Legislator Case Law & Legislation
928/2014 AI generated

Supreme Court allows appeal against appeal judgment regarding security deposit status and procedural errors.

Case Number 928/2014
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court allowed the first ground of the appeal against the Thessaloniki Court of Appeal's judgment, finding the security deposit held by the Deposit and Loan Fund to be legally invisible to the appellant. The court rejected the second ground concerning the alleged abuse of litigation rights and remanded the case for retrial. Consequently, the appellant was awarded the security deposit and the respondent was ordered to pay legal costs.

Legislator headnote

AI generated

Articles 533, 559, 580 of the Code of Civil Procedure; The security deposit held by the Deposit and Loan Fund is deemed invisible to the appellant but visible to the respondent, and procedural errors in the appeal judgment require remittal for retrial.

Keywords

AI generated
security deposit Deposit and Loan Fund invisible asset appeal judgment remittal for retrial legal costs procedural error

Cited Legislation

AI generated
Article 533 of the Code of Civil Procedure
Article 559 of the Code of Civil Procedure
Article 580 of the Code of Civil Procedure
Article 176 of the Code of Civil Procedure
Article 178 of the Code of Civil Procedure
Article 183 of the Code of Civil Procedure
Article 189 of the Code of Civil Procedure
Article 191 of the Code of Civil Procedure
Article 495 of the Code of Civil Procedure
Article 281 of the Civil Code

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 928 / 2014 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 928/2014

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

A1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γεώργιο Χρυσικό, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Γεώργιο Γεωργέλλη, Δημήτριο Κράνη, Αντώνιο Ζευγώλη και Ιωάννη Χαμηλοθώρη Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 4 Νοεμβρίου 2013, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Π. Δ. του Μ., κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Βασίλειο Πλιάτσικα.

Του αναιρεσιβλήτου: Κ. Τ. του Π., κατοίκου ... ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Χαρίκλεια Απαλαγάκη.

Κοινοποιούμενη: στον Ν. Δ. του Μ., κάτοικο ...

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 4 Ιανουαρίου 2006 αγωγή του ήδη αναιρεσίβλητου που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 12807/2008 οριστική του ιδίου δικαστηρίου και 1338/2010 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 3 Σεπτεμβρίου 2012 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Δημήτριος Κράνης, ανέγνωσε την από 14 Οκτωβρίου 2013 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να απορριφθεί ο δεύτερος λόγος της αίτησης αναίρεσης κατά της υπ' αριθ. 1338/2010 απόφασης του Εφετείου Θεσσαλονίκης, να γίνει δεκτός ο πρώτος λόγος της αίτησης αυτής και να αναιρεθεί η ως άνω απόφαση.

Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, η πληρεξούσια του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους του στη δικαστική δαπάνη του.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

1. Με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η υπ' αριθ. 1338/2010 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης, που εκδόθηκε κατά την τακτική διαδικασία απόντος του δεύτερου των εκκαλούντων Ν. Δ. και παρισταμένων των λοιπών διαδίκων. Με την απόφαση αυτή έγινε δεκτή από τυπικής, αλλά απορρίφθηκε από ουσιαστικής πλευράς η από 3.7.2008 έφεση και οι από 8.12.2009 πρόσθετοι λόγοι έφεσης του ήδη αναιρεσείοντος (πρώτου εκκαλούντος) και του ως άνω Ν.

Δ. κατά της υπ' αριθ. 12807/2008 οριστικής απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, που δέχθηκε την εναντίον τους από 4.1.2006 ένδικη αγωγή του αναιρεσιβλήτου και διέρρηξε ως καταδολιευτικές τις περιεχόμενες στο νόμιμα μεταγεγραμμένο υπ' αριθ. …/4.2.2005 συμβόλαιο της συμβολαιογράφου Κουφαλίων Θεσσαλονίκης Μαρίας Καλτσίδου - Αποστολίδου απαλλοτριώσεις ακινήτων του πρώτου των εναγομένων και ήδη αναιρεσείοντος προς τον δεύτερο αυτών Ν.

Δ.. Με την αίτηση αναίρεσης συμπροσβάλλεται και η ως άνω οριστική απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης. Όπως όμως προκύπτει από τις διατάξεις του άρθρ. 533 ΚΠολΔ, αν η πρωτόδικη οριστική απόφαση προσβλήθηκε με έφεση και αυτή έγινε τυπικά δεκτή, σε αναίρεση υπόκειται μόνον η οριστική απόφαση του Εφετείου που ερεύνησε την ουσία της υπόθεσης, αφού αν μεν έγινε δεκτή και κατ' ουσίαν η έφεση, η πρωτόδικη απόφαση εξαφανίστηκε και έπαυσε να υπάρχει, ενώ αν η έφεση απορρίφθηκε κατ' ουσίαν, η πρωτόδικη απόφαση ενσωματώθηκε πλέον στην εφετειακή απόφαση (ΟλΑΠ 16/1990? ΑΠ 157/2002? 1103/ 2011? 1320/2011).

Επομένως η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης, κατά το μέρος που στρέφεται κατά της ως άνω πρωτόδικης απόφασης, είναι απαράδεκτη και απορριπτέα, κατ' αυτεπάγγελτη έρευνα του Αρείου Πάγου (άρθρ. 577 ΚΠολΔ), αφού με την επίσης αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση του Εφετείου έγινε κατά τα προεκτεθέντα τυπικά δεκτή, αλλά απορρίφθηκε κατ' ουσίαν η έφεση των εκκαλούντων.

Κατά τα λοιπά η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρ. 552, 553, 556, 558, 564, 566§1 ΚΠολΔ), είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθρ. 577§1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς τους λόγους της (άρθρ. 577§3 ΚΠολΔ), αφού στη συζήτησή της κατά την αναφερόμενη στην αρχή της απόφασης αυτής δικάσιμο κλήθηκε κατά το άρθρ. 76§3 ΚΠολΔ να παραστεί και ο δεύτερος των εκκαλούντων ως αναγκαίος ομόδικος του πρώτου αυτών που τον αντιπροσώπευσε στην κατ' έφεση δίκη (βλ.

σχετικά την υπ' αριθ. …/28.8.2013 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης …).

2. Κατά τη διάταξη του άρθρ. 939 ΑΚ, βασική προϋπόθεση για την ύπαρξη αξίωσης του δανειστή προς διάρρηξη ως καταδολιευτικής της γενόμενης από τον οφειλέτη προς τρίτο απαλλοτρίωσης στοιχείου της περιουσίας του αποτελεί η δημιουργούμενη εξ αιτίας αυτής για τον οφειλέτη αφερεγγυότητα, δηλαδή η ανεπάρκεια της υπολειπόμενης περιουσίας του προς ικανοποίηση του δανειστή, πρέπει δε η αφερεγγυότητα να υπάρχει και κατά το χρόνο άσκησης της σχετικής αγωγής, οπότε κρίνεται το στοιχείο της βλάβης του δανειστή (ΟλΑΠ 12/2012? ΑΠ 858/2002? 1189/2003? 1937/2006? 1800/2008? 1284/2011), ενώ αδιάφορο είναι αν η απαίτηση του δανειστή τελεί υπό αναβλητική αίρεση ή προθεσμία ή αν αυτή έχει δικαστικά βεβαιωθεί και εξοπλισθεί με εκτελεστό τίτλο, αρκεί αυτή να έχει γεννηθεί κατά το χρόνο της απαλλοτρίωσης και να είναι ληξιπρόθεσμη κατά τη συζήτηση της σχετικής αγωγής (ΟλΑΠ 709/1974? ΑΠ 1482/2004? 602/2005? 278/2011).

Η επάρκεια ή η ανεπάρκεια της περιουσίας του οφειλέτη και επομένως η ύπαρξη αφερεγγυότητάς του κατά τα κρίσιμα χρονικά σημεία κρίνεται με βάση τα εμφανή περιουσιακά του στοιχεία (ΟλΑΠ 15/2012? ΑΠ 1001/2007? 651/2008) και τέτοια είναι κατ' αρχήν όσα είναι γενικώς γνωστά και μπορούν να επιχειρήσουν σ' αυτά εκτέλεση οι δανειστές για την ικανοποίησή τους, όπως προπάντων είναι τα ακίνητα, ως προς τα οποία ισχύει σύστημα δημοσιότητας, ενώ δεν υπολογίζονται τα αφανή περιουσιακά στοιχεία, δηλαδή όσα δεν είναι γενικώς γνωστά στους δανειστές και επομένως εξομοιώνονται με ανύπαρκτα γι' αυτούς περιουσιακά στοιχεία, αφού με διαφορετική εκδοχή τίθεται σε κίνδυνο ο επιδιωκόμενος με τη διάρρηξη σκοπός της προστασίας των δανειστών από καταδολιευτικές απαλλοτριώσεις (ΑΠ 637/2001? 941/ 2007).

Όμως, αν ο δανειστής που ζητεί τη διάρρηξη απαλλοτρίωσης του οφειλέτη του ως καταδολιευτικής συμβαίνει να γνωρίζει την ύπαρξη αφανών περιουσιακών στοιχείων του οφειλέτη του και μπορεί να ικανοποιηθεί από αυτά, εκλείπει τότε η αναγκαία για τη διάρρηξη προϋπόθεση της αφερεγγυότητας του οφειλέτη του, αφού η γνώση των αφανών αυτών περιουσιακών στοιχείων από τον δανειστή τα καθιστά τελικώς εμφανή ως προς αυτόν.

Στην περίπτωση αυτή ο δανειστής δεν έχει αξίωση διάρρηξης της γενόμενης από τον οφειλέτη απαλλοτρίωσης, η οποία, άλλωστε, με διαφορετική εκδοχή, ευχερώς θα μπορεί να αποκρουσθεί ως καταχρηστική κατά την έννοια του άρθρ. 281 ΑΚ, αν ο δανειστής, παρόλο που γνωρίζει την ύπαρξη αφανών περιουσιακών στοιχείων του οφειλέτη και μπορεί έτσι να επιληφθεί αυτών για την ικανοποίηση της απαίτησής του, επιλέξει, ωστόσο, να ζητήσει τη διάρρηξη της απαλλοτριωτικής πράξης ως καταδολιευτικής χωρίς ιδιαίτερο προς τούτο λόγο, προβάλλοντας απλώς τον κατ' αρχήν αφανή χαρακτήρα των λοιπών περιουσιακών στοιχείων του οφειλέτη, δηλαδή αν τα αφανή, αλλά γνωστά σ' αυτόν περιουσιακά στοιχεία του οφειλέτη, ο δανειστής δεν τα θεωρήσει ως εμφανή τελικώς ως προς τον ίδιο.

Στο πλαίσιο αυτό η ύπαρξη κατά το άρθρ. 427 ΑΚ χρηματικής κατάθεσης υπέρ του οφειλέτη στο Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων, εφόσον συμβεί να είναι σε γνώση του δανειστή, αποτελεί γι' αυτόν εμφανές περιουσιακό στοιχείο του οφειλέτη, αφού είναι πλέον δυνατή κατάσχεσή της στα χέρια του Ταμείου ως τρίτου κατά το άρθρ. 986 ΚΠολΔ.

Περαιτέρω, ορίζοντας το άρθρ. 941 ΑΚ ότι η απαλλοτρίωση υπόκειται σε διάρρηξη, αν ο τρίτος, υπέρ του οποίου έγινε, γνώριζε ότι ο οφειλέτης απαλλοτριώνει προς βλάβη των δανειστών του, απαιτεί ο τρίτος να γνωρίζει θετικά κατά την απαλλοτρίωση την καταδολιευτική πρόθεση του οφειλέτη και δεν αρκεί η υπαίτια άγνοιά του, έστω και οφειλόμενη σε βαριά αμέλειά του (ΑΠ 1798/2007? 278/2011? 1818/2011).

Γνώση όμως του τρίτου δεν απαιτείται κατά το άρθρ. 942 ΑΚ, όταν πρόκειται για απαλλοτρίωση από χαριστική αιτία. Τέτοια είναι και η κατά το άρθρ. 1509 ΑΚ παροχή περιουσίας σε τέκνο από γονέα (γονική παροχή), αφού ναι μεν χαρακτηρίζεται στο άρθρο αυτό ως δωρεά κατά το ποσό που υπερβαίνει το επιβαλλόμενο από τις περιστάσεις μέτρο, όμως με το χαρακτηρισμό αυτό αποσκοπείται απλώς να αποκλεισθεί η δυνατότητα ανάκλησής της κατά το μέρος που αυτή δεν αποτελεί δωρεά και όχι εξ αντιδιαστολής να χαρακτηρισθεί κατά το μέρος αυτό ως επαχθής δικαιοπραξία (ΑΠ 1687/2002? 638/2004? 1778/2006? 1567/2008).

Με τον πρώτο λόγο της αίτησης αναίρεσης αιτιάται ο αναιρεσείων την προσβαλλόμενη απόφαση για πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ, ισχυριζόμενος ότι το Εφετείο έκρινε ως καταδολιευτικές και διέρρηξε τις περιεχόμενες στο νόμιμα μεταγεγραμμένο υπ' αριθ. …/4.2.2005 οριστικό συμβόλαιο της συμβολαιογράφου Κουφαλίων Θεσσαλονίκης Μαρίας Καλτσίδου - Αποστολίδου απαλλοτριώσεις ακινήτων του προς τον υιό του Ν.

Δ., μολονότι η υπόλοιπη περιουσία του ήταν κατά το χρόνο αυτό, αλλά και μέχρι τη συζήτηση της ένδικης αγωγής, επαρκής για την ικανοποίηση της εναντίον του απαίτησης του αναιρεσιβλήτου, συνολικού τότε ύψους 60.814,11 ευρώ, αφού, μεταξύ άλλων απαιτήσεών του κατά τρίτων, ήταν δικαιούχος και του δημόσια κατατεθειμένου στο Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων ποσού των 62.340 ευρώ, που αποτελούσε αδιάθετο υπόλοιπο πλειστηριάσματος άλλου ακινήτου του και το οποίο επομένως μπορούσε ο αντίδικός του, που γνώριζε την κατάθεση του ποσού αυτού, να κατάσχει ευχερώς στα χέρια του Ταμείου ως τρίτου.

Από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης (άρθρ. 561§1 ΚΠολΔ) προκύπτει ότι το Εφετείο απέρριψε τον σχετικό πρωτόδικο, αλλά και κατ' έφεση, ισχυρισμό του αναιρεσείοντος, με την αιτιολογία ότι η παραπάνω χρηματική κατάθεση, ακόμη και αν θεωρηθεί αληθής, δηλαδή ως κατάθεση με δικαιούχο τον ίδιο, δεν αποτελεί εμφανή περιουσία του, γι' αυτό και δεν μπορεί ο αναιρεσίβλητος να επιληφθεί αυτής, αφού γι' αυτόν είναι ανύπαρκτη.

Έτσι που έκρινε το Εφετείο εσφαλμένα ερμήνευσε και ακολούθως εφάρμοσε την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρ. 939 ΑΚ ως προς την έννοια ειδικότερα της εμφανούς περιουσίας του οφειλέτη, που αποκλείει την αφερεγγυότητά του, αφού χωρίς να απορρίψει στη συγκεκριμένη περίπτωση την ύπαρξη της παραπάνω χρηματικής κατάθεσης στο Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων με φερόμενο δικαιούχο τον αναιρεσείοντα, τη θεώρησε εξ ορισμού αφανές και όχι εμφανές περιουσιακό του στοιχείο, όπως κατά τα προεκτεθέντα θα έπρεπε να δεχθεί ειδικά για τον αναιρεσίβλητο.

Επομένως είναι βάσιμος ο πρώτος λόγος της αίτησης αναίρεσης και πρέπει να γίνει δεκτός, ενώ παρέλκει πλέον η έρευνα του δεύτερου λόγου της αίτησης αναίρεσης από τον αυτό αριθμό 1 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια ότι εσφαλμένα εφάρμοσε τη διάταξη ουσιαστικού δικαίου του άρθρ. 281 ΑΚ προκειμένου να κρίνει ότι δεν συνιστά σε κάθε περίπτωση κατάχρηση δικαιώματος η άσκηση της ένδικης αγωγής από τον αναιρεσίβλητο και συνακόλουθα να απορρίψει την προταθείσα ήδη πρωτοδίκως από τον αναιρεσείοντα σχετική ένσταση, σύμφωνα με την οποία ο αναιρεσίβλητος, ενεργώντας εκδικητικά και με αποκλειστικό σκοπό να επιβαρύνει με τόκους και δικαστικά έξοδα τον αναιρεσείοντα, άσκησε την ένδικη αγωγή του, αν και γνώριζε ότι θα μπορούσε, χωρίς την αγωγή αυτή, να ικανοποιήσει αμέσως και με ευχερέστερο τρόπο την ύψους 60.814,11 ευρώ απαίτησή του κατά του αναιρεσείοντος, κατάσχοντας στα χέρια του Ταμείου Παρακαταθηκών και Δανείων ως τρίτου το ποσό των 62.340 ευρώ, που ήταν εκεί κατατεθειμένο με δικαιούχο τον αναιρεσείοντα.

Κατά παραδοχή, συνεπώς, του πρώτου λόγου της αίτησης αναίρεσης πρέπει να αναιρεθεί στο σύνολό της η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί, κατά την παρ. 3 του άρθρ. 580 ΚΠολΔ, όπως η παράγραφος αυτή ισχύει μετά την αντικατάστασή της με το άρθρ. 65 του ν. 4139/2013, η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, αφού είναι δυνατή η συγκρότησή του από δικαστές άλλους από αυτούς που εξέδωσαν την απόφαση αυτή, ενώ ο αναιρεσίβλητος που νικήθηκε, πρέπει να καταδικασθεί στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, κατά το σχετικό νόμιμο αίτημα του τελευταίου, όπως στο διατακτικό ειδικότερα (άρθρ. 176, 178§1, 183, 189§1, 191§2 ΚΠολΔ).

Τέλος πρέπει να διαταχθεί κατά την παρ. 4 του άρθρ. 495 ΚΠολΔ, που προστέθηκε με το άρθρ. 12§2 του ν. 4055/2012, η απόδοση στον αναιρεσείοντα του παραβόλου των τριακοσίων (300) ευρώ, που καταβλήθηκε απ' αυτόν με το υπ' αριθ. 13040773/2012 σχετικό τριπλότυπο είσπραξης, όπως αυτό προκύπτει από την υπ' αριθ. 217/2012 έκθεση κατάθεσης της αίτησης αναίρεσης στη γραμματεία του Εφετείου Θεσσαλονίκης.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την υπ' αριθ. 1338/2010 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Διατάσσει την απόδοση στον αναιρεσείοντα του παραβόλου των τριακοσίων (300) ευρώ, που καταβλήθηκε απ' αυτόν με το υπ' αριθ. 13040773/2012 σχετικό τριπλότυπο είσπραξης, που αναφέρεται και στην υπ' αριθ. 217/2012 έκθεση κατάθεσης της αίτησης αναίρεσης στη γραμματεία του Εφετείου Θεσσαλονίκης.

Παραπέμπει την υπόθεση στο ίδιο Εφετείο Θεσσαλονίκης, που θα συγκροτηθεί όμως από δικαστές άλλους από αυτούς που εξέδωσαν την αναιρούμενη απόφαση.

Καταδικάζει τον αναιρεσίβλητο στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, τα οποία ορίζει σε τρεις χιλιάδες (3.000) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 21 Ιανουαρίου 2014.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 5 Μαΐου 2014.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ