Legislator Case Law & Legislation
720/2019 AI generated

Supreme Court annuls first-instance judgment on attorney fees due to failure to consider evidence of client's insolvency status.

Case Number 720/2019
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court annulled the first-instance judgment regarding attorney fees and remanded the case for retrial. The lower court partially awarded fees for the period from 2005 to 2008 but dismissed claims for 2004 due to the statute of limitations. The appellate court found the first-instance decision legally flawed because it failed to explicitly address and evaluate the defendant's evidence proving the client company was in liquidation and the plaintiff was no longer a valid representative at the time of filing.

Legislator headnote

AI generated

Articles 580, 582 of the Code of Civil Procedure; A judgment must explicitly address and evaluate all evidence submitted by the parties, including documents proving the client's insolvency status, to avoid annulment for failure to form a judicial conviction.

Keywords

AI generated
statute of limitations attorney fees insolvency proceedings judicial conviction remand for retrial evidence evaluation valid representation

Cited Legislation

AI generated
Article 580, paragraph 3 of the Code of Civil Procedure
Article 552 of the Code of Civil Procedure
Article 553, paragraph 1 of the Code of Civil Procedure
Article 556, paragraph 1 of the Code of Civil Procedure
Article 558 of the Code of Civil Procedure
Article 564, paragraph 3 of the Code of Civil Procedure
Article 566, paragraph 1 of the Code of Civil Procedure
Article 176 of the Code of Civil Procedure
Article 183 of the Code of Civil Procedure
Article 971, paragraph 6 of the Law on Persons and Companies
Article 114 of the Public Register Regulation

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 720 / 2019 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 720/2019

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β2' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Πηνελόπη Ζωντανού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Νικόλαο Πιπιλίγκα - Εισηγητή, Αντιγόνη Καραΐσκου - Παλόγου, Λουκά Μόρφη και Όλγα Σχετάκη-Μπονάτου, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 26 Φεβρουαρίου 2019, με την παρουσία και της Γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: υπό εκκαθάριση εταιρείας με την επωνυμία "..." (..., που εδρεύει στην πόλη ... του ..., όπως νόμιμα εκπροσωπείται η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ι. Κ., που δεν κατέθεσε προτάσεις. Του αναιρεσιβλήτου: Γ. Κ., κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε αυτοπροσώπως με την ιδιότητα του δικηγόρου και κατάθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 28/12/2010 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών, επί της οποίας εκδόθηκε η 128/2014 απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου. Την αναίρεση της απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 29/5/2018 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο αυτοπροσώπως παραστάς αναιρεσίβλητος την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη του.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την κρινόμενη από 29.5.2018 και με αριθ. κατάθεσης 53981/88/6.6.2018 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα κατά την ειδική διαδικασία των διαφορών από αμοιβές για την παροχή εργασίας υπ' αριθ. 128/13.5.2014 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Με την προσβαλλόμενη απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου έγινε κατά ένα μέρος δεκτή ως ουσιαστικά βάσιμη η από 28 Δεκεμβρίου 2010 και με αριθμό κατάθεσης 229545/719/30.12.2010 αγωγή του ενάγοντος και ήδη αναιρεσίβλητου, δικηγόρου, και αναγνωρίσθηκε ότι η εναγομένη και ήδη αναιρεσείουσα αλλοδαπή ανώνυμη εταιρεία οφείλει να του καταβάλει το συνολικό ποσό των 50.750,64 ευρώ με το νόμιμο τόκο από την επίδοση, ως δικηγορική αμοιβή για τη διενέργεια των εξώδικων και δικαστικών ενεργειών που διαλαμβάνονται σε αυτήν και των εξόδων στα οποία αυτός υποβλήθηκε, κατά τη χρονική περίοδο από τις αρχές του έτους 2005 έως την ανάκληση της χορηγηθείσας σε αυτόν εντολής και πληρεξουσιότητας στις 20 Ιουνίου 2008.

Με την ίδια απόφαση, κατά μερική παραδοχή σχετικής ένστασης της εναγομένης και ήδη αναιρεσείουσας ανώνυμης εταιρείας ως κατ' ουσία βάσιμης, η αγωγή απορρίφθηκε λόγω συμπλήρωσης του χρόνου της πενταετούς παραγραφής, κατά το μέρος που αφορούσε αντίστοιχες αξιώσεις του ενάγοντος και ήδη αναιρεσίβλητου για τη χρονική περίοδο μέχρι τα τέλη του έτους 2004.

Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθ. 552, 553 παρ. 1, 556 παρ. 1, 558, 564 παρ. 3 και 566 παρ. 1 του ΚΠολΔ), αφού η κατάθεσή της έλαβε χώρα στις 5.6.2018, ήτοι μετά την πάροδο της τριετούς καταχρηστικής προθεσμίας για την άσκηση έφεσης από τη δημοσίευση της ως άνω πρωτόδικης απόφασης στις 13.5.2014 (άρθ. 518 παρ. 2 του ΚΠολΔ, όπως ίσχυε πριν την αντικατάστασή του με το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του Ν. 4335/2015), με συνέπεια την τελεσιδικία της τελευταίας, ενόψει του ότι δεν αμφισβητείται από τους παρισταμένους διαδίκους (άρθ. 261 του ΚΠολΔ) ότι εντός της ανωτέρω τριετίας δεν ασκήθηκε από κανένα από αυτούς το ένδικο μέσο της έφεσης.

Είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθ. 577 παρ.1 του ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και τη βασιμότητα των λόγων αυτής (άρθ. 577 παρ. 3 του ΚΠολΔ).

Κατά τη διάταξη του άρθρου 3 παρ. 1 του ΚΠολΔ στη δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων υπάγονται ημεδαποί και αλλοδαποί, εφόσον υπάρχει αρμοδιότητα ελληνικού δικαστηρίου. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι καθιερώνεται διεθνής δικαιοδοσία των Ελληνικών δικαστηρίων επί ιδιωτικών διαφορών που εμφανίζουν στοιχεία αλλοδαπότητας, εφόσον αυτές συνδέονται με την Ελληνική πολιτεία με κάποιο στοιχείο που να θεμελιώνει τοπική αρμοδιότητα κάποιου Ελληνικού Δικαστηρίου, κατά τις διατάξεις περί γενικών ή ειδικών δωσιδικιών (ΟλΑΠ 4/1992, ΑΠ 8/2015, ΑΠ 171/2008).

Τοιαύτη διάταξη συνιστά και εκείνη του άρθρου 678 του ΚΠολΔ, υπό τον παράτιτλο "αρμόδιο κατά τόπο δικαστήριο" [ήδη, μετά τον Ν. 4335/2015, 662 Α του ΚΠολΔ), η οποία στην παρ. 1 αυτής ορίζει ειδικότερα ότι διαφορές για τις αμοιβές, τις αποζημιώσεις και τα έξοδα δικηγόρων, συμβολαιογράφων, νόμιμα διορισμένων δικολάβων και άμισθων δικαστικών επιμελητών μπορούν να εισαχθούν και στο δικαστήριο του τόπου όπου είναι διορισμένοι.

Εξ άλλου η διάταξη του άρθρου 19 εδ. α και β του κατά το χρόνο κατάθεσης της ασκηθείσας αγωγής (30.12.2010) ισχύοντος Ν.Δ/τος 3026/1954 "περί του Κώδικος των Δικηγόρων" προβλέπει τον διορισμό σε Πρωτοδικείο εκείνων που επιτυγχάνουν στις εξετάσεις των δικηγόρων. Επομένως, προκειμένης διαφοράς μεταξύ οιουδήποτε εντολέως και δικηγόρου, διορισμένου σε κάποιο πρωτοδικείο της χώρας, με αντικείμενο την καταβολή στον τελευταίο αμοιβής, αποζημίωσης ή/και εξόδων για τις διεξαχθείσες από αυτόν δικαστικές ή εξώδικες εργασίες για λογαριασμό του εντολέως του, τοπική αρμοδιότητα προς εκδίκαση της διαφοράς αυτής έχουν, πλην της γενικής δωσιδικίας της κατοικίας ή της έδρας του εναγομένου εντολέως (άρθ. 22 του ΚΠολΔ), και τα δικαστήρια του τόπου (πρωτοδικείου), όπου ο εν λόγω δικηγόρος είναι διορισμένος.

Συνακόλουθα επί των εν λόγω διαφορών υφίσταται δικαιοδοσία των ελληνικών δικαστηρίων προς εκδίκαση αυτών, έστω και αν ο εντολέας είναι αλλοδαπός, έχων την κατοικία ή την έδρα του (επί νομικού προσώπου) στην αλλοδαπή, αφού θεμελιώνεται τοπική αρμοδιότητα Ελληνικού δικαστηρίου και συγκεκριμένα του δικαστηρίου του τόπου, όπου είναι διορισμένος ο δικηγόρος.

Τέλος, κατά τον αριθμό 4 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, λόγος αναίρεσης ιδρύεται και όταν το δικαστήριο έχει υπερβεί τη δικαιοδοσία των ελληνικών δικαστηρίων.

Στην προκειμένη περίπτωση το πρωτοβάθμιο δικαστήριο με την προσβαλλομένη απόφασή του απέρριψε ως νομικά αβάσιμο τον περί ελλείψεως δικαιοδοσίας ισχυρισμό της εναγομένης και ήδη αναιρεσείουσας αλλοδαπής ανώνυμης εταιρείας, που εδρεύει στην πόλη ... του ... (...), τον οποίο προέβαλε η τελευταία με τις κατατεθείσες πρωτόδικες προτάσεις της, με το σκεπτικό ότι κατ' εφαρμογή του άρθρου 678 του ΚΠολΔ τα ελληνικά δικαστήρια του τόπου διορισμού του ενάγοντος και ήδη αναιρεσίβλητου, δικηγόρου (Αθηνών), έχουν αρμοδιότητα προς εκδίκαση της ένδικης διαφοράς από αμοιβή για την παροχή (δικηγορικής) εργασίας. Με την κρίση του αυτή, αν και με ελλειπτική αιτιολογία, ορθώς το πρωτοβάθμιο δικαστήριο δέχθηκε ότι τα Ελληνικά δικαστήρια έχουν δικαιοδοσία προς εκδίκαση της ένδικης διαφοράς, αδιαφόρως του ότι η εναγομένη και ήδη αναιρεσείουσα εταιρεία έχει την έδρα της στην αλλοδαπή, καθόσον υφίσταται τοπική αρμοδιότητα για την εκδίκαση αυτής του δικαστηρίου του τόπου όπου ο ενάγων και ήδη αναιρεσίβλητος δικηγόρος είναι διορισμένος (Αθήνα).

Συνεπώς, ο περί του αντιθέτου τρίτος από τον αριθμό 4 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ [και όχι από τους αριθμούς 1, 14 και 19 του ιδίου άρθρου] λόγος αναίρεσης είναι αβάσιμος και απορριπτέος.

Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 111 παρ. 2, 118 εδ. 4 και 216 παρ 1 του ΚΠολΔ, συνάγεται ότι για το ορισμένο της αγωγής (ή ανταγωγής), πρέπει, το δικόγραφο αυτής, εκτός από άλλα στοιχεία, να περιέχει σαφή έκθεση των γεγονότων που θεμελιώνουν αυτή σύμφωνα με το νόμο και ακριβή περιγραφή του αντικειμένου της διαφοράς, σε τρόπο που να παρέχεται στον εναγόμενο η ευχέρεια της άμυνας και στο δικαστήριο η δυνατότητα ελέγχου του βάσιμου κατά νόμο αυτής.

Όταν στο δικόγραφο της αγωγής δεν περιέχονται τα πιο πάνω στοιχεία ή όταν αυτά περιέχονται κατά τρόπο ελλιπή ή ασαφή, τότε η έλλειψη αυτή καθιστά μη νομότυπη την άσκησή της, επιφέρει δε την απόρριψή της ως απαράδεκτης, λόγω της αοριστίας, είτε αυτεπαγγέλτως, είτε κατόπιν προβολής σχετικού ισχυρισμού από τον εναγόμενο.

Η αοριστία δε αυτή δεν μπορεί να συμπληρωθεί ούτε με τις προτάσεις, ούτε με παραπομπή στο περιεχόμενο άλλων εγγράφων της δίκης, ούτε από την εκτίμηση των αποδείξεων (ΑΠ 1366/2018, ΑΠ 1864/2011, σχετ. ΑΠ 862/2015, AΠ 291/2015). Περαιτέρω, πέραν της νομικής αοριστίας της αγωγής, δηλαδή εκείνης που συνδέεται με τη νομική εκτίμηση του εφαρμοστέου κανόνα και που ελέγχεται με την διάταξη του άρθ. 559 αριθ. 1 του ΚΠολΔ (σχετ.

ΟλΑΠ 16/1998, ΑΠ 991/2014), η αοριστία της αγωγής μπορεί να είναι ποσοτική, όταν στο δικόγραφο της αγωγής δεν αναφέρονται με πληρότητα τα πραγματικά περιστατικά που αποτελούν την προϋπόθεση εφαρμογής του κανόνα δικαίου, στον οποίο σύμφωνα με το άρθ. 216 παρ. 1 στοιχ. α` και β` ΚΠολΔ στηρίζεται το αίτημα της αγωγής, ή ποιοτική, όταν γίνεται απλά επίκληση των όρων του νόμου, χωρίς ν` αναφέρονται τα θεμελιούντα την εφαρμογή του συγκεκριμένου κανόνα δικαίου πραγματικά περιστατικά.

Στις περιπτώσεις αυτές η απόφαση ελέγχεται με βάση τις διατάξεις του άρθρου 559 αριθ. 8 και 14 του ΚΠολΔ (ΑΠ 180/2016, ΑΠ 34/2015, ΑΠ 1192/2012, ΑΠ 220/2012, ΑΠ 1125/2011). Ειδικότερα, για να είναι ορισμένη, κατά το άρθρο 216 παρ.1 του ΚΠολΔ σε συνδυασμό προς τα άρθρα 713, 722 του ΑΚ και 91 παρ.1 του κατά τον κρίσιμο χρόνο (αρχές του έτους 2005 έως 20 Ιουνίου 2008) ισχύοντος Ν.Δ/τος 3026/1954 "περί του Κώδικος των Δικηγόρων", η αγωγή, με την οποία ζητείται η επιδίκαση σε δικηγόρο δαπανών στις οποίες προέβη ο τελευταίος στο πλαίσιο της εκτέλεσης της δοθείσας από τον εντολέα πελάτη του αμοιβής, πρέπει οι δαπάνες αυτές να εξειδικεύονται κατ' είδος, έκταση και ποσό, προκειμένου να δοθεί στον εναγόμενο η δυνατότητα ν' αμυνθεί, διαφορετικά η αγωγή είναι αόριστη (ΑΠ 1645/2006, ΑΠ 1074/2002, σχετ.

ΑΠ 762/2000). Τέλος, με την με αριθ. 1118877/2240/Α0012/ΠΟΛ. 1314/ 21. 12.2000 (ΦΕΚ Β 1626/29.12.2000) Κοινή Υπουργική Απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης, που εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 7 παρ. 2 του Ν. 2753/1999 σε συνδυασμό με το άρθρο 4 παρ.12 του Ν. 2873/2000, καθορίσθηκαν ελάχιστα όρια αμοιβής του δικηγόρου ανά ώρα εργασίας για την παροχή συμβουλών στους εντολείς - πελάτες του.

Η τελευταία αυτή εργασία περιλαμβάνει εκ του πράγματος και τη μελέτη από τον δικηγόρο του τυχόν αποσταλέντος στον εντολέα - πελάτη του εξωδίκου, αφού αυτή είναι απόλυτα συνυφασμένη με τη συμβουλή του δικηγόρου προς τον πελάτη του για την αντίκρουση αυτού.

Στην προκειμένη περίπτωση, με την ένδικη από 28.12.2010 και με αριθ. κατάθ. 229545/719/30.12.2010 αγωγή, το περιεχόμενο της οποίας επισκοπεί ο Άρειος Πάγος κατά την έρευνα της βασιμότητας του οικείου αναιρετικού λόγου (άρθ. 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ), ο ενάγων και ήδη αναιρεσίβλητος, ζήτησε, μεταξύ άλλων, την επιδίκαση δαπανών για την πραγματοποίηση ταξιδίων του στο εξωτερικό, στο πλαίσιο της δοθείσας από την εναγομένη και ήδη αναιρεσείουσα εταιρεία εντολής, στις οποίες (δαπάνες) περιλαμβάνονται κατά τα ιστορούμενα στην αγωγή το κόστος του αεροπορικού εισιτηρίου μετάβασης και επιστροφής, τα έξοδα διαμονής, διατροφής και μετακινήσεων.

Ειδικότερα ζήτησε με την αγωγή την επιδίκαση α) του ποσού των 950 ευρώ για το ταξίδι από ... - ... (...) από 14.12.2005 έως 16.12.2005, β) του ποσού των 1600 ευρώ για το ταξίδι από ... από 9.12.2006 έως 12.12.2006, γ) του ποσού των 1400 ευρώ για το ταξίδι στη ... από 20.4.2007 έως 24.4.2007 και δ) του ποσού των 850 ευρώ για το ταξίδι από ... - ... (...) από 13.11.2007 έως 15.11.2007, ποσά που κατά την αγωγή περιλαμβάνουν συλλήβδην το κόστος του αεροπορικού εισιτηρίου μετάβασης και επιστροφής, τα έξοδα διαμονής, διατροφής και μετακινήσεων.

Με το περιεχόμενο αυτό η αγωγή κατά το κεφάλαιο αυτό πάσχει ποσοτικής αοριστίας, εφόσον οι ως άνω δαπάνες δεν προσδιορίζονται χωριστά κατ' είδος, έκταση και ποσό, προκειμένου να δοθεί στην εναγομένη η δυνατότητα ν' αμυνθεί. Επομένως το δευτεροβάθμιο δικαστήριο που, χωρίς ειδικότερη αιτιολογία, έκρινε ότι η αγωγή είναι επαρκώς ορισμένη και κατά το κεφάλαιο αυτό, απορρίπτοντας τον περί αοριστίας αυτής ισχυρισμό της τότε εναγομένης και ήδη αναιρεσείουσας εταιρείας, τον οποίο αυτή είχε προβάλλει με τις κατατεθείσες πρωτόδικες προτάσεις της ενώπιον του εν λόγω δικαστηρίου, και στη συνέχεια επιδίκασε τα ποσά αυτά, έσφαλε, υποπίπτοντας στην από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ αναιρετική πλημμέλεια, της παρά το νόμο μη κήρυξης απαραδέκτου.

Επομένως είναι βάσιμος ο περί τούτου τέταρτος λόγος αναίρεσης κατά το πρώτο αυτού σκέλος και συνεπώς πρέπει να γίνει δεκτός. Αντιθέτως είναι αβάσιμος και ως εκ τούτου απορριπτέος ο ίδιος λόγος αναίρεσης κατά το δεύτερο αυτού σκέλος, με τον οποίο η αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλομένη απόφαση την πλημμέλεια ότι παρά το νόμο έκρινε ορισμένη την αγωγή (και) ως προς το κεφάλαιο καταβολής αμοιβής

α) για τη μελέτη της από 26.6.2006 εξώδικης δήλωσης της εντολέως του απευθυνομένης προς Π. Α. κλπ (120 ευρώ αμοιβή για μία ώρα απασχόλησης και 200 ευρώ για έξοδα των αναγραφομένων στην αγωγή τεσσάρων επιδόσεων προς 50 ευρώ η επίδοση)

β) για τη μελέτη της από 26.6.2006 εξώδικης απάντησης του Ι. Ε. προς την εντολέα πελάτη του, 120 ευρώ για μία ώρα απασχόλησης,

γ) για τη σύνταξη της από 26.6.2008 εξώδικης δήλωσης υποβολής παραίτησης προς την εντολέα του, 120 ευρώ για μία ώρα απασχόλησης,

δ) για την εμφάνισή του στις 19.10.2006 ενώπιον του συμβολαιογράφου Ν. Π. προς παράδοση σε αυτόν ως αντιπροσώπου και για λογαριασμό της εντολέως του, από τον Π. Α. 13.971 ανωνύμων μετοχών, κυριότητας της τελευταίας, 120 ευρώ για μία ώρα επαγγελματικής απασχόλησης και

ε) για την εμφάνισή του στις 31.1.2008 ενώπιον της συμβολαιογράφου Μ. Μ., όπου υπέβαλε δήλωση σε απάντηση εξώδικης πρόσκλησης, 120 ευρώ για μία ώρα επαγγελματικής απασχόλησης, ποσά τα οποία επιδικάσθηκαν με την προσβαλλομένη απόφαση, παρά την προβολή σχετικού περί αοριστίας ισχυρισμού με τις πρωτόδικες προτάσεις της.

Είναι δε αβάσιμος ο λόγος αυτός κατά το πιο πάνω σκέλος του, διότι στην αγωγή γίνεται μνεία του χρόνου απασχόλησης (μία ώρα για κάθε επί μέρους ενέργεια) και της οφειλομένης για την απασχόληση αυτή αμοιβής με το σύστημα της χρονοχρέωσης, ενώ για το υπό στοιχείο (α) κονδύλιο γίνεται διάκριση μεταξύ της εν λόγω αμοιβής και των δαπανών για τις τέσσερις επιδόσεις.

Δεν απαιτείτο δε για το ορισμένο του σχετικού κεφαλαίου περαιτέρω μνεία του απαιτουμένου δαπανηθέντος χρόνου για εκάστη των πιο πάνω ενεργειών προκειμένου να κριθεί εάν ο χρόνος αυτός δικαιολογείτο για τη μελέτη και σύνταξη αυτών, αφού προσδιορίζεται ο χρόνος αυτός σε μία (1) ώρα για εκάστη των πιο πάνω ενεργειών, ούτε επί πλέον αναφορά του λόγου για τον οποίο ήταν αναγκαία η απασχόληση του αναιρεσίβλητου και με εξώδικες δηλώσεις απευθυνόμενες στην αναιρεσείουσα εταιρεία και όχι (μόνο) εκπορευόμενες από αυτήν.

Με τη διάταξη του άρθρου 190 του κατά τον κρίσιμο χρόνο (από το έτος 2005 έως 20 Ιουνίου 2008) ισχύοντος Ν.Δ/τος 3026/1954 "περί Κώδικος των Δικηγόρων", η οποία ως ειδική υπερισχύει εκείνης του άρθρου 250 αριθ. 11 του ΑΚ, ορίζεται ότι οι απαιτήσεις των δικηγόρων για τις αμοιβές και τις δαπάνες τους παραγράφονται μετά από μία πενταετία, η οποία αρχίζει, αν μεν πρόκειται για διοικητικές υποθέσεις ή εξώδικες πράξεις, από το τέλος του έτους κατά το οποίο ενεργήθηκε η σχετική πράξη, αν δε πρόκειται για δίκες από το τέλος του έτους κατά το οποίο ενεργήθηκε από αυτούς η τελευταία διαδικαστική πράξη.

Από τη διάταξη αυτή συνάγεται ότι η αξίωση του δικηγόρου για την αμοιβή του ή για δαπάνες στις οποίες υποβλήθηκε για λογαριασμό του εντολέα του, γεννιέται και είναι δυνατή η δικαστική επιδίωξή της από το χρονικό σημείο, κατά το οποίο αυτός ενήργησε την εξώδικη πράξη ή την τελευταία διαδικαστική πράξη στη δίκη ή έπαυσε για οποιονδήποτε λόγο να εκπροσωπεί τον εντολέα του, ο χρόνος δε της παραγραφής αρχίζει από το τέλος του έτους, στο οποίο εμπίπτει η κατά τα ανωτέρω γέννηση της αξιώσεως (ΟλΑΠ 42/1990, ΑΠ 8/2008).

Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 261 παρ. 1 εδ. α του ΑΚ, η οποία εφαρμόζεται συμπληρωματικά και στις περιπτώσεις που ρυθμίζονται από το προαναφερθέν άρθρο 190 του Κώδικα Δικηγόρων (σχετ. ΑΠ 1276/2018), την παραγραφή των ως άνω αξιώσεων του δικηγόρου κατά του εντολέως του διακόπτει η έγερση από το δικηγόρο της κατά του εντολέως του αγωγής (ΑΠ 1117/2000).

Ως έγερση της αγωγής, η οποία επιφέρει κατά το άρθρο 261 παρ. 1 εδ. α του ΑΚ διακοπή της παραγραφής, νοείται κατά τα άρθρα 215 παρ. 1 και 221 παρ. 1 του ΚΠολΔ η ολοκλήρωση της άσκησης αυτής με την επίδοση αντιγράφου της αγωγής στον εναγόμενο οφειλέτη και επομένως για να επέλθει το αποτέλεσμα αυτό απαιτείται η εγκυρότητα της επίδοσης στον εναγόμενο αντιγράφου της αγωγής (ΑΠ 767/1988).

Εξ άλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 126 παρ. 1 εδ. δ' 127 παρ. 1,128 παρ. 1,129 παρ. 1 και 139 παρ. 1 του ΚΠολΔ, συνάγεται ότι για να επιδοθεί έγκυρα δικόγραφο σε νομικό πρόσωπο, όπως είναι η ανώνυμη εταιρεία, πρέπει αυτό να παραδοθεί στο νόμιμο ή στον κατά το καταστατικό αυτού νόμιμο εκπρόσωπο είτε στην κατοικία του τελευταίου, είτε στο κατάστημα, γραφείο ή εργαστήριο του νομικού προσώπου.

Στην έκθεση επίδοσης, πρέπει να αναγραφεί από το δικαστικό επιμελητή το ονοματεπώνυμο του νόμιμου εκπροσώπου του νομικού προσώπου, εάν η επίδοση γίνεται στον ίδιο. Σε περίπτωση που αυτός δεν βρεθεί στην κατοικία ή στο γραφείο του (άρθρο 124 παρ. 2 του ΚΠολΔ) και η επίδοση γίνει με παράδοση του εγγράφου σε πρόσωπο από τα αναφερόμενα στα άρθρα 128 παρ.1 ή 129 παρ. 1 του ΚΠολΔ, δεν απαιτείται μεν η αναγραφή στην έκθεση του ονόματος του νόμιμου εκπροσώπου του νομικού προσώπου, πρέπει, όμως, να αναφέρεται σε αυτή το γεγονός της μη ανεύρεσης και το ονοματεπώνυμο και η ιδιότητα του προσώπου, στο οποίο έγινε η παράδοση του εγγράφου, για να διαπιστωθεί, αν αυτό το φυσικό πρόσωπο είναι από τα αναφερόμενα στις διατάξεις αυτές ως δεκτικά παράδοσης (ΟλΑΠ 900/1985, ΑΠ 641/2017, ΑΠ 443/2015, ΑΠ 396/2006).

Σε κάθε περίπτωση, ο εκπρόσωπος του νομικού προσώπου (και γενικότερα τα καταστατικά όργανα διοίκησης και εκπροσώπησης αυτού) δικαιούται, εντός του πλαισίου της γενικής προς εκπροσώπηση του νομικού προσώπου εξουσίας του, να ορίσει κάποιο άλλο πρόσωπο, όπως υπάλληλο κλπ., ως αρμόδιο για την παραλαβή δικογράφων, στην τελευταία δε αυτή περίπτωση ο εξουσιοδοτηθείς μπορεί να παραλαμβάνει δικόγραφα, σαν να ήταν ο ίδιος ο εκπρόσωπος, χωρίς άλλη προϋπόθεση ή διαδικασία (ΑΠ 641/2017, ΑΠ 443/2015, ΑΠ 322/2015, ΑΠ 1153/2006, 882/1989).

Επίσης, όπως προκύπτει από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 117, 139, 438 και 440 του ΚΠολΔ η έκθεση επίδοσης, που συντάσσει ο αρμόδιος δικαστικός επιμελητής συνιστά δημόσιο έγγραφο, το οποίο παρέχει πλήρη απόδειξη ως προς όσα βεβαιώνονται σ' αυτήν, ότι έγιναν από το δικαστικό επιμελητή ή ενώπιον του. Ανταπόδειξη επιτρέπεται μόνο με την προσβολή της έκθεσης επίδοσης ως πλαστής.

Τα περιστατικά, αντίθετα, που βεβαιώνονται σ' αυτή, την αλήθεια των οποίων όφειλε να διαπιστώσει ο δικαστικός επιμελητής, αλλά τα οποία δεν υποπίπτουν από τη φύση τους στην άμεση αντίληψη του, όπως είναι και ότι εκείνος στον οποίο εγχειρίσθηκε το έγγραφο είναι υπάλληλος του παραλήπτη ή ότι ο τελευταίος έχει την ιδιότητα του νομίμου εκπροσώπου του νομικού προσώπου, που στηρίζονται σε δήλωση του παραλαβόντος, αποδεικνύονται μεν πλήρως από την έκθεση επίδοσης, επιτρέπεται όμως ως προς αυτά ανταπόδειξη, με κάθε νόμιμο αποδεικτικό μέσο και με μάρτυρες, από εκείνον που αμφισβητεί την αλήθεια τους (ΑΠ 641/2017, ΑΠ 443/2015, ΑΠ 322/2015, ΑΠ 1232/2012, ΑΠ 1005/2005).

Τέλος, σε περίπτωση που ανώνυμη εταιρεία τίθεται υπό καθεστώς εκκαθάρισης, αυτή εκπροσωπείται από τους εκκαθαριστές της, οι οποίοι διαχειρίζονται τις υποθέσεις της και την εκπροσωπούν προς τα έξω έναντι τρίτων (ΑΠ 13/2011).

Με τη διάταξη του αριθμού 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ ορίζεται ότι αναίρεση επιτρέπεται και εάν το δικαστήριο παραμόρφωσε το περιεχόμενο εγγράφου με το να δεχθεί πραγματικά γεγονότα προφανώς διαφορετικά από εκείνα που αναφέρονται στο έγγραφο αυτό. Ο ανωτέρω αναιρετικός λόγος ιδρύεται μόνο όταν το δικαστήριο της ουσίας υπέπεσε, ως προς το έγγραφο, σε διαγνωστικό λάθος αναγόμενο στην ανάγνωση του εγγράφου (σφάλμα ανάγνωσης), με την παραδοχή ότι περιέχει περιστατικά προδήλως διαφορετικά από εκείνα που πράγματι το έγγραφο αυτό περιελάμβανε, όχι δε και όταν από το περιεχόμενο του εγγράφου, το οποίο σωστά ανέγνωσε, συνάγει αποδεικτικό πόρισμα διαφορετικό από εκείνο που ο αναιρεσείων θεωρεί ορθό.

Στην τελευταία περίπτωση πρόκειται για παράπονο αναφερόμενο στην εκτίμηση πραγματικών γεγονότων, που εκφεύγει κατά το άρθρο 561 παρ 1 του ιδίου Κώδικα του αναιρετικού ελέγχου (ΟλΑΠ 2/2008). Εξάλλου, από τη διάταξη του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ιδίου Κώδικα, με την οποία ορίζεται ότι αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, συνάγεται ότι δεν ιδρύεται ο εν λόγω αναιρετικός λόγος, οσάκις το πραγματικό του εκάστοτε εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα, ούτως ώστε να μην καταλείπονται αμφιβολίες.

Ελλείψεις αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες. Δηλαδή μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε.

Τα επιχειρήματα δε του δικαστηρίου που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία", ώστε στο πλαίσιο της διάταξης του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ να επιδέχονται μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια.

Ούτε εξ άλλου ιδρύεται ο ανωτέρω λόγος αναίρεσης του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ εξ αιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα των διαδίκων (ΑΠ 1420/2013, ΑΠ 1703/2009, ΑΠ 1202/2008, ΑΠ 520/1995).

Στην προκειμένη περίπτωση, με τον πρώτο από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης, η αναιρεσείουσα αλλοδαπή ανώνυμη εταιρεία προσάπτει στην προσβαλλομένη απόφαση την πλημμέλεια ότι με το να δεχθεί ότι ο Ι. Κ. ήταν νόμιμος εκπρόσωπος, πληρεξούσιος και αντίκλητος αυτής στις 30.12.2010, οπότε του επιδόθηκε αντίγραφο της ένδικης αγωγής, με βάση την με αριθμό 2243 Β/30.12.2010 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Πειραιά Κ.

Τ. σε συνδυασμό με την από 17.3.2009 και με αριθ. κατάθ. 3297/26.3.2009 αγωγή της εναγομένης ενώπιον του Ειρηνοδικείου Αθηνών και την από 31.3.2008 δήλωση του ιδίου [ενν. του Ι. Κ.] ότι είναι ο νόμιμος εκπρόσωπος της εναγομένης ανώνυμης εταιρείας, και κατά συνέπεια να δεχθεί ως βάσιμη κατ' ουσία την αντένσταση του ενάγοντος και ήδη αναιρεσίβλητου περί διακοπής της παραγραφής των αξιώσεων αυτού με την πιο πάνω επίδοση, το μεν παραμόρφωσε το περιεχόμενο της ως άνω έκθεσης επίδοσης, στην οποία δεν διαλαμβάνεται η άρνηση του Ι.

Κ. να παραλάβει το δικόγραφο της αγωγής, το δε διέλαβε ανεπαρκείς αιτιολογίες, καθότι τα λοιπά έγγραφα που αναφέρονται στην προσβαλλομένη απόφαση (αγωγή της εναγομένης και δήλωση του Ι. Κ. περί της ιδιότητάς του ως νομίμου εκπροσώπου της εναγομένης, τα οποία καταρτίσθηκαν στις 26.3.2009 και 31.3.2008 αντίστοιχα, ήτοι σε προγενέστερο του κρίσιμου χρόνο) δεν συνιστούν επαρκή αιτιολογία περί της ιδιότητας του Ι.

Κ., ως νομίμου εκπροσώπου της εναγομένης και ήδη αναιρεσείουσας εταιρείας κατά τον κρίσιμο χρόνο της επίδοσης της αγωγής σε αυτόν. Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, διότι από την επισκόπηση της προσκομιζομένης με επίκληση από τον αναιρεσίβλητο πιο πάνω έκθεσης επίδοσης προκύπτει ότι αντίγραφο της αγωγής εγχειρίσθηκε σε υπάλληλο του Ι.

Κ., επειδή δεν ανευρέθηκε ο τελευταίος και όχι επειδή αυτός αρνήθηκε να παραλάβει το δικόγραφο (οπότε θα γινόταν θυροκόλληση, παρουσία ενός μάρτυρα, κατ' εφαρμογή του άρθρου 130 παρ.1 του ΚΠολΔ). Ανεξαρτήτως των ανωτέρω η επικαλουμένη παράλειψη δεν συνιστά παραμόρφωση του περιεχομένου της πιο πάνω έκθεσης επίδοσης από το δικαστήριο της ουσίας, την οποία το τελευταίο σωστά ανέγνωσε.

Ούτε εξ άλλου από τις πιο πάνω παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης σχετικά με την ιδιότητα του Ι. Κ., ως νομίμου εκπροσώπου της αναιρεσείουσας κατά τον κρίσιμο χρόνο επίδοσης της αγωγής ιδρύεται αναιρετικός λόγος από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, εφόσον το αποδεικτικό πόρισμα αυτής, δηλαδή ότι ο Ι.

Κ. ήταν κατά το χρόνο αυτό νόμιμος εκπρόσωπος της αναιρεσείουσας, εκτίθεται στην προσβαλλομένη απόφαση με σαφήνεια και πληρότητα. Επομένως ο περί του αντιθέτου από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ πρώτος αναιρετικός λόγος είναι αβάσιμος και απορριπτέος.

Με τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 11 περ. α του ΚΠολΔ ορίζεται ότι αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που ο νόμος δεν επιτρέπει, ενώ με τη διάταξη του άρθρου 671 παρ. 1 εδ. τελ. του ΚΠολΔ, όπως ίσχυε κατά το χρόνο εκδίκασης της υπόθεσης ενώπιον του εκδώσαντος την προσβαλλόμενη απόφαση πρωτοβαθμίου δικαστηρίου (17 Δεκεμβρίου 2013), στην οποία παρέπεμπε η διάταξη του άρθρου 681 του ιδίου Κώδικα, ορίζετο ότι κατά την διαδικασία των διαφορών από αμοιβές για την παροχή εργασίας, ένορκες βεβαιώσεις ενώπιον ειρηνοδίκη ή συμβολαιογράφου λαμβάνονται υπόψη μόνο αν έγιναν ύστερα από προηγούμενη κλήτευση του αντιδίκου πριν από είκοσι τέσσερις τουλάχιστον ώρες.

Από τις διατάξεις αυτές συνάγεται ότι η έλλειψη της κατά τα ανωτέρω νόμιμης κλήτευσης του αντιδίκου, την οποία ερευνά και αυτεπαγγέλτως το δικαστήριο της ουσίας, ως προϋπόθεση του κύρους της ένορκης βεβαίωσης, έχει ως συνέπεια ότι η ένορκη βεβαίωση δεν είναι απλώς άκυρη, αλλά ανύπαρκτη ως αποδεικτικό μέσο (ΑΠ 2000/2009, ΑΠ 1408/2003, ΑΠ 373/2002) και, επομένως, εάν το δικαστήριο της ουσίας λάβει υπόψη του ένορκη βεβαίωση χωρίς να έχει νομίμως κλητευθεί ο αντίδικος (που δεν παρέστη κατά τη λήψη της), λαμβάνει υπόψη του ανεπίτρεπτο από το νόμο αποδεικτικό μέσο (ΑΠ 381/2010, ΑΠ 205/2008), υποπίπτοντας στην από τον αριθμό 11 περ.

α του άρθρου 559 του ΚΠολΔ αναιρετική πλημμέλεια. Για να είναι όμως ορισμένος ο ανωτέρω αναιρετικός λόγος, πρέπει να αναφέρονται στο αναιρετήριο

α) η ένορκη βεβαίωση που λήφθηκε υπ' όψη από το δικαστήριο της ουσίας,

β) ο ισχυρισμός για τον οποίο το δικαστήριο έλαβε υπόψη του την ανωτέρω ένορκη βεβαίωση και η επίδραση που είχε αυτός στο διατακτικό της απόφασης και

γ) ο λόγος για τον οποίο ήταν ανεπίτρεπτη από το νόμο, ως αποδεικτικό μέσο, η εν λόγω ένορκη βεβαίωση, (ΑΠ 809/2017, ΑΠ 529/2017, ΑΠ 702/2008, ΑΠ 2112/2007, ΑΠ 1588/2007). Επί πλέον δε πρέπει, σύμφωνα με το άρθρο 562 παρ. 2 του ΚΠολΔ, να γίνεται αναφορά στο αναιρετήριο ότι το απαράδεκτο της λήψης του συγκεκριμένου αποδεικτικού μέσου (ένορκης βεβαίωσης) προτάθηκε από τον αναιρεσείοντα στο δικαστήριο της ουσίας, ως και ο τρόπος προβολής του, εκτός αν συντρέχει κάποια από τις αναφερόμενες στο άρθρο 562 παρ. 2 του ΚΠολΔ εξαιρετικές περιπτώσεις (ΑΠ 809/2017, ΑΠ 394/2012). Και τούτο διότι η εν λόγω διάταξη του άρθρου 562 παρ. 2 του ΚΠολΔ, η οποία αποτελεί εκδήλωση της θεμελιώδους αρχής, ότι ο Άρειος Πάγος ελέγχει τη νομιμότητα της απόφασης του δικαστηρίου της ουσίας με βάση την πραγματική και νομική κατάσταση, που όφειλε να λάβει υπόψη του ο ουσιαστικός δικαστής, καθιερώνει ειδική προϋπόθεση του παραδεκτού όλων των λόγων αναίρεσης, η συνδρομή της οποίας πρέπει να προκύπτει από το αναιρετήριο. Πρέπει, δηλαδή, να αναφέρεται στο αναιρετήριο ότι ο ισχυρισμός που στηρίζει το λόγο αναίρεσης, είχε προταθεί στο δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση και μάλιστα ότι είχε προταθεί νομίμως (ΑΠ 199/2017, ΑΠ 183/2014, ΑΠ 2319/2014, ΑΠ 114/2009).

Συνεπώς, ο ισχυρισμός πρέπει να παρατίθεται στο αναιρετήριο, όπως προτάθηκε στο δικαστήριο της ουσίας, να αναφέρεται δε και ο τρόπος επαναφοράς του στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο [εάν η υπόθεση ήχθη ενώπιον του Εφετείου], ώστε να μπορεί να κριθεί, με βάση το αναιρετήριο, αν ήταν παραδεκτός και νόμιμος (ΑΠ 1254/2010, ΑΠ 114/2009).

Στην προκειμένη περίπτωση, με τον πέμπτο από τον αριθμό 11 περ. α του άρθρου 559 του ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης, η αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλομένη απόφαση την πλημμέλεια ότι παρά το νόμο έλαβε υπ' όψη της την με αριθ. 592/2012 ένορκη βεβαίωση μάρτυρα ενώπιον του Ειρηνοδίκη Αθηνών, που λήφθηκε με την επιμέλεια του αναιρεσίβλητου, δεχθείσα ότι αυτή είχε κλητευθεί νομίμως, δυνάμει της με αριθ. 3442 Β/20.1.2012 έκθεσης επίδοσης της σχετικής κλήσης του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Πειραιά Κ. Τ., παρόλο που η κλήση αυτή είχε επιδοθεί στον μη εκπροσωπούντα την αναιρεσείουσα εταιρεία Ι. Κ.. Με το περιεχόμενο αυτό ο λόγος αυτός είναι αόριστος, διότι αφενός μεν δεν αναφέρεται στο αναιρετήριο ότι το ως άνω απαράδεκτο προτάθηκε από την αναιρεσείουσα εταιρεία ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου και ο τρόπος προβολής του (άρθρο 562 παρ. 2 του ΚΠολΔ), ενόψει του ότι δεν συντρέχει περίπτωση εξαίρεσης από το άρθρο αυτό, αφετέρου δε διότι δεν διαλαμβάνεται στο αναιρετήριο ο ισχυρισμός προς απόδειξη του οποίου προσκομίστηκε το εν λόγω αποδεικτικό μέσο. Επομένως ο λόγος αυτός πρέπει ν' απορριφθεί ως απαράδεκτος.

Kατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 11 περίπτ. γ του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται και εάν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν. Από δε τις διατάξεις των άρθρων 335, 338 έως 340 και 346 του ιδίου Κώδικα συνάγεται ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να διαγνώσει την αλήθεια των πραγματικών ισχυρισμών που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λάβει υπόψη του όλα τα αποδεικτικά μέσα που νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι.

Δεν επιβάλλεται όμως η διενέργεια ειδικής μνείας ή ξεχωριστής αξιολόγησης ενός εκάστου αποδεικτικού στοιχείου στην δικαστική απόφαση. Δεν αποκλείεται βεβαίως το δικαστήριο της ουσίας να μνημονεύσει και εξάρει μερικά από τα αποδεικτικά μέσα, λόγω της κατά την ελεύθερη κρίση του μεγαλύτερης σημασίας τους, αρκεί για τον αναιρετικό έλεγχο να προκύπτει με βεβαιότητα το ότι από τη γενική, κατ' είδος αναφορά στα αποδεικτικά μέσα, καθίσταται βέβαιο ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα που υποβλήθηκαν στη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, χωρίς κανένα να παραληφθεί (ΟλΑΠ 8/2016, ΟλΑΠ 42/2002).

Για να ιδρυθεί ο ανωτέρω λόγος αρκεί, παρά τη βεβαίωση του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου ότι λήφθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα (στα οποία περιλαμβάνονται οι ένορκες βεβαιώσεις και τα έγγραφα), να καταλείπονται με βάση το όλο περιεχόμενο της προσβαλλομένης απόφασης αμφιβολίες για το αν το συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο λήφθηκε και συνεκτιμήθηκε μαζί με τις υπόλοιπες αποδείξεις για το σχηματισμό δικανικής πεποίθησης επί ενός ουσιώδους ισχυρισμού (ΟλΑΠ 2/2008, ΑΠ 322/2011, ΑΠ 371/2009).

Εξ άλλου με τη διάταξη του αριθμού 8 περ. β του άρθρου 559 ΚΠολΔ ορίζεται ότι αναίρεση επιτρέπεται και όταν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής ως "πράγματα" θεωρούνται οι πραγματικοί ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο και άρα στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης ή λόγου έφεσης (ΟλΑΠ 25/2003, ΟλΑΠ 3/1997, ΟλΑΠ 11/1996).

Εάν, επομένως, το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη του τον προταθέντα ισχυρισμό και τον απέρριψε για οποιοδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό, δεν ιδρύεται ο ανωτέρω αναιρετικός λόγος (ΟλΑΠ 12/1991). Και τούτο διότι η απόρριψη αυτή σημαίνει ότι το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη του τον σχετικό ισχυρισμό, ανεξάρτητα αν αυτός δεν έγινε δεκτός.

Τοιαύτη περίπτωση συντρέχει και όταν το Δικαστήριο αντιμετωπίζει και απορρίπτει εκ του πράγματος στην ουσία προβληθέντα ισχυρισμό, με την παραδοχή ως αποδειχθέντων γεγονότων αντιθέτων προς αυτά που τον συγκροτούν (ΟλΑΠ 11/1996). Επίσης δεν θεωρούνται "πράγματα" κατά την προαναφερθείσα έννοια της διάταξης αυτής, τα επικληθέντα αποδεικτικά μέσα και το περιεχόμενο αυτών, η μη λήψη υπόψη των οποίων δεν ιδρύει συνεπώς τον από τον αριθμό 8 περ.

β του άρθρου 559 του ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης (ΑΠ 261/2016, ΑΠ 87/2013, ΑΠ 10/2008, ΑΠ 2019/2007). Τέλος το κύρος της επίδοσης, ως διαδικαστικής πράξης στο πλαίσιο του δικονομικού δικαίου, κρίνεται κατά το άρθρο 159 επ. του ΚΠολΔ (ΟλΑΠ 12/1991).

Στην προκειμένη περίπτωση, με τον δεύτερο από τους αριθμούς 8, 11 περ. γ και 14 του ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης, η αναιρεσείουσα εταιρεία προσάπτει στην προσβαλλομένη απόφαση την πλημμέλεια

α) ότι δεν έλαβε υπ' όψη τον νομίμως προταθέντα με την προσθήκη στις προτάσεις της ουσιώδη ισχυρισμό αυτής για την έκβαση της δίκης και ειδικότερα τον προς αντίκρουση της αντένστασης διακοπής της παραγραφής, που ο αναιρεσίβλητος είχε προτείνει με τις προτάσεις του, επικαλούμενος επίδοση της ένδικης αγωγής την 30.12.2010 στον Ι. Κ. ως νόμιμο εκπρόσωπό της, προβληθέντα ισχυρισμό αυτής ότι ο Ι. Κ. δεν εκπροσωπούσε κατά το χρόνο αυτό την αναιρεσείουσα αλλοδαπή εταιρεία, αφού αυτή είχε ήδη τεθεί υπό εκκαθάριση και εκπροσωπείτο από τον εκκαθαριστή της, όπως προέκυπτε από το από 22.10.2012 απόσπασμα του δημοσίου μητρώου των εταιρειών του ..., το οποίο αυτή είχε επικαλεσθεί με τις προτάσεις της και προσκομίσει σε πρωτότυπο και σε μετάφραση στην πρωτοβάθμια δίκη, υποπίπτοντας έτσι στην από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ αναιρετική πλημμέλεια,

β) δεν έλαβε υπ' όψη της ως αποδεικτικό μέσο το πιο πάνω έγγραφο και συγκεκριμένα το από 22.10.2012 απόσπασμα του δημοσίου μητρώου των εταιρειών του ..., το οποίο αυτή είχε επικαλεσθεί με τις προτάσεις της και προσκομίσει, προς απόδειξη του πιο πάνω ουσιώδους ισχυρισμού της ότι ο Ι. Κ. δεν εκπροσωπούσε αυτήν στις 30.12.2010, υποπίπτοντας έτσι στην από τον αριθμό 11 περίπ. γ του άρθρου 559 του ΚΠολΔ αναιρετική πλημμέλεια και

γ) έλαβε αντιθέτως υπόψη την με αριθ. …43/30.12.2010 έκθεση επίδοσης της αγωγής προς τον Ι. Κ., χωρίς να κηρύξει δικονομικό απαράδεκτο αυτής, εφόσον ο τελευταίος δεν εκπροσωπούσε την αναιρεσείουσα κατά το χρόνο αυτό, υποπίπτοντας έτσι στην από το αριθμό 14 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ αναιρετική πλημμέλεια. Ο λόγος αυτός πρέπει ν' απορριφθεί ως αβάσιμος κατά τα άνω υπό στοιχείο (α) και (γ) σκέλη του.

Ειδικότερα, εφόσον το πρωτοβάθμιο δικαστήριο δέχθηκε κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του ότι ο Ι. Κ. κατά το χρόνο επίδοσης της αγωγής ήταν ο νόμιμος εκπρόσωπος της αναιρεσείουσας, έλαβε εκ του πράγματος υπ' όψη του τον ανωτέρω αρνητικό ισχυρισμό της αναιρεσείουσας στην περί διακοπής της παραγραφής αντένσταση του αναιρεσίβλητου, τον οποίο απέρριψε στην ουσία του.

Εξ άλλου, όπως προκύπτει από το περιεχόμενο των προτάσεων της αναιρεσείουσας και ειδικότερα την προσθήκη σε αυτές, τις οποίες επισκοπεί ο Άρειος Πάγος κατά τον έλεγχο του σχετικού αναιρετικού λόγου, δεν τέθηκε από την τελευταία ζήτημα κήρυξης από το δικαστήριο της ουσίας της ακυρότητας της πιο πάνω έκθεσης επίδοσης, ως διαδικαστικής πράξης, κατ' εφαρμογή του άρθρου 160 παρ.1 του ΚΠολΔ σε συνδυασμό προς το άρθρο 159 αριθ.3 του ιδίου Κώδικα [είναι διάφορο το ζήτημα εάν η κατά τα άνω επίδοση της αγωγής επέφερε ή όχι το ουσιαστικό αποτέλεσμα της διακοπής της παραγραφής].

Κατά το υπό στοιχείο (β) σκέλος αυτού όμως, της μη λήψης υπ' όψη νομίμως προσκομισθέντος με επίκληση εγγράφου, ο αναιρετικός αυτός λόγος, ερειδόμενος στον αριθ. 11 περίπ. γ του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, είναι βάσιμος. Ειδικότερα, όπως διαλαμβάνεται στο από 22.10.2012 αντίγραφο του δημοσίου μητρώου εταιρειών του … του ..., που προσκομίζεται σε πρωτότυπο και σε μετάφραση του στην Ελληνική γλώσσα από τη Γερμανική από δικηγόρο με ημερομηνία 16.12.2013 (άρθ. 36 παρ. 2 του Ν. 4194/2013 του νέου Κώδικα Δικηγόρων), η αναιρεσείουσα ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία ...

είχε λυθεί και τεθεί υπό καθεστώς εκκαθάρισης από 26.11.2009 με βάση τη διάταξη του άρθρου 971 παρ.6 του Δικαίου Προσώπων και Εταιρειών του ... σε συνδυασμό με το άρθρο 114 του Κανονισμού Δημοσίου Μητρώου του ..., ενώ στα στοιχεία διοίκησης αυτής αναγράφεται ως διαχειριστής - εκκαθαριστής άτομο με στοιχεία B., Dr. M., τα δε στοιχεία του Ι.

Κ., ως μέλους του Δ.Σ. και εκπροσώπου αυτής με δικαίωμα μεμονωμένης υπογραφής έχουν στο σχετικό έγγραφο διαγραφεί. Μάλιστα ο ανωτέρω Dr. M. B. ήταν προηγουμένως και μέλος του Δ.Σ. της πιο πάνω εταιρείας με δικαίωμα μεμονωμένης υπογραφής [ωσαύτως διαγραφείς υπό την ιδιότητα αυτή], όπως προκύπτει από το έγγραφο αυτό.

Το ανωτέρω έγγραφο είχε επικαλεσθεί με τις προτάσεις της στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο ως σχετικό αριθ. (3) η αναιρεσείουσα αλλοδαπή εταιρεία. Συνακόλουθα, παρά το γεγονός ότι στην προσβαλλόμενη απόφαση (φύλλο 3ο αυτής) διαλαμβάνεται ρητώς ότι "Από την εκτίμηση όλων των εγγράφων που προσκομίζουν νόμιμα μετ' επικλήσεως οι διάδικοι, καθώς και όσων εγγράφων προσκομίζονται με νόμιμη μετάφραση, ενώ η τυχόν αναφορά συγκεκριμένου αποδεικτικού μέσου είναι ενδεικτική και κανενός η συνεκτίμηση δεν παραλείφθηκε...", καταλείπονται με βάση το όλο περιεχόμενο της προσβαλλομένης απόφασης αμφιβολίες για το αν το συγκεκριμένο δημόσιο έγγραφο λήφθηκε και συνεκτιμήθηκε μαζί με τις υπόλοιπες αποδείξεις για το σχηματισμό από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο δικανικής πεποίθησης επί του προπαρατεθέντος ουσιώδους ισχυρισμού της αναιρεσείουσας ότι κατά το χρόνο επίδοσης στις 30.12.2010 της ένδικης αγωγής, ο παραλαβών το σχετικό δικόγραφο Ι.

Κ. δεν ήταν πλέον νόμιμος εκπρόσωπος της εναγομένης και ήδη αναιρεσείουσας εταιρείας, η οποία είχε ήδη τεθεί υπό εκκαθάριση και εκπροσωπείτο από τον εκκαθαριστή της Δρ. Μ. Μ., με συνέπεια να μην έχει επέλθει διακοπή της παραγραφής μέρους των επίδικων αξιώσεων του αναιρεσίβλητου, καθόσον στην προσβαλλόμενη απόφαση ουδέν διαλαμβάνεται προς αντίκρουση του περιεχομένου του πιο πάνω εγγράφου, ούτε το τελευταίο μνημονεύεται σε κάποιο σημείο αυτής.

Κατ' ακολουθία των ανωτέρω και κατά παραδοχή του δευτέρου κατά το δεύτερο αυτού σκέλος λόγου αναίρεσης και του τέταρτου κατά το πρώτο αυτού σκέλος λόγου αναίρεσης πρέπει ν' αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και στη συνέχεια να παραπεμφθεί η υπόθεση, η οποία χρειάζεται περαιτέρω διερεύνηση, προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Πρωτοδικείο, αφού είναι δυνατή η συγκρότηση του από άλλο δικαστή (άρθ. 580 παρ.3 του ΚΠολΔ).

Τέλος, πρέπει καταδικασθεί ο αναιρεσίβλητος, λόγω της ήττας αυτού, στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσείουσας εταιρείας, που παρέστη, αλλά δεν κατέθεσε προτάσεις (άρθρα 176, 183 του ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την με αριθ. 128/13.5.2014 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών.

Παραπέμπει την υπόθεση για εκ νέου εκδίκαση στο ίδιο Πρωτοδικείο, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλο δικαστή, πλην αυτού που εξέδωσε την αναιρουμένη απόφαση.

Καταδικάζει τον αναιρεσίβλητο στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσείουσας εταιρείας, τα οποία ορίζει στο ποσόν των χιλίων πεντακοσίων (1.500) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 14 Μαΐου 2019.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 21 Ιουνίου 2019.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ

Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ