Legislator Case Law & Legislation
809/2017 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on lack of causal link between negligence and accident, upholding lower court's free evaluation of evidence.

Case Number 809/2017
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's appeal against the First Instance Court's judgment regarding a traffic accident claim. The appellant argued there was no causal link between the insured's negligence and the accident, but the court found no decision on evidence sufficiency to support this claim. The court ruled that the lower court correctly evaluated the evidence presented by the defendants, rejecting the appellant's arguments as baseless.

Legislator headnote

AI generated

Articles 559(10) and 560 of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court holds that an appeal alleging a lack of causal link between negligence and an accident is inadmissible if the lower court has already made a decision on the sufficiency of evidence, and that the free evaluation of evidence allows the court to accept facts proven by the opposing party without further proof.

Keywords

AI generated
causal link negligence traffic accident liability free evaluation evidence burden of proof appeal inadmissibility

Cited Legislation

AI generated
Article 176 of the Code of Civil Procedure
Article 180 of the Code of Civil Procedure
Article 183 of the Code of Civil Procedure
Article 189(1) of the Code of Civil Procedure
Article 191(2) of the Code of Civil Procedure
Article 495(4)(e) of the Code of Civil Procedure
Article 559(10) of the Code of Civil Procedure
Article 560 of the Code of Civil Procedure
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 809 / 2017 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 809/2017

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ’ Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Κιουρκτσόγλου - Πετρουλάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ελένη Διονυσοπούλου, Σοφία Ντάντου, Γεώργιο Χοϊμέ και Κωστούλα Φλουρή - Χαλεβίδου, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 27 Ιανουαρίου 2017, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρίας με την επωνυμία "... ΑΕΑΕ", που εδρεύει στον … και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ηλία Σαρακενίδη.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) α. Α. Ρ. του Γ., β. Ε. συζ. Γ. Ρ., το γένος Α. Σ., κατοίκων ..., ως εξ αδιαθέτου κληρονόμων του αρχικού ενάγοντος Γ. Ρ. του Χ., που απεβίωσε και στη θέση του υπεισήλθαν οι ανωτέρω ως καθολικές διάδοχοί του, 2) Ε. συζ. Γ. Ρ., το γένος Α. Σ., 3) Α. Ρ. του Γ., κατοίκων ..., 4) α. Ε. Ρ. του Χ., β. Ζ. Χ., το γένος Χ. Ρ., κατοίκων ..., ως εξ αδιαθέτου κληρονόμων της αρχικώς ενάγουσας Α. χας Χ. Ρ., που απεβίωσε και στη θέση της υπεισήλθαν οι ανωτέρω ως καθολικοί διάδοχοί της και γ. Α. Ρ. του Γ. και Ε. συζ. Γ. Ρ., το γένος Α. Σ., κατοίκων ..., αμφοτέρων, ως εξ αδιαθέτου κληρονόμων του Γ. Ρ. του Χ., εξ αδιαθέτου κληρονόμου της αρχικώς ενάγουσας Α. χας Χ. Ρ., 5) Χ. Λ. του Β., 6) Β. Λ. του Α., 7) Α. Κ. του Ε., κατοίκων ..., 8) Σ. Π. του Β., κατοίκου ..., 9) Ν. Σ. του Ν. και 10) Μ. συζ. Ι. Γ., το γένος Ν. Σ., κατοίκων ..., εκ των οποίων οι Α. Ρ. του Γ. (1α - 3 - 4γ), Ε. συζ. Γ. Ρ. (1β - 2 - 4γ), Ε. Ρ. του Χ. (4α) και Ζ. Χ. (4β) εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Γεώργιο Πανούση με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Οι 5ος, 6ος και 7η των αναιρεσιβλήτων εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Γεώργιο Τσακαλιά.

Οι 9ος και 10η των αναιρεσιβλήτων εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ιωάννη Βέττα.

Η 8η των αναιρεσιβλήτων δεν παραστάθηκε, ούτε εκπροσωπήθηκε στο ακροατήριο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 24-4-2012 αγωγή των Ε. συζ. Γ. Ρ., Α. Ρ. του Γ., των ήδη αποβιωσάντων Γ. Ρ. του Χ. και Α. χας Χ. Ρ. και του Ι. Σ., μη διαδίκου στην παρούσα δίκη, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης και συνεκδικάστηκε με την από 29-11-2012 αγωγή των ήδη 5ου, 6ου και 7ης των αναιρεσιβλήτων, την από 12-9-2012 αγωγή των ήδη 9ου και 10ης των αναιρεσιβλήτων και άλλων προσώπων, μη διαδίκων στην παρούσα δίκη, την από 21-3-2013 αγωγή της ήδη 8ης των αναιρεσιβλήτων, καθώς και με τις από 14-1-2013 (αρ. εκθ. καταθ. ...2013, ...2013) και 19-4-2013 (αρ. εκθ. καταθ. .../2013), και τις από 17-11-2012 (αρ. εκθ. καταθ. ...2012, .../2012) ανακοινώσεις δίκης - προσεπικλήσεις σε αναγκαστική παρέμβαση - παρεμπίπτουσες αγωγές της ήδη αναιρεσείουσας και της "... ΑΕΓΑ" (επίσης μη διαδίκου στην παρούσα δίκη), αντίστοιχα.

Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 16586/2014 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 1201/2015 του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.

Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 24-7-2015 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.

Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Κωστούλα Φλουρή - Χαλεβίδου διάβασε την από 7-4-2016 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη όλων των λόγων της από 24-7-2015 και με αρ. εκθ. καταθ. ...2015 αιτήσεως για αναίρεση της υπ’ αριθμ. 1201/2015 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.

Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, οι πληρεξούσιοι των 5ου, 6ου, 7ης, 9ου και 10ης των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά την διάταξη του άρθρου 576 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δικ., αν ο αντίδικος εκείνου που επισπεύδει την συζήτηση της αιτήσεως αναιρέσεως δεν εμφανιστεί ή εμφανισθεί, αλλά δεν λάβει μέρος σ’ αυτήν με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα. Αν η κλήση για την συζήτηση επιδόθηκε νομότυπα, προχωρεί στην συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί.

Στην προκειμένη περίπτωση, από την προσκομιζόμενη και επικαλούμενη από την αναιρεσείουσα υπ’ αριθμ. ... /14.1.2016 έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης Θ. Σ., προκύπτει ότι ακριβές επικυρωμένο αντίγραφο της κρινόμενης από 24.7.2015 αιτήσεως αναιρέσεως με πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση είχε επιδοθεί, με την επιμέλεια της αναιρεσείουσας, η οποία επισπεύδει την συζήτηση, νόμιμα και εμπρόθεσμα στην όγδοη αναιρεσίβλητη Σ.

Π. για την αρχικώς ορισθείσα δικάσιμο της 15.4.2016, κατά την οποία η υπόθεση αναβλήθηκε από το πινάκιο για την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο (27.1.2017). Επομένως, εφόσον αυτή (όγδοη αναιρεσίβλητη) δεν εμφανίστηκε κατά την εκφώνηση της υποθέσεως από την σειρά του οικείου πινακίου, ούτε υπέβαλε την, κατά το άρθρο 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δικ., δήλωση και εφόσον για την σημερινή δικάσιμο δεν ήταν απαραίτητη ιδιαίτερη κλήτευσή της, σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 226 παρ. 4 του Κ.Πολ.Δικ., η οποία εφαρμόζεται και ενώπιον του Αρείου Πάγου (άρθρο 575 του Κ.Πολ.Δικ.), πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση, παρά την απουσία της, σύμφωνα με την προαναφερθείσα διάταξη του άρθρου 576 παρ. 2 εδ.

α’ και γ’ του Κ.Πολ.Δικ.

Από τις διατάξεις των άρθρων 10 του Ν. ΓΠΝ/1911, 297, 298, 300, 330 εδ. β’ και 914 του Α.Κ., προκύπτει ότι η αδικοπρακτική ευθύνη προς αποζημίωση προϋποθέτει συμπεριφορά παράνομη και υπαίτια, επέλευση ζημίας και αιτιώδη σύνδεσμο μεταξύ της συμπεριφοράς του δράστη και της ζημίας. Παράνομη είναι η συμπεριφορά που αντίκειται σε επιτακτικό ή απαγορευτικό κανόνα δικαίου, ο οποίος απονέμει δικαίωμα ή προστατεύει συγκεκριμένο συμφέρον του ζημιωθέντος, μπορεί δε η συμπεριφορά αυτή να συνίσταται σε θετική ενέργεια ή σε παράλειψη ορισμένης ενέργειας.

Μορφή υπαιτιότητας είναι και η αμέλεια, η οποία υπάρχει όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια που απαιτείται στις συναλλαγές, δηλαδή αυτή που αν καταβαλλόταν, με μέτρο τη συμπεριφορά του μέσου συνετού και επιμελούς ανθρώπου του κύκλου δραστηριότητας του ζημιώσαντος, θα καθιστούσε δυνατή την αποτροπή του παράνομου και ζημιογόνου αποτελέσματος.

Αιτιώδης σύνδεσμος υπάρχει όταν η παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά του δράστη ήταν, σύμφωνα με τα διδάγματα της κοινής πείρας, ικανή, κατά την συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων, να επιφέρει την ζημία και την επέφερε στην συγκεκριμένη περίπτωση. Η ύπαρξη του αιτιώδους συνδέσμου σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση είναι ζήτημα καθαρά πραγματικό και κρίνεται από το δικαστήριο της ουσίας.

Η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, ότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε κυριαρχικώς ως αποδειχθέντα, επιτρέπουν το συμπέρασμα να θεωρηθεί κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, ορισμένο γεγονός ως πρόσφορη αιτία της ζημίας, υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, γιατί είναι κρίση νομική, αναγόμενη στην ορθή ή μη υπαγωγή από το δικαστήριο της ουσίας των διδαγμάτων της κοινής πείρας στην αόριστη νομική έννοια της αιτιώδους συνάφειας.

Η ύπαρξη της υπαιτιότητας δεν αποκλείεται κατ’ αρχήν από το γεγονός, ότι στο αποτέλεσμα του ατυχήματος συνετέλεσε και συντρέχον πταίσμα του ζημιωθέντος, εφόσον δεν διακόπτεται ο αιτιώδης σύνδεσμος, αλλά η ύπαρξη αυτού, προβαλλόμενη από τον υπαίτιο κατ’ ένσταση, συνεπάγεται την μη επιδίκαση από το δικαστήριο αποζημιώσεως ή την μείωση του ποσού της (άρθρ. 300 ΑΚ).

Ακόμη από τις προαναφερόμενες διατάξεις συνάγεται ότι οι έννοιες της αμέλειας και της συνυπαιτιότητας είναι νομικές και επομένως η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας ως προς την συνδρομή ή μη συντρέχοντος πταίσματος του ζημιωθέντος κατά την επέλευση της ζημίας υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου ως προς το εάν τα περιστατικά που το δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε ανελέγκτως ως αποδειχθέντα, συγκροτούν την έννοια του προαναφερόμενου πταίσματος.

Αντιθέτως ο καθορισμός της βαρύτητας του πταίσματος και του ποσοστού κατά το οποίο εξ αυτού του λόγου πρέπει να μειωθεί η αποζημίωση, αφορά εκτίμηση πραγμάτων που δεν ελέγχεται ακυρωτικώς. Τα ανωτέρω έχουν εφαρμογή και στην περίπτωση του άρθρου 10 του Ν. ΓΠΝ/1911 ως προς την υπαιτιότητα των οδηγών των συγκρουσθέντων αυτοκινήτων, σύμφωνα με το οποίο άρθρο αυτή (υπαιτιότητα) κρίνεται κατά το κοινό δίκαιο.

Περαιτέρω, η παράβαση των διατάξεων του Κώδικα Οδικής Κυκλοφορίας (ΚΟΚ) δεν θεμελιώνει αυτή καθ’ εαυτή υπαιτιότητα στην επέλευση αυτοκινητικού ατυχήματος, αποτελεί όμως στοιχείο, η στάθμιση του οποίου από το δικαστήριο της ουσίας θα κριθεί σε σχέση με την ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συγκεκριμένης παραβάσεως και του επελθόντος αποτελέσματος (ΑΠ 520/2011, ΑΠ 331/2011, ΑΠ 239/2011, ΑΠ 147/2011).

Κατά τις διατάξεις δε των §§ 1 και 3 του άρθρου 42 του Ν. 2696/1999 (ΚΟΚ), όπως το άρθρο τούτο ισχύει μετά την αντικατάστασή του με την §2 του άρθρου 43 του Ν. 2963/2001, "απαγορεύεται η οδήγηση κάθε οδικού οχήματος από οδηγό, ο οποίος κατά την οδήγηση του οχήματος βρίσκεται υπό την επίδραση οινοπνεύματος, τοξικών ουσιών ή φαρμάκων που σύμφωνα με τις οδηγίες χρήσης τους ενδέχεται να επηρεάζουν την ικανότητα του οδηγού.

Ο ελεγχόμενος οδηγός θεωρείται ότι βρίσκεται υπό την επίδραση οινοπνεύματος όταν το ποσοστό αυτού στον οργανισμό είναι 0,50 γραμμάρια ανά λίτρο αίματος (0,50 gr/Ι) και άνω, μετρούμενο με την μέθοδο της αιμοληψίας ή από 0,25 χιλιοστά του γραμμαρίου ανά λίτρο εκπνεόμενου αέρα και άνω, όταν η μέτρηση γίνεται στον εκπνεόμενο αέρα με αντίστοιχη συσκευή αλκοολομέτρου" (§1) και "σε περίπτωση θανατηφόρου τροχαίου ατυχήματος ο έλεγχος για τη διαπίστωση ύπαρξης στον οργανισμό οινοπνεύματος, τοξικών ουσιών ή φαρμάκων, κατά την παράγραφο 1 του παρόντος άρθρου, γίνεται υποχρεωτικά με αιμοληψία από τα θανόντα πρόσωπα, ως και από τους ζώντες..." (§3).

Στη συνέχεια, σύμφωνα με το άρθρο 6β § 1 περ. β’ του Ν. 489/1976 "περί της υποχρεωτικής ασφαλίσεως της εξ ατυχημάτων αυτοκινήτων αστικής ευθύνης", που προστέθηκε με το άρθρο 4 του Ν. 3557/2007 και που σύμφωνα με το άρθρο 18 του τελευταίου αυτού νόμου άρχισε να ισχύει από την δημοσίευσή του στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως (ΦΕΚ 100 τ.Α/14.5.2007), "εξαιρούνται από την ασφάλιση οι ζημίες που προκαλούνται:

α)..., β) από οδηγό ο οποίος, κατά το χρόνο του ατυχήματος, τελούσε υπό την επίδραση οινοπνεύματος ή τοξικών ουσιών, κατά παράβαση του Κώδικα Οδικής Κυκλοφορίας (ν. 2696/1999), όπως εκάστοτε ισχύει, εφόσον η εν λόγω παράβαση τελεί σε αιτιώδη συνάφεια με την πρόκληση του ατυχήματος". Εξάλλου, όπως προκύπτει από την διάταξη του άρθρου 11 § 1 του Ν. 489/1976, ο περιληφθείς στη σύμβαση ασφάλισης της αστικής ευθύνης από αυτοκινητικά ατυχήματα όρος, σύμφωνα με τον οποίο αποκλείονται της ασφάλισης ζημίες προξενούμενες σε χρόνο που ο οδηγός του αυτοκινήτου τελούσε υπό την επίδραση οινοπνεύματος ή τοξικών ουσιών, κατά την έννοια και τις προϋποθέσεις του ως άνω άρθρου 42 του ΚΟΚ, δεν απαλλάσσει μεν τον ασφαλιστή από την ευθύνη προς αποζημίωση του ζημιωθέντος τρίτου, αλλά παρέχει σ’ αυτόν το δικαίωμα να εναγάγει τον ασφαλισμένο και να αξιώσει από αυτόν, είτε με αυτοτελή, είτε με παρεμπίπτουσα αγωγή, την αποζημίωση που κατέβαλε ή θα καταβάλει στον τρίτο, με την προϋπόθεση βέβαια ότι η παράβαση του ασφαλιστικού αυτού όρου από τον ασφαλισμένο συνέχεται αιτιωδώς με την επέλευση του ζημιογόνου ατυχήματος (ΑΠ 158/2015, ΑΠ 323/2011).

Περαιτέρω, κατά την διάταξη του άρθρου 559 αριθμός 1 εδ. α’ του Κ.Πολ.Δικ. λόγος αναιρέσεως για παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου ιδρύεται, εάν αυτός εφαρμοσθεί, αν και κατά τις σχετικές παραδοχές της αποφάσεως του δικαστηρίου της ουσίας δεν υπάρχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις εφαρμογής του ή αντίθετα, όταν δεν εφαρμοσθεί, μολονότι κατά τις παραδοχές αυτές, συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις εφαρμογής του ή εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλ.

με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.ΑΠ 31/2009, ΑΠ 757/ 2015). Εξ άλλου, κατά την έννοια του λόγου αναιρέσεως από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δικ., η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και υφίσταται συνεπώς εκ πλαγίου παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, όταν από τις παραδοχές της, που περιλαμβάνονται στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της και αποτελούν το αιτιολογικό της, δεν προκύπτουν καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του για ζήτημα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με αποτέλεσμα έτσι να μην μπορεί να ελεγχθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόσθηκε.

Δηλαδή ο λόγος αυτός αναιρέσεως ιδρύεται μόνον όταν η πλημμέλεια αφορά παράβαση κανόνων ουσιαστικής φύσεως και όχι δικονομικών διατάξεων, που ρυθμίζουν τη διαδικασία. Ειδικότερα αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων που τείνει στη θεμελίωση ή στην κατάλυση του επιδίκου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της αποφάσεως για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περιπτώσεως στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περιπτώσεως.

Αντίστοιχα ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά το νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση της διατάξεως ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε στην ένδικη περίπτωση είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι δε και όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση αυτή εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα.

Δηλαδή δεν υπάρχει ανεπάρκεια αιτιολογίας, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτική, αλλά πλήρη αιτιολογία, αφού αναγκαίο να εκτίθεται σαφώς στην απόφαση είναι μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε και όχι ο λόγος για τον οποίο αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε. Συνακόλουθα τα επιχειρήματα του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση απλώς των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές διαμορφωτικές του αποδεικτικού πορίσματός του και επομένως αιτιολογία της αποφάσεως ικανή να ελεγχθεί αναιρετικά με τον παραπάνω λόγο για ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα, ούτε ιδρύεται ο λόγος αυτός αναιρέσεως, αν το δικαστήριο της ουσίας δεν ανέλυσε ιδιαιτέρως ή διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς τους (ΑΠ 1361/2013, 1266/2011).

Σε κάθε περίπτωση ο λόγος αυτός αναιρέσεως είναι ορισμένος, εφόσον στο αναιρετήριο αναφέρεται σε τι συνίσταται η ανεπάρκεια ή η αντιφατικότητα των αιτιολογιών της αποφάσεως, δηλαδή εφόσον προσδιορίζεται ποιες επιπλέον αιτιολογίες έπρεπε να περιλαμβάνει η απόφαση ή που εντοπίζονται οι αντιφάσεις σε σχέση με νόμιμο ισχυρισμό, που παραδεκτά προτάθηκε στο δικαστήριο της ουσίας, ώστε από το ίδιο το αναιρετήριο να προκύπτει η αποδιδόμενη στην απόφαση νομική πλημμέλεια (Ολ.ΑΠ 20/2005).

Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την αναιρεσιβαλλομένη απόφαση, το Εφετείο δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη αναιρετικά περί πραγμάτων κρίση του, ως προς το ζήτημα των συνθηκών, υπό τις οποίες έλαβε χώρα το ένδικο τροχαίο ατύχημα ως προς την υπαιτιότητα του οδηγού του ζημιογόνου αυτοκινήτου στην επέλευση του εν λόγω ατυχήματος και ως προς την ύπαρξη ή μη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της υπό του οδηγού τούτου οδηγήσεως του αυτοκινήτου κατά τον χρόνο του ατυχήματος υπό την επίδραση οινοπνεύματος και του επελθόντος επιζημίου αποτελέσματος, τα ακόλουθα: "Στις 18-10-2011 και ώρα 3:30 π.μ., περίπου, ημέρα της βδομάδας Τρίτη (ξημερώματα), ενώ επικρατούσε σκοτάδι, ο Χ.

Λ. (μουσικός, 24 ετών) οδηγούσε, κινούμενος με ταχύτητα 60 περίπου χλμ/ανά ώρα, το με αριθμό κυκλοφορίας ... Ι.Χ.Ε. αυτοκίνητο (πετρελαιοκίνητο, βάρους 1310 κιλών, χωρίς επιβάτες, μήκους 4,49 μ. και πλάτους 1,71 μ., που κυκλοφόρησε για πρώτη φορά στις 2-11-2007), εργοστασίου κατασκευής TOYOTA, τύπου AVENSIS, 1.995 κυβικών, συνιδιοκτησίας των διαδίκων - γονέων του, Β.

Λ. και Α. Κ., κατά ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου, αντίστοιχα, στον καθένα τους, που ήταν ασφαλισμένο για την περίπτωση προκλήσεως ζημιών σε τρίτους από την κυκλοφορία του στη διάδικο ανώνυμη ασφαλιστική εταιρία, με την επωνυμία "... ΑΕΓΑ Ζημιών". Ο παραπάνω οδηγός κινείτο επί της Εθνικής οδού ..., με κατεύθυνση προς Θεσσαλονίκη, πλησιάζοντας το 2° χιλιόμετρό της, λίγο έξω από την πόλη της Έδεσσας, μετά το Γενικό Νοσοκομείο της πόλης, απέχοντας μισό έως ένα περίπου μέτρο από τη διαχωριστική γραμμή του οδοστρώματος και ενάμισι περίπου μέτρο από το προς τα δεξιά του έρεισμα της οδού, έχοντας, ως συνοδηγό, τη διάδικο, Σ.

Π. (τραγουδίστρια, 28 ετών), ενώ και οι δύο επιβάτες του εν λόγω οχήματος ήταν προσδεμένοι με την αντίστοιχη ζώνη ασφαλείας του καθίσματός τους. Την ώρα εκείνη επέστρεφαν στις οικίες τους μετά τη λήξη μιας τοπικής γιορτής στην Έδεσσα, στην οποία συμμετείχαν, ως μέλη του ίδιου μουσικού συγκροτήματος. Ο τελικός προορισμός του οδηγού, Χ.

Λ., ήταν το χωριό του ..., όπου κατοικεί μόνιμα, ενώ, προηγουμένως, σκόπευε να αφήσει την ως άνω συνεπιβάτη του στο χωριό ..., που είναι ο τόπος (της καταγωγής της) που διέμενε εκείνο το χρονικό διάστημα. Στο εν λόγω χιλιομετρικό σημείο, η ασφαλτοστρωμένη, διπλής κατεύθυνσης, Εθνική οδός ..., που παρουσιάζει κλίση 6%, είναι ευθεία για απόσταση 1.000 περίπου μέτρων (προς Θεσσαλονίκη), με συνολικό πλάτος οδοστρώματος 8,90 μέτρων και μία λωρίδα κυκλοφορίας ανά κατεύθυνση και τα δύο ρεύματα πορείας της χωρίζονται με διπλή διαχωριστική γραμμή.

Δεξιά της οδού, δίπλα από το προς Έδεσσα ρεύμα κυκλοφορίας της, υπάρχει ασφάλτινο έρεισμα, πλάτους 1,50 μέτρων, μετά τσιμεντένιο, πλάτους 1,90 μέτρων και μετά αυλάκι ομβρίων υδάτων. Από την αντίθετη πλευρά, δίπλα από το οδόστρωμα του προς Θεσσαλονίκη ρεύματος πορείας της, υπάρχει ασφάλτινο έρεισμα, πλάτους 1,60 μέτρων και αυλάκι υδάτων, που εκείνο το χρόνο ήταν γεμάτο με χώματα.

Το πλάτος του οδοστρώματος του προς Θεσσαλονίκη ρεύματος πορείας της (ήτοι, του ρεύματος εξόδου οπό την Έδεσσα), που εμφανίζει κατηφορική κλίση, έχει πλάτος 4,20 μέτρα, ενώ το πλάτος του οδοστρώματος του προς Έδεσσα (αντίθετου) ρεύματός της (ήτοι, του ρεύματος εισόδου στην Έδεσσα), που εμφανίζει ανηφορική κλίση, έχει πλάτος 4,70 μέτρα, αντίστοιχα.

Κατά τον ανωτέρω χρόνο, επικρατούσαν καλές για την εποχική καιρικές συνθήκες και σκοτάδι, με ανύπαρκτο εξωτερικό τεχνητό φωτισμό, λόγω βλάβης των λαμπτήρων στις υπάρχουσες, παρακείμενες της οδού, κολώνες ηλεκτροφωτισμού, η κίνηση των οχημάτων ήταν αραιή και των πεζών ανύπαρκτη, η κατάσταση της οδού πολύ καλή και το οδόστρωμά της ξηρό, η ορατότητα περιο...ταν από το σκοτάδι (κι όχι από κάποιο άλλο φυσικό ή τεχνικό εμπόδιο) και το ανώτατο, κατά τον Κ.Ο.Κ., επιτρεπόμενο όριο ταχύτητας των οχημάτων ήταν τα 60 χλμ/ώρα, όπως επιβαλλόταν από την υπάρχουσα στο σημείο εκείνο ρυθμιστική πινακίδα ... (βλ.

για όλα τα ανωτέρω, εκτός των άλλων και τη σχετική έκθεση αυτοψίας τροχαίου ατυχήματος). Τέλος, ο οδηγός, Χ. Λ., πριν φθάσει στο πιο πάνω χιλιομετρικό σημείο της Εθνικής οδού ... (στο 2ο χιλιόμετρό της), μετά την έξοδο του οικισμού της Έδεσσας, είχε διέλθει από τρεις (3) κατά την πορεία του στροφές και αφού προσπέρασε το Νοσοκομείο της Έδεσσας, διήλθε κι από άλλη μία κλειστή, δεξιά για την πορεία του, στροφή και στη συνέχεια, ευθεία πορεία 150 μέτρων, περίπου, που διέσχισε (διανύοντας με ταχύτητα 60 περίπου χλμ/ώρα απόσταση 16,66 περίπου μέτρων ανά δευτερόλεπτο και με συντελεστή τριβής οδοστρώματος που ήταν ξηρό 0,70) σε χρόνο εννέα (9) περίπου δευτερολέπτων της ώρας (βλ.

εκτός των άλλων, σκαρίφημα του σημείου του ατυχήματος, όπως και τις σχετικές τρεις φωτογραφίες από την έγκυρη μηχανή αναζήτησης της Google earth και Google maps, όπου αποτυπώνεται και όλη η γύρω περιοχή, όπως και η Εθνική οδός από απόσταση δύο περίπου χιλιομέτρων πριν και μετά το ατύχημα έως και στην αρχή του οικισμού της Έδεσσας).

Την ίδια ώρα, ο Σ. Σ. (35 ετών, οικονομολόγος, μόνιμος κάτοικος ...), γιος των διαδίκων, Ν. Σ. και Ε. συζ. Ν. Σ., το γένος Τ., εκινείτο στην ανωτέρω οδό, με αντίθετη κατεύθυνση, δηλαδή, προς Έδεσσα, οδηγώντας, με ταχύτητα 78 - 80, περίπου, χλμ/ώρα, το με αριθμό κυκλοφορίας ... Ι.Χ.Ε. αυτοκίνητο (βενζινοκίνητο, καταλυτικό, βάρους 1040 κιλών χωρίς επιβάτες, μήκους 4,19 μ.

και πλάτους 1,70 μ., που κυκλοφόρησε για πρώτη φορά στις 6-7-2006), εργοστασίου κατασκευής HONDA, τύπου CIVIC, ιδιοκτησίας του προρρηθέντος πατέρα του, από τον οποίο είχε προστηθεί στην οδήγησή του, ασφαλισμένου για την περίπτωση προκλήσεως ζημιών σε τρίτους από την κυκλοφορία του στη διάδικο, ανώνυμη ασφαλιστική εταιρία, με την επωνυμία "...

ΑΕ.". Στο ίδιο αυτοκίνητο επέβαινε, καθήμενη στη θέση του συνοδηγού, η Μ. Ρ. (33 ετών, καθηγήτρια μουσικής, μόνιμος κάτοικος ...), με την οποία διατηρούσε σοβαρή ερωτική σχέση κι εκείνη την ώρα επέστρεφαν στις οικίες τους (χωρίς, όμως, να έχει προκύψει που ήσαν προηγουμένως και από πού επέστρεφαν, αν ήταν από νωρίς μαζί ή ήταν σε διαφορετικό μέρος ο καθένας ή αν βρέθηκαν λίγη ώρα πριν την επιστροφή τους στην πόλη τους ή αν πέρασε από κάποιο μέρος πριν την Έδεσσα και παρέλαβε τη φίλη του για να την μεταφέρει στην Έδεσσα), ενώ πρέπει να σημειωθεί ότι κανένας από τους δυο δεν ήταν προσδεμένος στην αντίστοιχη του καθίσματός του ζώνη ασφαλείας, που λειτουργούσαν κανονικά.

Όταν οι δύο οδηγοί έφθασαν στο πιο πάνω χιλιομετρικό σημείο, ο Σ. Σ., που δεν είχε τεταμένη την προσοχή του στην οδήγηση, έχασε στιγμιαία τον έλεγχο του αυτοκινήτου του, που εκτράπηκε από την πορεία του, παρεκκλίνοντας προς τ’ αριστερά και εισήλθε ξαφνικά στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας, όπου, εκείνη τη στιγμή, κινείτο κανονικά (κατεβαίνοντας) το ανωτέρω αυτοκίνητο που οδηγούσε κανονικά ο Χ.

Λ. μέσα στο ρεύμα πορείας του, αποφράσσοντας την πορεία του και να συγκρουσθεί, μετωπικά, μαζί του, όταν η αριστερή πλευρά του εν λόγω οχήματος (του Χ. Λ.) απείχε απόσταση 0,50 μ. - 0,60 μ., περίπου, από τη διαχωριστική γραμμή του οδοστρώματος (ήτοι, ανάμεσα στις δύο χαραγές που βρέθηκαν στο οδόστρωμα, γα τις οποίες γίνεται ειδική μνεία πιο κάτω).

Ο Χ. Λ. δεν πρόλαβε να ενεργήσει κάποιον ελιγμό για να αποφύγει τη σύγκρουση, γιατί, λόγω του σκότους και της αιφνίδιας κίνησης του ως άνω οδηγού, αντιλήφθηκε, ξαφνικά, το απέναντι αυτοκίνητο (του Σ. Σ.) να παρεμβάλλεται στην πορεία του, κατευθυνόμενο, κατευθείαν, πάνω του, από απόσταση μόλις πέντε (5) μέτρων, γεγονός που του στερούσε τη δυνατότητα να αντιδράσει αποτελεσματικά.

Ειδικότερα, ο Σ. Σ. προσέκρουσε (υπό γωνία 30° - 40° περίπου μοιρών), με σφοδρότητα, με το εμπρόσθιο τμήμα του οχήματος που οδηγούσε, στο εμπρόσθιο αριστερό τμήμα του αυτοκινήτου του Χ. Λ. (με μετωπική και έκκεντρη σύγκρουση). Ακολούθως, από τη μεγάλη δύναμη κρούσης και ώθησης που δέχθηκαν αμφότερα τα οχήματα, το μεν αυτοκίνητο του Σ.

Σ. περιστράφηκε αριστερόστροφα και ακινητοποιήθηκε στο μέσον περίπου του οδοστρώματος της πορείας του (σε παράλληλη, σχεδόν, με τη διαχωριστική γραμμή θέση), με μέτωπο, όμως, προς τη Θεσσαλονίκη (έχοντας γυρίσει ολικά, σχεδόν ανάποδα), στο σημείο, περίπου, όπου διασταυρώνεται μια ανώνυμη αγροτική οδός (στο ρεύμα εισόδου προς Έδεσσα), το δε όχημα του Χ.

Λ. ακινητοποιήθηκε κάθετα κοντά στο δεξιό έρεισμα του ρεύματος πορείας του, με μέτωπο προς το άλλο αυτοκίνητο, ενώ η βελόνα ένδειξης στο ταχύμετρό του σταμάτησε στα 60 χιλιόμετρα και του στροφόμετρου στις 2.600 στροφές ανά λεπτό, αντίστοιχα (ενδείξεις που είναι αντίστοιχες ανάλογες και απολύτως συμβατές μεταξύ τους), λόγω της ακαριαίας διακοπής του ρεύματος της μπαταρίας του, ενδείξεις που υποδηλώνουν την ταχύτητά του κατά τη στιγμή της σύγκρουσης.

Επίσης, άνοιξαν κανονικά οι εμπρόσθιοι αερόσακοι ασφαλείας και των δύο οχημάτων, οι οποίοι, όμως, για να λειτουργήσουν σύμφωνα με τον προορισμό τους και να αποτρέψουν σοβαρούς τραυματισμούς των επιβατών των δύο εμπρόσθιων θέσεων των οχημάτων, πρέπει οι εν λόγω επιβάτες να είναι προσδεμένοι με τις αντίστοιχες του καθίσματός τους ζώνες ασφαλείας του αυτοκινήτου, δοθέντος ότι, όπως διάφορες έρευνες (N.H.T.SA) απέδειξαν, ο αερόσακος, συνδυαζόμενος με την αντίστοιχη ζώνη ασφαλείας, μειώνει κατά 31% τις πιθανότητες θανάτου του οδηγού σε μετωπικές συγκρούσεις και κατά 32% του συνοδηγού, ενώ, παράλληλα, αυξάνει κατά 75% την αποτελεσματικότητα στην πρόληψη των τραυματισμών κεφαλής και κατά 66% των κακώσεων του θώρακα, αντίστοιχα.

Αμφότερα τα οχήματα υπέστησαν εκτεταμένες υλικές ζημιές από τη σύγκρουση, ενώ οι εμπλεκόμενες (κατά την εξέλιξη της σύγκρουσης) επιφάνειές τους ήταν το 90% της εμπρόσθιας επιφάνειας του αυτοκινήτου που οδηγούσε ο Σ. Σ. (του οποίου ολόκληρο το εμπρόσθιο μέρος, με το ταμπλό του, μεταμορφώθηκε σε μια άμορφη μάζα σιδερικών, έχοντας μετατοπισθεί ολόκληρη η εμπρόσθια πλευρά του προς τ’ αριστερά, καταστράφηκε ολικά ο ουρανός του, έσπασε ο εμπρόσθιος υαλοθώρακας, παραμορφώθηκε το καπό και έσπασαν ολικά ο εμπρόσθιος προφυλακτήρας και ο εμπρόσθιος άξονας του) και το 40% της εμπρόσθιας επιφάνειας της μετώπης του αυτοκινήτου που οδηγούσε ο Χ.

Λ., καθώς και το εμπρόσθιο αριστερό φτερό του, ήτοι, από την εμπρόσθια αριστερή κολώνα του και πίσω η αριστερή πλευρά του (του οποίου παραμορφώθηκε το καπό και ο ουρανός, έσπασε ο εμπρόσθιος υαλοθώρακας, έσπασε το εμπρόσθιο αριστερό φανάρι, καταστράφηκε ο εμπρόσθιος προφυλακτήρας και η εμπρόσθια βάση στήριξης της μηχανής του, στρεβλώθηκε ο εμπρόσθιος άξονάς του, το ψυγείο της μηχανής του, το εμπρόσθιο αριστερό φτερό του και ο εμπρόσθιος αριστερός τροχός του), αντίστοιχα.

Στο ως άνω σημείο της εν λόγω Εθνικής οδού, στο οδόστρωμα και των δύο ρευμάτων κυκλοφορίας της, δεν ανευρέθηκαν από τους αρμόδιους υπαλλήλους του Τμήματος Τροχαίας της Έδεσσας, που διενήργησαν προανάκριση αμέσως μετά τη σύγκρουση, ίχνη τροχοπέδησης ή πλάγιας ολίσθησης των εμπλεκομένων οχημάτων, ούτε υγρά από τα λάδια και τα τυχόν νερά των μηχανών τους, παρά μόνο θραύσματα των γυαλιών και των πλαστικών εξαρτημάτων τους, που υπήρχαν σε δύο διακριτά σημεία εκάστου ρεύματός της.

Τα μοναδικά (επί του οδοστρώματος ίχνη της ένδικης σύγκρουσης) ήταν δύο μικρές, σε παράλληλη σχεδόν θέση μεταξύ τους, κυρτοειδείς χαραγές, μήκους εκάστης 0,15 μ. έως 0,20 μ., περίπου, αντίστοιχα, που βρέθηκαν στο οδόστρωμα του ρεύματος πορείας του Χ. Λ., σε απόσταση 0,30 μ. η πρώτη και ενός (1) περίπου μέτρου η δεύτερη (από την αρχή της) από τη διπλή διαχωριστική γραμμή του οδοστρώματος (βλ.

εκτός των άλλων και τις με αριθμό 11, 12 και ιδίως τη με αριθμό 13 φωτογραφία, που λήφθηκαν από τους υπαλλήλους του επιληφθέντος Τμήματος Τροχαίας της Έδεσσας αμέσως μετά το ατύχημα και είναι προσαρτημένες στη σχετική έκθεση αυτοψίας, στην οποία, σημειωτέον, εκτός από τα παθόντα πρόσωπα, δεν σημειώνεται κάποιος άλλος αυτόπτης μάρτυρας, σε συνδυασμό με τις δύο εκθέσεις τεχνικής πραγματογνωμοσύνης του Α.

Μ., μηχανολόνου - μηχανικού, που διορίσθηκε μετά από παραγγελία του Τμήματος Τροχαίας Έδεσσας, μία για κάθε όχημα, με τις περιλαμβανόμενες σ’ αυτές φωτογραφίες των εμπλακέντων οχημάτων και του τόπου του ατυχήματος, όπως και την από 1-11-2012 ιδιωτική έκθεση πραγματογνωμοσύνης - ανάλυση τροχαίου ατυχήματος του διορισθέντος από το διάδικο, Χ.

Λ., Β. Α., τεχνολόγου μηχανικού οχημάτων, πραγματογνώμονα - αναλυτή τροχαίων ατυχημάτων, σε συνδυασμό με την από 13-4-2012 ιδιωτική τεχνική έκθεση ανάλυσης θανατηφόρου τροχαίου ατυχήματος των διορισθέντων από το διάδικο, Ν. Σ., Γ. Τ., διπλωματούχου μηχανολόγου - μηχανικού και Φ. Κ., μηχανολόγου οχημάτων, καθώς και με την από 9-10-2013 αντίκρουση τεχνικής έκθεσης ανάλυσης θανατηφόρου ατυχήματος του προρρηθέντος ιδιώτη πραγματογνώμονα, Β.

Α., αντίστοιχα). Δυστυχώς, οι συνέπειες του προπεριγραφόμενου τροχαίου ατυχήματος ήταν τραγικές και μοιραίες και για τους δύο επιβάτες του με αριθμό κυκλοφορίας ... Ι.Χ.Ε. αυτοκινήτου, ήτοι, για το Σ. Σ. και τη Μ. Ρ., έκαστος των οποίων υπέστη, εκτός των άλλων, βαριές κρανιοεγκεφαλικές, βαριές θωρακικές και βαριές κοιλιακές κακώσεις, από τις οποίες (ως μόνης ενεργού αιτίας) επήλθε, σχεδόν ακαριαία, ο θάνατός τους, ενώ τραυματίσθηκαν οι επιβαίνοντες στο άλλο όχημα, όπως θα γίνει ιδιαίτερα αναφορά πιο κάτω, που μεταφέρθηκαν στο παρακείμενο Νοσοκομείο της Έδεσσας.

Αμέσως μετά το ατύχημα, κατά τον απεγκλωβισμό των θανόντων μέσα από το ανωτέρω όχημα του Ν. Σ., αρχικά, από δύο πυροσβέστες του Πυροσβεστικού Σταθμού Έδεσσας και μετά από δύο διασώστες του ΕΚΑΒ, διαπιστώθηκε ότι το παντελόνι και το εσώρουχο του Σ. Σ. ήταν κατεβασμένο, ενώ η Μ. Ρ. δεν βρισκόταν στο κάθισμά της, αλλά κάτω από τον αερόσακο, ανάμεσα από το ταμπλό του αυτοκινήτου και τη θέση του συνοδηγού, πλαγιασμένη προς τη μεριά του οδηγού (βλ.

εκτός των άλλων, το υπ’ αριθμ. πρωτοκόλλου ...18-10-2011 έγγραφο του Τμήματος Τροχαίας … προς την προδικαστική υπηρεσία για την εξέταση εύρεσης πιθανών ευρημάτων γενετικού ή άλλου υλικού και ιδίως, επί λέξει, το σημείο του: "συγκεκριμένα προέκυψε η πιθανότητα πραγματοποίησης σεξουαλικής πράξης κατά την οδήγηση μεταξύ των παραπάνω προσώπων, στηριζόμενη κυρίως στο γεγονός ότι ο άνδρας οδηγός είχε εκτεθειμένα εκτός των ενδυμάτων του τα γεννητικά του όργανα, εύρεση που διαπιστώθηκε τη στιγμή του απεγκλωβισμού τους...", την υπ’ αριθμ.

πρωτοκόλλου ...-3-2012 έκθεση εργαστηριακής εξέτασης της ιατροδικαστικής υπηρεσίας Αθηνών - του εργαστηρίου ανάλυσης DNA: "...δεν ανευρέθηκε σπερματικό υγρό στα δείγματα σιέλου της Μ. Ρ....", καθώς και την υπ’ αριθμ. .../11/19-10-2011 ιατροδικαστική έκθεση νεκροψίας - νεκροτομής της ιατροδικαστού Θεσσαλονίκης, Ε. Ζ., του θύματος, Σ.

Σ., το σημείο: "...το πτώμα παρελήφθη ντυμένο, παντελόνι με εσώρουχο στο ύψος των μηρών, σκισμένο κατά θέσεις...")....... Όλα τα παραπάνω πραγματικά περιστατικά προκύπτουν ανενδοίαστα από την προσήκουσα αξιολόγηση και τη συνδυασμένη εκτίμηση, τόσο της έκθεσης αυτοψίας του αρμόδιου Τμήματος Τροχαίας … (οι αστυνομικοί υπάλληλοι του οποίου έσπευσαν στον τόπο του ατυχήματος στις 04:00’ , οπότε άρχισαν να συντάσσουν τη σχετική έκθεσή τους, δηλαδή, 30’ περίπου μετά το δυστύχημα, που ολοκληρώθηκε στις 13:00 το μεσημέρι της ίδιας ημέρας), με το πρόχειρο σχεδιάγραμμα και τις ληφθείσες, αμέσως μετά το ατύχημα, από τους αστυνομικούς, με την ιδιότητά τους, ως προανακριτικών υπαλλήλων, δεκατρείς (13) έγχρωμες φωτογραφίες του σημείου του ατυχήματος και των εμπλακέντων οχημάτων, που συνοδεύουν την έκθεση..., η οποία (έκθεση), σημειωτέον, δεν είναι ακριβής (μόνον), ως προς το σημειούμενο στο συνημμένο σ’ αυτήν σχεδιάγραμμα "πιθανό σημείο σύγκρουσης", που εμφαίνεται πάνω στη διαχωριστική γραμμή του οδοστρώματος, παρότι στο εν λόγω σημείο δεν ανευρέθηκαν ενδείξεις της σύγκρουσης (λάδια και υγρά των οχημάτων, ίχνη πέδησης, χαραγές επί του οδοστρώματος, ίχνη πλάγιας ολισθήσεως κ.ά., ούτε προέκυψε κάποιος άλλος λόγος που να δικαιολογεί τον προσδιορισμό του σημείου αυτού, ως σημείου σύγκρουσης των δυο οχημάτων), ενώ, αντίθετα, απ’ όλα τα λοιπά προαναφερθέντα στοιχεία της ίδιας της έκθεσης αυτοψίας, αλλά και απ’ όλα τα υπόλοιπα αποδεικτικά μέσα, σε συνδυασμό, προκύπτει ότι το σημείο που συγκρούσθηκαν τα επίδικα οχήματα βρισκόταν, όπως προϊστορείται, σε απόσταση 0,50 μ. - 0,60 μ., περίπου, από τη διαχωριστική γραμμή του οδοστρώματος, ανάμεσα στις ανευρεθείσες επί του οδοστρώματος κυρτές χαραγές των οχημάτων..., όσο και όλων των υπόλοιπων εγγράφων, μεταξύ των οποίων και οι ανωτέρω εκθέσεις τεχνικής πραγματογνωμοσύνης του Α.

Μ., σε συνδυασμό με τις προμνησθείσες λοιπές ιδιωτικές εκθέσεις πραγματογνωμοσύνης και ιδίως αυτή του Β. Α. και οι ένορκες καταθέσεις όλων των προρρηθέντων προσώπων, που περιλαμβάνονται στη σχηματισθείσα, ύστερα από την άσκηση ποινικής δίωξης για την πράξη της ανθρωποκτονίας από αμέλεια, κατά συρροή, σε βάρος του ως άνω διασωθέντος οδηγού, Λ.

Χ..... Τέλος, οι ανωτέρω παραδοχές, που συμπορεύονται προς τη λογική πορεία των πραγμάτων και τις διδαχές της κοινής πείρας και λογικής, επιβεβαιώνονται και από την ένορκη κατάθεση του εξετασθέντος στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου μοναδικού μάρτυρος, για την αξιοπιστία του οποίου το παρόν Δικαστήριο δεν έχει κανένα λόγο να αμφιβάλλει, που με έκδηλη αξιοπιστία περιγράφει πειστικά τα όσα διαδραματίσθηκαν κατά το χρόνο του ατυχήματος και αμέσως μετά απ’ αυτό.

Υπό τις παραπάνω πραγματικές συνθήκες, η πρόκληση του επίδικου τροχαίου ατυχήματος και οι εντεύθεν τραγικές συνέπειές του, οφείλεται σε αποκλειστική υπαιτιότητα (μη συνειδητή αμέλεια) του θανόντος οδηγού, Σ. Σ., ο οποίος δεν προείδε το αποτέλεσμα της ανωτέρω οδηγικής συμπεριφοράς του, εξαιτίας μη καταβολής της προσοχής και επιμέλειας που με αντικειμενική κρίση μπορούσε και έπρεπε να καταβάλει, με τις ίδιες περιστάσεις, ο μέσος, συνετός και ευσυνείδητος οδηγός Ι.Χ.Ε.

αυτοκινήτου, με βάση τους νομικούς κανόνες, την κοινή πείρα και τις κατά τα άνω επικρατούσες οδικές και κυκλοφοριακές συνθήκες (άρθρο 330 παρ. 2 ΑΚ), την οποία, τέλος (επιμέλεια), αν επιδείκνυε, θα μπορούσε να το προβλέψει και να το αποφύγει... Ειδικότερα, το πταίσμα του πιο πάνω οδηγού συνίσταται στο ότι αντίθετα με όσα επιβάλλουν οι ουσιώδεις κανόνες της ασφαλούς οδήγησης που ορίζουν οι διατάξεις των άρθρων 12 παρ. 1, 16 παρ. 4, 19 παρ. 1, 2 και 3 και 20 παρ. 2, 6 και 7 του ΚΟΚ (διαπράττοντας τις αντίστοιχες παραβάσεις που τελούν σε αιτιώδη σύνδεσμο με το ως άνω αποτέλεσμα), δεν οδηγούσε κατά το χρόνο του ενδίκου ατυχήματος το ανωτέρω όχημα, με σύνεση και ιδιαίτερα τεταμένη την προσοχή του στην οδήγησή του, ώστε να είναι σε θέση να αντιληφθεί έγκαιρα τους πιθανούς κινδύνους της οδού, δεν ασκούσε τον προσήκοντα έλεγχο και εποπτεία του, δεν ρύθμισε ανάλογα την ταχύτητά του, μειώνοντάς την, υπό τις προπεριγραφείσες περιστάσεις (οδήγηση τη νύκτα χωρίς επαρκή τεχνικό φωτισμό, με περιορισμό εξ αυτού του λόγου της ορατότητας), τουλάχιστον όσο επιβαλλόταν από το ανώτατο επιτρεπόμενο όριο των 60 χλμ/ώρα, το οποίο, ούτως ή άλλως, είχε παραβιάσει, έτσι ώστε να είναι σε θέση να εκτελεί, κάθε στιγμή, τους αναγκαίους χειρισμούς και να μπορεί ακόμη και να διακόψει την πορεία του οχήματός του, αν χρειαζόταν, μπροστά από οποιοδήποτε προβλέψιμο εμπόδιο ή κίνδυνο, που θα βρισκόταν στο ορατό απ’ αυτόν μπροστινό τμήμα της οδού.

Τέλος και το κυριότερο, ο θανών - οδηγός, κατά τη στιγμή του ατυχήματος, αντί να έχει διαρκώς τεταμένη και στραμμένη τη προσοχή του αποκλειστικά και μόνο στην οδήγηση του οχήματός του (το οποίο έπρεπε, κατά τα ανωτέρω, να οδηγεί, έχοντας τον πλήρη έλεγχό του, με την επιτρεπόμενη ταχύτητα και εντός του ρεύματος πορείας του), επιδιδόταν σε ερωτικές περιπτύξεις (εναγκαλισμούς, θωπείες κ.λπ.) και παράλληλα δεχόταν ή μόνο δεχόταν παρόμοιες ή άλλες ερωτικές περιπτύξεις από την προρρηθείσα συνοδηγό και ερωτική σύντροφό του, Μ.

Ρ., που λάμβαναν χώρα με τη συναίνεση ή και με την προτροπή του, όντας πιθανότατα, υπό ερωτική διέγερση, με άμεση συνέπεια να απολέσει τον έλεγχο του οχήματός του, που εκτράπηκε από την κανονική πορεία του (παρότι μάλιστα εκινείτο με ευθεία πορεία, για ένα περίπου χιλιόμετρο) και να εισέλθει στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας, όπου έβαινε κανονικά το παραπάνω επιβατικό όχημα, με το οποίο συγκρούσθηκε μετωπικά για τον ίδιο και πλαγιομετωπικά για το έτερο όχημα, αντίστοιχα.

Στοιχεία που να θεμελιώνουν οποιασδήποτε έκτασης (συν)υπαιτιότητα του διαδίκου - οδηγού του ετέρου εμπλεκόμενου αυτοκινήτου, Χ. Λ. (που εκινείτο με την επιτρεπόμενη ταχύτητα στο ρεύμα πορείας του), δεν προέκυψαν από το προσκομιζόμενο αποδεικτικό υλικό, από το οποίο, αντίθετα, αποδείχθηκε ότι η επίδικη σύγκρουση δεν συνδέεται αιτιωδώς με κάποια αμελή ενέργεια ή παράλειψή του, αφού όση επιμέλεια και να επιδείκνυε δεν θα μπορούσε να την προβλέψει και να την αποφύγει, ενώ, υπό τις ως άνω περιστάσεις, δεν προλάβαινε να πραγματοποιήσει τον οποιοδήποτε αποφευκτικό ελιγμό, ανεξάρτητα και πέρα του ότι αιφνιδιάσθηκε από την κατά τα άνω τόσο ξαφνική, απρόσμενη και παράνομη κίνηση του Σ.

Σ., την οποία δεν ήταν δυνατό να προβλέψει, ως πιθανή. Ειδικότερα, όταν ο Χ. Λ., κινούμενος επί εννέα (9) μόλις δευτερόλεπτα της ώρας στην ευθεία της κατηφόρας, μετά τη δεξιά κατά την πορεία του στροφή, αντιλήφθηκε, από απόσταση πέντε (5), το πολύ, μέτρων, το έτερο αυτοκίνητο να κατευθύνεται κατευθείαν πάνω του και να καταλαμβάνει το οδόστρωμα του δικού του ρεύματος κυκλοφορίας, αποφράσσοντας την πορεία του, ήταν αντικειμενικά αδύνατο να ακινητοποιήσει πριν απ’ αυτό το αυτοκίνητό του ή να πραγματοποιήσει κάποιον άλλο, επιτυχή, αποφευκτικό ελιγμό, αφού η προρρηθείσα απόσταση των πέντε (5) το πολύ μέτρων που μεσολαβούσε μεταξύ τους ήταν ιδιαίτερα μικρή και τα χρονικά περιθώρια ελάχιστα (δηλαδή, η απόσταση που τους χώριζε ήταν σημαντικά μικρότερη από την απόσταση που απαιτείτο για την ακινητοποίηση του αυτοκινήτου του), λαμβανομένου, επιπλέον, υπόψη ότι εφόσον "ο χρόνος αντίδρασης" ενός μέσου νηφάλιου οδηγού (ήτοι, το χρονικό διάστημα που μεσολαβεί από τη στιγμή που υποπίπτει στην αντίληψή του κάποιο σήμα, κάποιο ερέθισμα, μέχρι να ανταποκριθεί σ’ αυτό) είναι περίπου ένα δευτερόλεπτο της ώρας (και του πλέον άριστου, με άριστη ικανότητα αντίληψης και αντίδρασης, οδηγού τα 0,7 του δευτερολέπτου), στην προκειμένη περίπτωση, το επίδικο αυτοκίνητο που οδηγούσε στο χρόνο αυτό των 0,7 του δευτερολέπτου έως ενός δευτερολέπτου, κινούμενο με την παραπάνω ταχύτητα των 60 χλμ/ώρα, περίπου που έβαινε (και με συντελεστή τριβής οδοστρώματος, που ήταν ξηρό, 0,70), θα είχε ήδη διανύσει 16,66 μέτρα, περίπου, σε ευθεία πορεία, έως την έναρξη κάποιας αποφευκτικής κίνησης εκ μέρους του (του Χ.

Λ.), οπότε η σύγκρουση θα είχε ήδη επισυμβεί, ενώ ακόμη και αν κινείτο με ταχύτητα 40 ή και 30 χλμ/ώρα και πάλι δεν θα μπορούσε να αποφύγει τη σύγκρουση, γιατί στο "χρόνο αντίδρασης" των 0,7 έως ενός δευτερολέπτου, θα είχε ήδη διανύσει 11,11 μέτρα ή 8,35 μέτρα, περίπου, αντίστοιχα, έως ότου αντιδράσει με κάποια αποφευκτική ενέργειά του, οπότε και πάλι η σύγκρουση θα είχε σημειωθεί...

Τέλος, το γεγονός ότι ο Χ. Λ. δεν οδηγούσε το παραπάνω όχημα πλησίον του δεξιού άκρου του οδοστρώματος του ρεύματος πορείας που ακολουθούσε, όπως ορίζει το άρθρο 16 παρ. 1 του ΚΟΚ, αφού απείχε μισό έως ένα περίπου μέτρο από τη διαχωριστική γραμμή της οδού και ενάμισι περίπου μέτρο από το προς τα δεξιά του έρεισμά της, δεν μπορεί να θεμελιώσει, αυτοτελώς, την οποιαδήποτε συνυπαιτιότητά του στην πρόκληση του ατυχήματος.

Και τούτο γιατί η εκ μέρους του παράβαση της προρρηθείσας διάταξης του ΚΟΚ είναι γεγονός που, αυτό καθαυτό, δεν είναι ικανό και δεν μπορούσε, κατά τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων, να συντελέσει στην επέλευση της ένδικης σύγκρουσης των δύο εμπλεκομένων οχημάτων και ως εκ τούτου δεν συνδέεται αιτιωδώς με την επέλευση του ζημιογόνου αποτελέσματος..., καθόσον αφενός η παράβαση του άρθρου 16 παρ. 1 του ΚΟΚ θεσπίσθηκε για την εξασφάλιση της ακώλυτης κυκλοφορίας των κινουμένων στο ίδιο ρεύμα οχημάτων και όχι για την αποφυγή σύγκρουσης με αντιθέτως κινούμενα οχήματα και αφετέρου η κίνηση, στην προκειμένη περίπτωση, του προρρηθέντος οδηγού πλησιέστερα προς τον άξονα της οδού απ’ ότι προς το δεξιό άκρο του οδοστρώματος, δεν αναιρεί το γεγονός της επίδειξης εκ μέρους του της προσήκουσας επιμέλειας και προσοχής στην οδήγηση, αφού, όπως προαναφέρθηκε, δεν μπορούσε να προβλέψει, ως πιθανή, την τόσο αιφνίδια και αντικανονική είσοδο του αυτοκινήτου του Σ.

Σ. στο δικό του ρεύμα πορείας, σε χρόνο μάλιστα που λόγω της μηδαμινής απόστασης, που χώριζε τα δύο οχήματά τους, δεν είχε τη δυνατότητα επιλογής κανενός απολύτως αποφευκτικού ελιγμού.... Μετά από το επίδικο ατύχημα, διενεργήθηκε στους οδηγούς των δύο εμπλεκομένων οχημάτων έλεγχος, με τη μέθοδο της αιμοληψίας, για την ανίχνευση τυχόν οινοπνεύματος στον οργανισμό τους και διαπιστώθηκε ότι η περιεκτικότητα του αλκοόλ στο αίμα του Χ.

Λ. ήταν 1,16 ο/οο κατά την πρώτη μέτρηση και 1,18 ο/οο, ανά λίτρο αίματος, κατά τη δεύτερη, αντίστοιχα, ενώ η περιεκτικότητα του αλκοόλ στο αίμα του θανόντα, Σ. Σ., ήταν 1,26 ο/οο κατά την πρώτη μέτρηση και 1,21 ο/οο ανά λίτρο αίματος, κατά τη δεύτερη, αντίστοιχα (άρθρο 42 του ΚΟΚ). Η παράβαση αυτή, όμως, όσον αφορά τον οδηγό, Σ.

Σ., που ενδιαφέρει εν προκειμένω, κατά παραδοχή και του αντίστοιχου ισχυρισμού των παρεμπιπτόντως εναγομένων, δεν συνδέεται αιτιωδώς με την επέλευση του επιδίκου τροχαίου ατυχήματος, του οποίου μόνη ενεργός και πρόσφορη αιτία υπήρξε η προπεριγραφείσα παράνομη και υπαίτια οδική συμπεριφορά του ιδίου.

Ειδικότερα, αντίθετα με όσα αβάσιμα υποστηρίζει η εκκαλούσα - παρεμπιπτόντως ενάγουσα ανώνυμη ασφαλιστική εταιρία, με την επωνυμία "... ΑΕΑΕ", υπό τις ανωτέρω συνθήκες και περιστάσεις, ναι μεν προέκυψε ότι ο θανών οδηγός, Σ. Σ., οδηγούσε υπό την επίδραση της πιο πάνω ποσότητας οινοπνεύματος (γεγονός αντικειμενικό, αφού διαπιστώθηκε υπέρβαση του επιτρεπόμενου ορίου), πλην, όμως, δεν αποδείχθηκε, ταυτόχρονα, ότι η επίμαχη ποσότητα αλκοόλης επέδρασε στην πρόκληση του ατυχήματος, επηρεάζοντας δυσμενώς τον τρόπο οδήγησής του (αφού από κανένα απολύτως αποδεικτικό στοιχείο δεν προέκυψε κάτι τέτοιο) ή (και) ότι λόγω της κατανάλωσης οινοπνεύματος, παρέβη τις προαναφερθείσες διατάξεις των άρθρων 12 παρ. 1, 16 παρ. 4, 19 παρ. 1, 2 και 3 και 20 του ΚΟΚ και έχασε τον έλεγχο του οχήματός του, συντελώντας κατά τον οποιοδήποτε τρόπο, στην επέλευση της ένδικης σύγκρουσης, η οποία, αντίθετα, προέκυψε, ότι οφείλεται αποκλειστικά και μόνο στην κατά το χρόνο του ατυχήματος παντελή έλλειψη της προσοχής του Σ.

Σ. στην οδήγηση και στον έλεγχο του οχήματός του, αφού επιδιδόταν σε ερωτικές εν γένει πράξεις (ενεργητικές ή παθητικές ή και τα δύο) με τη σύντροφό του, σε συνδυασμό με την υπέρβαση του ορίου ταχύτητας από τον ίδιο οδηγό.... Κατά συνέπεια, ενόψει των πιο πάνω περιστατικών, αφού αποδείχθηκε ότι ο οδηγός, Χ.

Λ., δεν ευθύνεται, αλλ’ ούτε και συνετέλεσε με κάποιο πταίσμα του, στην πρόκληση του επίμαχου ατυχήματος και στις εντεύθεν συνέπειές του, η μεν υπ’ αριθμ. κατάθεσης .../2012 αγωγή των (οικείων του Σ. Σ.) Ν. Σ. κ.λπ. κατά των Χ. Λ. κ.λπ. και της ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρίας, με την επωνυμία "... ΑΕΓΑ ΖΗΜΙΩΝ", είναι απορριπτέα, ολικά, ως ουσία αβάσιμη, η δε υπ’ αριθμ.

κατάθεσης .../2012 αγωγή των (οικείων της Μ. Ρ.) Γ. Ρ., Ε. Ρ., Α. Ρίζου και Α. χήρας Χ. Ρ., είναι απορριπτέα, ως ουσία αβάσιμη, αναφορικά με τους τέσσερις πρώτους εναγόμενους, Χ. Λ., Β. Λ., Α. Κ. και ανώνυμη εταιρία "... ΑΕΓΑ ΖΗΜΙΩΝ", αντίστοιχα. Επίσης, εφόσον προέκυψε, όπως προεκτίθεται, ότι η εκ μέρους του θανόντος υπαίτιου οδηγού, Σ.

Σ., παράβαση της διάταξης του άρθρου 42 του ΚΟΚ (οδήγηση υπό την επήρεια αλκοόλ), δεν συνετέλεσε αιτιωδώς στην πρόκληση του επιδίκου ατυχήματος, οι υπ’ αριθμ. κατάθεσης ...2013, ...2013 και .../2013, αντίστοιχα, παρεμπίπτουσες αγωγές της ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρίας, με την επωνυμία "... ΑΕΑΕ" σε βάρος των Ν. Σ. και Μ.

Γ., το γένος Σ., είναι απορριπτέες, ως αβάσιμες στην ουσία τους. Συνακόλουθα, μετά τις ως άνω παραδοχές, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, το οποίο με την εκκαλούμενη απόφασή του, έστω και με μερικά ελλιπείς και (μερικά) διαφορετικές αιτιολογίες, που συμπληρώνονται και αντικαθιστώνται, αντίστοιχα, μ’ αυτές της παρούσας (άρθρο 534 ΚΠολΔ), καταλήγοντας στο ίδιο συμπέρασμα, απέρριψε, κατά τον ίδιο τρόπο, τις ως άνω κύριες και παρεμπίπτουσες, αντίστοιχα, αγωγές, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε όλες τις προρρηθείσες νομικές διατάξεις και ορθά, επίσης, εκτίμησε τις αποδείξεις που τέθηκαν στην κρίση του.

Επομένως, όλοι οι περιλαμβανόμενοι στις κρινόμενες, υπ’ αριθμ. κατάθεσης .../2014, αντίστοιχα, εφέσεις των παραπάνω εναγόντων, συναφείς λόγοι, με τους οποίους υποστηρίζονται τ’ αντίθετα, τυγχάνουν αβάσιμοι". Το Εφετείο, με το να οδηγηθεί στην προαναφερθείσα κρίση, δεν παραβίασε ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου τις ανωτέρω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις του Α.Κ., του ν.

ΓΠΝ/1911 και του ν. 2696/1999 και διέλαβε στην απόφασή του πλήρεις, σαφείς, χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά αιτιολογίες ως προς τα ζητήματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, οι οποίες καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο, ως προς την ορθή ή μη εφαρμογή των ως άνω διατάξεων και συνεπώς δεν στερείται νόμιμης βάσεως.

Ειδικότερα, το Εφετείο ορθώς ερμήνευσε και εφήρμοσε τις προδιαληφθείσες διατάξεις και διέλαβε πλήρη και εμπεριστατωμένη αιτιολογία τόσο ως προς την αποκλειστική υπαιτιότητα του Σ. Σ., οδηγού του με αριθμό κυκλοφορίας ... ΙΧΕ αυτοκινήτου, το οποίο ήταν ασφαλισμένο, για την έναντι τρίτων αστική ευθύνη στην ήδη αναιρεσείουσα ασφαλιστική εταιρία, για την πρόκληση του ενδίκου τροχαίου ατυχήματος, όσο και ως προς την έλλειψη οποιασδήποτε συντρέχουσας αμέλειας του Χ.

Λ., οδηγού του με αριθμό κυκλοφορίας ... ΙΧΕ αυτοκινήτου. Πιο συγκεκριμένα διέλαβε στην απόφασή του με σαφήνεια και πληρότητα τα συγκροτούντα την έννοια της αμελείας περιστατικά, τα οποία επέδειξε ο υπαίτιος οδηγός Σ. Σ., σε συνδυασμό με τις παραβάσεις διατάξεων του Κ.Ο.Κ., οι οποίες βρίσκονται σε αιτιώδη συνάφεια με το επελθόν αποτέλεσμα και δη ότι ο εν λόγω οδηγός, οδηγώντας το προαναφερόμενο όχημά του, υπό την επίδραση οινοπνεύματος και κινούμενος με αυτό επί της διπλής κατευθύνσεως Ε.Ο. ..., έχοντας αναπτύξει ταχύτητα 78 - 80 χιλιομέτρων την ώρα, δηλαδή ταχύτητα υπερβαίνουσα το ανώτατο επιτρεπόμενο όριο ταχύτητας των 60 χλμ/ω, αν και οδηγούσε νύκτα και χωρίς επαρκή τεχνικό φωτισμό, δεν είχε διαρκώς τεταμένη την προσοχή του στην οδήγηση του οχήματός του, αντίθετα επιδιδόταν σε ερωτικές περιπτύξεις (εναγκαλισμούς, θωπείες κ.λπ.) και παραλλήλως δεχόταν παρόμοιες ή άλλες ερωτικές περιπτύξεις από την προαναφερόμενη συνοδηγό και ερωτική σύντροφό του Μ.

Ρ., ευρισκόμενος πιθανότατα υπό ερωτική διέγερση, με άμεση συνέπεια να απολέσει τον έλεγχο του οχήματός του, το οποίο παρεξέκλινε της πορείας του προς τα αριστερά, παρότι μάλιστα εκινείτο σε ευθεία πορεία σε απόσταση ενός περίπου χιλιομέτρου, εισήλθε στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας, όπου εκινείτο κανονικά το οδηγούμενο από τον Χ.

Λ. αυτοκίνητο, με το οποίο συγκρούστηκε μετωπικά για τον ίδιο και πλαγιομετωπικά για το έτερο όχημα (... ΙΧΕ). Ως προς την συμπεριφορά του τελευταίου οδηγού (Χ. Λ.) το Δικαστήριο με σαφήνεια προσδιόρισε ότι αυτός εκινείτο με το όχημά του, με κανονική ταχύτητα (60 χλμ/ω), στο μέσον του ρεύματος πορείας του (η αριστερή πλευρά του οχήματός του απείχε 0,50 - 0,60 μ.

από την διπλή διαχωριστική των δύο ρευμάτων κυκλοφορίας γραμμή), αιτιολόγησε δε ότι: α) η παράβαση από αυτόν της διατάξεως του άρθρου 16 παρ. 1 του Κ.Ο.Κ., με την οποία επιβάλλεται η οδήγηση των οχημάτων στο άκρο δεξιό του οδοστρώματος, ακόμη και αν ολόκληρο το οδόστρωμα είναι ελεύθερο, θεσπισθείσα για την εξασφάλιση της ακώλυτης κυκλοφορίας των κινουμένων στο ίδιο ρεύμα κυκλοφορίας οχημάτων και όχι για την αποφυγή συγκρούσεως με αντιθέτως κινούμενα οχήματα, δεν συνδέεται στην προκειμένη περίπτωση με την επέλευση της ένδικης συγκρούσεως, αφού από μόνη της δεν ήταν πρόσφορη να την προκαλέσει, καθώς επίσης και ότι η τοιαύτη κίνηση δεν αναιρεί το γεγονός της εκ μέρους του επιδείξεως της προσήκουσας επιμέλειας και προσοχής στην οδήγηση, αφού δεν μπορούσε να προβλέψει, ως πιθανή, την τόσο αιφνίδια και αντικανονική είσοδο του αντιθέτως κινουμένου οχήματος στο δικό του ρεύμα πορείας και β) η μη διενέργεια τροχοπεδήσεως ή άλλου αποφευκτικού ελιγμού από αυτόν δεν μπορεί να αποδοθεί σε συνυπαιτιότητά του, δοθέντος ότι η αιφνίδια είσοδος του ετέρου αυτοκινήτου στο ρεύμα πορείας του, του απέκλεισε κάθε δυνατότητα έγκαιρης αντιδράσεως, διότι έλαβε χώρα, όταν η απόσταση που χώριζε τα δύο οχήματα ήταν μηδαμινή.

Περαιτέρω και καθ’ όσον αφορά στις δήθεν ελλείψεις και ασάφειες που αποδίδονται στην προσβαλλομένη απόφαση από την αναιρεσείουσα σχετικά: α) με τις δύο χαραγές που βρέθηκαν στο ρεύμα πορείας του Χ. Λ., για τις οποίες, το μεν δεν προσδιορίζεται από ποιο αυτοκίνητο εκ των εμπλακέντων προκλήθηκαν, το δε δεν αιτιολογείται γιατί οι δύο αυτές χαραγές προσδιορίζουν ότι το σημείο της συγκρούσεως είναι εντός του ρεύματος πορείας του Χ.

Λ. και β) ότι το αυτοκίνητο του Σ. Σ. αμέσως μετά την σύγκρουση δεν ακινητοποιήθηκε, όπως η προσβαλλομένη δέχεται, "στο μέσον περίπου του οδοστρώματος του ρεύματος πορείας του (σε παράλληλη σχεδόν, με την διαχωριστική γραμμή, θέση), με μέτωπο προς Θεσσαλονίκη (έχοντας γυρίσει ολικά σχεδόν ανάποδα)" αλλά αντίθετα, τούτο ακινητοποιήθηκε "κάθετα προς την διαχωριστική γραμμή στην άκρη του οδοστρώματος του ρεύματος πορείας του", όπως προκύπτει από το από 18.10.2011 πρόχειρο σχεδιάγραμμα του τόπου της συγκρούσεως, σημειώνονται τα εξής:

Οι αιτιάσεις αυτές απαραδέκτως προβάλλονται, εφόσον οι φερόμενες ως ελλείψεις και ασάφειες στην αιτιολογία της αποφάσεως ανάγονται σε επιχειρήματα της αναιρεσείουσας προς επιστήριξη της προβληθείσας από αυτήν εκδοχής περί των συνθηκών της συγκρούσεως, η οποία δεν έγινε δεκτή από το Εφετείο, το οποίο κατέληξε σε πόρισμα διαφορετικό από εκείνο που η αναιρεσείουσα θεωρεί ως ορθό, με τις παραπάνω δε αιτιάσεις, και υπό το πρόσχημα της προβαλλομένης πλημμέλειας, πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων, αναφορικά με το σαφώς εκτιθέμενο στην προσβαλλομένη απόφαση αποδεικτικό πόρισμα ότι η ένδικη σύγκρουση προκλήθηκε από αποκλειστική υπαιτιότητα του Σ.

Σ., οδηγού του ασφαλισμένου στην αναιρεσείουσα με αριθμό κυκλοφορίας ... ΙΧΕ αυτοκινήτου, πέραν βεβαίως του γεγονότος ότι από το προαναφερόμενο πρόχειρο σχεδιάγραμμα προκύπτει η ουσιαστική αβασιμότητα της τελευταίας αιτιάσεως, καθ’ όσον σ’ αυτό (σχεδιάγραμμα) το με αριθμό κυκλοφορίας ... ΙΧΕ και ασφαλισμένο στην αναιρεσείουσα αυτοκίνητο, εμφαίνεται ακινητοποιημένο "στο μέσον περίπου του οδοστρώματος του ρεύματος πορείας του (σε παράλληλη σχεδόν, με την διαχωριστική γραμμή, θέση), με μέτωπο προς Θεσσαλονίκη (έχοντας γυρίσει ολικά σχεδόν ανάποδα)", με την ένδειξη ΤΑ, δηλαδή στην θέση που δέχθηκε και η προσβαλλομένη απόφαση.

Επομένως, το Εφετείο δεν υπέπεσε στις από το άρθρο 559 αριθμ. 1 και 19 του Κ.Πολ.Δικ. προβλεπόμενες πλημμέλειες, οι οποίες αποδίδονται με τους πρώτο και τρίτο (κατά το πρώτο μέρος του) λόγους της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως και συνακολούθως οι λόγοι αυτοί, (ο τρίτος, κατά το ως άνω μέρος του), είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι και απαράδεκτοι, κατά τις διακρίσεις που προαναφέρθηκαν.

Εξ άλλου, το Εφετείο, δεχόμενο την ανυπαρξία αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της μέθης του οδηγού του ζημιογόνου αυτοκινήτου και της επιδράσεως αυτής στην οδηγική συμπεριφορά του και κατ’ επέκταση στην πρόκληση του ενδίκου ατυχήματος, διέλαβε περί αυτού πλήρεις, σαφείς και χωρίς λογικά κενά και αντιφάσεις αιτιολογίες, οι οποίες καθιστούν δυνατό τον αναιρετικό έλεγχο της ορθής ή μη εφαρμογής των προαναφερομένων ουσιαστικού δικαίου διατάξεων και δεν είχε ανάγκη από περαιτέρω αιτιολογίες.

Δεν υπάρχει δε αντίφαση μεταξύ των παραδοχών του Εφετείου ότι ο Σ. Σ. τελούσε υπό την επήρεια μέθης κατά την οδήγηση του αυτοκινήτου του, ότι αυτός έβαινε με υπερβολική ταχύτητα σε οδό που έχει μία λωρίδα κυκλοφορίας ανά κατεύθυνση και στην οποία επικρατούσε πλήρες σκοτάδι και ότι αυτός οδηγώντας, υπό τις συνθήκες αυτές, επιδιδόταν ταυτόχρονα σε ερωτικές περιπτύξεις (εναγκαλισμούς, θωπείες κ.λπ.) και δεχόταν (ή μόνο δεχόταν), παρόμοιες ή άλλες ερωτικές περιπτύξεις από την συνοδηγό και ερωτική σύντροφό του, Μ.

Ρ. και της παραδοχής του περί ανυπαρξίας αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της μέθης του ως άνω οδηγού και της επιδράσεως αυτής στην οδηγική συμπεριφορά του, διότι τα προαναφερόμενα πραγματικά περιστατικά αξιολογήθηκαν από το Εφετείο ως ικανά να θεμελιώσουν αμελή οδηγική συμπεριφορά του ως άνω οδηγού, λόγος για τον οποίο και κρίθηκε αυτός αποκλειστικά υπαίτιος για την πρόκληση της ένδικης συγκρούσεως - όχι όμως και ικανά να θεμελιώσουν αιτιώδη συνάφεια μεταξύ της οδηγήσεως αυτού υπό την επήρεια οινοπνεύματος και του επελθόντος αποτελέσματος (πρόκληση ενδίκου ατυχήματος και των συνεπειών αυτού).

Τέλος τα υποστη...μενα από την αναιρεσείουσα περί ελλείψεως αιτιολογίας της προσβαλλομένης αποφάσεως ως προς την κρίση της ότι δεν συντρέχει αιτιώδης συνάφεια μεταξύ της οδηγήσεως του με αριθμό κυκλοφορίας ... ΙΧΕ αυτοκινήτου από τον οδηγό του Χ. Λ., υπό την επίδραση οινοπνεύματος και της προκλήσεως της ένδικης συγκρούσεως και των συνεπειών της, αβασίμως προβάλλονται, ενόψει του σαφώς εκτιθεμένου, κατά τα ανωτέρω, αποδεικτικού πορίσματος της προσβαλλομένης αποφάσεως ότι η ένδικη σύγκρουση προκλήθηκε αποκλειστικά από υπαιτιότητα του οδηγού του με αριθμό κυκλοφορίας ...

ΙΧΕ αυτοκινήτου Σ. Σ. και ότι αντιθέτως ουδεμία αμελής οδηγική συμπεριφορά του οδηγού του άλλου αυτοκινήτου Χ. Λ., με την οποία να συνδέεται καθ’ οιονδήποτε τρόπο η πρόκληση του ατυχήματος, αποδείχθηκε.

Συνεπώς, ο τρίτος λόγος της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως (κατά το δεύτερο μέρος του), με τον οποίο προσάπτεται στο Εφετείο η από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δικ. καθιερούμενη αναιρετική πλημμέλεια της εκ πλαγίου παραβιάσεως των ως άνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεων, είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί.

Κατά την διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 11 περ. γ’ του Κ.Πολ.Δικ., ιδρύεται λόγος αναιρέσεως της αποφάσεως και όταν το δικαστήριο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν. Για την ίδρυση του λόγου αυτού αρκεί και μόνη η ύπαρξη αμφιβολιών για το αν το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, τα οποία ήταν υποχρεωμένο να λάβει υπόψη, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 335 και 338 έως 340 του Κ.Πολ.Δικ., υπό την προϋπόθεση ότι το πραγματικό γεγονός που επικαλείται ο διάδικος προς απόδειξη με το αποδεικτικό μέσο ασκεί επίδραση στην έκβαση της δίκης (Ολ.ΑΠ 2/2008), επιδρά δηλαδή στο διατακτικό της αποφάσεως.

Καμία, ωστόσο, διάταξη δεν επιβάλλει την ειδική μνεία και την χωριστή αξιολόγηση καθενός από τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, ούτε και την διάκριση από ποία από αυτά προκύπτει άμεση και από ποία έμμεση απόδειξη, αλλά αρκεί η γενική μνεία των κατ’ είδος αποδεικτικών μέσων (μάρτυρες, έγγραφα κ.λπ.) που λήφθηκαν υπόψη.

Βέβαια δεν αποκλείεται το δικαστήριο της ουσίας να μνημονεύει και να εξαίρει μερικά από τα αποδεικτικά μέσα, λόγω της, κατά την ελεύθερη κρίση του, μεγαλύτερης σημασίας τους, αρκεί να γίνεται αδίστακτα βέβαιο από το όλο περιεχόμενο της αποφάσεώς του ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν νόμιμα οι διάδικοι.

Μόνο αν από την γενική αυτή αναφορά, σε συνδυασμό με το περιεχόμενο της αποφάσεως, δεν προκύπτει κατά τρόπο αναμφίβολο ότι λήφθηκε υπόψη κάποιο συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο, στοιχειοθετείται ο αναιρετικός αυτός λόγος (ΑΠ 128/2013, ΑΠ 1569/2010, ΑΠ 600/2010, ΑΠ 259/ 2009). Εξάλλου, ο λόγος αυτός δεν ιδρύεται αν το δικαστήριο δεν προσέδωσε στο αποδεικτικό μέσο την αποδεικτική βαρύτητα που υποστηρίζει ο αναιρεσείων ότι αυτό έχει, αφού η σχετική εκτίμηση δεν υπόκειται, σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δικ., στον έλεγχο του Αρείου Πάγου (ΑΠ 1569/2010).

Στην προκειμένη περίπτωση, με τον δεύτερο λόγο της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως από τον αριθμό 11 περ. γ’ του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δικ., η αναιρεσείουσα προσάπτει στο Εφετείο την αιτίαση ότι δεν έλαβε υπόψη, άλλως δεν καθίσταται αναμφίβολα βέβαιο ότι έλαβε υπόψη τα αναφερόμενα αποδεικτικά μέσα, που αυτή νόμιμα, μεταξύ άλλων, προσκόμισε και επικαλέσθηκε με τις προτάσεις της, κατά την συζήτηση της υποθέσεως, μετά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, προς απόδειξη του ισχυρισμού της ότι αποκλειστικός υπαίτιος για την πρόκληση του ενδίκου ατυχήματος και των εξ αυτού συνεπειών, άλλως συνυπαίτιος της προκλήσεώς του κατά ποσοστό 95%, είναι ο οδηγός του με αριθμό κυκλοφορίας ...

ΙΧΕ αυτοκινήτου Χ. Λ.. Ειδικότερα, ισχυρίζεται ότι δεν έλαβε υπόψη, άλλως δεν καθίσταται αναμφίβολα βέβαιο ότι έλαβε υπόψη: α) Την από 18-10-2011 έκθεση αυτοψίας τροχαίου ατυχήματος, τις συνημμένες επ’ αυτής 13 φωτογραφίες και το από 18-10-2011 σχεδιάγραμμα του τόπου του τροχαίου ατυχήματος από τα οποία προκύπτει ότι η σύγκρουση έλαβε χώρα επί της διπλής διαχωριστικής γραμμής του οδοστρώματος, β) Τις δύο εκθέσεις πραγματογνωμοσύνης του πραγματογνώμονα - μηχανολόγου - μηχανικού Α.

Μ., στις οποίες αναφέρεται επί λέξει ότι οι δύο απεικονιζόμενες χαραγές επί του οδοστρώματος έγιναν αμέσως μετά την σύγκρουση, ενώ η αναιρεσιβαλλόμενη δέχεται ότι οι χαραγές απεικονίζουν το αρχικό σημείο συγκρούσεως, το οποίο όμως σύμφωνα με την ανωτέρω πραγματογνωμοσύνη, προκύπτει μόνο από τα λάδια και νερά επί του οδοστρώματος, όπως απεικονίζονται στις συνημμένες στην ανωτέρω έκθεση πραγματογνωμοσύνης φωτογραφίες με αριθμούς 11,12 και 13, γ) Την από 17-11-2011 έκθεση πραγματογνωμοσύνης του πραγματογνώμονα του Τμήματος Τροχαίας Έδεσσας για το με αριθμό κυκλοφορίας ...

Ι.Χ.Ε. αυτοκίνητο, δ) Την από 17-11-2011 έκθεση πραγματογνωμοσύνης του πραγματογνώμονα του Τμήματος Τροχαίας Έδεσσας για το με αριθμό κυκλοφορίας ... Ι.Χ.Ε. αυτοκίνητο και ε) Την από 13-04-2012 τεχνική έκθεση αναλύσεως θανατηφόρου τροχαίου ατυχήματος, την οποία συνέταξαν οι πραγματογνώμονες - μηχανολόγοι - αναλυτές τροχαίων ατυχημάτων Γ.

Τ. και Φ. Κ.. Υπό αυτό το περιεχόμενο ο ερευνώμενος λόγος πρέπει να απορριφθεί, προεχόντως, ως απαράδεκτος και τούτο διότι υπό το πρόσχημα της μη λήψεως υπόψη εκ μέρους του Εφετείου των προαναφερομένων εγγράφων πλήττεται πράγματι η περί πραγμάτων ανέλεγκτη αναιρετικώς κρίση του δικαστηρίου της ουσίας (άρθρο 561 παρ. 1 Κ.Πολ.Δικ.).

Σε κάθε δε περίπτωση πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος, διότι όπως προκύπτει από το περιεχόμενο της προσβαλλομένης αποφάσεως γίνεται μνεία σ’ αυτήν ότι για να καταλήξει στο αποδεικτικό της πόρισμα ως προς τις συνθήκες και τον τρόπο επελεύσεως του ενδίκου τροχαίου ατυχήματος έλαβε υπόψη και "όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα που προσκομίζουν και επικαλούνται νομότυπα οι διάδικοι, με τις ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου προτάσεις τους, είτε για άμεση απόδειξη είτε για την συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, για μερικά από τα οποία (έγγραφα) γίνεται ειδική αναφορά πιο κάτω, χωρίς όμως να έχει παραλειφθεί κανένα για την ουσιαστική διάγνωση της παρούσας διαφοράς, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνονται και τα έγγραφα της σχηματισθείσας για το ποινικό σκέλος της ίδιας υπόθεσης συναφούς ποινικής δικογραφίας, από τις προσκομιζόμενες και επικαλούμενες από όλους τους διαδίκους φωτογραφίες, που απεικονίζουν τον τόπο του ατυχήματος και τα εμπλακέντα στο επίδικο ατύχημα οχήματα μετά την σύγκρουση" (βλ.

σελ. 27 και 28 της προσβαλλομένης αποφάσεως), ενώ στη συνέχεια γίνεται ρητή μνεία των υπό στοιχ. α’ , β’ και ε’ αποδεικτικών μέσων (βλ. σελ. 34, 35, 37 και 38 της προσβαλλομένης αποφάσεως), έτσι ώστε ουδεμία καταλείπεται αμφιβολία περί του ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα προσκομισθέντα μετ’ επικλήσεως ως άνω αποδεικτικά στοιχεία, τα οποία ανήκουν στην κατηγορία των εγγράφων, ανεξαρτήτως του αν γίνεται ειδική μνεία ορισμένων εξ αυτών.

Ειδικότερα όμως ως προς τα υπό στοιχ. γ’ και δ’ αποδεικτικά μέσα ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως αόριστος και απαράδεκτος, διότι δεν αναφέρονται στο αναιρετήριο το περιεχόμενο των εκθέσεων αυτών πραγματογνωμοσύνης, ώστε να μπορεί να κριθεί αν αυτές ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ο ίδιος λόγος, όσον αφορά στην προβαλλομένη αιτίαση ότι από τα προαναφερόμενα έγγραφα συνάγεται αντίθετο πόρισμα από εκείνο που δέχθηκε το Εφετείο είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, αφού αναφέρεται στην εκτίμηση της αποδεικτικής βαρύτητας των εγγράφων αυτών, η οποία, σύμφωνα με όσα έχουν εκτεθεί στην μείζονα σκέψη, δεν ελέγχεται αναιρετικά.

Επειδή, από την διάταξη του άρθρου 559 αριθμός 10 του Κ.Πολ.Δικ., που ορίζει, ότι αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο δέχθηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, ως αληθινά, χωρίς απόδειξη, προκύπτει, ότι ο λόγος αυτός αναιρέσεως ιδρύεται, όταν το δικαστήριο δέχεται πράγματα, δηλαδή αυτοτελείς πραγματικούς ισχυρισμούς, οι οποίοι τείνουν σε θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του δικαιώματος, που ασκείται με την αγωγή, ανταγωγή, ένσταση ή αντένσταση, χωρίς να έχει προσαχθεί οποιαδήποτε απόδειξη για τα πράγματα αυτά, ή όταν δεν εκθέτει από ποια αποδεικτικά στοιχεία άντλησε την απόδειξη γι` αυτά, χωρίς να απαιτείται να αξιολογεί τα επί μέρους αποδεικτικά μέσα ή να εξειδικεύει τα έγγραφα.

Δεν νοούνται πράγματα οι μη νόμιμοι, απαράδεκτοι, αόριστοι και αλυσιτελείς ισχυρισμοί, οι οποίοι δεν ασκούν επίδραση στην έκβαση της δίκης και το δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει σ’ αυτούς (Ολ.ΑΠ 14/2004), ούτε οι αρνητικοί ισχυρισμοί που συνέχονται με την ιστορική βάση της αγωγής, ενστάσεως ή αντενστάσεως και αποτελούν αιτιολογημένη άρνηση καθεμιάς εξ αυτών, αφού αυτοί αποκρούονται με την παραδοχή ως βασίμων των θεμελιωτικών τους γεγονότων, ούτε τέλος τα επιχειρήματα και συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου από την εκτίμηση των αποδείξεων και το περιεχόμενο αυτών (ΑΠ 1182/2012).

Στην προκειμένη περίπτωση με τον πέμπτο λόγο της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως (με την σημείωση ότι δεν υφίσταται τέταρτος αναιρετικός λόγος), προβάλλεται η αιτίαση ότι η αναιρεσιβαλλομένη δέχθηκε ως αληθή πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και δη δέχθηκε ότι ο οδηγός του με αριθμό κυκλοφορίας ...

ΙΧΕ αυτοκινήτου "Χ. Λ. δεν πρόλαβε να ενεργήσει κάποιον ελιγμό για να αποφύγει την σύγκρουση, γιατί, λόγω του σκότους και της αιφνίδιας κίνησης του ως άνω οδηγού, αντιλήφθηκε ξαφνικά το απέναντι αυτοκίνητο (του Σ. Σ.) να παρεμβάλλεται στην πορεία του, κατευθυνόμενο, κατευθείαν πάνω του, από απόσταση μόλις πέντε (5) μέτρων, γεγονός που του στερούσε την δυνατότητα να αντιδράσει αποτελεσματικά...", χωρίς απόδειξη, ως εκ του ότι από τα αναφερόμενα στον λόγο αυτό και μνημονευόμενα στην προσβαλλομένη απόφαση αποδεικτικά μέσα (από 18-10-2011 έκθεση αυτοψίας τροχαίου ατυχήματος, τις συνημμένες επ’ αυτής 13 φωτογραφίες και το από 18-10-2011 σχεδιάγραμμα του τόπου του τροχαίου ατυχήματος, δύο εκθέσεις πραγματογνωμοσύνης του πραγματογνώμονα - μηχανολόγου - μηχανικού Α.

Μ., από 17-11-2011 έκθεση πραγματογνωμοσύνης του πραγματογνώμονα του Τμήματος Τροχαίας Έδεσσας για το με αριθμό κυκλοφορίας ... Ι.Χ.Ε. αυτοκίνητο, από 17-11-2011 έκθεση πραγματογνωμοσύνης του πραγματογνώμονα του Τμήματος Τροχαίας Έδεσσας για το με αριθμό κυκλοφορίας ... Ι.Χ.Ε. αυτοκίνητο, από 13-04-2012 τεχνική έκθεση αναλύσεως θανατηφόρου τροχαίου ατυχήματος, την οποία συνέταξαν οι πραγματογνώμονες - μηχανολόγοι - αναλυτές τροχαίων ατυχημάτων Γ.

Τ. και Φ. Κ., δήλωση της διαδίκου Σ. Π. που περιέχεται στην έκθεση αυτοψίας και ένορκες βεβαιώσεις των μαρτύρων), δεν αποδεικνύονταν τα ως άνω πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε το Εφετείο, ότι δηλαδή ο Χ. Λ. αντελήφθη, ξαφνικά το αυτοκίνητο του Σ. Σ. να παρεμβάλλεται στην πορεία του, κατευθυνόμενο, κατευθείαν πάνω του, από απόσταση μόλις πέντε (5) μέτρων.

Ο λόγος αυτός κρίνεται απορριπτέος ως απαράδεκτος, για τον λόγο ότι το ως άνω περιστατικό δεν αποτελεί "πράγμα", κατά την προαναπτυχθείσα έννοια. Σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 1 του Κ.Πολ.Δικ. επιτρέπεται αναίρεση μόνο αν παραβιάστηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών...

Η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας αποτελεί λόγο αναιρέσεως μόνο αν τα διδάγματα αυτά αφορούν την εφαρμογή των κανόνων του δικαίου ή την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σε αυτούς. Ως διδάγματα της κοινής πείρας νοούνται οι αρχές για την εξέλιξη των πραγμάτων, που συνάγονται από την παρατήρηση του καθημερινού βίου, την επαγγελματική ενασχόληση και την επιστημονική έρευνα και έχουν έτσι καταστεί κοινό κτήμα.

Τα διδάγματα της κοινής πείρας μπορούν να χρησιμοποιηθούν είτε για να διαπιστωθεί έμμεσα η βασιμότητα των αποδεικτέων πραγματικών περιστατικών σε συγκεκριμένη δίκη (άρθρο 336 παρ. 4 του Κ.Πολ.Δικ.), είτε για να γίνει, αφού διαπιστωθεί η βασιμότητα αυτών, η υπαγωγή τους σε κανόνες ουσιαστικού δικαίου (άρθρο 559 αρ. 1 και 560 παρ. 1β του Κ.Πολ.Δικ.).

Ο προαναφερόμενος λόγος αναιρέσεως στοιχειοθετείται όταν το δικαστήριο χρησιμοποιεί εσφαλμένα, δηλαδή με τρόπο που δεν συνάδει προς τις αρχές της λογικής, ή παραλείπει να χρησιμοποιήσει τα διδάγματα της κοινής πείρας, για να ανεύρει, με βάση αυτά, την αληθινή έννοια κανόνα ουσιαστικού δικαίου και, ιδίως, για να εξειδικεύσει αόριστες νομικές έννοιες που αυτός τυχόν περιέχει, ή για να υπαγάγει ή όχι σ’ αυτόν τα εκάστοτε κρίσιμα πραγματικά περιστατικά.

Αντίθετα, όταν το δικαστήριο χρησιμοποιεί εσφαλμένα ή παραλείπει να χρησιμοποιήσει τα διδάγματα της κοινής πείρας, για να διαγνώσει αν συντρέχουν ή όχι τα εκάστοτε αποδεικτέα περιστατικά ή για να εκτιμήσει την αποδεικτική αξία των αποδεικτικών μέσων ή στοιχείων, δεν στοιχειοθετείται ο προαναφερόμενος λόγος αναιρέσεως. (Ολ.ΑΠ 8/2005, ΑΠ 757/ 2015, ΑΠ 2101/2014, ΑΠ 137/2014, ΑΠ 1226/2014, ΑΠ 120/2013, ΑΠ 103/2013, ΑΠ 1662/2010, ΑΠ 208/2011).

Με τους έκτο και ενδέκατο λόγους της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως και με την επίκληση των παραπάνω αναφερομένων πραγματικών περιστατικών, τα οποία δέχθηκε κυριαρχικώς το Εφετείο ως αποδειχθέντα, προσάπτεται στο Εφετείο η αιτίαση ότι παρά την αποδοχή υπ’ αυτού ως αποδειχθέντων των ως άνω πραγματικών περιστατικών, που αφορούν στην οδηγική συμπεριφορά αμφοτέρων των οδηγών των εμπλακέντων στο ένδικο ατύχημα οχημάτων, εντούτοις εσφαλμένα στη συνέχεια δέχθηκε αυτό ότι η τοιαύτη οδηγική συμπεριφορά δεν τελεί σε αιτιώδη συνάφεια με την οδήγηση του αυτοκινήτου υπό μέθη, παραβιάζοντας έτσι τα διδάγματα της κοινής πείρας, σύμφωνα με τα οποία η υπό μέθη οδήγηση αυτοκινήτου οχήματος επηρεάζει την οδηγική ικανότητα του οδηγού, δηλαδή οδηγεί σε υπερεκτίμηση των οδηγικών του δυνατοτήτων, σε υποβάθμιση ή υποτίμηση των κινδύνων ή του εμποδίου, σε καθυστερημένη αντίληψη του κινδύνου, σε παράταση του χρόνου αντιδράσεως και σε απότομες και ανακριβείς ή λανθασμένες αντιδράσεις.

Η τοιαύτη δε εσφαλμένη μη υπαγωγή των παραπάνω πραγματικών περιστατικών στην έννοια της αιτιώδους συναφείας οδήγησε στην εν συνεχεία εσφαλμένη μη εφαρμογή των προαναφερομένων ουσιαστικού δικαίου διατάξεων των άρθρων 5 του ν. ΓΠΝ/ 1911, 12 παρ. 1, 16 παρ. 1, 19 παρ. 1 του Κ.Ο.Κ., 42 του Κ.Ο.Κ. και 6Β του Π.Δ. 237/86 και στην συνακόλουθη απόρριψη ως αβασίμων κατ’ ουσίαν των ασκηθεισών από την ήδη αναιρεσείουσα παρεμπιπτουσών αγωγών σε βάρος των Ν.

Σ. και Μ. Γ., το γένος Σ.. Υπό το περιεχόμενο αυτό οι ως άνω ερευνώμενοι λόγοι της αναιρέσεως, οι οποίοι τείνουν να θεμελιωθούν επί του αριθμού 1 εδαφ. β’ του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δικ., είναι απαράδεκτοι και απορριπτέοι, (ο έκτος λόγος κατά το μέρος που αφορά στον οδηγό του ασφαλισμένου στην ήδη αναιρεσείουσα ζημιογόνου αυτοκινήτου), διότι η αποδιδόμενη με αυτούς πιο πάνω αιτίαση ως προς την παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας αναφέρεται στην εκτίμηση των αποδείξεων και όχι στην ερμηνεία των ως άνω εφαρμοσθέντων κανόνων δικαίου ή στην υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σ’ αυτούς.

Ο έκτος λόγος, κατά το μέρος που αφορά στον Χ. Λ., οδηγό του με αριθμό κυκλοφορίας ... ΙΧΕ αυτοκινήτου, για τον οποίο, κατά τα προεκτεθέντα, έγινε δεκτό από την προσβαλλομένη απόφαση ότι ουδεμία αμελής οδηγική συμπεριφορά, με την οποία να συνδέεται καθ’ οιονδήποτε τρόπο η πρόκληση του ατυχήματος αποδείχθηκε, αβασίμως προβάλλεται και για το λόγο αυτό κρίνεται απορριπτέος.

Ο λόγος αναιρέσεως από τον αριθμό 20 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δικ., για παραμόρφωση του περιεχομένου εγγράφου, στοιχειοθετείται όταν το δικαστήριο της ουσίας, είτε κάνοντας εσφαλμένη ανάγνωση του κειμένου αποδεικτικού εγγράφου κατά την έννοια των άρθρων 339 και 432 του ίδιου Κώδικα, είτε παραλείποντας την ανάγνωση κρισίμων περικοπών ή φράσεων αυτού, αποδίδει σ` αυτό περιστατικά προδήλως διαφορετικά από εκείνα που πράγματι περιέχει και ακολούθως, με βάση μόνο αυτό ή κυρίως αυτό, καταλήγει σε αποδεικτικό πόρισμα επιζήμιο για τον αναιρεσείοντα για πράγματα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, δηλαδή στο διατακτικό της αποφάσεώς του.

Αντίθετα, δεν υπάρχει παραμόρφωση εγγράφου, όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν υποπίπτει σε διαγνωστικό σφάλμα ως προς το περιεχόμενο του εγγράφου και, αξιολογώντας τα περιστατικά που πράγματι περιέχονται σ` αυτό, συνάγει αποδεικτικό πόρισμα διαφορετικό από εκείνο που θεωρεί ο αναιρεσείων ορθό, οπότε πρόκειται για εκτίμηση αποδείξεων που δεν ελέγχονται αναιρετικά.

Επίσης δεν θεμελιώνεται ο προαναφερόμενος λόγος αναιρέσεως, όταν το δικαστήριο της ουσίας στήριξε το αποδεικτικό πόρισμά του σε συνεκτίμηση και άλλων αποδεικτικών μέσων, χωρίς να εξαίρει τη βαρύτητα του σχετικού εγγράφου στη διαμόρφωση της γνώμης του ως προς την ύπαρξη ή μη του αποδεικτέου γεγονότος (Ολ.ΑΠ 2/ 2008, ΑΠ 49/2015, ΑΠ 861/2014, ΑΠ 1047/2014).

Στην προκειμένη περίπτωση με τον έβδομο λόγο της αναιρέσεως προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από τον αριθμό 20 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δικ. αναιρετική πλημμέλεια γιατί το Εφετείο παραμόρφωσε το περιεχόμενο: α) της από 18.10.2011 εκθέσεως αυτοψίας τροχαίου ατυχήματος και β) του υπό την ιδία ημερομηνία συνοδεύοντος αυτήν προχείρου σχεδιαγράμματος, που συντάχθηκαν από τους αστυνομικούς υπαλλήλους του Τμήματος Τροχαίας Έδεσσας, που περιέχουν στοιχεία του ατυχήματος και περιγραφή των συνθηκών, κάτω από τις οποίες αυτό έγινε, με το να δεχθεί ότι το με αριθμό κυκλοφορίας ...

ΙΧΕ αυτοκίνητο, που οδηγούσε ο Σ. Σ., αμέσως μετά την σύγκρουση "ακινητοποιήθηκε στο μέσον περίπου του οδοστρώματος της πορείας του (σε παράλληλη, σχεδόν, με την διαχωριστική γραμμή θέση), με μέτωπο, όμως, προς την Θεσσαλονίκη (έχοντας γυρίσει ολικά, σχεδόν ανάποδα)", σε πλήρη αντίθεση με όσα απεικονίζονται στο ως άνω σχεδιάγραμμα σχετικώς με την θέση του προαναφερθέντος αυτοκινήτου, από το οποίο προκύπτει ότι "το αυτοκίνητο που οδηγούσε ο Σ.

Σ., ακινητοποιήθηκε κάθετα ως προς την διαχωριστική γραμμή του οδοστρώματος (και όχι παράλληλα), στην άκρη του οδοστρώματος της πορείας του (και όχι στο μέσον του οδοστρώματος), δεν είχε μέτωπο προς την Θεσσαλονίκη και δεν είχε γυρίσει ολικά, σχεδόν ανάποδα, σημειουμένης της τελικής θέσεώς του υπό την ένδειξη ΤΒ".

Έτσι διατυπούμενος ο λόγος αυτός αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος, καθ’ όσον δεν αποδίδεται στο Εφετείο διαγνωστικό σφάλμα ως προς το αληθινό περιεχόμενο των ως άνω εγγράφων (εκθέσεως αυτοψίας και σχεδιαγράμματος της Τροχαίας), αλλά σφάλμα ως προς την εκτίμηση και την ερμηνεία του περιεχομένου τους, διαφορετική από εκείνη που θεωρεί ορθή η αναιρεσείουσα, πέραν βεβαίως της ουσιαστικής αβασιμότητας του εν λόγω ισχυρισμού, σύμφωνα με όσα έχουν εκτεθεί κατά την διερεύνηση του τρίτου λόγου αναιρέσεως.

Επιπλέον, όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφαση, το δικαστήριο της ουσίας για να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα συνεκτίμησε τα εν λόγω έγγραφα μαζί με τις υπόλοιπες αποδείξεις που προσκόμισαν οι διάδικοι, χωρίς περαιτέρω να εξαίρει την βαρύτητα των σχετικών εγγράφων στην διαμόρφωση της κρίσεώς του, σχετικώς με τις συνθήκες του ατυχήματος και χωρίς να στηρίξει την κρίση του μόνο σ’ αυτά ή κυρίως σ’ αυτά.

Επειδή, σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 11 περ. α’ του Κ.Πολ.Δικ. αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που ο νόμος δεν επιτρέπει. Για να είναι δε ορισμένος ο λόγος αυτός αναιρέσεως πρέπει να προσδιορίζεται στο αναιρετήριο το αποδεικτικό αυτό μέσο, που παρανόμως λήφθηκε υπόψη και ο λόγος για τον οποίο δεν έπρεπε να ληφθεί, ο ισχυρισμός προς απόδειξη του οποίου έχει ληφθεί υπόψη το αποδεικτικό μέσο που δεν επιτρέπει ο νόμος (ΑΠ 702/ 2008, ΑΠ 2112/2007, ΑΠ 1588/2007), να προβάλλεται δε ισχυρισμός ότι το απαράδεκτο αυτό προτάθηκε από τον αναιρεσείοντα στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν συντρέχει κάποια από τις αναφερόμενες στο άρθρο 562 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δικ.

εξαιρετικές περιπτώσεις (ΑΠ 394/2012). Εξ άλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 62, 64 παρ. 1, 339, 409 παρ. 1 και 2, 410 και 415 έως 420 του Κ.Πολ.Δικ προκύπτει, ότι δεν μπορεί να είναι μάρτυρας ο διάδικος, αφού δεν είναι τρίτος και δεν μπορεί γι’ αυτό να έχει (καταρχήν τουλάχιστον) την αντικειμενικότητα του τρίτου. Τούτο συνάγεται ιδίως από την διάταξη του ως άνω άρθρου 415 του Κ.Πολ.Δικ, που προβλέπει ως αποδεικτικό μέσο την εξέταση των διαδίκων ή των νομίμων εκπροσώπων των νομικών προσώπων ή των μελών της διοικήσεώς τους.

Η εξέταση όμως αυτή δεν αποτελεί μαρτυρία, αλλά ιδιαίτερο αποδεικτικό μέσο. Υπό την αντίθετη εκδοχή, θα ήταν δυνατό να εξετάζεται το ίδιο πρόσωπο ως μάρτυρας και στη συνέχεια ως διάδικος ή ως εκπρόσωπος ή ως μέλος της διοικήσεως διαδίκου - λύση προδήλως άτοπη (ΑΠ 745/2007). Τα ανωτέρω ισχύουν, για την ταυτότητα του λόγου, και επί ενόρκων βεβαιώσεων ενώπιον Ειρηνοδίκη ή Συμβολαιογράφου κατά το άρθρο 671 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δικ., με τις οποίες ο τρίτος που βεβαιώνει ενόρκως, καταθέτει τα περιστατικά που γνωρίζει για το αντικείμενο της αποδείξεως.

Άρα, ένορκη βεβαίωση ενώπιον ειρηνοδίκη ή συμβολαιογράφου του ίδιου του διαδίκου ή του νομίμου εκπροσώπου ή μέλους της διοικήσεως του διαδίκου νομικού προσώπου είναι ανυπόστατο αποδεικτικό μέσο. Περαιτέρω, κατά την διάταξη του άρθρου 671 παρ. 1 Κ.Πολ.Δικ. το δικαστήριο κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών λαμβάνει υπόψη και αποδεικτικά μέσα που δεν πληρούν τους όρους του νόμου.

Η απόκλιση όμως αυτή δεν παρέχει στο δικαστήριο την εξουσία να λαμβάνει υπόψη, κατά την εν λόγω διαδικασία, και ανυπόστατα αποδεικτικά μέσα. Επομένως, η από το δικαστήριο λήψη υπόψη αυτών θεμελιώνει τον από τον αριθμό 11 περ. α’ του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δικ. προβλεπόμενο αναιρετικό λόγο, εφόσον, όπως προεκτέθηκε, αναφέρεται στο αναιρετήριο, εκτός των άλλων, ο ισχυρισμός προς απόδειξη του οποίου έχει ληφθεί υπόψη το αποδεικτικό μέσο που δεν επιτρέπει ο νόμος.

Στην προκειμένη περίπτωση, με τον όγδοο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως, από τον αριθμό 11 περ. α’ του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δικ., αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η πλημμέλεια της λήψεως υπόψη αποδεικτικού μέσου που ο νόμος δεν επιτρέπει, ήτοι της ... 1.3.2013 ένορκης βεβαιώσεως που έδωσε η ίδια η όγδοη αναιρεσίβλητη Σ.

Π., ενώπιον της Συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Ουρανίας Ξυνού, την οποία προσκόμισε αυτή (όγδοη αναιρεσίβλητη) ενώπιον του Εφετείου, κατά την συζήτηση μετά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλομένη απόφαση και η οποία (ένορκη βεβαίωση) ήταν ανυπόστατο αποδεικτικό μέσο, ως δοθείσα από την ίδια την διάδικο. Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος προεχόντως ως απαράδεκτος, διότι δεν αναφέρεται στο αναιρετήριο ότι το ως άνω απαράδεκτο προτάθηκε ενώπιον του Εφετείου (άρθρο 562 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δικ.) από την αναιρεσείουσα και δεν συντρέχει περίπτωση εξαιρέσεως από το άρθρο 562 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δικ..

Σε κάθε περίπτωση ο λόγος αυτός είναι αόριστος, διότι δεν αναφέρεται ο ισχυρισμός προς απόδειξη του οποίου προσκομίστηκε το εν λόγω αποδεικτικό μέσο, πέραν βεβαίως της αβασιμότητάς του, εφόσον, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλομένης αποφάσεως αυτή δεν ελήφθη υπόψη. Ειδικότερα από την ρητή διαβεβαίωση της προσβαλλομένης αποφάσεως ότι, για να καταλήξει στο αποδεικτικό της πόρισμα, έλαβε υπόψη, τις υπ’ αριθμ.:

α) .../6.3.2013 και .../2013 ένορκες βεβαιώσεις των μαρτύρων Ι. Λ. και Π. Τ., αντίστοιχα, που δόθηκαν ενώπιον της Συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης, Ουρανίας Ξυνού και β) υπ’ αριθμ. .../2013 ένορκη βεβαίωση του μάρτυρος Π. Τ., που δόθηκε ενώπιον της Συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Μαρίας Μάρκου, μεταξύ των οποίων δεν περιλαμβάνεται η παραπάνω αναφερόμενη, προκύπτει ότι αυτή δεν ελήφθη υπόψη, ενώ η περαιτέρω διαλαμβανόμενη στην προσβαλλομένη απόφαση διαβεβαίωση ότι ελήφθησαν υπόψη και "όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα που προσκομίζουν και επικαλούνται νομότυπα οι διάδικοι, με τις ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου προτάσεις τους, είτε για άμεση απόδειξη είτε για την συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, για μερικά από τα οποία (έγγραφα) γίνεται ειδική αναφορά πιο κάτω, χωρίς όμως να έχει παραλειφθεί κανένα για την ουσιαστική διάγνωση της παρούσας διαφοράς, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνονται και τα έγγραφα της σχηματισθείσας για το ποινικό σκέλος της ίδιας υπόθεσης συναφούς ποινικής δικογραφίας....." αφορά στα λοιπά αποδεικτικά μέσα που προσκόμισαν νομίμως μετ’ επικλήσεως οι διάδικοι, στα οποία όμως δεν περιλαμβάνεται η εν λόγω ένορκη βεβαίωση.

Κατά την διάταξη του άρθρο 559 αριθμ. 9 του Κ.Πολ.Δικ., επιτρέπεται αναίρεση όταν το δικαστήριο επιδίκασε κάτι που δεν ζητήθηκε ή επιδίκασε περισσότερα από όσα ζητήθηκαν. Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, το δικαστήριο θεωρείται ότι επιδικάζει περισσότερα από όσα ζητήθηκαν και όταν, παρά τον γενόμενο μερικό περιορισμό του καταψηφιστικού αιτήματος της αγωγής σε αναγνωριστικό, δέχεται εν όλω ή εν μέρει αυτήν (αγωγή) σαν να ήταν στο σύνολό της καταψηφιστική (ΑΠ 708/2008).

Στην προκειμένη περίπτωση, από την επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων, προκύπτει ότι οι ενάγοντες της από 24.4.2012 και με αριθμό εκθέσεως καταθέσεως δικογράφου .../2012 αγωγής Γ. Ρ., Ε. συζ. Γ. Ρ., Α. Ρ. συζ. Ι. Σ. και Α. χήρα Χ. Ρ., ζήτησαν να υποχρεωθούν οι δι’ αυτής εναγόμενοι, καθένας εις ολόκληρον, να καταβάλουν στον μεν πρώτο από αυτούς το ποσό των 3.388 ευρώ ως αποζημίωση και το ποσό των 150.000 ευρώ, ως χρηματική του ικανοποίηση, λόγω ψυχικής οδύνης και στους δεύτερη, τρίτη και τέταρτη τούτων τα ποσά των 150.000, 100.000 και 80.000 ευρώ, αντίστοιχα, ως χρηματική τους ικανοποίηση, λόγω ψυχικής οδύνης.

Με δήλωση του πληρεξουσίου τους δικηγόρου, που καταχωρήθηκε στα ταυτάριθμα με την εκδοθείσα επ’ αυτής (ως άνω αγωγής) υπ’ αριθμ. 16586/2014 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, περιόρισαν παραδεκτώς καθένα από τα ως άνω αγωγικά κονδύλια, κατά το ήμισυ αυτών από καταψηφιστικά σε αναγνωριστικά.

Το Εφετείο, μετά την εξαφάνιση της εκκαλουμένης αποφάσεως, την διακράτηση της υποθέσεως και την εκδίκαση αυτής κατ’ ουσίαν, δέχθηκε εν μέρει την αγωγή ως και κατ’ ουσίαν βάσιμη και έκρινε ότι η χρηματική ικανοποίηση που δικαιούται έκαστος των ως άνω εναγόντων, λόγω ψυχικής οδύνης, ανέρχεται στο ποσό των 60.000 ευρώ για καθένα από τους πρώτο και δεύτερη, στο ποσό των 40.000 ευρώ για την τρίτη και στο ποσό των 21.000 ευρώ για την τέταρτη.

Ακόμη δέχθηκε ότι ο πρώτος ενάγων δαπάνησε για την τελετή της κηδείας και τον ενταφιασμό της θυγατέρας του, καθώς επίσης και για την τέλεση του τεσσαρακονθημέρου μνημοσύνου της, το συνολικό ποσό των 3.388 ευρώ και μετά την αφαίρεση του ποσού που αντιστοιχεί στο ποσοστό συντρέχοντος πταίσματος της θανατωθείσας, από την παράλειψή της να έχει προσδεμένη τη ζώνη ασφαλείας και από την προπεριγραφείσα συμπεριφορά της, έκρινε ότι έπρεπε να επιδικαστεί σ’ αυτόν για την αιτία αυτή το ποσό των 2.032,80 ευρώ.

Ακολούθως υποχρέωσε τους διά της αγωγής αυτής πέμπτο και έκτη εναγομένους, Ν. Σ. και ασφαλιστική εταιρία, με την επωνυμία "... Α.Ε.Α.Ε.", ήδη αναιρεσείουσα, να καταβάλουν, καθένας εις ολόκληρον, "στην ενάγουσα Ε. χήρα Γ. Ρ. το συνολικό ποσό των 77.258,20 ευρώ, ήτοι 60.000 ευρώ, για την ψυχική οδύνη της ατομικά, 15.000 ευρώ, από την ψυχική οδύνη του ήδη αποβιώσαντος αρχικού πρώτου ενάγοντος - συζύγου της, Γ.

Ρ., κατά την εξ αδιαθέτου κληρονομική της μερίδα (60.000 ευρώ Χ1/4) + 1.750 ευρώ, από την ψυχική οδύνη της ήδη αποβιώσασας (αρχικής τέταρτης ενάγουσας, γιαγιάς του θύματος), Α. χήρας Χ. Ρ., κατά την εξ αδιαθέτου κληρονομική της μερίδα στο κληρονομικό μερίδιο του τέκνου και κληρονόμου της τελευταίας, πού απεβίωσε αμέσως μετά απ’ αυτήν, Γ.

Ρ. (21.000 ευρώ χ 1/3 = 7.000 ευρώ χ 1/4 = 1.750 ευρώ) και 508,20 ευρώ, από τη δαπάνη στην οποία υποβλήθηκε ο ήδη αποβιώσας πρώτος ενάγων, Γ. Ρ., για την κηδεία, τον ενταφιασμό και το μνημόσυνο του θύματος, κατά την εξ αδιαθέτου κληρονομική της μερίδα στην κληρονομιά αυτού (2032,80 ευρώ χ 1/4), αντίστοιχα, β) στην ενάγουσα, Α. Ρ. συζ.

Ι. Σ. το συνολικό ποσό των 91,774,60 ευρώ, ήτοι, 40.000 ευρώ, για την ψυχική οδύνη της, ατομικά, 45.000 ευρώ, από την ψυχική οδύνη του ήδη αποβιώσαντος πρώτου ενάγοντος - πατρός της Γ. Ρ., κατά την εξ αδιαθέτου κληρονομική της μερίδα (60.000 ευρώ χ 3/4) και 5.250 ευρώ από την ψυχική οδύνη της ήδη αποβιώσασας (αρχικής τέταρτης ενάγουσας, γιαγιάς του θύματος), Α.

χήρας Χ. Ρ., κατά την εξ αδιαθέτου κληρονομική της μερίδα στο κληρονομικό μερίδιο του τέκνου και κληρονόμου της, μεταποβιώσαντος, Γ. Ρ. (21.000 ευρώ χ 1/3 = 7.000 ευρώ χ 3/4) και 1.524,60 ευρώ από την δαπάνη στην οποία υποβλήθηκε ο ήδη αποβιώσας πρώτος ενάγων, Γ. Ρ. για την κηδεία, τον ενταφιασμό και το μνημόσυνο του θύματος, κατά την εξ αδιαθέτου κληρονομική της μερίδα στην κληρονομιά του (2.032,80 ευρώ χ 3/4), αντίστοιχα και γ) στους Ε.

Ρ. του Χ. και Ζ. συζ. Δ. Χ., το γένος Χ. Ρ., το ποσό των 7.000 ευρώ, στον καθένα τους, αντίστοιχα, από την ψυχική οδύνη της ήδη αποβιώσασας τέταρτης ενάγουσας, Α. χήρας Χ. Ρ., κατά την εξ αδιαθέτου κληρονομική μερίδα εκάστου στην κληρονομιά της (ήτοι 21.000 ευρώ χ 1/3)" (βλ. 51, 53, 54 και 55 της προσβαλλομένης αποφάσεως). Έτσι, το Εφετείο δεν επιδίκασε περισσότερα από όσα ζητήθηκαν, αφού οι επιδικασθείσες αξιώσεις για τον κάθε ενάγοντα ατομικά δεν είναι μεγαλύτερες του ημίσεως του αιτηθέντος από καθένα από αυτούς κονδυλίου (χρηματικής ικανοποιήσεως, λόγω ψυχικής οδύνης για όλους και επιπλέον αποζημιώσεως για τον πρώτο αρχικώς ενάγοντα).

Συνεπώς, ο ένατος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθμό 9 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δικ., είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί.

Από την διάταξη του άρθρου 932 του Α.Κ., που ορίζει ότι "Σε περίπτωση αδικοπραξίας, ανεξάρτητα από την αποζημίωση για την περιουσιακή ζημία, το δικαστήριο μπορεί να επιδικάσει εύλογη κατά την κρίση του χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης. Αυτό ισχύει ιδίως για εκείνον που έπαθε προσβολή της υγείας, της τιμής ή της αγνείας του ή στερήθηκε την ελευθερία του.

Σε περίπτωση θανάτωσης προσώπου η χρηματική αυτή ικανοποίηση μπορεί να επιδικαστεί στην οικογένεια του θύματος λόγω ψυχικής οδύνης", προκύπτει ότι παρέχεται με αυτήν δυνητική ευχέρεια στο δικαστήριο να επιδικάσει χρηματική ικανοποίηση και να καθορίσει το εύλογο χρηματικό ποσό, αφού εκτιμήσει τα υπόψη του τιθέμενα πραγματικά περιστατικά (είδος της προσβολής, έκταση της βλάβης, συνθήκες τελέσεως της αδικοπραξίας, βαρύτητα του πταίσματος του υποχρέου, τυχόν συντρέχον πταίσμα του δικαιούχου, οικονομική και κοινωνική κατάσταση των μερών) με βάση τους κανόνες της κοινής πείρας και λογικής.

Περαιτέρω, κατά την διάταξη του άρθρου 300 ΑΚ, αν εκείνος που ζημιώθηκε συνετέλεσε από δικό του πταίσμα στην ζημία ή την έκτασή της, το δικαστήριο μπορεί να μην επιδικάσει αποζημίωση ή να μειώσει το ποσό της". Από την διάταξη αυτή προκύπτει ότι για να μην επιδικασθεί από το δικαστήριο χρηματική ικανοποίηση στον παθόντα ή για να μειωθεί το ποσό της απαιτείται συντρέχον πταίσμα του και αιτιώδης συνάφεια μεταξύ του πταίσματος (υπαίτιας πράξεως ή παραλείψεως) και του επελθόντος αποτελέσματος.

Αν δεν υπάρχει ο απαιτούμενος αυτός αιτιώδης σύνδεσμος διατηρείται πλήρης η αξίωση αποζημιώσεως ή χρηματικής ικανοποιήσεως, λόγω ηθικής βλάβης ή ψυχικής οδύνης (πρβλ. ΑΠ 1000/2013). Τέλος, σε περίπτωση παραδοχής συντρέχοντος (οικείου) πταίσματος του παθόντος, το οποίο πρέπει, κατά τα προεκτεθέντα, να λαμβάνεται υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας (μαζί με άλλα στοιχεία) για τον προσδιορισμό του ύψους της "εύλογης" χρηματικής ικανοποιήσεως (ΑΠ 81/2013), η μεν κρίση του δικαστηρίου της ουσίας για την συνδρομή ή μη πταίσματος του παθόντος, η οποία είναι κρίση σχετική με νομική έννοια, υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο, κατά τις διατάξεις των αριθμ. 1 και 19 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δικ, η κρίση, όμως, για τον καθορισμό του ποσοστού συνυπαιτιότητας δεν υπόκειται στον έλεγχο αυτόν, διότι αφορά την εκτίμηση πραγμάτων (ΑΠ 757/2015, ΑΠ 1361/2013).

Στην συγκεκριμένη περίπτωση προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλομένης αποφάσεως (άρθρο 562 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δικ.) ότι αυτή δέχθηκε, μεταξύ άλλων, ως προς το κρίσιμο, εν προκειμένω, για την έρευνα του δεκάτου αναιρετικού λόγου ζήτημα, και τα ακόλουθα: ".....αποδείχθηκε ότι η ανωτέρω θανούσα συνεπιβάτης του ζημιογόνου οχήματος, Μ.

Ρ., κατά το χρόνο του ατυχήματος, από προφανή αμέλεια της, δεν ήταν προσδεμένη, με την αντίστοιχη, στο κάθισμα που επέβαινε, ζώνη ασφαλείας, η οποία θα την είχε συγκρατήσει στη θέση της στο αυτοκίνητο, αποτρέποντας, τουλάχιστον, την πρόκληση του θανάσιμου τραυματισμού της. Η συγκεκριμένη παράλειψή της (λαμβανομένης υπόψη της σφοδρότητας της σύγκρουσης και της πλήρους παραμόρφωσης του εμπρόσθιου τμήματος του οχήματος στο οποίο επέβαινε), συνετέλεσε αιτιωδώς, κατά ποσοστό 20%, στη βαρύτητα του ως άνω τραυματισμού της και στο επελθόν εξ αυτού αποτέλεσμα του θανάτου της, καθόσον, εάν ήταν προσδεμένη με τη ζώνη ασφαλείας του καθίσματός της, όπως ήταν υποχρεωμένη (άρθρα 12 παρ. 5 του ΚΟΚ, σε συνδυασμό με άρθρο 81 αριθμό 17 του ίδιου κώδικα), ναι μεν, λόγω της σφοδρότητας της σύγκρουσης και της μεγάλου εύρους περιστροφικής κίνησης του επιδίκου οχήματος, δεν θα είχε αποφευχθεί ο τραυματισμός της, τουλάχιστον όμως, θα είχε περιοριστεί η έκταση και η βαρύτητά του, αφού συγκρατούμενη στη θέση της (όπως συνέβη με τους δυο επιβάτες του ετέρου εμπλεκομένου οχήματος), δεν θα είχε υποστεί τόσο σοβαρές και εκτεταμένες σωματικές βλάβες, όπως τις συγκεκριμένες βαριές εγκεφαλικές, θωρακικές και κοιλιακές κακώσεις που υπέστη.

Κατά συνέπεια, ενόψει των παραπάνω, ο προβληθείς, παραδεκτά, πρωτοδίκως, ορισμένος και νόμιμος (άρθρο 300 ΑΚ, σε συνδυασμό με άρθρο 262 παρ. 1 ΚΠολΔ), αυτοτελής ισχυρισμός των εναγομένων της υπ’ αριθμ. .../2012 αγωγής, που επαναφέρουν, παραδεκτά, στην παρούσα δίκη, περί συντρέχοντος πταίσματος της ως άνω θανούσας, εξαιτίας της συγκεκριμένης παράλειψής της, στην έκταση και στη βαρύτητα του τραυματισμού της, από τον οποίο επήλθε ο θάνατός της, πρέπει να γίνει μερικά δεκτός...

Ακόμη, αποδείχθηκε ότι η Μ. Ρ., κατά το χρόνο του ατυχήματος, δεν κατέβαλε την επιμέλεια και σύνεση που με αντικειμενική κρίση μπορούσε και έπρεπε να καταβάλει, με τις ίδιες περιστάσεις, ο μέσος συνετός επιβάτης και μάλιστα συνοδηγός επιβατικού αυτοκινήτου, με βάση τους νομικούς κανόνες, τις διδαχές της κοινής πείρας και λογικής και τις κατά τα άνω επικρατούσες οδικές και κυκλοφοριακές συνθήκες, καθόσον η προπεριγραφείσα συμπεριφορά της (ήτοι το να επιδίδεται σε ερωτικές εν γένει πράξεις με τον οδηγό του αυτοκινήτου που επέβαινε, ενώ αυτός οδηγούσε μέσα στη νύχτα), υπό τις ανωτέρω περιστάσεις, μπορούσε να εκθέσει σε κίνδυνο την ίδια, τον οδηγό - σύντροφό της, αλλά και τους επιβάτες των λοιπών οχημάτων που διέρχονταν ανυποψίαστοι από την ίδια οδό (όπως και πράγματι συνέβη), αυτοδιακινδυνεύοντας, κατ’ αυτόν τον τρόπο, τη ζωή και τη σωματική της ακεραιότητα, δοθέντος ότι με την εν λόγω συμπεριφορά της συνέτεινε στην απόσπαση της προσοχής του οδηγού, ήτοι, στη μη καταβολή της προσήκουσας (και διαρκώς τεταμένης) προσοχής του στην οδήγηση και στον έλεγχο του οχήματός του, εξ αιτίας της οποίας (έλλειψης προσοχής) προκλήθηκε η ένδικη σύγκρουση (άρθρο 330 παρ. 2 ΑΚ, σε συνδυασμό με άρθρο 12 παρ. 1 περιπτ.

α’ του ΚΟΚ). Επομένως, ενόψει των παραπάνω, η Μ. Ρ., συνετέλεσε και για τον ανωτέρω επιπρόσθετο λόγο, στην επέλευση του θανάσιμου τραυματισμού της και κατά το (επιπλέον) ποσοστό των 20% (και συνολικά και από τις δύο αιτίες κατά ποσοστό 40%), κατά μερική παραδοχή του συναφούς, προβληθέντος παραδεκτά στην προκειμένη δίκη, ορισμένου και νόμιμου αυτοτελούς ισχυρισμού των εναγομένων - εφεσιβλήτων (άρθρο 300 ΑΚ, σε συνδυασμό με άρθρο 262 παρ. 1 και 527 περιπτ. 1 του ΚΠολΔ, όπως οι τελευταίοι παραδεκτά συμπλήρωσαν και βελτίωσαν το περιεχόμενό του στην παρούσα δίκη, με την ιδιότητα των εφεσιβλήτων - εναγομένων, ως υπεράσπιση κατά της έφεσης των οικείων της Μ.

Ρ.". Με τον δέκατο λόγο της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως η αναιρεσείουσα αιτιάται την προσβαλλομένη απόφαση για πλημμέλεια από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δικ., ισχυ...μενη, κατ’ εκτίμηση, ότι με ασαφείς και αντιφατικές αιτιολογίες οδηγήθηκε στο συμπέρασμα ότι η θανούσα Μ. Ρ. συνετέλεσε μόνο κατά ποσοστό 40% στον θανάσιμο τραυματισμό της (20% λόγω μη χρήσεως της ζώνης ασφαλείας και 20% λόγω της ανωτέρω συμπεριφοράς της) αντί να δεχθεί ότι αυτή υπήρξε αποκλειστικά υπαίτια για την πρόκληση του τραυματισμού της, άλλως και όλως επικουρικώς συνυπαίτια κατά ποσοστό 90% τουλάχιστον, και ότι κρίνοντας με τον τρόπο αυτό, λαμβάνοντας, δηλαδή, υπόψη, εκτός των άλλων στοιχείων, το ως άνω ποσοστό συντρέχοντος πταίσματος (40%) της ως άνω θανασίμως τραυματισθείσας, αντί των μεγαλυτέρων ως άνω ποσοστών, όπως έπρεπε, επεδίκασε στους οικείους της, ως χρηματική τους ικανοποίηση, λόγω ψυχικής οδύνης, ακόλουθα τα ποσά:

των 77.258,20 ευρώ για την Ε. Ρ., των 91.774,60 ευρώ για την Α. Ρ., το ποσό των 7.000 ευρώ για τον Ε. Ρ. και το ποσό των 7.000 ευρώ για την Ζ. Χ., ήτοι ποσά μεγαλύτερα των επιδικαζομένων σε ανάλογες περιπτώσεις, υπερβαίνοντας έτσι τα ακραία όρια της διακριτικής του ευχέρειας. Υπό το περιεχόμενο αυτό ο δέκατος λόγος της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως ως προς την αιτίαση από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δικ. (καθορισμός ποσοστού συνυπαιτιότητας) είναι, σύμφωνα με όσα προαναφέρθηκαν, απαράδεκτος και απορριπτέος, αφού η σχετική κρίση του Εφετείου είναι ασφαλώς κρίση περί τα πράγματα και συνεπώς αναιρετικά ανέλεγκτη και ως προς την αιτίαση από τον αριθμό 19 του ως άνω άρθρου είναι αβάσιμος και απορριπτέος, καθ’ όσον η προσβαλλομένη απόφαση διαλαμβάνει πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, οι οποίες επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθή εφαρμογή των ουσιαστικού δικαίου διατάξεων των άρθρων 300, 914 και 932 του Α.Κ., που εφαρμόστηκαν, τις οποίες δεν παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή.

Τούτο δε, ανεξαρτήτως της ουσιαστικής αβασιμότητας του ως άνω ισχυρισμού ως προς το ύψος της επιδικασθείσας στους οικείους της θανούσας Μ. Ρ. χρηματικής ικανοποιήσεως, λόγω ψυχικής οδύνης, αφού, όπως έχει εκτεθεί ήδη παραπάνω, με την προσβαλλομένη απόφαση δεν επιδικάστηκαν στους οικείους της θανούσης, για την προεκτεθείσα αιτία, τα παραπάνω αναφερόμενα ποσά, αλλά διαφορετικά και δη μικρότερα τούτων, διαμορφώθηκαν δε αυτά στο ως άνω ύψος, μετά την πρόσθεση στο δικαιούμενο από κάθε επιζώντα οικείο της θανατωθείσας ποσό και του ποσού της κληρονομικής μερίδας του από την κληρονομία των αποβιωσάντων μετά την άσκηση της ένδικης αγωγής συγγενών της θανατωθείσας, όπως τούτο αναλυτικά αναφέρεται κατά την διερεύνηση του ενάτου αναιρετικού λόγου.

Κατά την διάταξη του άρθρου 559 αριθμός 13 αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο εσφαλμένα εφάρμοσε τους ορισμούς του νόμου ως προς το βάρος της αποδείξεως. Εξ άλλου, κατά την διάταξη του άρθρου 338 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δικ. κάθε διάδικος οφείλει να αποδείξει τα πραγματικά γεγονότα που είναι αναγκαία για να υποστηρίξει την αυτοτελή αίτηση ή ανταίτησή του.

Με την διάταξη αυτή επιβάλλεται στους διαδίκους το δικανικό βάρος αποδείξεως των πραγματικών γεγονότων, τα οποία ο εφαρμοστέος κανένα δικαίου προϋποθέτει γενικά και αφηρημένα για να ισχύει η έννομη συνέπεια, της οποίας διώκεται η δικαστική διάγνωση. Το βάρος αποδείξεως διακρίνεται σε υποκειμενικό και αντικειμενικό.

Το υποκειμενικό προσδιορίζει τον διάδικο, στον οποίο το δικαστήριο πρέπει να επιβάλλει με απόφασή του την ευθύνη προσκομιδής του αποδεικτικού υλικού προς βεβαίωση στον απαιτούμενο βαθμό της πλήρους δικανικής πεποιθήσεως των θεμελιωτικών της αξιώσεώς του πραγματικών γεγονότων. Το πεδίο εφαρμογής του υποκειμενικού βάρους αποδείξεως έχει περιορισθεί σημαντικά μετά την κατάργηση της προδικαστικής αποφάσεως (άρθρο 14 Ι του ν. 2915/2001) και την εφαρμογή της διαδικασίας του άρθρου 270 του Κ.Πολ.Δικ.

σε όλες τις υποθέσεις, ενώ, σε κάθε περίπτωση, δεν τίθεται θέμα παραβιάσεως του υποκειμενικού βάρους αποδείξεως και ιδρύσεως του από το άρθρο 559 αριθμ. 13 του Κ.Πολ.Δικ. αναιρετικού λόγου στις ειδικές διαδικασίες και ειδικότερα στην διαδικασία των διαφορών για ζημίες από αυτοκίνητο και από την σύμβαση ασφαλίσεώς του, κατά την οποία το δικαστήριο της ουσίας, χωρίς να ορίζει ποίος από τους διαδίκους φέρει το βάρος αποδείξεως, εκτιμά ελεύθερα τα αποδεικτικά στοιχεία που επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι και κρίνει εάν αποδείχθηκαν ή όχι οι προβαλλόμενοι πραγματικοί ισχυρισμοί (ΑΠ 233/2011, ΑΠ 1113/2009, ΑΠ 344/2007).

Αντίθετα αντικειμενικό βάρος αποδείξεως είναι ο κίνδυνος που διατρέχει ο διάδικος στην περίπτωση αμφιβολίας του δικαστή ως προς την συνδρομή των θετικών προϋποθέσεων γενέσεως της επίδικης έννομης συνέπειας. Η εσφαλμένη κατανομή του αντικειμενικού βάρους αποδείξεως, με την έννοια εσφαλμένου προσδιορισμού του φέροντος τον κίνδυνο της αμφιβολίας του δικαστή ως προς την συνδρομή των θετικών προϋποθέσεων γενέσεως της επίδικης έννομης συνέπειας διαδίκου, στοιχειοθετεί τον προβλεπόμενο από το άρθρο 559 αρ. 13 του Κ.Πολ.Δικ.

λόγο αναιρέσεως. Ο λόγος όμως αυτός απορρίπτεται ως αβάσιμος, αν από την προσβαλλομένη απόφαση προκύπτει ότι ο προβληθείς ισχυρισμός του εναγομένου έγινε δεκτός, όχι εξαιτίας μη (αντ)αποδείξεως του αντίθετου (αρνητικού) ισχυρισμού του αναιρεσείοντος, αλλά επειδή θεωρήθηκαν επαρκείς οι προσκομισθείσες από τον αντίδικό του αποδείξεις (πρβλ.

ΑΠ 319/2009). Τέλος, το βάρος της ελλείψεως αιτιώδους συναφείας μεταξύ της οδηγήσεως υπό την επίδραση οινοπνεύματος και της προκλήσεως του ατυχήματος έχει, κατά τις γενικές αρχές (άρθρο 336 του Α.Κ.) ο εναγόμενος, ο οποίος πρέπει να επικαλεσθεί και να αποδείξει συγκεκριμένα περιστατικά, για να καταρρίψει το εις βάρος του τεκμήριο υπαιτιότητας (ΑΠ 1445/2013, ΑΠ 1068/2013, ΑΠ 1357/ 2008).

Επομένως, ο δωδέκατος λόγος αναιρέσεως, κατά το πρώτο μέρος του, από το άρθρο 559 αριθμός 13 του Κ.Πολ.Δικ., με τον οποίο, κατ’ εκτίμηση, προβάλλεται η αιτίαση ότι το δικάσαν Εφετείο παραβίασε τις διατάξεις περί κατανομής του (υποκειμενικού) βάρους αποδείξεως (338 Κ.Πολ.Δικ.), ως προς την απόδειξη της προβληθείσας από τους παρεμπιπτόντως εναγομένους ενστάσεως ελλείψεως αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της οδηγήσεως υπό μέθη και της προκλήσεως του ενδίκου ατυχήματος, είναι απαράδεκτος, διότι στην προκειμένη περίπτωση δεν εκδόθηκε απόφαση περί αποδείξεως, ώστε να τίθεται θέμα παραβιάσεως του υποκειμενικού βάρους αποδείξεως, δεδομένου ότι το δικαστήριο, δικάσαν, κατά την ειδική διαδικασία των διαφορών για ζημίες από αυτοκίνητο και από την σύμβαση ασφαλίσεως αυτού και εκτιμώντας ελεύθερα το σύνολο των αποδεικτικών στοιχείων, κατέληξε στην κρίση του ότι αποδείχθηκε ως και κατ’ ουσίαν βάσιμη η προβληθείσα από τους παρεμπιπτόντως εναγομένους ως άνω ένσταση.

Αλλά και υπό την εκδοχή ότι, κατ’ εκτίμηση των σχετικών με τον λόγο αυτό αιτιάσεων του αναιρετηρίου, αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η αιτίαση περί εσφαλμένης κατανομής του αντικειμενικού βάρους, ο λόγος αυτός, κατά το πρώτο μέρος του, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, διότι, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, στην ανωτέρω κρίση κατέληξε το Δικαστήριο, όχι εξαιτίας της μη (αντ)αποδείξεως του αντίθετου (αρνητικού) ισχυρισμού της αναιρεσείουσας, αλλά επειδή θεωρήθηκαν επαρκείς οι προσκομισθείσες από τους αντιδίκους της παρεμπιπτόντως εναγομένους και ήδη αναιρεσιβλήτους αποδείξεις.

Ο ίδιος λόγος, κατά το δεύτερο μέρος του, με τον οποίο προβάλλεται ότι το Εφετείο υπέπεσε στην πλημμέλεια της διατάξεως των αριθμού 10 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δικ., διότι δέχθηκε "πράγματα" που είχαν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και δη τα αναφερόμενα αμέσως παραπάνω, ως αληθινά χωρίς απόδειξη, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, γιατί όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφαση, το Εφετείο κατέληξε στο αποδεικτικό πόρισμά του από τα προαναφερόμενα προσκομισθέντα μετ’ επικλήσεως αποδεικτικά μέσα, που αναφέρονται στην απόφαση και δεν δέχθηκε τα πιο πάνω περιστατικά χωρίς απόδειξη.

Κατ’ ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως και να καταδικαστεί η αναιρεσείουσα, λόγω της ήττας της, στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των παρισταμένων, κατά ομάδας, με διαφορετικό πληρεξούσιο δικηγόρο, αναιρεσιβλήτων, οι οποίοι κατέθεσαν προτάσεις, κατά το νόμιμο αίτημα των τελευταίων (άρθρα 176, 180, 183, 189 παρ. 1 και 191 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δικ.), όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό. Τέλος, πρέπει να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος από την αναιρεσείουσα παραβόλου, λόγω της ήττας της, στο δημόσιο ταμείο (άρθρο 495 παρ. 4 εδ. ε’ του Κ.Πολ.Δικ., όπως ίσχυε και εφαρμόζεται στην παρούσα υπόθεση πριν αντικατασταθεί με το άρθρο τρίτο του άρθρου 1 του ν. 4335/2015, που ισχύει, κατ’ άρθρο 1 άρθρο ένατο παρ. 2 αυτού, για τα κατατιθέμενα από 1.1.2016, ένδικα μέσα).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 24.7.2015 και με αριθμό εκθέσεως καταθέσεως ...2015 αίτηση για αναίρεση της 1201/2015 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στην πληρωμή της δικαστικής δαπάνης εκάστης ομάδας των παρισταμένων αναιρεσιβλήτων, την οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ. Και

Διατάσσει την εισαγωγή του κατατεθέντος από την αναιρεσείουσα παραβόλου στο δημόσιο ταμείο.

ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 5 Μαΐου 2017.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 16 Μαΐου 2017.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ