procedure
Article 562 paragraph 2 of the Code of Civil Procedure
Article 559 item 11 letter a of the Code of Civil Procedure
Article 495 paragraph 3 of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1344 / 2023 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1344/2023

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Χρήστο Τζανερρίκο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ιωάννα Κλάπα - Χριστοδουλέα, Χρήστο Κατσιάνη, Ασημίνα Υφαντή και Αναστασία Παπαδοπούλου - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 21 Φεβρουαρίου 2022, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Δ. - Σ. Λ. του Γ., κατοίκου Αθηνών, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Κωνσταντίνο Χασομέρη, που ανακάλεσε την από 17/2/2022 δήλωση για παράσταση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, παραστάθηκε στο ακροατήριο και κατέθεσε προτάσεις.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ενώσεως Προσώπων, άνευ νομικής προσωπικότητας, με την επωνυμία "ΜΕΓΑΛΗ ΣΤΟΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ ΤΩΝ ΑΡΧΑΙΩΝ ΕΛΕΥΘΕΡΩΝ ΚΑΙ ΑΠΟΔΕΔΕΓΜΕΝΩΝ ΤΕΚΤΟΝΩΝ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, 2)Β. Κ., κατοίκου …Αττικής, 3) Κ. Π., κατοίκου Αθηνών, 4) Δ. Β., κατοίκου …Αττικής, 5) Π. Λ., κατοίκου Αθηνών, 6) Α. συζύγου Ν. Μ., κατοίκου …Αττικής, ως εκ διαθήκης κληρονόμου του αποβιώσαντος αρχικά εναγομένου Ν. Μ., 7) Ι. συζύγου Χ. Λ., το γένος Ν.. Μ.., κατοίκου …Αττικής, ως εκ διαθήκης κληρονόμου του αποβιώσαντος αρχικά εναγομένου Ν. Μ., 8) Α. θυγατέρας Ν.. Μ.., κατοίκου …Αττικής, ως εκ διαθήκης κληρονόμου του αποβιώσαντος αρχικά εναγομένου Ν. Μ., οι οποίοι δεν παραστάθηκαν στο ακροατήριο ούτε εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 5/9/2011 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 4383/2011 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 3674/2014 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 8-6-2017 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι. Κατά τη διάταξη του άρθρου 576 παρ. 2 του ΚΠολΔ, αν ο αντίδικος εκείνου που επέσπευσε τη συζήτηση δεν εμφανιστεί ή εμφανιστεί, αλλά δεν λάβει μέρος σ` αυτήν με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα και σε καταφατική περίπτωση προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί.

Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 226 παρ. 4 εδ. β` και γ` ΚΠολΔ, που εφαρμόζεται και στην αναιρετική δίκη, κατ` άρθρο 575 εδ. β` του ίδιου Κώδικα, αν η συζήτηση αναβληθεί ο γραμματέας είναι υποχρεωμένος αμέσως μετά το τέλος της συνεδρίασης να μεταφέρει την υπόθεση στη σειρά των υποθέσεων που πρέπει να συζητηθούν κατά τη δικάσιμο που ορίσθηκε.

Κλήση του διαδίκου για εμφάνιση στη δικάσιμο αυτή δεν χρειάζεται και η αναγραφή της υπόθεσης στο πινάκιο ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων. Κατά την έννοια της τελευταίας αυτής διάταξης η αναβολή της υπόθεσης και η εγγραφή αυτής στο πινάκιο του δικαστηρίου για την μετ` αναβολή δικάσιμο, ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων για τη δικάσιμο αυτή και, επομένως, δεν χρειάζεται νέα κλήτευση του διαδίκου, όταν ο απολειπόμενος κατά τη μετ` αναβολή δικάσιμο διάδικος είχε νομίμως κλητευθεί να παραστεί κατά τη δικάσιμο κατά την οποία αναβλήθηκε η υπόθεση ή είχε παραστεί νομίμως κατά τη δικάσιμο αυτή, οπότε με τη νόμιμη παράστασή του χωρίς εναντίωσή του, καλύφθηκε η τυχόν ακυρότητα κλήτευσής του για την αρχική δικάσιμο (ΚΠολΔ 573, ΑΠ 488/2021, ΑΠ 151/2021, ΑΠ 61/2020, ΑΠ 110/2020, ΑΠ 251/2020).

Περαιτέρω, με το άρθρο 83 παρ. 2 και 3 του Ν. 4790/2021 ορίστηκαν τα εξής : Σε περίπτωση που η συζήτηση υπόθεσης οποιουδήποτε βαθμού δικαιοδοσίας και οποιασδήποτε διαδικασίας ματαιώθηκε διαρκούσης της αναστολής λειτουργίας των δικαστηρίων λόγω των έκτακτων μέτρων προστασίας της δημόσιας υγείας από την πανδημία του κορωνοϊού COVID-19, ορίζεται αυτεπαγγέλτως, με πράξη του προέδρου του τμήματος ή του προϊσταμένου του δικαστηρίου, νέα ημέρα και ώρα συζήτησης στο ακροατήριο στη συντομότερη διαθέσιμη δικάσιμο.

Η εγγραφή της υπόθεσης στο οικείο πινάκιο ή έκθεμα, το οποίο μπορεί να τηρείται και ηλεκτρονικά, γίνεται με πρωτοβουλία του γραμματέα και ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων. Προς ενημέρωση των διαδίκων, και πάντως όχι επί ποινή ακυρότητας, η νέα δικάσιμος γνωστοποιείται από το γραμματέα στον δικηγορικό σύλλογο της έδρας του δικαστηρίου.

Στις υποθέσεις με διάδικο το Ελληνικό Δημόσιο, ο γραμματέας του δικαστηρίου γνωστοποιεί στην Κεντρική Υπηρεσία του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους τη νέα δικάσιμο με το οικείο πινάκιο ή έκθεμα. Με πρωτοβουλία επίσης του γραμματέα μπορεί να γνωστοποιείται η νέα δικάσιμος με αποστολή ηλεκτρονικού μηνύματος στη διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου των διαδίκων ή με ανάρτηση στην πύλη ψηφιακών υπηρεσιών δικαστηρίων solon.gov.gr για όσα δικαστήρια και διαδικασίες έχουν ενταχθεί στο εν λόγω σύστημα".

Με την προαναφερόμενη διάταξη προβλέπεται μεν ο αυτεπάγγελτος επαναπροσδιορισμός της συζήτησης των υποθέσεων που ματαιώθηκαν κατά το χρονικό διάστημα της επιβολής του μέτρου της προσωρινής αναστολής της λειτουργίας των δικαστηρίων λόγω της πανδημίας του κορωνοϊού COVID-19, πλην, όμως, σε περίπτωση ερημοδικίας κατά την ορισθείσα νέα δικάσιμο κάποιου διαδίκου, προκειμένου να ισχύσει η με πρωτοβουλία του γραμματέα εγγραφή της υπόθεσης στο οικείο πινάκιο ή έκθεμα, ως κλήτευση κατ` αυτήν του απολειπόμενου διαδίκου, απαιτείται ως προϋπόθεση ο εν λόγω διάδικος είτε να είχε επισπεύσει εγκύρως τη συζήτηση ή να είχε νομίμως και εμπροθέσμως κλητευθεί να παραστεί για την αρχική δικάσιμο, κατά την οποία η συζήτηση της υπόθεσης ματαιώθηκε λόγω της αναστολής.

Σε αντίθετη περίπτωση, η εγγραφή της υπόθεσης στο πινάκιο για τη νέα δικάσιμο, δεν ισχύει ως κλήτευσή του κατ` αυτήν και απαιτείται η νόμιμη κλήτευσή του(ΑΠ 151/2021).Στην προκειμένη περίπτωση, από τις υπ' αριθμ. ...2020, εκθέσεις επίδοσης του δικαστικού επιμελητή της περιφέρειας του Εφετείου Αθηνών, με έδρα το Πρωτοδικείο Αθηνών, Κ.

Λ., προκύπτει ότι ακριβές αντίγραφο της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης κατά της 3674/2014 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, με την κάτω από αυτήν πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση για τη δικάσιμο της 4-5-2020, που είχε οριστεί αρχικά, επιδόθηκε, νόμιμα και εμπρόθεσμα αντίστοιχα στους αναιρεσίβλητους, με την επιμέλεια του αναιρεσείοντος που επισπεύδει τη συζήτηση.

Κατά τη δικάσιμο αυτή η συζήτηση της υπόθεσης ματαιώθηκε λόγω προσωρινής αναστολής λειτουργίας των Δικαστηρίων, δυνάμει της Κοινής Υπουργικής Απόφασης αριθμ. Δ1α/Γ.Π.οικ.26804/25-4-2020 (ΦΕΚ 1588 τ. Β'), ενώ προσδιορίστηκε να συζητηθεί εκ νέου, κατά τη δικάσιμο της 5-4-2021, κατά την οποία επίσης η συζήτηση της υπόθεσης ματαιώθηκε λόγω προσωρινής αναστολής λειτουργίας των Δικαστηρίων, δυνάμει της Κοινής Υπουργικής Απόφασης αριθμ.

Δ1α/Γ.Π.οικ.18877/26-3-2021 (ΦΕΚ 1194/27-3-2021 τ. Β'), και ακολούθως προσδιορίστηκε να συζητηθεί εκ νέου κατά τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας, με πράξη της Προέδρου του Α1` Πολιτικού τμήματος του Αρείου Πάγου και εγγράφηκε στο οικείο πινάκιο, στην παραπάνω δικάσιμο, από το Γραμματέα του Δικαστηρίου. Οι αναιρεσίβλητοι όμως, δεν εμφανίστηκαν στο ακροατήριο κατά την εκφώνηση της υπόθεσης από τη σειρά πινακίου της ως άνω δικασίμου, ούτε κατέθεσαν κατ' άρθρο 242 παρ.2 ΚΠολΔ δήλωση μη παράστασης σ' αυτήν.

Επομένως, παρά τη δικονομική απουσία των αναιρεσιβλήτων, πρέπει να συζητηθεί η υπόθεση σαν να ήταν και αυτοί παρόντες, σύμφωνα με όσα εκτίθενται παραπάνω, καθόσον ο αυτεπάγγελτος επαναπροσδιορισμός της συζήτησης των υποθέσεων που ματαιώθηκαν κατά το χρονικό διάστημα της επιβολής του μέτρου της προσωρινής αναστολής της λειτουργίας των δικαστηρίων λόγω της πανδημίας του κορωνοϊού COVID-19, με πράξη του Προέδρου του τμήματος και η εγγραφή της υπόθεσης στο πινάκιο με πρωτοβουλία του Γραμματέα, ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων, και δη των αναιρεσιβλήτων, οι οποίοι είχαν νομίμως και εμπροθέσμως κλητευθεί να παραστούν για την αρχική δικάσιμο, κατά την οποία η συζήτηση της υπόθεσης ματαιώθηκε λόγω της αναστολής (άρθρο 83 αρ. 2 ν. 4790/2021).

ΙΙ. Με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων, εκδοθείσα κατά την τακτική διαδικασία υπ` αριθ. 3674/2014 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, το οποίο δικάζοντας την έφεση των εναγομένων-αναιρεσιβλήτων κατά της υπ` αριθμ. 4383/2011 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που είχε δεχθεί μερικά κατ' ουσίαν την από 5-9-2011 αγωγή-προσφυγή του αναιρεσείοντος-ενάγοντος περί ακυρότητας της από 15-6-2011 απόφασης του Πειθαρχικού Συμβουλίου της 1ης εναγομένης κλπ.

και ακύρωσε την από 15-6-2011 απόφαση περί οριστικού αποκλεισμού και την από 1-6-2011 απόφαση για κλήση, δέχθηκε την έφεση των εναγομένων-ήδη αναιρεσιβλήτων τυπικά και κατ' ουσίαν και, αφού εξαφάνισε την εκκαλουμένη απόφαση, κράτησε την υπόθεση και δικάζοντας την ως άνω αγωγή του αναιρεσείοντος, απέρριψε αυτήν αναφορικά με τους 2ο έως και 6ο των εναγομένων ως παθητικά ανομιμοποίητη και δέχθηκε αυτήν μερικά ως προς την 1η εναγομένη αναφορικά με το αίτημα ακύρωσης της από 15-6-2011 απόφασης του Πειθαρχικού Συμβουλίου της τελευταίας.

Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα, ήτοι εντός τριών ετών από τη δημοσίευση της προσβαλλόμενης απόφασης, δεδομένου ότι η τελευταία δεν επιδόθηκε, ενόψει δε του γεγονότος ότι δημοσιεύθηκε πριν την 1-1-2016, ισχύει επ' αυτής η τριετής προθεσμία για την άσκηση της αίτησης αναίρεσης, η οποία προβλεπόταν από τη διάταξη του άρθρου 564 §3 ΚΠολΔ, όπως ίσχυε πριν την αντικατάστασή του με το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του ν. 4335/2015 (ΟλΑΠ 10/2018) (άρθρα 495, 552, 553, 556, 558, 564 §3 ως ίσχυε πριν την αντικατάστασή του κατά τα άνω, 566 §1 KΠολΔ), ενώ κατά την άσκησή της καταβλήθηκε και το προσήκον παράβολο του Δημοσίου (άρθ. 495 παρ. 3 ΚΠολΔ).

Επομένως είναι παραδεκτή (άρθρ. 577 §1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρ. 577 § 3 ΚΠολΔ).

ΙΙΙ. Η ως άνω προσβαλλόμενη υπ' αριθμ. 3674/2014 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, αποτελεί κατάληξη της ακόλουθης διαδικαστικής διαδρομής, κατ` επιτρεπτή, κατά το άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, εκτίμηση των διαδικαστικών εγγράφων: Ειδικότερα, ο αναιρεσείων-ενάγων με την από 5-9-2011 αγωγή-προσφυγή του ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, την οποία απηύθυνε κατά των 1ης, 2ου, 3ου 4ου και 5ου των αναιρεσιβλήτων, καθώς και κατά του Ν.

Μ., ο οποίος απεβίωσε μετά την έκδοση της προσβαλλόμενης απόφασης, της δίκης συνεχιζόμενης κατά των εκ διαθήκης κληρονόμων του, 6ης, 7ης και 8ης των αναιρεσιβλήτων, επικαλούμενος ότι υπήρξε μέλος της 1ης εναγομένης-αναιρεσίβλητης με την επωνυμία "ΜΕΓΑΛΗ ΣΤΟΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ των Αρχαίων Ελευθέρων και Αποδεδεγμένων Τεκτόνων", λειτουργούσης ως ένωση προσώπων χωρίς νομική προσωπικότητα, εδίωκε:

α) να αναγνωρισθούν και να κηρυχθούν άκυρες η από 15-6-2011 απόφαση του πειθαρχικού Συμβουλίου της 1ης εναγομένης, με την οποία του επιβλήθηκε η ποινή του οριστικού αποκλεισμού και η από 1-6-2011 απόφαση του Πειθαρχικού Συμβουλίου της 1ης εναγομένης περί κλήσης του ενάγοντος στο πειθαρχικό τμήμα αυτής, και β) να αναγνωριστεί η υποχρέωση των 2ου έως και 6ου των εναγομένων, ως μελών του Πειθαρχικού Συμβουλίου της 1ης, να του καταβάλουν το ποσό των 300.000 ευρώ εις ολόκληρον ο καθένας, ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης που υπέστη, εξαιτίας της σε βάρος του αδικοπραξίας, οφειλόμενης στην παράνομη διαγραφή του.

Επί της εν λόγω αγωγής εκδόθηκε η 4383/2011 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία κρίθηκε ως καθύλην αναρμόδιο προς εκδίκαση της υπόθεσης, αναφορικά με τη βάση επιδίκασης αποζημίωσης λόγω αδικοπραξίας, σε συνέπεια με τη παραδοχή της ότι κατά το μέρος αυτό υπάγεται στην καθύλην αρμοδιότητα του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών στο οποίο και παρέπεμψε την υπόθεση προς εκδίκαση, κατά τα λοιπά δε έγινε δεκτή εν μέρει η αγωγή και ακυρώθηκαν οι ως άνω προσβαλλόμενες αποφάσεις του Πειθαρχικού Συμβουλίου της 1ης εναγομένης.

Την πρωτοβάθμια αυτή απόφαση και καθ' ο μέρος έκανε δεκτή μερικά την αγωγή, πρόσβαλαν οι εναγόμενοι με την από 18-1-2012 έφεσή τους, επί της οποίας εκδόθηκε η 3674/2014 προσβαλλόμενη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Η τελευταία αυτή απόφαση: α) στα πλαίσια του μεταβιβαστικού αποτελέσματος της έφεσης (άρθρ. 522 ΚΠολΔ), προέβη σε αυτεπάγγελτη έρευνα της παθητικής νομιμοποίησης των δευτέρου έως και έκτου των εκκαλούντων-εναγομένων, οι οποίοι ήσαν μέλη του Πειθαρχικού Συμβουλίου της πρώτης εναγομένης ΣΤΟΑΣ και υπό την ιδιότητα αυτή ενήχθησαν από τον ενάγοντα-εφεσίβλητο, και ακολούθως, μετά από εξαφάνιση της πρωτοβάθμιας απόφασης, κατά το προσβληθέν με την έφεση κεφάλαιο της ακυρότητας των προσβαλλόμενων αποφάσεων, διακράτησε και δίκασζε την υπόθεση και απέρριψε την αγωγή περί ακυρότητας των προσβαλλόμενων πράξεων του Πειθαρχικού Συμβουλίου της πρώτης εναγομένης, ως προς τους 2ο, 3ο, 4ο, 5ο και 6ο των εναγομένων, ως απαράδεκτη λόγω έλλειψης παθητικής τους νομιμοποίησης και β) κατ' αποδοχή της έφεσης, εξαφάνισε την προσβαλλόμενη πρωτοβάθμια απόφαση και ως προς την πρώτη εναγομένη και ακολούθως διακράτησε και εξέτασε κατ` ουσίαν την υπόθεση και απέρριψε ως προς την 1η εναγομένη, ως μη νόμιμο το αίτημα της αγωγής για ακυρότητα της από 1-6-2011 κλήσης του Πειθαρχικού Συμβουλίου της τελευταίας και έκανε δεκτή μερικά την αγωγή ως προς την 1η εναγομένη και ακύρωσε την από 15-6-2011 απόφαση του Πειθαρχικού της Συμβουλίου περί οριστικού αποκλεισμού του ενάγοντος από τη Μεγάλη Στοά της Ελλάδος.

Κατά της απόφασης αυτής εναντιώνεται ο ηττηθείς εφεσίβλητος, με την ένδικη αίτηση αναίρεσης. IV. Α'. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου.

Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σ' αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, ήτοι εσφαλμένη υπαγωγή σ` αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013, ΟλΑΠ 7/2006).

Με το λόγο αυτό αναίρεσης, ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του δικαστηρίου κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κλπ, ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ` ουσίαν (ΑΠ 1132/2019).

Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ` ουσίαν την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν εμφανή την παράβαση.

Τούτο συμβαίνει όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (ΟλΑΠ 8/2018, ΑΠ 130/2016, ΑΠ 1420/2013).

Β'. Κατά το άρθρο 562 παρ. 2 KΠολΔ είναι απαράδεκτος λόγος αναίρεσης που στηρίζεται σε ισχυρισμό, ο οποίος δεν προτάθηκε νομίμως στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται α) για παράβαση που δεν μπορεί να προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας, β) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση και γ) για ισχυρισμό που αφορά τη δημόσια τάξη.

Η διάταξη αυτή, που αναφέρεται σε όλους τους λόγους αναίρεσης και αποτελεί εκδήλωση της θεμελιώδους αρχής ότι ο Άρειος Πάγος ελέγχει τη νομιμότητα της απόφασης του δικαστηρίου της ουσίας με βάση την πραγματική κατάσταση που όφειλε να λάβει υπόψη ο ουσιαστικός δικαστής, καθιερώνει ειδική προϋπόθεση του παραδεκτού των λόγων της αναίρεσης, η συνδρομή της οποίας πρέπει να προκύπτει από το αναιρετήριο.

Πρέπει, δηλαδή, ο ισχυρισμός που στηρίζει το λόγο αναίρεσης να παρατίθεται στο αναιρετήριο, όπως προτάθηκε στο δικαστήριο της ουσίας και να αναφέρεται ο τρόπος και ο χρόνος πρότασης ή επαναφοράς στο Εφετείο, εκτός αν συμβαίνει κάποια από τις προβλεπόμενες από τη διάταξη αυτή εξαιρέσεις υπό στοιχ. α' και β' , ενώ για ισχυρισμό που αφορά στη δημόσια τάξη πρέπει και πάλι τα πραγματικά περιστατικά που τον στηρίζουν να έχουν προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας και να γίνεται στο αναιρετήριο επίκληση της υποβολής τους (Ολ.

ΑΠ 15/2000, ΑΠ 386/2017, ΑΠ 426/2021, ΑΠ 1087/2007).

Συνεπώς οι ισχυρισμοί του αναιρεσείοντος που είχαν προταθεί στον πρώτο βαθμό, αλλά δεν επαναφέρθηκαν στο Εφετείο και έτσι δεν κατέστησαν αντικείμενο κατ` έφεση δίκης, δεν μπορούν να θεμελιώσουν λόγους αναίρεσης. Έτσι, αν ο αναιρεσείων είχε ηττηθεί εν μέρει στον πρώτο βαθμό, η νόμιμη επαναφορά των ισχυρισμών του στο Εφετείο, πριν από την εξαφάνιση της εκκαλουμένης, μόνο με λόγο περιεχόμενο στο δικόγραφο της έφεσης ή σε δικόγραφο πρόσθετων λόγων μπορούσε να γίνει.

Περαιτέρω, από το άρθρο 522 του ίδιου Κώδικα προκύπτει ότι η εξουσία του Εφετείου περιορίζεται στην έρευνα των με την έφεση και τους προσθέτους λόγους αυτής προσβαλλόμενων κεφαλαίων της απόφασης του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου. Ειδικότερα, όταν στο ίδιο δικόγραφο αγωγής ενώνονται, σύμφωνα με το άρθρο 218 παρ.1 του ίδιου Κώδικα, περισσότερες αιτήσεις του ίδιου ενάγοντος κατά του ίδιου εναγομένου και το πρωτοβάθμιο δικαστήριο ερευνήσει μία ή μερικές μόνον απ` αυτές και παραλείψει να ερευνήσει τις υπόλοιπες, ή παραπέμψει στο αρμόδιο δικαστήριο αυτές, η μεταβίβαση στο Εφετείο των μη ερευνηθεισών ή παραπεμθεισών αιτήσεων και η εξουσία αυτού προς έρευνά τους προϋποθέτει αναγκαίως έφεση του ενάγοντος ως προς αυτές διότι διαφορετικά οι εν λόγω αιτήσεις δεν μεταβιβάζονται στο Εφετείο και το τελευταίο αυτό δεν μπορεί να τις εξετάσει, ούτε μετά την εξαφάνιση της απόφασης του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου κατά παραδοχή λόγου έφεσης για ερευνηθείσα σωρευόμενη στο ίδιο δικόγραφο της αγωγής, αίτηση (ΑΠ 1087/2007).

Στην προκειμένη περίπτωση με τους πρώτο, δεύτερο και τέταρτο λόγους αναίρεσης, προσάπτονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι από τους αριθ.1 και 9 του άρθρου 559 KΠολΔ (κατ' ορθή υπαγωγή και όχι και από τον αρ. 19 ως εσφαλμένα αναφέρεται στο αναιρετήριο) πλημμέλειες: α) της παραβίασης των ουσιαστικού δικαίου διατάξεων των άρθρων 57, 59, 914 και 932 του ΑΚ, που συντελέστηκε με την παράλειψη εφαρμογής τους, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής τους, και β) ότι άφησε αδίκαστη αίτηση του αναιρεσείοντος, που συνίστανται (οι πλημμέλειες) στο ότι, ενώ στο δικόγραφο της ένδικης από 5-9-2011 αγωγής-προσφυγής του ήδη αναιρεσείοντος κατά των αναιρεσιβλήτων, είχαν ενωθεί περισσότερες αιτήσεις, ήτοι 1) περί αναγνώρισης και κήρυξης άκυρης της από 15-6-2011 απόφασης του Πειθαρχικού Συμβουλίου της 1ης εναγομένης, με την οποία του επιβλήθηκε η ποινή του οριστικού αποκλεισμού καθώς και της από 1-6-2011 απόφασης περί κλήσης του στο πειθαρχικό τμήμα αυτής, και β) περί αναγνώρισης της υποχρέωσης των 2ου έως και 6ου των εναγομένων, ως μελών του Πειθαρχικού Συμβουλίου της 1ης, να του καταβάλουν το ποσό των 300.000 ευρώ εις ολόκληρον ο καθένας, ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης που υπέστη, εξαιτίας της σε βάρος του αδικοπραξίας, οφειλόμενης στην παράνομη διαγραφή του, το Εφετείο, κατόπιν ασκηθείσας από τους εναγόμενους έφεσης κατά της πρωτόδικης απόφασης (με την οποία κρίθηκε ως καθύλην αναρμόδιο προς εκδίκαση της υπόθεσης, αναφορικά με τη βάση επιδίκασης αποζημίωσης λόγω αδικοπραξίας και παρέπεμψε την υπόθεση προς εκδίκαση στο αρμόδιο καθύλην Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών, και κατά τα λοιπά έκανε δεκτή εν μέρει την αγωγή ως προς όλους τους εναγόμενους και ακύρωσε τις ως άνω προσβαλλόμενες αποφάσεις του Πειθαρχικού Συμβουλίου της 1ης εναγομένης), αποφάνθηκε, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, μόνο επί σωρευόμενης αγωγής περί ακυρότητας των προσβαλλόμενων αποφάσεων, την οποία, αφού εξαφάνισε την εκκαλούμενη απόφαση, δέχθηκε μερικά κατ` ουσίαν, παραλείποντας να δικάσει εν ταυτώ και την σωρευόμενη στην ένδικη αγωγή, αίτηση του αναιρεσείοντος περί αναγνώρισης της υποχρέωσης των εναγομένων για καταβολή χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης, η οποία στηρίζεται στις προαναφερθείσες διατάξεις, με αποτέλεσμα αφενός μεν να παραβιάσει (το Εφετείο) με την παράλειψη εφαρμογής τους τις εν λόγω διατάξεις, αφετέρου δε να αφήσει αδίκαστη τη σωρευθείσα αίτηση αποζημίωσης του αναιρεσείοντα.

Αμφότεροι οι λόγοι αυτοί, πρέπει, σύμφωνα με τα προαναφερόμενα στη μείζονα σκέψη της παρούσας, να απορριφθούν, ως απαράδεκτοι, διότι, όπως προκύπτει από το δικόγραφο της από 18-1-2012 έφεσης των αναιρεσιβλήτων, που παραδεκτώς επισκοπείται από τον Άρειο Πάγο (άρθ. 561 παρ.2 KΠολΔ), οι τελευταίοι έπληξαν την πρωτοβάθμια απόφαση μόνο καθ' ο μέρος έκανε δεκτή μερικά την σωρευθείσα αγωγή και ακύρωσε τις προσβαλλόμενες πράξεις του πειθαρχικού Συμβουλίου της πρώτης εναγομένης, ενώ η σωρευθείσα βάση της αποζημίωσης λόγω αδικοπραξίας, κατά την οποία και παραπέμφθηκε η υπόθεση προς εκδίκαση στο αρμόδιο καθύλην λόγω ποσού Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών, δεν επλήγη με έφεση, από κανέναν των διαδίκων.

Συνεπώς, κατά την εκδίκαση της ασκηθείσας από τους εναγόμενους έφεσης ενώπιον του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, το οποίο, με την 3674/2014 προσβαλλόμενη απόφασή του, μεταξύ άλλων, στα πλαίσια του μεταβιβαστικού αποτελέσματος της έφεσης (άρθρ. 522 ΚΠολΔ), προέβη σε αυτεπάγγελτη έρευνα της παθητικής νομιμοποίησης των δευτέρου έως και έκτου των εκκαλούντων-εναγομένων, οι οποίοι ήσαν μέλη του Πειθαρχικού Συμβουλίου της πρώτης εναγομένης ΣΤΟΑΣ και υπό την ιδιότητα αυτή ενήχθησαν από τον ενάγοντα-εφεσίβλητο, και ακολούθως, μετά από εξαφάνιση της πρωτοβάθμιας απόφασης, κατά το προσβληθέν με την έφεση κεφάλαιο της ακυρότητας των προσβαλλόμενων αποφάσεων, διακράτησε και δίκασε την υπόθεση και απέρριψε την αγωγή περί ακυρότητας των προσβαλλόμενων πράξεων του Πειθαρχικού Συμβουλίου της πρώτης εναγομένης, ως προς τους 2ο, 3ο, 4ο, 5ο και 6ο των εναγομένων, ως απαράδεκτη λόγω έλλειψης παθητικής τους νομιμοποίησης, δεν τύγχαναν εφαρμογής οι επικαλούμενες από τον αναιρεσείοντα διατάξεις των άρθρων 57, 59, 914 και 932 του ΑΚ, δεδομένου ότι η αγωγή κατά τη σωρευθείσα βάση της αποζημίωσης λόγω αδικοπραξίας, κατά την οποία παραπέμθηκε η υπόθεση στο αρμόδιο καθύλην Πολυμελές Πρωτοδικαίο Αθηνών, και στην οποία αφορούν οι εν λόγω διατάξεις, δεν μεταβιβάστηκε στο Εφετείο, με έφεση του ενάγοντος ή με την ασκηθείσα από τους εναγόμενους έφεση, και επομένως το τελευταίο για το λόγο αυτό, κατά την εκδίκαση της έφεσης των εναγομένων, δε μπορούσε να εξετάσει και τη βάση αυτή ούτε και μετά την εξαφάνιση της πρωτόδικης απόφασης κατά παραδοχή λόγου έφεσης, που αφορούσε τη σωρευθείσα βάση της ακυρότητας των προσβαλλόμενων πράξεων.

Η περιλαμβανόμενη δε στο διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης κρίση ότι η αγωγή θα πρέπει να απορριφθεί ως προς τους δεύτερο, τρίτο, τέταρτο, πέμπτο και έκτο των εναγομένων στο σύνολό της, αφορά σαφώς τη βάση της αγωγής περί ακυρότητας των προσβαλλόμενων πράξεων του Πειθαρχικού Συμβουλίου της πρώτης εναγομένης, η οποία και μόνον μεταβιβάστηκε στο Εφετείο με την έφεση των εναγομένων.

Για τον ίδιο δε λόγο το Εφετείο δεν άφησε αδίκαστη την σωρευόμενη αγωγή αποζημίωσης λόγω αδικοπραξίας, αφού κατά το μέρος αυτό η υπόθεση δεν μεταβιβάστηκε στο Εφετείο, ενώ δεν συντρέχει καμία από τις εξαιρετικές περιπτώσεις του άρθρου 562 παρ. 2 ΚΠολΔ. IV. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 11 περ α' του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα, που ο νόμος δεν επιτρέπει.

Για το παραδεκτό του παραπάνω λόγου, θα πρέπει να εκτίθεται στο αναιρετήριο: α) ποια είναι τα αποδεικτικά μέσα που έλαβε υπόψη το δικαστήριο, τα οποία ο νόμος δεν επιτρέπει, β) ο ισχυρισμός, προς απόδειξη του οποίου έχει ληφθεί υπόψη το αποδεικτικό μέσο που δεν το επιτρέπει ο νόμος, και η επίδραση που είχε αυτός στο διατακτικό της απόφασης και γ) ο λόγος για τον οποίο ήταν ανεπίτρεπτα από το νόμο τα αποδεικτικά μέσα (ΑΠ 720/2019, ΑΠ 702/2008).

Επί πλέον δε πρέπει, σύμφωνα με το άρθρο 562 παρ. 2 του KΠολΔ, να γίνεται αναφορά στο αναιρετήριο ότι το απαράδεκτο της λήψης του συγκεκριμένου αποδεικτικού μέσου (ένορκης βεβαίωσης) προτάθηκε από τον αναιρεσείοντα στο δικαστήριο της ουσίας, ως και ο τρόπος προβολής του, εκτός αν συντρέχει κάποια από τις αναφερόμενες στο άρθρο 562 παρ. 2 του KΠολΔ εξαιρετικές περιπτώσεις (ΑΠ 809/2017, ΑΠ 394/2012).

Στην προκειμένη περίπτωση, με τον τρίτο από τον αριθμό 11 περ. α του άρθρου 559 του KΠολΔ λόγο αναίρεσης, ο αναιρεσείων προσάπτει στην προσβαλλομένη απόφαση την πλημμέλεια ότι παρά το νόμο έλαβε υπ` όψη της την με αριθ. 1277/2011 ένορκη βεβαίωση μάρτυρα ενώπιον του Ειρηνοδίκη Θεσσαλονίκης, που λήφθηκε με την επιμέλεια των αναιρεσιβλήτων, δεχθείσα ότι αυτή (ένορκη βεβαίωση) "λαμβάνεται υπόψη μόνο για συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, καθόσον είχε ληφθεί παραδεκτά χωρίς κλήτευση του αντιδίκου των εναγομένων που την προσκομίζουν για να χρησιμεύσει στα πλαίσια άλλης προηγούμενης μεταξύ των διαδίκων δίκης ασφαλιστικών μέτρων ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών κατά τη δικάσιμο της 26-5-2011 ...", παρόλο που ένορκη αυτή βεβαίωση λήφθηκε παρά το νόμο χωρίς κλήτευση γιατί δεν αφορούσε δίκη ασφαλιστικών μέτρων αλλά δίκη της τακτικής διαδικασίας και επομένως δεν θα έπρεπε να ληφθεί υπόψη ούτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων.

Με το περιεχόμενο αυτό ο λόγος αυτός είναι αόριστος, σύμφωνα με όσα εκτίθενται στη μείζονα σκέψη, διότι δεν διαλαμβάνεται στο αναιρετήριο ο ισχυρισμός προς απόδειξη του οποίου προσκομίστηκε το εν λόγω αποδεικτικό μέσο, καθώς και ότι ο ισχυρισμός αυτός ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, επιδρώντας στο διατακτικό της απόφασης, ενόψει και του γεγονότος ότι ο αναιρεσείων, όπως προκύπτει από την επισκόπηση του διατακτικού της προσβαλλόμενης απόφασης, είναι νικήσας διάδικος, εφόσον έγινε δεκτό το βασικό αίτημα της αγωγής του περί ακύρωσης της από 15-6-2011 απόφασης του Πειθαρχικού Συμβουλίου της πρώτης αναιρεσίβλητης, για οριστικό αποκλεισμό του από αυτήν.

Επομένως ο λόγος αυτός πρέπει ν` απορριφθεί ως απαράδεκτος.

Κατόπιν αυτών και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος αναίρεσης προς έρευνα, η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της και να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο, ενόψει της ήττας του αναιρεσείοντος (άρθρ. 495 παρ. 3 του ΚΠολΔ ως ισχύει). Δικαστικά έξοδα δεν θα επιβληθούν εις βάρος του αναιρεσείοντος, καθόσον οι αναιρεσίβλητοι δεν παρέστησαν και ως εκ τούτου δεν υποβλήθηκαν σε έξοδα.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 8-6-2017 αίτηση του Δ. - Σ. Λ. του Γ., για αναίρεση της υπ' αριθ. 3674/2014 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του παραβόλου, που έχει καταθέσει ο αναιρεσείων. ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 15 Σεπτεμβρίου 2022.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ

Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ και τούτου αποχωρήσαντος από την Υπηρεσία καθώς και κωλυομένης της αμέσως αρχαιότερης Αρεοπαγίτου, ο αρχαιότερος της συνθέσεως Αρεοπαγίτης ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, την 1η Σεπτεμβρίου 2023.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ

Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ Σελίδα 17 της 1344/2023 πολιτικής απόφασης του Αρείου Πάγου