Supreme Court dismisses appeal due to lack of standing and inadmissibility of cost allocation arguments.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court rejected the appeal filed by six individuals against a social security and health organization decision. The appellants argued that the lower court incorrectly awarded them all legal costs without offsetting them against the respondents' expenses and claimed the amount was excessive. The court ruled that cost allocation is a matter of factual assessment not subject to appellate review and that the appellants lacked standing to appeal on behalf of the third and sixth respondents.
Legislator headnote
AI generatedArticles 68, 556, 558 of the Code of Civil Procedure; Article 561, paragraph 1 of the Code of Civil Procedure. An appeal is inadmissible if filed by parties not involved in the original proceedings or if it challenges the court's discretionary assessment of legal costs and factual circumstances.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 1324 / 2020 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1324/2020
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Δήμητρα Κοκοτίνη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αρετή Παπαδιά, Πελαγία Ακάσογλου, Δήμητρα Ζώη και Ιωάννα Μαργέλλου - Μπουλταδάκη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 20η Οκτωβρίου 2020, με την παρουσία και της γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1) Δ. Β. του Α., 2) Μ. Π. του Φ., 3) Α. Π. του Ι., 4) Ε. Π. του Χ., 5) Σ. Ρ. του Ε. και 6) Σ. Π. του Π., κατοίκων …, που παραστάθηκε δια του πληρεξουσίου δικηγόρου Παύλου Στεφάνου, που ανακάλεσε την δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) παράστασή του και κατέθεσε προτάσεις.
Των αναιρεσίβλητων:
1) Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου με την επωνυμία "ΕΝΙΑΙΟΣ ΦΟΡΕΑΣ ΚΟΙΝΩΝΙΚΗΣ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ" και το διακριτικό τίτλο "Ε.Φ.Κ.Α.", όπως εκπροσωπείται νόμιμα, που εδρεύει στην Αθήνα, οιονεί καθολικού διαδόχου του Ν.Π.Δ.Δ. με την επωνυμία "Ίδρυμα Κοινωνικών Ασφαλίσεων-Ενιαίο Ταμείο Ασφάλισης Μισθωτών και τον διακριτικό τίτλο "ΙΚΑ-ΕΤΑΜ" και παραστάθηκε δια της πληρεξουσίας δικηγόρου Δήμητρας Σακελλαροπούλου, η οποία κατέθεσε προτάσεις και
2) Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου με την επωνυμία "Εθνικός Οργανισμός Παροχών Υπηρεσιών Υγείας" και το διακριτικό τίτλο "Ε.Ο.Π.Υ.Υ." όπως εκπροσωπείται νόμιμα, που εδρεύει στο Μαρούσι Αττικής, και παραστάθηκε δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) της πληρεξουσίας δικηγόρου Ολυμπίας Παναγιωτοπούλου που κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 28-12-2012 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Ξάνθης. Εκδόθηκαν η 27/2015 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, η 69/2017 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ξάνθης. Την αναίρεση της τελευταίας, ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 25-05-2018 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Εισηγητής ορίσθηκε η αρεοπαγίτης Δήμητρα Ζώη. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, η πληρεξούσια του πρώτου των αναιρεσίβλητων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στα δικαστικά έξοδα.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
[Α] Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 68, 556 και 558 ΚΠολΔ, συνάγεται ότι η αίτηση αναιρέσεως απευθύνεται κατ' εκείνων οι οποίοι ήταν διάδικοι στη δίκη κατά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση και μάλιστα αντίδικοι του αναιρεσείοντος. Η αναίρεση απευθύνεται κατά των νικησάντων διαδίκων, αντιδίκων του αναιρεσείοντος ή των καθολικών διαδόχων ή κληρονόμων τους. Στην περίπτωση που αντίδικος του αναιρεσείοντος είναι νομικό πρόσωπο και έχει επέλθει μεταβολή στο πρόσωπο αυτού, η αναίρεση απευθύνεται κατά του (οιονεί) καθολικού διαδόχου του. Τέτοια περίπτωση συντρέχει και επί μερικής οιονεί καθολικής διαδοχής, όπως όταν μεταφέρεται κάποιος τομέας που ασκεί συγκεκριμένες δραστηριότητες του αρχικού νομικού προσώπου σε άλλο φορέα, επίσης νομικό πρόσωπο, το οποίο υπεισέρχεται στα δικαιώματα και υποχρεώσεις που απορρέουν από τη δραστηριότητα του μεταφερθέντος τομέα (ΑΠ 306/2020).
Περαιτέρω, με τη διάταξη του άρθρου 17 παρ. 1 του Ν. 3918/2011 (ΦΕΚ Α' 31), συνεστήθη νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου υπό την επωνυμία "Εθνικός Οργανισμός Παροχής Υπηρεσιών Υγείας (Ε.Ο.Π.Ύ.Υ.)" (ήδη δεύτερος αναιρεσίβλητος), με έναρξη του χρόνου λειτουργίας του έξι μήνες μετά τη δημοσίευση του νόμου (02-03-2011), στον οποίο, κατά την παρ. 2 του άρθρου αυτού, μεταφέρθηκαν και εντάχθηκαν ως υπηρεσίες, αρμοδιότητες και προσωπικό και μόνον ως προς τις παροχές υπηρεσιών υγείας σε είδος (και όχι σε χρήμα), μεταξύ άλλων, και ο κλάδος υγείας του Ιδρύματος Κοινωνικών Ασφαλίσεων - Ενιαίου Ταμείου Ασφάλισης Μισθωτών (Ι.Κ.Α.- Ε.Τ.Α.Μ.) με τις μονάδες υγείας του κλπ (ΣτΕ 806/2015). Με τη διάταξη του άρθρου 26 παρ. 9 του ιδίου νόμου, όπως η παράγραφος αυτή προστέθηκε με την παράγραφο 21 του άρθρου 72 του Ν. 3984/2011 (ΦΕΚ Α' 150), ορίσθηκε ότι οι ιατροί, οδοντίατροι, φαρμακοποιοί και το υγειονομικό προσωπικό που υπηρετεί στο Ι.Κ.Α.-Ε.Τ.Α.Μ μεταφέρονται αυτοδίκαια κατά την ημερομηνία ένταξης των κλάδων υγείας αυτών στον Ε.Ο.Π.Υ.Υ., με τους όρους του παρόντος άρθρου, ενώ με τη διάταξη του άρθρου 29 παρ. 1 του ίδιου ως άνω νόμου, όπως ίσχυε πριν την αντικατάστασή της με το άρθρο 53 παρ. 2 περ. α του Ν. 4368/2016, ορίσθηκε ότι ο Ε.Ο.ΠΎ.Υ. αποτελεί καθολικό διάδοχο των εντασσόμενων φορέων και υπεισέρχεται στα δικαιώματα και υποχρεώσεις αυτών.
Τέλος με τη διάταξη του άρθρο 33 παρ. 9, όπως ίσχυε πριν την αντικατάστασή της με το άρθρο 53 παρ. 2 περ. γ του Ν. 4368/2016, ορίσθηκε ότι εκκρεμείς δίκες που αφορούν διαφορές ή υποθέσεις των εντασσόμενων φορέων, συνεχίζονται από τον Ε.Ο.Π.Ύ.Υ., χωρίς να επέρχεται διακοπή της δίκης και ότι δικαστικές αποφάσεις που εκδίδονται ισχύουν έναντι του Ε.Ο.ΠΎ.Υ.
Από τον συνδυασμό των ανωτέρω διατάξεων προκύπτει ότι ο Ε.Ο.ΠΎ.Υ. κατέστη ως προς τον κλάδο της υγείας και για τις παροχές σε είδος οιονεί καθολικός διάδοχος του Ι.Κ.Α.- Ε.Τ.Α.Μ. και συνεχίζει τις δίκες αυτού. Στο πλαίσιο αυτό, γινόταν δεκτό ότι, εφόσον ο νόμος δεν διέκρινε, τα ανωτέρω ίσχυαν και ως προς τις μισθολογικές αξιώσεις των ιατρών που υπηρέτησαν στο Ι.Κ.Α.-Ε.Τ.Α.Μ. σε χρόνο προγενέστερο της ένταξης του κλάδου υγείας αυτού στον Ε.Ο.ΠΎ.Υ. (οπότε, κατά την προεκτεθείσα διάταξη της παρ. 9 του άρθρου 26 του Ν. 3918/2011, οι ιατροί μεταφέρθηκαν αυτοδικαίως στον εν λόγω Οργανισμό), ανεξαρτήτως, μάλιστα, εάν αυτοί συνέχισαν να παρέχουν τις υπηρεσίες τους στον Ε.Ο.ΠΎ.Υ., μετά τη σύστασή του, ή εάν η εργασιακή τους σχέση με το Ι.Κ.Α.-Ε.Τ.Α.Μ. είχε ήδη λήξει κατά τη σύσταση του Οργανισμού (ΣτΕ 4137/2015).
Επακολούθησε, όμως, ο Ν. 4368/2016 (ΦΕΚ Α 21) με τον οποίο και προς άρση σχετικών αμφισβητήσεων που ανέκυψαν ως προς την έκταση της οιονεί καθολικής διαδοχής του Ε.Ο.Π.Π.Υ. αναφορικά με τις υπηρεσίες των φορέων κοινωνικής ασφάλισης που εντάχθηκαν σε αυτόν, συμπληρώθηκε η ως άνω διάταξη του άρθρου 29 παρ. 1 του Ν. 3918/2011 με την προσθήκη υποπαραγράφου Α' και αντικαταστάθηκε η ως άνω διάταξη του άρθρου 33 παρ. 9 του ιδίου νόμου με το άρθρο 53 παρ. 2 στοιχ.
α' και γ' του νόμου αυτού (4368/2016). Ειδικότερα, με το άρθρο 53 παρ. 2 στοιχ. α' του νόμου αυτού προστέθηκε υποπαράγραφος Α' στο άρθρο 29 παρ.1 του Ν. 3918/2011, με την οποία ορίσθηκε ότι: "1. Α) Ο Ε.Ο.ΠΎ.Υ. αποτελεί καθολικό διάδοχο των φορέων που εντάσσονται σε αυτόν ως προς τις υπηρεσίες και αρμοδιότητες που αφορούν αποκλειστικά παροχή υγείας σε είδος.
Η καθολική διαδοχή του προηγούμενου εδαφίου καταλαμβάνει και το πάσης φύσεως προσωπικό, καθώς και δικηγόρους με έμμισθη εντολή, εφόσον μεταφέρονται στον Ε.Ο.ΠΎ.Υ."• ενώ με το άρθρο 53 παρ. 2 στοιχ. γ' του Ν. 4368/2016 αντικαταστάθηκε η παρ. 9 του άρθρου 33 του ιδίου νόμου (3918/2011) ως ακολούθως: "α) Εκκρεμείς δίκες που αφορούν το περιεχόμενο της καθολικής διαδοχής του Ε.Ο.ΠΎ.Υ., όπως αυτό προσδιορίζεται στην υποπαράγραφο Α' της παραγράφου 1 του άρθρου 29 του παρόντος, συνεχίζονται από τον Οργανισμό χωρίς να επέρχεται διακοπή της δίκης.
–β) Ο Ε.Ο.ΠΎ.Υ. συνεχίζει τις εκκρεμείς δίκες που αφορούν μόνο το προσωπικό που μεταφέρθηκε σε αυτόν. Δικαστικές αποφάσεις που αφορούν προσωπικό που δεν μεταφέρθηκε στον Ε.Ο.ΠΎ.Υ., ακόμα και εάν οι σχετικές δίκες διεξήχθησαν από τον Ε.Ο.ΠΎ.Υ., εκτελούνται σε βάρος του προϋπολογισμού του φορέα κοινωνικής ασφάλισης, στον οποίο, πριν από την ένταξη στον Ε.Ο.ΠΎ.Υ., ανήκε το προσωπικό.
Το προηγούμενο εδάφιο ισχύει αναδρομικά από 01-01-2012".
Συνακόλουθα, αναφορικά με το με σχέση εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου ιατρικό προσωπικό, που ουδέποτε εντάχθηκε στον Ε.Ο.Π.Π.Υ. για το λόγο ότι είχε αποχωρήσει της υπηρεσίας του στο Ι.Κ.Α. - Ε.Τ.Α.Μ. πριν τη σύσταση του πιο πάνω Οργανισμού, νομιμοποιούμενος ενεργητικά προς άσκηση αναίρεσης κατ' απόφασης εκδοθείσας με διάδικο τον Ε.Ο.Π.Π.Υ., μετά την έναρξη ισχύος του έχοντος από 01-01-2012 αναδρομική δύναμη προπαρατεθέντος εδαφίου β', είναι πλέον ο φορέας κοινωνικής ασφάλισης στον οποίο απασχολείτο το εν λόγω προσωπικό και συγκεκριμένα το Ι.Κ.Α. - Ε.Τ.Α.Μ.
και ήδη ο Ενιαίος Φορέας Κοινωνικής Ασφάλισης (Ε.Φ.Κ.Α.), ως οιονεί καθολικός του διάδοχος, μετά την έναρξη λειτουργίας του τελευταίου ως φορέα κοινωνικής ασφάλισης από 01-01-2017, ο οποίος συνεστήθη ως νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου με το άρθρο 51 του Ν. 4387/2016 (ΦΕΚ Α 85). Επακολούθησε ο Ν. 4238/2014, που δημοσιεύθηκε στις 17 Φεβρουαρίου 2014 (ΦΕΚ Α 21), με τον οποίο ορίσθηκαν στο άρθρο 2 αυτού, οι δημόσιες δομές παροχής υπηρεσιών πρωτοβάθμιας υγείας του Π.Ε.Δ.Υ., οι οποίες εντάχθηκαν στην οργανωτική δομή των κατά τόπους Διοικήσεων Υγειονομικών Υπηρεσιών (Δ.Υ.Πε), ως αποκεντρωμένες οργανικές μονάδες αυτών.
Με τις διατάξεις των άρθρων 16 παρ. 1 και 17 παρ. 1 του νόμου αυτού (όπως τα δύο πρώτα εδάφια του άρθρου 17 παρ. 1 αντικαταστάθηκαν με το άρθρο πρώτο υποπαρ. I. 5 του Ν. 4254/2014 - ΦΕΚ Α 85 ως προς το χρόνο έναρξης της ισχύος τους από 4 Μαρτίου 2014) προβλέφθηκε διαδικασία μετάταξης/μεταφοράς του τεθέντος (μεταξύ άλλων) από την έναρξη ισχύος του νόμου αυτού σε κατάσταση διαθεσιμότητας χρονικής διάρκειας ενός μηνός μόνιμου και με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου ιατρικού και οδοντιατρικού προσωπικού του Ε.Ο.Π.Π.Υ, σε οργανικές θέσεις πλήρους και αποκλειστικής απασχόλησης με την ίδια εργασιακή σχέση που συνιστώνται για τον σκοπό αυτό στις αντίστοιχες χωροταξικά Διοικήσεις Υγειονομικών Περιφερειών (Δ.Υ.Πε.) και κατόπιν αίτησης αυτών υποβαλλομένης εντός της εκεί προβλεπομένης προθεσμίας από την ημερομηνία έκδοσης της διαπιστωτικής πράξης για τη θέση αυτών υπό καθεστώς διαθεσιμότητας.
Με τη διάταξη του άρθρου 21 παρ.9 εδ. α', β' και γ' του νόμου αυτού (4238/2014) ορίσθηκε ότι η νόμιμη εκπροσώπηση των μονάδων που μεταφέρονται ανήκει στους διοικητές των οικείων Υγειονομικών Περιφερειών, ότι εκκρεμείς δίκες που αφορούν διαφορές ή υποθέσεις των εντασσομένων μονάδων, του ιατρικού, νοσηλευτικού και λοιπού προσωπικού που μετατάσσεται ή μεταφέρεται συνεχίζονται από τις Διοικήσεις των Υγειονομικών Υπηρεσιών (Δ.Υ.Πε), χωρίς να επέρχεται διακοπή της δίκης, ότι δικαστικές αποφάσεις που εκδίδονται ισχύουν έναντι των Δ.Υ.Πε.
και ότι εκκρεμείς δίκες που αφορούν διαφορές ή υποθέσεις του πάσης φύσεως προσωπικού των ανωτέρω μονάδων που δεν μεταφέρεται ή μετατάσσεται στις Δ.Υ.Πε. συνεχίζονται από τον Ε.Ο.Π.Π.Υ. χωρίς να επέρχεται διακοπή και οι δικαστικές αποφάσεις ισχύουν έναντι του Ε.Ο.Π.Π.Υ. Επομένως, αναφορικά με το με σχέση εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου ιατρικό προσωπικό, που, μετά την αυτοδίκαιη ένταξη του στον Ε.Ο.Π.Π.Υ.
από το Ι.Κ.Α. - Ε.Τ.Α.Μ., όπου απασχολείτο προηγουμένως κατ' εφαρμογή του Ν. 3918/2011, μεταφέρθηκε/μετατάχθηκε στη συνέχεια στις κατά τόπους Δ.Υ.Πε. κατ' εφαρμογή των ρυθμίσεων του Ν. 4238/2014, νομιμοποιείται ενεργητικά προς άσκηση αναίρεσης κατ' απόφασης εκδοθείσας με διάδικο τον Ε.Ο.Π.Π.Υ. η έχουσα νομική προσωπικότητα (άρθ. 1 παρ.2 του Ν. 3329/2005) κατά τόπο Δ.Υ.Πε., σε οργανική μονάδα της οποίας έχει ενταχθεί με την προβλεπόμενη στο νόμο διαδικασία το ως άνω ιατρικό προσωπικό (ΑΠ 306/2020, ΑΠ 505/2019).
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως διαλαμβάνεται στην ένδικη από 24-05-2018 (υπ'αριθμ.εκθ. καταθ. 56/2018) αίτηση αναίρεσης και προκύπτει από το προσκομιζόμενο με επίκληση υπ' αριθμ. Πρωτ. ΔΒ1 Γ/111/20-9-2019 έγγραφο της Διεύθυνσης Διοικητικής Υποστήριξης του δεύτερου αναιρεσιβλήτου Οργανισμού, χωρίς το περιεχόμενο του εγγράφου αυτού να αμφισβητείται από τους αναιρεσείοντες, αποδεικνύεται ότι οι εκ των αναιρεσειόντων:
α) τρίτη και έκτη μετατάχθηκαν/ μεταφέρθηκαν κατά τις διατάξεις του ν. 4238/2014 στην 4η Διοίκηση Υγειονομικής Περιφέρειας Μακεδονίας και Θράκης, 4η Δ.Υ.Πε σε κενές οργανικές θέσεις και β) πρώτος, δεύτερη, τέταρτη και πέμπτη μεταφέρθηκαν στον δεύτερο των αναιρεσιβλήτων Οργανισμό και στη συνέχεια η υπαλληλική σχέση αυτών με τον Οργανισμό λύθηκε, διότι δεν υπέβαλαν δήλωση αποδοχής θέσης σε Δ.Υ.Πε, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 17 ν. 4238/2014, με αποτέλεσμα η υπαλληλική σχέση αυτών να λυθεί με την υπ'αριθμ.
Δ11/οικ.13649/8-4-2014 απόφαση του Προέδρου του Οργανισμού, η οποία δημοσιεύτηκε στο Φ.Ε.Κ. 501/17-4-2014 τ. Β'. Επομένως, όσον αφορά τις τρίτη και έκτη των αναιρεσειόντων, δε νομιμοποιείται παθητικά, όπως ορθά επισημαίνει και με τις προτάσεις του, ο δεύτερος των αναιρεσιβλήτων Οργανισμός Παροχής Υπηρεσιών Υγείας (Ε.Ο.ΠΎ.Υ.), ο οποίος υπήρξε διάδικος, ως οιονεί καθολικός διάδοχος του αρχικά εναγομένου Ι.Κ.Α., στην ενώπιον του Ειρηνοδικείου Ξάνθης διεξαχθείσα πρωτοβάθμια δίκη, καθώς και στην ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ξάνθης διεξαχθείσα δευτεροβάθμια δίκη, επί της οποίας εκδόθηκε η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, αλλά (νομιμοποιείται παθητικά) η 4η Διοίκηση Υγειονομικής Περιφέρειας Μακεδονίας και Θράκης, 4η Δ.Υ.Πε.
Νομιμοποιείται, όμως, παθητικά ο δεύτερος των αναιρεσιβλήτων Οργανισμός, όσον αφορά τους, πρώτο, δεύτερη, τέταρτο και πέμπτο των αναιρεσειόντων, διότι αυτοί εντάχθηκαν αρχικά αυτοδικαίως (ν. 3918/2011) στις υπηρεσίες του δευτέρου των αναιρεσιβλήτων, "Ε.Ο.ΠΎ.Υ.", ως οιονεί καθολικού διαδόχου του Ι.Κ.Α. - Ε.Τ.Α.Μ. (με το οποίο συνδέονταν αρχικά με συμβάσεις εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου- βλεπ.
υπ'αριθμ. πρωτ. ΔΒ1 Γ/111/20-9-2019 έγγραφο του Ε.Ο.ΠΎ.Υ.) και ακολούθως η υπαλληλική τους σχέση με τον Οργανισμό λύθηκε, αφού αυτοί δεν υπέβαλαν αίτηση-υπ.δήλωση για αποδοχή θέσεως σε Δ.Υ.Πε.
Κατ' ακολουθία των ανωτέρω, η ένδικη αίτηση αναίρεσης, κατά το μέρος που ασκείται από τις τρίτη και έκτη των αναιρεσειόντων, πρέπει, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 558 και 577 παρ. 1 του ΚΠολΔ, να απορριφθεί ως απαράδεκτη, ως προς το δεύτερο των αναιρεσιβλήτων (Ε.Ο.ΠΎ.Υ.), λόγω έλλειψης παθητικής νομιμοποίησης.
Επίσης, ως απαράδεκτη λόγω έλλειψης παθητικής νομιμοποίησης, πρέπει να απορριφθεί και ως προς το πρώτο των αναιρεσιβλήτων Ν.Π.Δ.Δ. με την επωνυμία "Ενιαίος Φορέας Κοινωνικής Ασφάλισης -Ε.Φ.Κ.Α.", καθόσον, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, το τελευταίο νομιμοποιείται παθητικά μόνο για το με σχέση εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου ιατρικό προσωπικό, που ουδέποτε εντάχθηκε στον Ε.Ο.Π.Π.Υ., για το λόγο ότι είχε αποχωρήσει από την υπηρεσία του στο Ι.Κ.Α. - Ε.Τ.Α.Μ. πριν τη σύσταση του πιο πάνω Οργανισμού, κατηγορία στην οποία δεν ανήκει κάποιος από τους αναιρεσείοντες-ενάγοντες.
Κατά τα λοιπά, η ένδικη αίτηση αναίρεσης κατά της υπ' αριθμ. 69/2017 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ξάνθης, με την οποία έγινε δεκτή η από 07-07-2016 (υπ' αριθμ. εκθ. καταθ. 17/8-7-2016) έφεση των ως άνω εναγόντων και ήδη αναιρεσειόντων κατά της υπ' αριθμ. 27/2015 οριστικής αποφάσεως του Ειρηνοδικείου Ξάνθης και αφού εξαφανίστηκε η πρωτόδικη απόφαση και δικάστηκε η από 28-12-2012 (υπ' αριθμ. καταθ. 855/28-12-2012) αγωγή, με την οποία οι ενάγοντες και ήδη αναιρεσείοντες ιατροί διαφόρων ειδικοτήτων, συνδεόμενοι με το αρχικά εναγόμενο Ι.Κ.Α. με συμβάσεις εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου, ζητούσαν την καταβολή των αναφερομένων χρηματικών ποσών ως οικονομικό κίνητρο απόδοσης για τα έτη 2007 έως 2011, απορρίφθηκε αυτή, ως προς μεν το πρώτο εναγόμενο-πρώτο αναιρεσίβλητο "ΙΚΑ-ΕΤΑΜ" ως απαράδεκτη, λόγω έλλειψης παθητικής νομιμοποίησης και ως προς το δεύτερο εναγόμενο-δεύτερο αναιρεσίβλητο "Ε.Ο.Π.Π.Υ." ως μη νόμιμη, παραδεκτά ασκείται από τους πρώτο, δεύτερη, τέταρτη και πέμπτη των αναιρεσειόντων ως προς τον δεύτερο των αναιρεσιβλήτων "Ε.Ο.ΠΎ.Υ. Επομένως, αφού ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρ. 552, 553, 556, 558, 564 παρ.3, 566 παρ.1 του ΚΠολΔ), είναι παραδεκτή (άρθ. 577 παρ.1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των διαλαμβανομένων σ' αυτή λόγων της (άρθ. 577 παρ.3 ΚΠολΔ).
Με τη διάταξη του άρθρου 63 παρ. 6 του Ν. 3518/2006 (ΦΕΚ Α' 272), ορίζεται ότι: "Με σκοπό τον εξορθολογισμό των δαπανών, τη μείωση της εισφοροδιαφυγής, τη μείωση του χρόνου απονομής των συντάξεων και καταβολής των πάσης φύσεως παροχών στους Φορείς Κοινωνικής Ασφάλισης αρμοδιότητας Υπουργείου Απασχόλησης και Κοινωνικής Προστασίας, παρέχεται κίνητρο στο προσωπικό τους και στο προσωπικό της Γενικής Γραμματείας Κοινωνικών Ασφαλίσεων, πλην Ι.Κ.Α. - Ε.Τ.Α.Μ..
Με κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομίας και Οικονομικών και Απασχόλησης και Κοινωνικής Προστασίας καθορίζονται οι όροι, οι προϋποθέσεις και το ύψος του οικονομικού κινήτρου, καθώς επίσης και ο τρόπος ελέγχου και διασφάλισης των προσδοκώμενων αποτελεσμάτων. Οι διατάξεις του ν. 3205/2003 δεν έχουν εφαρμογή για την παροχή του ως άνω κινήτρου [...]".
Κατ' εξουσιοδότηση της διάταξης αυτής εκδόθηκε η με αριθ. 2/46581/0022/17-8-2007 Κοινή Απόφαση των Υπουργών Οικονομίας και Οικονομικών και Απασχόλησης και Κοινωνικής Προστασίας υπό τον τίτλο "Καθορισμός των όρων, του ύψους και των προϋποθέσεων καταβολής οικονομικού κινήτρου στο προσωπικό της Γενικής Γραμματείας Κοινωνικών Ασφαλίσεων και των Φορέων Κοινωνικής Ασφάλισης πλην Ι.Κ.Α. - Ε.Τ.Α.Μ." (ΦΕΚ Β' 1647), με χρόνο έναρξης της ισχύος της από 01-01-2007, η οποία ορίζει ότι: "Για τον εξορθολογισμό των δαπανών, τη μείωση της εισφοροδιαφυγής, τη μείωση του χρόνου απονομής των συντάξεων και καταβολής των πάσης φύσεως παροχών στους Φορείς Κοινωνικής Ασφάλισης (Φ.Κ.Α.), αρμοδιότητας του Υπουργείου Απασχόλησης και Κοινωνικής Προστασίας χορηγείται μηνιαίως χρηματικό ποσό ως κίνητρο στο προσωπικό τους, πλην Ι.Κ.Α.
– Ε.Τ.Α.Μ., και στο προσωπικό της Γενικής Γραμματείας Κοινωνικών Ασφαλίσεων (Γ.Γ.Κ.Α.) και καθορίζονται οι όροι, οι προϋποθέσεις, το ύψος και ο τρόπος ελέγχου και διασφάλισης των προσδοκώμενων αποτελεσμάτων ως εξής:
1. Το ύψος του μηνιαίου οικονομικού κινήτρου ορίζεται ανά κατηγορία υπαλλήλου ως εξής: α) κατηγορία Πανεπιστημιακής και Τεχνολογικής Εκπαίδευσης 150 ευρώ μέχρι 10 έτη υπηρεσίας, 200 ευρώ από 10 έτη υπηρεσίας μέχρι 20 έτη υπηρεσίας και 250 ευρώ από 20 έτη υπηρεσίας και άνω β) κατηγορία Δευτεροβάθμιας και Υποχρεωτικής Εκπαίδευσης τα ανωτέρω ποσά μειωμένα κατά 20% αντίστοιχα.
2. Το κίνητρο περικόπτεται σε κάθε περίπτωση απουσίας του υπαλλήλου από την υπηρεσία, εκτός από τις ημέρες κανονικής άδειας, ειδικών αδειών, γονικής άδειας και συνδικαλιστικής άδειας.
3. Κριτήρια για τη χορήγηση του οικονομικού κινήτρου στους υπαλλήλους: α) των Φορέων Κοινωνικής Ασφάλισης είναι η αύξηση της αποτελεσματικότητας με βάση τους στόχους που τίθενται κάθε χρόνο από τις Διοικήσεις τους και τα επιχειρησιακά σχέδια που εκπονούν αυτές και β) της Γενικής Γραμματείας Κοινωνικών Ασφαλίσεων είναι η αύξηση της αποτελεσματικότητας με βάση τους γενικότερους στόχους που τίθενται κάθε χρόνο από την πολιτική ηγεσία της σε συνεργασία με τους προϊσταμένους των Γενικών Διευθύνσεων και των Διευθύνσεων.
4. Ο έλεγχος και η διασφάλιση των αποτελεσμάτων διενεργούνται ως ακολούθως: α) Η πολιτική ηγεσία της ΓΓΚΑ και οι διοικήσεις των ΦΚΑ σε συνεργασία με τους προϊσταμένους των υποκείμενων οργανικών μονάδων, καθορίζουν κάθε χρόνο τους στόχους που πρέπει να επιτευχθούν από κάθε οργανική μονάδα, λαμβάνοντας υπόψη τις ιδιαιτερότητες κάθε υπηρεσίας. Ο προϊστάμενος κάθε οργανικής μονάδας έχει την ευθύνη για τον έλεγχο της συμμετοχής των υπαλλήλων στην επίτευξη των ως άνω στόχων και στην αύξηση της αποτελεσματικότητας, β) Η συμμετοχή στην επίτευξη των στόχων και στην αύξηση της αποτελεσματικότητας βεβαιώνονται στις αρχές κάθε μήνα με πράξη του προϊσταμένου κάθε οργανικής μονάδας στην ειδική κατάσταση πληρωμής του οικονομικού κινήτρου, στην οποία συμπράττουν οι προϊστάμενοι των υποκείμενων οργανικών μονάδων, οι οποίοι έχουν την ίδια ευθύνη στο πλαίσιο των αρμοδιοτήτων τους, γ) Οι υπάλληλοι που δηλώνουν εγγράφως ότι δεν επιθυμούν να μετέχουν στη συστηματική αυτή προσπάθεια αύξησης της αποτελεσματικότητας, δεν δικαιούνται την παροχή αυτή του οικονομικού κινήτρου, δ) Οι διατάξεις του ν.3205/2003 δεν έχουν εφαρμογή για την παροχή του ως άνω κινήτρου.
5. Το ανωτέρω οικονομικό κίνητρο δικαιούνται: α) οι τακτικοί υπάλληλοι και ιατροί, μόνιμοι και ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου, της Γενικής Γραμματείας Κοινωνικών Ασφαλίσεων, του ΟΓΑ και των Φορέων Κοινωνικής Ασφάλισης, πλην ΙΚΑ - ΕΤΑΜ και β) οι υπάλληλοι που είναι αποσπασμένοι σύμφωνα με το άρθρο 4 του ν. 4052/1960 στους ως άνω φορείς.
6. Το ποσό του κινήτρου υπόκειται στις συνήθεις κρατήσεις των επιδομάτων [...]".
Στη συνέχεια με την παρ. 5 του άρθρου 10 του Ν. 3620/2007 (ΦΕΚ Α' 276) ορίσθηκε ότι οι διατάξεις της παρ. 6 του άρθρου 63 του ν. 3518/ 2006 (ΦΕΚ 272/Α') ισχύουν και για το διοικητικό προσωπικό του ΙΚΑ - ΕΤΑΜ. Για την εφαρμογή της τελευταίας αυτής διάταξης εκδόθηκε η με αριθ. 2/1485/0022/25-2-2008 Απόφαση Υπουργών Οικονομίας και Οικονομικών και Απασχόλησης και Κοινωνικής Προστασίας με τον τίτλο "Καθορισμός των όρων, του ύψους και των προϋποθέσεων καταβολής οικονομικού κινήτρου στο διοικητικό προσωπικό του Ι.Κ.Α.-Ε.Τ.Α.Μ." (ΦΕΚ Β' 296), στο άρθρο μόνο της οποίας ορίζονται τα εξής: "Για τον εξορθολογισμό των δαπανών, τη μείωση της εισφοροδιαφυγής, τη μείωση του χρόνου απονομής των συντάξεων και καταβολής των πάσης φύσεως παροχών του ΙΚΑ - ΕΤΑΜ χορηγείται μηνιαίως χρηματικό ποσό ως οικονομικό κίνητρο στο διοικητικό προσωπικό του και καθορίζονται οι όροι, οι προϋποθέσεις, το ύψος και ο τρόπος ελέγχου και διασφάλισης των προσδοκώμενων αποτελεσμάτων ως εξής:
1. Το ύψος του μηνιαίου οικονομικού κινήτρου ορίζεται ανά κατηγορία υπαλλήλου ως εξής: α) κατηγορία Πανεπιστημιακής και Τεχνολογικής Εκπαίδευσης 150 ευρώ μέχρι 10 έτη υπηρεσίας, 200 ευρώ από 10 έτη υπηρεσίας μέχρι 20 έτη υπηρεσίας και 250 ευρώ από 20 έτη υπηρεσίας και άνω β) κατηγορία Δευτεροβάθμιας και Υποχρεωτικής Εκπαίδευσης τα ανωτέρω ποσά μειωμένα κατά 20% αντίστοιχα γ) ...
2. Το κίνητρο περικόπτεται σε κάθε περίπτωση απουσίας του υπαλλήλου από την υπηρεσία, εκτός από τις ημέρες κανονικής άδειας, ειδικών αδειών του άρθρου 50 του Υπαλληλικού Κώδικα, γονικής άδειας, συνδικαλιστικής άδειας και εκπαιδευτικής άδειας μικρής διάρκειας έως δεκαπέντε (15) εργασίμων ημερών. Η περικοπή αυτή υπολογίζεται στο 1/22 του μηνιαίου οικονομικού κινήτρου για κάθε ημέρα απουσίας. 3. Κριτήρια για τη χορήγηση του οικονομικού κινήτρου στους υπαλλήλους είναι η αύξηση της αποτελεσματικότητας με βάση τους στόχους που τίθενται κάθε χρόνο από τη Διοίκηση του ΙΚΑ - ΕΤΑΜ και το επιχειρησιακό του σχέδιο.
4. Ο έλεγχος και η διασφάλιση των αποτελεσμάτων διενεργούνται ως ακολούθως: α) Η Διοίκηση του ΙΚΑ-ΕΤΑΜ σε συνεργασία με τους προϊσταμένους των υποκείμενων οργανικών μονάδων, καθορίζει κάθε χρόνο τους στόχους που πρέπει να επιτευχθούν από κάθε οργανική μονάδα, λαμβάνοντας υπόψη τις ιδιαιτερότητες κάθε υπηρεσίας. Ο προϊστάμενος κάθε οργανικής μονάδας έχει την ευθύνη για τον έλεγχο της συμμετοχής των υπαλλήλων στην επίτευξη των ως άνω στόχων και στην αύξηση της αποτελεσματικότητας, β) Η συμμετοχή στην επίτευξη των στόχων και στην αύξηση της αποτελεσματικότητας βεβαιώνονται στις αρχές κάθε μήνα με πράξη του προϊσταμένου κάθε οργανικής μονάδας στην ειδική κατάσταση πληρωμής του οικονομικού κινήτρου, στην οποία συμπράττουν και οι προϊστάμενοι των υποκείμενων οργανικών μονάδων, οι οποίοι έχουν την ίδια ευθύνη στο πλαίσιο των αρμοδιοτήτων τους. γ) Οι υπάλληλοι που δηλώνουν εγγράφως ότι δεν επιθυμούν να μετέχουν στη συστηματική αυτή προσπάθεια αύξησης της αποτελεσματικότητας, δεν δικαιούνται την παροχή αυτή του οικονομικού κινήτρου, δ) Οι διατάξεις του ν. 3205/2003 δεν έχουν εφαρμογή για την παροχή του ως άνω κινήτρου.
5. Το ανωτέρω οικονομικό κίνητρο δικαιούνται: α) οι τακτικοί διοικητικοί υπάλληλοι, μόνιμοι και ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου του ΙΚΑ - ΕΤΑΜ και β) οι διοικητικοί υπάλληλοι που είναι αποσπασμένοι στο Ίδρυμα και γ) οι υπάλληλοι που είναι αποσπασμένοι στα γραφεία του Διοικητή και των Υποδιοικητών του Ιδρύματος.
6. Το ποσό του κινήτρου υπόκειται στις συνήθεις κρατήσεις των επιδομάτων.
7. [...]
8. Η απόφαση αυτή ισχύει από 11.12.2007 [...]".
Από τον συνδυασμό των ανωτέρω διατάξεων συνάγεται ότι για τη χορήγηση της θεσπισθείσας με αυτές χρηματικής παροχής ως οικονομικού κινήτρου, αρχικά στο προσωπικό της Γενικής Γραμματείας Κοινωνικών Ασφαλίσεων και των Φορέων Κοινωνικής Ασφάλισης, πλην ΙΚΑ - ΕΤΑΜ, και στη συνέχεια και στο διοικητικό προσωπικό του ΙΚΑ - ΕΤΑΜ, ελήφθησαν υπόψη οι ειδικές συνθήκες που επικρατούσαν στους φορείς αυτούς και συγκεκριμένα η ύπαρξη σημαντικού αριθμού εκκρεμών υποθέσεων που έχουν σχέση με την απονομή συντάξεων και την καταβολή πάσης φύσεως παροχών των ως άνω Φορέων Κοινωνικής Ασφάλισης, η απώλεια πόρων τους από την εισφοροδιαφυγή και η έλλειψη προσωπικού και, επί πλέον, για τους πιο πάνω φορείς (πλην ΙΚΑ - ΕΤΑΜ) η αδυναμία ελέγχου των δαπανών υγειονομικής περίθαλψης και η απουσία ολοκληρωμένου μηχανογραφικού συστήματος.
Η χορήγηση δε του ως άνω οικονομικού κινήτρου απέβλεπε όχι αφηρημένα στην αύξηση της παραγωγικότητας, αλλά στην επίτευξη συγκεκριμένου αποτελέσματος, διαπιστωμένου με ειδικούς ελεγκτικούς μηχανισμούς, που είχε σχέση με την εκπλήρωση της αποστολής των ανωτέρω Φορέων Κοινωνικής Ασφάλισης της Γενικής Γραμματείας Κοινωνικών Ασφαλίσεων και στη συνέχεια του ΙΚΑ - ΕΤΑΜ.
Εξάλλου, ενόψει του συγκεκριμένου σκοπού που επιδιωκόταν με τη χορήγηση του ως άνω οικονομικού κινήτρου, η παροχή αυτή δεν χορηγήθηκε με βάση τις ανωτέρω σχεδόν κατά λέξη ταυτόσημες Υπουργικές Αποφάσεις σε όλους ανεξαιρέτως τους υπαλλήλους των πιο πάνω Φορέων Κοινωνικής Ασφάλισης, της Γενικής Γραμματείας Κοινωνικών Ασφαλίσεων και στη συνέχεια του ΙΚΑ - ΕΤΑΜ ως σταθερό και πάγιο επίδομα προς αύξηση των τακτικών αποδοχών τους, αλλά με την πρώτη από τις Υπουργικές αυτές αποφάσεις (2/46581/022/ 17.8.2007) χορηγήθηκε μόνο στους τακτικούς υπαλλήλους και ιατρούς, μόνιμους και ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου, της Γενικής Γραμματείας Κοινωνικών Ασφαλίσεων, του ΟΓΑ και των Φορέων Κοινωνικής Ασφάλισης (πλην ΙΚΑ - ΕΤΑΜ), καθώς και στους υπαλλήλους που είναι αποσπασμένοι σύμφωνα με το άρθρο 4 του ν.4052/1960 στους ως άνω φορείς και με τη δεύτερη από τις αποφάσεις αυτές (2/1485/0022/ 25.2.2008) στους τακτικούς διοικητικούς υπαλλήλους, μόνιμους και ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου του ΙΚΑ - ΕΤΑΜ, στους διοικητικούς υπάλληλους που είναι αποσπασμένοι στο Ίδρυμα και στους υπαλλήλους που είναι αποσπασμένοι στα γραφεία του Διοικητή και των Υποδιοικητών του Ιδρύματος.
Επισημαίνεται δε ότι, κατά την αληθή έννοια της πρώτης από τις πιο πάνω Υπουργικές αποφάσεις και ενόψει του επιδιωκομένου από αυτήν ως άνω σκοπού, του ως άνω οικονομικού κινήτρου δικαιούνται [υπό τις αναγραφόμενες σε αυτήν προϋποθέσεις] μόνο οι ιατροί των Φορέων Κοινωνικής Ασφάλισης (πλην ΙΚΑ - ΕΤΑΜ) και της Γενικής Γραμματείας Κοινωνικών Ασφαλίσεων που απασχολούνται στις κεντρικές ή περιφερειακές υπηρεσίες των πιο πάνω φορέων και είναι επιφορτισμένοι με τη διαδικασία καταβολής των πάσης φύσεως παροχών στους ασφαλισμένους (λ.χ.
με τον έλεγχο των προσκομιζομένων δικαιολογητικών για την καταβολή δαπανών νοσηλείας, αγοράς εξοπλισμού κλπ) και δεν αφορά κατά νόμο ιατρούς απασχολούμενους σε μονάδες πρωτοβάθμιας ή δευτεροβάθμιας περίθαλψης των πιο πάνω φορέων. Περαιτέρω, η επίμαχη παροχή δεν χορηγήθηκε σε όλους ανεξαιρέτως τους ανωτέρω εργαζόμενους ως προσαύξηση των αποδοχών τους, αλλά μόνον σε εκείνους εξ' αυτών που θα εντάσσονταν κατά τη βούληση αυτών και για όσο χρόνο εντάσσονταν στην προγραμματισμένη προσπάθεια για την αύξηση της αποτελεσματικότητας και υπό την προϋπόθεση ότι η ως άνω συμμετοχή στην επίτευξη των καθορισθέντων στόχων και στην αύξηση της αποτελεσματικότητας θα βεβαιωνόταν στις αρχές κάθε μήνα με πράξη του προϊσταμένου κάθε οργανικής μονάδας στην ειδική κατάσταση πληρωμής του οικονομικού κινήτρου, ενώ κατά ρητή νομοθετική πρόβλεψη η παροχή αυτή έχει αποσυνδεθεί από τις ρυθμίσεις του ενιαίου μισθολογίου (Ν. 3205/2003).
Επομένως, από τις ανωτέρω διατάξεις συνάγεται ότι εάν δεν συντρέχουν οι εν λόγω όροι και προϋποθέσεις σε ορισμένη περίπτωση, με τη χορήγηση της ως άνω παροχής σε όμοια κατηγορία υπαλλήλων αλλά υπό τη συνδρομή των όρων και προϋποθέσεων αυτών, δεν παραβιάζεται η αρχή της ισότητας του άρθρου 4 παρ.1 του Συντάγματος, κατά την οποία αν γίνει από το νόμο ειδική ρύθμιση για ορισμένη κατηγορία προσώπων και αποκλεισθεί από τη ρύθμιση αυτή, κατ' αδικαιολόγητη, δυσμενή διάκριση, άλλη κατηγορία προσώπων, για την οποία συντρέχει ο ίδιος λόγος, που επέβαλε την ειδική εκείνη μεταχείριση, η διάταξη που εισάγει τη δυσμενή μεταχείριση πρέπει να παραμείνει ανεφάρμοστη, ως αντισυνταγματική, οπότε, στην περίπτωση αυτή, ως μόνος τρόπος αποκατάστασης της συνταγματικής αρχής της ισότητας απομένει το να επεκταθεί υπέρ εκείνων, σε βάρος των οποίων έγινε η δυσμενής διάκριση, η διάταξη που ισχύει για την κατηγορία υπέρ της οποίας θεσπίστηκε η ειδική ρύθμιση, ακόμη και αν αυτή αφορά μισθό, σύνταξη ή άλλη παροχή προς δημόσιο λειτουργό ή υπάλληλο και γενικώς μισθωτό (ΑΠ 505/2019).
Ούτε παραβιάζεται επίσης η απορρέουσα από την ως άνω αρχή της ισότητας αρχή της ίσης μεταχείρισης στην αμοιβή των εργαζομένων, ανεξαρτήτως φύλου ή άλλης διάκρισης, που θεσπίζει η διάταξη του άρθρου 22 παρ.1 εδ. β του Συντάγματος, αφού αυτή προϋποθέτει την ίδια ποιοτικώς και ποσοτικώς εργασία υπό τις αυτές συνθήκες και με τα ίδια προσόντα, περίπτωση η οποία δεν συντρέχει εν προκειμένω.
Κατόπιν των ανωτέρω, τόσο η αρχική εξαίρεση με την εκδοθείσα κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 63 παρ. 6 του Ν. 3518/2006 με αριθ. 2/46581/022/ 17.8.2007 Υπουργική απόφαση του απασχολουμένου στο ΙΚΑ - ΕΤΑΜ προσωπικού (περιλαμβανομένου και του ιατρικού) από την χορήγηση του πιο πάνω οικονομικού κινήτρου, όσο και ο εν συνεχεία περιορισμός, με την εκδοθείσα κατ’ εξουσιοδότηση του άρθρου 10 παρ. 5 του Ν. 3620/2007 με αριθ. 2/1485/0022/15.2.2008 Υπουργική Απόφαση, της χορήγησης αυτού μόνον στους διοικητικούς υπαλλήλους του Ι.Κ.Α.
υπό τους εκτεθέντες όρους και προϋποθέσεις και η μη επέκτασή της σε άλλες κατηγορίες εργαζομένων του εν λόγω Ιδρύματος, όπως είναι οι ιατροί, ασχέτως αν αυτοί είναι μόνιμοι ή με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου υπάλληλοι τούτου ή αν έχουν εξομοιωθεί μισθολογικά με τους λοιπούς υπαλλήλους του, δικαιολογείται και δεν αντίκειται στην αρχή της ισότητας, (ούτε στην αρχή της ισότητας στην αμοιβή χωρίς διακρίσεις), δεδομένου ότι, κατά τα ήδη προεκτεθέντα (η χρηματική αυτή παροχή χορηγήθηκε για την προσφορά από ορισμένες κατηγορίες υπαλλήλων, εντός του νομίμου ωραρίου, πρόσθετης και υπό ειδικές συνθήκες εντατικοποίησης εργασίας, με σκοπό την αύξηση της παραγωγικότητας και δη στους τομείς απονομής των συντάξεων, καταβολής των πάσης φύσεως παροχών και μείωσης της εισφοροδιαφυγής με στόχο την ταχύτερη διεκπεραίωση εκκρεμών υποθέσεων στο ΙΚΑ - ΕΤΑΜ (πρβλ.
ΣτΕ 4137/2015, ΣτΕ 3164/2011 επί της αντίστοιχης ρύθμισης για την παροχή οικονομικού κινήτρου του άρθρου 18 παρ. 5 του Ν. 2150/1993), του νομοθέτη έχοντος τη διακριτική ευχέρεια της επιλογής του χρόνου και της κατηγορίας του προσωπικού στο οποίο θα χορηγήσει ειδική χρηματική παροχή για την παροχή πρόσθετης κατά τα άνω εργασίας (ΑΠ 306/2020, 467/2007, ΑΠ 1249/2000).
Περαιτέρω, από το άρθρο 904 του ΑΚ, που ορίζει ότι όποιος έγινε πλουσιότερος χωρίς νόμιμη αιτία από την περιουσία ή με ζημία άλλου έχει υποχρέωση να αποδώσει την ωφέλεια, προκύπτει ότι στοιχείο του πραγματικού κάθε απαιτήσεως αδικαιολόγητου πλουτισμού είναι, εκτός των άλλων, και η ανυπαρξία ή η ελαττωματικότητα της αιτίας, βάσει της οποίας έγινε η περιουσιακή μετακίνηση και επήλθε ο πλουτισμός του λήπτη.
Αν λείπει το στοιχείο αυτό, δηλαδή η ως άνω αιτία είναι ανύπαρκτη ή ελαττωματική (δεν στοιχειοθετείται απαίτηση από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό, αφού η απαίτηση αυτή προϋποθέτει έλλειψη αξιώσεως από την αιτία). Τέτοια υπάρχει και όταν η αιτία της παροχής είναι παράνομη, εξαιτίας απαγορευτικής διατάξεως νόμου, τούτο δε συμβαίνει και στην περίπτωση της παροχής εργασίας από εργαζόμενο που δεν έχει τα απαιτούμενα κατά νόμο για τη συγκεκριμένη περίπτωση προσόντα.
Στην περίπτωση αυτή, αν ασκηθεί αγωγή, με την οποία αναζητείται ευθέως από τον ενάγοντα εργαζόμενο ο πλουτισμός (ωφέλεια) του εναγομένου εργοδότη, εξαιτίας της ακυρότητας της συμβάσεως εργασίας, για να είναι ορισμένη η αγωγή, θα πρέπει να αναφέρονται στο δικόγραφο αυτής, σύμφωνα με το άρθρο 216 παρ. 1α του ΚΠολΔ, τα περιστατικά που συνεπάγονται την ακυρότητα της συμβάσεως και συνιστούν τον λόγο για τον οποίο η αιτία της εντεύθεν ωφέλειας του εργοδότη δεν είναι νόμιμη.
Αν όμως η βάση της αγωγής από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό σωρεύεται κατά δικονομική επικουρικότητα (άρθρο 219 ΚΠολΔ), υπό τη ενδοδιαδικαστική αίρεση της απορρίψεως της κύριας βάσης της αυτής από τη σύμβαση εργασίας, αρκεί για την πληρότητα αυτής, να γίνεται απλή επίκληση της ακυρότητας της συμβάσεως χωρίς να απαιτείται να αναφέρονται και οι λόγοι στους οποίους οφείλεται η ακυρότητα (ΟλΑΠ 22/2003).
Εξάλλου, η αγωγή του αδικαιολογήτου πλουτισμού τόσο από ουσιαστική όσο και από δικονομική άποψη έχει επιβοηθητικό χαρακτήρα και μπορεί να ασκηθεί αν λείπουν οι προϋποθέσεις της αγωγής από σύμβαση ή αδικοπραξία. Έτσι αν η αγωγή στηρίζεται στα ίδια περιστατικά, στα οποία θεμελιώνεται η αγωγή από σύμβαση ή αδικοπραξία, είναι νομικά αβάσιμη, γιατί αφού υπάρχει σύμβαση ή αδικοπραξία, ο ενάγων δύναται να αξιώσει τις αξιώσεις του από αυτές και δεν μπορεί να προσφύγει στην επικουρική βάση του πλουτισμού (ΑΠ 261/2020, ΑΠ 1480/2018, ΑΠ 2019/2007).
Τέλος κατά τη διάταξη του άρθρου 560 παρ.1 εδ. α' του ΚΠολΔ, αναίρεση κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των πρωτοδικείων που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, επιτρέπεται μόνο, αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο, ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου.
Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, ήτοι εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013, ΟλΑΠ 7/2006).
Με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του ανωτέρω δικαστηρίου κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κ.λπ., ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσία.
Στην τελευταία δε περίπτωση, η παραβίαση του κανόνα αυτού ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο αποκλειστικώς και μόνο με βάση τα πραγματικά περιστατικά που δέχεται το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν ή ότι δεν αποδείχθηκαν (ΑΠ 306/2020, ΑΠ 598/2019, ΑΠ 130/2016, ΑΠ 1420/2013).
Αντίθετα, η έλλειψη μείζονος πρότασης στην απόφαση ή οι εσφαλμένες κρίσεις του δικαστηρίου σ' αυτή ως προς την έννοια διάταξης ουσιαστικού δικαίου, δεν αρκούν από μόνες τους για να ιδρύσουν το λόγο αναίρεσης από τον αριθμό 1 του άρθρ. 560 ΚΠολΔ, αν κατά τα λοιπά δεν συνέχονται με την ουσιαστική κρίση του δικαστηρίου, αφού το διατακτικό της απόφασης δεν στηρίζεται στις νομικές αναλύσεις του δικαστηρίου, αλλά στις ουσιαστικές παραδοχές του, που διατυπώνονται στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού του.
Η παράλειψη, δηλαδή, του δικαστηρίου να παραθέσει στην απόφασή του τις διατάξεις, στις οποίες στηρίζεται το αγωγικό αίτημα, δεν καθιστά αναιρετέα την απόφασή του, αρκεί να υφίστανται τέτοιες διατάξεις, που να στηρίζουν την αγωγή, οπότε ο Άρειος Πάγος επιτρεπτά συμπληρώνει μ' αυτές, κατά το άρθρ. 578 ΚΠολΔ, την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, αφού η μεν συνταγματική επιταγή της ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολόγησης των αποφάσεων (άρθρ. 93 § 3 του Συντάγματος) δεν καθιερώνει ούτε επιβάλλει αντίστοιχο αναιρετικό έλεγχο, ενώ ως αντιφατικές ή ανεπαρκείς αιτιολογίες στη διάταξη του άρθρ. 560 αριθμ. 6 ΚΠολΔ, που ιδρύει ως λόγο αναίρεσης την έλλειψη νόμιμης βάσης της απόφασης, νοούνται μόνον οι αντιφατικές ή ανεπαρκείς ουσιαστικές παραδοχές της απόφασης.
Παρέπεται, ότι και η πλεοναστική παράθεση στην απόφαση διατάξεων, που δεν έχουν εφαρμογή στη συγκεκριμένη υπόθεση, δεν καθιστά αναιρετέα την απόφαση, εφόσον οι διατάξεις αυτές παρέμειναν στην ουσία ανεφάρμοστες και δεν οδηγήθηκε τελικώς με βάση τις διατάξεις αυτές η απόφαση σε εσφαλμένο νομικό συλλογισμό και κατ' επέκταση σε εσφαλμένη εφαρμογή του δικαίου (ΑΠ 199/2018, ΑΠ 684/2013).
Στους κανόνες του ουσιαστικού δικαίου, η παραβίαση των οποίων ιδρύει τον από τη διάταξη αυτή προβλεπόμενο λόγο, περιλαμβάνονται, όπως προεκτέθηκε, και οι ερμηνευτικοί κανόνες των άρθρων 173 και 200 ΑΚ, με τους οποίους ορίζεται, αφενός, ότι, κατά την ερμηνεία της δήλωσης βουλήσεως αναζητείται η αληθινή βούληση χωρίς προσήλωση στις λέξεις, και αφετέρου, ότι οι συμβάσεις ερμηνεύονται όπως απαιτεί η καλή πίστη, αφού ληφθούν υπόψη και τα συναλλακτικά ήθη και οι οποίοι εφαρμόζονται σε κάθε περίπτωση, κατά την οποία υπάρχει κενό στη δικαιοπραξία ή γεννιέται αμφιβολία για τη δήλωση βουλήσεως Ειδικότερα παράβαση των ερμηνευτικών κανόνων των δικαιοπραξιών, που περιέχονται στα άρθρα 173 και 200 του ΑΚ, υφίσταται, όταν το δικαστήριο της ουσίας, είτε προσέφυγε στους ερμηνευτικούς αυτούς κανόνες προς συμπλήρωση ή ερμηνεία της δικαιοπραξίας, μολονότι δέχθηκε, ότι η δικαιοπραξία είναι πλήρης και σαφής και δεν έχει ανάγκη συμπλήρωσης ή ερμηνείας, κατά την ανέλεγκτη, προς αυτό κρίση του, είτε παρέλειψε να προσφύγει στους ίδιους ερμηνευτικούς κανόνες, καίτοι ανέλεγκτα, επίσης, διαπίστωσε την ύπαρξη κενού ή ασάφειας στις δηλώσεις βουλήσεως των δικαιοπρακτούντων, οι οποίες έχρηζαν έτσι κατάλληλης συμπλήρωσης ή ερμηνείας με εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 173 και 200 του ΑΚ (ΑΠ 563/2020, ΑΠ 51/2020, ΑΠ 826/2019, ΑΠ 617/2019, ΑΠ 574/2010).
[Β] Στην προκειμένη περίπτωση, οι πρώτος, δεύτερη, τέταρτη και πέμπτη των εναγόντων και ήδη αναιρεσείοντες, με την ένδικη από 28-12-2012 (υπ' αριθμ. καταθ. 855/28-12-2012) αγωγή που άσκησαν ενώπιον του Ειρηνοδικείου Ξάνθης, την οποία επισκοπεί ο Αρειος Πάγος κατά την έρευνα σχετικών αναιρετικών λόγων (άρθρ. 561 παρ.2 ΚΠολΔ), ισχυρίσθηκαν ότι προσλήφθηκαν από το εναγόμενο Ν.Π.Δ.Δ.
με την επωνυμία "ΙΚΑ - ΕΤΑΜ", ο πρώτος στις 13-08-1998, η δεύτερη στις 15-12-1994, η τέταρτη στις 17-07-2001 και η πέμπτη στις 16-03-2001 και προσέφεραν τις υπηρεσίες τους ως ιατροί διαφόρων ειδικοτήτων με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου σε διάφορα τμήματα και υπηρεσίες του αρχικά εναγομένου ΙΚΑ - ΕΤΑΜ (του οποίου καθολικός διάδοχος ως προς τον κλάδο υγείας έχει καταστεί ο δεύτερος των αναιρεσιβλήτων Οργανισμός), έχοντας ο καθένας εξ' αυτών τα αναγραφόμενα στην αγωγή έτη προϋπηρεσίας.
Επικαλούμενοι δε στη συνέχεια το περιεχόμενο της παρ. 6 του άρθρου 63 του Ν. 3518/2006 και της εκδοθείσας βάσει αυτής με αριθ. 2/46851/0022/17.8.2007 Κοινής Υπουργικής Απόφασης, ως και το περιεχόμενο της παρ. 5 του άρθρου 10 του Ν. 3620/2007 και της εκδοθείσας βάσει αυτής με αριθ. 2/1485/0022/15.2.2008 Κοινής Υπουργικής Απόφασης, ισχυρίσθηκαν ότι κατά παράβαση της αρχής της ισότητας και συνακόλουθα και της αρχής της ισότητας της αμοιβής για εργασία ίσης αξίας (άρθ. 7 του Ν. 1532/1985) εξαιρέθηκαν της λήψης του προβλεπόμενου από το ν. 3620/2007 οικονομικού κινήτρου από 01-01-2007, αρχικά με την εξαίρεση του ΙΚΑ - ΕΤΑΜ από τους Φορείς Κοινωνικής Ασφάλισης, για το προσωπικό των οποίων, περιλαμβανομένων και των ιατρών, αυτή προβλέφθηκε και στη συνέχεια με τον περιορισμό των δικαιούχων αυτής μόνο στο διοικητικό προσωπικό του ΙΚΑ - ΕΤΑΜ, παρόλο που αυτοί απασχολούνταν υπό τις αυτές συνθήκες εργασίας από άποψη τυπικών και ουσιαστικών προσόντων, υπηρεσιακής απόδοσης και εξέλιξης με το προσωπικό των λοιπών φορέων κοινωνικής ασφάλισης, των οποίων (φορέων) το αντικείμενο είναι το ίδιο.
Με βάση το ιστορικό αυτό και ισχυριζόμενοι περαιτέρω ότι, δυνάμει του άρθρου 17 παρ.2 ν. 3918/2011 μεταφέρθηκαν και εντάχθηκε ο Κλάδος Υγείας του πρώτου εναγομένου ως υπηρεσία, μονάδα και προσωπικό στο δεύτερο εναγόμενο "Ε.Ο.ΠΎ.Υ." ζήτησαν, επικαλούμενοι τις διατάξεις του άρθρου 4 παρ.1 του Συντάγματος, άλλως τις διατάξεις από παράνομες πράξεις ή παραλείψεις των οργάνων του δημοσίου ή των Ο.Τ.Α. ή των ΝΠΔΔ κατά την άσκηση της δημόσιας εξουσίας που τους έχει ανατεθεί (άρθρ. 105, 106 ΕισΝΑΚ), άλλως επικουρικά κατά τις διατάξεις του αδικαιολόγητου πλουτισμού (άρθρο 904 επομ. ΑΚ), να αναγνωρισθεί ότι το πρώτο και δεύτερο των εναγομένων οφείλουν εις ολόκληρον, ως διάδοχοι εργοδότες, σύμφωνα με τις διατάξεις της Οδηγίας 2001/31, Π Δ. 176/2002 και του ν. 2120/1920, να τους καταβάλουν αναδρομικά για το οικονομικό κίνητρο του άρθρου 10 παρ.5 ν. 3620/2007, ανάλογα με τα έτη προϋπηρεσίας του καθενός εξ' αυτών, α) στον πρώτο το ποσό των 12.850 ευρώ, β) στη δεύτερη το ποσό των 14.000 ευρώ, γ) στην τέταρτη το ποσό των 10.750 ευρώ και δ) στην πέμπτη το ποσό των 11.000 ευρώ, που αντιστοιχούν στο χρονικό διάστημα των ετών 2007 έως 2011, με τον εκάστοτε νόμιμο τόκο από τότε που κάθε επί μέρους κονδύλιο κατέστη απαιτητό, άλλως από την επίδοση της αγωγής.
Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 27/2015 απόφαση του Ειρηνοδικείου Ξάνθης, το οποίο, κρίνοντας ότι η αγωγή έπρεπε να δικαστεί κατά την τακτική διαδικασία, απέρριψε αυτή ως ουσιαστικά αβάσιμη, λόγω μη καταβολής δικαστικού ενσήμου. Μετά την άσκηση της από 07-07-2016 (υπ'αριθμ. εκθ. καταθ. 17/8-7-2016) έφεσης των ως άνω εναγόντων, εκδόθηκε η προσβαλλόμενη υπ' αριθμ. 69/2017 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ξάνθης. Με την απόφαση αυτή:
1) απορρίφθηκε η αγωγή ως απαράδεκτη ως προς το πρώτο εναγόμενο - πρώτο αναιρεσίβλητο "ΙΚΑ-ΕΤΑΜ", λόγω έλλειψης παθητικής του νομιμοποίησης, με το σκεπτικό ότι η ένδικη αγωγή ασκήθηκε στις 28-12-2012, ήτοι όταν στις έννομες σχέσεις του Ν.Π.Δ.Δ με την επωνυμία "Ι.Κ.Α.- Ε.Τ.Α.Μ.", είχε ήδη υπεισέλθει, κατά τη διάταξη του άρθρου 29 παρ.1 ν. 3918/2011, ως καθολικός διάδοχος του και ως προς τις εκτιθέμενες υποχρεώσεις του έναντι των εναγόντων, το Ν.Π.Δ.Δ. με την επωνυμία "Ε.Ο.ΠΎ.Υ.", το οποίο και μόνο νομιμοποιείτο παθητικά. Επιπλέον αναφέρεται, ότι οι ισχυρισμοί των εναγόντων περί ομοδικίας αμφοτέρων των εναγομένων λόγω έναντι αυτών εις ολόκληρον οφειλής τους, ενόψει εφαρμογής των διατάξεων περί μεταβίβασης εργοδοτικής επιχείρησης, είναι νόμω αβάσιμα και απορριπτέα ως μη στηριζόμενα σε οιαδήποτε διάταξη νόμου, καθώς και ερειδόμενα σε εσφαλμένη προϋπόθεση, που δε/συντρέχει εν προκειμένω. Και
2) ως προς το δεύτερο εναγόμενο "Ε.Ο.Π.Π.Υ." ως μη νόμιμη:
α) τόσο κατά την κύρια βάση της, με το σκεπτικό ότι, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 63 παρ. 6 του Ν. 3518/2006, 10 του Ν. 3620/2007 και της εκδοθείσας βάσει αυτών υπ' αριθμ. 2/1485/0022/15.2.2008 Κοινής Υπουργικής Απόφασης, η χορήγηση του κινήτρου απόδοσης προβλέπεται μόνο για τους διοικητικούς υπαλλήλους του Ι.Κ.Α.-Ε.Τ.Α.Μ. και όχι για άλλες κατηγορίες εργαζομένων του εν λόγω Ιδρύματος, όπως είναι οι ιατροί, ασχέτως αν αυτοί είναι μόνιμοι υπάλληλοι τούτου ή με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου ή αν έχουν εξομοιωθεί μισθολογικά με τους λοιπούς υπαλλήλους του και ότι με τις διατάξεις αυτές δεν εισάγεται κάποια δυσμενής διάκριση σε βάρος των εναγόντων ιατρών έναντι του διοικητικού προσωπικού του εργοδότη και συνάμα ασφαλιστικού φορέα, δεδομένου ότι οι συνθήκες εργασίας των εναγόντων ιατρών δεν έχουν οιαδήποτε σχέση με τις συνθήκες της εργασίας του διοικητικού προσωπικού που εργάζεται στον ίδιο εργοδότη - Ν.Π.Δ.Δ, η δε μη επέκταση της χορήγησης του κινήτρου απόδοσης στις κατηγορίες αυτές εργαζομένων και ειδικότερα στους ιατρούς δικαιολογείται και δεν αντίκειται στην αρχή της ισότητας" και
β) όσο και κατά τις επικουρικές βάσεις της και ειδικότερα:
β.1) της βάσης περί αδικοπραξιών, με το σκεπτικό ότι τα επικαλούμενα στην αγωγή πραγματικά περιστατικά δεν αποτελούν παράνομη και συνεπώς ούτε και αδικοπρακτική κατά το νόμο συμπεριφορά των οργάνων του Ι.Κ.Α.-Ε.Τ.Α.Μ. έναντι των εναγόντων, ενώ σε κάθε περίπτωση-ουδόλως εκτίθενται πραγματικά περιστατικά που άγουν σε τοιαύτη αδικοπραγία, ούτε ότι υπήρξε καθεαυτή παράνομη υπαίτια (από δόλο ή αμέλεια) ζημιογόνα πράξη ή παράλειψη των οργάνων αυτών και
β.2) της βάσης περί αδικαιολόγητου πλουτισμού, με την αιτιολογία ότι θεμελιώνεται στα αυτά με την κύρια βάση της αγωγής πραγματικά περιστατικά, καθόσον από τη διάταξη του άρθρου 904 ΑΚ προκύπτει ότι η αγωγή του αδικαιολόγητου πλουτισμού είναι επιβοηθητικής ουσιαστικά φύσεως, ενώ εξάλλου και σε κάθε περίπτωση δεν εκτίθενται σε αυτήν άπαντα τα θεμελιωτικά της εν λόγω αξίωσης πραγματικά περιστατικά, ώστε να είναι και αόριστη και εντεύθεν ως τοιαύτη απαράδεκτη.
Με την κρίση του αυτή το δευτεροβάθμιο δικαστήριο ουδόλως παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή τις ουσιαστικού δικαίου ως άνω διατάξεις της παρ. 6 του άρθρου 63 του Ν. 3518/2006 και της εκδοθείσας βάσει αυτής με αριθ. 2/46851/0022/17.8.2007 Κοινής Υπουργικής Απόφασης, της παρ. 5 του άρθρου 10 του Ν. 3620/2007 και της εκδοθείσας βάσει αυτής με αριθ. 2/1485/0022/15.2.2008 Κοινής Υπουργικής Απόφασης, ως και εκείνες των άρθρων 4 παρ. 1, 22 παρ. 1 εδ. β' του Συντάγματος, τις οποίες ορθά εφάρμοσε και οι οποίες ήταν εφαρμοστέες στην κρινόμενη υπόθεση, διότι, σύμφωνα με τα ήδη αναφερθέντα στην προηγούμενη σκέψη, οι διατάξεις αυτές προβλέπουν τη χορήγηση του κινήτρου απόδοσης μόνον στους διοικητικούς υπαλλήλους του Ι.Κ.Α. υπό τους εκεί εκτεθέντες ειδικούς όρους και προϋποθέσεις και όχι σε άλλες κατηγορίες εργαζομένων του εν λόγω Ιδρύματος, όπως είναι οι ιατροί, ασχέτως αν αυτοί είναι μόνιμοι ή με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου υπάλληλοι τούτου ή αν έχουν εξομοιωθεί μισθολογικά με τους λοιπούς υπαλλήλους του, η δε μη επέκταση αυτού στις κατηγορίες αυτές εργαζομένων και ειδικότερα στους ιατρούς δικαιολογείται κατά τα παραπάνω εκτιθέμενα και δεν αντίκειται στην αρχή της ισότητας.
Σημειώνεται ότι, εφόσον οι ιατροί δεν δικαιούνται κατά το νόμο ή το Σύνταγμα το ανωτέρω κίνητρο απόδοσης, δεν μπορεί να γίνει λόγος για ευθύνη του εναγομένου κατά το άρθρο 106 του ΕισΝΑΚ από την παράλειψη της καταβολής αυτής. Επομένως, οι τέταρτος, πέμπτος, έβδομος και όγδοος λόγοι αναίρεσης, όπως αυτοί ορθά εκτιμώνται, κατά το πρώτο σκέλος τους, που αναφέρονται σε πλημμέλειες της προσβαλλόμενης απόφασης από το άρθρο 560 παρ.1 εδ. α' του ΚΠολΔ, σχετικά με την παραβίαση των διατάξεων των ως άνω ουσιαστικών κανόνων δικαίου, είναι αβάσιμοι. Επιπλέον, το εφετείο, απορρίπτοντας κατά τα παραπάνω με την προσβαλλόμενη απόφασή του την επικουρική βάση της αγωγής περί αδικαιολόγητου πλουτισμού, ορθά εφάρμοσε την ως διάταξη του άρθρου 904 ΑΚ, καθόσον αυτή θεμελιώνεται στα αυτά με την κύρια βάση της αγωγής πραγματικά περιστατικά . Επομένως τα όσα αντίθετα υποστηρίζονται από τους αναιρεσείοντες με τον ορθά εκτιμώμενο από το άρθρο 560 παρ.1 εδαφ. α' ΚΠολΔ σχετικό έβδομο λόγο αναίρεσης (κατά το δεύτερο σκέλος του), είναι αβάσιμα, όπως και ο λόγος αυτός.
Περαιτέρω, οι αναιρεσείοντες με τους επίσης από το άρθρο 560 αριθμ. 1 ΚΠολΔ, πρώτο, δεύτερο και τέταρτο λόγους αναίρεσης (κατά το δεύτερο σκέλος τους), όπως επίσης ορθά εκτιμώνται, επικαλούνται πλημμέλεια της προσβαλλόμενης απόφασης, για το λόγο ότι εσφαλμένα περιέλαβε στη μείζονα σκέψη της τις διατάξεις του ν.δ 1204/1972, ("περί του τρόπου παροχής ιατρικών φροντίδων υπό του ΙΚΑ κ.λ.π.",), που δεν έχουν εφαρμογή στην ένδικη υπόθεση, χωρίς στη συνέχεια να περιλάβει ελάσσονα σκέψη αξιολόγησης των πραγματικών περιστατικών με βάση το ως άνω ν.δ. 1204/1972, ούτε καν να αναφέρει ότι οι αναιρεσείοντες-ενάγοντες υπέγραψαν με το πρώτο εναγόμενο-αναιρεσίβλητο ειδική σύμβαση με βάση το νομοθετικό αυτό διάταγμα και υπάγονταν στο καθεστώς των συμβάσεων που περιγράφεται στο ν.δ. 1204/1972, ενώ αντίθετα οι συμβάσεις εργασίας τους, παρόλο που αναφέρεται στην επικεφαλίδα της έγγραφης σύμβασης πρόσληψης αυτών, ότι είναι ειδικές συμβάσεις του ν.δ. 1204/1972, από το κείμενο τους και την εφαρμογή τους προκύπτει ότι είναι συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου, στα πλαίσια των οποίων παρείχαν την εργασία τους εντός του καταστήματος Νομαρχιακής Μονάδας Υγείας ΙΚΑ Ξάνθης, σε αντίθεση με το καθεστώς των συμβάσεων που περιγράφεται στο ν.δ. 1204/1972, που οι ιατρικές υπηρεσίες παρέχονται στο ιδιωτικό ιατρείο.
Οι ως άνω λόγοι, κατά το σκέλος αυτό, είναι απαράδεκτοι, αφού η επικαλούμενη πλεοναστική παράθεση στη μείζονα σκέψη της προσβαλλόμενης απόφασης των διατάξεων του ως άνω ν.δ. 1204/1972 (σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 1, 2, 8, παρ.1 και 9 του οποίου, οι ιατρικές φροντίδες που δικαιούνται οι ασφαλισμένοι στο Ι.Κ.Α., πραγματοποιούνται από θεράποντες ιατρούς της ελεύθερης επιλογής του ασφαλισμένου από κατάλογο που καταρτίζει το Ιδρυμα, ο οποίος περιλαμβάνει ιατρούς που ασκούν νόμιμα το επάγγελμά τους, όπως και από ιατρούς ειδικοτήτων και εργαστηρίων...), χωρίς να περιλάβει η απόφαση παραδοχές για το αν οι ενάγοντες και ήδη αναιρεσείοντες ιατροί συνδέονταν με το ΙΚΑ με ειδικές συμβάσεις του ν.δ. 1204/1972, δεν καθιστά την απόφαση αναιρετέα, αφού το δικαστήριο δεν οδηγήθηκε με βάση τις διατάξεις αυτές σε εσφαλμένο νομικό συλλογισμό και κατ' επέκταση σε εσφαλμένη εφαρμογή του δικαίου, αλλά αντίθετα κατέληξε στην κατά τα παραπάνω κρίση του, ότι δηλαδή οι ιατροί, ανεξαρτήτως αν αυτοί είναι μόνιμοι ή με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου υπάλληλοι του Ι.Κ.Α.
ή αν έχουν εξομοιωθεί μισθολογικά με τους λοιπούς υπαλλήλους του, δεν δικαιούνται το κίνητρο απόδοσης, το οποίο χορηγείται μόνον στους διοικητικούς υπαλλήλους του Ι.Κ.Α., εφαρμόζοντας τις λοιπές διατάξεις που προαναφέρθηκαν, οι οποίες και στήριξαν το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης.
Επίσης, οι ίδιοι λόγοι κατά το σκέλος τους που προβάλλουν την αιτίαση ότι η προσβαλλόμενη απόφαση παραβίασε τους ερμηνευτικούς κανόνες των άρθρων 173 και 200 ΑΚ, με το να μην προσφύγει σ' αυτούς προκειμένου να προβεί σε ερμηνεία των συμβάσεων εργασίας των αναιρεσειόντων, είναι αβάσιμοι, διότι στηρίζονται επί εσφαλμένης προϋποθέσεως, αφού το δικάσαν εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, δεν δέχθηκε την ύπαρξη κενού ή ασάφειας ως προς το περιεχόμενο των συμβάσεων των εναγόντων - αναιρεσειόντων, σχετικά με το χαρακτηρισμό αυτών, ώστε να τίθεται θέμα προσφυγής του στις διατάξεις αυτές.
Ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 5 του άρθρου 560 ΚΠολΔ ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας, παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη του πράγματα, που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα" κατά την έννοια της διατάξεως αυτής νοούνται οι νόμιμοι, παραδεκτοί, ορισμένοι και λυσιτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων, που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, που ασκήθηκε, είτε ως επιθετικό, είτε ως αμυντικό μέσο και συνακόλουθα στηρίζουν το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ένστασης, αντένστασης ή λόγου εφέσεως ή αντένστασης (ΟλΑΠ 25/2003, ΟλΑΠ 3/1997, ΟλΑΠ 11/1996).
Ενόψει τούτων, δεν αποτελούν "πράγματα" με την παραπάνω έννοια τα οριζόμενα, περιοριστικά, στο άρθρο 339 ΚΠολΔ αποδεικτικά μέσα, μεταξύ των οποίων είναι οι ένορκες βεβαιώσεις και η ομολογία, η μη λήψη υπόψη των οποίων δεν ιδρύει τον ερευνώμενο εκ της διατάξεως του αριθμό 5 του άρθρου 560 ΚΠολΔικ λόγο (ΑΠ 237/2019, ΑΠ 261/2016, ΑΠ 87/2013, 10/2008, 625/2008).
Στην προκειμένη περίπτωση, με τον τρίτο λόγο αναίρεσης και με επίκληση της διάταξης του άρθρου 560 αριθμ. 5 ΚΠολΔ, οι αναιρεσείοντες αποδίδουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την αιτίαση ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη του "πράγματα", που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και ειδικότερα, δεν έλαβε υπόψη του τις υπ' αριθμ. 864 και 865/2014 ένορκες βεβαιώσεις ενώπιον της συμβολαιογράφου Ξάνθης Ε.
Παντερμαλή, που οι ίδιοι είχαν επικαλεσθεί και προσκομίσει και κατ' επέκταση, δεν έλαβε υπόψη τα πραγματικά γεγονότα που περιλαμβάνονται σ' αυτές, καθώς και τις δικαστικές ομολογίες που περιέχονται στις ενώπιον του κατατεθείσες προτάσεις των αντιδίκων τους. Ο λόγος αυτός αναίρεσης είναι απαράδεκτος, αφού οι ένορκες βεβαιώσεις και η ομολογία είναι αποδεικτικά μέσα και δεν συνιστούν "πράγμα" κατά την έννοια που προεκτέθηκε.
Πρέπει δε να σημειωθεί, ότι αντίστοιχος λόγος αναίρεσης μ'αυτόν του άρθρου 559 αριθμ. 11γ ΚΠολΔ (μη λήψη υπόψη αποδεικτικών μέσων που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν), δεν προβλέπεται από τη διάταξη του άρθρου 560 ΚΠολΔ στις υποθέσεις ειρηνοδικείου.
Επιπλέον, οι αναιρεσείοντες με τους τρίτο και τέταρτο (κατά το τρίτο σκέλος) λόγους αναίρεσης, προβάλλουν τις αιτιάσεις ότι η προσβαλλόμενη απόφαση, α) περιέχει στη μείζονα σκέψη αντιφατικές διατάξεις και ειδικότερα, ενώ αναφέρει ότι κατ' άρθρ. 8 παρ. 3 του Ν.Δ. 1204/1972, οι ιατροί ειδικοτήτων και εργαστηρίων και οι κατ' άρθρ. 9 αυτού θεραπευτές, παθολόγοι και παιδίατροι συνδέονται με το ΙΚΑ, με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνο, αντίθετα αναφέρει ότι κατά το άρθρο 10 του ίδιου Ν.Δ., εφόσον οι τοπικές συνθήκες ή άλλοι σοβαροί λόγοι δεν καθιστούν δυνατή την εφαρμογή των άρθρων 8 και 9 αυτού, επιτρέπεται η σύναψη ειδικών συμβάσεων με θεράποντες ιατρούς ειδικοτήτων για αόριστο χρόνο, με αμοιβή οριζόμενη αναλόγως του αριθμού των δικαιούχων, είτε με άλλο τρόπο χωρίς περιορισμό, και β) ότι με το να εφαρμόσει το ν.δ. 1204/1972, παραμόρφωσε το περιεχόμενο των εγγράφων που αυτοί προσκόμισαν και επικαλέστηκαν, από τα οποία προέκυπτε ο χαρακτηρισμός των συμβάσεων εργασίας τους ως συμβάσεων εργασίας αορίστου χρόνου και όχι ως ειδικών συμβάσεων του ως άνω ν.δ..
Οι ως άνω λόγοι είναι απαράδεκτοι, καθόσον αντίστοιχοι λόγοι αναίρεσης από τους αριθμούς 17 και 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ (αν η απόφαση περιέχει αντιφατικές διατάξεις και αν το δικαστήριο παραμόρφωσε το περιεχόμενο εγγράφου με το να δεχθεί πραγματικά γεγονότα προφανώς διαφορετικά από εκείνα που αναφέρονται στο έγγραφο αυτό), δεν προβλέπονται από τη διάταξη του άρθρου 560 ΚΠολΔ.
Από τις διατάξεις των άρθρων 176 και 183 ΚΠολΔ προκύπτει ότι ως προς την τελική κατανομή των δικαστικών εξόδων των διαδίκων καθιερώνεται η αρχή της ήττας, η οποία ισχύει και στον δεύτερο βαθμό δικαιοδοσίας, δηλαδή σε περίπτωση παραδοχής του ενδίκου μέσου της εφέσεως, οπότε το δευτεροβάθμιο δικαστήριο εκδικάζει την υποβληθείσα αίτηση παροχής έννομης προστασίας, ως ηττηθείς διάδικος, που βαρύνεται με την πληρωμή των εξόδων του αντιδίκου του αμφοτέρων των βαθμών, λογίζεται εκείνος ως προς τον οποίο αποβαίνει δυσμενής η κατάληξη της δίκης με την παραδοχή ή την απόρριψη της αιτήσεως, αδιαφόρως αν αυτός άσκησε το ένδικο μέσο ή ο αντίδικος του. Η καταψήφιση του ηττηθέντος διαδίκου στη δικαστική δαπάνη δεν έχει ανάγκη ειδικής αιτιολογίας, αφού είναι συνέπεια της αρχής της ήττας που καθιερώνει το άρθρο176 ΚΠολΔ, ενώ η κατανομή των δικαστικών εξόδων ανάλογα με το μέγεθος της νίκης ή της ήττας κάθε διαδίκου κατά το άρθρο 178 παρ.1 ΚΠολΔ ή ο συμψηφισμός τους, εν όλω ή εν μέρει, κατά το άρθρ. 179 του ίδιου Κώδικα λόγω της ιδιαίτερης δυσχέρειας κατά την ερμηνεία του κανόνα δικαίου που εφαρμόστηκε, απόκειται στην κυριαρχική κρίση του δικαστηρίου, αφού αφορά εκτίμηση πραγματικών γεγονότων και δεν ελέγχεται συνεπώς αναιρετικά (άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ), εφόσον στην απόφαση βεβαιώνεται ότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις των ως άνω άρθρων (ΑΠ 505/2020, ΑΠ 700/2019, ΑΠ 192/2016, ΑΠ 1331/2013).
Περαιτέρω, από τα άρθρα 176 εδ. α, 183 και 561 παρ. 1 ΚΠολΔ συνάγεται ότι η κρίση του δικαστηρίου, πρωτοβάθμιου ή δευτεροβάθμιου, περί της εκτάσεως της καταδίκης του ηττώμενου διαδίκου στα δικαστικά έξοδα του αντιδίκου του ανάγεται σε εκτίμηση πραγματικών γεγονότων και γι' αυτό είναι αναιρετικά ανέλεγκτη (ΑΠ 1195/2018, ΑΠ 77/2014, ΑΠ 218/2003). Στην προκειμένη περίπτωση οι αναιρεσείοντες με τον έκτο λόγο αναίρεσης αποδίδουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια ότι εσφαλμένα επέβαλε σ' αυτούς (αναιρεσείοντες) το σύνολο της δικαστικής δαπάνης των αναιρεσιβλήτων (εναγομένων) και για τους δύο βαθμούς δικαιοδοσίας, ενώ όφειλε να τη συμψηφίσει λόγω της ιδιαίτερης δυσχέρειας κατά την ερμηνεία των διατάξεων ουσιαστικού δικαίου που εφάρμοσε και επιπλέον ότι η επιδικασθείσα σε βάρος τους και υπέρ των αναιρεσιβλήτων δικαστική δαπάνη είναι υπέρμετρη. Όμως, σύμφωνα με όσα εκτέθηκαν παραπάνω, η προσβαλλόμενη απόφαση δεν ελέγχεται αναιρετικά προς το ότι δεν συμψήφισε μεταξύ των διαδίκων τη δικαστική δαπάνη, την οποία καλώς επέβαλε σε βάρος των αναιρεσειόντων λόγω της ήττας τους, ούτε ως προς το ύψος των επιδικασθέντων δικαστικών εξόδων. Επομένως ο, ως εκτιμάται, από το άρθρο 559 αριθμ. 1α ΚΠολΔ, υπόψη αναιρετικός λόγος είναι απαράδεκτος.
Κατόπιν αυτών και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος αναίρεσης προς εξέταση, η ένδικη αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί στο σύνολο της. Τέλος, πρέπει να καταδικαστούν οι αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, που παρέστησαν χωριστά και κατέθεσαν προτάσεις, λόγω της ήττας τους, κατά παραδοχή σχετικού αιτήματος (άρθρα 176, 183 και 191 παρ 2 ΚΠολΔ), χωρίς να τυγχάνει εφαρμογής για τον υπολογισμό τους, ως προς το δεύτερο των αναιρεσιβλήτων, το άρθρο 22 παρ.1 και 3 του Ν. 3693/1957, που προβλέπει περιορισμένο ύψος αυτών, διότι η προκείμενη δίκη δεν διεξάγεται από το Νομικό Συμβούλιο του Κράτους (πρβλ. ΑΠ 702/2015, ΑΠ 589/2015, ΑΠ 1467/2014, ΑΠ 1362/2013). Όσον αφορά την κατά τα παραπάνω απόρριψη της ένδικης αναίρεσης, λόγω έλλειψης παθητικής νομιμοποίησης κατά το μέρος που ασκήθηκε από τις τρίτη και έκτη των αναιρεσειόντων ως προς το δεύτερο των αναιρεσιβλήτων, δεν επιδικάζονται δικαστικά έξοδα υπέρ του τελευταίου, αφού τούτο δεν υποβλήθηκε σε ιδιαίτερα ως προς αυτές έξοδα.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την 24-5-2018 (υπ'αριθμ. εκθ. καταθ. 56/2018) αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθμ. 69/2017 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ξάνθης. Και
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες να καταβάλουν σε καθένα από τους αναιρεσίβλητους για τα δικαστικά του έξοδα το ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1800) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 8 Δεκεμβρίου 2020.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 28 Δεκεμβρίου 2020.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ