Bank's appeal against bank's transfer to son dismissed due to lack of insolvency at time of transfer.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the bank's appeal against a lower court ruling that upheld a property transfer to a son. The bank argued the transfer was fraudulent because the mother lacked sufficient assets to satisfy her debts at the time of the transfer. The court found that debts were being serviced normally for three years after the transfer, proving no intent to defraud creditors existed at that specific moment. Consequently, the appeal was rejected as the transfer did not meet the legal requirements for voiding a sale due to insolvency.
Legislator headnote
AI generatedArticles 939, 941, 942, 943 of the Civil Code; Articles 669 of the Commercial Code, 874 of the Civil Code, 112 of the Enforcement Code, and 64-67 of the Law on Anonymus Companies: A transfer of property to a third party is voidable for creditors only if the debtor was insolvent at the time of transfer with intent to defraud, and mere lack of remaining assets without proof of insolvency or fraudulent intent at the moment of transfer does not suffice.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1320 / 2019 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1320/2019
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
A2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Ιωσήφ Τσαλαγανίδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αβροκόμη Θούα, Γεώργιο Αποστολάκη, Θεόδωρο Κανελλόπουλο και Κωνσταντίνα Μαυρικοπούλου - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 25 Φεβρουαρίου 2019, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία "... A.E.", που εδρεύει στην …. και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Φώτιο Σαρρή.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Π. Μ. του Ι., συζύγου Δ. Κ. και 2) Χ. Κ. του Δ., κατοίκων .... Εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Χριστίνα Κουντούρη.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 4-7-2013 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Ηλείας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 16/2015 του ίδιου Δικαστηρίου και 238/2017 του Τριμελούς Εφετείου Πατρών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την με ημερομηνία κατάθεσης 24-1-2018 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, η πληρεξούσια των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 939,941,942 και 943 ΑΚ σαφώς συνάγεται ότι οι δανειστές δικαιούνται να απαιτήσουν τη διάρρηξη κάθε απαλλοτρίωσης, που έγινε από τον οφειλέτη προς βλάβη τους, εφόσον η υπόλοιπη περιουσία δεν επαρκεί για την ικανοποίησή τους. Οι προϋποθέσεις προστασίας των δανειστών είναι:1) Η ύπαρξη απαίτησης κατά του οφειλέτη γεννημένη κατά το χρόνο της απαλλοτρίωσης, η οποία να έχει γίνει ληξιπρόθεσμη κατά την πρώτη στο ακροατήριο συζήτηση της αγωγής για διάρρηξη, χωρίς να απαιτείται να έχει βεβαιωθεί δικαστικά ούτε να είναι εξοπλισμένη με εκτελεστό τίτλο.(ΟλΑΠ709/1974, ΑΠ278/2011, ΑΠ708/2017).Την ιδιότητα του δανειστή λογίζεται ότι έχει και ο φορέας ενοχικής απαίτησης, που τελεί υπό αναβλητική προθεσμία, διότι η προθεσμία δεν εξαρτά τη γένεση του ενοχικού δικαιώματος από την πάροδο του χρόνου, που έχει ταχθεί, αλλά αναστέλλει μόνο την ενάσκησή του, την οποία μεταθέτει στο μέλλον, ήτοι αρκεί να έχουν συντελεστεί μέχρι και το χρόνο της απαλλοτρίωσης, τα παραγωγικά γεγονότα της απαίτησής του και να έχει γίνει αυτή ληξιπρόθεσμη, κατά την πρώτη συζήτηση στο ακροατήριο της περί διάρρηξης αγωγής (ΑΠ765/2014,ΑΠ928/2014,ΑΠ708/2017).
Περαιτέρω από τις διατάξεις των άρθρων 669 Εμπ.Ν,874ΑΚ,112ΕισΝΑΚ, 64-67 ν.δ. της 17.07/13.08.1923 "περί ειδικών διατάξεων επί ανωνύμων εταιρειών" συνάγεται ότι κατά τη σύμβαση αλληλόχρεου λογαριασμού, καθένας από τους συμβαλλομένους, θεωρείται δανειστής του άλλου, ως προς το τυχόν κατάλοιπο του λογαριασμού, από τη σύναψη της σύμβασης, το οποίο είναι απαιτητό μόνο κατά το οριστικό κλείσιμο του λογαριασμού, όπως προκύπτει από το άρθρο 112 παρ.2 Εισ.ΝΑΚ, ήτοι το κλείσιμο του λογαριασμού δεν συνιστά γενεσιουργό όρο της απαίτησης για το κατάλοιπο, αλλά αποτελεί προϋπόθεση για το απαιτητό (ληξιπρόθεσμο) του καταλοίπου.
Με τη σύμβαση δε του ανοικτού λογαριασμού, η οποία αποτελεί ειδικότερη μορφή του αλληλόχρεου λογαριασμού, η τράπεζα ανοίγει πίστωση υπέρ πελάτη της, την οποία αυτός αναλαμβάνει σταδιακά και ακολούθως καταβάλλει τμηματικά, ανάλογα με τους ειδικότερους όρους της σύμβασης, ορισμένες δόσεις έναντι κεφαλαίου και τόκων.
Στην έννομη αυτή σχέση οι αμοιβαίες αποστολές (πιστοδοτικές και εξοφλητικές) αποβάλλουν την αυτοτέλειά τους και καθίστανται κονδύλια του λογαριασμού, ώστε απαιτητό είναι μόνο το μετά το οριστικό κλείσιμο του λογαριασμού τυχόν κατάλοιπο. Και πριν όμως από το κλείσιμο αυτό, από την αντιπαραβολή των πιστοχρεώσεων, προκύπτει η ενεργητική ή παθητική θέση εκατέρου, η οποία συνιστά ενεργητικό ή παθητικό της περιουσίας του.
Επομένως τα παραγωγικά της απαίτησης περιστατικά, ιδίως η σύμβαση και η χορήγηση των πιστώσεων, έχουν ήδη συντελεστεί, ώστε η απαίτηση είναι γεγενημένη, έστω και αν δεν είναι, πριν από το οριστικό κλείσιμο του λογαριασμού, βέβαιη και κατά ποσόν εκκαθαρισμένη. Επομένως η τράπεζα είναι και πριν από το οριστικό κλείσιμο του λογαριασμού, δανείστρια ώστε έχει το δικαίωμα να προσβάλει ως καταδολιευτική, εφόσον συντρέχουν και οι λοιποί όροι του νόμου, κάθε απαλλοτρίωση του πελάτη της, έστω και αν έλαβε χώρα πριν από το οριστικό κλείσιμο του λογαριασμού, αρκεί αυτό να γίνει έως την πρώτη συζήτηση της αγωγής ( ΑΠ1815/2012,ΑΠ28/2017).
Διάφορη εκδοχή θα κατέληγε στο άτοπο να δύναται ο πιστούχος, παρόλο που γνωρίζει σε δεδομένη στιγμή την παθητική σε βάρος του κατάσταση που προκύπτει από την αντιπαραβολή των κονδυλίων πίστωσης και χρέωσης, να προβαίνει χωρίς κύρωση και χωρίς τον κίνδυνο διάρρηξης, σε απαλλοτρίωση των περιουσιακών του στοιχείων πριν από το οριστικό κλείσιμο του λογαριασμού, προς βλάβη του δανειστή του. (ΟλΑΠ31/1997, ΑΠ805/2013, ΑΠ621/2016).
Εξάλλου, αν υπάρχουν περισσότεροι συνοφειλέτες, ευθυνόμενοι εις ολόκληρον, δεν απαιτείται για την άσκηση της εκ του άρθρου 939ΑΚ αγωγής εναντίον ενός από αυτούς, η έλλειψη περιουσιακών στοιχείων στο πρόσωπο και των λοιπών συνοφειλετών, αφού καθένας από αυτούς ευθύνεται απεριόριστα για ολόκληρο το χρέος έναντι του δανειστή, ο οποίος δικαιούται κατ' αρέσκεια να αξιώσει το χρέος από οποιονδήποτε εις ολόκληρο συνοφειλέτη, συγχρόνως ή διαδοχικά, χωρίς να μπορεί να του αντιταχθεί η ύπαρξη και των άλλων εις ολόκληρο συνοφειλετών (άρθρο 481 ΑΚ) (ΑΠ1567/2008,ΑΠ621/2016).
Τέτοια δε παθητική εις ολόκληρον ενοχή υφίσταται σύμφωνα με τις διατάξεις 847,851,857παρ.1ΑΚ και στην περίπτωση κατά την οποία με τη σύμβαση της εγγύησης ο εγγυητής αναλαμβάνει απέναντι στο δανειστή την ευθύνη ότι θα καταβληθεί η οφειλή, παραιτούμενος από τις ενστάσεις εκ του άρθρου 853,855(διζήσεως),862.863,864,866.867,868(ελευθερώσεως).
Με αυτή τη σύμβαση ο εγγυητής ενέχεται προς τον αντισυμβαλλόμενό του, όπως κάθε γνήσιος οφειλέτης απέναντι στο δανειστή του και επομένως όταν καταβάλει σ' αυτόν εκπληρώνει μεν την παροχή του πρωτοφειλέτη, συγχρόνως όμως εκπληρώνει και τη δική του υποχρέωση. Είναι κατά συνέπεια και ο εγγυητής οφειλέτης κατά την έννοια του άρθρου 939 ΑΚ, και κάθε απαλλοτρίωση, που έγινε από αυτόν προς βλάβη του αντισυμβαλλομένου και δανειστή του, εφόσον δεν επαρκεί η υπόλοιπη περιουσία του για την ικανοποίηση του δανειστή του, υπόκειται σε διάρρηξη κατά τους όρους των διατάξεων των άρθρων 939 επ.
ΑΚ.2) Απαλλοτρίωση εκ μέρους του οφειλέτη προς τρίτον, η οποία περιλαμβάνει μεταξύ άλλων κάθε σοβαρή και ηθελημένη (μη εικονική) διάθεση ή εκποίηση με δικαιοπραξία ή άλλη ενέργεια, που επάγεται μείωση της υπέγγυας περιουσίας, ανεξάρτητα αν είναι επαχθής ή χαριστική, καθώς και κάθε παροχή γενόμενη από ηθικό καθήκον ή από λόγους κοινωνικής ευπρέπειας, διότι το γεγονός ότι η διάθεση αυτή γίνεται προς εκπλήρωση σχετικής ηθικής υποχρέωσης, δεν μπορεί να δικαιολογήσει ούτε τη βλάβη των δανειστών, ούτε την προτίμηση εκπλήρωσης από τον οφειλέτη των ηθικών υποχρεώσεων του έναντι των νομικών (ΑΠ805/2013,ΑΠ1217/2014).
Η γονική παροχή που θεσμοθετείται με το άρθρο 1509 του ίδιου Κώδικα συνιστά επίδοση από ελευθεριότητα και συνεπώς η περί αυτής δικαιοπραξία είναι χαριστική, μη συναγομένου άλλως από το χαρακτηρισμό της, στο α' εδάφιο της τελευταίας διάταξης, ως δωρεάς, ως προς το ποσό που υπερβαίνει το μέτρο που επιβάλλουν οι περιστάσεις, αφού αυτό αποσκοπεί στο να αποκλείσει τη δυνατότητα ανάκλησης αυτής, ως προς το μέρος που αυτή δεν αποτελεί δωρεά, και όχι να τη χαρακτηρίσει, εξ αντιδιαστολής, ως επαχθή δικαιοπραξία (ΑΠ 778/2015, ΑΠ28/2017). 3) Ανεπάρκεια της υπόλοιπης εμφανούς περιουσίας του οφειλέτη για την ικανοποίηση του δανειστή, η οποία οφείλεται αιτιωδώς στην απαλλοτρίωση.
Η αφερεγγυότητα δε αυτή του οφειλέτη πρέπει να συντρέχει (όχι μόνο κατά την απαλλοτρίωση αλλά και) κατά τον χρόνο έγερσης της αγωγής διάρρηξης, που είναι και ο κρίσιμος χρόνος για τον προσδιορισμό της βλάβης του δανειστή (ΑΠ778/2015, ΑΠ708/2017). 4) Δόλος του οφειλέτη , ήτοι πρόθεση βλάβης των δανειστών. Η πρόθεση αυτή θεωρείται ότι υπάρχει όταν αυτός (οφειλέτης) γνωρίζει, κατά τον κρίσιμο χρόνο της απαλλοτρίωσης, ότι με την απαλλοτρίωση του περιουσιακού του στοιχείου θα περιέλθει σε τέτοια οικονομική κατάσταση, ώστε η περιουσία, που του απομένει, να μην επαρκεί για την ικανοποίηση των δανειστών, αφού, στην περίπτωση αυτή, είναι προφανές ότι ο οφειλέτης γνωρίζει ότι συνέπεια της πράξης του είναι η βλάβη των δανειστών, την οποία αποδέχεται, μη αναιρουμένου του καταδολιευτικού χαρακτήρα της απαλλοτρίωσης αν, εκτός από την πρόθεση βλάβης των δανειστών, επιδιώκει παράλληλα και άλλους σκοπούς.
Περαιτέρω, η πρόθεση αυτή εξακολουθεί να υφίσταται και όταν άλλος εις ολόκληρον οφειλέτης διαθέτει επαρκή περιουσία για την ικανοποίηση του δανειστή, καθόσον ο καταδολιευτικός χαρακτήρας της απαλλοτρίωσης κρίνεται από στοιχεία, που συντρέχουν αποκλειστικά και μόνο στο πρόσωπο του απαλλοτριούντος, και δεν επηρεάζεται από την οικονομική κατάσταση των λοιπών συνοφειλετών, όπως άλλωστε συνάγεται και από τη διάταξη του άρθρου 486 ΑΚ. 5) Γνώση του τρίτου.
Ο τρίτος πρέπει να γνωρίζει το δόλο του οφειλέτη, ήτοι την πρόθεσή του να βλάψει τους δανειστές του, μη απαιτούμενης αυτοτελούς πρόθεσης του τρίτου να βλάψει τους δανειστές του οφειλέτη, ούτε συμπαιγνία ανάμεσα στον οφειλέτη και τρίτο προς βλάβη των δανειστών του οφειλέτη (ΑΠ638/2004,ΑΠ1677/2008). Η γνώση του τρίτου δεν απαιτείται κατά το άρθρο 942 ΑΚ, αν η απαλλοτρίωση έγινε από χαριστική αιτία.
Επομένως, σε περίπτωση που με την αγωγή διώκεται η διάρρηξη απαλλοτρίωσης που συνίσταται σε γονική παροχή και συνεπώς χαριστικής δικαιοπραξίας, δεν απαιτείται για το ορισμένο του δικογράφου της η αναφορά και της γνώσης του τρίτου, του τέκνου δηλαδή, υπέρ του οποίου έγινε η απαλλοτρίωση. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται, αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών.
Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται, είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (ΟλΑΠ 10/2011, 7/2006).
Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσία την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται με βάση τα πραγματικά περιστατικά που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν προφανή την παράβαση (ΑΠ24/2015).
Εξάλλου, κατά την έννοια του λόγου αναίρεσης από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και υφίσταται έτσι εκ πλαγίου παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, όταν από τις παραδοχές της, που περιλαμβάνονται στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της και αποτελούν το αιτιολογικό της, δεν προκύπτουν καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του για ζήτημα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με αποτέλεσμα έτσι να μην μπορεί να ελεγχθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόστηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόστηκε (ΟλΑΠ 1/1999).
Ειδικότερα ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση, στη συγκεκριμένη περίπτωση, της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόστηκε είτε αποκλείουν την εφαρμογή της (ΟλΑΠ 15/2006). Τέλος, από τη διάταξη του άρθρου561 παρ.1 ΚΠολΔ προκύπτει ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφόσον δεν παραβιάστηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί ή εφόσον η εκτίμησή τους δεν ιδρύει λόγους αναιρέσεως από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου559 του ΚΠολΔ, είναι από τον Άρειο Πάγο ανέλεγκτη, ο δε αντίστοιχος λόγος αναιρέσεως εκ του περιεχομένου του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις, απορρίπτεται ως απαράδεκτος, εφόσον πλέον πλήττεται η ουσία της υπόθεσης που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο (ΑΠ 1506/2013, ΑΠ 358/2017).
Στην προκειμένη περίπτωση, με τους σχετικούς λόγους της αιτήσεως αναιρέσεως, η αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση, την αιτίαση ότι υπέπεσε στις πλημμέλειες των λόγων αναίρεσης των αριθμών 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, καθόσον παραβίασε τις διατάξεις του ουσιαστικού δικαίου και εσφαλμένα εκτίμησε τις προσκομισθείσες αποδείξεις.
Το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε τα ακόλουθα, κατά το ενδιαφέρον την αναιρετική διαδικασία, μέρος: "Δυνάμει της υπ' αριθ. ...34/29.11.2004 σύμβασης πίστωσης και των από 19.6.2006,,20.6.2007 και 3.6.2007 πρόσθετων πράξεων αυτής, η ενάγουσα και ήδη εκκαλούσα ανώνυμη τραπεζική εταιρεία χορήγησε στον Ι. Κ. του Δ. (μη διάδικο στη δίκη) πίστωση συνολικού ποσού ...80.000 ευρώ, για κεφάλαιο κίνησης.
Η δε πρώτη εναγομένη και ήδη εφεσίβλητη εγγυήθηκε την τήρηση των όρων της ως άνω σύμβασης και των πρόσθετων αυτής πράξεων παραιτούμενη των ενστάσεων διαίρεσης και διζήσεως, ευθυνόμενη αλληλεγγύως, αδιαιρέτως και εις ολόκληρον με τον ανωτέρω πιστούχο ως αυτοφειλέτης. Για την παρακολούθηση και εξυπηρέτηση της άνω σύμβασης τηρήθηκε ο υπ' αριθ.
λογαριασμός, στον οποίο εμφανίζονται οι επιμέρους αναλήψεις και οι έναντι αυτών καταβολές, τα αποσπάσματα των οποίων αποτελούν πλήρη απόδειξη της απαίτησης της τράπεζας σύμφωνα με τον όρο της σύμβασης, καθώς και ο υπ' αριθ. ... λογαριασμός. Περαιτέρω, μεταξύ της ενάγουσας και ήδη εκκαλούσας ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας και του ίδιου ως άνω πιστούχου Ι.
Κ. του Δ. (μη διαδίκου στη δίκη), καταρτίστηκε η υπ' αριθ....851/19.6.2006 σύμβαση τοκοχρεωλυτικού δανείου, ποσού 35.000 ευρώ για επισκευή επαγγελματικής στέγης, το οποίο θα εξοφλείτο σε 72 συνεχείς μηνιαίες τοκοχρεολυτικές δόσεις αρχής γενομένης από 1.8.2006, σύμφωνα με τους όρους και συμφωνίες που περιείχονταν στη σύμβαση και το συμπληρωματικό αυτής παράρτημα, ενώ την τήρηση των όρων και της ως άνω σύμβασης δανείου μετά του παραρτήματος αυτής, εγγυήθηκε η πρώτη εναγομένη και ήδη εφεσίβλητη, παραιτούμενη των ενστάσεων διαίρεσης και διζήσεως, ευθυνόμενη αλληλεγγύως, αδιαιρέτως και εις ολόκληρον με τον ανωτέρω δανειολήπτη ως αυτοφειλέτης.
Σε εκτέλεση της ως άνω σύμβασης η ενάγουσα και ήδη εκκαλούσα ανώνυμη τραπεζική εταιρεία προέβη στη εκταμίευση του ως άνω δανείου δια μεταφοράς του ποσού των 35.000 ευρώ στον ... καταθετικό λογαριασμό, μέσω του οποίου εξυπηρετήθηκε η ως άνω σύμβαση, ενώ τηρήθηκε και ο ... δανειακός λογαριασμός. Περαιτέρω, η ενάγουσα και ήδη εκκαλούσα τραπεζική εταιρεία, όπως συνομολογεί η ίδια στο αγωγικό της δικόγραφο, με σύμβαση πώλησης και μεταβίβασης επιχειρηματικών απαιτήσεων, μεταβίβασε, λόγω πώλησης ...
προς την εταιρεία ειδικού σκοπού με την επωνυμία "...", που εδρεύει στο ... νόμιμα εκπροσωπούμενη, κάθε απαίτηση που απορρέει από τις ανωτέρω συμβάσεις. Η σχετική σύμβαση πώλησης και μεταβίβασης τιτλοποιημένων επιχειρηματικών απαιτήσεων καταχωρήθηκε νόμιμα στα δημόσια βιβλία του Ενεχυροφυλακείου …....
Από δε της καταχώρησης, η οποία είχε και τα αποτελέσματα της αναγγελίας της εκχώρησης στον οφειλέτη ..., επήλθε και η μεταβίβαση των απαιτήσεων, μεταξύ των οποίων ήταν και οι απαιτήσεις από τις δύο ως άνω επίδικες συμβάσεις, ήτοι η σύμβαση πίστωσης με ανοικτό (αλληλόχρεο) λογαριασμό και η σύμβαση τοκοχρεωλυτικού δανείου.
Εν συνεχεία η ως άνω εταιρεία ειδικού σκοπού ... προέβη σε αναμεταβίβαση προς την τράπεζα λόγω πώλησης της ίδιας ως άνω απαίτησης. Η σχετική σύμβαση πώλησης και αναμεταβίβασης τιτλοποιημένων επιχειρηματικών απαιτήσεων ... καταχωρήθηκε νόμιμα στα δημόσια βιβλία του Ενεχυροφυλακείου ….., από δε της ως άνω καταχώρησης ...
επήλθε και η αναμεταβίβαση των απαιτήσεων, μεταξύ των οποίων ήταν και οι απαιτήσεις από τις προαναφερόμενες συμβάσεις. Κατά το χρονικό διάστημα όμως από τη μεταβίβαση των τιτλοποιημένων επιχειρηματικών απαιτήσεων προς την ως άνω εταιρεία ειδικού σκοπού ... μέχρι την αναμεταβίβαση των τιτλοποιημένων αυτών απαιτήσεων(προς) από την ενάγουσα και ήδη εκκαλούσα, η τελευταία δεν ήταν δικαιούχος των ανωτέρω απαιτήσεων ...
Από το γεγονός όμως, ότι οι ανωτέρω λογαριασμοί εξακολούθησαν να τηρούνται και να εξυπηρετούνται κατά εκείνο το χρονικό διάστημα από την ενάγουσα και ήδη εκκαλούσα, συνάγεται ότι η τελευταία [ενάγουσα-εκκαλούσα] ανέλαβε κατά το χρόνο που δεν είχε την ιδιότητα του δανειστή, τη διαχείριση και είσπραξη των απαιτήσεων που είχαν μεταβιβαστεί στην ως άνω εταιρεία ειδικού σκοπού, μεταξύ δε αυτών και των επίδικων, ιδίως ενόψει του ότι η εταιρεία ειδικού σκοπού "... " δεν έχει την έδρα της στην Ελλάδα, αλλά στο …..
της …. και δη στο …. και οι μεταβιβαζόμενες σε αυτήν απαιτήσεις ήταν απαιτήσεις καταναλωτών πληρωτέες στην Ελλάδα. Έτσι η ενάγουσα και ήδη εκκαλούσα ανώνυμη τραπεζική εταιρεία, ως διαχειρίστρια των μεταβιβαζόμενων τιτλοποιημένων απαιτήσεων, στις οποίες περιλαμβάνονταν και οι επίδικες, κατέθετε, ...το προϊόν των τιτλοποιημένων απαιτήσεων, χωρίς όμως στην κατάθεση αυτή να γίνεται ειδική μνεία ότι αυτή αποτελεί χωριστή περιουσία διακριτή από την περιουσία του διαχειριστή και πιστωτικού ιδρύματος στο οποίο κατατίθεται, ως ορίζει ο νόμος.Ενδεικτικά δε αναφέρεται ότι όπως προκύπτει από τη μη αμφισβητούμενη κίνηση των σχετικών λογαριασμών, τον Σεπτέμβριο του έτους 2008 ο λογαριασμός της σύμβασης του τοκοχρεολυτικού δανείου εμφάνιζε χρεωστικό υπόλοιπο ύψους 24.224,48 ευρώ, ενώ στον ...
λογαριασμό της σύμβασης πίστωσης ανοικτού (αλληλόχρεου) λογαριασμού την 18.8.2008, είχε πιστωθεί, με κατάθεση μετρητών, το ποσό των 11.300 ευρώ και είχε χρεωθεί την 30.9.2008, για συμβατικούς τόκους περιόδου, το ποσό των247,18 ευρώ. Έτσι ενόσω η ενάγουσα και ήδη εκκαλούσα, δεν είχε την ιδιότητα του δανειστή των μεταβιβαζόμενων τιτλοποιημένων απαιτήσεων, αλλά μόνο της διαχειρίστριας αυτών, και συγκεκριμένα στις 15.9.2008 η πρώτη εναγομένη και ήδη εφεσίβλητη μεταβίβασε, λόγω γονικής παροχής, στον διανύοντα τότε το 33ο έτος της ηλικίας του, δεύτερο εναγόμενο και ήδη εφεσίβλητο- υιό της, λόγω γονικής παροχής, την ψιλή κυριότητα του μοναδικού εμφανούς περιουσιακού της στοιχείου, με σκοπό να συμβάλει στη ενίσχυση της οικογενειακής και οικονομικής αυτοτέλειας αυτού.
Ειδικότερα, δυνάμει του υπ'αριθ....7/15.9.2008 συμβολαίου της συμβολαιογράφου Δ. Θ., που μεταγράφηκε νόμιμα στις 15.9.2008 στον τόμο ….8 με αύξοντα αριθμό ….21 των βιβλίων μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου ….., η πρώτη εναγομένη και ήδη εφεσίβλητη μεταβίβασε, την ψιλή κυριότητα ενός ακινήτου της και δη ενός οικοπέδου έκτασης 154,32 τ.μ., άρτιου και οικοδομήσιμου, σύμφωνα με τις ισχύουσες πολεοδομικές διατάξεις, που βρίσκεται στο Δημοτικό Διαμέρισμα … του Δήμου …, εντός του εγκεκριμένου σχεδίου, στο υπ' αριθ.
…. οικοδομικό τετράγωνο επί της οδού ..., το οποίο εμφαίνεται με τα κεφαλαία αλφαβητικά στοιχεία "Α-Β-Γ-Δ-Ε-Ζ-Η-Θ-Ι-Κ-Λ-Μ-Ν-Α" στο από Ιουλίου 2008 τοπογραφικό διάγραμμα του πολιτικού μηχανικού Γ. Χ., εντός του οποίου [οικοπέδου] υπάρχει διώροφη οικία [μεζονέτα] αποτελούμενη από ισόγειο και πρώτο υπέρ το ισόγειο όροφο επιφανείας 76,22 τ.μ.
έκαστος όροφος, παρακρατώντας για τον εαυτό της και εφ' όρου ζωής της το δικαίωμα της επικαρπίας επί του εν λόγω ακινήτου και σε περίπτωση προαποβίωσης αυτής υπέρ του συζύγου της Δ. Κ. του Ι.. Περαιτέρω, αποδεικνύεται ότι πριν την αναμεταβίβαση των τιτλοποιημένων επιχειρηματικών απαιτήσεων - μετά των οποίων ήταν και οι απαιτήσεις από τις προαναφερόμενες επίδικες συμβάσεις της πίστωσης ανοικτού [αλληλόχρεου] λογαριασμού και του τοκοχρεολυτικού δανείου - αναμεταβίβαση η οποία, ως συνομολογείται από την ενάγουσα και ήδη εκκαλούσα και δεν αμφισβητείται από τους εναγομένους και ήδη εφεσίβλητους, συντελέστηκε την 20-12-2012 με τη νόμιμη καταχώρηση στα δημόσια βιβλία του Ενεχυροφυλακείου ….., επειδή ο ως άνω πιστούχος και η πρώτη εναγομένη και ήδη εφεσίβλητη εγγυήτρια αδράνησαν και δεν κατέβαλαν τις δόσεις των μηνών Δεκεμβρίου 2011 έως και Ιουνίου 2012 της σύμβασης τοκοχρεολυτικού δανείου, η ενάγουσα και ήδη εκκαλούσα, χωρίς να έχει την ιδιότητα του δανειστή, ως προαναφέρθηκε αλλά μόνο της διαχειρίστριας των τιτλοποιημένων επιχειρηματικών απαιτήσεων, με τα δύο από 2.10.2012 εξώδικα έγγραφα της, που κοινοποιήθηκαν νόμιμα στην πρώτη εναγομένη και ήδη εφεσίβλητη στις 6.12.2012 ..., χωρίς να αναφέρει στα έγγραφα αυτά ότι αυτή [ενάγουσα- εκκαλούσα] ότι ενεργεί ως διαχειρίστρια της πραγματικής δικαιούχου της απαίτησης από την ως άνω σύμβαση αλλοδαπής εταιρείας ειδικού σκοπού με την επωνυμία "...", στην οποία είχαν εκχωρηθεί οι απορρέουσες από τις δύο ανωτέρω συμβάσεις απαιτήσεις της, προέβη στην καταγγελία των ανωτέρω συμβάσεως πίστωσης ανοικτού (αλληλόχρεου) λογαριασμού και δανείου και αφού έκλεισε οριστικά τον ανωτέρω αλληλόχρεο λογαριασμό και κήρυξε ολόκληρο το δάνειο ληξιπρόθεσμο και απαιτητό, κάλεσε την πρώτη εναγομένη και ήδη εφεσίβλητη ως εγγυήτρια να της καταβάλει:
α] για μεν από τη σύμβαση πίστωσης αλληλόχρεου λογαριασμού ως κατάλοιπο, το ποσό των 84.446.91 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από 30.4.2012 με το συμβατικό επιτόκιο και από 2.10.2012 με το συμβατικό επιτόκιο υπερημερίας και των τόκων τούτων κεφαλαιοποιημένων και ανατοκιζόμενων έκτοτε ανά εξάμηνο, β] για δε από τη σύμβαση δανείου το συνολικό οφειλόμενο ποσό που ανερχόταν σε 4.679,79 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από 3.10.2012 και εξαμηνιαίο ανατοκισμό, μέχρι την εξόφληση. ...
Να επισημανθεί επίσης ότι κατά το χρόνο υποβολής των ως άνω από 3.1.2013 και 10.1.2013 αιτήσεων για την έκδοση των δύο ...διαταγών πληρωμής η ενάγουσα και ήδη εκκαλούσα είχε καταστεί φορέας των ουσιαστικών έννομων σχέσεων, από τις οποίες απέρρεαν οι ως άνω απαιτήσεις που αποτέλεσαν το αντικείμενο των ανωτέρω εκδοθεισών διαταγών πληρωμής, αφού ήδη από 20.12.2012 είχε συντελεστεί η αναμεταβίβαση των τιτλοποιημένων επιχειρηματικών απαιτήσεων από την "...".
Επίσης, ενόψει του ότι το κλείσιμο του λογαριασμού δε συνιστά γενεσιουργό όρο της απαίτησης για το κατάλοιπο, αλλά αποτελεί προϋπόθεση για το απαιτητό (ληξιπρόθεσμο), του καταλοίπου, στην προκείμενη περίπτωση, τα παραγωγικά της απαίτησης περιστατικά, ιδίως, η σύμβαση και η χορήγηση της πίστωσης με ανοικτό (αλληλόχρεο λογαριασμό, είχε ήδη συντελεστεί, ώστε η απαίτηση να είναι γεγενημένη, έστω και αν δεν ήταν, πριν από το οριστικό κλείσιμο του λογαριασμού, βέβαιη και κατά ποσό εκκαθαρισμένη και συνεπώς, η αλλοδαπή εταιρεία ειδικού σκοπού με την επωνυμία "...", προς την οποία η ενάγουσα και ήδη εκκαλούσα τραπεζική εταιρεία είχε μεταβιβάσει λόγω πώλησης ..., τις απορρέουσες από τις δύο ανωτέρω συμβάσεις απαιτήσεις της, είχε το δικαίωμα να προσβάλει ως καταδολιευτική την ανωτέρω δικαιοπραξία μεταβίβασης της ψιλής κυριότητας αιτία γονικής παροχής, εφόσον συνέτρεχαν και οι λοιποί όροι του νόμου.
Το δικαίωμα αυτό της διάρρηξης της προσβαλλόμενης ως καταδολιευτικής δικαιοπραξίας, το οποίο ως παρεπόμενο, μεταβιβάζεται με την εκχώρηση ...απέκτησε μετά την αναμεταβίβαση των τιτλοποιημένων επιχειρηματικών απαιτήσεων η ενάγουσα κα ήδη εκκαλούσα τραπεζική εταιρεία, η οποία κατά το χρόνο άσκησης της αγωγής, είχε την ιδιότητα του δανειστή και νομιμοποιούνταν ενεργητικά προς άσκηση της από 4.7.2013 ...αγωγής διάρρηξης..
Περαιτέρω, από τα ίδια ως άνω αποδεικτικά στοιχεία αποδεικνύεται ότι στην προκείμενη περίπτωση η πρώτη εναγομένη και ήδη εφεσίβλητη η οποία, σύμφωνα με όσα προαναφέρθηκαν ...ως εγγυήτρια των ανωτέρω συμβάσεων είναι οφειλέτης, κατά την έννοια του άρθρου 639 ΑΚ, προέβη η ίδια αυτοπροσώπως, σε απαλλοτριωτική πράξη, δεδομένου ότι ως απαλλοτρίωση, ...πρέπει να θεωρηθεί και εκείνη που γίνεται λόγω γονικής παροχής (άρθρο 1509 ΑΚ),καθόσον το γεγονός, ότι η απαλλοτρίωση(διάθεση) αυτή γίνεται προς εκπλήρωση σχετικής ηθικής υποχρέωσης του γονέα προς το τέκνο, δεν μπορεί να δικαιολογήσει ούτε τη βλάβη των δανειστών, ούτε την προτίμηση εκπλήρωσης από τον οφειλέτη των ηθικών υποχρεώσεών του έναντι των νομικών. ...
Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι κατά τον χρόνο άσκησης της ένδικης αγωγής, ο οποίος είναι ο κρίσιμος για να κριθεί η αφερεγγυότητα του οφειλέτη και ο προσδιορισμός της βλάβης του δανειστή, η πρώτη εναγομένη και ήδη εφεσίβλητη εγγυήτρια, εκτός από τα ανωτέρω εμπράγματα δικαιώματα επί του προπεριγραφόμενου ακινήτου, δεν είχε άλλη εμφανή ακίνητη περιουσία που να επαρκεί για την ικανοποίηση των εναντίον της απαιτήσεων της ενάγουσας και ήδη εκκαλούσας τραπεζικής εταιρείας.
Πλην όμως, περαιτέρω δεν αποδεικνύεται από τη φέρουσα το σχετικό βάρος ενάγουσα και ήδη εκκαλούσα ..., ότι κατά τον κρίσιμο χρόνο πραγμάτωσης της απαλλοτρίωσης, κατά τον οποίο ερευνάται η ύπαρξη δόλου του οφειλέτη ... ότι η απαλλοτριωτική από αυτήν [δεύτερη εναγομένη και ήδη εφεσίβλητη] πράξη να έγινε με σκοπό βλάβης των δανειστών.
Ειδικότερα αποδείχθηκε ότι το ανωτέρω χρονικό σημείο και δη το Σεπτέμβριο του 2008 οπότε καταρτίστηκε η προσβαλλόμενη ως καταδολιευτική δικαιοπραξία, οι επίδικες συμβάσεις εξυπηρετούνταν κανονικά μέχρι και το τέλος του έτους 2011, ήτοι τρία και πλέον χρόνια μετά την υπογραφή του προαναφερόμενου συμβολαίου γονικής παροχής, γεγονός που κατέθεσε και ο μάρτυρας της ενάγουσας.
Από τα ανωτέρω συνάγεται ότι ουδείς δόλος βάρυνε την πρώτη εναγομένη κατά τη στιγμή της επίδικης απαλλοτρίωσης του ως άνω ακινήτου, αφού κατά τον κρίσιμο χρόνο της μεταβίβασης του δικαιώματος της ψιλής κυριότητας προς τον δεύτερο εναγόμενο-υιό της, οι οφειλές δεν ήταν ληξιπρόθεσμες, δεν παρουσίαζαν παθητικό, αλλά αυτές κατέστησαν ληξιπρόθεσμες πολύ αργότερα, μετά το πέρας τριών και πλέον χρόνων και κατά συνέπεια δεν μπορεί να δικαιολογηθεί στο πρόσωπό της η πρόθεση βλάβης της ενάγουσας και ήδη εκκαλούσας προς ματαίωση εκπλήρωσης της απαίτησής της και η ύπαρξη δόλου προς τούτο, ενώ δεν αρκεί η βαριά αμέλεια. ...Εξάλλου, αν η πρώτη εναγομένη είχε πρόθεση βλάβης και σκοπό ματαίωσης της ικανοποίησης των απαιτήσεων της ενάγουσας προφανώς θα είχε μεταβιβάσει κατά πλήρη κυριότητα το προαναφερόμενο ακίνητο στον υιό της και δεν θα παρακρατούσε το δικαίωμα επικαρπίας.
Επιπρόσθετα το γεγονός ότι η πρώτη εναγομένη στερείται λοιπής περιουσίας δεν μπορεί από μόνο του να καταστήσει την επίδικη μεταβίβαση καταδολιευτική, δεδομένου ότι η ερμηνεία αυτή θα οδηγούσε στο αποτέλεσμα να στερείται ένα πρόσωπο της εξουσίας διάθεσης της περιουσίας του, μόνο για το λόγο ότι έχει οφειλές και τις γνωρίζει....".
Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο απέρριψε τους σχετικούς λόγους εφέσεως της αναιρεσείουσας κατά της αποφάσεως του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, που είχε αποφανθεί ομοίως. Έτσι που έκρινε το Εφετείο, ορθά ερμήνευσε τις διατάξεις των άρθρων 112ΕισΑΚ,64-67 τουν.δ. της 17/7-13/8.1923 " περί ειδικών διατάξεων επί ανωνύμων εταιρειών", 847,851,857,939, 941 εδ.α', 942,943ΑΚ και επομένως ο σχετικός (πρώτος) λόγος αναίρεσης απορριπτέος κρίνεται ως αβάσιμος, διέλαβε δε για τη διατύπωση του αποδεικτικού του πορίσματος επαρκείς και μη αντιφατικές αιτιολογίες, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθή εφαρμογή των ως άνω διατάξεων.
Ειδικότερα, το Εφετείο με επαρκείς αιτιολογίες δέχθηκε ότι κατά το χρόνο μεταβιβάσεως του ακινήτου της πρώτης αναιρεσίβλητης λόγω γονικής παροχής στο δεύτερο τούτων, αμφότερες οι δανειακές τους υποχρεώσεις εξυπηρετούνταν κανονικά και μόλις μετά τριετία από τη μεταβίβαση υπήρξε καθυστέρηση, με αποτέλεσμα να μη υφίστανται σχετικός δόλος κατά το χρόνο της μεταβιβάσεως.
Κατά τα λοιπά, η εκτίμηση των αποδείξεων, που έγινε από το δικαστήριο της ουσίας με την προσβαλλόμενη απόφασή του δεν υπόκειται στον έλεγχο του Ακυρωτικού (άρθρο561 παρ.1 ΚΠολΔ) και συνεπώς ο Άρειος Πάγος δεν δικαιούται, ελέγχοντας το περιεχόμενο των διαδικαστικών εγγράφων να προβεί σε επανεκτίμηση των αποδείξεων.
Επομένως ο σχετικός (δεύτερος) λόγος αναιρέσεως με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια ότι απέρριψε την αγωγή της αναιρεσείουσας κατά κακή εκτίμηση των αποδεικτικών στοιχείων, πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος και σε κάθε περίπτωση ως αβάσιμος.
Κατ' ακολουθίαν τούτων, η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί και να καταδικαστεί η αναιρεσείουσα που ηττήθηκε στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των αναιρεσιβλήτων, που κατέθεσαν προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημά τους.(άρθρα176,183 ΚΠολΔ). Τέλος, πρέπει να διαταχθεί η εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του κατατεθέντος για την άσκηση της αίτησης αναίρεσης παραβόλου (άρθρο 495 παρ.3 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από (19.10.2016 sic) 24.1.2018 αίτηση της ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "... Α.Ε". για αναίρεση της υπ' αριθμ. 238/2017 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Πατρών.
Επιβάλλει στην αναιρεσείουσα τα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
Διατάσσει την εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του κατατεθέντος, για την άσκηση της ένδικης αίτησης αναιρέσεως, παραβόλου.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 17 Σεπτεμβρίου 2019.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 5 Νοεμβρίου 2019.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ και νυν Πρόεδρος του Αρείου Πάγου
Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ