Supreme Court dismisses appeal due to withdrawal and rejects distortion claim as inadmissible.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's request to annul the First Instance Court's decision. The appellant withdrew the appeal request, and the court rejected the remaining ground alleging distortion of a document because the referenced judgment was not a document subject to such distortion under the Code of Civil Procedure. Consequently, the appeal was declared inadmissible, and the appellant was ordered to pay the costs of the second respondent.
Legislator headnote
AI generatedArticles 294, 296, 297, 299 of the Code of Civil Procedure; Article 559(20) of the Code of Civil Procedure: Withdrawal of an appeal request terminates the proceedings, and a ground for annulment based on distortion of content is inadmissible if the cited document is not one subject to distortion under the Code.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 1332 / 2024 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1332/2024
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μυρσίνη Παπαχίου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Σωκράτη Πλαστήρα, Σταύρο Μάλαινο, Αντιγόνη Τζελέπη και Ερασμία Λιούλη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 2 Φεβρουαρίου 2024, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Α. Ν. του Π., κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε με την πληρεξούσια δικηγόρο του Θεοδώρα Πέτρουλα-Πέτρου, που δήλωσε στο ακροατήριο ότι ο αναιρεσείων παραιτείται από το δικόγραφο της από 8-9-2020 αιτήσεως για αναίρεση της 4792/2018 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, ως προς την 1η αναιρεσίβλητη Μ. Μ. του Β.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Μ. Μ. του Β., κατοίκου ..., η οποία δεν παραστάθηκε, ούτε εκπροσωπήθηκε στο ακροατήριο και 2) ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "...", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Παύλο Ανδροβιτσανέα με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 26-2-2010 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2871/2014 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 4792/2018 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 8-9-2020 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγητή τον Αρεοπαγίτη Σταύρο Μάλαινο, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκαν μόνο ο αναιρεσείων και η 2η των αναιρεσιβλήτων όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η πληρεξούσια του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης αναίρεσης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τις διατάξεις των άρθρων 294, 296, 297 και 299 του Κ.Πολ.Δ., που εφαρμόζονται, σύμφωνα με το άρθρο 573 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα και στη διαδικασία της δίκης για την αναίρεση, προκύπτει ότι η παραίτηση, ολική ή μερική, από το δικόγραφο της αιτήσεως αναιρέσεως, για την οποία αρκεί η ύπαρξη γενικής μόνο πληρεξουσιότητας στο πρόσωπο του δικηγόρου του παραιτούμενου διαδίκου (Α.Π. 570/2023, Α.Π. 1043/2021, Α.Π. 2/2017, Α.Π. 219/2012), μπορεί να γίνει ή με προφορική δήλωση, πριν αρχίσει η προφορική συζήτηση της υποθέσεως ή με δικόγραφο που επιδίδεται στον αντίδικο του παραιτουμένου και επιφέρει αντίστοιχη (αναλόγως του περιεχομένου και της εκτάσεώς της) κατάργηση της δίκης (Ολ.
Α.Π. 4/2012, Ολ. Α.Π. 20/1999, Α.Π. 570/2023, Α.Π. 1673/2022, Α.Π. 861/2022, Α.Π. 1358/2021, Α.Π. 1043/2021, Α.Π. 853/2020, Α.Π. 1014/2019). Ως δικόγραφο νοείται κάθε έγγραφο, που συντάσσεται από το διάδικο ή το δικαστικό πληρεξούσιό του, για την πιστοποίηση των διαδικαστικών πράξεων που ενεργούν ή από το Δικαστήριο και το οποίο έγγραφο, κατ' άρθρο 118 του Κ.Πολ.Δ., είτε υποβάλλεται στο Δικαστήριο, είτε επιδίδεται από τον ένα διάδικο στον άλλο.
Με βάση τα ανωτέρω, η παραίτηση από το δικόγραφο της αιτήσεως αναιρέσεως μπορεί να γίνει και με εξώδικη δήλωση, εφόσον φέρει τα στοιχεία του άρθρου 118 του Κ.Πολ.Δ. Για το κύρος δε της εν λόγω παραιτήσεως δεν είναι αναγκαία η κλήτευση του αναιρεσιβλήτου, αφού αυτός και αν τυχόν είχε κληθεί και παρίστατο, δεν θα μπορούσε να αντιταχθεί σ' αυτήν, εφόσον γίνεται πριν το Δικαστήριο προχωρήσει στην έρευνα των λόγων της αναιρέσεως (Ολ.
Α.Π. 744/1982, Α.Π. 570/2023, Α.Π. 1673/2022, Α.Π. 1358/2021, Α.Π. 853/2020). Η παραίτηση από το δικόγραφο της αιτήσεως αναιρέσεως έχει ως αποτέλεσμα ότι η αίτηση αναιρέσεως θεωρείται πως δεν ασκήθηκε και η δίκη καταργείται, χωρίς να είναι αναγκαία η έκδοση αποφάσεως, που να κηρύσσει την κατάργησή της. Δεν αποκλείεται, όμως και η έκδοση αποφάσεως του Δικαστηρίου, που να αναγνωρίζει το κύρος της παραιτήσεως και να κηρύσσει καταργημένη τη δίκη (Α.Π. 570/2023, Α.Π. 1673/2022, Α.Π. 853/2020).
Στην προκειμένη περίπτωση, ο αναιρεσείων με προφορική δήλωση της πληρεξουσίας δικηγόρου του Θεοδώρας Πέτρουλα - Πέτρου, η οποία καταχωρίσθηκε στα ταυτάριθμα με την παρούσα απόφαση πρακτικά δημοσίας συνεδριάσεως του Δικαστηρίου τούτου και έγινε πριν χωρήσει η προφορική συζήτηση της ουσίας της υποθέσεως, παραιτήθηκε από το δικόγραφο της υπό κρίση, από 8-9-2020 (αριθμ. εκθ. καταθ. 7191/843/28-9-2020), αιτήσεως για αναίρεση της υπ' αριθμ. 4792/2018 τελεσιδίκου αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, ως προς την απολειπόμενη πρώτη των αναιρεσιβλήτων Μ. Μ.. Μετά την παραπάνω παραίτηση, η οποία, έγινε πριν χωρήσει προφορική συζήτηση της ουσίας της υποθέσεως, σύμφωνα με τα προαναφερθέντα, η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως θεωρείται πως δεν ασκήθηκε ως προς την πρώτη των αναιρεσιβλήτων και, κατόπιν τούτου, ανεξαρτήτως από το αν υπάρχει ή μη συναίνεση της τελευταίας στην εν λόγω παραίτηση, πρέπει να κηρυχθεί καταργημένη η δίκη ως προς αυτήν.
Η κρινόμενη, αίτηση αναιρέσεως κατά της ως άνω (υπ' αριθμ. 4792/2018) τελεσιδίκου αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, η οποία εκδόθηκε κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών διαφορών (άρθρο 614 παρ. 6 του Κ.Πολ.Δ.), ασκήθηκε νομοτύπως και εμπροθέσμως (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 και 566 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ.), εντός της διετούς προθεσμίας από τη δημοσίευσή της, στις 26-9-2018, σύμφωνα με το άρθρο 564 παρ. 3 του Κ.Πολ.Δ. (όπως ισχύει για τα ένδικα μέσα, που ασκούνται μετά την 1-1-2016, σύμφωνα με το άρθρο 1 άρθρο ένατο παρ. 2 του Ν. 4.335/2015).
Συνεπώς, είναι παραδεκτή και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 1 και 3 του Κ.Πολ.Δ.).
Από την παραδεκτή επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης (άρθρ. 561 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.) προκύπτει ότι η προσβαλλόμενη, απόφαση είναι αποτέλεσμα της ακόλουθης δικαστικής διαδρομής: Με την από 26-2-2010 αγωγή του, ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, ο ενάγων και ήδη αναιρεσείων ισχυρίσθηκε ότι, κατά τον αναφερόμενο τόπο και χρόνο, η πρώτη εναγομένη και ήδη πρώτη αναιρεσίβλητη Μ.
Μ., οδηγώντας το υπ' αριθμ. κυκλοφορίας ... Ι.Χ.Ε. αυτοκίνητό της, το οποίο ήταν ασφαλισμένο για την έναντι τρίτων αστική ευθύνη στη δεύτερη εναγόμενη και ήδη δεύτερη αναιρεσίβλητη ασφαλιστική εταιρεία, με την επωνυμία "...", προκάλεσε, από υπαιτιότητά της, τροχαίο ατύχημα, υπό τις συνθήκες που περιγράφονται στην αγωγή, το οποίο είχε ως συνέπεια τον σοβαρό τραυματισμό του, γεγονός που έχει ήδη κριθεί με τις αναφερόμενες τελεσίδικες δικαστικές αποφάσεις, ύστερα από την άσκηση εκ μέρους του προγενέστερων αγωγών κατά των ήδη εναγομένων.
Ότι εξαιτίας του ατυχήματος και μετά την έκδοση των προαναφερομένων αποφάσεων, υπέστη τις αναλυτικώς περιγραφόμενες περαιτέρω ζημίες, από την απώλεια εισοδημάτων λόγω της κατάστασης της υγείας. Ζήτησε δε, ύστερα από νόμιμο περιορισμό του αιτήματος της αγωγής και μερική παραίτηση από το καταψηφιστικό αίτημα αυτής, να υποχρεωθούν οι εναγόμενες, η δεύτερη εξ αυτών επικουρικώς και με βάση τις διατάξεις περί σωρευτικής αναδοχής χρέους, ενόψει του ότι μετά το ατύχημα η πρώτη επέδειξε και κατέθεσε στην αρμόδια Αστυνομική Αρχή βεβαίωση ασφαλίσεως, με την οποία αυτή αναδέχθηκε την αστική ευθύνη για τις ζημίες του ζημιογόνου αυτοκινήτου, να του καταβάλουν, ως αποζημίωση ευθυνόμενες εις ολόκληρον, το συνολικό ποσό των 15.494,52 ευρώ και να αναγνωρισθεί ότι έχουν υποχρέωση να του καταβάλουν (ως αποζημίωσή) εις ολόκληρον εκάστη, το συνολικό ποσό των 38.005,95 ευρώ, όπως τα επιμέρους κονδύλια αναλυτικώς εξειδικεύονται στην αγωγή, κατά τα ειδικότερα εκτιθέμενα:
Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, με την υπ' αριθμ. 2871/2014 οριστική απόφασή του, έκρινε, κατά παραδοχή παραδεκτώς προταθείσας ενστάσεως, ότι οι ένδικες αξιώσεις έχουν υποπέσει σε παραγραφή και απέρριψε την αγωγή, ως αβάσιμη κατ' ουσίαν. Κατά της αποφάσεως αυτής ο αναιρεσείων άσκησε έφεση. Επ' αυτής εκδόθηκε η προσβαλλόμενη, υπ' αριθμ. 4792/2018, απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, με την οποία η έφεσή του απορρίφθηκε ως αβάσιμη κατ' ουσίαν.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 1 του Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται μόνο, αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του ή αν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.
Α.Π. 1/2022, Ολ. Α.Π. 4/2021, Ολ. Α.Π. 2/2021, Ολ. Α.Π. 2/2019, Ολ. Α.Π. 1/2016, Ολ. Α.Π. 2/2013). Με τον ως άνω λόγο αναιρέσεως ελέγχονται τα σφάλματα του Δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βασίμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κ.λπ., ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν (Ολ.
Α.Π. 1/2022, Ολ. Α.Π. 4/2021, Ολ. Α.Π. 2/2021, Ολ. Α.Π. 5/2020, Ολ. Α.Π. 3/2020). Στην περίπτωση κατά την οποία το Δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται, ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το Δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αναιρέσεως αυτός, αν οι πραγματικές παραδοχές της αποφάσεως καθιστούν εμφανή την παράβαση.
Τούτο συμβαίνει, όταν το Δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, μολονότι τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο, αν και τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε, αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (Ολ.
Α.Π. 2/2022, Ολ. Α.Π. 2/2021, Ολ. Α.Π. 2/2019, Ολ. Α.Π. 7/2006, Α.Π. 553/2023, Α.Π. 1673/2022). Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 19 του Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και, ιδίως, αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα, που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Έλλειψη νομίμου βάσεως της αποφάσεως, η οποία στοιχειοθετεί τον ανωτέρω λόγο αναιρέσεως, συντρέχει, όταν στο αιτιολογικό της αποφάσεως, που αποτελεί την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν περιέχονται καθόλου ή δεν αναφέρονται με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το Δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και, έτσι, δεν μπορεί να ελεγχθεί, αν, στην συγκεκριμένη περίπτωση, συνέτρεχαν ή όχι οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που εφαρμόσθηκε ή αν συνέτρεχαν οι όροι άλλου κανόνα, που ήταν εφαρμοστέος, αλλά δεν εφαρμόσθηκε.
Ιδρύεται, δηλαδή, ο λόγος αυτός, όταν από τις παραδοχές της αποφάσεως δημιουργούνται αμφιβολίες, για το αν παραβιάσθηκε ή όχι ορισμένη ουσιαστική διάταξη νόμου. Αναφέρεται σε πλημμέλειες αναγόμενες στη διατύπωση του αποδεικτικού πορίσματος και δεν ιδρύεται, όταν υπάρχουν ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και, ειδικότερα, στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος, που έχει εξαχθεί από αυτές, αρκεί τούτο να εκτίθεται σαφώς, πλήρως και χωρίς αντιφάσεις.
Ως ζητήματα, των οποίων η μη αιτιολόγηση ή η αιτιολόγηση κατά τρόπο ανεπαρκή ή αντιφατικό στερεί από την απόφαση τη νόμιμη βάση, νοούνται μόνον οι ισχυρισμοί, που έχουν αυτοτελή ύπαρξη, που τείνουν, δηλαδή, στη θεμελίωση ή κατάλυση του δικαιώματος που ασκήθηκε, είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο, όχι, όμως και τα πραγματικά ή νομικά επιχειρήματα που συνέχονται με την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, για τα οποία η έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας δεν ιδρύει λόγο αναιρέσεως (Ολ.
Α.Π. 6/2020, Ολ. Α.Π. 1/2020, Ολ. Α.Π. 6/2019, Ολ. Α.Π. 2/2019, Ολ. Α.Π. 6/2006, Α.Π. 671/2020). Από την ανωτέρω διάταξη, η οποία αποτελεί κύρωση της παραβάσεως του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναιρέσεως ιδρύεται, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία, που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία), δηλαδή, όταν τα πραγματικά περιστατικά, που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της αποφάσεως, για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περιπτώσεως στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περιπτώσεως.
Δεν υπάρχει, όμως, ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες (Ολ. Α.Π. 2/2019, Α.Π. 736/2021). Εξάλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος προτάσεως προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της αποφάσεως στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες.
Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και, γενικότερα, ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες. Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (Ολ.
Α.Π. 6/2020, Ολ. Α.Π. 1/2020, Ολ. Α.Π. 6/2019, Ολ. Α.Π. 2/2019, Ολ. Α.Π. 15/2006). Τα επιχειρήματα δε του Δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές, επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και, ως εκ τούτου, δεν αποτελούν "αιτιολογία" της αποφάσεως, ώστε, στο πλαίσιο της ερευνώμενης διατάξεως του άρθρου 559 αριθμ. 19 του Κ.Πολ.Δ., να επιδέχεται αυτή μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναιρέσεως, του αριθμού 19 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., ούτε εξαιτίας του ότι το Δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικώς τα, μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς, επιχειρήματα των διαδίκων, οπότε ο σχετικός λόγος αναιρέσεως απορρίπτεται ως απαράδεκτος (Α.Π. 317/2022, Α.Π. 263/2022, Α.Π. 163/2022, Α.Π. 736/2021, Α.Π. 551/2021, Α.Π. 162/2020).
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 321, 322, 324, 325, 331 του Κ.Πολ.Δ. και 914, 929, 297 και 298 του Α.Κ. προκύπτει ότι η τελεσίδικη απόφαση που εκδόθηκε επί αγωγής αποζημιώσεως, λόγω θανατώσεως ή βλάβης του σώματος ή της υγείας προσώπου, αποτελεί δεδικασμένο για τη νέα δίκη αποζημιώσεως, με την ίδια ιστορική και νομική αιτία, ως προς τις συνθήκες υπό τις οποίες έλαβε χώρα η αδικοπραξία, την ευθύνη του υπαιτίου, την τυχόν συνυπαιτιότητα του παθόντος και τη ζημία που έπαθε ο ενάγων, για το χρονικό διάστημα που αναφέρεται στην πρώτη αγωγή, όχι όμως και για το μεταγενέστερο χρόνο, κατά τον οποίο η αδικοπραξία είναι δυνατό να εξακολουθήσει να έχει επιζήμιες συνέπειες, γιατί αυτές δεν είχαν προβληθεί, ούτε καταστεί αντικείμενο έρευνας, κατά την πρώτη αγωγή.
Συνεπώς, αν υπάρξει τελεσίδικη κρίση, ως προς την αδικοπρακτική ευθύνη του υπόχρεου για ορισμένο χρονικό διάστημα, το παραγόμενο από την απόφαση αυτή δεδικασμένο εκτείνεται και ευθέως (άρθρα 322 και 324 του Κ.Πολ.Δ.) και εμμέσως (άρθρο 331 του ιδίου Κώδικα), μόνο στο χρονικό διάστημα, για το οποίο ζητήθηκε αποζημίωση και δεν εκτείνεται και στην μελλοντική αξίωση, εφόσον αυτή δεν έχει εισαχθεί σε δίκη και, συνακολούθως, δεν κρίθηκε (Α.Π. 553/2023, Α.Π. 1443/2022, Α.Π. 485/2021, Α.Π. 796/2020, Α.Π. 210/2020).
Εξάλλου, κατά το άρθρο 937 παρ. 1 του Α.Κ., η απαίτηση από αδικοπραξία παραγράφεται μετά πενταετία, αφότου ο παθών έμαθε τη ζημία και τον υπόχρεο σε αποζημίωση. Σε κάθε περίπτωση, η απαίτηση παραγράφεται μετά την πάροδο είκοσι ετών από την πράξη. Από τις ανωτέρω διατάξεις, σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 247, 251, 248 και 937 του Α.Κ.
συνάγεται ότι σε περίπτωση αδικοπραξίας, αφότου εκδηλώθηκε το ζημιογόνο γεγονός, γεννάται υπέρ του ζημιωθέντος απαίτηση αποζημιώσεως για την όλη ζημία, θετική και αποθετική, παρούσα ή μέλλουσα, η δε παραγραφή της αντίστοιχης αξιώσεως, έστω και αν αφορά μέλλουσα ζημία, που όμως είναι προβλεπτή, κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων, είναι, κατ' αρχήν, πενταετής και εφόσον η δικαστική επιδίωξη αυτής της αξιώσεως είναι δυνατή, πράγμα που, εξαιρέσει σχετικού νομικού κωλύματος, πάντοτε συμβαίνει, η εν λόγω παραγραφή αρχίζει να τρέχει, για όλες τις ζημίες ενιαίως, από τότε που ο ζημιωθείς έλαβε γνώση της πρώτης επιζήμιας συνέπειας και του υποχρέου προς αποζημίωση.
Γνώση της ζημίας για την έναρξη της πενταετούς παραγραφής νοείται η γνώση των επιζήμιων συνεπειών της πράξεως, όχι, όμως και η γνώση της εκτάσεως της ζημίας ή του ποσού της αποζημιώσεως (Α.Π. 553/2023, Α.Π. 14/2022, Α.Π. 1443/2022, Α.Π. 546/2021). Επίσης, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 261 εδάφ. α' του Α.Κ. και 221 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ.
προκύπτει, ότι σε περίπτωση ασκήσεως αγωγής για μέρος μόνο της αξιώσεως για αποζημίωση, η επίδοση της αγωγής διακόπτει την παραγραφή μόνο για το μέρος αυτό, ως προς το οποίο δημιουργείται, αντιστοίχως, εκκρεμοδικία (Α.Π. 553/2023, Α.Π. 1349/2021, Α.Π. 732/2019, Α.Π. 204/2019). Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 268 εδάφ. α' του Α.Κ. "Κάθε αξίωση που βεβαιώθηκε με τελεσίδικη απόφαση ή με δημόσιο έγγραφο εκτελεστό παραγράφεται μετά 20 χρόνια και αν ακόμη η αξίωση καθεαυτή υπαγόταν σε συντομότερη παραγραφή".
Από τη διάταξη αυτή συνάγεται, ότι σε περίπτωση βεβαιώσεως με τελεσίδικη δικαστική απόφαση της υπάρξεως αξιώσεως για θετική και αποθετική ζημία από αδικοπραξία, από την τελεσιδικία αρχίζει εικοσαετής παραγραφή και ως προς το μέρος της όλης αξιώσεως για αποκατάσταση της ζημίας, η οποία ανάγεται σε χρόνο μεταγενέστερο εκείνου, για το οποίο επιδικάσθηκε αποζημίωση.
Και αυτό, διότι και το μέρος αυτό της αξιώσεως, καίτοι δεν περιέχεται ειδική αναγνωριστική διάταξη στην απόφαση, θεωρείται ότι έχει βεβαιωθεί με δύναμη δεδικασμένου (άρθρ. 331 του Κ.Πολ.Δ.), με την παρεμπίπτουσα δικαστική κρίση, η οποία ήταν αναγκαία για την ύπαρξη δικαιώματος αποζημιώσεως του παθόντος γενικώς για κάθε ζημία από την αδικοπραξία.
Η νέα, όμως, αυτή εικοσαετής παραγραφή προϋποθέτει αναγκαίως, κατά την έννοια της διατάξεως του άρθρου 268 του Α.Κ., την ύπαρξη αξιώσεως, η οποία δεν έχει υποκύψει στην μέχρι της τελεσιδικίας ισχύουσα βραχυχρόνια παραγραφή, δεδομένου ότι η τελεσίδικη επιδίκαση της επιδίκου τότε αξιώσεως, δεν επιφέρει αναβίωση της αξιώσεως και κατά το μέρος που δεν έχει ασκηθεί και έχει, πλέον, αποσβεστεί λόγω παραγραφής, η οποία διέδραμε χωρίς διακοπή, κατ' άρθρο 261 του Α.Κ. (Ολ.
Α.Π. 24/2003, Α.Π. 553/2023, Α.Π. 1443/2022, Α.Π. 1349/2021, Α.Π. 546/2021, Α.Π. 485/2021, Α.Π. 401/2020). Κατά την έννοια των παραπάνω διατάξεων του άρθρου 268 εδάφ. α' του Α.Κ., από την τελεσιδικία της δικαστικής αποφάσεως για την ύπαρξη αξιώσεως για θετική και αποθετική ζημία από αδικοπραξία αρχίζει νέα εικοσαετής παραγραφή και ως προς το μέρος της ιδίας αξιώσεως για την αποκατάσταση της ζημίας, που κρίθηκε τελεσιδίκως, έστω και αν αυτή ανάγεται σε χρόνο μεταγενέστερο εκείνου, για τον οποίο επιδικάσθηκε αποζημίωση, με την προϋπόθεση, βεβαίως, ότι κατά το χρόνο επελεύσεως της τελεσιδικίας δεν είχε συμπληρωθεί η πενταετία του άρθρου 937 παρ. 1 του Α.Κ.
από του χρόνου της αδικοπραξίας και η αξίωση δεν είχε υποκύψει τότε, στην, μέχρι της τελεσιδικίας, ισχύουσα βραχυχρόνια πενταετή παραγραφή και ανεξαρτήτως του γεγονότος ότι, η μετά την τελεσιδικία, ασκούμενη αξίωση, με αφετηρία τον χρόνο της αδικοπραξίας, απέχει από εκείνον, χρονικό διάστημα μεγαλύτερο της πενταετίας, όχι, όμως και της εικοσαετίας, που ρυθμίζει, πλέον, μετά την τελεσιδικία, αυτοτελώς την παραγραφή των επί μέρους αξιώσεων (Α.Π. 553/2023, Α.Π. 485/2021, Α.Π. 1270/2019, Α.Π. 1178/2019).
Περαιτέρω, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 294, 297, 298 και 299 του Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι η αποδοχή της αποφάσεως, προ της ασκήσεως κάποιου ενδίκου μέσου εναντίον της, η οποία υποδηλώνει παραίτηση από το δικαίωμα της ασκήσεώς του, δεν υπόκειται σε ορισμένο διαδικαστικό τύπο, όπως εκείνη που γίνεται μετά την άσκηση του ενδίκου μέσου, δυναμένη να γίνει ρητώς, με την τήρηση των διατυπώσεων που διαγράφονται στη διάταξη του άρθρου 297 του Κώδικος αυτού και, συγκεκριμένα, με δήλωση που καταχωρίζεται στα πρακτικά ή με δικόγραφο που επιδίδεται στον αντίδικο αυτού που παραιτείται, είτε σιωπηρώς, με δηλώσεις ή πράξεις από τις οποίες συνάγεται αναγκαίως ο περί αποδοχής σκοπός.
Τέτοια περίπτωση σιωπηρής παραιτήσεως από της ασκήσεως κάποιου ενδίκου μέσου δύναται να συντρέχει και όταν ο υπόχρεος καταβάλλει το μέρος της επιδικασθείσας εις βάρος του απαιτήσεως, μετά των τόκων και της δικαστικής δαπάνης και ο δικαιούχος εισπράξει το μέρος αυτό, χωρίς επιφύλαξη εκ μέρους του για το υπόλοιπο μέρος της απαιτήσεώς του, ως προς το οποίο απορρίφθηκε η αγωγή του (Ολ.
Α.Π. 15/2008, Α.Π. 1817/2012, Α.Π. 2333/2009). Τα αποτελέσματα της αποδοχής επέρχονται εκ του νόμου, αυτή δε αποκτά ισχύ από της εκδηλώσεώς της, μη υποκείμενη σε ανάκληση και δεν χρήζει της συναινέσεως του αντιδίκου του αποδεχομένου. Η τοιαύτη σιωπηρά αποδοχή της πρωτοδίκου αποφάσεως και το, συνεπεία αυτής, απαράδεκτο της εφέσεως, προτείνεται από τον εφεσίβλητο κατ' ένσταση, για την πληρότητα δε της ενστάσεως αυτής απαιτείται η επίκληση των, ως άνω, στοιχείων, τα οποία δεν προκύπτουν από την αυτεπάγγελτη έρευνα του Δικαστηρίου (Α.Π. 2333/2009).
Τέλος, επί αποδοχής οριστικής αποφάσεως, με την καταβολή του επιδικασθέντος με αυτήν ποσού από τον υπόχρεο στο δικαιούχο, η ως άνω απόφαση καθίσταται τελεσίδικη, όχι από τη δημοσίευσή της, αλλά από το χρόνο της χωρίς επιφύλαξη εισπράξεως από το δικαιούχο της αποζημιώσεως, με τους τόκους και τη δικαστική δαπάνη, δεδομένου ότι έκτοτε, με την καταρτισθείσα συμφωνία μεταξύ των μερών, ο δικαιούμενος σε άσκηση εφέσεως παραιτήθηκε νομίμως από το δικαίωμα για την άσκηση εφέσεως κατ' αυτής.
Με τους πρώτο και τρίτο λόγους αναιρέσεως ο αναιρεσείων αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση τις από το άρθρο 559 αριθμ. 1 και 19 του Κ.Πολ.Δ. πλημμέλειες, της ευθείας και εκ πλαγίου παραβίασης των ουσιαστικού δικαίου διατάξεων των άρθρων 268 και 937 ΑΚ, με το να δεχθεί ότι οι ένδικες αξιώσεις του έχουν παραγραφεί, ως υποκείμενες στην πενταετή παραγραφή του άρθρου 937 ΑΚ και όχι στην εικοσαετή του άρθρου 268 ΑΚ, καθώς, επίσης, ότι διέλαβε ασαφείς, ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες, ως προς το ουσιώδες ζήτημα της παραδοχής της ένστασης παραγραφής των αγωγικών αξιώσεων του.
Στην ερευνώμενη υπόθεση, το Μονομελές Εφετείο Αθηνών, με την προσβαλλόμενη, υπ' αριθμ. 4792/2018, απόφασή του, δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη αναιρετικώς, ως προς τα πραγματικά γεγονότα, κρίση του (άρθρ. 561 παρ. 1 ΚΠολΔ), σχετικά με το κρίσιμο για την έκβαση του λόγου αναιρέσεως ζήτημα, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Επί της προηγούμενης από 15-11-1995 (αριθ.
καταθ. 13068/1995) αγωγής του ήδη ενάγοντος κατά των ήδη εναγόμενων, που αφορά στο τροχαίο ατύχημα που συνέβη επί της Ε.Ο. Αθηνών - Κορίνθου, στις 26-12-1994 και περί ώρα 08.10, και στην αξίωση του ενάγοντος έναντι των εναγομένων για αποζημίωσή του λόγω του τραυματισμού του σε αυτό, εκδόθηκε αρχικά η υπ' αριθμ. 7042/1996 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και στην συνέχεια η υπ' αριθμ. 1057/1998 τελεσίδικη απόφαση του παρόντος Δικαστηρίου, με την οποία κρίθηκε με δύναμη δεδικασμένου ότι η πρώτη εναγόμενη είναι αποκλειστικά υπαίτια για την πρόκληση του επίδικου ατυχήματος, καθώς και ότι οι εναγόμενες ευθύνονται εις ολόκληρον προς αποζημίωση του ενάγοντος, όσον αφορά τις αναφερόμενες στις εν λόγω αποφάσεις (θετικές και αποθετικές) ζημίες αυτού.
Επίσης, επί της προηγούμενης από 30-11-1999 (αριθ. καταθ. 14158/22-12-1999) αγωγής του ιδίου ενάγοντος κατά των ιδίων εναγόμενων, όμοιας κατά την ιστορική και νομική βάση της με την υπό κρίση αγωγή, διαφοροποιούμενης μόνο στο είδος και την έκταση των αιτούμενων προς αποζημίωση θετικών και αποθετικών ζημιών, εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 4538/2001 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία μεταγενέστερα κατέστη τελεσίδικη, καθόσον οι διάδικοι αποδέχθηκαν τις διατάξεις της, η εναγομένη ασφαλιστική εταιρεία κατέβαλε στον ενάγοντα την επιδικασθείσα αποζημίωση, την οποία ο ίδιος εισέπραξε, χωρίς επιφύλαξη για το υπόλοιπο της απαιτήσεώς του, ως προς το οποίο είχε απορριφθεί η αγωγή του, και οι διάδικοι παραιτήθηκαν από την άσκηση ένδικων μέσων κατ' αυτής, γεγονότα που συνομολογούνται από την παρούσα κατά την ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου εφεσίβλητη ασφαλιστική εταιρεία.
Επομένως, η ανωτέρω απόφαση αποτελεί δεδικασμένο για την παρούσα υπόθεση και δεσμεύει το παρόν Δικαστήριο για τα ακόλουθα ζητήματα: α) τις συνθήκες επέλευσης του επίδικου ατυχήματος, β) την αποκλειστική υπαιτιότητα της πρώτης εναγόμενης στην πρόκλησή του, γ) το δικαίωμα του ενάγοντος και την αντίστοιχη υποχρέωση των εναγόμενων (ευθυνόμενων εις ολόκληρον) για αποζημίωση αυτού λόγω του τραυματισμού του στο επίδικο ατύχημα, δ) τις ζημίες (θετικές και διαφυγόν κέρδος) που ο ενάγων υπέστη για το αναφερόμενο στην προγενέστερη αγωγή χρονικό διάστημα, λόγω του είδους και της έκτασης του τραυματισμού του στην ένδικη σύγκρουση, ε) ότι ο ενάγων δεν δικαιούται να λάβει χρηματική ικανοποίηση λόγω νέας ηθικής βλάβης, καθώς και στ) την ιδιαίτερη αποζημίωση που δικαιούται ο ενάγων κατ' άρθρο 931 ΑΚ λόγω της μόνιμης αναπηρίας που υπέστη από τον τραυματισμό του εξαιτίας του επίδικου ατυχήματος.
Ωστόσο, δεν αποτελεί δεδικασμένο για απαιτήσεις που δεν τέθηκαν προς διάγνωση με την προγενέστερη αγωγή του ενάγοντος, καθώς και για απαιτήσεις αυτού που ανάγονται σε μεταγενέστερο χρόνο, κατά την διάρκεια του οποίου είναι δυνατόν να εξακολουθήσει η αδικοπραξία να επιφέρει επιζήμιες συνέπειες, οι οποίες δεν προβλήθηκαν με την προηγούμενη αγωγή, αφού αυτές δεν είχαν καταστεί αντικείμενο έρευνας κατά την πρώτη δίκη.
Με την υπό κρίση αγωγή του ο ενάγων, επικαλούμενος την συνεπεία του ατυχήματος μόνιμη αναπηρία του και το γεγονός ότι εξ αιτίας αυτής, με την υπ' αριθμ. 546/8-5-1997 απόφαση της Ανώτατης Υγειονομικής Επιτροπής της Ελληνικής Αστυνομίας, κρίθηκε ανίκανος για την ενεργό υπηρεσία ως υπαστυνόμος, ικανός όμως για υπηρεσία γραφείου, όπως αυτή προσδιορίζεται με το άρθρο 24 του π.δ. 16/1995, ενώ με την υπ' αριθμ.
πρωτ. 227958/9/3/-ιβ 76/6/1997 απόφαση της Δ/νσης Προσωπικού της Ελληνικής Αστυνομίας (Κλάδος Διοικητικής Υποστήριξης) που δημοσιεύθηκε στο υπ' αριθμ. 116/11-6-1997 ΦΕΚ (τεύχος Γ), μετατάχθηκε από την κατάσταση της ενέργειας στην κατάσταση της υπηρεσίας Γραφείου και τέθηκε εκτός οργανικών θέσεων, με συνέπεια να μην έχει τη δυνατότητα, κατά την ισχύουσα νομοθεσία, να απασχολείται τις ημέρες του Σαββάτου, της Κυριακής και της αργίες, να εκτελεί νυκτερινές υπηρεσίες και υπηρεσίες επιφυλακής, καθώς και να ασκεί διοίκηση, και κατ' αυτό τον τρόπο ζημιώθηκε:
α) λόγω απώλειας της ειδικής υπερωριακής αποζημίωσης πέραν του πενθημέρου, για το χρονικό διάστημα από τις 1-12-2009 μέχρι τις 23-6-2012, β) λόγω απώλειας του επιδόματος αυξημένης επιχειρησιακής ετοιμότητας, για το χρονικό διάστημα από τις 1-1-2000 μέχρι τις 23-6-2012, γ) λόγω απώλειας του επιδόματος ευθύνης διοίκησης - διεύθυνσης, για το χρονικό διάστημα από τις 1-1-2000 μέχρι τις 23-6-2012, δ) λόγω απώλειας της ειδικής αποζημίωσης Ολυμπιακών Αγώνων, για το χρονικό διάστημα από τις 25-7-2004 μέχρι τις 9-9-2004, ε) λόγω απώλειας της ειδικής υπερωριακής αποζημίωσης πέραν του πενθημέρου, για το χρονικό διάστημα από τις 1-1-2000 μέχρι τις 31-12-2009 και στ) λόγω απώλειας μηνιαίων αποδοχών εξαιτίας της ανικανότητάς του προς εργασία, για τα χρονικά διαστήματα από τις 3-7-2003 μέχρι τις 7-9-2003 και από τις 25-7-2004 μέχρι τις 9-9-2004.
Από τη δημοσίευση όμως της προαναφερθείσας υπ' αριθμ. πρωτ. 227958/9/3/-ιβ76/6/1997 αποφάσεως της Δ/νσης Προσωπικού της Ελληνικής Αστυνομίας, στις 11-6-1997, ο ενάγων γνώριζε ότι μετατάχθηκε από την κατάσταση της ενέργειας στην κατάσταση της υπηρεσίας Γραφείου και τέθηκε εκτός οργανικών θέσεων, ο ενάγων γνώριζε ότι λόγω της μετάταξής του δεν δικαιούται να προσφέρει τις προαναφερθείσες υπηρεσίες και να εισπράττει αμοιβή γι' αυτές.
Σε κάθε περίπτωση, από τα αναφερόμενα στο δικόγραφο της αγωγής, καθώς και από τα επικαλούμενα και προσκομιζόμενα από τον ίδιο υπηρεσιακά έγγραφα, αποδεικνύεται ότι μέχρι και το τέλος του έτους 2004 ο ενάγων είχε πληροφορηθεί πλήρως τόσο την εκάστοτε ζημία του, όσο και την έκτασή της, καθόσον όλα τα ένδικα κονδύλια, επιδόματα και αποζημιώσεις, προβλέπονται από σχετικούς νόμους και διατάγματα, που κοινοποιήθηκαν μέχρι τότε σ' αυτόν, γνώριζε δηλαδή τη ζημιά του και τους υπόχρεους προς αποζημίωσή του και μπορούσε να στραφεί εναντίον τους με την έγερση της αγωγής.
Έκτοτε άρχισε η διαδρομή της εκ του άρθρου 937 ΑΚ πενταετούς παραγραφής των ενδίκων αξιώσεών του κατά των τελευταίων, η οποία και είχε συμπληρωθεί κατά το χρόνο άσκησης της κρινόμενης αγωγής, που επιδόθηκε στις εναγόμενες στις 3-5-2010 και στις 14-4-2010 αντίστοιχα, όπως προκύπτει από τις υπ' αριθμ. 3632Δ73-5-2010 και 3508Δ714-4-2010 εκθέσεις επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Αθηνών Η.
Ζ.. Ο ενάγων-εκκαλών ισχυρίζεται ότι η παραγραφή των αξιώσεών του που ασκούνται με την υπό κρίση αγωγή έχει επιμηκυνθεί σε εικοσαετή, κατ' άρθρ. 268 ΑΚ, και συνεπώς δεν είχαν παραγραφεί κατά την επίδοση αυτής κατά τις αναφερθείσες παραπάνω ημεροχρονολογίες (3-5-2010 και στις 14-4-2010). Προς θεμελίωση του σχετικού ισχυρισμού του επικαλείται ότι η προαναφερθείσα υπ' αριθμ. 4538/2001 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών κατέστη τελεσίδικη από την ημέρα της δημοσίευσής της, στις 22-8-2001, λόγω αποδοχής αυτής από τα διάδικα μέρη, παραίτησής τους από την άσκηση ενδίκων μέσων κατ' αυτής και εξόφλησης προς αυτόν, εκ μέρους της εναγομένης ασφαλιστικής εταιρείας, της επιδικασθείσας αποζημίωσης.
Σύμφωνα όμως με την προηγηθείσα νομική σκέψη, αποδοχή της πρωτόδικης απόφασης πριν από την άσκηση ενδίκου μέσου κατ' αυτής, η οποία υποδηλώνει παραίτηση από το δικαίωμα της ασκήσεώς του και οδηγεί στην τελεσιδικία της, συντρέχει όταν ο υπόχρεος καταβάλει το ποσό της επιδικασθείσας σε βάρος του αποζημίωσης, με τους τόκους και τη δικαστική δαπάνη, και ο δικαιούχος εισπράξει χωρίς επιφύλαξη το εν λόγω ποσό.
Δηλαδή, η εκ του λόγου αυτού τελεσιδικία, δεν επέρχεται από την ημέρα που δημοσιεύθηκε η πρωτόδικη απόφαση, όπως αβάσιμα ο εκκαλών ισχυρίζεται, αλλά από την ημεροχρονολογία της εκ μέρους του χωρίς επιφύλαξη είσπραξης της αποζημίωσης, με τους τόκους και τη δικαστική δαπάνη. Το στοιχείο όμως αυτό -παρότι είναι αναγκαίο για τη θεμελίωση και το ορισμένο της ένστασης επιμήκυνσης της παραγραφής σε εικοσαετία, προκειμένου να διερευνηθεί αν οι ένδικες αξιώσεις εξακολουθούσαν να υφίστανται κατά το χρόνο της τελεσιδικίας ή είχαν υποκύψει ήδη στην μέχρι της τελεσιδικίας ισχύουσα βραχυχρόνια, πενταετή εν προκειμένω, παραγραφή (αφού, όπως προαναφέρθηκε, η νέα εικοσαετής παραγραφή προϋποθέτει αναγκαίως την ύπαρξη αξίωσης που δεν είχε παραγραφεί κατά το χρόνο της τελεσιδικίας)- δεν προβάλλεται από τον εκκαλούντα.
Η αποδοχή εκ μέρους της εφεσίβλητης ότι η ως άνω πρωτόδικη απόφαση κατέστη πράγματι τελεσίδικη με τον προπεριγραφέντα τρόπο, δεν επαρκεί, αφού κρίσιμο στοιχείο του ορισμένου της ένστασης επιμήκυνσης της παραγραφής είναι, κατά τα προαναφερθέντα, ο χρόνος κατά τον οποίο επήλθε η τελεσιδικία.
Συνεπώς, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, το οποίο με την εκκαλουμένη απόφασή του έκρινε ότι οι ένδικες αξιώσεις έχουν υποπέσει στην πενταετή παραγραφή και απέρριψε την αγωγή ως κατ' ουσίαν αβάσιμη, ορθά κατ' αποτέλεσμα έκρινε, έστω και με εσφαλμένη αιτιολογία, η οποία αντικαθίσταται με αυτή της παρούσας, απορριπτομένων ως αβασίμων όσων αντίθετων υποστηρίζονται με τους πρώτο, δεύτερο και τρίτο λόγους της εφέσεως".
Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο απέρριψε ως κατ' ουσίαν αβάσιμη την έφεση του αναιρεσείοντος, δεχόμενο ότι από το χρόνο που αυτός έλαβε γνώση της πλήρους ενδίκου ζημίας του, ήτοι από το τέλος του έτους 2004, μέχρι την άσκηση από αυτόν της κρινόμενης, από 26-2-2010, αγωγής του, η οποία επιδόθηκε στις εναγόμενες στις 3-5-2010 και 14-4-2010, παρήλθε η, προβλεπόμενη από τη διάταξη του άρθρου 937 του Α.Κ., πενταετής προθεσμία.
Κρίνοντας έτσι, το Εφετείο, δεν παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 268 εδάφ. α' και 937 του Α.Κ. Ειδικότερα, δέχθηκε ότι η κρινόμενη αγωγή του αναιρεσείοντος ασκήθηκε πέραν της πενταετίας από τη γνώση από αυτόν της ένδικης ζημίας του και ότι η υπ' αριθμ. 4538/2001 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία έγινε δεκτή ως βάσιμη κατ' ουσίαν προηγούμενη αγωγή του και η οποία έγινε αποδεκτή από τα διάδικα μέρη, με την είσπραξη, χωρίς επιφύλαξη, από τον αναιρεσείοντα του επιδικασθέντος υπέρ αυτού ποσού, μαζί με τους τόκους και τα δικαστικά έξοδα, κατέστη τελεσίδικη από το χρόνο της εν λόγω καταβολής, η οποία, όμως, ακριβής ημεροχρονολογία δεν προέκυψε από τις αποδείξεις, αφού ο αναιρεσείων δεν την επικαλέσθηκε και όχι από την ημερομηνία δημοσιεύσεώς της, στις 22-8-2001, ώστε από τότε να αρχίσει νέα, 20ετής προθεσμία των αξιώσεων του τελευταίου.
Επομένως, με το να κρίνει έτσι το Εφετείο, ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ανωτέρω διατάξεις και δεν υπέπεσε στην από το άρθρο 559 αριθμ. 1 του Κ.Πολ.Δ. πλημμέλεια και, συνεπώς, ο πρώτος λόγος της αναιρέσεως, με τον οποίο προσάπτεται στην προσβαλλομένη απόφαση η αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθμό 1 εδάφ.
α' του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., της παραβάσεως των κανόνων ουσιαστικού δικαίου των άρθρων 268 εδάφ. α' και 937 του Α.Κ., κρίνεται απορριπτέος ως αβάσιμος. Από τις ίδιες δε πιο πάνω παραδοχές της προσβαλλομένης αποφάσεως στο αποδεικτικό της πόρισμα, προκύπτει ότι αυτή έχει νόμιμη βάση και δη την απαιτούμενη αιτιολογία, διότι καλύπτεται χωρίς λογικά κενά και αντιφάσεις και με πληρότητα και σαφήνεια, το πραγματικό των εφαρμοστέων εδώ διατάξεων ουσιαστικού δικαίου των ανωτέρω άρθρων, τις οποίες η προσβαλλόμενη απόφαση δεν παραβίασε ούτε εκ πλαγίου με ανεπαρκείς αιτιολογίες, ενώ δεν ήταν αναγκαία η παράθεση και άλλων, για να αιτιολογηθεί η παραγραφή των ενδίκων αξιώσεων του αναιρεσείοντος.
Ειδικότερα, το Εφετείο διέλαβε σαφείς και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά αιτιολογίες, αφενός μεν, ως προς το γεγονός ότι ο αναιρεσείων, το αργότερο μέχρι το τέλος του έτους 2004, είχε πληροφορηθεί πλήρως τόσο την εκάστοτε ζημία του, όσο και την έκτασή της, οπότε έκτοτε άρχισε η διαδρομή της, εκ του άρθρου 937 του Α.Κ., πενταετούς παραγραφής των ενδίκων αξιώσεών του κατά των εναγομένων, η οποία και είχε συμπληρωθεί κατά το χρόνο ασκήσεως της ένδικης αγωγής του, αφετέρου δε, ως προς το γεγονός ότι η τελεσιδικία της υπ' αριθμ. 4538/2001 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών επί προηγούμενης αγωγής του (αναιρεσείοντος), με βάση την οποία (τελεσιδικία) αφετηριάζεται νέα, 20ετής, παραγραφή των αξιώσεων του τελευταίου, επήλθε, όχι από τη δημοσίευση της ως άνω αποφάσεως στις 22-8-2001, αλλά από την είσπραξη από αυτόν, χωρίς επιφύλαξη, του επιδικασθέντος με την παραπάνω απόφαση επιδικασθέντος ποσού, με τους τόκους και τα έξοδα, χωρίς, όμως, αυτός να επικαλείται το συγκεκριμένο χρόνο εισπράξεως του εν λόγω ποσού, ώστε να προκύψει αν η ένδικη αγωγή του ασκήθηκε εμπροθέσμως.
Επομένως, ο τρίτος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο προσάπτεται στην προσβαλλομένη απόφαση η αναιρετική πλημμέλεια, από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., είναι απορριπτέος, ως αβάσιμος.
Από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 16 του Κ.Πολ.Δ., που ορίζει ότι συγχωρείται αναίρεση, αν το Δικαστήριο, κατά παράβαση του νόμου, δέχθηκε ότι υπάρχει ή ότι δεν υπάρχει δεδικασμένο ή ότι υπάρχει δεδικασμένο με βάση απόφαση που εξαφανίσθηκε ύστερα από ένδικο μέσο ή αναγνωρίσθηκε ως ανύπαρκτη, προκύπτει ότι ο λόγος αυτός προϋποθέτει ότι το Δικαστήριο, αυτεπαγγέλτως ή κατά πρόταση διαδίκου, ερεύνησε περί της συνδρομής ή μη των προϋποθέσεων του δεδικασμένου και για το λόγο τούτο δέχθηκε την ύπαρξη ή μη ύπαρξη αυτού ή δέχθηκε την ύπαρξη δεδικασμένου με βάση απόφαση που εξαφανίσθηκε ύστερα από ένδικο μέσο (Ολ.
Α.Π. 6/2020, Ολ. Α.Π. 1339/1995, Α.Π. 1941/2022, Α.Π. 1430/2022, Α.Π. 739/2022). Στην προκειμένη περίπτωση, με το δεύτερο λόγο αναιρέσεως ο αναιρεσείων προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθμό 16 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., με την αιτίαση ότι το Εφετείο, παρά το νόμο, δεν δέχτηκε το δεδικασμένο, που προκύπτει από την υπ' αριθμ. 4538/2001 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, δεχόμενο ως βάσιμη κατ' ουσίαν την προβληθείσα από τους εναγομένους και ήδη αναιρεσιβλήτους ένσταση περί παραγραφής των ενδίκων αξιώσεών του.
Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως αλυσιτελώς προβαλλόμενος, καθόσον το Εφετείο δέχθηκε ότι από την ανωτέρω απόφαση παρήχθη δεδικασμένο, πλην, όμως, έκρινε, κατά τα ανωτέρω, ότι η ως άνω απόφαση κατέστη τελεσίδικη, όχι από τη δημοσίευσή της στις 22-8-2001, αλλά από την ημέρα εισπράξεως, χωρίς επιφύλαξη, από τον αναιρεσείοντα του επιδικασθέντος υπέρ αυτού ποσού, μαζί με τους τόκους και τα έξοδα, χωρίς να προκύπτει ακριβώς ο χρόνος αυτός, ώστε να εξακριβωθεί πότε αρχίζει, με βάση την ανωτέρω τελεσιδικία, η 20ετής παραγραφή των αξιώσεων του τελευταίου δυνάμει του άρθρου 268 εδάφ.
α' του Α.Κ.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 11, περ. γ' του Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται, αν το Δικαστήριο δεν έλαβε υπ' όψη αποδεικτικά μέσα, που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν. Από τη διάταξη αυτή, σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 335, 338 έως 340 του Κ.Πολ.Δ., προκύπτει ότι, το Δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να σχηματίσει την κρίση του για τους πραγματικούς ισχυρισμούς των διαδίκων, που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λαμβάνει υπ' όψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία επικαλούνται και προσκομίζουν νομίμως οι διάδικοι, για την απόδειξη και ανταπόδειξη ισχυρισμού, που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Έτσι, ο λόγος αυτός αναιρέσεως ιδρύεται, όταν το Δικαστήριο της ουσίας δεν έλαβε υπ' όψη του υποστατά και αναλόγως έγκυρα αποδεικτικά μέσα, που παραδεκτώς επικαλέσθηκε ο αναιρεσείων και νομίμως προσκόμισε ο ίδιος ή οποιοσδήποτε από τους λοιπούς διαδίκους (Α.Π. 415/2023, Α.Π. 1161/2022, Α.Π. 781/2022, Α.Π. 344/2020, Α.Π. 620/2019, Α.Π. 1169/2019), προς άμεση ή έμμεση απόδειξη ή ανταπόδειξη κρίσιμων γεγονότων ή λυσιτελών ισχυρισμών, δηλαδή νόμιμων ισχυρισμών, που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης (Ολ.
Α.Π. 42/2002), διαμορφώνοντας το διατακτικό της αποφάσεως, το οποίο θα ήταν διαφορετικό χωρίς τη σχετική παράλειψη (Α.Π. 781/2022, Α.Π. 781/2020, Α.Π. 1169/2019, Α.Π. 1/2018, Α.Π. 1874/2008), εφόσον, βεβαίως, προτάθηκαν παραδεκτώς στο Δικαστήριο της ουσίας, πρωτοβάθμιο ή δευτεροβάθμιο (Α.Π. 781/2022, Α.Π. 1126/2020). Ωστόσο, δεν επιβάλλεται από κάποια διάταξη να γίνεται ειδική αναφορά και χωριστή αξιολόγηση του καθενός από τα αποδεικτικά μέσα, αλλά αρκεί να καθίσταται απολύτως βέβαιο από όλο το περιεχόμενο της αποφάσεως, ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα, που προσκομίσθηκαν μετ' επικλήσεως από τους διαδίκους.
Ο ανωτέρω λόγος απορρίπτεται ως κατ' ουσίαν αβάσιμος, αν αποδεικνύεται από την απόφαση, ότι λήφθηκαν υπ' όψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία προσκομίσθηκαν και των οποίων έγινε επίκληση, αρκεί δε προς τούτο η γενική αναφορά του είδους του αποδεικτικού μέσου (μάρτυρες, έγγραφα κ.λπ.), χωρίς ανάγκη ειδικής αξιολογήσεως καθενός (Ολ.
Α.Π. 2/2008, Α.Π. 415/2023, Α.Π. 781/2022) και χωρίς διάκριση από ποια αποδεικτικά μέσα προκύπτει άμεση και από ποια έμμεση απόδειξη (Α.Π. 415/2023, Α.Π. 781/2022, Α.Π. 1126/2020, Α.Π. 1167/2019). Μη λήψη υπ' όψη, πάντως, δεν συνάγεται από μόνο το γεγονός, ότι μνημονεύονται στην απόφαση ορισμένα μόνο από τα προσκομισθέντα με επίκληση αποδεικτικά μέσα, επειδή θεωρήθηκαν μεγαλύτερης σημασίας κατά την ελεύθερη κρίση του Δικαστηρίου (Α.Π. 415/2023, Α.Π. 781/2022, Α.Π. 1167/2019, Α.Π. 798/2010, Α.Π. 22/2005), όχι, όμως και τα επίδικα (Α.Π. 781/2022, Α.Π. 781/2020, Α.Π. 427/2020, Α.Π. 345/2020, Α.Π. 1167/2019).
Δεν αποκλείεται, βεβαίως, το Δικαστήριο της ουσίας να μνημονεύσει και να εξάρει μερικά από τα αποδεικτικά μέσα, λόγω της, κατά την ελεύθερη κρίση του, μεγαλύτερης σημασίας τους, αρκεί για τον αναιρετικό έλεγχο να προκύπτει με βεβαιότητα το ότι από τη γενική, κατ' είδος, αναφορά στα αποδεικτικά μέσα, καθίσταται βέβαιο ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα, που υποβλήθηκαν στην κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας, χωρίς να παραληφθεί κανένα (Ολ.
Α.Π. 8/2016, Α.Π. 781/2022, Α.Π. 1126/2020). Για να ιδρυθεί ο ανωτέρω λόγος, αρκεί, παρά τη βεβαίωση του Δικαστηρίου ότι λήφθηκαν υπ' όψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, να καταλείπονται, με βάση το όλο περιεχόμενο της προσβαλλομένης αποφάσεως, αμφιβολίες για το αν το συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο λήφθηκε υπ' όψη και συνεκτιμήθηκε μαζί με τις υπόλοιπες αποδείξεις για το σχηματισμό δικανικής πεποιθήσεως επί ενός ουσιώδους ισχυρισμού (Ολ.
Α.Π. 2/2008, Α.Π. 415/2023, Α.Π. 1161/2022, Α.Π. 781/2022, Α.Π. 1126/2020, Α.Π. 1034/2020, Α.Π. 412/2019, Α.Π. 705/2019). Για να είναι ορισμένος ο λόγος αυτός, θα πρέπει στην αίτηση αναιρέσεως να αναφέρεται: α) ποιες είναι οι αποδείξεις που προσκομίσθηκαν μετ' επικλήσεως και τις οποίες δεν έλαβε υπ' όψη του το Δικαστήριο της ουσίας, β) ο κρίσιμος ισχυρισμός για τον οποίο το Δικαστήριο δεν έλαβε υπ' όψη τις αποδείξεις και γ) η επίδραση που έχει αυτός στο διατακτικό της αποφάσεως, το οποίο και θα ήταν διαφορετικό χωρίς τη σχετική παράλειψη (Α.Π. 1161/2022, Α.Π. 681/2021, Α.Π. 255/2020, Α.Π. 1221/2018, Α.Π. 845/2018).
Εξάλλου, οι προβλεπόμενες από το άρθρο 390 του Κ.Πολ.Δ. γνωμοδοτήσεις προσώπων που έχουν ειδικές γνώσεις επιστήμης ή τέχνης, σε ζητήματα που αφορούν εκκρεμή δίκη, οι οποίες συντάχθηκαν ύστερα από αίτηση κάποιου διαδίκου και προσκομίζονται από αυτόν, δεν συνιστούν ιδιαίτερο αποδεικτικό μέσο, αλλά έγγραφο, που εκτιμάται ελεύθερα από το Δικαστήριο και η μνεία ότι λήφθηκαν υπ' όψη και όλα τα έγγραφα, καλύπτει και αυτές (Ολ.
Α.Π. 8/2005, Α.Π. 812/2018). Τέλος, ο ίδιος, ως άνω, αναιρετικός λόγος, όσον αφορά την προβαλλόμενη αιτίαση ότι από τα εν λόγω αποδεικτικά μέσα και έγγραφα συνάγεται αντίθετο πόρισμα, από εκείνο που δέχθηκε το Δικαστήριο της ουσίας ή ότι το Δικαστήριο δεν προσέδωσε στο αποδεικτικό μέσο την αποδεικτική βαρύτητα, που υποστηρίζει ο αναιρεσείων ότι αυτό έχει, είναι απορριπτέος, ως απαράδεκτος (άρθρο 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ.), διότι με την αιτίαση αυτή πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων (Α.Π. 781/2022, Α.Π. 1110/2020, Α.Π. 75/2016, Α.Π. 100/2007).
Με τον τέταρτο λόγο αναιρέσεως αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμό 11 περ. γ' του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., συνισταμένη στο ότι το Εφετείο, για να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα, δεν έλαβε υπ' όψη και δεν συνεκτίμησε τα ακόλουθα αποδεικτικά μέσα, που ο αναιρεσείων προσκόμισε νομίμως μετ' επικλήσεως ενώπιον του Εφετείου, ήτοι: 1) την αριθ.
πρωτ. ... γνωμάτευση της Επιτροπής Αναρρωτικών Αδειών της υπηρεσίας, Ελληνικής Αστυνομίας, 2) την από 5/7/2000 ιατρική γνωμάτευση του χειρουργού ορθοπεδικού, Αστυνομικού Υποδιευθυντή (ΥΓ), Α. Μ., 3) την αριθ. πρωτ. ... γνωμάτευση της Επιτροπής Αναρρωτικών Αδειών της Ελληνικής Αστυνομίας, 4) την από 22/6/2001 ιατρική γνωμάτευση του χειρουργού ορθοπεδικού, Αστυνομικού Υποδιευθυντή (ΥΓ), Α.
Μ., 5) την αριθ. πρωτ. 3075/3/7/2002 γνωμάτευση της Επιτροπής Αναρρωτικών Αδειών της Ελληνικής Αστυνομίας, 6) την από 1/7/2002 ιατρική γνωμάτευση του χειρουργού ορθοπεδικού, Αστυνομικού Υποδιευθυντή (ΥΓ), Α. Μ., 7) την αριθ. πρωτ. ... γνωμάτευση της Επιτροπής Αναρρωτικών Αδειών της Ελληνικής Αστυνομίας, 8) την από 5/8/2003 ιατρική γνωμάτευση του Γενικού Νοσοκομείου Άρτας, που υπογράφει ο ορθοπεδικός χειρουργός Κ.
Τ., 9) την από 6/8/2003 ιατρική γνωμάτευση του Στρατιωτικού Ορθοπεδικού Ιατρού Υπίατρου, Γ. Κ., της Υγειονομικής Μονάδας του Στρατού, 10) την αριθ. 65/7/8/2003 γνωμάτευση της Επιτροπής Αναρρωτικών Αδειών της Υπηρεσίας στην Άρτα, 11) τις από 3/9/2003 και από 7/1/2004 ιατρικές γνωματεύσεις του θεράποντα ιατρού, χειρουργού ορθοπεδικού, Ε.
Λ., 12) την αριθ. πρωτ. 3292/26/7/2004 γνωμάτευση της Επιτροπής Αναρρωτικών Αδειών της Ελληνικής Αστυνομίας, 13) την από 25/7/2004 ιατρική γνωμάτευση του χειρουργού ορθοπεδικού, Αστυνομικού Υποδιευθυντή (ΥΓ), Α. Μ., 14) την από 9/9/2004 ιατρική γνωμάτευση του ανωτέρω ιατρού της Υπηρεσίας του, Α. Μ., 15) την αριθ. πρωτ. 3833/10/9/2004 γνωμάτευση της Επιτροπής Αναρρωτικών Αδειών της Υπηρεσίας μου και 16) τα αναλυτικά αναφερόμενα έγγραφα στις σελίδες 10, 11,12, 13, 14, 15, 16, 17 στις πρωτόδικες και ενώπιον του Εφετείου προτάσεις του.
Από την περιλαμβανόμενη, όμως, στην προσβαλλομένη απόφαση ρητή βεβαίωση του Εφετείου ότι στο αποδεικτικό του πόρισμα κατέληξε, αφού έλαβε υπ' όψη, μεταξύ άλλων αποδεικτικών μέσων και όλα τα έγγραφα τα οποία οι διάδικοι προσκόμισαν και επικαλέσθηκαν νομίμως (7ο φύλλο αυτής), δεν καταλείπεται αμφιβολία, σε συνδυασμό και με το περιεχόμενο της αποφάσεως αυτής, για το ότι το Εφετείο έλαβε υπ' όψη και τα παραπάνω έγγραφα, τα οποία συνεκτίμησε με τις λοιπές αποδείξεις για τη στήριξη του αποδεικτικού του πορίσματος.
Συνεπώς, ο τέταρτος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ.11 περ.γ'ΚΠολΔ είναι απορριπτέος, ως αβάσιμος.
Ο προβλεπόμενος από το άρθρο 559 αριθμ. 20 του Κ.Πολ.Δ. λόγος αναιρέσεως, για παραμόρφωση του περιεχομένου εγγράφου, ιδρύεται, όταν το Δικαστήριο της ουσίας υπέπεσε σε διαγνωστικό σφάλμα, αναγόμενο δηλαδή στην ανάγνωση του εγγράφου με την παραδοχή ότι περιέχει περιστατικά προδήλως διαφορετικά από εκείνα που πράγματι περιλαμβάνει, όχι δε και όταν από το περιεχόμενο του εγγράφου, το οποίο σωστά ανέγνωσε, συνάγει αποδεικτικό πόρισμα διαφορετικό από εκείνο, που ο αναιρεσείων θεωρεί ορθό.
Πράγματι, στην τελευταία περίπτωση πρόκειται για παράπονο αναφερόμενο στην εκτίμηση πραγματικών γεγονότων, η οποία εκφεύγει από τον αναιρετικό έλεγχο. Πάντως, για να θεμελιωθεί ο προαναφερόμενος λόγος αναιρέσεως, θα πρέπει το Δικαστήριο της ουσίας να έχει στηρίξει το αποδεικτικό του πόρισμα αποκλειστικώς ή κατά κύριο λόγο στο έγγραφο, το περιεχόμενο του οποίου φέρεται ότι παραμορφώθηκε, όχι δε όταν το έχει συνεκτιμήσει απλώς μαζί με άλλα αποδεικτικά μέσα, χωρίς να εξαίρει το έγγραφο, αναφορικώς με το πόρισμα στο οποίο κατέληξε για την ύπαρξη ή μη του αποδεικτέου γεγονότος (Ολ.
Α.Π. 14/2011, Ολ. Α.Π. 2/2008, Α.Π. 551/2023, Α.Π. 124/2023, Α.Π. 681/2022). Κατά την έννοια της παραπάνω διατάξεως, ως έγγραφα, η παραμόρφωση του περιεχομένου των οποίων ιδρύει τον προβλεπόμενο από τη διάταξη αυτή λόγο αναιρέσεως, θεωρούνται τα αναφερόμενα στα άρθρα 339 και 432 επ. του ίδιου κώδικα ως αποδεικτικά μέσα. Έτσι δεν είναι έγγραφο, με την έννοια αυτή, η απόφαση του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου (Α.Π. 300/2006, Α.Π. 740/2000).
Στην προκειμένη περίπτωση, ο αναιρεσείων με τον πέμπτο λόγο αναιρέσεως προβάλλει, υπό την επίκληση του άρθρου 559 αριθμ. 20 του Κ.Πολ.Δ. την πλημμέλεια ότι το Εφετείο παραμόρφωσε το περιεχόμενο της υπ' αριθμ. 4538/2001 τελεσιδίκου αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Ο λόγος αυτός αναιρέσεως είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, διότι το προαναφερθέν έγγραφο δεν είναι επιδεκτικό παραμορφώσεως κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθμ. 20 του Κ.Πολ.Δ.
Κατόπιν αυτών, μη υπάρχοντος άλλου λόγου αναιρέσεως προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση, να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος από τον αναιρεσείοντα παραβόλου, λόγω της ήττας του, στο Δημόσιο Ταμείο (άρθρ. 495 παρ. 3 του Κ.Πολ.Δ.) και, τέλος, να καταδικασθεί ο αναιρεσείων, που ηττήθηκε στη δίκη, στα δικαστικά έξοδα της δεύτερης των αναιρεσιβλήτων, που κατέθεσε προτάσεις, κατά το βάσιμο, περί τούτου, αίτημα της τελευταίας (άρθρα 176, 183, 189 και 191 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.), κατά τα, ειδικότερα, οριζόμενα στο διατακτικό της παρούσας.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Θεωρεί καταργημένη την δίκη ως προς την πρώτη των αναρεσιβλήτων Μ. Μ..
Απορρίπτει την από 8-9-2020 αίτηση αναιρέσεως κατά της υπ' αριθμ. 4792/2018 τελεσιδίκου αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.
Διατάσσει την εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του, καταβληθέντος από τον αναιρεσείοντα, παραβόλου. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα της δεύτερης των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων ευρώ (2.700€).
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 4 Απριλίου 2024.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Και ταύτης αποχωρησάσης από την Υπηρεσία ο'αρχαιότερος της Συνθέσεως Αρεοπαγίτης ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 26 Σεπτεμβρίου 2024.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ