Supreme Court partially allows appeal against expropriation compensation, remanding specific issues for retrial.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed appeals from most appellants but partially allowed the appeal filed by the current heirs of deceased parties. The court found that the lower court failed to properly address specific arguments regarding additional compensation for a ramp construction, which were previously rejected without adequate reasoning. Consequently, the judgment was annulled regarding these specific appellants and remanded for retrial, while the State was ordered to pay legal costs.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559, 580, 495 of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court must annul a lower court decision if it fails to provide sufficient reasoning for rejecting specific claims, necessitating a remand for retrial by a different panel of judges.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 681 / 2022 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 681/2022
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωστούλα Φλουρή - Χαλεβίδου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ευστάθιο Νίκα, Μαρία Βάρκα, Άννα Αγγελάτου - Βασιλείου και Ασπασία Μεσσηνιάτη - Γρυπάρη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 18 Φεβρουαρίου 2022, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1) … και 35) ..., για τις ιδιοκτησίες ..., ... και ... (35ου στην από 10-1-2008 αίτηση). Οι υπό στοιχ. 1α, 1β, 1γ, 2ος, 4β, 9η, 10α, 10β, 11ος, 12α, 12β, 12γ, 12δ, 13ος, 15η, 16η, 17η, 19ος, 20α και 31η των αναιρεσειόντων εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Αθανασία Λαγγουρέτου, που δήλωσε στο ακροατήριο ότι: 1) Ο 3ος και 34ος (ίδιο πρόσωπο) των αναιρεσειόντων, Κ.
Σ. του Γ., απεβίωσε στις 22-7-2018 και τη βιαίως διακοπείσα δίκη συνεχίζουν οι νόμιμοι εκ διαθήκης κληρονόμοι του: α. Ε. Σ. του Κ., β. Σ. Σ. του Κ., κάτοικοι ... και γ) Θ. Σ. του Γ., κάτοικος ..., εκπροσωπούμενοι από την ίδια. 2) Η υπό στοιχ. 4α των αναιρεσειόντων, Ε. Μ. χα Κ., απεβίωσε στις 16-3-2018 και τη βιαίως διακοπείσα δίκη συνεχίζει η νόμιμη εξ αδιαθέτου κληρονόμος της Κ.
Π. συζ. Μ. (4β), εκπροσωπούμενη από την ίδια. 3) Ο 6ος και 35ος (ίδιο πρόσωπο) των αναιρεσειόντων, Π. Κ. του Ι., απεβίωσε στις 28-6-2016 και τη βιαίως διακοπείσα δίκη συνεχίζουν οι νόμιμοι εξ αδιαθέτου κληρονόμοι του: α. Α. Π. του Δ., Μ. Κ. του Π. και Δ. - Ι. του Π., κάτοικοι ..., εκπροσωπούμενοι από την ίδια. 4) Η 8η των αναιρεσειόντων, Ε.
χα Α. Μ., απεβίωσε στις 27-3-2018 και τη βιαίως διακοπείσα δίκη συνεχίζει η νόμιμη εκ διαθήκης κληρονόμος της Α. Μ. του Α., κάτοικος ..., εκπροσωπούμενη από την ίδια. 5) Η 18η των αναιρεσειόντων, Ε. χα Ι. Μ., απεβίωσε στις 21-6-2019 και τη βιαίως διακοπείσα δίκη συνεχίζει η νόμιμη εξ αδιαθέτου κληρονόμος της Β. Μ. του Ι. (17η), εκπροσωπούμενη από την ίδια. 6) Ο υπό στοιχ. 20β των αναιρεσειόντων, Κ.
Μ. του Δ., απεβίωσε στις 21-5-2012 και τη βιαίως διακοπείσα δίκη συνεχίζουν οι νόμιμοι εξ αδιαθέτου κληρονόμοι του: α. Μ. Μ. του Κ. και Δ. Μ. του Κ., κάτοικοι ..., εκπροσωπούμενοι από την ίδια. 7) Ο 25ος των αναιρεσειόντων Κ. Μ. του Γ. απεβίωσε στις 14-8-2017 και τη βιαίως διακοπείσα δίκη συνεχίζουν οι νόμιμοι εξ αδιαθέτου κληρονόμοι του:
α. Κ. χα Κ. Μ., το γένος Δ. Α., β. Μ. Μ. του Κ. και γ. Γ. Μ. του Κ., κάτοικοι ..., εκπροσωπούμενοι από την ίδια. Οι λοιποί των αναιρεσειόντων, δεν παραστάθηκαν, ούτε εκπροσωπήθηκαν στο ακροατήριο. Του αναιρεσιβλήτου: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, που κατοικοεδρεύει στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την Ιωάννα Παχή, Πάρεδρο ΝΣΚ, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, που δεν κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 4-12-2007 αίτηση καθορισμού οριστικής τιμής μονάδος αποζημίωσης απαλλοτρίωσης του ήδη αναιρεσιβλήτου (μετά την έκδοση της 1021/2007 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών που καθόρισε προσωρινή τιμή μονάδος αποζημίωσης), που κατατέθηκε στο Εφετείο Αθηνών και συνεκδικάστηκε με την από 10-1-2008 αίτηση των ήδη αναιρεσειόντων και άλλων προσώπων, μη διαδίκων στην παρούσα δίκη, με τις αιτήσεις άλλων προσώπων, επίσης μη διαδίκων στην παρούσα δίκη, καθώς και με τις ανταιτήσεις και παρεμβάσεις των εκεί διαδίκων.
Εκδόθηκε η 5868/2011 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, την αναίρεση της οποίας ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 10-11-2012 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ασπασία Μεσσηνιάτη - Γρυπάρη διάβασε την από 8-4-2021 έκθεση της τότε Αρεοπαγίτου και ήδη Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Κωστούλας Φλουρή - Χαλεβίδου, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή του πρώτου λόγου, από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, που αφορά στην ανατροπή του τεκμηρίου ωφελείας και την απόρριψη των λοιπών λόγων της από 10-11-2012 και με ειδικό αριθμό καταθ. 982/2012 αιτήσεως για αναίρεση της υπ' αριθμ. 5868/2011 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών. Η πληρεξούσια των παραστάντων αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης αναίρεσης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με τις διατάξεις των άρθρων 94 παρ. 1, 96 παρ. 1 και 3, 104, 568 παρ. 4 και 576 παρ. 1 - 3 του ΚΠολΔ ορίζονται, αντίστοιχα, τα εξής: α) Στα πολιτικά δικαστήρια οι διάδικοι έχουν υποχρέωση να παρίστανται με πληρεξούσιο δικηγόρο. β) Η πληρεξουσιότητα, κατά τη διαδικασία ενώπιον του Αρείου Πάγου, δίνεται μόνο, είτε με συμβολαιογραφική πράξη, είτε με προφορική δήλωση, που καταχωρίζεται στα πρακτικά ή στην έκθεση, μπορεί δε να αφορά ορισμένες ή όλες τις δίκες εκείνου που την παρέχει και πρέπει να αναγράφει και τα ονόματα των πληρεξουσίων.
γ) Για τις προπαρασκευαστικές πράξεις και τις κλήσεις έως τη συζήτηση στο ακροατήριο θεωρείται ότι υπάρχει πληρεξουσιότητα, ενώ για τη συζήτηση στο ακροατήριο απαιτείται ρητή πληρεξουσιότητα και, αν δεν υπάρχει, κηρύσσονται άκυρες όλες οι πράξεις, ακόμη και εκείνες που είχαν γίνει προηγουμένως. Το δικαστήριο εξετάζει αυτεπαγγέλτως, σε κάθε στάση της δίκης, την έλλειψη πληρεξουσιότητας, καθώς και την υπέρβασή της.
δ) Αν ο αναιρεσείων επισπεύδει τη συζήτηση, η κλήση συντάσσεται κάτω από το αντίγραφο του δικογράφου που έχει κατατεθεί και επιδίδεται με επιμέλειά του στους αντιδίκους και ε) Αν ο διάδικος, που επισπεύδει τη συζήτηση δεν εμφανιστεί ή εμφανιστεί, αλλά δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος συζητεί την υπόθεση σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι.
Αν ο αντίδικος εκείνου που επέσπευσε τη συζήτηση δεν εμφανιστεί ή εμφανιστεί, αλλά δεν λάβει μέρος σ' αυτήν με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα. Αν η κλήση για τη συζήτηση δεν επιδόθηκε καθόλου ή δεν επιδόθηκε νόμιμα ή εμπρόθεσμα, ο Άρειος Πάγος κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση και η υπόθεση επαναφέρεται για συζήτηση με νέα κλήτευση.
Στην αντίθετη περίπτωση, προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί. Σε περίπτωση απλής ομοδικίας, αν κάποιος δεν εκπροσωπηθεί από πληρεξούσιο δικηγόρο, η υπόθεση χωρίζεται και η συζήτηση της αιτήσεως αναιρέσεως χωρεί νομίμως, ως προς όσους εκπροσωπούνται από πληρεξούσιο δικηγόρο ή έχουν κλητευθεί νομίμως, και κηρύσσεται απαράδεκτη ως προς τους λοιπούς.
Από το συνδυασμό των διατάξεων αυτών συνάγονται τα εξής: 1) οι διάδικοι παρίστανται στο ακροατήριο με πληρεξούσιο δικηγόρο, στον οποίο, αν πρόκειται για διαδικασία ενώπιον του Αρείου Πάγου, πρέπει να έχει δοθεί δικαστική πληρεξουσιότητα με συμβολαιογραφική πράξη ή με δήλωση του διαδίκου που καταχωρίζεται στα πρακτικά ή στην έκθεση.
Η έλλειψη αυτής, που εξετάζεται και αυτεπαγγέλτως, έχει ως συνέπεια την ακυρότητα της παραστάσεως, καθώς και των πράξεων που είχαν γίνει προηγουμένως, και ο διάδικος θεωρείται ότι δεν παρίσταται (ΑΠ 96/2020, 838/2017, ΑΠ 1921/2014, ΑΠ 652/2014, πρβλ. ΑΠ Ολομ. 8/2009, ΑΠ Ολομ. 9/2003) και 2) σε περίπτωση περισσοτέρων αναιρεσειόντων, οι οποίοι επισπεύδουν τη συζήτηση της αναιρέσεως, αν κάποιος από αυτούς απουσιάζει κατά τη συζήτηση, τότε, για να είναι παραδεκτή η συζήτηση, πρέπει να αποδεικνύεται ότι ο απών αναιρεσείων είχε παράσχει στον φερόμενο ως πληρεξούσιο δικηγόρο, μέσω του οποίου επέσπευσε και ο ίδιος τη συζήτηση, την προς τούτο απαιτούμενη πληρεξουσιότητα, την ύπαρξη της οποίας ερευνά αυτεπαγγέλτως ο Άρειος Πάγος, ή ότι είχε κλητευθεί για τη συζήτηση της αναιρέσεως από τον αναιρεσίβλητο ή τους νόμιμα παριστάμενους λοιπούς αναιρεσείοντες (ΑΠ Ολομ. 4/1994, ΑΠ Ολομ. 2/1992, ΑΠ 2062/2017, ΑΠ 1863/2017).
Στην αντίθετη περίπτωση, η υπόθεση χωρίζεται για όσους εκπροσωπούνται από πληρεξούσιο δικηγόρο ή έχουν κλητευθεί νόμιμα και κηρύσσεται απαράδεκτη ως προς τους λοιπούς, που δεν κλητεύθηκαν νόμιμα (ΑΠ 171/2020, 209/2019, 782/2018, 365/2018). Εξ άλλου, με το άρθρο 83 παρ. 2 του ν. 4690/2020 "Κατεπείγουσες ρυθμίσεις για την προστασία της δημόσιας υγείας από τις συνεχιζόμενες συνέπειες της πανδημίας του κορωνοϊού COVID-19, την ανάπτυξη, την κοινωνική προστασία και την επαναλειτουργία των δικαστηρίων και άλλα ζητήματα" ορίζεται ότι "2.
Σε περίπτωση που η συζήτηση υπόθεσης οποιουδήποτε βαθμού δικαιοδοσίας και οποιασδήποτε διαδικασίας ματαιώθηκε διαρκούσης της αναστολής λειτουργίας των δικαστηρίων λόγω των έκτακτων μέτρων προστασίας της δημόσιας υγείας από την πανδημία του κορωνοϊού COVID-19, ορίζεται αυτεπαγγέλτως, με πράξη του προέδρου του τμήματος ή του προϊσταμένου του δικαστηρίου, νέα ημέρα και ώρα συζήτησης στο ακροατήριο στη συντομότερη διαθέσιμη δικάσιμο.
Η εγγραφή της υπόθεσης στο οικείο πινάκιο ή έκθεμα, το οποίο μπορεί να τηρείται και ηλεκτρονικά, γίνεται με πρωτοβουλία του γραμματέα και ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων. Προς ενημέρωση των διαδίκων, και πάντως όχι επί ποινή ακυρότητας, η νέα δικάσιμος γνωστοποιείται από τον γραμματέα στον δικηγορικό σύλλογο της έδρας του δικαστηρίου.
Στις υποθέσεις με διάδικο το Ελληνικό Δημόσιο, ο γραμματέας του δικαστηρίου γνωστοποιεί στην Κεντρική Υπηρεσία του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους τη νέα δικάσιμο με το οικείο πινάκιο ή έκθεμα. Με πρωτοβουλία επίσης του γραμματέα μπορεί να γνωστοποιείται η νέα δικάσιμος με αποστολή ηλεκτρονικού μηνύματος στη διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου των διαδίκων ή με ανάρτηση στην πύλη ψηφιακών υπηρεσιών δικαστηρίων solon.gov.gr για όσα δικαστήρια και διαδικασίες έχουν ενταχθεί στο εν λόγω σύστημα".
Με την προαναφερόμενη διάταξη, προβλέπεται μεν ο αυτεπάγγελτος επαναπροσδιορισμός της συζητήσεως των υποθέσεων που ματαιώθηκαν κατά το χρονικό διάστημα της επιβολής του μέτρου της προσωρινής αναστολής της λειτουργίας των δικαστηρίων λόγω της πανδημίας του κορωνοϊού COVID-19, πλην όμως, σε περίπτωση ερημοδικίας κάποιου διαδίκου κατά την ορισθείσα νέα δικάσιμο, προκειμένου να ισχύσει η με πρωτοβουλία του γραμματέα εγγραφή της υποθέσεως στο οικείο πινάκιο ή έκθεμα, ως κλήτευση κατ' αυτή του απολειπομένου διαδίκου, απαιτείται ως προϋπόθεση ο εν λόγω διάδικος, είτε να είχε επισπεύσει εγκύρως τη συζήτηση ο ίδιος, είτε να είχε νομίμως και εμπροθέσμως κλητευθεί να παραστεί για τη δικάσιμο, κατά την οποία η συζήτηση της υποθέσεως ματαιώθηκε λόγω της αναστολής.
Σε αντίθετη περίπτωση, η εγγραφή της υποθέσεως στο πινάκιο για τη νέα δικάσιμο, δεν ισχύει ως κλήτευσή του κατ' αυτή και απαιτείται η νόμιμη κλήτευσή του. Στην προκειμένη περίπτωση, φέρεται προς συζήτηση η από 10-11-2012 αίτηση, για αναίρεση της υπ' αριθμ. 5868/2011 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών. Όπως προκύπτει από τα πρακτικά συνεδριάσεως του Δικαστηρίου τούτου και τα διαδικαστικά έγγραφα της παρούσας δίκης, που παραδεκτά επισκοπούνται (άρθρο 561 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.), η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως προσδιορίσθηκε, κατ' άρθρο 568 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ., με την επιμέλεια των αναιρεσειόντων, να συζητηθεί στη δικάσιμο της 3-4-2020.
Κατά τη δικάσιμο εκείνη ματαιώθηκε η συζήτηση αυτής, λόγω της προσωρινής αναστολής λειτουργίας των δικαστηρίων εξ αιτίας του κορωνοϊού COVID-19, επαναπροσδιορίστηκε δε αυτή αυτεπαγγέλτως για τη δικάσιμο της 16-4-2021, με πράξη της Προέδρου του Δ' τμήματος, και γράφτηκε στο οικείο πινάκιο, σύμφωνα με το άρθρο με το άρθρο 83 παρ. 2 και 3 του ν. 4790/2021.
Κατά τη δικάσιμο εκείνη, ματαιώθηκε και πάλι η συζήτηση, για τον ίδιο λόγο, επαναπροσδιορίστηκε δε για την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο, με πράξη της Προέδρου του Δ' τμήματος, και γράφτηκε στο οικείο πινάκιο, σύμφωνα με το άρθρο με το άρθρο 83 παρ. 2 και 3 του ν. 4690/2020. Όπως προκύπτει από τα ταυτάριθμα με την παρούσα απόφαση πρακτικά δημόσιας συνεδριάσεως του Δικαστηρίου τούτου, οι 5ος, 7 α, 7 β, 7 γ, 14ος, 21η, 22ος, 23 α, 23 β, 23 γ, 24ος, 26ος 27ης, 28 α, 28 β, 28 γ, 28 δ, 29η, 30 α, 30 β, 30 γ, 32 α, 32 β και 33ος των αναιρεσειόντων, δεν παρέστησαν στο δικαστήριο κατά την εκφώνηση της υποθέσεως από τη σειρά του οικείου πινακίου, ούτε κατέθεσαν δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2, που εφαρμόζεται και στη δίκη για την αναίρεση, κατ' άρθρο 573 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ.
Από τα διαδικαστικά έγγραφα της δίκης, δεν αποδεικνύεται ότι οι προαναφερόμενοι αναιρεσείοντες είχαν χορηγήσει στον φερόμενο ως πληρεξούσιο δικηγόρο τους Γεώργιο Λαγγουρέτο (που υπογράφει το αναιρετήριο) πληρεξουσιότητα, σύμφωνα με κάποιον από τους συστατικούς τύπους του άρθρου 96 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ., για την άσκηση από αυτούς της ένδικης αιτήσεως αναιρέσεως.
Επίσης, δεν αποδεικνύεται ότι οι εν λόγω αναιρεσείοντες έχουν κλητευθεί -για την παρούσα ή για μία από τις προγενέστερες δικασίμους, κατά τις οποίες ματαιώθηκε η συζήτηση- από τους λοιπούς, παριστάμενους, (απλούς) ομοδίκους τους- αναιρεσείοντες, που επισπεύδουν έγκυρα τη συζήτηση, ή από το αντίδικό τους Ελληνικό Δημόσιο.
Κατά συνέπειαν, σύμφωνα με όσα αναφέρθηκαν στη μείζονα σκέψη, πρέπει να κηρυχθεί απαράδεκτη η συζήτηση της αιτήσεως αναιρέσεως, ως προς τους απόντες αυτούς αναιρεσείοντες, να διαταχθεί, ως προς αυτούς, ο χωρισμός της υποθέσεως, και να ερευνηθεί η αίτηση ως προς τους λοιπούς, παριστάμενους, αναιρεσείοντες.
Από τις διατάξεις των άρθρων 286 περ. α', 287 παρ. 1, 291 και 292 του Κ.Πολ.Δ. [όπως το άρθρο 287 αντικαταστάθηκε με την παρ. 2 του άρθρου δεύτερου του άρθρου 1 του ν. 4335/2015 (ΦΕΚ Α'87/23.7.2015), και, κατά την παρ. 4 του άρθρου ένατου του άρθρου 1 του ως άνω νόμου, ισχύει από 1.1.2016, εφόσον δεν ορίζεται διαφορετικά σε επιμέρους διατάξεις], οι οποίες εφαρμόζονται, κατά το άρθρο 573 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα, και στη διαδικασία της δίκης για την αναίρεση, προκύπτει ότι η δίκη διακόπτεται, αν μετά την άσκηση της αιτήσεως αναιρέσεως και μέχρι να τελειώσει η προφορική συζήτηση, μετά την οποία εκδίδεται η οριστική απόφαση του Αρείου Πάγου, αποβιώσει κάποιος διάδικος.
Η διακοπή επέρχεται από τη γνωστοποίηση προς τον αντίδικο του λόγου αυτής, με επίδοση δικογράφου ή με τις προτάσεις ή με προφορική δήλωση στο ακροατήριο ή εκτός του ακροατηρίου, κατά την επιχείρηση της διαδικαστικής πράξεως. Η δίκη που διακόπηκε μπορεί να επαναληφθεί, είτε εκούσια, με ρητή ή σιωπηρή δήλωση του διαδίκου υπέρ του οποίου επήλθε η διακοπή, είτε αναγκαστικά, με πρόσκληση του αντιδίκου του διαδίκου υπέρ του οποίου επήλθε η διακοπή, ο οποίος μπορεί να επισπεύσει την επανάληψή της, κοινοποιώντας στο διάδικο υπέρ του οποίου επήλθε η διακοπή δικόγραφο για επανάληψη της δίκης.
Εξ άλλου, κατά το άρθρο. 62 εδ.α Κ.Πολ.Δ., όποιος έχει την ικανότητα να είναι υποκείμενο δικαιωμάτων και υποχρεώσεων έχει και την ικανότητα να είναι διάδικος. Η ικανότητα αυτή, που, ως διαδικαστική προϋπόθεση, εξετάζεται αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο, σε κάθε στάση της δίκης, κατά το άρθρο 73 Κ.Πολ.Δ., παύει να υπάρχει για το φυσικό πρόσωπο με το θάνατό του (άρθρο 35 ΑΚ).
Εξ άλλου, κατά το άρθρο 313 παρ. 1 εδ. δ' Κ.Πολ.Δ., η απόφαση που εκδόθηκε σε δίκη διεξαχθείσα στο όνομα ανύπαρκτου φυσικού προσώπου, όπως είναι και αυτό που απεβίωσε, δεν έχει υπόσταση και ρητά χαρακτηρίζεται και αυτή ως ανύπαρκτη. Από τις διατάξεις αυτές συνάγεται ότι διαδικαστική πράξη, που ασκήθηκε στο όνομα προαποβιώσαντος προσώπου, είναι απαράδεκτη και πρέπει αυτή να είχε ασκηθεί από τους κληρονόμους του, όπως για την αναίρεση ειδικότερα ορίζει το άρθρο 556 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ.
Συνεπώς, η αίτηση αναιρέσεως, που ασκήθηκε στο όνομα διαδίκου, ήδη αποβιώσαντος κατά την άσκησή της, είναι απορριπτέα ως απαράδεκτη για έλλειψη αναγκαίας διαδικαστικής προϋποθέσεως, δηλαδή του ίδιου του υποκειμένου της διαδικαστικής πράξεως (ΑΠ 1611/2011, ΑΠ 448/2011, ΑΠ 1641/2006). Στάδιο δε συνέχισης της δίκης από τους κληρονόμους του ήδη αποβιώσαντος αναιρεσείοντος, είτε αυτοβούλως, με δήλωση του πληρεξουσίου δικηγόρου ότι συνεχίζουν τη δίκη, είτε με κλήτευση αυτών εκ μέρους του αντιδίκου τους, δεν υφίσταται στην ως άνω περίπτωση, διότι οι διατάξεις των άρθρων 286, 287, 290 και 291 του Κ.Πολ.Δ.
προϋποθέτουν επελθόντα θάνατο του διαδίκου μετά την άσκηση της διαδικαστικής πράξεως, ήτοι εν προκειμένω της αιτήσεως αναιρέσεως, και, κατά συνέπειαν, αυτοί απαραδέκτως συμμετέχουν στη δίκη, ως κληρονόμοι του προαποβιώσαντος διαδίκου (ΑΠ 1083/2020, 536/2020, 1446/2019, 177/2018). Στην προκειμένη περίπτωση, η πληρεξούσια δικηγόρος των παρισταμένων αναιρεσειόντων Αθανασία Λαγγουρέτου, με προφορική δήλωσή της στο ακροατήριο του Δικαστηρίου τούτου που καταχωρίστηκε στα ταυτάριθμα με την παρούσα πρακτικά συνεδριάσεως, δήλωσε ότι: 1) Ο 3ος και 34ος (ίδιο πρόσωπο) των αναιρεσειόντων, Κ.
Σ. του Γ., απεβίωσε στις 22-7-2018 και τη βιαίως διακοπείσα δίκη συνεχίζουν οι νόμιμοι εκ διαθήκης κληρονόμοι του: α) Ε. Σ. του Κ., β) Σ. Σ. του Κ., κάτοικοι ... και γ) Θ. Σ. του Γ., κάτοικος ..., εκπροσωπούμενοι από την ίδια, 2) Η υπό στοιχ. 4α των αναιρεσειόντων, Ε. Μ. χήρα Κ., απεβίωσε στις 16-3-2018 και τη βιαίως διακοπείσα δίκη συνεχίζει η νόμιμη εξ αδιαθέτου κληρονόμος της Κ.
Π. συζ. Μ. (4β), εκπροσωπούμενη από την ίδια, 3) Ο 6ος και 35ος (ίδιο πρόσωπο) των αναιρεσειόντων, Π. Κ. του Ι., απεβίωσε στις 28- 6-2016 και τη βιαίως διακοπείσα δίκη συνεχίζουν οι νόμιμοι εξ αδιαθέτου κληρονόμοι του: α) Α. Π. του Δ., β) Μ. Κ. του Π. και γ) Δ. - Ι. του Π., κάτοικοι ..., εκπροσωπούμενοι από την ίδια, 4) Η 8η των αναιρεσειόντων, Ε.
χήρα Α. Μ., απεβίωσε στις 27-3-2018 και τη βιαίως διακοπείσα δίκη συνεχίζει η νόμιμη εκ διαθήκης κληρονόμος της Α. Μ. του Α., κάτοικος ..., εκπροσωπούμενη από την ίδια, 5) Η 18η των αναιρεσειόντων, Ε. χήρα Ι. Μ., απεβίωσε στις 21-6-2019 και τη βιαίως διακοπείσα δίκη συνεχίζει η νόμιμη εξ αδιαθέτου κληρονόμος της Β. Μ. του Ι. (17η), εκπροσωπούμενη από την ίδια, 6) Ο υπό στοιχ. 20β των αναιρεσειόντων, Κ.
Μ. του Δ., απεβίωσε στις 21-5-2012 και τη βιαίως διακοπείσα δίκη συνεχίζουν οι νόμιμοι εξ αδιαθέτου κληρονόμοι του: α) Μ. Μ. του Κ. και β) Δ. Μ. του Κ., κάτοικοι ..., εκπροσωπούμενοι από την ίδια και 7) Ο 25ος των αναιρεσειόντων Κ. Μ. του Γ. απεβίωσε στις 14-8-2017 και τη βιαίως διακοπείσα δίκη συνεχίζουν οι νόμιμοι εξ αδιαθέτου κληρονόμοι του:
α) Κ. χα Κ. Μ., το γένος Δ. Α., β) Μ. Μ. του Κ. και γ) Γ. Μ. του Κ., κάτοικοι ..., εκπροσωπούμενοι από την ίδια. Από τους ανωτέρω, οι 3ος και 34ος (ίδιο πρόσωπο), 4α, 6ος και 35ος (ίδιο πρόσωπο), 8η, 18η και 25ος των αναιρεσειόντων, Κ. Σ. του Γ., Ε. Μ. χήρα Κ., Π. Κ. του Ι., Ε. χήρα Α. Μ., Ε. χήρα Ι. Μ. και Κ. Μ. του Γ., απεβίωσαν, αντίστοιχα, στις 22-7-2018, 16-3-2018, 28-6-2016, 27-3-2018, 21-6-2019 και 14-8-2017, όπως προκύπτει από τις σχετικές ληξιαρχικές πράξεις θανάτου, ήτοι μετά την κατάθεση, στις 19-11-2012, της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως, τη δίκη δε συνεχίζουν οι προαναφερθέντες κληρονόμοι τους, των οποίων η κληρονομική ιδιότητα δεν αμφισβητείται, αποδεικνύεται δε από τα προσκομιζόμενα έγγραφα.
Ο 20 β' όμως των αναιρεσειόντων Κ. Μ. του Δ., όπως προκύπτει από τη καταχωρισθείσα στα πρακτικά δήλωση της ανωτέρω πληρεξουσίας δικηγόρου, αποδεικνύεται δε και από το προσκομιζόμενο απόσπασμα ληξιαρχικής πράξης θανάτου αυτού, απεβίωσε στις 21.5.2012, ήτοι σε χρόνο πριν την άσκηση της ένδικης αιτήσεως αναιρέσεως, που, κατά τα προεκτεθέντα, κατατέθηκε στη γραμματεία του εκδόσαντος την προσβαλλόμενη απόφαση δικαστηρίου στις 19 Νοεμβρίου 2012.
Συνεπώς, ως προς αυτόν, πρέπει η αίτηση αναιρέσεως να απορριφθεί ως απαράδεκτη, λόγω ελλείψεως διαδικαστικής προϋποθέσεως, και δη του ίδιου του υποκειμένου του δικογράφου της, η δε κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αναιρέσεως δήλωση της ως άνω πληρεξουσίας δικηγόρου των προαναφερθέντων κληρονόμων του θανόντος, ότι αυτοί συνεχίζουν τη δίκη, ουδεμία έννομη επιρροή ασκεί, κατά τα εκτεθέντα στην προηγηθείσα νομική σκέψη.
Κατά την διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 19 του Κ.Πολ.Δικ. αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς, σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την εν λόγω διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παραβάσεως του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος απ' αυτήν λόγος αναιρέσεως ιδρύεται, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία).
Ο λόγος αυτός αναιρέσεως προϋποθέτει ουσιαστική έρευνα της υποθέσεως και, συνεπώς δεν ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας απέρριψε την αγωγή ως αόριστη ή μη νόμιμη, αφού στις περιπτώσεις αυτές το δικαστήριο δεν εκτιμά πραγματικά περιστατικά, ώστε να είναι δυνατό να υπάρξουν ελλείψεις στην περιγραφή του (Ολ.Α.Π. 44/1990, Α.Π. 701/2011).
Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο Αθηνών, με την προσβαλλομένη απόφαση, σε σχέση με τα αιτήματα των αναιρεσειόντων περί ιδιαίτερης αποζημιώσεως για τα εναπομείναντα μετά την απαλλοτρίωση τμήματα των ιδιοκτησιών τους, δέχθηκε τα ακόλουθα: "η ... αιτούσα Δ. συζ. Α. Δ., για την ιδιοκτησία ΚΠ 29, αναφέρει ότι αρχικά το ακίνητό της είχε έκταση 1.001,08 τ.μ.
και δεν ήταν άρτιο και οικοδομήσιμο, ενώ και μετά την απαλλοτρίωση δεν είναι άρτιο και οικοδομήσιμο, δεν θα μπορεί, όμως, να εξαντληθεί ο συντελεστής δόμησης, λόγω του ότι δεν επαρκούν οι διαστάσεις του για την τήρηση των 30 μέτρων απόστασης του κτίσματος από το όριο της οδού. Επίσης, είχε άνετη πρόσβαση στην οδό ..., καθώς ήταν στο ίδιο υψομετρικό επίπεδο μ' αυτή, ενώ τώρα θα πρέπει να κατασκευαστεί ράμπα εισόδου -εξόδου οχημάτων.
Εμβαδόν υπολοίπου 757,06 τ.μ., μετά την απαλλοτρίωση των 244,02 τ.μ. Ζητεί, δε, ιδιαίτερη αποζημίωση για το εναπομένον έδαφος σε ποσοστό απομείωσης 85% της οριστικής τιμής μονάδος αποζημίωσης........ Ο ... αιτών Μ. Ν. του Σ., για την ιδιοκτησία ΚΠ 77, αναφέρει ότι αρχικά το ακίνητο του είχε έκταση 324,01 τ.μ. και δεν ήταν άρτιο και οικοδομήσιμο, ενώ και μετά την απαλλοτρίωση, δεν είναι άρτιο και οικοδομήσιμο, δεν θα μπορεί, όμως να εξαντληθεί ο συντελεστής δόμησης λόγω του ότι δεν επαρκούν οι διαστάσεις του για την τήρηση των 30 μέτρων απόστασης του κτίσματος από το όριο της οδού.
Επίσης είχε άνετη πρόσβαση στην οδό ... καθώς ήταν στο ίδιο υψομετρικό επίπεδο μ' αυτή, ενώ τώρα θα πρέπει να κατασκευαστεί ράμπα εισόδου - εξόδου οχημάτων. Εμβαδόν υπολοίπου 204,04 τ.μ., μετά την απαλλοτρίωση των 119,97 τ.μ. Ζητεί δε ιδιαίτερη αποζημίωση για το εναπομένον έδαφος σε ποσοστό απομείωσης 85% της οριστικής τιμής μονάδος αποζημίωσης........
Οι ... αιτούντες Γ. Χ. του Δ., Γ. Ν. του Δ. και Γ. Δ. του Δ., για την ιδιοκτησία ..., αναφέρουν ότι αρχικά το ακίνητό τους είχε έκταση 2.157,62 τ.μ. και ήταν άρτιο και οικοδομήσιμο, ενώ και τώρα είναι άρτιο και οικοδομήσιμο. Επίσης είχε άνετα πρόσβαση στην οδό ... καθώς ήταν στο ίδιο υψομετρικό επίπεδο μ' αυτή, ενώ τώρα θα πρέπει να κατασκευαστεί ράμπα εισόδου -εξόδου οχημάτων.
Εμβαδόν υπολοίπου 2.024,03 τ.μ., μετά την απαλλοτρίωση των 133,59 τ.μ. Ζητούν δε ιδιαίτερη αποζημίωση για το εναπομένον έδαφος σε ποσοστό απομείωσης 85% της οριστικής τιμής μονάδος αποζημίωσης........ Οι ...... αιτούντες Π. Ι. του Χ., Π. Μ. του Χ., Μ. Ε. του Χ. και Π. Σ. του Χ., για τις ιδιοκτησίες ..., ..., ... και ..., αναφέρουν ότι αρχικά τα ακίνητά τους είχαν έκταση 256,286, 1.013 και 1.736 τ.μ.
αντίστοιχα και δεν ήταν άρτια και οικοδομήσιμα, ενώ και τώρα δεν είναι, πλην των ... και .... Επίσης, είχαν πρόσβαση στην οδό ... καθώς ήταν στο ίδιο υψομετρικό επίπεδο με αυτήν, ενώ τώρα θα πρέπει να κατασκευαστεί ράμπα εισόδου -εξόδου οχημάτων. Η ... ήταν ένα (1) μέτρο πιο ψηλά και τώρα θα βρεθεί 4,5 μέτρα πιο ψηλά.
Αυτή είχε δύσκολη πρόσβαση μόνο για πεζούς και ζώα, ενώ, τώρα, απεκλείσθη από τη λεωφόρο παντελώς. Οι λοιπές είχαν άνετη πρόσβαση με όλα τα γεωργικά μηχανήματα. Εμβαδόν υπολοίπου 143,55 τ.μ., μετά την απαλλοτρίωση των 92,45 τ.μ. για το πρώτο και 226,40 τ.μ., μετά την απαλλοτρίωση των 59,60 τ.μ. για το δεύτερο. Εμβαδόν υπολοίπου 772,43 τ.μ., μετά την απαλλοτρίωση των 240,57 τ.μ.
για το τρίτο και 1.655,87 τ.μ., μετά την απαλλοτρίωση των 80,13 τ.μ. για το τέταρτο. Όλες είναι περίκλειστες και δεν έχουν άλλη πρόσβαση, παρά μόνο από τη λεωφόρο. Θα δημιουργηθεί υψομετρική διαφορά, αφού ο δρόμος θα βρεθεί ψηλότερα απ' ό,τι σήμερα κατά 2,50 μ. περίπου, πλην για την ΚΠ 444 ιδιοκτησία, που θα βρεθεί χαμηλότερα κατά 4,5 μ.
και η χρήση κατοικίας επιβαρύνεται υπέρμετρα, αφού θα αυξηθούν οι ρύποι, τα καυσαέρια, ο θόρυβος, η κίνηση και οι ταχύτητες. Ζητούν δε ιδιαίτερη αποζημίωση για το εναπομένον έδαφος, σε ποσοστό απομείωσης 85% της οριστικής τιμής μονάδος αποζημίωσης........ Ο ... αιτών Α. Α. του Λ., για την ιδιοκτησία ... αναφέρει ότι αρχικό το ακίνητο του είχε έκταση 1.654,72 τ.μ.
και ήταν άρτιο και οικοδομήσιμο, ενώ και τώρα είναι, είχε, όμως πρόσβαση στην οδό ... καθώς ήταν στο ίδιο υψομετρικό επίπεδο με αυτή, ενώ τώρα θα πρέπει να κατασκευασθεί ράμπα εισόδου -εξόδου οχημάτων, αφού τώρα απεκλείσθη από τη λεωφόρο παντελώς. Είχε άνετη πρόσβαση με όλα τα γεωργικά μηχανήματα. Εμβαδόν υπολοίπου 1.252,68 τ.μ., μετά την απαλλοτρίωση των 402,04 τ.μ.
Ζητεί δε ιδιαίτερη αποζημίωση για το εναπομένον έδαφος σε ποσοστό απομείωσης 85% της οριστικής τιμής μονάδος αποζημίωσης....... Ο .... αιτών Κ. Σ. για τις ιδιοκτησίες ..., ..., ..., ..., ..., ..., αναφέρει ότι αρχικά το ακίνητο του ... είχε έκταση 200 τ.μ, και δεν ήταν άρτιο και οικοδομήσιμο, ενώ και τώρα δεν είναι άρτιο και οικοδομήσιμο, δεν θα μπορεί, όμως να εξαντληθεί ο συντελεστής δόμησης λόγω του ότι δεν επαρκούν οι διαστάσεις του για την τήρηση των 30 μέτρων απόστασης του κτίσματος από το όριο της οδού.
Επίσης είχε άνετη πρόσβαση στην οδό ..., καθώς ήταν στο ίδιο υψομετρικό επίπεδο μ' αυτή, ενώ τώρα θα πρέπει να κατασκευαστεί ράμπα εισόδου- εξόδου οχημάτων. Εμβαδόν υπολοίπου 91,56 τ.μ., μετά την απαλλοτρίωση των 108,44 τ.μ., άχρηστο για οποιαδήποτε χρήση (αγροτική/ εμπορική και αστική), λόγω της πολύ μικρής του επιφάνειας, αφού δεν μπορεί να γίνει καμία επένδυση ή αξιοποίηση, όπως πριν την απαλλοτρίωση.
Οι λοιπές ιδιοκτησίες, εκτός των ... και ... ήταν άρτιες και οικοδομήσιμες και μετά την απαλλοτρίωση παραμένουν άρτιες και οικοδομήσιμες, ενώ οι ... και ... ιδιοκτησίες δεν ήταν άρτιες και οικοδομήσιμες αλλά και μετά την απαλλοτρίωση δεν είναι άρτιες και οικοδομήσιμες, υπάρχει, όμως, μετά την απαλλοτρίωση υψομετρική διαφορά με την επαρχιακή οδό και πρόβλημα απορροής ομβρίων υδάτων, που τις καθιστά άχρηστες.
Ζητεί δε ιδιαίτερη αποζημίωση για το εναπομένον έδαφος σε ποσοστό απομείωσης 85% της οριστικής τιμής μονάδος αποζημίωσης. Ο ... αιτών Ι. Μ. του Β., για την ιδιοκτησία ..., αναφέρει ότι αρχικά το ακίνητο του είχε έκταση 816,29 τ.μ. και δεν ήταν άρτιο και οικοδομήσιμο, ενώ και τώρα (μετά την απαλλοτρίωση) δεν είναι άρτιο και οικοδομήσιμο, δεν θα μπορεί, όμως, να εξαντληθεί ο συντελεστής δόμησης, λόγω του ότι δεν επαρκούν οι διαστάσεις του για την τήρηση των 30 μέτρων απόστασης του κτίσματος από το όριο της οδού.
Επίσης είχε άνετη πρόσβαση στην οδό ... καθώς ήταν στο ίδιο υψομετρικό επίπεδο μ' αυτή, ενώ τώρα θα πρέπει να κατασκευαστεί ράμπα εισόδου-εξόδου οχημάτων. Εμβαδόν υπολοίπου 207,70 τ.μ., μετά την απαλλοτρίωση των 608,59 τ.μ., άχρηστο για οποιαδήποτε χρήση (αγροτική, εμπορική και αστική), λόγω της πολύ μικρής του επιφάνειας, αφού δεν μπορεί να γίνει καμία επένδυση ή αξιοποίηση, όπως πριν την απαλλοτρίωση.
Ζητεί δε ιδιαίτερη αποζημίωση για το εναπομένον έδαφος σε ποσοστό απομείωσης 85% της οριστικής τιμής μονάδος αποζημίωσης........ Οι .... αιτούσες Ε. χήρα Κ. Μ. και Π. συζ. Μ. Κ. για την ιδιοκτησία ΚΠ 364, αναφέρουν ότι αρχικά το ακίνητό τους είχε έκταση 2.300 τ.μ. και ήταν άρτιο και οικοδομήσιμο, ενώ και τώρα είναι άρτιο και οικοδομήσιμο.
Εμβαδόν υπολοίπου 2.233,25 τ.μ., μετά την απαλλοτρίωση των 66,75 τ.μ. Επίσης είχε άνετη πρόσβαση στην οδό ... καθώς ήταν στο ίδιο υψομετρικό επίπεδο με αυτή, ενώ τώρα δεν έχει και θα πρέπει να κατασκευαστεί ράμπα εισόδου -εξόδου οχημάτων, υπάρχει δε κίνδυνος πλημμύρας από την απορροή των ομβρίων υδάτων. Ζητούν δε ιδιαίτερη αποζημίωση για το εναπομένον έδαφος σε ποσοστό απομείωσης 85% της οριστικής τιμής μονάδος αποζημίωσης.........
Ο .... αιτών Π. Κ. του Ι., για τις ιδιοκτησίες ..., ..., ... και ..., αναφέρει ότι αρχικά τα ακίνητα του είχαν έκταση 1.144,67, 1.075,43, 998,63 και 998,27 τ.μ., αντίστοιχα, και δεν ήταν άρτια και οικοδομήσιμα, ενώ και τώρα δεν είναι, πλην του .... Όμως, είχαν άνετη πρόσβαση στην οδό ..., καθώς ήταν στο ίδιο υψομετρικό επίπεδο μ' αυτή, ενώ τώρα θα πρέπει να κατασκευαστεί ράμπα εισόδου-εξόδου οχημάτων.
Εμβαδόν υπολοίπου 1.077,76 τ.μ., μετά την απαλλοτρίωση των 66,91 τ.μ. για το πρώτο και 999.52 τ.μ. μετά την απαλλοτρίωση των 75,91 τ.μ. για το δεύτερο. Εμβαδόν υπολοίπου 891,63 τ.μ., μετά την απαλλοτρίωση των 107 τ.μ. για το τρίτο και 933,88 τ.μ., μετά την απαλλοτρίωση των 64,39 τ.μ. για το τέταρτο. Ζητεί δε ιδιαίτερη αποζημίωση για το εναπομένον έδαφος, σε ποσοστό απομείωσης 85% της οριστικής τιμής μονάδος αποζημίωσης.....
Οι ...... αιτούσες Ε. χήρα Ι. Μ. για την ιδιοκτησία ... και Β. θυγ. Ι. Μ., για την ιδιοκτησία ..., αναφέρουν ότι αρχικά τα με αριθμό ... και αριθμό ... ακίνητα τους δεν ήταν άρτια ούτε οικοδομήσιμα, ενώ και τώρα δεν είναι άρτια ούτε οικοδομήσιμα και είχαν αρχικές επιφάνειες 551 τ.μ. και 1.005 τ. μ., αντίστοιχα. Επίσης είχαν άνετη πρόσβαση στην οδό ...
καθώς ήταν στο ίδιο υψομετρικό επίπεδο μ' αυτή και είχαν πρόσβαση από το δρόμο, ενώ τώρα θα πρέπει να κατασκευασθεί ράμπα εισόδου-εξόδου οχημάτων και τοιχείο. Ζητούν δε ιδιαίτερη αποζημίωση, για το εναπομένον έδαφος σε ποσοστό απομείωσης 85% της οριστικής τιμής μονάδος αποζημίωσης. Η τριακοστή έβδομη αιτούσα Ε.
συζ. Γ. Μ., για την ιδιοκτησία ΚΠ 442, αναφέρει ότι αρχικά το ακίνητο της είχε έκταση 2.640 τ.μ. και ήταν άρτιο και οικοδομήσιμο, ενώ και τώρα είναι άρτιο και οικοδομήσιμο. Επίσης, είχε άνετη πρόσβαση στην οδό ..., καθώς ήταν στο ίδιο υψομετρικό επίπεδο μ' αυτή, ενώ τώρα θα πρέπει να κατασκευαστεί ράμπα εισόδου-εξόδου οχημάτων.
Εμβαδόν υπολοίπου 2.546,96 τ.μ., μετά την απαλλοτρίωση των 93,04 τ.μ. Ζητεί δε ιδιαίτερη αποζημίωση για το εναπομένον έδαφος σε ποσοστό απομείωσης 85% της οριστικής τιμής μονάδος αποζημίωσης......... Ο ... αιτών Μ. Λ. του Β., για την ιδιοκτησία ..., αναφέρει ότι αρχικά το ακίνητο του είχε έκταση 1.500 τ.μ. και ήταν άρτιο και οικοδομήσιμο, ενώ και τώρα είναι άρτιο και οικοδομήσιμο, όμως είχε άνετη πρόσβαση στην οδό ..., καθώς ήταν στο ίδιο υψομετρικό επίπεδο μ' αυτή, ενώ τώρα θα πρέπει να κατασκευαστεί ράμπα εισόδου-εξόδου οχημάτων.
Εμβαδόν υπολοίπου 1.425,95 τ.μ., μετά την απαλλοτρίωση των 74,05 τ.μ. Ζητεί δε ιδιαίτερη αποζημίωση για το εναπομένον έδαφος σε ποσοστό απομείωσης 85% της οριστικής τιμής μονάδος αποζημίωσης.......... Η ......... αιτούσα Ε. χήρα Α. Μ., για τις ιδιοκτησίες ΚΠ 630, ΚΠ 631, αναφέρει ότι αρχικά το ακίνητο της είχε έκταση 1.771,30 τ.μ.
και ήταν άρτιο και οικοδομήσιμο, ενώ και τώρα είναι άρτιο και οικοδομήσιμο. Εμβαδόν υπολοίπου 1.665,30 τ.μ., μετά την απαλλοτρίωση των 106 τ.μ., όμως, είχε άνετη πρόσβαση στην οδό ..., καθώς ήταν στο ίδιο υψομετρικό επίπεδο μ' αυτή, ενώ τώρα θα βρεθεί κατά πολύ χαμηλότερα της λεωφόρου και θα πρέπει να κατασκευαστεί ράμπα εισόδου-εξόδου οχημάτων.
Ζητεί δε ιδιαίτερη αποζημίωση για το εναπομένον έδαφος σε ποσοστό απομείωσης 85% της οριστικής τιμής μονάδος αποζημίωσης. Η ........ αιτούσα Κ. θυγ. Γ. Μ., για την ιδιοκτησία ΚΠ 635, αναφέρει ότι αρχικά το ακίνητό της είχε έκταση 3.867,28 τ.μ. και ήταν άρτιο και οικοδομήσιμο, αλλά και τώρα είναι, είχε, όμως, πρόσβαση στην οδό ..., καθώς ήταν στο ίδιο υψομετρικό επίπεδο μ' αυτή, ενώ τώρα θα πρέπει να κατασκευαστεί ράμπα εισόδου-εξόδου οχημάτων.
Εμβαδόν υπολοίπου 3.431,14 τ.μ., μετά την απαλλοτρίωση των 436,14 τ.μ. Ζητεί, δε, ιδιαίτερη αποζημίωση για το εναπομένον έδαφος σε ποσοστό απομείωσης 85% της οριστικής τιμής μονάδος αποζημίωσης. Ο ...... αιτών Μ. Β. του Δημητρίου, για τις ιδιοκτησίες ΚΠ 642 και ΚΠ 644, αναφέρει ότι η ιδιοκτησία του με ΚΠ 642 είχε έκταση 1.450 τ.μ.
και ήταν άρτια και οικοδομήσιμη. Από αυτή απαλλοτριώνονται 1.291,95 τ.μ. και απέμειναν 158,05 τ.μ. Μετά την απαλλοτρίωση, η εναπομένουσα ιδιοκτησία δεν θα είναι άρτια ούτε οικοδομήσιμη και δεν θα μπορεί να εξαντληθεί ο συντελεστής δόμησης, λόγω του ότι δεν επαρκούν οι διαστάσεις του για την τήρηση των 30 μέτρων απόστασης του κτίσματος από το όριο της οδού.
Επίσης λόγω της πολύ μικρής εναπομένουσας επιφάνειάς της, δεν θα μπορεί πια να χρησιμοποιηθεί για καμία χρήση ούτε αγροτική ούτε αστική ούτε εμπορική και έτσι καταστρέφεται εντελώς. Ζητεί δε ιδιαίτερη αποζημίωση για το εναπομένον έδαφος σε ποσοστό απομείωσης 85% της οριστικής τιμής μονάδος αποζημίωσης.
Οι ..... αιτούντες Τ. Α. συζ. Τ. Χ., θυγ. Ν. Ζ. και Τ. Χ. του Χ., για την ιδιοκτησία ..., αναφέρουν ότι αρχικά το ακίνητό τους είχε έκταση 1.856,77 τ.μ. και ήταν άρτιο και οικοδομήσιμο, ενώ και μετά την απαλλοτρίωση θα είναι άρτιο και οικοδομήσιμο, αλλά δεν θα μπορεί να εξαντληθεί ο συντελεστής δόμησης, λόγω του ότι δεν επαρκούν οι διαστάσεις του για την τήρηση των 30 μέτρων απόστασης του κτίσματος από το όριο της οδού.
Επίσης είχε άνετη πρόσβαση στην οδό ... καθώς ήταν στο ίδιο υψομετρικό επίπεδο μ' αυτή, ενώ τώρα θα πρέπει να κατασκευαστεί ράμπα εισόδου-εξόδου οχημάτων. Εμβαδόν υπολοίπου 1.704,97 τ.μ., μετά την απαλλοτρίωση των 151,80 τ.μ. Ζητεί δε ιδιαίτερη αποζημίωση για το εναπομένον έδαφος σε ποσοστό απομείωσης 85% της οριστικής τιμής μονάδος αποζημίωσης ......
Ο ... αιτών Μ. Κ. του Γ., για την ιδιοκτησία ΚΠ 114, αναφέρει ότι αρχικά το ακίνητο του είχε έκταση 500 τ.μ. και δεν ήταν άρτιο και οικοδομήσιμο, ενώ και μετά την απαλλοτρίωση δεν είναι άρτιο και οικοδομήσιμο, δεν θα μπορεί, όμως, να εξαντληθεί ο συντελεστής δόμησης, λόγω του ότι δεν επαρκούν οι διαστάσεις του για την τήρηση των 30 μέτρων απόστασης του κτίσματος από το όριο της οδού.
Επίσης, είχε άνετη πρόσβαση στην οδό ..., καθώς ήταν στο ίδιο υψομετρικό επίπεδο μ' αυτή, ενώ τώρα θα πρέπει να κατασκευαστεί ράμπα εισόδου-εξόδου οχημάτων. Εμβαδόν υπολοίπου 293,52 τ.μ., μετά την απαλλοτρίωση των 206,48 τ.μ. Ζητεί, δε, ιδιαίτερη αποζημίωση για το εναπομένον έδαφος σε ποσοστό απομείωσης 85% της οριστικής τιμής μονάδος αποζημίωσης ......
Η ..... αιτούσα Α. συζ. Ι. Μ., για την ιδιοκτησία ..., αναφέρει ότι το ακίνητο της αρχικά είχε έκταση 590 τ.μ. και δεν ήταν άρτιο και οικοδομήσιμο, ενώ και τώρα δεν είναι άρτιο και οικοδομήσιμο. Επίσης, είχε άνετη πρόσβαση στην οδό ..., καθώς ήταν στο ίδιο υψομετρικό επίπεδο μ' αυτή, ενώ τώρα θα πρέπει να κατασκευαστεί ράμπα εισόδου-εξόδου οχημάτων.
Εμβαδόν υπολοίπου 498,92 τ.μ., μετά την απαλλοτρίωση των 91,08 τ.μ. Θα δημιουργηθεί υψομετρική διαφορά, αφού ο δρόμος θα βρεθεί χαμηλότερα και η χρήση κατοικίας επιβαρύνεται υπέρμετρα, αφού θα αυξηθούν οι ρύποι, τα καυσαέρια, ο θόρυβος, η κίνηση και οι ταχύτητες. Ζητεί, δε, ιδιαίτερη αποζημίωση για το εναπομένον έδαφος σε ποσοστό απομείωσης 85% της οριστικής τιμής μονάδος αποζημίωσης." (βλ.
σελίδες 157 β έως 171 β της προσβαλλομένης αποφάσεως) [...................]. "Τα πιο πάνω αιτήματα για ιδιαίτερη αποζημίωση στις ως άνω αιτήσεις αφορούν εδαφικές εκτάσεις εκτός σχεδίου και εκτός σχεδίου αλλά εντός ΓΠΣ, τα οποία, κατά τα παραπάνω, κρίθηκαν, ότι ασκήθηκαν εμπρόθεσμα και παραδεκτά, είναι, όμως απορριπτέα, σύμφωνα με όσα εκθέτουν οι αιτούντες, σε συνδυασμό με τα αναφερόμενα στη μείζονα σκέψη, ως αόριστα.
Ειδικότερα, αναφέρεται στις ως άνω αιτήσεις ότι πριν την απαλλοτρίωση ήταν άρτια και οικοδομήσιμα και ότι μετά την απαλλοτρίωση, τα απομένοντα εκτός απαλλοτρίωσης τμήματα υπέστησαν μείωση της αξίας τους κατά ορισμένα ποσοστά, λόγω του ότι έπαυσαν να είναι άρτια και οικοδομήσιμα. Όμως οι αιτήσεις αυτές, διατυπούμενες ως ανωτέρω, είναι αόριστες διότι, με δεδομένο, κατά τα αναφερόμενα στη μείζονα σκέψη, ότι η αρτιότητα και οικοδομησιμότητα για τα εκτός σχεδίου ακίνητα, ενόψει του ότι έχουν πρόσωπο επί επαρχιακής οδού, συνδέεται με το ελάχιστο εμβαδόν και με τις ελάχιστες διαστάσεις του προσώπου τους και του βάθους τους, ανάλογα με τους όρους δόμησης, που ίσχυαν για έκαστο εκ των ακινήτων αυτών, δεν εκτίθενται τα στοιχεία αυτά, τα οποία είναι απαραίτητα για να κριθεί, εάν είχαν πριν την απαλλοτρίωση τις παραπάνω ιδιότητες και εντεύθεν, λόγω της απώλειάς τους, μετά την απότμηση των απαλλοτριωθέντων τμημάτων, ότι υπέστησαν την επικαλούμενη μείωση της αξίας τους και ότι τα εν λόγω ακίνητα είχαν έστω και δευτερευόντως, ως προορισμό την ανοικοδόμηση και ότι πληρούσαν τους, κατά τις αναφερόμενες στη μείζονα σκέψη διατάξεις, επιτρεπόμενους όρους δόμησης ή ότι πληρούσαν τους όρους της κατά παρέκκλιση αρτιότητας Ακόμη, αναφορικά με τον καθορισμό ιδιαίτερης αποζημίωσης για τα εναπομένοντα τμήματα των απαλλοτριουμένων ακινήτων των αιτούντων, οι οποίοι ισχυρίζονται ότι μετά την απότμηση των απαλλοτριωθεισών εκτάσεων τους από τις αρχικές εκτάσεις, που ήταν άρτιες και οικοδομήσιμες κατά παρέκκλιση, αφορούν, δε, εκτός σχεδίου αλλά εντός ΓΠΣ ή εντός ΖΠΑ Δήμου Σπάτων, εντός των οποίων υπάρχουν οικοδομές, τα απομένοντα τμήματά τους καθίστανται άχρηστα ως προς τον προορισμό τους, ως μη οικοδομήσιμα.
Τα αιτήματα αυτά, για τα οποία έχει τηρηθεί η κατά τα άρθρα 15 παρ. 2 και 15 παρ. 4 του ΚΑΑΑ προδικασία, είναι απορριπτέα, ως αόριστα, διότι ενόψει των υφισταμένων, ήδη, εντός των ως άνω ακινήτων οικοδομών, δεν εκτίθεται το εμβαδόν εκάστης τούτων, ώστε να κριθεί, εάν υπολείπεται δυνατότητα δόμησής τους κατά τα αναφερόμενα στη μείζονα σκέψη, η οποία, ως εκ του εμβαδού, του σχήματος ή των αποστάσεων από την οδό των εναπομενόντων τμημάτων, δεν μπορούν να πραγματωθούν, με συνέπεια αυτά να είναι άχρηστα, ως προς τον επικαλούμενο προορισμό της οικοδομησιμότητάς τους, προσέτι, δε, ότι είναι ανέφικτες οι ανακαινίσεις ή επισκευές των ήδη δομημένων κτισμάτων.
Επίσης, τα ανωτέρω αιτήματα για ιδιαίτερη αποζημίωση των ακινήτων των αιτούντων στις ως άνω αιτήσεις, που αφορούν εκτός σχεδίου εδαφικές εκτάσεις και εκτός σχεδίου αλλά εντός ΓΠΣ, τα οποία, σύμφωνα με όσα προαναφέρθηκαν, ασκήθηκαν εμπρόθεσμα και παραδεκτά, είναι απορριπτέα, σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στη μείζονα σκέψη, ως αόριστα.
Ειδικότερα, οι αιτούντες ισχυρίζονται όλως γενικά, ότι οι ιδιοκτησίες τους είναι άρτιες και οικοδομήσιμες ως έχουσες το προβλεπόμενο από τις ισχύουσες διατάξεις κατ' ελάχιστον εμβαδόν των 750 τ.μ. και πρόσοψη επί της επαρχιακής οδού και ότι μετά την απαλλοτρίωση τμημάτων ιδιοκτησίας τους τα εναπομένοντα τοιαύτα καθίστανται μη άρτια και μη οικοδομήσιμα, υφιστάμενα σημαντική υποτίμηση της αξίας τους ή σε πλείστες περιπτώσεις καθίσταται ανέφικτη η χρήση τους για οποιονδήποτε σκοπό, ζητώντας ιδιαίτερη αποζημίωση, λόγω μείωσης της αξίας τούτων, χωρίς ωστόσο να λαμβάνουν υπόψη, κατά τα αναφερόμενα στη μείζονα σκέψη, ότι η κατά παρέκκλιση αρτιότητα σε σχέση με το επικαλούμενο εμβαδόν του γηπέδου τους συνδέεται με την ύπαρξη των διατάξεων του κατά την 12-11-1962 (ημέρα δημοσίευσης) από 24-10-1962 Β.Δ. (ΦΕΚ 142 Α) και με τις ελάχιστες διαστάσεις του προσώπου τους και του βάθους τους που περιγράφονται στο από 6-10-1978 Π.Δ., όπως ισχύει, κατά τα αναφερόμενα στη μείζονα σκέψη και ακολούθως να εκθέτουν τα στοιχεία αυτά για να κριθεί, αν είχαν πριν την απαλλοτρίωση τα ακίνητα αυτά την παραπάνω ιδιότητα, την οποία και απώλεσαν μετά την απότμηση των απαλλοτριωθέντων τμημάτων τους, ώστε να κριθεί το ανέφικτο της χρήσης τους για οποιοδήποτε σκοπό και συνεπώς και η εκ του λόγου τούτου μείωση της αξίας τους.
Τα ίδια ισχύουν και για τα αιτήματα για ιδιαίτερες αποζημιώσεις των ιδιοκτησιών των αιτούντων στις ως άνω αιτήσεις για μείωση των εναπομενόντων τμημάτων τους μετά την απαλλοτρίωση, οι οποίες αν και ήταν μη άρτιες και μη οικοδομήσιμες πριν την απαλλοτρίωση, παρέμειναν και μετά την απαλλοτρίωση μη άρτιες και μη οικοδομήσιμες μειώθηκε, όμως ο συντελεστής δόμησης και πρέπει να απορριφθούν ως αόριστα, δεδομένου ότι δεν αναφέρουν βάσει ποίων διατάξεων, κατά τα αναφερόμενα στη μείζονα σκέψη, είχαν οι ιδιοκτησίες τους πριν την απαλλοτρίωση δυνατότητα ανέγερσης νόμιμης οικοδομής εντός αυτών και βάσει ποίων όρων δόμησης οι οποίες μειώθηκαν, ως προς το συντελεστή δόμησης μετά την απαλλοτρίωση.
Ακόμη, τα ανωτέρω αιτήματα για ιδιαίτερη αποζημίωση των ακινήτων των αιτούντων στις ως άνω αιτήσεις που αφορούν εδαφικές εκτάσεις εκτός σχεδίου, εκτός σχεδίου αλλά εντός ΓΠΣ και εκτός σχεδίου αλλά εντός ΖΠΑ Δήμου Σπάτων, τα οποία κατά τα παραπάνω ασκήθηκαν εμπρόθεσμα και παραδεκτά, είναι απορριπτέα, σύμφωνα με τα αναφερόμενα στη μείζονα σκέψη, ως αόριστα.
Ειδικότερα, οι αιτούντες ισχυρίζονται ότι, κατά την εκτέλεση του έργου της απαλλοτρίωσης το φυσικό έδαφος των εναπομεινάντων τμημάτων των ιδιοκτησιών τους οι οποίες απαλλοτριώθηκαν, θα παραμείνει πολύ χαμηλότερα ή υψηλότερα από την τελική διαμορφωμένη οδό, σε σημείο, που να στερούνται οδική σύνδεση με αυτή, ενώ, λόγω του ότι οι ιδιοκτησίες βρίσκονται στη φυσική λεκάνη απορροής υδάτων, θα πρέπει να κατασκευαστούν οχετοί, οι οποίοι τόσον αυτοί, όσο και τα δημιουργούμενα κατά το έργο επιχώματα θα τις υποβαθμίσουν, καθιστώντας τις ως άνω ιδιοκτησίες άχρηστες ως προς τη χρήση και τον προορισμό τους.
Τα αιτήματα αυτά, για τα οποία έχει τηρηθεί η κατά τα άρθρα 15 παρ. 2 και 15 παρ. 4 του ΚΑΑΑ προδικασία, είναι απορριπτέα, ως αόριστα, αφού ουδόλως προσδιορίζονται ποίες είναι οι υψομετρικές διαφορές μεταξύ του φυσικού εδάφους των εκτάσεων που απέμειναν και του οδοστρώματος της νέας οδού, ώστε να κριθεί, αν όντως συνεπεία αυτών στερούνται πλέον τα ακίνητα τους την οδική τους σύνδεση με την τελευταία, κατά τρόπο, που υποβαθμίζονται οι κείμενες ούτως ή άλλως σε φυσική λεκάνη απορροής υδάτων ιδιοκτησίες τους, με την κατασκευή του επικαλουμένου ως άνω έργου, ως και η χρήση αυτών πριν την απαλλοτρίωση.
Να σημειωθεί εδώ ότι σε ορισμένες των ως άνω αιτήσεων αναφέρεται χωρίς βεβαιότητα ότι πιθανόν να υπάρξουν υψομετρικές διαφορές μετά την απαλλοτρίωση, που να καθιστούν άχρηστα τα ακίνητα τους. Εξάλλου, δεν αναφέρονται ποίες συγκεκριμένες εργασίες πρέπει να γίνουν και ποία η αξία εκάστης εξ αυτών, για να προσδιορισθούν επακριβώς τα συνολικά ποσά, τα οποία οι αιτούντες ζητούν για τα ως άνω κονδύλια και για τον υπολογισμό της μείωσης της αξίας των εκτάσεων που απέμειναν των ιδιοκτησιών τους".
Συνεπώς, ο πρώτος λόγος της αναιρέσεως κατά το πρώτο μέρος του, καθώς επίσης και ο έβδομος λόγος αναιρέσεως, κατά το δεύτερο μέρος του, με τους οποίους οι αναιρεσείοντες αποδίδουν στην προσβαλλομένη απόφαση την αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δικ., της παραθέσεως ανεπαρκών και αντιφατικών αιτιολογιών, είναι απορριπτέοι, ως απαράδεκτοι, αφού τα ως άνω αιτήματα, όπως προκύπτει από τις προεκτεθείσες παραδοχές της (προσβαλλομένης αποφάσεως) απορρίφθηκαν από το Εφετείο ως αόριστα.
Κατά την διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 1 του Κ.Πολ.Δικ. ιδρύεται λόγος αναιρέσεως και αν παραβιάσθηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου εσωτερικού ή διεθνούς. Ο κανόνας παραβιάζεται, κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, είτε με ψευδή ερμηνεία, η οποία υπάρχει όταν αποδίδεται στον κανόνα δικαίου διαφορετική έννοια από την αληθινή, είτε, με μη ορθή εφαρμογή, η οποία συντελείται, όταν εφαρμόζεται κανόνας, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή όταν δεν εφαρμόζεται, ενώ έπρεπε να εφαρμοστεί ή όταν εφαρμόσθηκε εσφαλμένως.
Για να είναι ορισμένος ο αναιρετικός αυτός λόγος, δεν αρκεί να αναφέρονται στο αναιρετήριο οι ουσιαστικού δικαίου διατάξεις που φέρονται ότι παραβιάστηκαν, η ανάλυση των εννοιών που ο αναιρεσείων αποδίδει στις φερόμενες ως παραβιασθείσες διατάξεις και οι σχετικές παραδοχές του δικαστηρίου της ουσίας, αλλά πρέπει να εξειδικεύεται και το, κατά την εκδοχή του αναιρεσείοντος ερμηνευτικό ή υπαγωγικό σφάλμα και ειδικότερα, στην τελευταία περίπτωση, πού ακριβώς έγκειται το σφάλμα κατά την εφαρμογή του κανόνα, καθώς επίσης πρέπει τα στοιχεία αυτά να εξειδικεύονται σε σχέση με τους κανόνες του ουσιαστικού δικαίου που φέρονται ότι παραβιάστηκαν (Α.Π. 412/2015).
Με τον έβδομο, κατά το πρώτο μέρος του, λόγο της αναιρέσεως προσάπτεται στην προσβαλλομένη απόφαση, κατ' εκτίμηση των διαλαμβανομένων σ' αυτόν, αιτίαση από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δικ. για ευθεία παραβίαση των διατάξεων των άρθρων 13 παρ. 4 του ν. 2882/2001, 17 παρ. 2 του Συντάγματος και του άρθρου 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της Ε.Σ.Δ.Α., διότι το Εφετείο απέρριψε τα αιτήματα για καταβολή ιδιαίτερης αποζημίωσης για τα εναπομείναντα εκτός απαλλοτρίωσης τμήματα των ιδιοκτησιών των ήδη αναιρεσειόντων, παραβλέποντας το γεγονός ότι οι ως άνω εναπομείνασες ιδιοκτησίες υφίστανται σημαντική μείωση της οικοδομησιμότητάς τους, "λόγω μειώσεως του συντελεστή δομήσεως εκάστου ακινήτου κατά τον λόγο της απαλλοτριούμενης επιφάνειας προς την αρχική επιφάνεια, ανεξαρτήτως άλλων παραγόντων".
Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος, ως απαράδεκτος, δεδομένου ότι δεν προσδιορίζεται στο αναιρετήριο το υπαγωγικό σφάλμα του δικαστηρίου, δηλαδή αν η παραβίαση των προπαρατιθέμενων διατάξεων οφείλεται σε εσφαλμένη εφαρμογή τους ή σε ψευδή ερμηνεία.
Οι διατάξεις του άρθρου 1 παρ. 1, 3 και 4 του ν. 653/1977 "περί υποχρεώσεως των παρόδιων ιδιοκτητών για την διάνοιξη εθνικών οδών κ.λπ.", που εισάγουν αμάχητο τεκμήριο ωφελείας για τα ακίνητα που αποκτούν πρόσοψη επί των διανοιγόμενων εθνικών οδών, η ισχύς των οποίων επεκτάθηκε, με το άρθρο 62 παρ. 9 και 10 ν. 947/1979, και στις νέες χαράξεις και διαπλατύνσεις των εθνικών οδών και στους επαρχιακούς και δημοτικούς δρόμους, αντίκεινται στο άρθρο 1 εδάφ.
α' του Πρώτου (Πρόσθετου) Πρωτοκόλλου της Ευρωπαϊκής Συμβάσεως Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (Ε.Σ.Δ.Α), η οποία, μετά την επικύρωσή της, εκ νέου, με το ν.δ. 53/1974, αποτελεί εσωτερικό δίκαιο και υπερισχύει από κάθε άλλη διάταξη του εσωτερικού δικαίου, άρα και της προαναφερόμενης διατάξεως του ν. 653/1977, κατ' άρθρο 28 παρ. 1 του Συντάγματος (Α.Π.
Ολομ., 7/2013, 11/2004 και 10/2004). Ωστόσο, το τεκμήριο αυτό δεν καταργείται, αλλά εξακολουθεί να ισχύει πλέον ως μαχητό και, συνεπώς, αν οι παρόδιοι ιδιοκτήτες θεωρούν ότι δεν ωφελούνται από την απαλλοτρίωση, μπορούν να το καταρρίψουν, αποδεικνύοντας ότι δεν ωφελούνται και να διεκδικήσουν την αντίστοιχη αποζημίωση (Α.Π.
Ολομ. 7/2013), ρύθμιση που προβλέπεται ρητά πλέον και από το άρθρο 33 ν. 2971/ 2001, το οποίο, πάντως, κατά το αρθρ. 37 εδάφ. α' του νόμου αυτού, δεν εφαρμόζεται και στις αναγκαστικές απαλλοτριώσεις που μέχρι τότε είχαν συντελεστεί (Α.Π. Ολομ., 7/2013, 12/2011, 11/2011). Μάλιστα, από το συνδυασμό των διατάξεων των παραγράφων 1 και 4 του άρθρου αυτού (33 του ν. 2971/2001) προκύπτει ότι τα στοιχεία, για την ωφέλεια ή μη του ακινήτου, διευρύνονται και, εκτός από την πρόσοψη επί της διανοιγομένης οδού, που προέβλεπε ο νόμος 653/1977, ορίζονται (ενδεικτικά) και η δυνατότητα προσβάσεως του ακινήτου στο έργο ή στα έργα που περιλαμβάνονται στη ζώνη απαλλοτριώσεως, η δημιουργία επιπτώσεων στις χρήσεις του ακινήτου και η αρτιότητα και οικοδομησιμότητα του ακινήτου κατά τις διατάξεις που ισχύουν (Α.Π. 388/2018, Α.Π. 318/2016, Α.Π. 406/2015, Α.Π. 34/2015).
Εξ άλλου, κατά την έννοια της διατάξεως του άρθρου 559 αριθμ. 19 του Κ.Πολ.Δικ., η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση, όταν στο αιτιολογικό, που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν αναφέρονται καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και έτσι δεν μπορεί να ελεγχθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που δεν εφαρμόστηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που εφαρμόστηκε.
Ιδρύεται, δηλαδή, ο λόγος αυτός αναιρέσεως, όταν από τις παραδοχές της αποφάσεως δημιουργούνται αμφιβολίες για το αν παραβιάστηκε ή όχι ουσιαστική διάταξη νόμου. Αναφέρεται σε πλημμέλειες αναγόμενες στη διατύπωση του αποδεικτικού πορίσματος και δεν ιδρύεται όταν υπάρχουν ελλείψεις που ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα στην ανάλυση, στάθμιση και αξιολόγηση αυτών και στην αιτιολόγηση του πορίσματος που έχει εξαχθεί από αυτές, αρκεί τούτο να εκτίθεται πλήρως σαφώς και χωρίς αντιφάσεις (Ολ.
Α.Π.24/1992, Α.Π. 1852/2007). Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο, σχετικώς με το υποβληθέν αίτημα περί ανατροπής του τεκμηρίου ωφελείας, δέχθηκε, σε συνέχεια με τις προεκτεθείσες, για την διερεύνηση του προηγουμένου αναιρετικού λόγου, παραδοχές της και τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Όσον αφορά όλες τις ιδιοκτησίες, που κρίθηκαν νόμιμες και παραδεκτές και έχει τηρηθεί η νόμιμη προδικασία εκτός αυτών, που αναφέρονται παρακάτω ότι δεν υποχρεούνται σε αυτοαποζημίωση, τα όσα υποστηρίζονται προς άρση του τεκμηρίου της ωφελείας είναι αβάσιμα.
Ειδικότερα, όπως παρατηρείται βάσιμα και στις σχετικές εκθέσεις της Επιτροπής του άρθρου 33 του Ν. 2971/2001, η οποία (Επιτροπή) εισηγείται ομόφωνα την απόρριψη των αιτήσεων, ως προς τις ιδιοκτησίες αυτές: 1) Η υπό κατασκευή- διαπλάτυνση οδός "είναι ανοιχτή και όχι κλειστή" και δεν διαφοροποιούνται σημαντικά τα υψομετρικά δεδομένα της σε σχέση με τις υπό εξέταση παρόδιες ιδιοκτησίες, με αποτέλεσμα να υπάρχει πρόσβαση στα ακίνητα αυτά, 2) Δεν διαφοροποιούνται τα πολεοδομικά δεδομένα των ιδιοκτησιών με την απαλλοτρίωση αυτή και 3) Δεν δημιουργούνται επιπτώσεις στις χρήσεις των ακινήτων από την απαλλοτρίωση αυτή.
Σύμφωνα δε και με τα έγγραφα της Δ/νσης Τεχνικών Υπηρεσιών της Νομαρχιακής Αυτοδιοίκησης, όπου γίνεται αναφορά και στις παραπάνω εκθέσεις της Επιτροπής και αυτά (έγγραφα) αναφέρονται σε όλα τα ακίνητα, η υπό διαπλάτυνση οδός θα διαθέτει μία επιπλέον λωρίδα ανά κατεύθυνση, η οποία θα βοηθήσει στην καλύτερη κυκλοφορία και μείωση των ρύπων, καθώς τα Ι.Χ.Ε.
αυτοκίνητα θα μπορούν να προσπερνούν βαρέα και γεωργικά οχήματα, που θα παραχωρούν προτεραιότητα. Η τελική στάθμη της διαπλατυνόμενης οδού βρίσκεται στο ίδιο επίπεδο ή λίγο υψηλότερα από την υφιστάμενη και είναι δυνατή η απορροή των ομβρίων υδάτων μέσω των προβλεπομένων εγκαρσίων οχετών, αποφεύγεται η δημιουργία χαμηλών σημείων στα άκρα της οδού και δεν δημιουργείται κίνδυνος από την απορροή των υδάτων αυτών (ομβρίων), διότι δεν μεταφέρονται ύδατα από το οδόστρωμα στις ιδιοκτησίες, πέραν της κατασκευής αποχετευτικών έργων.
Στη θέση ΧΘ 0+921,47 της εν λόγω οδού, δημιουργείται αντιπλημμυρικό έργο. Επίσης, σύμφωνα με τα έγγραφα αυτά, επιτρέπεται η ελεύθερη πρόσβαση των παρακειμένων ιδιοκτησιών στην οδό, δεν απαιτούνται ιδιαίτερες δαπάνες νια την αποκατάσταση των προσβάσεων, λόγω υψομετρικών διαφορών, αυξάνεται η αξία των ακινήτων, διότι βελτιώνεται η προσβασιμότητά τους και η ασφάλεια των μετακινουμένων.
Εξάλλου, αποδεικνύεται από τα ίδια αποδεικτικά μέσα ότι η διαπλατυνόμενη οδός θα διαθέτει επαρκέστατο ηλεκτροφωτισμό, θα βελτιωθούν οι ήδη υπάρχουσες στροφές και το όριο ταχύτητας θα παραμείνει το ίδιο, ενώ ουδόλως αποδείχθηκε ότι οι ρύποι, τα καυσαέρια και οι θόρυβοι θα είναι περισσότεροι από εκείνους, που υπήρχαν πριν την απαλλοτρίωση ούτε θα δημιουργηθεί τοιχείο στην οδό.
Όπου υπάρχει πρανές η Νομαρχία θα κάνει ράμπα, εφόσον ζητηθεί και ότι "η οδός δεν θα είναι κλειστή- ταχείας κυκλοφορίας". Δεν αποδείχθηκε ότι δημιουργούνται δυσμενείς επιπτώσεις στη χρήση των απομενόντων τμημάτων των ακινήτων, ως αγροτικών (ξηρικών ή μη), συνεπεία του εμβαδού αυτών, που αναφέρθηκαν παραπάνω, σε συνδυασμό με την αρχική έκταση και τη χρήση αυτής.
Με βάση τα παραπάνω πραγματικά περιστατικά, οι παραπάνω ιδιοκτησίες ωφελούνται από τη διαπλάτυνση της παραπάνω επαρχιακής οδού, η οποία και σύμφωνα με τα διδάγματα της κοινής πείρας (άρθρο 336 παρ. 4 Κ.Πολ.Δ.), μεταβάλλει την οικονομική φυσιογνωμία της περιοχής και πολλαπλασιάζει την αξία των ακινήτων (βλ.
και αιτιολογική έκθεση του Ν. 653/1997). Οι αιτούντες δεν ανέτρεψαν, κατά τα ως άνω, το τεκμήριο ωφελείας, που προκύπτει για την ιδιοκτησία τους από την εκτέλεση του άνω έργου, αφού οι σχετικοί ως άνω ισχυρισμοί τους είναι αβάσιμοι" (βλ. σελ. 220β έως 222° της προσβαλλομένης αποφάσεως). Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο απέρριψε ως αβάσιμα κατ' ουσίαν τα αιτήματα να αναγνωριστεί ότι οι αιτούντες και ήδη αναιρεσείοντες δεν είναι ωφελούμενοι παρόδιοι ιδιοκτήτες και ως εκ τούτου δεν υποχρεούνται σε αυτοαποζημίωση ή αποζημίωση τρίτων και να καθοριστεί οριστική τιμή μονάδας αποζημιώσεως και για τις αυτοαποζημιούμενες εκτάσεις.
Όμως, οι αιτιολογίες αυτές της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως είναι ανεπαρκείς και ασαφείς και δεν καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο της υπαγωγής των πραγματικών περιστατικών στις προαναφερθείσες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις που εφαρμόστηκαν, τις οποίες παραβίασε εκ πλαγίου. Ειδικότερα, το Εφετείο, για να κρίνει ότι υπήρξε ωφέλεια στις ένδικες ιδιοκτησίες των αναιρεσειόντων, δέχθηκε ότι δεν διαφοροποιούνται σημαντικά τα υψομετρικά δεδομένα, ούτε και τα πολεοδομικά δεδομένα των ιδιοκτησιών, καθώς επίσης και ότι δεν δημιουργούνται επιπτώσεις στις χρήσεις των ακινήτων από την απαλλοτρίωση.
Δεν διευκρινίζει όμως: α) ποια ήταν τα υψομετρικά δεδομένα πριν από την απαλλοτρίωση και ποια θα είναι μετά από αυτήν για κάθε μία χωριστά από τις ως άνω ιδιοκτησίες, ώστε να κριθεί αν διαφοροποιούνται σημαντικά ή όχι και Β) ποια ήταν τα πολεοδομικά δεδομένα πριν και μετά την απαλλοτρίωση των ως άνω ιδιοκτησιών για να κριθεί αν, παρά την παραμένουσα αρτιότητα και οικοδομησιμότητά τους, μειώνεται η κάλυψη αυτών.
Επομένως, ο πρώτος, κατά το δεύτερο σκέλος του, λόγος της αναιρέσεως, εκ του αριθμού 19 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., με τον οποίο οι αναιρεσείοντες προσάπτουν στην προσβαλλομένη απόφαση την αναιρετική πλημμέλεια των ανεπαρκών και ασαφών αιτιολογιών, για την απόρριψη ως αβάσιμων κατ' ουσίαν των αιτημάτων τους για την ανατροπή του τεκμηρίου ωφέλειας, είναι βάσιμος και πρέπει να γίνει δεκτός.
Κατά την διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 20 του Κ.Πολ.Δικ. αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο παραμόρφωσε το περιεχόμενο εγγράφου με το να δεχτεί πραγματικά γεγονότα προφανώς διαφορετικά από εκείνα που αναφέρονται στο έγγραφο αυτό. Κατά την σαφή έννοια της εν λόγω διατάξεως, έγγραφα, στα οποία αυτή αναφέρεται, είναι τα αποδεικτικά έγγραφα, δηλαδή εκείνα που προβλέπονται ως αποδεικτικά μέσα στα άρθρα 339 και 432-465 του Κ.Πολ.Δ., όχι δε άλλα, όπως τα διαδικαστικά έγγραφα της δίκης, π.χ.
η αγωγή, η ανταγωγή, η έφεση, οι προτάσεις των διαδίκων, τα πρακτικά συνεδριάσεως του δικαστηρίου κλπ. (Α.Π. 957/2012). Παραμόρφωση υπάρχει, όταν το δικαστήριο της ουσίας υποπίπτει σε διαγνωστικό λάθος (εσφαλμένη ανάγνωση), αποδίδει δηλαδή σε ορισμένο αποδεικτικό έγγραφο, με την έννοια των άρθρων 339 και 432 επ.
του Κ.Πολ.Δ., περιεχόμενο προφανώς διαφορετικό εκείνου που πραγματικά έχει, εξαιτίας του οποίου καταλήγει σε επιζήμιο για τον αναιρεσείοντα πόρισμα ως προς πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, όχι, όμως, και όταν το δικαστήριο, εκτιμώντας το έγγραφο ως αποδεικτικό μέσο, προβαίνει σε εκτίμηση του αληθινού περιεχομένου του, δηλαδή σε αποδεικτική αξιολόγησή του, και συνάγει, έστω και εσφαλμένα, αποδεικτικό πόρισμα διαφορετικό από εκείνο που θεωρεί ορθό ο αναιρεσείων, διότι πράγματι, στην τελευταία αυτή περίπτωση, πρόκειται για αιτίαση αναφερομένη στην εκτίμηση πραγμάτων, η οποία δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο (αρθ. 561 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ.).
Η παραμόρφωση πρέπει να είναι προφανής και το έγγραφο να προσκομίζεται για την απόδειξη ουσιώδους ισχυρισμού, ενώ το δικαστήριο πρέπει να μόρφωσε την γνώμη του αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο από το περιεχόμενο του εγγράφου που παραμόρφωσε, σε διαφορετική δε περίπτωση ο ίδιος λόγος αναιρέσεως είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος.
Για το ορισμένο του αναιρετικού αυτού λόγου πρέπει να αναφέρεται στο αναιρετήριο το ακριβές περιεχόμενο του εγγράφου, το οποίο, κατά τον αναιρεσείοντα, παραμορφώθηκε, το διαφορετικό από αυτό περιεχόμενο που δέχθηκε το δικαστήριο, καθώς και το επιζήμιο για τον αναιρεσείοντα συμπέρασμα, στο οποίο κατέληξε το δικαστήριο, εξαιτίας της παραμορφώσεως, σε σχέση με την συνδρομή ή όχι ορισμένων κρισίμων πραγματικών γεγονότων.
Η παραμόρφωση πρέπει να ανάγεται σε σημείο του εγγράφου που αφορά το αποδεικτέο γεγονός. Ο αναιρεσείων έχει την υποχρέωση να προσκομίσει το έγγραφο, που φέρεται πως έχει παραμορφωθεί, για να εκτιμηθεί (άρθρο 561 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.) το περιεχόμενό του, προς διαπίστωση της βασιμότητας του λόγου αναιρέσεως, άλλως ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος ως αναπόδεικτος (Α.Π. 188/2018, Α.Π.953/2014).
Με τον δεύτερο λόγο αναιρέσεως οι αναιρεσείοντες πλήττουν την προσβαλλομένη απόφαση για παραμόρφωση: α) της ένδικης αιτήσεώς τους (επί της οποίας αυτή εκδόθηκε), με το να δεχθεί ότι αναφέρονται στην αίτησή τους πραγματικά γεγονότα προφανώς διαφορετικά από εκείνα που πραγματικά αναφέρονται σ' αυτήν και β) του υπ' αριθμ. 8045/7.10.2010 εγγράφου της Διεύθυνσης Τεχνικών Υπηρεσιών της Νομαρχίας Ανατολικής Αττικής, το οποίο παραμόρφωσε, αποδίδοντας σ' αυτό περιεχόμενο διαφορετικό από εκείνο που πράγματι έχει, αφού αναφέρεται σ' αυτήν (προσβαλλομένη απόφαση), κατά πιστή αντιγραφή του αναιρετηρίου "σύμφωνα δε και με τα έγγραφα της διεύθυνσης τεχνικών υπηρεσιών της Νομαρχιακής Αυτοδιοίκησης, όπου γίνεται αναφορά και στις παραπάνω εκθέσεις της επιτροπής και αυτά (έγγραφα) αναφέρονται σε όλα τα ακίνητα", ενώ, όπως προκύπτει από το ως άνω έγγραφο:
α) αυτό αναφέρεται όχι σε όλες, αλλά σε ορισμένες μόνον ιδιοκτησίες και συγκεκριμένα σε 61 ιδιοκτησίες επί συνόλου 650 και β) από τον περιεχόμενο σ' αυτό (έγγραφο) πίνακα προκύπτει ότι (από τις ιδιοκτησίες που αναφέρονται στο έγγραφο αυτό) η μεγαλύτερη θετική υψομετρική διαφορά είναι στην ιδιοκτησία ΚΠ 141, δηλαδή + 1,56 και η μεγαλύτερη αρνητική διαφορά είναι στην ιδιοκτησία ΚΠ 128, δηλαδή -3,20, και όχι η αναφερόμενη στην προσβαλλομένη απόφαση μικρή υψομετρική διαφορά από 0-1 μ.
Σύμφωνα με όσα προαναφέρθηκαν ο λόγος αυτός, ως προς το πρώτο σκέλος του, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, αφού η ένδικη αίτηση, που φέρεται ότι παραμορφώθηκε, δεν είναι αποδεικτικό έγγραφο, αλλά διαδικαστικό έγγραφο της δίκης. Ως προς το δεύτερο σκέλος του, ο λόγος αυτός κρίνεται απορριπτέος προεχόντως ως αναπόδεικτος (ουσιαστικά αβάσιμος), διότι δεν προσκομίζεται το φερόμενο ως παραμορφωθέν ως άνω έγγραφο.
Σε κάθε περίπτωση πάντως και ανεξαρτήτως της αοριστίας του αναιρετικού αυτού λόγου, εφόσον ουδόλως προσδιορίζεται σε ποιες συγκεκριμένα ιδιοκτησίες αναφέρεται το εν λόγω έγγραφο και αν αυτές (ιδιοκτησίες) ανήκουν στους αναιρεσείοντες και σε ποιους, με αναφορά των υψομετρικών δεδομένων για κάθε μία από τις ιδιοκτησίες αυτές, από τις προεκτεθείσες παραδοχές της προσβαλλομένης αποφάσεως, προκύπτει ότι το Εφετείο δεν υπέπεσε σε διαγνωστικό λάθος όσον αφορά στο φερόμενο ως παραμορφωθέν ως άνω έγγραφο - στο οποίο δεν αναφέρεται συγκεκριμένα, αντίθετα αναφέρεται σε έγγραφα (περισσότερα του ενός) της διευθύνσεως των τεχνικών υπηρεσιών της Νομαρχιακής Αυτοδιοικήσεως - αλλά κατέληξε στο αποδεικτικό του πόρισμα, μετά από αξιολόγηση και των λοιπών αποδεικτικών μέσων.
Επομένως, ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος στο σύνολο του, κατά τις προαναφερόμενες διακρίσεις.
Ο λόγος αναιρέσεως από τον αριθμό 11 περ. γ' του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., κατά τον οποίο επιτρέπεται αναίρεση αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν, ελέγχεται ουσιαστικά αβάσιμος, αν αποδεικνύεται από την προσβαλλομένη απόφαση ότι το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι προς απόδειξη των ισχυρισμών τους.
Προς τούτο, αρκεί η γενική αναφορά του είδους του αποδεικτικού μέσου (μάρτυρες, έγγραφα κ.λπ.), που έλαβε υπόψη του το δικαστήριο, χωρίς την ανάγκη ειδικής μνείας και αξιολογήσεως εκάστου και χωρίς διάκριση από ποια αποδεικτικά μέσα προκύπτει άμεση και από ποια έμμεση απόδειξη. Για την ίδρυση του λόγου αυτού αναιρέσεως, αρκεί μόνη η ύπαρξη αμφιβολιών για το αν το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, τα οποία ήταν υποχρεωμένο να λάβει υπόψη, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 338 έως 340 του Κ.Πολ.Δ., υπό την προϋπόθεση ότι το πραγματικό γεγονός που επικαλείται ο διάδικος προς απόδειξη με το αποδεικτικό μέσο, ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, δηλαδή επιδρά στο διατακτικό της προσβαλλομένης αποφάσεως (Ολ.Α.Π. 2/2008, 42/2002).
Καμιά, ωστόσο, διάταξη δεν επιβάλλει την ειδική μνεία και την χωριστή αξιολόγηση καθενός από τα αποδεικτικά μέσα, που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, αλλά αρκεί η γενική μνεία των κατ' είδος αποδεικτικών μέσων, που λήφθηκαν υπόψη. Μόνο αν από την γενική αυτή αναφορά, σε συνδυασμό με το περιεχόμενο της αποφάσεως δεν προκύπτει κατά τρόπο αναμφίβολο ότι λήφθηκε υπόψη κάποιο συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο, στοιχειοθετείται ο αναιρετικός αυτός λόγος.
Δεν συνάγεται ότι δεν έχει ληφθεί υπόψη έγγραφο από μόνο το γεγονός ότι μνημονεύονται στην πληττόμενη απόφαση όλα τα έγγραφα, εκτός από εκείνο στο οποίο αναφέρεται η αναιρετική αιτίαση. Όμως, ο λόγος αυτός αναιρέσεως δεν ιδρύεται, όταν το Δικαστήριο δεν προσέδωσε στο αποδεικτικό μέσο την αποδεικτική βαρύτητα που υποστηρίζει ο αναιρεσείων ότι αυτό έχει, διότι με την αιτίαση αυτή πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων, κατ' άρθρο 561 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ. (Α.Π. 498/2018).
Για να είναι ορισμένος ο λόγος αυτός, θα πρέπει στην αίτηση αναιρέσεως να αναφέρεται: α) ποίες είναι οι αποδείξεις που με επίκληση προσκομίστηκαν και τις οποίες δεν έλαβε υπόψη του το δικαστήριο της ουσίας, β) ο κρίσιμος ισχυρισμός για τον οποίο το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη τις αποδείξεις και γ)η επίδραση που έχει αυτός στο διατακτικό της αποφάσεως, το οποίο και θα ήταν διαφορετικό χωρίς τη σχετική παράλειψη (Α.Π. 1221/2018, Α.Π. 845/2018).
Για τον έλεγχο όμως της ουσιαστικής βασιμότητας του αναιρετικού αυτού λόγου είναι αναγκαία η προσκόμιση των αποδεικτικών μέσων, τα οποία αφορά η εν λόγω αναιρετική αιτίαση, προκειμένου να διακριβωθεί το επικαλούμενο περιεχόμενο αυτών, με βάση το οποίο θα ελεγχθεί η μη λήψη τους από το δικαστήριο της ουσίας (Α.Π. 388/2018, Α.Π. 12/2015).
Στην προκειμένη περίπτωση, οι αναιρεσείοντες με τον τρίτο λόγο αναιρέσεως, από τον αριθμό 11 εδ. γ' του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., αποδίδουν στην προσβαλλομένη απόφαση την πλημμέλεια ότι δεν έλαβε υπόψη και δεν συνεκτίμησε, κατά τον σχηματισμό του αποδεικτικού πορίσματός του, ως προς την άρση του τεκμηρίου ωφελείας, τα ακόλουθα έγγραφα: 1) το από Σεπτεμβρίου 2010 τοπογραφικό διάγραμμα του πολιτικού μηχανικού Ν.
Π., 2) την από 5.11.2007 τεχνική έκθεση του ιδίου, 3) το από Μαΐου 2007 τοπογραφικό διάγραμμα του αγρονόμου τοπογράφου μηχανικού Ν. Ρ., 4) την από Δεκεμβρίου 2007 τεχνική έκθεση του ιδίου, 5) το από Δεκεμβρίου 2007 τοπογραφικό διάγραμμα του τεχνολόγου πολιτικού μηχανικού Χ. Τ., 6) την από 6.1.2008 τεχνική έκθεση του ιδίου, 7) το από Μαΐου 2007 τοπογραφικό διάγραμμα του τοπογράφου μηχανικού Μ.
Ι. - Κ., 8) την από 30.5.2007 τεχνική έκθεση του ιδίου, 9) το από Απριλίου 2007 τοπογραφικό διάγραμμα του τεχνολόγου πολιτικού μηχανικού Χ. Τ., 10) την από 30.4.2007 τεχνική έκθεση του ιδίου, 11) έξι (6) φωτογραφίες, 12) το από Μαΐου 2007 τοπογραφικό διάγραμμα του τοπογράφου μηχανικού Μ. Κ., 13) την από 30.5.2007 τεχνική έκθεση του ιδίου, 14) το από Ιουνίου 2007 τοπογραφικό διάγραμμα του τεχνολόγου πολιτικού μηχανικού Χ.
Τ., 15) την από 5.10.2010 τεχνική έκθεση του ιδίου, 16) το από Μαρτίου 2008 τοπογραφικό διάγραμμα του τεχνολόγου πολιτικού μηχανικού Χ. Τ., 17) την από 18.3.2008 τεχνική έκθεση του ιδίου, 18) το από Μαρτίου 2008 τοπογραφικό διάγραμμα του τεχνολόγου πολιτικού μηχανικού Χ. Τ., 19) την από 18.3.2008 τεχνική έκθεση του ιδίου, 20) το από Ιανουαρίου 2007 τοπογραφικό διάγραμμα του τεχνολόγου πολιτικού μηχανικού Χ.
Τ., 21) την από 18.3.2008 τεχνική έκθεση του ιδίου, 22) το από Μαρτίου 2008 τοπογραφικό διάγραμμα του τεχνολόγου πολιτικού μηχανικού Χ. Τ., 23) την από 21.3.2008 τεχνική έκθεση του ιδίου, 24) το από Απριλίου 2007 τοπογραφικό διάγραμμα του τεχνολόγου πολιτικού μηχανικού Χ. Τ. και 25) την από Απριλίου 2007 τεχνική έκθεση του ιδίου, έγγραφα, τα οποία επικαλέστηκαν και προσκόμισαν, για την απόδειξη της ουσιαστικής βασιμότητας των ισχυρισμών τους, αναφορικά με την αρτιότητα και οικοδομησιμότητα ή μη εκάστης ιδιοκτησίας τους, την υψομετρική διαφορά που δημιουργήθηκε εξ αιτίας του έργου και την χρήση που είχε η κάθε ιδιοκτησία.
Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, καθ' όσον από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλομένης αποφάσεως (άρθρο 561 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δικ.), όπου ρητά αναφέρει (βλ. σελ. 190β και 191 αυτής) ότι έλαβε υπόψη "τις επικαλούμενες και προσκομιζόμενες τεχνικές εκθέσεις και τα συνοδεύοντα σχεδιαγράμματα, τις φωτογραφικές απεικονίσεις και διαγράμματα της περιοχής και όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα, που νόμιμα προσκομίζουν και επικαλούνται οι διάδικοι, μερικά από τα οποία μνημονεύονται ειδικά παρακάτω, χωρίς, όμως, να παραλειφθεί οποιοδήποτε τούτων για την κατ' ουσίαν διάγνωση της διαφοράς", σε συνδυασμό και με όλο το περιεχόμενο της, δεν καταλείπεται καμιά αμφιβολία ότι τα ως άνω, φερόμενα ως αγνοηθέντα, έγγραφα, λήφθηκαν υπόψη και συνεκτιμήθηκαν με τις λοιπές αποδείξεις για την στήριξη του αποδεικτικού πορίσματος του δικαστηρίου, χωρίς να υποχρεούται το Εφετείο να κάνει ειδική μνεία ή χωριστή αξιολόγηση αυτών και καθενός εγγράφου, πέραν βεβαίως του γεγονότος ότι τα ως άνω έγγραφα δεν προσκομίζονται και, συνεπώς, είναι αδύνατο να διακριβωθεί το επικαλούμενο περιεχόμενό τους, ώστε να ελεγχθεί και η τυχόν μη λήψη τους υπόψη από το Εφετείο.
Κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθμ. 1 εδάφ. β' του Κ.Πολ.Δ., η παραβίαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας ιδρύει λόγο αναιρέσεως μόνο αν αυτά αφορούν στην ερμηνεία κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σ' αυτούς, δηλαδή, όταν το δικαστήριο χρησιμοποιεί εσφαλμένα ή παραλείπει εσφαλμένα να χρησιμοποιήσει διδάγματα κοινής πείρας, ήτοι τις αρχές για την εξέλιξη των πραγμάτων, που συνάγονται από την παρατήρηση του καθημερινού βίου, την επιστημονική έρευνα και την επαγγελματική ενασχόληση, για να βρει την έννοια κάποιου κανόνα δικαίου ή να υπαγάγει σ' αυτόν τα πραγματικά περιστατικά της διαφοράς, όχι, όμως, και όταν χρησιμεύουν για την εξακρίβωση από το δικαστήριο της υπάρξεως πραγματικών περιστατικών ή προς εκτίμηση της αποδεικτικής αξίας των αποδεικτικών μέσων που προσκομίστηκαν, γιατί, στην περίπτωση αυτή, πρόκειται για εκτίμηση πραγμάτων, η οποία είναι αναιρετικά ανέλεγκτη, κατ' άρθρο 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δικ. (Α.Π. 65/2017, Α.Π. 207/2017, Α.Π. 385/2015, Α.Π. 92/2013).
Πρέπει, συναφώς, να αναφέρεται στο αναιρετήριο ποία συγκεκριμένα διδάγματα της κοινής πείρας παραβιάστηκαν, ο κανόνας δικαίου, στην εξειδίκευση του οποίου δεν χρησιμοποιήθηκαν ή χρησιμοποιήθηκαν εσφαλμένα και σε τι ακριβώς συνίσταται η παραβίαση (Α.Π. 951/2015). Επιπροσθέτως, πρέπει να αναφέρεται ο τρόπος, κατά τον οποίο παραβιάστηκαν τα διδάγματα αυτά, καθώς και η, κατά τον αναιρεσείοντα, ορθή έννοια του κανόνα δικαίου, ο οποίος προκύπτει απ' αυτά και τον οποίο το δικαστήριο, εσφαλμένα χρησιμοποίησε.
Στην προκειμένη περίπτωση, οι αναιρεσείοντες με τον τέταρτο λόγο αναιρέσεως προβάλλουν αιτιάσεις ότι το Εφετείο παραβίασε τα διδάγματα της κοινής πείρας, καθ' όσον: 1) η ίδια απόφαση επιδίκασε ιδιαίτερη αποζημίωση και ήρε το τεκμήριο ωφέλειας σε 31 συνολικά ιδιοκτησίες, 2) απέρριψε τα αιτήματά τους για ιδιαίτερη αποζημίωση, ως αόριστα, ενώ απέρριψε τις αιτήσεις τους για ανατροπή του τεκμηρίου ωφελείας ως αβάσιμες κατ' ουσίαν και 3) "επέβαλε στις ιδιοκτησίες τους πραγματική καταστροφή".
Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος, καθ' όσον οι επικαλούμενες πλημμέλειες δεν αναφέρονται στην ερμηνεία κανόνα δικαίου ή στην υπαγωγή σ' αυτόν πραγματικών περιστατικών, αλλά στην εκτίμηση των αποδείξεων.
Ο λόγος αναιρέσεως από τον αριθμό 8 περ. β' του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ. ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας, παρά το νόμο, δεν έλαβε υπόψη του πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Ο λόγος αυτός δεν ιδρύεται, αν το δικαστήριο που δίκασε έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό που προτάθηκε και τον απέρριψε για οποιονδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό (Α.Π. 250/2014, Α.Π. 1418/2013), γεγονός που συμβαίνει και όταν η απόφαση περιέχει παραδοχές αντίθετες με τον ισχυρισμό (Α.Π.
Ολομ. 11/1996, Α.Π. 1150/2011, Α.Π. 421-425/2009). Ως "πράγματα", κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, νοούνται οι νόμιμοι, παραδεκτοί, ορισμένοι και λυσιτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων, που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στην θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό, είτε ως αμυντικό μέσο και, συνακόλουθα, στηρίζουν το αίτημα της αγωγής ανταγωγής ενστάσεως αντενστάσεως ή λόγου εφέσεως.
Εξ άλλου, κατά την διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 9 του Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο επεδίκασε κάτι που δεν ζητήθηκε ή επεδίκασε περισσότερα από όσα ζητήθηκαν ή άφησε αίτηση αδίκαστη. Ως αίτηση, κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, νοείται κάθε αίτηση των διαδίκων με την οποία ζητείται η παροχή έννομης προστασίας υπό οποιαδήποτε νόμιμη μορφή αυτής και η οποία δημιουργεί αντίστοιχη εκκρεμότητα δίκης.
Τέτοια αίτηση είναι η αίτηση και η ανταίτηση για τον καθορισμό ιδιαίτερης αποζημιώσεως για τα εναπομείναντα μετά την απαλλοτρίωση τμήματα των απαλλοτριωθέντων ακινήτων, κατά την διάταξη του άρθρου 13 παρ. 4 του ν. 2882/2001. Η σιωπή του δικαστηρίου, αναφορικά με αυτοτελή αίτηση του διαδίκου στο αιτιολογικό και στο διατακτικό της αποφάσεως, ιδρύει τον προβλεπόμενο από το άρθρο 559 αριθμ. 9 περ.
γ' του Κ.Πολ.Δικ. λόγο αναιρέσεως (Α.Π. 21/2010, Α.Π. 69/2004). Με τους πέμπτο και έκτο λόγους της αιτήσεως αναιρέσεως οι αναιρεσείοντες ισχυρίζονται ότι, αν και με την αίτησή τους ζήτησαν να τους επιδικαστεί πρόσθετη αποζημίωση για την κατασκευή μιας τουλάχιστον ράμπας για κάθε ιδιοκτησία, εν τούτοις το Εφετείο, με την προσβαλλομένη απόφασή του, άφησε αδίκαστες τις αιτήσεις τους και παρέλειψε να αποφανθεί για την αιτούμενη επιδίκαση πρόσθετης αποζημιώσεως για τον προεκτεθέντα λόγο.
Με την επίκληση των πραγματικών αυτών περιστατικών αποδίδουν στην προσβαλλομένη απόφαση τις αναιρετικές πλημμέλειες από τους αριθμούς 8 και 9 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ. Όπως προκύπτει από τις προεκτεθείσες παραδοχές της προσβαλλομένης αποφάσεως (βλ. φύλλο 189 α και β αυτής), το αίτημα για επιδίκαση πρόσθετης αποζημιώσεως για την κατασκευή ράμπας σε κάθε ιδιοκτησία απερρίφθη ως αόριστο και, συνεπώς, δεν ιδρύονται οι από τους αριθμούς 8 και 9 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ.
λόγοι, αφού το Εφετείο έλαβε υπόψη τους σχετικούς ισχυρισμούς των αναιρεσειόντων και τους απέρριψε (Α.Π. 209/2019, Α.Π. 1175/2015), ούτε παρέμειναν αδίκαστες οι αιτήσεις τους αυτές, οι οποίες και απορρίφθηκαν, με ειδική μάλιστα αιτιολογία. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει, κατά παραδοχή του πρώτου κατά το δεύτερο σκέλος του, λόγου της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως, από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., να αναιρεθεί η προσβαλλομένη απόφαση, ως προς τους παρόντες αναιρεσείοντες και κατά το κεφάλαιό της που αφορά στην ανατροπή του τεκμηρίου ωφελείας και, ακολούθως, να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση, κατά το αναιρούμενο κεφάλαιό της, στο ίδιο δικαστήριο, αφού είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως (άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ).
Επίσης, πρέπει να διαταχθεί η επιστροφή του παραβόλου στους καταθέσαντες τούτο αναιρεσείοντες, ενόψει της νίκης τους (άρθρο 495 παρ. 3 εδ. ε' Κ.Πολ.Δ., όπως ισχύει και εφαρμόζεται στην παρούσα υπόθεση μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του ν. 4335/2015, που ισχύει, κατ' άρθρο 1 άρθρο ένατο παρ. 2 και 4 αυτού, για τα ένδικα μέσα που κατατίθενται από 1.1.2016).
Τέλος, πρέπει να καταδικαστεί το αναιρεσίβλητο Ελληνικό Δημόσιο, λόγω της ήττας του, στην δικαστική δαπάνη των παρόντων αναιρεσειόντων, κατά το νόμιμο αίτημα των τελευταίων, οι οποίοι κατέθεσαν προτάσεις (άρθρα 176, 183, 189 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.), μειωμένων όμως, κατ' άρθρο 22 παρ. 1 του ν. 3693/1957, που διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 52 παρ. 18 Εισ.Ν.Κ.Πολ.Δ., 5 παρ. 12 του Ν. 1738/1967 και 2 της ΥΑ 134423/1992 (Οικονομικών και Δικαιοσύνης).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση της αιτήσεως αναιρέσεως, ως προς τους 5ος, 7 α, 7 β, 7 γ, 14ο, 21η, 22ο, 23 α, 23 β, 23 γ, 24ο, 26ο 27η, 28 α, 28 β, 28 γ, 28 δ, 29η, 30 α, 30 β, 30 γ, 32 α, 32 β και 33ο των αναιρεσειόντων.
Διατάσσει το χωρισμό της υποθέσεως, ως προς τους προαναφερόμενους.
Απορρίπτει την αίτηση αναιρέσεως ως προς τον 20 α' των αναιρεσειόντων Κ. Μ. του Δ..
Αναιρεί, κατά τα λοιπά, την 5868/2011 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, κατά το μέρος που αφορά στους παρόντες αναιρεσείοντες και κατά το κεφάλαιο αυτής που αναφέρεται στο σκεπτικό της παρούσας.
Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση, κατά το αναιρούμενο κεφάλαιό της, στο Τριμελές Εφετείο Αθηνών, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές, πλην αυτών που εξέδωσαν την παραπάνω απόφαση.
Διατάσσει την επιστροφή του παραβόλου στους καταθέσαντες τούτο αναιρεσείοντες. Και
Καταδικάζει το αναιρεσίβλητο Ελληνικό Δημόσιο στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των αναιρεσειόντων, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ. ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, την 1η Απριλίου 2022.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 19 Απριλίου 2022.
H ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ