Supreme Court dismisses appeal on jurisdiction grounds and allows appeal on merits, ordering partial payment.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's appeal regarding the lower court's jurisdictional error, finding no substantive ground for retrial. On the merits, the court accepted the appeal against the first-instance judgment and partially allowed the plaintiff's claim for approximately 51,344 euros. Consequently, the defendant was ordered to pay the awarded sum plus interest, while the appellant bears the litigation costs.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559(5) and 580(3) of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court may dismiss an appeal on jurisdictional grounds if no substantive issue requires further examination, or allow the appeal on merits and render a final judgment if the lower court's jurisdictional ruling was erroneous but the case can be decided without further inquiry.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 700 / 2019 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 700/2019
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Ιωσήφ Τσαλαγανίδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αβροκόμη Θούα, Γεώργιο Αποστολάκη - Εισηγητή, Θεόδωρο Κανελλόπουλο και Κυριάκο Οικονόμου, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 26 Νοεμβρίου 2018, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ε. Π. του Π., κατοίκου .... Παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ιωάννη Σκοπελίτη.
Του αναιρεσιβλήτου: Ι. Χ. του Η., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αντώνιο Κασιμάτη.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 27-7-2010 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Γυθείου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 24/2012 του ίδιου Δικαστηρίου και 53/2016 του Μονομελούς Εφετείου Καλαμάτας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 18-2-2017 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά τα άρθρο 559 αριθ. 5 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο σε περίπτωση καθ' ύλην αρμοδιότητας εσφαλμένα δέχτηκε ότι είναι αρμόδιο ή αναρμόδιο, με την επιφύλαξη των διατάξεων του άρθρου 47, σύμφωνα προς τις οποίες δεν υπόκεινται σε προσβολή με ένδικο μέσο απόφαση πρωτοδικείου, πολυμελούς ή μονομελούς, για το λόγο ότι η υπόθεση ανήκει στην αρμοδιότητα του ειρηνοδικείου, και απόφαση πολυμελούς πρωτοδικείου, για υπόθεση της αρμοδιότητας του μονομελούς. Από τη διάταξη αυτή συνάγεται, ότι ο ανωτέρω λόγος αναιρέσεως δημιουργείται μόνον όταν υπάρχει σφάλμα του δικαστηρίου της ουσίας αναφερόμενο σε παραδοχή καθ' ύλην αρμοδιότητας ή αναρμοδιότητας αυτού του ιδίου. Επομένως δεν στοιχειοθετείται ο λόγος αυτός όταν το Εφετείο, επιλαμβανόμενο εφέσεως που υπάγεται, κατά το άρθρο 19 του ΚΠολΔ, στην καθ' ύλην αρμοδιότητά του, κρίνει εσφαλμένως ότι το πρωτοβάθμιο δικαστήριο που εξέδωσε την εκκαλούμενη απόφαση ήταν ή δεν ήταν αρμόδιο καθ` ύλην (Ολομ ΑΠ 30/1995, Ολομ ΑΠ 3/1991).
Εν προκειμένω, ο πρώτος λόγος της ένδικης αιτήσεως αναιρέσεως διαλαμβάνει την από τον αριθμό 5 του άρθρου 559 ΚΠολΔ αιτίαση ότι το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφαση εσφαλμένως έκρινε ότι το Μονομελές Πρωτοδικείο, το οποίο δέχθηκε την αγωγή κατά ένα μέρος, ήταν καθ' ύλην αρμόδιο να εκδικάσει την υπόθεση, απορρίπτοντας αντίθετο λόγο εφέσεως της εναγομένης και ήδη αναιρεσείουσας ότι αρμόδιο (κατά τόπο και καθ' ύλην) ήταν το Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών λόγω συνάφειας κατά το άρθρο 31 ΚΠολΔ. Σύμφωνα με τις προαναφερόμενες αιτιολογίες, η ανωτέρω αιτίαση δεν συνιστά παραδεκτό λόγο αναιρέσεως, αφού στο Εφετείο δεν αποδίδεται σφάλμα αναφερόμενο σε παραδοχή καθ` ύλην αρμοδιότητας ή αναρμοδιότητας αυτού του ιδίου, αλλά ότι εσφαλμένα έκρινε πως το πρωτοβάθμιο δικαστήριο που εξέδωσε την εκκαλούμενη απόφαση (Μονομελές Πρωτοδικείο Γυθείου) ήταν αυτό (και όχι το Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών) αρμόδιο καθ' ύλην.
Ένα μέλος του Δικαστηρίου, και συγκεκριμένα ο Αρεοπαγίτης Γεώργιος Αποστολάκης είχε τη γνώμη ότι ο λόγος αυτός είναι παραδεκτός (κατά το μέρος που προβάλλεται αιτίαση για την καθ' ύλη αρμοδιότητα του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου) και θα έπρεπε να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς τη βασιμότητα του, διότι: Από τη γραμματική διατύπωση της διάταξης του άρθρου 559 αριθ. 5 ΚΠολΔ συνάγεται ότι, κατ' αρχήν, ο ανωτέρω λόγος αναιρέσεως δημιουργείται όταν υπάρχει σφάλμα του δικαστηρίου της ουσίας αναφερόμενο σε παραδοχή καθ' ύλην αρμοδιότητας ή αναρμοδιότητας αυτού του ιδίου.
Πρέπει όμως να γίνει δεκτό ότι ιδρύεται ο λόγος αυτός και όταν το Εφετείο, εξετάζοντας αυτεπαγγέλτως ή κατ' ένσταση τις διαδικαστικές προϋποθέσεις της δίκης, κρίνει ότι εσφαλμένα το πρωτοβάθμιο δικαστήριο κρίθηκε υλικά αρμόδιο, ενώ ήταν αναρμόδιο και εν τέλει μετά από εξαφάνιση της εκκαλούμενης παραπέμπει την υπόθεση στο αρμόδιο δικαστήριο (με την επιφύλαξη πάλι των διατάξεων του άρθρου 47 ΚΠολΔ).
Επίσης, και όταν, κρίνοντας λόγο εφέσεως του εναγομένου περί αναρμοδιότητας του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, απορρίπτει αυτόν. Διότι η εσφαλμένη παραδοχή από το Εφετείο υλικής αρμοδιότητας ή αναρμοδιότητας δημιουργεί λόγο αναιρέσεως όχι μόνον όταν αναφέρεται στην κατά το άρθρο 19 ΚΠολΔ αρμοδιότητά του να κρίνει την έφεση, αλλά και όταν ανάγεται στην ύπαρξη ή μη εξουσίας του να επιληφθεί της κυρίας υποθέσεως που συνιστά το ουσιαστικό αντικείμενο της δίκης, πρωτοβάθμιας και δευτεροβάθμιας.
Το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, εσφαλμένα δεχόμενο υλική αρμοδιότητα ή αναρμοδιότητα του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, κρίνει και για την ύπαρξη ή ανυπαρξία εξουσίας του ιδίου να επιληφθεί της κυρίας υποθέσεως. Από τις διατάξεις των άρθρων 522, 525, 527, 534, 535 του ΚΠολΔ συνάγεται ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο κρίνει την ίδια υπόθεση, επί της οποίας αποφάνθηκε το πρωτοβάθμιο, μέσα στα όρια που διαγράφει η έφεση, τα αιτήματα και οι ισχυρισμοί των διαδίκων οι οποίοι υποβλήθηκαν πρωτοδίκως, ενώ η απόφασή του πολλές φορές ενσωματώνει την πρωτόδικη ή υποκαθιστά την κρίση του πρωτοδικείου.
Θα ήταν αντιφατικό να ελέγχεται αναιρετικά η απόφαση του Εφετείου που έκρινε την αρμοδιότητά του να εκδικάσει την έφεση και να μη ελέγχεται η κρίση του περί της αρμοδιότητας αυτού του ιδίου και του πρωτοδικείου να δικάσει την κυρία υπόθεση. Αυτή άλλωστε ήταν και η βούληση του ιστορικού νομοθέτη. Είναι χαρακτηριστικό ότι στη Συντακτική Επιτροπή του ΚΠολΔ, κατά τη συνεδρίαση της 17.5.1938, αφού έγινε ομόφωνα δεκτή η πρόταση του Εισηγητή Γ.
Ρ. ως προς τη διατύπωση της ανωτέρω διατάξεως (όπως αυτή διατηρείται και στο ισχύον κείμενο), διευκρινίστηκε "ότι υπό τας εν τη προτάσει σημειουμένας διαστίξεις θα χωρή αναίρεσις, ου μόνον κατά της αποφάσεως του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, αλλά και του κατ' έφεσιν δικάζοντος τοιούτου, αδιαφόρως αν αύτη επεκύρωσεν ή μετερρύθμισεν την απόφασιν του πρωτοβαθμίου, όπερ είχε κηρύξει εαυτό αρμόδιον ή αναρμόδιον" (Σχέδιον Πολ.
Δικονομίας τομ. 3 σελ. 288). Επίσης, προς τούτο συνηγορούν και τα εξής: 1) Αν γίνει δεκτή η εκδοχή ότι ο ανωτέρω λόγος αναιρέσεως δημιουργείται αποκλειστικά και μόνον όταν υπάρχει σφάλμα του δικαστηρίου της ουσίας αναφερόμενο σε παραδοχή καθ' ύλην αρμοδιότητας ή αναρμοδιότητας αυτού του ιδίου, τότε στην περίπτωση που για πρώτη φορά το Εφετείο αυτεπαγγέλτως αποφαίνεται ότι το πρωτοβάθμιο δικαστήριο ήταν υλικά αναρμόδιο και παραπέμπει την υπόθεση στο υλικά αρμόδιο η απόφαση (του Εφετείου) θα παρέμενε απρόσβλητη και ο έλεγχος ενδεχόμενου λάθους της θα ματαιωνόταν. 2) Η αντίθετη άποψη καταλήγει να επιτρέπει τον αναιρετικό έλεγχο μόνον για τις αποφάσεις του πρώτου βαθμού που τελεσιδικούν, αποκλείοντας τις αποφάσεις του δευτέρου βαθμού μολονότι το άρθρο 553 παρ. 1 περ.
α ΚΠολΔ επιτρέπει την αίτηση αναίρεσης εναντίον τελεσίδικων αποφάσεων που παραπέμπουν την υπόθεση σε άλλο, θεωρούμενο αρμόδιο δικαστήριο, λόγω αναρμοδιότητας καθ' ύλην χωρίς διάκριση πρωτοβάθμιων και δευτεροβάθμιων δικαστηρίων, έτσι ώστε στις προσβλητές αποφάσεις να περιλαμβάνονται και εκείνες των εφετείων που εξαφανίζοντας την εκκαλούμενη λόγω αναρμοδιότητας του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου παραπέμπουν την υπόθεση στο αρμόδιο καθ' ύλην δικαστήριο κατ' άρθρο 535 παρ. 2, εδ.
α ΚΠολΔ. 3).
Κατά το άρθρο 559 αριθ. 14 του ΚΠολΔ, υπάρχει λόγος αναίρεσης, αν το δικαστήριο παρά το νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο. Ο λόγος αυτός αναίρεσης αναφέρεται σε ακυρότητες, εκπτώσεις από δικαιώματα και απαράδεκτα από το δικονομικό μόνο δίκαιο, η δε ακυρότητα πρέπει να έχει λάβει χώρα ενώπιον του δικάζοντος δικαστηρίου.
Εξάλλου, κατά το άρθρο 222 ΚΠολΔ "Όταν επέλθει η εκκρεμοδικία και όσο αυτή διαρκεί, δεν μπορεί να γίνει σε οποιοδήποτε δικαστήριο νέα δίκη για την ίδια επίδικη διαφορά ανάμεσα στους ίδιους διαδίκους εφόσον εμφανίζονται με την ίδια ιδιότητα. Αν κατά τη διάρκεια της εκκρεμοδικίας ασκηθεί άλλη αγωγή, ανταγωγή ή κύρια παρέμβαση ή προταθεί ένσταση συμψηφισμού για την ίδια επίδικη διαφορά αναστέλλεται αυτεπαγγέλτως η εκδίκασή της εωσότου περατωθεί η πρώτη δίκη".
Το εκ της ανωτέρω διάταξης απαράδεκτο λόγω εκκρεμοδικίας αποτελεί εκδήλωση της έννομης σχέσης της δίκης και συνίσταται στο ότι το δικαστήριο δεσμεύεται να μη συζητήσει εκ νέου την ίδια διαφορά μεταξύ των αυτών διαδίκων. Όμως, η παρά το νόμο παράλειψη του δικαστηρίου να αναστείλει τη διαδικασία, λόγω εκκρεμοδικίας κατά την προαναφερθείσα διάταξη, μη επιβαλλόμενη από το νόμο προς κατοχύρωση του αποτελέσματος δικονομικής ακυρότητας ή προς εξασφάλιση της άσκησης δικονομικού δικαιώματος, δεν συνιστά παράλειψη κήρυξης δικονομικού απαραδέκτου υπό την έννοια της διατάξεως του αριθ. 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, διότι η αναστολή αυτή επιβάλλεται από το νόμο απλώς χάριν οικονομίας χρόνου και δαπάνης, καθώς και προς αποφυγήν εκδόσεως αντιφατικών αποφάσεων (ΑΠ 431-2/2015, ΑΠ 1377/2012).
Η αναιρεσείουσα με τον τρίτο λόγο της αίτησης, υπό την επίκληση (κατ' ορθή εκτίμηση) του άρθρου 559 αριθ. 14 ΚΠολΔ, αιτιάται ότι το Εφετείο εσφαλμένα προχώρησε στην εκδίκαση της αγωγής του αναιρεσίβλητου για καταβολή της εργολαβικής του αμοιβής, αναστέλλοντας την εκδίκαση της ενστάσεως συμψηφισμού αντίστοιχης απαιτήσεώς της για ελαττώματα και ελλείψεις συμφωνημένων ιδιοτήτων του έργου λόγω εκκρεμοδικίας, ενώ θα έπρεπε να προχωρήσει στην έρευνα και την παραδοχή της ενστάσεώς της, με αποτέλεσμα να κηρύξει παρά το νόμο απαράδεκτο (λόγω εκκρεμοδικίας).
Σύμφωνα όμως με τα προαναφερόμενα, η περί αναστολής (ή μη) διάταξη του δικαστηρίου λόγω εκκρεμοδικίας δεν συνιστά κήρυξη (ή παράλειψη κήρυξης) δικονομικού απαραδέκτου υπό την έννοια της διατάξεως του αριθ. 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ. και κατά συνέπεια ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος.
Ο αναιρετικός λόγος του άρθρου 559 αριθ. 11 περ. γ' ΚΠολΔ ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν είτε προς άμεση απόδειξη είτε για την συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων. Κατά την έννοια της προαναφερομένης διάταξης, για την ίδρυσή του λόγου αυτού αναίρεσης, αρκεί και μόνη η ύπαρξη αμφιβολιών για τη λήψη από το δικαστήριο προσκομισθέντων με επίκληση αποδεικτικών μέσων, τα οποία το δικαστήριο έχει υποχρέωση να λαμβάνει υπόψη κατά τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 335, 338, 339 και 346 ΚΠολΔ.
Στην προκειμένη περίπτωση με το τέταρτο λόγο αναίρεσης από τον αριθμό 11 περ. γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη α) τα από 18.3.2009, 3.7.2009 και 17.7.2009 σε μορφή fax έγγραφα του αναιρεσιβλήτου και β) την υπ' αριθ. κατ. 128/20009 αίτησή του περί λήψεως ασφαλιστικών μέτρων που η αναιρεσείουσα προσκόμισε με επίκληση στο εκδόν την προσβαλλομένη απόφαση δικαστήριο.
Από την αναφορά όμως στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση ότι για το σχηματισμό του αποδεικτικού του πορίσματος το Εφετείο έλαβε όλα τα έγγραφα που οι διάδικοι προσκόμισαν και επικαλέστηκαν νόμιμα, σε συνδυασμό με το όλο περιεχόμενο της απόφασης, δεν καταλείπεται αμφιβολία ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη και τα ανωτέρω έγγραφα και επομένως ο λόγος αυτός πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.
Η νομική αοριστία της αγωγής, που συνδέεται με τη νομική εκτίμηση του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ελέγχεται ως παραβίαση του άρθρου 559 αριθ.1 ΚΠολΔ εάν το δικαστήριο για το σχηματισμό της περί νομικής επάρκειας της αγωγής κρίσεώς του αξίωσε περισσότερα στοιχεία από όσα απαιτεί ο νόμος προς θεμελίωση του δικαιώματος ή αρκέστηκε σε λιγότερα, ενώ η ποσοτική ή ποιοτική αοριστία της αγωγής, η οποία υπάρχει όταν δεν αναφέρονται όλοι τα στοιχεία που απαιτούνται κατά νόμο για τη θεμελίωση του αιτήματος της αγωγής, ελέγχεται ως παραβίαση του άρθρου 559 αριθ.8 ή 14 ΚΠολΔ.
Σε κάθε όμως περίπτωση η αοριστία του δικογράφου της αγωγής πρέπει να προτείνεται στο δικαστήριο της ουσίας για να δημιουργείται λόγος αναιρέσεως σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 562 παρ. 2 ΚΠολΔ, δεδομένου ότι ο σχετικός ισχυρισμός δεν είναι από εκείνους, οι οποίοι κατ` εξαίρεση λαμβάνονται υπόψη και χωρίς να προταθούν στο δικαστήριο της ουσίας και ειδικώς δεν αφορά τη δημόσια τάξη.
Ο ισχυρισμός για αοριστία της αγωγής προτεινόμενος ή επαναφερόμενος ενώπιον του Εφετείου δεν αρκεί να αναφέρει ότι η αγωγή είναι αόριστη, αλλά πρέπει να αναφέρει τις συγκεκριμένες αοριστίες σε σχέση με τα πραγματικά περιστατικά που είναι απαραίτητα για τη στήριξη του αγωγικού δικαιώματος, εξαιτίας των οποίων δεν παρέχεται η δυνατότητα στον εναγόμενο να αμυνθεί.
Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 681, 682 και 694 ΑΚ συνάγεται ότι ο εργολάβος, όταν ενάγει τον εργοδότη για την καταβολή της αμοιβής του ή του υπολοίπου αυτής, οφείλει να επικαλεστεί στην αγωγή του, για το ορισμένο αυτής, τη σύμβαση μισθώσεως έργου κατά τα ουσιώδη στοιχεία της, ήτοι τη σύμβαση που καταρτίσθηκε, το έργο που συμφωνήθηκε με αυτή να εκτελεστεί, την εκτέλεση και παράδοση ή την προσφορά του έργου και την αμοιβή που συμφωνήθηκε και αν αυτή είχε συμφωνηθεί κατά μονάδα κάθε εργασίας και ποιες ποσότητες στις συμφωνηθείσες μονάδες από κάθε εργασία εκτελέστηκαν (ΑΠ 508/2008).
Δεν ανήκει στα θεμελιωτικά γεγονότα της εν λόγω αγωγής, με την έννοια της πληρότητας της ιστορικής βάσεως αυτής, η ποσότητα, η "μάρκα" και το κόστος των υλικών και τα στοιχεία και ο χρόνος απασχολήσεως εργατοτεχνικού προσωπικού που χρησιμοποίησε ο εργολάβος ούτε η σύγκριση της αμοιβής, που δικαιούται για τις επί πλέον της αρχικής συμφωνίας εργασίες, με εκείνες που αρχικά συμφωνήθηκαν.
Τα μερικότερα αυτά στοιχεία μπορούν να συμπληρωθούν από τις αποδείξεις, αν είναι αναγκαία, για την πληρότητα των αιτιολογιών της απόφασης. Με τον πέμπτο κατά σειρά λόγο αναιρέσεως αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση (κατ' ορθή εκτίμηση) η αιτίαση από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ότι το δικαστήριο της ουσίας παρά το νόμο δεν απέρριψε την αγωγή ως αόριστη, διότι δεν αναφέρονται σ' αυτήν η ποσότητα και το κόστος των υλικών, τα στοιχεία και ο χρόνος απασχολήσεως εργατοτεχνικού προσωπικού που χρησιμοποίησε ο ενάγων εργολάβος ούτε η σύγκριση της αμοιβής, που δικαιούται για τις επί πλέον της αρχικής συμφωνίας εργασίες, με εκείνες που αρχικά συμφωνήθηκαν.
Τα στοιχεία όμως αυτά, σύμφωνα και με τις προαναφερόμενες νομικές σκέψεις, δεν ανήκουν στα θεμελιωτικά γεγονότα της αγωγής του εργολάβου αναιρεσιβλήτου κατά του αναιρεσείοντος εργοδότη για την καταβολή της εργολαβικής αμοιβής, με την έννοια της πληρότητας της ιστορικής βάσεως αυτής. Επομένως ο λόγος αυτός αναιρέσεως είναι αβάσιμος.
Η διάταξη του άρθρου 176 ΚΠολΔ βασίζει την καταδίκη στα δικαστικά έξοδα στην αρχή της ήττας και όχι στην αρχή της υπαιτιότητας και θεωρεί νικημένο το διάδικο του οποίου αίτηση απορρίφθηκε ή σε βάρος του οποίου γίνεται δεκτή αίτηση του αντιδίκου του. Επομένως η καταψήφιση στα δικαστικά έξοδα του διαδίκου που νικήθηκε, ως συνέπεια της αρχής της ήττας, δεν έχει ανάγκη ειδικής αιτιολογίας, αφού η ρύθμιση των δικαστικών εξόδων ανατέθηκε στην κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, η οποία είναι ανέλεγκτη από τον Άρειο Πάγο (άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ) ως αναγόμενη σε εκτίμηση πραγματικών γεγονότων (ΑΠ 192/2016, ΑΠ 1180/2012). Τέλος, ο προσδιορισμός του ύψους αυτών με βάση την αξία του αντικειμένου της δίκης απόκειται στην ουσιαστική κρίση του δικαστηρίου, που δεν ελέγχεται αναιρετικά, ως αναγόμενη σε εκτίμηση πραγματικών γεγονότων (άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ).
Συνεπώς, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος ο έκτος λόγος αναιρέσεως από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο υποστηρίζεται ότι παρά το νόμο καταδικάστηκε η αναιρεσείουσα στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσιβλήτου και στην οποία ορθά συμπεριλήφθηκε και η δαπάνη του αναιρεσίβλητου για την αμοιβή του πραγματογνώμονα που ορίσθηκε με απόφαση ασφαλιστικών μέτρων για τη διενέργεια συντηρητικής πραγματογνωμοσύνης (άρθρα 348 επ. και 368 επ. ΚΠολΔ). Και τούτο διότι, απέναντι στον πραγματογνώμονα, υποχρέωση καταβολής της αμοιβής του έχει, όσο διαρκεί η κύρια δίκη, ο διάδικος που φέρει το υποκειμενικό βάρος της απόδειξης, ανεξάρτητα από το αν η πραγματογνωμοσύνη επισπεύθηκε τελικά με την επιμέλεια του αντιδίκου. Όμως, μετά τον τελεσίδικο τερματισμό της κύριας δίκης, η υποχρέωση για την αμοιβή των πραγματογνωμόνων βαρύνει τον ηττώμενο διάδικο (ΑΠ 29/1977).
Η αρχή της διαθέσεως που καθιερώνει το άρθρο 106 ΚΠολΔ, μία θεμελιακή αρχή του δικονομικού μας συστήματος, έχει την έννοια ότι δικαστική προστασία παρέχεται μόνο αν ζητείται, στην έκταση που ζητείται και εφόσον εξακολουθεί να ζητείται από τους διαδίκους. Η αρχή αυτή, σε επίπεδο αναιρετικού ελέγχου, καλύπτεται από το λόγο αναίρεσης, που προβλέπεται στον αριθμό 9 του άρθρου 559 ΚΠολΔ κατά το οποίο αναίρεση επιτρέπεται (και) αν το δικαστήριο επιδίκασε κάτι που δεν ζητήθηκε ή επιδίκασε περισσότερα από όσα ζητήθηκαν ή άφησε αίτηση αδίκαστη.
Εν προκειμένω, όπως προκύπτει από τη συνδυαστική επισκόπηση της υπό κρίση αγωγής, της πρωτοβάθμιας απόφασης και της προσβαλλόμενης εφετειακή απόφασης, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο αφενός επιδίκασε στον ενάγοντα και ήδη αναιρεσίβλητο επί μέρους αμοιβές για περισσότερα ποσά ή τετραγωνικά μέτρα απ' όσα ζητούσε με την αγωγή του και αφετέρου επιδίκασε ποσά για αμοιβές που δεν ζητούσε. Ειδικότερα:
1) Ενώ ο ενάγων με την αγωγή του αιτήθηκε αμοιβή 3.600 ευρώ για το καλντερίμι ( περ. Ια της αγωγής του), το δικαστήριο του επιδίκασε (αριθ. 23 της απόφασης, φύλλο 11) το ποσό των 4.807,00 ευρώ ορίζοντας ότι η αξία ανά τ.μ. είναι 95,00 ευρώ ενώ ο ενάγων αιτήθηκε αξία 60,00 ευρώ ανά τ.μ.
2) Ενώ ο ενάγων με την αγωγή του αιτήθηκε αμοιβή 1.809,00 ευρώ για τις πλάκες των στηθαίων (περ. 1δ της αγωγής του), το δικαστήριο του επιδίκασε (αριθ. 19, φύλλο 11) το ποσό των 2.226,00 ευρώ, ορίζοντας ότι η αξία ανά μέτρο είναι 70,00 ευρώ ενώ ο ενάγων είχε αιτηθεί αξία ανά μέτρο 55,00 ευρώ.
3) Ενώ ο ενάγων αιτήθηκε αμοιβή 4.840 ευρώ για τοιχεία μάνδρας υπολογίζοντας ότι η κατασκευασθείσα επιφάνεια είναι 69,15 τ.μ. επί 70,00 ευρώ το τ.μ., (περ. 3α της αγωγής του), το Δικαστήριο του επιδίκασε αμοιβή 5.760,00 ευρώ (αριθ. 20, φύλλο 11), ορίζοντας ότι το εμβαδό είναι 72 τ.μ. και η αξία ανά τ.μ. είναι 80,00 ευρώ.
4) Ενώ ο ενάγων αιτήθηκε αμοιβή 1.241 ευρώ για κολώνα ΔΕΗ υπολογίζοντας ότι η κατασκευασθείσα επιφάνεια είναι 15,52 τ.μ. επί 80,00 ευρώ το τ.μ., (περ. 3β της αγωγής του) το Δικαστήριο του επιδίκασε το ποσό των 2.160 ευρώ (αριθ. 21, φύλλο 11), ορίζοντας ότι το εμβαδό είναι 27 τ.μ.
5) Ενώ ο ενάγων αιτήθηκε αμοιβή 600,00 ευρώ για γωνίες κολώνας ΔΕΗ, υπολογίζοντας ότι η κατασκευασθείσα επιφάνεια είναι 10,90 τ.μ. επί 55,00 ευρώ το τ.μ., (περ. 3γ της αγωγής), το Δικαστήριο του επιδίκασε το ποσό των 892,50 ευρώ (αριθ. 22, φύλλο 11), ορίζοντας ότι το εμβαδό είναι 25,50 τ.μ.
6) Ενώ ο ενάγων αιτήθηκε αμοιβή 80 ευρώ για 1 καθρέπτη με εταζέρα, (περ. 6α της αγωγής του), το Δικαστήριο του επιδίκασε 120,00 ευρώ (αριθ. 10, φύλλο 11), ορίζοντας δύο τεμάχια, αξίας 60 ευρώ το καθένα.
7) Ενώ ο ενάγων αιτήθηκε αμοιβή 250,00 ευρώ για εγκατάσταση θυροτηλεφώνου (περ. 7 β της αγωγής του), το Δικαστήριο του επιδίκασε 300,00 ευρώ (αριθ. 16, φύλλο 11), ορίζοντας ότι η αξία κάθε σετ είναι 300,00 ευρώ
8) Ενώ ζήτησε να του επιδικασθεί αμοιβή 500 ευρώ για εγκατάσταση μονοφασικών γραμμών παροχής ρεύματος 50 μέτρων επί 10,00 ευρώ το μέτρο, (περ. 7δ της αγωγής του), το Δικαστήριο του επιδίκασε 750,00 ευρώ (αριθ. 24, φύλλο 11) ορίζοντας την αξία κάθε μέτρου σε 15 ευρώ.
Επίσης, επιδίκασε και τα κατωτέρω μη αιτηθέντα κονδύλια αμοιβών:
1) το ποσό των 3.275,25 ευρώ για δαπάνη επένδυσης με πέτρα εσωτερικών τοίχων (αριθ. 1, φύλλο 11),
2) το ποσό των 2.000 ευρώ για γωνίες επένδυσης εσωτερικών τοιχών (αριθ. 2, φύλλο 11),
3) το ποσό των 80,00 ευρώ για 1 ντουζιέρα (αριθ. 8, φύλλο 11),
4) το ποσό των 160 ευρώ για αξεσουάρ μπάνιου δηλαδή για 2 τεμάχια αξίας έκαστο 80,00 ευρώ, (αριθ. 12, φύλλο. 11). Έτσι, επιδίκασε στον ενάγοντα ως εργολαβική αμοιβή συνολικά 60.905,55 ευρώ με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής, από τα οποία 9.561 ευρώ αντιστοιχούν στα ως άνω κονδύλια για τα οποία είτε έγινε υπέρβαση του αιτήματος είτε δεν υπήρχε αίτημα. Το Εφετείο, αν και ο ενάγων επικαλέσθηκε το σφάλμα αυτό με ειδικό λόγο έφεσης, επικύρωσε την πρωτόδικη απόφαση, απορρίπτοντας σιωπηρά τον ανωτέρω λόγο της εφέσεως.
Συνεπώς, ο δεύτερος λόγος της αιτήσεως με τον οποίο προβάλλεται αιτίαση από τον αριθμό 9 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι βάσιμος.
Επειδή κατά το άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ, όπως αντικαταστάθηκε από το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του Ν 4335/2015, "Αν ο Άρειος Πάγος αναιρέσει την απόφαση για οποιονδήποτε άλλο λόγο, εκτός από εκείνους που αναφέρονται στις παραγράφους 1 και 2, μπορεί να κρατήσει την υπόθεση και να την δικάσει, αν κατά την κρίση του δεν χρειάζεται άλλη διευκρίνιση.
Στην αντίθετη περίπτωση παραπέμπει την υπόθεση σε ιδιαίτερη συζήτηση και, αν πρόκειται για τους λόγους που αναφέρονται στους αριθμούς 1, 2, 3, 6 έως 17, 19 και 20 του άρθρου 559, μπορεί να παραπέμψει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση σε άλλο δικαστήριο ισόβαθμο και ομοειδές προς εκείνο το οποίο εξέδωσε την απόφαση που αναιρέθηκε ή στο ίδιο αν είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλους δικαστές..." Εάν επομένως, ενόψει του περιεχομένου της αναιρετικής απόφασης και της έκτασης της αναιρέσεως, δεν υπάρχει δικονομικό έδαφος για "περαιτέρω εκδίκαση" της υπόθεσης, αλλά υπολείπεται η διατύπωση μόνο του διατακτικού της απόφασης, ο Άρειος Πάγος μπορεί να κρατήσει την υπόθεση και να εκδώσει την τελειωτική για την υπόθεση απόφαση.
Τέτοιο δικονομικό έδαφος για περαιτέρω έρευνα της υπόθεσης δεν υπάρχει και στην κρινόμενη περίπτωση, αφού κατά τα προαναφερόμενα έπρεπε να γίνει δεκτή και από ουσιαστική άποψη η έφεση της εναγομένης και ήδη αναιρεσείουσας ως προς τον ανωτέρω λόγο, να εξαφανιστεί η εκκαλούμενη απόφαση στο σύνολό τη για το ενιαίο του εκτελεστού τίτλου και ακολούθως να γίνει δεκτή η ένδικη αγωγή ως βάσιμη από ουσιαστική άποψη για ποσό 51.344,55 ευρώ (60.905,55-9.561=51.344,55) με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής, όπως ειδικότερα στο διατακτικό αναφέρεται.
Τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου όλων των βαθμών δικαιοδοσίας πρέπει να επιβληθούν σε βάρος της αναιρεσείουσας λόγω της ήττας της ανάλογα με την έκταση της ήττας της, όπως και τα έξοδα της αναιρεσείουσας για την αναίρεση βαρύνουν τον αναιρεσίβλητο που ηττάται, συμψηφιζομένων αναλόγως (άρθρα 176, 178, 183 ΚΠολΔ).
Τέλος, πρέπει να διαταχθεί κατά την παρ. 3 του άρθρ. 495 ΚΠολΔ η απόδοση στην αναιρεσείουσα του παραβόλου που καταβλήθηκε απ' αυτήν τόσο για την αίτηση αναιρέσεως, όσο και για την έφεση.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την υπ' αριθ. 53/2016 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Καλαμάτας.
Διατάσσει την απόδοση στην αναιρεσείουσα του παραβόλου που καταβλήθηκε απ' αυτήν τόσο για την αίτηση αναιρέσεως, όσο και για την έφεση.-
Διακρατεί την υπόθεση.
Δικάζει και δέχεται και από ουσιαστική άποψη την από 22 Ιουνίου 2012 (με αριθμό καταθέσεως 86/2012) έφεση της αναιρεσείουσας κατά της υπ' αριθ. 24/2012 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Γυθείου.
Εξαφανίζει την ανωτέρω απόφαση.
Διακρατεί την υπόθεση και δικάζοντας την ουσία της.
Δέχεται εν μέρει την αγωγή. Υποχρεώνει την εναγομένη Ε. Π. να πληρώσει στον ενάγοντα Ι. Χ. πενήντα μία χιλιάδες τριακόσιες σαράντα τέσσερα ευρώ και πενήντα πέντε λεπτά (51.344,55) με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής.-
Επιβάλλει στην αναιρεσείουσα (εναγομένη και εκκαλούσα) τη δικαστική δαπάνη του αναιρεσίβλητου (ενάγοντος και εφεσίβλητου), την οποία ορίζει σε τρεις χιλιάδες διακόσια (3.200) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 12 Φεβρουαρίου 2019.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 18 Ιουνίου 2019.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ
Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ