Legislator Case Law & Legislation
702/2008 AI generated

Supreme Court dismisses appeal for inadmissible evidence and insufficient reasoning regarding bank note authenticity.

Case Number 702/2008
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the Court of First Instance's decision regarding a bank note dispute. The appellant argued that the lower court improperly admitted evidence and failed to provide sufficient reasoning for its findings on the note's authenticity. The court rejected these claims, stating that the appeal arguments were vague, contradictory, and lacked the specific details required by law to challenge the lower court's evaluation of evidence.

Legislator headnote

AI generated

Articles 559(12) and 559(11)(a) of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court may not review the lower court's evaluation of evidence unless the appeal clearly specifies the evidence admitted contrary to law, the issue it was used to prove, and the legal reason for its inadmissibility.

Keywords

AI generated
Code of Civil Procedure appeal admissibility evaluation of evidence insufficient reasoning bank note authenticity contradictory findings legal costs

Cited Legislation

AI generated
Article 559(12) of the Code of Civil Procedure
Article 559(11)(a) of the Code of Civil Procedure
Article 339 of the Code of Civil Procedure
Article 352(1) of the Code of Civil Procedure
Article 561(1) of the Code of Civil Procedure
Article 176 of the Code of Civil Procedure
Article 183 of the Code of Civil Procedure

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 702 / 2008 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 702/2008

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δημήτριο Λοβέρδο, Αντιπρόεδρο, Βασίλειο Ρήγα, Δημήτριο Δαλιάνη, Δημήτριο Πατινίδη- Εισηγητή και Γεώργιο Χρυσικό, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του την 1η Οκτωβρίου 2007, με την παρουσία και της Γραμματέως Σουζάνας Κουφιάδου, για να δικάσει μεταξύ :

Του αναιρεσείοντος : Χ1, τον οποίο εκπροσώπησε ο πληρεξούσιος δικηγόρος του Στέφανος Στεφανίδης ο οποίος ανακάλεσε την από 24.9.2007 δήλωσή του κατ' άρθρο 242 παρ.2 Κ.Πολ.Δ, Της αναιρεσίβλητης: ......., την οποία εκπροσώπησε ο πληρεξούσιος δικηγόρος της Στυλιανός Μανουσάκης.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 4.3.2005 ανακοπή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Ρόδου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 135/2005 οριστική του ίδιου δικαστηρίου και 211/2006 του Εφετείου Δωδεκανήσου. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητά ο αναιρεσείων με την από 27.8.2006 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Δημήτριος Πατινίδης ανέγνωσε την από 21.9.2007 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως αναιρέσεως, ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 12 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο παραβίασε τους ορισμούς του νόμου σχετικά με τη δύναμη των αποδεικτικών μέσων, ενώ κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 11 περ. α', αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που ο νόμος δεν επιτρέπει. Από την παραβολή των εν λόγων διατάξεων προκύπτει ο λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 559 αρ. 12 ΚΠολΔ προϋποθέτει ότι είναι παραδεκτό το συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο, ενώ ο αναιρετικός λόγος του άρθρου 559 αρ. 11 ΚΠολΔ συντρέχει όταν γίνεται παραδεκτό ένα αποδεικτικό μέσο χωρίς την ύπαρξη των όρων του παραδεκτού. Εξάλλου, για το ορισμένο του λόγου από το πιο πάνω άρθρο 559 αρ. 11 ΚΠολΔ, όπως είναι η παραδοχή που δεν συνιστά δικαστική ομολογία (άρθρα 339 και 352 παρ. 1 ΚΠολΔ) πρέπει να εκτίθεται στο αναιρετήριο, α) ποιά είναι τα αποδεικτικά μέσα που έλαβε υπόψη το δικαστήριο, τα οποία ο νόμος δεν επιτρέπει, β) ο ισχυρισμός προς απόδειξη του οποίου έχει ληφθεί υπόψη το αποδεικτικό μέσο, που δεν το επιτρέπει ο νόμος και γ) ο λόγος για τον οποίο ήταν ανεπίτρεπτα από το νόμο τα αποδεικτικά μέσα.

Συνεπώς ο πρώτος λόγος αναιρέσεως κατά το μέρος που αποδίδει στο Εφετείο την πλημμέλεια από το άρθρο 559 αρ. 11 περ. α' ΚΠολΔ, λαμβάνοντας υπόψη αποδεικτικά μέσα που ο νόμος δεν επιτρέπει, με το να δεχθεί ότι "η ανακόπτουσα (αναιρεσίβλητη) στο δικόγραφο της ανακοπής της ομολογεί ότι εις εκτέλεσιν των από 26-2-2003 και 21-6-2013 εγγράφων συμφωνιών παρέδωσε στις 21-6-2004 στον καθού η ανακοπή (αναιρεσείοντα) τη με αριθμό .......

πληρωτέα στην Τράπεζα NOVABANK μεταχρονολογημένη επιταγή εκδόσεώς της ποσού 93.911€", ενώ η παραδοχή αυτή δεν συνιστά ομολογία της ανακόπτουσας, με την έννοια ότι εκθέτει την αλήθεια επιβλαβούς γι'αυτήν περιστατικού και ωφέλιμου για τον καθού η ανακοπή, είναι απορριπτέος, λόγω της αοριστίας του ως απαράδεκτος, αφού δεν καθορίζεται στο αναιρετήριο για την πληρότητά του, ο ισχυρισμός προς απόδειξη του οποίου έχει ληφθεί υπόψη το εν λόγω αποδεικτικό μέσο (ομολογία), ακόμη και αν θεωρηθεί ότι υπό το προεκτιθέμενο περιεχόμενό του στηρίζεται όχι στη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 11 ΚΠολΔ αλλά σε εκείνη του άρθρου 559 αρ. 12 ιδίου Κώδικα.

Και αυτό ανεξάρτητα του ότι δεν ιδρύεται ο από το άρθρο 59 αρ. 11 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως, στην περίπτωση, όπως εν προκειμένω, που ο ισχυρισμός ή τα πραγματικά περιστατικά για την απόδειξη των οποίων έγινε η επίκληση και προσκομιδή του μη επιτρεπομένου αποδεικτικού μέσου, δεν έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, με την έννοια ότι η παραπάνω ομολογία της αναιρεσίβλητης δεν στηρίζει το διατακτικό της προσβαλλομένης αποφάσεως.

ΙΙ. Κατά το άρθρο 559 αρ. 8 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Για το ορισμένο του λόγου αυτού δεν αρκεί να αναφέρεται στο αναιρετήριο ότι το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη συγκεκριμένο ισχυρισμό, αλλά θα πρέπει να παρατίθενται τα στοιχεία από τα οποία προκύπτει ότι ο ισχυρισμός αυτός παραδεκτά προτάθηκε από τον αναιρεσείοντα στο δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, ότι ο ισχυρισμός αυτός ήταν νόμιμος και ότι αν γινόταν δεκτός θα επηρέαζε ευνοϊκά για τον αναιρεσείοντα το διατακτικό της προσβαλλομένης αποφάσεως.

Στην προκειμένη περίπτωση με το δεύτερο λόγο αναιρέσεως προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του προταθέντα με τις προτάσεις του στο Εφετείο από τον αναιρεσείοντα (εκκαλούντα) ισχυρισμό ότι η παραπάνω αναφερόμενη επιταγή ανακλήθηκε, με την από 17-12-2004 δήλωση, προς την πληρώτρια Τράπεζα της αναιρεσίβλητης και ότι ο ισχυρισμός αυτός "ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, αφού μετά την ανάκληση (της επιταγής) αποκλειόταν από τα πράγματα η πληρωμή της επιταγής και ως εκ τούτου η εμφάνιση προς πληρωμή εκ μέρους μου (του αναιρεσείοντος) της επιταγής στην πληρώτρια Τράπεζα είχε ως αποκλειστικό σκοπό τη σφράγισή της και όχι την δια παραπείσεως των αρμοδίων υπαλλήλων της Τράπεζας πληρωμή της επιταγής".

Ο λόγος αυτός αναίρεσης από το άρθρο 559 αρ. 8 ΚΠολΔ, πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος, λόγω της αοριστίας του, εγκειμένης στο ότι δεν αναφέρεται στο αναιρετήριο για την πληρότητά του, όχι μόνο ότι ο ισχυρισμός αυτός, που θεμελιώνει τον από την παραπάνω διάταξη λόγο αναιρέσεως, υποβλήθηκε στο Εφετείο με λόγο εφέσεως, αλλά και γιατί δεν αναφέρεται ότι ο ισχυρισμός αυτός αν γινόταν δεκτός θα επηρέαζε ευνοϊκά για τον αναιρεσείοντα το διατακτικό της προσβαλλομένης αποφάσεως, δεδομένου ότι κατά τις παραδοχές της προσβαλλομένης, η εμφάνιση της επιταγής (σε φωτοτυπημένο ομοίωμά της) στην πληρώτρια Τράπεζα από τον αναιρεσείοντα, έγινε προς πληρωμή αυτής.

ΙΙΙ. Κατά την έννοια του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, λόγος αναιρέσεως για έλλειψη νόμιμης βάσης της αποφάσεως ιδρύεται όταν δεν προκύπτουν σαφώς από το αιτιολογικό της τα περιστατικά τα αναγκαία για την κρίση στη συγκεκριμένη περίπτωση ως προς τη συνδρομή των όρων και προϋποθέσεων της διατάξεως που εφαρμόσθηκε ή για τη μη συνδρομή τους που αποκλείει την εφαρμογή της, καθώς και όταν η απόφαση έχει ελλιπείς ή αντιφατικές αιτιολογίες στο νομικό χαρακτηρισμό των πραγματικών περιστατικών, τα οποία έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης.

Αντίθετα δεν υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσης, όταν πρόκειται για ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και μάλιστα στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του εξαγομένου από αυτές πορίσματος, γιατί στην κρίση του αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανέλεγκτα, κατά το άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, εκτός αν δεν είναι σαφές το πόρισμα και για το λόγο αυτό γίνεται αδύνατος ο αναιρετικός έλεγχος.

Στην προκειμένη περίπτωση, με τον τρίτο λόγο αναιρέσεως, από το άρθρο 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, και κατά το πρώτο μέρος του ο αναιρεσείων προβάλλει την αιτίαση ότι η προσβαλλομένη απόφαση, ενώ δέχθηκε ότι ανακλήθηκε η επίδικη επιταγή, ταυτοχρόνως, όλως αντιφατικώς, δέχεται ότι με έγχρωμο φωτοτυπημένο ομοίωμα αυτής (επιταγής) ο αναιρεσείων προσπάθησε να πείσει τους αρμοδίους υπαλλήλους (της πληρώτριας Τράπεζας) ότι πρόκειται για το γνήσιο πρωτότυπο προκειμένου να επιτύχει την είσπραξη του ποσού αυτής.

Όπως όμως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, σύμφωνα με τις παραδοχές αυτής (βλ. 7η σελίδα αυτής), "οι υπάλληλοι της πληρώτριας Τράπεζας, προς στιγμή θεώρησαν αυτή (την επιταγή) ως γνήσια και σημείωσαν επ' αυτής τη μη πληρωμή της λόγω ανακλήσεως από την εκδότρια. Στη συνέχεια όμως αντιληφθέντες ότι πρόκειται για ομοίωμα των εντύπων επιταγών που χορηγεί η Τράπεζά τους, διέγραψαν τη σημείωση της μη πληρωμής και προσέθεσαν σε ένθετο επ'αυτής χαρτί τη σημείωση ότι η επιταγή δεν πληρώθηκε διότι δεν είναι από τα χορηγούμενο από την Τράπεζα σε πελάτες έντυπα επιταγών".

Πρόκειται δηλαδή για παραδοχές που ουσιαστικά διαφέρουν από τις αναφερόμενες στον πιο πάνω λόγω αναιρέσεως για το λόγο της μη πληρωμής της επιταγής από την πληρώτρια Τράπεζα, και επομένως ο λόγος αυτός πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. Περαιτέρω, με τον ίδιο λόγο αναίρεσης και κατά το δεύτερο μέρος του, προβάλλεται η αιτίαση ότι η προσβαλλόμενη απόφαση με ανεπαρκείς αιτιολογίες δέχθηκε α) ότι η σημείωση επί της επιταγής ότι αυτή "δεν είναι από τα χορηγούμενα από την Τράπεζα σε πελάτες έντυπα επιταγών" καθόλου δεν αποκλείει τη γνησιότητα της προσκομισθείσας επιταγής, η οποία είναι αυτούσια η παραδοθείσα (στον αναιρεσείοντα) από την αναιρεσίβλητη, β) ότι το εμφανισθέν από τον αναιρεσείοντα στην πληρώτρια Τράπεζα έγχρωμο φωτοτυπημένο ομοίωμα της προσκομισθείσας στην πληρώτρια Τράπεζα επιταγής προέρχεται από στέλεχος επιταγών που είχε χορηγήσει η πληρώτρια Τράπεζα στην ανακόπτουσα, ενώ αυτή είναι η παραδοθείσα από την αναιρεσίβλητη στον αναιρεσείοντα επιταγή που ακολούθως εμφανίσθηκε από τον τελευταίο προς πληρωμή και γ) χωρίς αιτιολογίες δέχθηκε ότι η επί του ανωτέρω εγχρώμου φωτοτυπημένου ομοιώματος της επιταγής υπογραφή της εκδότριας αναιρεσίβλητης δεν είναι ιδιόχειρη αλλά σε φωτοτυπία.

Ο λόγος αυτός κατά το παραπάνω (δεύτερο) μέρος του πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος, γιατί αναφέρεται στην ανέλεγκτη από τον Άρειο Πάγο εκτίμηση των αποδείξεων (άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ).

Ακολούθως τούτων η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων, λόγω της ήττας του, να πληρώσει τον αναιρεσίβλητο, που παραστάθηκε και κατέθεσε προτάσεις, τα δικαστικά έξοδα της δίκης (άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 27-8-2006 αίτηση του Χ1, για αναίρεση της 211/2006 αποφάσεως του Εφετείου Δωδεκανήσου. Και

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης, την οποία ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1.800) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 29 Ιανουαρίου 2008. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 3 Απριλίου 2008.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ