Supreme Court dismisses appeal against labor court awarding severance and moral damages for wrongful dismissal and workplace injury.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appeal filed by Praktiker Hellas AE against the Larissa Regional Court of First Instance's judgment. The lower court found that the employer unilaterally modified employment terms, constituting wrongful dismissal, and awarded severance pay and moral damages for a workplace injury caused by a supervisor's assault. The Court rejected the appeal, ruling that the lower court's factual findings were sufficient and the employer's arguments regarding economic organization were not justified by the specific circumstances of the case.
Legislator headnote
AI generatedArticles 349-351, 648, 652, 656 of the Civil Code; Article 7 of Law 2112/1920; Article 5, paragraph 3 of Law 3198/1955; Article 281 of the Civil Code: An employer's right to organize the workplace does not justify unilateral changes to employment terms if they cause material or moral harm, violate the law, or constitute an abuse of rights.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 700 / 2015 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 700/2015
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β2 Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους δικαστές Χριστόφορο Κοσμίδη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου, Γεώργιου Γιαννούλη), Απόστολο Παπαγεωργίου, Παναγιώτη Κατσιρούμπα, Γεώργιο Αναστασάκο και Δήμητρα Κοκοτίνη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, την 28η Απριλίου 2015, με την παρουσία και της γραμματέως Σπυριδούλας Τζαβίδη, για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:
ΤΗΣ ΑΝΑΙΡΕΣΕΙΟΥΣΑΣ: Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "Praktiker Hellas AE", όπως εκπροσωπείται νόμιμα, που εδρεύει στον ... και παραστάθηκε δια του πληρεξουσίου δικηγόρου Ιωάννη Τουτζιαράκη, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.
ΤΩΝ ΑΝΑΙΡΕΣΙΒΛΗΤΩΝ: 1) Α. Σ. Τ., κατοίκου ..., 2) πρωτοβάθμιας συνδικαλιστικής οργάνωσης με την επωνυμία "Σύνδεσμος Εμποροϋπαλλήλων Βόλου", όπως εκπροσωπείται νόμιμα, που εδρεύει στο Βόλο και 3) δευτεροβάθμιας συνδικαλιστικής οργάνωσης με την επωνυμία "Εργατοϋπαλληλικό Κέντρο Βόλου", όπως εκπροσωπείται νόμιμα, που εδρεύει στο Βόλο. Παραστάθηκαν άπαντες δια του πληρεξουσίου δικηγόρου Δημήτρη Καραβίδα, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 27-4-2012 αγωγή του ήδη πρώτου από τους αναιρεσίβλητους, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Βόλου. Επί της αγωγής εκδόθηκε η 129/2012 απόφαση του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, η 145/2014 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Λαρίσης. Την αναίρεση της τελευταίας ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 1-10-2014 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.
Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης, Χριστόφορος Κοσμίδης, ανέγνωσε την από 17-4-2015 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αίτησης για αναίρεση της προσβαλλόμενης απόφασης.
Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος των αναιρεσίβλητων ζήτησε την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στα δικαστικά έξοδα.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
1. Επειδή, από το συνδυασμό των άρθρων 349 - 351, 648, 652 και 656 ΑΚ, 7 του ν. 2112/1920 και 5 παρ.3 του ν. 3198/1955 συνάγεται ότι ο εργοδότης, με επιφύλαξη των τυχόν αντίθετων όρων της συμβάσεως εργασίας, έχει δικαίωμα να εξειδικεύει τις υποχρεώσεις του εργαζόμενου και να καθορίζει, μονομερώς και με τον τρόπο που ο ίδιος θεωρεί ορθό, το είδος, τον τόπο, το χρόνο και τις άλλες συνθήκες παροχής της εργασίας του μισθωτού, για αρτιότερη οικονομοτεχνική οργάνωση της επιχείρησης και επίτευξη των στόχων της (ΟλΑΠ 25/2003).
Κατά την ενάσκηση, όμως, του εν λόγω διευθυντικού δικαιώματος δεν του επιτρέπεται να προκαλεί υλική ή ηθική βλάβη στο μισθωτό, με παράβαση διατάξεως νόμου ή όρου της ατομικής συμβάσεως εργασίας ή με καταχρηστική άσκηση του δικαιώματος κατά την έννοια του άρθρου 281 ΑΚ, δηλαδή με προφανή υπέρβαση των ορίων που επιβάλλονται από την καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή από τον κοινωνικό ή οικονομικό σκοπό του δικαιώματος.
Σε μια τέτοια περίπτωση επέρχεται μονομερής, βλαπτική μεταβολή των όρων εργασίας, η οποία παρέχει στο μισθωτό, που δεν την αποδέχεται, την ευχέρεια είτε να θεωρήσει τη μεταβολή ως άτακτη καταγγελία της συμβάσεως και να αξιώσει τη νόμιμη αποζημίωση απολύσεως είτε, εμμένοντας στη σύμβαση, να απαιτήσει από τον εργοδότη την αποδοχή της προσφερόμενης εργασίας του με τους όρους που ίσχυαν πριν από τη μεταβολή, καθιστώντας αυτόν, αν δεν συμμορφωθεί, υπερήμερο.
Η μεταβολή των όρων παροχής της εργασίας είναι βλαπτική για τον εργαζόμενο όχι μόνον όταν προκαλεί σ' αυτόν υλική ζημία, αλλά και όταν επιφέρει ηθική βλάβη, πράγμα που συμβαίνει, εν όψει του κατ' εξοχήν προσωπικού χαρακτήρα της σχέσεως εργασίας και σε περίπτωση συμπεριφοράς του εργοδότη (ή του προσώπου, που τον αντιπροσωπεύει στη διεύθυνση της επιχείρησης) βάναυσης ή προσβλητικής για την προσωπικότητα του μισθωτού, προς τον οποίο ο εργοδότης οφείλει σεβασμό, μεταξύ άλλων και ως εκδήλωση της υποχρεώσεως πρόνοιας, που υπέχει έναντι αυτού.
Η ηθική βλάβη του μισθωτού επέρχεται έστω και αν η απρεπής συμπεριφορά του εργοδότη δεν εκπορεύεται από δόλια προαίρεση του τελευταίου για μονομερή, βλαπτική μεταβολή των όρων εργασίας ή για εξαναγκασμό του εργαζόμενου σε αποχώρηση από την υπηρεσία. Αρκεί το ότι η συμπεριφορά αυτή δημιουργεί τόσο δυσμενείς συνθήκες, ώστε, κατά αντικειμενική κρίση και σύμφωνα με την καλή πίστη, να μην είναι πλέον δυνατή η παροχή της εργασίας του μισθωτού με πνεύμα αμοιβαίας κατανοήσεως και καλής συνεργασίας ή επιφέρει τέτοια ηθική μείωση στην προσωπικότητα του εργαζόμενου, ώστε η προς εργασία παραμονή του στο χώρο της επιχειρήσεως του εργοδότη να αποβαίνει αδύνατη ή ιδιαιτέρως δυσχερής (ΟλΑΠ 13/1987, ΑΠ 1138/2010).
2. Επειδή, στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την επισκόπηση (ΚΠολΔ 561 παρ.2) της ένδικης, από 27-4-2012 αγωγής, ο ενάγων και ήδη πρώτος από τους αναιρεσίβλητους εκθέτει τα ακόλουθα: Ότι, την 8-8-2006, προσλήφθηκε ως υπάλληλος στο υποκατάστημα, που η εναγομένη και ήδη αναιρεσείουσα ανώνυμη εταιρία διατηρεί στο Βόλο.
Ότι, έκτοτε, εργάσθηκε με ευσυνειδησία και αποδοτικότητα, αρχικά ως αποθηκάριος και στη συνέχεια ως πωλητής, στο τμήμα πλακιδίων, εκτός από το χρονικό διάστημα μεταξύ 20-10-2009 και 20-1-2010, κατά το οποίο απουσίασε με άδεια ασθενείας, λόγω εγχειρίσεως κήλης, στην οποία υποβλήθηκε. Ότι από τις αρχές του έτους 2010 άρχισε να αναπτύσσει συνδικαλιστική δραστηριότητα, τόσο στο πλαίσιο της επιχείρησης της εναγομένης (ως μέλος της επιτροπής υγιεινής και ασφάλειας του σωματείου των εργαζομένων και γραμματέας της διοικούσας επιτροπής του παρατήματος Βόλου του "Σωματείου Εργαζομένων στην Praktiker Hellas AE") όσο και σε συλλογικό επίπεδο (ως μέλος του διοικητικού συμβουλίου του "Συνδέσμου Εργατοϋπαλλήλων Βόλου" και αντιπρόσωπος του εν λόγω συνδέσμου στο "Εργατικό Κέντρο Βόλου" και στην "Ομοσπονδία Ιδιωτικών Υπαλλήλων Ελλάδος").
Ότι, αμέσως μετά την έναρξη τη δραστηριότητας αυτής, η εναγομένη, ενεργώντας δια του αμέσου προϊσταμένου του, Α. Τ. και δια του διευθυντή του υποκαταστήματός της, Γ. Τ., επιδόθηκε σε "εκστρατεία κατασυκοφάντησης και κατασπίλωσης" του ενάγοντος (χωρίς ειδικότερη περιγραφή) και σε αβάσιμες παρατηρήσεις και γραπτές επιπλήξεις σε βάρος του, με στόχο τη ματαίωση των προσπαθειών του για βελτίωση των όρων εργασίας των συναδέλφων του.
Ότι, την 16-3-2011, ο ενάγων προσέφυγε στην αρμόδια Επιθεώρηση Εργασίας, διαμαρτυρόμενος για "άρνηση χορηγήσεως γονικής αδείας και παρακώλυση συνδικαλιστικής δράσης". Ότι η εναγομένη, αντί να συμμορφωθεί, εκμεταλλευόμενη τη δεσπόζουσα θέση της στις ατομικές συμβάσεις εργασίας, επέτυχε και έλαβε, δια του ως άνω διευθυντή του υποκαταστήματός της, επιστολή, την οποία υπέγραψαν 49 συνάδελφοί του και με την οποία αυτοί φέρονται να δηλώνουν ότι ο ενάγων [δήθεν] δεν τους εκφράζει συνδικαλιστικά και προκαλεί προβλήματα στην ομαλή λειτουργία του καταστήματος".
Ότι ο ως άνω άμεσος προϊστάμενος του ενάγοντος ενέτεινε, πλέον, σε καθημερινή βάση, τις εναντίον του επιθέσεις και προσβολές (χωρίς ειδικότερη περιγραφή), "χωρίς να τον αφήνει σε χλωρό κλαδί". Ότι, την 7-2-2012 ο ενάγων διαμαρτυρήθηκε σχετικώς προς το γενικό διευθυντή και το διευθυντή ανθρώπινου δυναμικού της εναγομένης, κατά τη διάρκεια επίσκεψής τους στο υποκατάστημα Βόλου.
Ότι, την επόμενη ημέρα, ο ως άνω άμεσος προϊστάμενος εξύβρισε τον ενάγοντα με τις φράσεις "θα σε γαμήσω, ρουφιανάκο, κοπρόσκυλο" και, εμμέσως, τον απείλησε με απόλυση, λέγοντάς του "θα φύγεις νύκτα από δω, θα σε στείλω να κάνεις παρέα το φίλο σου τον Π.". Ότι παρόμοια, υβριστική συμπεριφορά επαναλήφθηκε τις επόμενες ημέρες, οπότε ο ενάγων, την 21-2-2012, προσέφυγε και πάλι στην αρμόδια Επιθεώρηση Εργασίας, διαμαρτυρόμενος για βλαπτική μεταβολή των όρων της συμβάσεως εργασίας.
Ότι, την 25-2-2012, ο ως άνω άμεσος προϊστάμενος εξύβρισε και απείλησε τον ενάγοντα με τις φράσεις "αφού πήγες και κλάφτηκες στο γενικό διευθυντή (...), θα σου γαμήσω το μουνί που σε πέταξε (...) θα σου καταστρέψω το σπίτι", με συνέπεια αυτός να αισθανθεί ψυχικό ράκος και να καταφύγει στο Νοσοκομείο Βόλου, όπου του παρασχέθηκαν πρώτες βοήθειες και φαρμακευτική αγωγή.
Ότι, την 16-3-2012, ο ενάγων προσέφυγε για τρίτη φορά στην αρμόδια Επιθεώρηση Εργασίας, διαμαρτυρόμενος και πάλι για "βλαπτική μεταβολή, προσβολή προσωπικότητας, εξύβριση, απειλή κατ' εξακολούθηση και παρεμπόδιση συνδικαλιστικής δράσης". Ότι, παρά ταύτα, μέχρι τότε, ο ενάγων εξακολουθούσε να επιμένει στη διατήρηση της συμβάσεως εργασίας και αξίωνε την άρση της ως άνω, βλαπτικής μεταβολής των όρων αυτής.
Ότι, την 18-4-2012, ενώ ο ενάγων βρισκόταν σε στάση βαθέως καθίσματος για να βάλει αυτοκόλλητες τιμές σε προϊόντα, ο ως άνω άμεσος προϊστάμενος τον κλώτσησε στον αριστερό γλουτό, οπότε αυτός, στην προσπάθεια να διατηρήσει την ισορροπία του, έριξε το βάρος του σώματός του στο δεξί του χέρι και υπέστη κάκωση σ' αυτό.
Ότι, κατόπιν αυτού, ο ενάγων κατέφυγε στο Νοσοκομείο Βόλου, όπου διαπιστώθηκε θλάση του δεξιού πήχη και του χορηγήθηκε αναρρωτική άδεια οκτώ ημερών. Ότι ο ενάγων προσέφυγε και πάλι στην αρμόδια Επιθεώρηση Εργασίας, διαμαρτυρόμενος για "βλαπτική μεταβολή και σωματικές βλάβες από πρόθεση". Ότι η εναγομένη, σε σχέση με τον ως άνω τραυματισμό του, αρνήθηκε να "συνυπογράψει έντυπο δηλώσεως ατυχήματος", αλλά, αντιθέτως, απαίτησε από τον ενάγοντα να υπογράψει αυτός "την από 23-4-2012 αναληθή γραπτή, ενώπιον του ΣΕΠΕ, αναγγελία εργατικού ατυχήματος", που θα είχε ως συνέπεια γι' αυτόν την περαιτέρω αδυναμία ασκήσεως των δικαιωμάτων του για χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης και λοιπά επιδόματα κατά την αναρρωτική του άδεια, λόγω ανυπαιτίου εργατικού ατυχήματος.
Ότι, κατόπιν αυτών, ο ενάγων θεωρεί όλες τις ως άνω ενέργειες της εναγομένης, οι οποίες εκδηλώθηκαν δια των ως άνω οργάνων ή προστηθέντων αυτής, που ενεργούσαν για λογαριασμό της, ως μονομερή, βλαπτική μεταβολή των όρων της συμβάσεως εργασίας και ως άτακτη καταγγελία αυτής εκ μέρους της εναγομένης, την οποία αποδέχεται (οι ως άνω, εντός εισαγωγικών περικοπές μεταφέρονται αυτούσιες από το δικόγραφο της αγωγής).
Σύμφωνα με το ιστορικό αυτό, ο ενάγων και ήδη αναιρεσίβλητος ζητεί να υποχρεωθεί η εναγομένη και ήδη αναιρεσείουσα ανώνυμη εταιρία να του καταβάλει ως αποζημίωση απολύσεως το ποσό των 3.794 ευρώ και ως χρηματική ικανοποίηση για αποκατάσταση ηθικής βλάβης από τον τραυματισμό του το ποσό των 20.000 ευρώ, νομιμοτόκως.
Με το ως άνω περιεχόμενο και ανεξάρτητα από κάποιες γενικότητες, που έχουν ήδη επισημανθεί, όπου αναφέρεται σε παρένθεση ότι δεν γίνεται ειδικότερη περιγραφή, η αγωγή περιλαμβάνει επαρκώς την εξιστόρηση περιστατικών, τα οποία, υποτιθέμενα αληθινά και συνεκτιμώμενα, είναι δυνατό να χαρακτηρισθούν ως εκ μέρους των υπαλλήλων της εναγομένης, που ασκούσαν έναντι του ενάγοντος το διευθυντικό δικαίωμα εκείνης, επιδείνωση των περιστάσεων παροχής της εργασίας αυτού και ηθική μείωση της προσωπικότητάς του, οι οποίες δημιούργησαν τόσο δυσμενείς συνθήκες, ώστε, κατά αντικειμενική κρίση και σύμφωνα με την καλή πίστη, να μην είναι πλέον δυνατή για τον ενάγοντα η παροχή της εργασίας σε πλαίσιο αμοιβαίας κατανοήσεως και καλής συνεργασίας και η παραμονή του στο χώρο της επιχείρησης.
Το Μονομελές Εφετείο Λαρίσης, το οποίο με την προσβαλλόμενη 145/2014 απόφαση δέχθηκε τα ίδια και, μετά από εξαφάνιση της 129/2012 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Βόλου, έκρινε την ένδικη αγωγή ως επαρκώς ορισμένη και παραδεκτή, δεν παρέλειψε παρά το νόμο την κήρυξη απαραδέκτου. Επομένως, ο πρώτος από τους λόγους της αιτήσεως, με τον οποίο υποστηρίζεται το αντίθετο και προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ.8 ή, ορθότερα, αρ.14 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμος.
3. Επειδή, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 559 αρ.19 ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης "αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης". Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση όταν στις αιτιολογίες, που συνιστούν την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν αναφέρονται διόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης και, έτσι, δεν μπορεί να ελεγχθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόστηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόστηκε.
Αντιθέτως, η απόφαση δεν στερείται από νόμιμη βάση όταν οι ανωτέρω ελλείψεις αφορούν στα νομικά ή πραγματικά επιχειρήματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου ή ανάγονται στην αναιρετικώς ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων (ΚΠολΔ 561 παρ.1) και ειδικότερα στην ανάλυση και αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αρκεί τούτο να εκτίθεται στην απόφαση σαφώς.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση και σε σχέση προς τα ως άνω πραγματικά περιστατικά (βλ. σκέψη αρ.2), τα οποία στηρίζουν το αίτημα της ένδικης αγωγής στις ουσιαστικές διατάξεις που αναφέρονται στην αρχή της παρούσας (βλ. παραπάνω, σκέψη αρ.1), το Μονομελές Εφετείο Λαρίσης, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του και αφού στάθμισε το σύνολο των αποδεικτικών στοιχείων που είχαν τεθεί υπό την κρίση του (σε πολλά από τα οποία αναφέρεται ειδικώς), δέχθηκε τα εξής ουσιώδη:
Ότι, κατά το χρονικό διάστημα από το έτος 2010 μέχρι τον Απρίλιο 2012, ανάμεσα στον ενάγοντα (ήδη πρώτο από τους αναιρεσίβλητους) και στους υπαλλήλους της εναγομένης (ήδη αναιρεσείουσας) ανώνυμης εταιρίας, οι οποίοι ασκούσαν έναντι του πρώτου το διευθυντικό δικαίωμα εκείνης (ήτοι, τον άμεσο προϊστάμενο του ενάγοντος, Α.
Τ. και το διευθυντή του υποκαταστήματος Βόλου, Γ. Τ.), δημιουργήθηκαν έντονες προστριβές, εξ αιτίας των οποίων ο ενάγων προσέφυγε κατ' επανάληψη στην αρμόδια Επιθεώρηση Εργασίας, έχοντας ως συμπαραστάτες τούς υπέρ αυτού παρεμβαίνοντες (ήδη, επίσης, αναιρεσίβλητους) συλλογικούς φορείς (ήτοι, το "Σύνδεσμο Εργατοϋπαλλήλων Βόλου" και το "Εργατικό Κέντρο Βόλου").
Ότι ενώπιον της ως άνω υπηρεσίας ο ενάγων κατήγγειλε, πράγματι, τα περιστατικά, τα οποία αναφέρονται στην αγωγή ως συμβάντα κατά τις αντίστοιχες ημερομηνίες (όπως εκτίθενται παραπάνω, σκέψη αρ.2 της παρούσας). Ότι, παρά το γεγονός ότι οι θέσεις των διαδίκων εμφανίζονται τελείως αντίθετες επί των περιστατικών αυτών, διότι ο μεν ενάγων ισχυρίζεται ότι επρόκειτο για σκόπιμα προσβλητική συμπεριφορά, που απέβλεπε στη ματαίωση της συνδικαλιστικής του δραστηριότητας, ενώ η εναγομένη ισχυρίζεται ότι επρόκειτο για δικαιολογημένη και εντός των νομίμων ορίων αντίδραση των αρμοδίων οργάνων αυτής στην αδιαφορία, που επιδείκνυε ο ενάγων κατά την παροχή της εργασίας του, αφ' ότου απέκτησε τη συνδικαλιστική ιδιότητα, το δικαστήριο (το Μονομελές Εφετείο Λαρίσης) αποδέχεται ως βάσιμους τους ισχυρισμούς του ενάγοντος.
Ότι, ειδικότερα, αν και δεν είχε υπάρξει αυτόπτης μάρτυρας, το δικαστήριο της ουσίας οδηγείται "σε πλήρη δικανική πεποίθηση" (όπως ρητώς αναφέρει) ως προς το ότι οι αντεγκλήσεις μεταξύ του ενάγοντος και του αμέσου προϊσταμένου αυτού είχαν ως αιτία τη, μη αρεστή σ' εκείνον, συνδικαλιστική του δραστηριότητα, ότι σε βάρος του ενάγοντος εκδηλώθηκε, κατ' επανάληψη, προσβλητική συμπεριφορά που είχε ως αποκορύφωμα τον τραυματισμό του, ότι αν και ο ενάγων δεν καταμήνυσε τον άμεσο προϊστάμενό του για τη συμπεριφορά αυτή, εν τούτοις διαμαρτυρήθηκε, άπαξ, στην αστυνομία και, κατ' επανάληψη, στην αρμόδια Επιθεώρηση Εργασίας και ότι επί των εν ενεργειών του είχε, πάντοτε, τη συμπαράσταση των ως άνω συλλογικών φορέων.
Ότι, τέλος, τα ως άνω περιστατικά δημιούργησαν στο εργασιακό περιβάλλον δυσμενές και ψυχρό κλίμα σε βάρος του ενάγοντος, στο οποίο δεν συνέβαλε ο ίδιος και εξ αιτίας του οποίου αυτός δεν μπορούσε πλέον, σύμφωνα με την καλή πίστη, να παραμείνει και να εξακολουθήσει να προσφέρει την εργασία του στην επιχείρηση της εναγομένης.
Σύμφωνα με τις παραδοχές αυτές, το δικαστήριο της ουσίας έκρινε ότι επήλθε εκ μέρους της εναγομένης μονομερής βλαπτική μεταβολή των όρων της συμβάσεως εργασίας του ενάγοντος, η οποία συνιστά άτακτη καταγγελία και εξ αιτίας της οποίας ο ενάγων δικαιούται τη νόμιμη αποζημίωση απολύσεως. Και ότι λόγω του ελαφρού τραυματισμού του κατά την ώρα της εργασίας και με αφορμή την εργασία, από περιστατικό για το οποίο δεν ευθυνόταν ο ίδιος, αλλά ο άμεσος προϊστάμενός του, που τον έσπρωξε με το πόδι με αποτέλεσμα να χάσει την ισορροπία του και να πέσει πάνω στο χέρι του, ο ενάγων δικαιούται χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης.
Κατόπιν αυτών, το Μονομελές Εφετείο Λαρίσης εξαφάνισε την τότε εκκαλουμένη απόφαση και έκανε εν μέρει δεκτή την ένδικη αγωγή, επιδικάζοντας το αιτηθέν ποσό (3.794 ευρώ) ως αποζημίωση απολύσεως και το ποσό των 5.000 ευρώ ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης. Με την παράθεση των ως άνω παραδοχών, το δικαστήριο της ουσίας διέλαβε επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες κατά την υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών, τα οποία ανελέγκτως δέχθηκε ως αληθινά, στις ουσιαστικές διατάξεις, τις οποίες εφάρμοσε και βάσει των οποίων κατέληξε στις έννομες συνέπειες που προαναφέρθηκαν.
Επομένως, οι δεύτερος και τρίτος από τους λόγους της αιτήσεως, με τους οποίους υποστηρίζονται τα αντίθετα και προσάπτονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι αναιρετικές πλημμέλειες του άρθρου 559 αρ.10 και αρ.19 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμοι. Κατά τα λοιπά, με τους ίδιους λόγους πλήττονται γενικώς, αλλά απαραδέκτως, οι ανέλεγκτες ουσιαστικές παραδοχές του δικαστηρίου της ουσίας.
4. Επειδή, σύμφωνα με τις σκέψεις αυτές και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος αναιρέσεως, πρέπει να απορριφθεί η κρινομένη αίτηση και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσίβλητων, που κατέθεσαν προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα αυτών (ΚΠολΔ 176, 183 και 191 παρ.2).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 1-10-2014 αίτηση περί αναιρέσεως της 145/ 2014 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Λαρίσης. -Και
ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ την αναιρεσείουσα στην πληρωμή χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ, για τα δικαστικά έξοδα των αναιρεσίβλητων.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, την 26η Μαΐου 2015. -Και
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, την 27η Μαΐου 2015.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ