Supreme Court dismisses appeal on procedural grounds and substantive lack of legal interest to overturn final judgment.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the First Instance Court's judgment against the Nestos Water and Sewage Company. The appellant argued that previous administrative decisions were not valid titles for the debt, but the court found no legal interest in re-examining the final judgment's reasoning. Consequently, the appeal was rejected, and the appellant was ordered to pay the opposing party's legal costs.
Legislator headnote
AI generatedArt. 576 § 2 KPolD; Art. 2 §§ 2, 3 ND 356/1974; Art. 73 § 1 ND 356/1974; Art. 578 KPolD; Art. 495 § 3 KPolD; Art. 176, 183, 191 § 2 KPolD; Art. 22 § 1 Law 3693/1957; Art. 2 of 134423/1992: An appeal against a final judgment is inadmissible if the appellant lacks legal interest to avoid a res judicata decision based on erroneous reasoning, and the court may substitute the correct legal grounds while dismissing the appeal.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 1297 / 2025 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1297/2025
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Μαρία Κουφούδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Παναγιώτη Βενιζελέα, Γεώργιο Σχοινοχωρίτη, Κορνηλία Πανούτσου και Μιχαήλ Αποστολάκη - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 24 Φεβρουαρίου 2025, με την παρουσία και του γραμματέα Ι. Π., για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος : Σ. Λ. του Γ., κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Εμμανουήλ Δημητριάδη.
Των αναιρεσίβλητων : 1) της Δημοτικής Επιχείρησης Ύδρευσης - Αποχέτευσης Νέστου με την επωνυμία "ΔΕΥΑΝ", που εδρεύει στην Χρυσούπολη Καβάλας, και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Χρυσόστομο Βελάκη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ. και 2) του ΝΠΔΔ με την επωνυμία "ΔΗΜΟΣ ΝΕΣΤΟΥ", που εδρεύει στη Χρυσούπολη Καβάλας και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο δεν εκπροσωπήθηκε στο ακροατήριο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 13-01-2017 ανακοπή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Καβάλας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 195/2018 του ίδιου Δικαστηρίου και 45/2022 του Μονομελούς Εφετείου Θράκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 07-02-2024 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά τη διάταξη του άρθρου 576 § 2 ΚΠολΔ, "αν ο αντίδικος εκείνου που επέσπευσε τη συζήτηση δεν εμφανιστεί ή εμφανιστεί αλλά δεν λάβει μέρος σε αυτήν με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα. Αν η κλήση για τη συζήτηση δεν επιδόθηκε καθόλου ή δεν επιδόθηκε νόμιμα ή εμπρόθεσμα, ο Άρειος Πάγος κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση και η υπόθεση επαναφέρεται για συζήτηση με νέα κλήτευση. Στην αντίθετη περίπτωση προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί."
Στην προκειμένη περίπτωση, από την ...-2024 έκθεση επιδόσεως της δικαστικής επιμελήτριας του Εφετείου Θράκης Ε. Μ., που προσκομίζει και επικαλείται ο αναιρεσείων, προκύπτει ότι ακριβές επικυρωμένο αντίγραφο της κρινόμενης αίτησης αναιρέσεως, με πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση για τη δικάσιμο, που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας, επιδόθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα στον δεύτερο αναιρεσίβλητο Δήμο Νέστου, ήτοι, επειδή ο δήμαρχος και ο αντιδήμαρχος αυτού απουσίαζαν από τα γραφεία του, το δικόγραφο παραδόθηκε στον εξουσιοδοτημένο για την παραλαβή δικογράφων υπάλληλό του Β. Ι. Εφόσον, συνεπώς, ο δεύτερος αναιρεσίβλητος δεν εμφανίστηκε στο ακροατήριο κατά την εκφώνηση της υπόθεσης με τη σειρά του πινακίου, πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση παρά την απουσία του.
Κατά το άρθρο 2 §§ 2 και 3 του ν.δ. 356/1974 (Κ.Ε.Δ.Ε.), όπως αντικαταστάθηκε με το ν. 4224/2013 και ίσχυε κατά τον χρόνο δημοσίευσης της απόφασης του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, "2. Για την είσπραξη των δημοσίων εσόδων απαιτείται νόμιμος τίτλος. Με την εξαίρεση των φόρων και των λοιπών δημοσίων εσόδων που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του Κώδικα Φορολογικής Διαδικασίας (ν. 4174/2013), για τα οποία εφαρμόζονται αποκλειστικά οι διατάξεις του ως άνω Κώδικα, νόμιμο τίτλο αποτελούν:
α) Τα έγγραφα, στα οποία οι αρμόδιες αρχές προσδιορίζουν, σύμφωνα με τις κείμενες διατάξεις, τον οφειλέτη, το είδος, το ποσό και την αιτία της οφειλής. β) Τα δημόσια ή ιδιωτικά έγγραφα, από τα οποία αποδεικνύεται η οφειλή. γ) Τα δημόσια ή ιδιωτικά έγγραφα, από τα οποία πιθανολογείται η οφειλή, ως προς την ύπαρξη και το ποσό αυτής, κατά την έννοια του άρθρου 347 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας. 3.
Η είσπραξη στις περιπτώσεις της προηγούμενης παραγράφου πραγματοποιείται από τη Φορολογική Διοίκηση μετά την καταχώριση των στοιχείων του νόμιμου τίτλου στα βιβλία εισπρακτέων εσόδων, είτε κατόπιν αποστολής στη Φορολογική Διοίκηση χρηματικού καταλόγου από την αρχή που απέκτησε τον νόμιμο τίτλο είτε με βάση μόνο τον νόμιμο τίτλο, εφόσον αυτός έχει περιέλθει με οποιονδήποτε τρόπο στη Φορολογική Διοίκηση.
Ο χρηματικός κατάλογος περιέχει τα προσδιοριστικά στοιχεία της οφειλής, του υπόχρεου και των τυχόν συνυποχρέων ευθυνόμενων τρίτων. Τυχόν παράλειψη αναφοράς των ευθυνόμενων συνυποχρέων δεν θίγει το κύρος του νομίμου τίτλου ούτε τη νομιμότητα της εισπρακτικής διαδικασίας ή της διαδικασίας της εκτέλεσης...", ενώ κατά το άρθρο 4 1 του ίδιου ν.δ., όπως ίσχυε μετά την αντικατάστασή του με το ν. 4224/2013, "1.
Με την εξαίρεση των φόρων και των λοιπών δημοσίων εσόδων που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του Κώδικα Φορολογικής Διαδικασίας (ν. 4174/2013), για τα οποία εφαρμόζονται αποκλειστικά οι διατάξεις του ως άνω Κώδικα, καθώς και των δημοσίων εσόδων της περίπτωσης β` της παραγράφου 4 του άρθρου 2 του παρόντος Κώδικα, μετά την καταχώριση του χρέους ως δημοσίου εσόδου κατά τις διατάξεις του άρθρου 2 παράγραφος 3, η Φορολογική Διοίκηση εκδίδει ατομική ειδοποίηση, την οποία, είτε αποστέλλει ταχυδρομικά στον οφειλέτη και στα συνυπόχρεα πρόσωπα είτε την κοινοποιεί σε αυτούς σύμφωνα με το άρθρο 5 του ν. 4174/2013.
Στην ατομική ειδοποίηση αναφέρονται τα στοιχεία και ο αριθμός φορολογικού μητρώου, εφόσον υπάρχει, του οφειλέτη, το είδος και το ποσό του χρέους, συμπεριλαμβανομένων των τόκων που έχουν ήδη υπολογισθεί κατά την κείμενη νομοθεσία, ο αριθμός και η χρονολογία καταχώρισης του χρέους ως δημοσίου εσόδου ή ο τίτλος στον οποίο βασίζεται το χρέος, ο χρόνος και ο τρόπος καταβολής αυτού, η μνεία ότι από την επομένη ημέρα της λήξης της νόμιμης προθεσμίας καταβολής του χρέους και μέχρι την τελική εξόφληση αυτού υπολογίζονται οι τόκοι και το πρόστιμο του άρθρου 6 του παρόντος".
Επίσης, κατά το άρθρο 73 §§ 1 και 2 του ανωτέρω ν.δ. "1. Η προ της ενάρξεως της εκτελέσεως ανακοπή του οφειλέτου ασκείται: α) κατά της εκδοθείσης ατομικής ειδοποιήσεως, β) κατά του εκδοθέντος και μη εκτελεσθέντος εντάλματος προσωπικής κρατήσεως και γ) κατά του νομίμου τίτλου, εκδικάζεται δε υπό των καθ` ύλην αρμοδίων δικαστηρίων κατά τας διατάξεις των άρθρων 583-585 του Κώδικος Πολιτικής Δικονομίας.
Διά ταύτης επιτρέπεται η προβολή πάσης αντιρρήσεως ουσιαστικού ή δικονομικού δικαίου ως και η αμφισβήτησις του κατ` ουσίαν βασίμου της απαιτήσεως του Δημοσίου, εφ` όσον ο προσδιορισμός ταύτης δεν έχει ανατεθή εις δικαστήρια ή εις διοικητικάς επιτροπάς αποφαινομένας μετά δυνάμεως δεδικασμένου. 2. Η κατά της αρξαμένης εκτελέσεως ανακοπή του οφειλέτου ασκείται ενώπιον πάντοτε του Μονομελούς Πρωτοδικείου του τόπου της εκτελέσεως και διά τους κάτωθι περιοριστικώς αναφερομένους λόγους:
α) Εάν η εκτέλεσις εχώρησε βάσει ακύρου τίτλου προς είσπραξιν. β) Εάν το χρέος απεσβέσθη διά καταβολής ή διά συμψηφισμού κατά τας διατάξεις του άρθρου 83 του παρόντος Ν. Διατάγματος ή συνεπεία διαγραφής, αποδεικνυομένων εγγράφως. γ) Εάν επιγενομένως απεσβέσθη άλλως το χρέος του οφειλέτου, της αποσβέσεως αποδεικνυομένης εγγράφως.
δ) Εάν το χρέος παρεγράφη. ε) Εάν ο διωκόμενος ως διάδοχος του υποχρέου δεν είναι ο νόμω υπόχρεως. στ) Εάν ο διωκόμενος δεν υπόκειται εις προσωπικήν κράτησιν και ζ) Εάν κατά την εκτέλεσιν εχώρησαν παραλείψεις ή ακυρότητες, τηρουμένων των εν άρθρω 75 του παρόντος Ν. Διατάγματος οριζομένων. Αμφισβήτησις άλλη περί της υπάρξεως της οφειλής προς το Δημόσιον είναι απαράδεκτος εν τη διαδικασία ταύτη".
Από τις ανωτέρω διατάξεις, σε συνδυασμό με αυτές των άρθρων 51 έως 55 του π.δ. 16/1989 "Κανονισμός Λειτουργίας Δ.Ο.Υ. κ.λπ." και 32, 33 και 35 του β.δ. 757/1969 "Περί διαρθρώσεων των Δημοσίων Ταμείων κ.λπ.", προκύπτει ότι η ανακοπή του άρθρου 73 § 1 του Κ.Ε.Δ.Ε., σε συνδυασμό με τις διατάξεις των άρθρων 583 έως 585 ΚΠολΔ, μπορεί να ασκείται τόσο κατά του νόμιμου τίτλου όσο και κατά της ταμειακής βεβαίωσης, εφόσον αποτελεί και αυτή εκτελεστή διοικητική πράξη.
Στη δίκη αυτή, ο ανακόπτων επέχει κατ' αρχήν θέση εναγομένου και το καθ' ου θέση ενάγοντος και γι' αυτό βαρύνεται με την επίκληση και απόδειξη των γεγονότων, των οποίων το βάρος θα έφερε, αν ασκούσε το δικαίωμά του με αγωγή. Κατά την έννοια δε του άρθρου 2 § 2 του Κ.Ε.Δ.Ε., νόμιμο τίτλο αποτελεί η πράξη καταλογισμού χρηματικού ποσού εις βάρος διοικουμένου, που εντοπίζεται σε δημόσιο έγγραφο, το οποίο εκδίδεται από την αρμόδια αρχή και ενσωματώνει την ατομική διοικητική πράξη, από τον τίλο δε αυτόν, με τη συνδρομή των δημοσίων ή ιδιωτικών εγγράφων, που τον συνοδεύουν, αποδεικνύεται ή πιθανολογείται βεβαία και εκκαθαρισμένη η απαίτηση (Ολ.Α.Π. 5/2019, Α.Π. 1256/2024, Α.Π. 1237/2024, Α.Π. 175/2024, Α.Π. 134/2022, Α.Π. 612/2021, Α.Π. 1247/2015).
Από τη βεβαίωση, ως νόμιμο τίτλο είσπραξης (βεβαίωση υπό ευρεία εννοία), διακρίνεται η ταμειακή βεβαίωση (βεβαίωση υπό στενή εννοία), που είναι αναγκαία για να μπορεί να επιδιωχθεί η είσπραξη της απαίτησης του Δημοσίου, ώστε να συνιστά αυτή τίτλο εκτέλεσης. Ο νόμιμος τίτλος δεν συμπίπτει με την ταμειακή βεβαίωση, όμως μεταξύ τους υφίσταται στενή αιτιακή σχέση, έτσι ώστε σε περίπτωση που η ταμειακή βεβαίωση δεν στηρίζεται σε νόμιμο τίτλο, να είναι και αυτή ακυρωτέα (Α.Π. 175/2024).
Περαιτέρω, κατά το άρθρο 13 §§ 1 και 2 της ισχύουσας κατά τον κρίσιμο εν προκειμένω χρόνο, δηλαδή τους μήνες Ιανουάριο 2010 έως Ιανουάριο 2012, Ε1β.221 από 22-1/24-2-1965 απόφασης των Υπουργών Εσωτερικών και Υγιεινής "Περί διαθέσεως λυμάτων και βιομηχανικών αποβλήτων" (Φ.Ε.Κ. 138 Β'), "1. Περιοχαί εξυπηρετούμεναι υπό δικτύου υπονόμων.
Οι νομείς ή ιδιοκτήται οιωνδήποτε εγκαταστάσεων, υποχρεούνται να αποχετεύουν τα εξ αυτών προερχόμενα λύματα ή βιομηχανικά απόβλητα εις το υφιστάμενον δίκτυον των υπονόμων, καθ' ον τρόπον ορίζει εκάστοτε ο ειδικός κανονισμός λειτουργίας αυτού. Η περαιτέρω διάθεσις των αποχετευομένων εις το δίκτυον υπονόμων λυμάτων ή βιομηχανικών αποβλήτων εκτελείται ευθύνη του οικείου Δήμου, Κοινότητος ή του αντ` αυτών αρμοδίου Οργανισμού.
Διά την κάλυψιν των δαπανών συνδέσεως, αποχετεύσεως και διαθέσεως των λυμάτων ή βιομηχανικών αποβλήτων δύνανται να επιβληθούν ανταποδοτικά τέλη. 2. Περιοχαί μη εξυπηρετούμεναι υπό δικτύου υπονόμων. Οσάκις δεν υφίσταται κατάλληλον δίκτυον υπονόμων την υποχρέωσιν διαθέσεως των λυμάτων ή βιομηχανικών αποβλήτων αναλαμβάνουν, δαπάναις και ευθύνη αυτών προσωρινώς και μέχρι της κατασκευής καταλλήλου δικτύου υπονόμων υπό των οικείων Δήμων, Κοινοτήτων ή Οργανισμών, απ' ευθείας οι ιδιοκτήται ή νομείς των χώρων, εξ ων προέρχονται τα εν λόγω λύματα ή βιομηχανικά απόβλητα." Επίσης, κατά το άρθρο 1 § 1 του ν. 1069/1980 "Περί κινήτρων δια την ίδρυσιν Επιχειρήσεων Υδρεύσεως και Αποχετεύσεως", όπως ίσχυε κατά τον κρίσιμο ως άνω χρόνο, "δια την άσκησιν των πάσης φύσεως δραστηριοτήτων του κυκλώματος υδρεύσεως και αποχετεύσεως οικιστικών κέντρων της Χώρας, εξαιρέσει των πόλεων Αθηνών, Θεσσαλονίκης και Βόλου και των μειζόνων αυτών περιοχών, δύναται να συνιστώνται κατά την παράγραφον 3 του παρόντος άρθρου εις εκάστον Δήμον ή Κοινότητα της Χώρας ή υπό πλειόνων Δήμων ή Κοινοτήτων ή Δήμων και Κοινοτήτων ενιαίαι επιχειρήσεις υδρεύσεως και αποχετεύσεως.
Αι ανωτέρω Επιχειρήσεις αποτελούν ίδια Νομικά Πρόσωπα Ιδιωτικού Δικαίου κοινωφελούς χαρακτήρος, διεπόμενα υπό των κανόνων της Ιδιωτικής οικονομίας, εφ' όσον δεν ορίζεται άλλως υπό νόμου", και κατά το άρθρο 3 § 1 εδ. α' του ως άνω νόμου, "η υπό ενός μόνου Δήμου συνιστωμένη επιχείρησις διοικείται υπό Διοικητικού Συμβουλίου τον οποίου τα μέλη, ο Πρόεδρος και Αντιπρόεδρος ορίζονται κατά τας περί συγκροτήσεως της Επιτροπής Δημοτικών Επιχειρήσεων του Δημοτικού και Κοινοτικού Κώδικος διατάξεις", ενώ κατά το άρθρο 16 § 1 του νόμου αυτού, "οι Ιδιοκτήται των ακινήτων των συνδεομένων μετά των δικτύων υποχρεούνται εις την καταβολήν του τέλους χρήσεως υπονόμου και τέλους υδρεύσεως, εισπραττομένον δια των λογαριασμών καταναλώσεως ύδατος κατά τα εν άρθροις 25 και 26 του παρόντος οριζόμενα.
Δια τους ήδη συνδεδεμένους μετά των δικτύων το τέλος χρήσεως οφείλεται από της συστάσεως της επιχειρήσεως. Συνοφειλέται εις ολόκληρον του τέλους χρήσεως μετά των Ιδιοκτητών τυγχάνουν και οι οπωσδήποτε ποιούμενοι χρήσιν του ακινήτου", και κατά το άρθρο 25 § 1, "με απόφαση του διοικητικού συμβουλίου που εγκρίνεται από το οικείο δημοτικό ή κοινοτικό συμβούλιο καθορίζονται χωριστά τιμολόγια για την υπηρεσία υδρεύσεως και αποχετεύσεως".
Από το συνδυασμό των ανωτέρω διατάξεων προκύπτει ότι, σε περιοχές που εξυπηρετούνται από δίκτυο αποχέτευσης ακαθάρτων και ομβρίων υδάτων, οι ιδιοκτήτες και νομείς των ακινήτων υποχρεούνται να αποχετεύουν στο δίκτυο αυτό τα λύματα ή απόβλητα, που προέρχονται από τις εγκαταστάσεις επί των ακινήτων τους, συνδεόμενοι με το δίκτυο και καταβάλλοντας ειδικό τέλος για τη χρήση του, το οποίο, όταν το δίκτυο ανήκει σε δημοτική επιχείρηση ύδρευσης και αποχέτευσης, καθορίζεται με απόφαση του διοικητικού συμβουλίου της επιχείρησης και εγκρίνεται από το δημοτικό συμβούλιο του οικείου δήμου, ενώ σε περιοχές, που δεν εξυπηρετούνται από δίκτυο αποχέτευσης, οι ιδιοκτήτες ή νομείς των ακινήτων είναι υποχρεωμένοι να διαθέτουν τα λύματα ή απόβλητα με δική τους δαπάνη και ευθύνη.
Κατά την έννοια δε των διατάξεων αυτών, όταν η δημοτική επιχείρηση διατηρεί εγκατάσταση υποδοχής και επεξεργασίας ακαθάρτων που προέρχονται από περιοχές μη συνδεδεμένες με δίκτυο αποχέτευσης, με το τέλος χρήσης αυτής βαρύνεται ο εκάστοτε άμεσος (τελικός) χρήστης αυτής, ο οποίος, όταν είναι επιχειρηματίας και αναλαμβάνει την αποκομιδή και διάθεση των ακαθάρτων από εγκαταστάσεις ακινήτων, έχει τη δυνατότητα να επιρρίψει τη σχετική δαπάνη στους πελάτες του μέσω της αμοιβής που εισπράττει, και όχι ο ιδιοκτήτης του ακινήτου, από το οποίο προέρχονται τα ακάθαρτα, ο οποίος επιβαρύνεται με τέλος αποχέτευσης μόνο στην περίπτωση, κατά την οποία το ακίνητό του βρίσκεται σε περιοχή που εξυπηρετείται από δίκτυο αποχέτευσης ακαθάρτων και ομβρίων υδάτων και είναι μονίμως συνδεδεμένο με αυτό.
Κάτι αντίθετο δεν προκύπτει από την προαναφερθείσα διάταξη του άρθρου 13 § 2 της 221/1965 υπουργικής απόφασης, με την οποία ορίζεται μεν ότι οι ιδιοκτήτες ή νομείς των ακινήτων, που βρίσκονται σε περιοχές μη εξυπηρετούμενες από δίκτυο αποχέτευσης, έχουν την ευθύνη, και επιβαρύνονται οικονομικά, με την αποκομιδή και κατάλληλη διάθεση των ακαθάρτων και αποβλήτων που προέρχονται από τις εγκαταστάσεις των ακινήτων τους, δεν θεσπίζεται όμως υποχρέωση των ιδιοκτητών ή νομέων για καταβολή τελών στην εγκατάσταση καθαρισμού λυμάτων, όταν άμεσοι χρήστες αυτής δεν είναι οι ίδιοι, αλλά τρίτοι.
Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοστεί ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.Α.Π. 7/2006). Με το λόγο αυτό ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κ.λπ., ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν (Ολ.Α.Π. 27/1998).
Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν εμφανή την παράβαση. Τούτο συμβαίνει όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (Ολ.Α.Π. 8/2018, Ολ.Α.Π. 7/2006).
Στην προκειμένη περίπτωση, με την κρινόμενη από 13-1-2017 αίτηση αναιρέσεως προσβάλλεται η 45/2022 οριστική απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Θράκης, κατάληξη της ακόλουθης διαδικαστικής διαδρομής, κατ' επιτρεπτή κατ' άρθρο 561 § 2 ΚΠολΔ εκτίμηση των διαδικαστικών εγγράφων: Με την από 13-1-2017 ανακοπή του, η οποία στρεφόταν κατά της πρώτης καθ' ης-αναιρεσίβλητης Δημοτικής Επιχείρησης Ύδρευσης-Αποχέτευσης Νέστου, του δεύτερου καθ' ου-αναιρεσίβλητου Δήμου Νέστου και του τρίτου καθ' ου Ελληνικού Δημοσίου (μη διαδίκου στην αναιρετική δίκη), ο ανακόπτων και ήδη αναιρεσείων, ο οποίος διατηρεί επιχείρηση μεταφοράς λυμάτων με βυτιοφόρο όχημα, ανέφερε ότι με την 576/2012 ταμειακή βεβαίωση της Δ.Ο.Υ.
Χρυσούπολης βεβαιώθηκε εις βάρος του οφειλή ύψους 65.251 ευρώ για τέλη απόρριψης λυμάτων στη μονάδα βιολογικού καθαρισμού της πρώτης καθ' ης Δημοτικής Επιχείρησης της χρονικής περιόδου από 31-1-2010 έως 31-1-2012, βάσει του 1/2012 χρηματικού καταλόγου αυτής και δυνάμει τιμολογίου, που καθορίστηκε με τις 39/2009 και 27/2011 αποφάσεις του Διοικητικού Συμβουλίου της, που εγκρίθηκαν με τις 101/2009 και 180/2011 αποφάσεις του Δημοτικού Συμβουλίου του δεύτερου καθ' ου Δήμου, αντίστοιχα.
Ζήτησε δε να ακυρωθούν α) η 576/2012 πράξη ταμειακής βεβαίωσης της Δ.Ο.Υ. Χρυσούπολης, β) η σχετική 247/2012 ατομική ειδοποίηση της ίδιας Δ.Ο.Υ., γ) ο 1/2012 χρηματικός κατάλογος της Δημοτικής Επιχείρησης και δ) οι 39/2009 και 27/2011 αποφάσεις του Διοικητικού Συμβουλίου της Δημοτικής Επιχείρησης, καθώς και οι εγκριτικές αυτών 101/2009 και 180/2011 αποφάσεις του Δημοτικού Συμβουλίου του Δήμου Νέστου, επειδή 1) η 576/2012 ταμειακή βεβαίωση είναι αόριστη και συνεπώς άκυρη, 2) ο 1/2012 χρηματικός κατάλογος δεν του κοινοποιήθηκε, 3) η απαίτηση της πρώτης καθ' ης είναι ανύπαρκτη, διότι, κατά τους ισχυρισμούς του, από τις διατάξεις του ν. 1069/1980 και της 221/1965 υπουργικής απόφασης προκύπτει ότι με τα τέλη χρήσης της μονάδας επεξεργασίας ακαθάρτων βαρύνονται οι ιδιοκτήτες των ακινήτων, από τα οποία προέρχονται τα λύματα, και όχι ο μεταφορέας αυτών, και 4) οι 39/2009 και 27/2011 αποφάσεις του Δ.Σ.
της Δημοτικής Επιχείρησης και οι 101/2009 και 180/2011 αποφάσεις του Δημοτικού Συμβουλίου του Δήμου είναι άκυρες λόγω αοριστίας, επειδή δεν προσδιορίζουν τον υπόχρεο καταβολής των τελών που καθορίζονται με αυτές. Με την 195/2018 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Καβάλας η ανακοπή απορρίφθηκε, α) καθ' όσον στρεφόταν κατά του Ελληνικού Δημοσίου, ως απαράδεκτη, β) ως προς τους τρεις πρώτους λόγους αυτής, ως μη νόμιμη, και γ) ως προς τον τέταρτο λόγο της, ως ουσιαστικά αβάσιμη.
Ο αναιρεσείων άσκησε έφεση κατά του μέρους της πρωτόδικης απόφασης, με το οποίο απορρίφθηκαν οι τρίτος και τέταρτος λόγοι της ανακοπής του, και εκδόθηκε η αναιρεσιβαλλόμενη 45/2022 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Θράκης, που απέρριψε την έφεση με την αιτιολογία ότι το πρωτοβάθμιο δικαστήριο ορθά απέρριψε 1) τον τρίτο λόγο της ανακοπής ως μη νόμιμο, με την αιτιολογία ότι το τέλος χρήσης της μονάδας βιολογικού καθαρισμού βαρύνει εκείνον που απορρίπτει τα ακάθαρτα στην εγκατάσταση της πρώτης καθ' ης και όχι τον ιδιοκτήτη του ακινήτου, από το οποίο προέρχονται αυτά, και 2) τον τέταρτο λόγο ως ουσιαστικά αβάσιμο, δεχόμενο ότι οι αποφάσεις του Δ.Σ.
της Δημοτικής Επιχείρησης και του Δ.Σ. του Δήμου είναι σαφείς και ορισμένες ως προς τον υπόχρεο καταβολής του τέλους, που είναι ο μεταφορέας των ακαθάρτων. Έτσι που έκρινε το Εφετείο, ότι δηλαδή, κατά τα αναφερόμενα στην ανακοπή, η απαίτηση της πρώτης αναιρεσίβλητης κατά του αναιρεσείοντος είναι υπαρκτή, επειδή το τέλος χρήσης της εγκατάστασης βιολογικού καθαρισμού βαρύνει αυτόν, και ότι συνεπώς ο τρίτος λόγος της ανακοπής δεν είναι νόμιμος, και απέρριψε τον σχετικό λόγο έφεσης, δεν παραβίασε ευθέως τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 16, 21, 23, 25 και 26 του ν. 1069/1980 και 13 της Ε1β.221 από 22-1/24-2-1965 απόφασης των Υπουργών Εσωτερικών και Υγιεινής, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και δεν εφάρμοσε, καθόσον, υπό τα εκτιθέμενα στην ανακοπή πραγματικά περιστατικά, δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής τους, δεδομένου ότι, κατά την έννοια των ανωτέρω διατάξεων, με το τέλος χρήσης της εγκατάστασης υποδοχής και επεξεργασίας ακαθάρτων, που προέρχονται από περιοχές μη συνδεδεμένες με δίκτυο αποχέτευσης, βαρύνεται ο εκάστοτε τελικός χρήστης αυτής, σύμφωνα με τα προαναφερθέντα στη μείζονα σκέψη, δηλαδή εν προκειμένω ο αναιρεσείων, και όχι οι ιδιοκτήτες των ακινήτων, από τα οποία είχαν συλλεγεί τα ακάθαρτα.
Επομένως ο πρώτος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο ο αναιρεσείων προβάλλει πλημμέλεια της προσβαλλόμενης απόφασης από τον αρ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ για παράβαση των προδιαληφθεισών ουσιαστικού δικαίου διατάξεων, είναι αβάσιμος.
Με τον δεύτερο λόγο αναιρέσεως, ο αναιρεσείων προβάλλει πλημμέλειες της προσβαλλόμενης απόφασης από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι το Εφετείο παραβίασε ευθέως και εκ πλαγίου τις διατάξεις των άρθρων 13 της 221/1965 υπουργικής απόφασης και 16 του ν. 1069/1980 σε συνδυασμό με τα διδάγματα της κοινής πείρας, απορρίπτοντας τον τέταρτο λόγο της ανακοπής του ως ουσιαστικά αβάσιμο.
Με τον λόγο αυτό της ανακοπής του, ο ανακόπτων ζήτησε να ακυρωθούν οι 39/2009 και 27/2011 αποφάσεις του Διοικητικού Συμβουλίου της Δημοτικής Επιχείρησης, με τις οποίες καθορίστηκε το τιμολόγιο για τη χρήση της εγκατάστασης βιολογικού καθαρισμού ακαθάρτων, καθώς και οι εγκριτικές αυτών 101/2009 και 180/2011 αποφάσεις του Δημοτικού Συμβουλίου του Δήμου Νέστου, λόγω αοριστίας, επειδή, κατά τους ισχυρισμούς του, δεν καθορίζονται με αυτές τα πρόσωπα που βαρύνονται με το τέλος χρήσης της εγκατάστασης.
Ο ως άνω λόγος της ανακοπής δεν είναι νόμιμος, επειδή οι ανωτέρω αποφάσεις δεν αποτελούν νόμιμο τίτλο με την έννοια του άρθρου 2 § 2 Κ.Ε.Δ.Ε., που εκτίθεται στη μείζονα σκέψη, αφού καμία από αυτές δεν συνιστά πράξη καταλογισμού συγκεκριμένου χρηματικού ποσού εις βάρος του αναιρεσείοντος, που εντοπίζεται σε δημόσιο έγγραφο, το οποίο εκδίδεται από την αρμόδια αρχή και ενσωματώνει τη σχετική ατομική διοικητική πράξη, έτσι ώστε από το δημόσιο έγγραφο αυτό, με τη συνδρομή των δημοσίων ή ιδιωτικών εγγράφων, που το συνοδεύουν, να αποδεικνύεται ή πιθανολογείται βεβαία και εκκαθαρισμένη η απαίτηση της πρώτης αναιρεσίβλητης, και συνεπώς οι εν λόγω αποφάσεις δεν μπορούν να προσβληθούν με την ένδικη ανακοπή από το άρθρο 73 § 1 Κ.Ε.Δ.Ε.
Όπως προαναφέρθηκε, το Εφετείο δέχτηκε ότι ο λόγος αυτός της ανακοπής είναι νόμιμος και τον απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμο, επικυρώνοντας την πρωτόδικη απόφαση, που είχε κρίνει το ίδιο, αντί να τον απορρίψει ως μη νόμιμο για την ανωτέρω αιτία. Εφόσον το Εφετείο ορθά κατέληξε σε απόρριψη του τέταρτου λόγου της ανακοπής, έστω και με την ανωτέρω εσφαλμένη αιτιολογία, η απόφαση δεν αναιρείται, αλλά η εσφαλμένη αιτιολογία της αντικαθίσταται με την ανωτέρω διαλαμβανόμενη κατ' άρθρο 578 ΚΠολΔ, δεδομένου ότι δεν υπάρχει εν προκειμένω το απαραίτητο έννομο συμφέρον του αναιρεσείοντος να αποτραπεί δεδικασμένο με την αναίρεση της προσβαλλόμενης απόφασης ως προς την εσφαλμένη αιτιολογία της (Ολ.Α.Π. 13/1995, Ολ.Α.Π. 25/1994, Α.Π. 686/2020, Α.Π. 755/2018, Α.Π. 1991/2017).
Επομένως, ο εξεταζόμενος λόγος αναιρέσεως είναι αβάσιμος.
Κατ' ακολουθίαν τούτων, εφόσον δεν υπάρχει άλλος λόγος προς εξέταση, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως, να διαταχθεί κατ' άρθρο 495 § 3 ΚΠολΔ η εισαγωγή του παραβόλου στο δημόσιο ταμείο και να καταδικαστεί ο ηττώμενος αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα της πρώτης αναιρεσίβλητης, που κατέθεσε προτάσεις, κατά παραδοχή του σχετικού αιτήματος της τελευταίας, σύμφωνα με τα άρθρα 176, 183 και 191 § 2 ΚΠολΔ, μειωμένα όμως κατά το άρθρο 22 § 1 ν. 3693/1957, σε συνδυασμό με το άρθρο 2 της 134423/1992 κοινής απόφασης των Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης, όπως ειδικότερα ορίζονται στο διατακτικό, διότι οι δημοτικές επιχειρήσεις απολαμβάνουν όλα ανεξαιρέτως τα δικαστικά, δικονομικά και φορολογικά προνόμια του Δημοσίου κατ' άρθρο 276 § 1 ν. 3463/2006 (Α.Π. 173/2023, Α.Π. 952/2023, Α.Π. 1572/2021, Α.Π. 828/2019, Α.Π. 256/2017). Έξοδα δεν επιδικάζονται υπέρ του δεύτερου αναιρεσίβλητου, ο οποίος δεν παραστάθηκε και δεν υποβλήθηκε σε σχετική δαπάνη.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 7-2-2024 αίτηση του αναιρεσείοντος Σ. Λ. για αναίρεση της 45/2022 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Θράκης.
Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου στο δημόσιο ταμείο.
Και Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στην καταβολή μειωμένων των δικαστικών εξόδων της πρώτης αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει σε τριακόσια (300) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 31 Μαρτίου 2025.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ και ταύτης αποχωρήσασας ο αρχαιότερος της σύνθεσης Αρεοπαγίτης
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 23 Ιουλίου 2025.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ