Legislator Case Law & Legislation
686/2020 AI generated

Appeal dismissed for non-appealants; appeal partially allowed regarding rent value justification due to lack of legal interest.

Case Number 686/2020
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appeal proceedings against the second non-appealing tenant due to their absence and lack of legal representation. While the appeal against the first tenant was partially allowed, the court found no legal interest to overturn the specific justification regarding the agreed monthly rent value. Consequently, the case was remitted for further examination by a different judge to address only the disputed rent amount.

Legislator headnote

AI generated

Articles 576, 580, 559 of the Code of Civil Procedure; The appeal against a non-appealing party is inadmissible if they were not summoned or represented, while the appeal against a represented party is partially allowed if the challenged reasoning lacks legal interest to be overturned.

Keywords

AI generated
inadmissible appeal legal interest separation of parties remittal to court civil procedure code

Cited Legislation

AI generated
Article 576 of the Code of Civil Procedure
Article 580 of the Code of Civil Procedure
Article 559 of the Code of Civil Procedure
Article 495 of the Code of Civil Procedure
Article 176 of the Code of Civil Procedure
Article 183 of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
Case 6/2019
Case 234/2017
Case 181/2009
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 686 / 2020 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 686/2020

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Καλού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χρήστο Βρυνιώτη, Γεώργιο Χοϊμέ, Κωστούλα Φλουρή - Χαλεβίδου και Αντώνιο Τσαλαπόρτα, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 10 Ιανουαρίου 2020, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "...", που εδρεύει στο ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γεώργιο Γκιόλμα με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ο. Π. του Α. και 2) Π. Π. του Α., κατοίκων ... οι οποίοι δεν παραστάθηκαν, ούτε εκπροσωπήθηκαν στο ακροατήριο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 6-3-2015 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1213/2015 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 1844/2018 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 31-10-2018 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγητή τον Αρεοπαγίτη Αντώνιο Τσαλαπόρτα, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκε μόνο η αναιρεσείουσα όπως σημειώνεται πιο πάνω.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από τις διατάξεις των άρθρων 576 παρ. 1-3 ΚΠολΔ προκύπτει ότι αν κατά τη συζήτηση της αίτησης για αναίρεση μετέχουν περισσότεροι συνδεόμενοι με απλή ομοδικία και κάποιος από αυτούς είτε δεν κλητεύθηκε, είτε δεν εκπροσωπείται από πληρεξούσιο δικηγόρο, η υπόθεση χωρίζεται και η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης χωρεί νομίμως ως προς όσους εκπροσωπούνται από πληρεξούσιο δικηγόρο ή έχουν κλητευθεί νομίμως και κηρύσσεται απαράδεκτη ως προς τους λοιπούς.

Τις κλητεύσεις επικαλούνται και αποδεικνύουν οι παριστάμενοι διάδικοι (ΑΠ 6/2019, ΑΠ 234/2017). Στην προκειμένη περίπτωση, από το σχετικό πινάκιο, τα πρακτικά συνεδριάσεως του Δικαστηρίου και τα στοιχεία της δικογραφίας προκύπτουν τα εξής: Κατά τη συζήτηση της υποθέσεως, κατά τη σειρά εγγραφής της στο οικείο πινάκιο, οι αναιρεσίβλητοι δεν εμφανίστηκαν κατά την πιο πάνω δικάσιμο, κατά την οποία η υπόθεση εκφωνήθηκε στη σειρά της από το οικείο πινάκιο, ούτε εκπροσωπήθηκαν με δήλωση πληρεξούσιου δικηγόρου τους, κατά τα άρθρα 242 παρ. 2 και 573 παρ. 1 ΚΠολΔ.

Από την υπ' αριθμ. ...25-10-2019 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή του Εφετείου Αθηνών Β. Γ., που επικαλείται και προσκομίζει η αναιρεσείουσα, η οποία επισπεύδει τη συζήτηση, προκύπτει ότι ακριβές αντίγραφο της κρινόμενης από 31-10-2018 αίτησης για αναίρεση της υπ` αριθμ. 1844/2018 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, με την κάτω από αυτή πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς τον πρώτο εκ των αναιρεσίβλητων για να παραστεί κατά τη συζήτησή της για την παρούσα δικάσιμο επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα στον τελευταίο (άρθρ. 126 παρ. 1 εδ.

α`, 127 παρ. 1, 128 παρ. 1 ΚΠολΔ). Όμως, ο προαναφερόμενος αναιρεσίβλητος δεν εμφανίστηκε κατά την πιο πάνω δικάσιμο, κατά την οποία η υπόθεση εκφωνήθηκε στη σειρά της από το οικείο πινάκιο, ούτε εκπροσωπήθηκε με δήλωση πληρεξούσιου δικηγόρου του, κατά τα άρθρα 242 παρ. 2 και 573 παρ. 1 ΚΠολΔ. Επομένως, πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση παρά την απουσία του κλητευθέντος ως άνω αναιρεσίβλητου (άρθρο 576 παρ. 2 εδ.

α` και γ` ΚΠολΔ). Εξάλλου, σύμφωνα με τα άρθρα 124 παρ. 2 και 126 παρ. 1 ΚΠολΔ, η επίδοση γίνεται προσωπικά σε εκείνον στον οποίο απευθύνεται το έγγραφο και στον τόπο όπου είναι η κατοικία του. Ως κατοικία του παραλήπτη, στην οποία μπορεί να γίνει η επίδοση, κατά το άρθρο 128 του ΚΠολΔ, θεωρείται το σπίτι ή το διαμέρισμα που είναι προορισμένο για διημέρευση ή διανυκτέρευση του παραλήπτη, σύνοικοι δε θεωρούνται εκείνοι που διαμένουν στο ίδιο διαμέρισμα, προς τους οποίους εγκύρως γίνεται η επίδοση του εγγράφου, αν ο παραλήπτης δεν βρεθεί από τον δικαστικό επιμελητή στην κατοικία του.

Περαιτέρω, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 117, 139, 438 και 440 του ΚΠολΔ, προκύπτει ότι η έκθεση επίδοσης που συντάσσει ο αρμόδιος δικαστικός επιμελητής συνιστά δημόσιο έγγραφο, το οποίο παρέχει πλήρη απόδειξη ως προς όσα βεβαιώνονται σ` αυτήν ότι έγιναν από τον δικαστικό επιμελητή ή ενώπιόν του.

Ανταπόδειξη επιτρέπεται μόνο με την προσβολή της ως πλαστής. Αντίθετα, η βεβαίωση του δικαστικού επιμελητή στην έκθεση επιδόσεως ότι στη συγκεκριμένη διεύθυνση, όπου έγινε η επίδοση του εγγράφου, είναι η κατοικία του παραλήπτη, είναι περιστατικό που δεν υποπίπτει από τη φύση του στην άμεση αντίληψή του, καθότι την αλήθεια αυτού οφείλει να διαπιστώσει ο δικαστικός επιμελητής και συνεπώς κατά τούτο η βεβαίωση αυτή δεν παρέχει πλήρη απόδειξη, επιδεχόμενη ανταπόδειξη (ΑΠ 1553/2008, ΑΠ 236/2006, ΑΠ 361/2004).

Συνεπώς, η αναγραφόμενη στο προς επίδοση έγγραφο διεύθυνση του προσώπου, στο οποίο πρέπει να γίνει η επίδοση, δεν δεσμεύει τον δικαστικό επιμελητή, που οφείλει εξ επαγγέλματος να ερευνήσει αν πράγματι αυτός προς τον οποίο πρέπει να γίνει η επίδοση κατοικεί στη διεύθυνση αυτή και, αν διαπιστώσει ότι δεν κατοικεί εκεί αλλά σε άλλη διεύθυνση, να κάνει την επίδοση στην πραγματική κατοικία του και όχι στην αναφερομένη στο επιδοτέο έγγραφο.

Διαφορετική από την παντελή έλλειψη επίδοσης του αναιρετηρίου είναι η ελαττωματική επίδοσή του, που επίσης συνεπάγεται το απαράδεκτο της συζήτησης σε περίπτωση ερημοδικίας του αναιρεσίβλητου. Με παντελή έλλειψη επίδοσης ισοδυναμεί και η επίδοσή του σε διεύθυνση άσχετη με την πραγματική κατοικία του απολιπόμενου διαδίκου, αφού στην περίπτωση αυτή δεν πρόκειται πράγματι για επίδοση προς αυτόν (πρβλ.

Ολομ.ΑΠ 3/2007, ΑΠ 477/2019, ΑΠ 1081/2014). Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα πρακτικά συνεδριάσεως του Δικαστηρίου αυτού, ο δεύτερος των αναιρεσίβλητων, δεν εμφανίσθηκε κατά την εκφώνηση της υποθέσεως από το οικείο πινάκιο και κατά τη σειρά εγγραφής της σ` αυτό, ούτε κατέθεσε δήλωση ότι δεν θα παραστεί κατά την εκφώνηση αυτής, σύμφωνα με τα άρθρα 242 παρ. 2 και 573 παρ. 1 ΚΠολΔ.

Από την υπ' αριθμ. .../25-10-2019 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή του Εφετείου Αθηνών Β. Γ. που επικαλείται και προσκομίζει η αναιρεσείουσα, η οποία επισπεύδει τη συζήτηση, προκύπτει ότι ακριβές αντίγραφο της κρινόμενης από 31-10-2018 αίτησης για αναίρεση της υπ` αριθμ. 1844/2018 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, με την κάτω από αυτή πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς τον δεύτερο εκ των αναιρεσίβλητων για να παραστεί κατά τη συζήτησή της για την παρούσα δικάσιμο επιδόθηκε με θυροκόλληση (άρθρο 128 παρ. 4 ΚΠολΔ) στην διεύθυνση οδός ..., που αναφέρεται ως κατοικία αυτού.

Από όλα τα έγγραφα της δικογραφίας (αγωγή, έφεση, αναίρεση, προτάσεις, πρωτόδικη απόφαση και αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση) όμως προκύπτει ότι η κατοικία του συγκεκριμένου αναιρεσιβαλλόμενου βρίσκεται στον Άγιο Δημήτριο στην οδό ..., όπου του επιδόθηκαν και τα προηγηθέντα δικόγραφα, ενώ στην οδό ..., βρίσκεται η κατοικία του πρώτου των αναιρεσιβλήτων.

Επομένως, η θυροκόλληση της υπό κρίση αίτησης δεν έγινε στην κατοικία του δεύτερου των αναιρεσίβλητων (οδός ...), αλλά στην κατοικία του πρώτου αναιρεσιβλήτου (οδός ...), πράγμα που κατά τα προαναφερόμενα ισοδυναμεί με παντελή έλλειψη επίδοσης του αναιρετηρίου. Πρέπει επομένως, μετά από αυτεπάγγελτη έρευνα του κύρους της κλητεύσεως του δεύτερου των αναιρεσίβλητων και εφόσον δεν αποδεικνύεται αυτή, και δεδομένου ότι ο εν λόγω αναιρεσίβλητος συνδέεται με τον άλλο αναιρεσίβλητο με το δεσμό της απλής ομοδικίας (άρθρ. 74 παρ. 1 ΚΠολΔ), καθόσον η ένδικη διαφορά αφορά την καταβολή μισθωμάτων, κοινοχρήστων δαπανών, συμφωνηθεισών ασφαλιστικών εισφορών και αποζημίωσης λόγω φθορών στο μίσθιο, η οποία ενοχή ως χρηματική είναι διαιρετή, να χωρισθεί η υπόθεση και αφού κηρυχθεί η συζήτηση απαράδεκτη ως προς αυτόν (δεύτερο των αναιρεσίβλητων), να προχωρήσει αυτή (συζήτηση) ως προς τον πρώτο νομίμως παριστάμενο διάδικο.

Κατά τις διατάξεις των άρθρων 556 παρ. 2 και 578 ΚΠολΔ, αναίρεση μπορεί να ασκήσει και ο διάδικος που νίκησε, εφόσον έχει έννομο συμφέρον. Ο νικήσας διάδικος, που ως τέτοιος θεωρείται και ο εναγόμενος, όταν, για οποιοδήποτε ενώπιον του Εφετείου, λόγο απορρίφθηκε η αγωγή, έχει δικαίωμα να ασκήσει αναίρεση εφόσον έχει προς τούτο έννομο συμφέρον, τη συνδρομή του οποίου πρέπει ρητά να επικαλείται στο αναιρετήριο.

Η ύπαρξη εννόμου συμφέροντος κρίνεται από την προσβαλλόμενη απόφαση κατά τη γενική διάταξη του άρθρου 68 ΚΠολΔ και η έλλειψή του, που ερευνάται και αυτεπαγγέλτως σε κάθε στάση της δίκης, κατ' άρθρο 73 ΚΠολΔ, συνεπάγεται την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης, ως απαράδεκτης. Η ύπαρξη εννόμου συμφέροντος, το οποίο πρέπει να υφίσταται τόσο κατά το χρόνο άσκησης όσο και κατά το χρόνο συζήτησης της αναίρεσης, απαιτείται όχι μόνο γενικώς για το παραδεκτό της αίτησης αναίρεσης, αλλά και ειδικώς για κάθε λόγο αναίρεσης, πρέπει δε ο αναιρεσείων να επικαλείται αυτό για τη νομιμοποίησή του στην αίτηση αναίρεσης.

Το έννομο συμφέρον πρέπει να προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση και να είναι ατομικό και άμεσο του διαδίκου ο οποίος υφίσταται βλάβη. Το συμφέρον τούτο είναι δυνατό να υπάρξει και όταν ο διάδικος που νίκησε βλάπτεται από την αιτιολογία της αποφάσεως και συγκεκριμένα αν από αυτή δημιουργείται δεδικασμένο εις βάρος του σε άλλη δίκη, αν δηλαδή η αιτιολογία της αποφάσεως αποτελεί στοιχείο του δικαιώματος που κρίθηκε στη δίκη και στηρίζει το διατακτικό της, οπότε αυτός (νικήσας διάδικος) δικαιούται να ζητήσει την αναίρεση αυτής κατά τη μη ορθή μόνο αιτιολογία της (ΑΠ 1663/2010, ΑΠ 1207/2008, ΑΠ 675/2001) Εξάλλου, ως εσφαλμένη αιτιολογία, με την έννοια του άρθρου 578 ΚΠολΔ, νοείται η νομική αιτία της διαφοράς, δηλαδή οι διατάξεις του νόμου που αποτελούν τη μείζονα πρόταση του νομικού συλλογισμού και δεν ταυτίζεται με τις αιτιολογίες της αποφάσεως που ανάγονται στην ελάσσονα πρόταση του συλλογισμού (Ολ.ΑΠ 30/1998).

Κατά την έννοια των διατάξεων των άρθρων 321, 322 και 324 ΚΠολΔ, η τελεσίδικη απόφαση αποτελεί, μεταξύ των ίδιων προσώπων, με την ίδια ιδιότητα, για το ίδιο αντικείμενο και την ίδια ιστορική και νομική αιτία, δεδικασμένο, το οποίο δεν επιτρέπεται να αμφισβητηθεί και να καταστεί αντικείμενο νέας δίκης το δικαίωμα που κρίθηκε και η δικαιολογική σχέση από την οποία αυτό έχει παραχθεί.

Η απαγόρευση αυτή ενεργεί τόσο θετικά, με την έννοια ότι το δικαστήριο, ενώπιον του οποίου ανακύπτει το δικαίωμα που κρίθηκε εξ αφορμής άλλης δίκης, είτε ως κύριο είτε ως προδικαστικό ζήτημα, οφείλει να θέσει ως βάση της αποφάσεώς του το δεδικασμένο που προκύπτει από την απόφαση αυτή, λαμβάνοντάς το ως αλήθεια, όσο και αρνητικά, με την έννοια ότι απαγορεύεται η συζήτηση νέας αγωγής για το ίδιο δικαίωμα, για την ύπαρξη ή μη του οποίου υπάρχει δεδικασμένο.

Το δεδικασμένο αυτό εκτείνεται στο ουσιαστικό ζήτημα που κρίθηκε, αν η απόφαση έκρινε οριστικά για έννομη σχέση που προβλήθηκε με αγωγή, ανταγωγή, κύρια παρέμβαση ή ένσταση συμψηφισμού, έννομη δε σχέση, κατά την έννοια των παραπάνω διατάξεων, είναι το σύνολο των έννομων συνεπειών που κρίθηκαν τελεσιδίκως και όχι τα πραγματικά γεγονότα που γέννησαν ή απέσβεσαν τις έννομες αυτές συνέπειες (ΑΠ 47/2006).

Ακόμη, δεδικασμένο δημιουργείται και από τις αιτιολογίες της τελεσίδικης αποφάσεως, όταν δηλαδή οι αιτιολογίες αυτές αποτελούν στοιχεία του δικαιώματος που κρίθηκε στη δίκη και έτσι ανήκουν στο διαγνωστικό μέρος της αποφάσεως, στο οποίο υπάρχει η κρίση του δικαστηρίου, καταφατική ή αποφατική, για το δικαίωμα, έχοντας έτσι τα προσόντα διατακτικού (AΠ 128/2008).

Οι τελεσίδικες αποφάσεις αποτελούν δεδικασμένο ως προς εκείνα μόνο τα ζητήματα, επί των οποίων η κρίση και απόφανση ήταν αναγκαία για τη διάγνωση της διαφοράς και τα οποία έτσι στηρίζουν το διατακτικό της αποφάσεως, όχι δε και ως προς τα πλεοναστικώς ερευνηθέντα. Για τα όρια δε του δεδικασμένου λαμβάνονται υπόψη οι αιτιολογίες, όπως αντικαταστάθηκαν ρητώς ή σιωπηρώς από το ανώτερο δικαστήριο (ΑΠ 1510/2009, ΑΠ 1638/2007, ΑΠ 1489/2006, ΑΠ 733/2004, ΑΠ 1173/2003, ΑΠ 367/2002).

Η κρινόμενη από 31-10-2018 (αρ. κατ. 800/2018) αίτηση για την αναίρεση της υπ' αριθμ. 1844/2018 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, που εκδόθηκε με την ειδική διαδικασία των μισθωτικών διαφορών (άρθρο 647 επ. ΚΠολΔ, όπως ίσχυε, πριν το Ν. 4335/2015) έχει ασκηθεί νόμιμα και εμπρόθεσμα. Από την επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων προκύπτει ότι η προσβαλλόμενη με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης με αριθμό 1844/2018 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών είναι αποτέλεσμα της ακόλουθης διαδικαστικής διαδρομής.

Ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου οι ενάγοντες νυν αναιρεσίβλητοι άσκησαν εναντίον της εναγομένης εταιρίας με την επωνυμία "..." νυν αναιρεσείουσας, την από 6.3.2015 αγωγή τους με την οποία ζητούσαν να υποχρεωθεί η εταιρεία να καταβάλει σε καθένα από τους ενάγοντες τα παρακάτω ποσά: 1. Ποσό 14.059,49 ευρώ για μη καταβληθέντα μισθώματα με το νόμιμο τόκο υπερημερίας, 2.

Ποσό 2.075,99 ευρώ για οφειλές σε Οργανισμούς Κοινής Ωφελείας με το νόμιμο τόκο υπερημερίας. 3. Ποσό 325 ευρώ για οφειλές μη συναφθέντων ασφαλιστηρίων συμβολαίων και 4. Ποσό 30.600 ευρώ για τις επελθούσες βλάβες, φθορές και απώλειες εξοπλισμού του μισθίου. Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο με την υπ' αριθμό 1213/2015 οριστική του απόφαση δέχθηκε κατά ένα μέρος την αγωγή, ήτοι για το ποσό των 5.190,10 ευρώ [εν μέρει οφειλόμενο μίσθωμα μηνός Μαρτίου 2014] και για το ποσό των 5.732,22 ευρώ [μίσθωμα του μηνός Απριλίου 2014] απορρίπτοντας κατά τα λοιπά την αγωγή και υποχρέωσε την εναγομένη να καταβάλει σε καθένα από τους ενάγοντες το ποσό των 5.461,16 ευρώ.

Εναντίον της άνω αποφάσεως άσκησαν έφεση τόσο οι ενάγοντες όσο και η εναγομένη. Το δευτεροβάθμιο δικαστήριο με την 1844/2018 οριστική του απόφαση συνεκδίκασε αμφότερες τις εφέσεις, τις οποίες δέχθηκε τυπικώς. Στη συνέχεια απέρριψε κατ' ουσία την έφεση των εναγόντων και δέχθηκε κατ' ουσία την έφεση της εναγομένης, εξαφάνισε την εκκληθείσα πρωτόδικη απόφαση μόνο ως προς τη διάταξη αυτής με την οποία υποχρεώθηκε η εναγόμενη να καταβάλει σε κάθε ενάγοντα το ποσό των 5.461,16 ευρώ, διακράτησε την υπόθεση και ερευνώντας την αγωγή κατά το άνω κεφάλαιο την απέρριψε κατ' ουσία.

Από την άνω απόφαση του Εφετείου προκύπτει ότι αφού απορρίφθηκε η αγωγή η εναγομένη είναι νικήσασα διάδικος. Με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης η αναιρεσείουσα ισχυρίζεται ότι υφίσταται έννομο συμφέρον της τόσο κατά το χρόνο άσκησης όσο και κατά το χρόνο συζήτησης της αναίρεσης, όχι μόνο γενικώς για το παραδεκτό της αίτησης αναίρεσης, αλλά και ειδικώς για κάθε λόγο αναίρεσης, το οποίο επικαλείται για τη νομιμοποίηση της στην αίτηση αναίρεσης, γιατί η απόφαση αναπτύσσει δυσμενείς γι' αυτή συνέπειες, και βλάπτεται από την αιτιολογία της και ειδικότερα δημιουργείται δεδικασμένο σε βάρος της σε άλλη δίκη, όπως ειδικότερα αναπτύσσει αυτό στην αίτησή της και θα γίνει εκτενέστερη αναφορά σ' αυτό στη συνέχεια.

Επομένως η υπό κρίση αίτηση είναι παραδεκτή (άρθρ. 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 1, 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και, πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των κατ' ιδίαν λόγων αυτής (άρθρο 577 παρ. 1 και 3, 569 παρ. 2 περ. α' και β' ΚΠολΔ).

Κατά τη διάταξη του άρθρου 43 του π.δ. 34/1995 όπως αυτή τροποποιήθηκε από τη διάταξη του άρθρου 17 του ν. 3853/2010 και ίσχυε πριν το ν. 4242/2014, "ο μισθωτής μπορεί μετά την πάροδο ενός (1) έτους από την έναρξη της σύμβασης να καταγγείλει τη μίσθωση. Η καταγγελία γίνεται εγγράφως, τα δε αποτελέσματά της επέρχονται μετά την πάροδο τριών (3) μηνών από τη γνωστοποίησή της.

Στην περίπτωση αυτή ο μισθωτής οφείλει στον εκμισθωτή ως αποζημίωση ποσό ίσο με ένα (1) μηνιαίο μίσθωμα, όπως αυτό έχει διαμορφωθεί κατά το χρόνο καταγγελίας της μίσθωσης". Το δικαίωμα καταγγελίας εμπορικής μίσθωσης, σύμφωνα με το άρθρο 43 του π.δ. 34/1995 έχει ο μισθωτής ακόμη κι αν έχει παραιτηθεί από αυτό, σύμφωνα με το άρθρο 45 του π.δ. 34/1995.

Καταγγελία που έχει ήδη ασκηθεί κατά τη δημοσίευση του παρόντος νόμου, ενώ ο μισθωτής έχει παραιτηθεί νόμιμα από αυτό το δικαίωμα θεωρείται έγκυρη, τα δε αποτελέσματά της επέρχονται σύμφωνα με την παράγραφο 1, όχι όμως πριν τη δημοσίευση του νόμου. Ο μισθωτής υποχρεούται στην περίπτωση αυτή σε καταβολή αποζημίωσης ίση με το ποσό ενός μισθώματος όπως αυτό ανερχόταν τρεις μήνες πριν την επέλευση των αποτελεσμάτων της καταγγελίας....

Περαιτέρω η ως άνω αποζημίωση είναι κατ' αποκοπή και επομένως οφείλεται ανεξάρτητα του αν ο εκμισθωτής ζημιώθηκε ή όχι από την καταγγελία της μίσθωσης, ακόμα κι αν ο εκμισθωτής εκμίσθωσε αμέσως το ακίνητο. Μέχρι την επέλευση των αποτελεσμάτων αυτών ο μισθωτής, κι αν ακόμη αποδώσει αμέσως τη χρήση του μισθίου στον εκμισθωτή, οφείλει και πάλι να καταβάλει στον τελευταίο, πέραν της ως άνω κατ' αποκοπήν αποζημίωσης, και τα μισθώματα.

Ο έγγραφος τύπος της καταγγελίας απαιτείται μόνο για τη δήλωση της καταγγελίας, η δε παράλειψή του καθιστά την καταγγελία άκυρη και ο μισθωτής εξακολουθεί να οφείλει τα μισθώματα, ωστόσο δεν είναι απαραίτητο να υφίσταται έγγραφη απόδειξη και για την κοινοποίηση του εγγράφου της καταγγελίας προς εκείνον στον οποίο απευθύνεται.

Όσον αφορά δε το χρόνο της καταγγελίας, η διάταξη του άρθρου 43 π.δ. 34/1995 εφαρμόζεται τόσο σε περίπτωση που τρέχει η συμβατική διάρκεια της μίσθωσης όσο και σε περίπτωση που έχει λήξει ο συμβατικός χρόνος της μίσθωσης και αυτή βρίσκεται στη διάρκεια του νόμιμου χρόνου της 12ετίας" [για τις προ της ισχύος (1-3-2014) του ν. 4242/2014 (ΦΕΚ 50Α'/28-2-2014) συναφθείσες εμπορικές μισθώσεις, ο χρόνος διάρκειας αυτών είναι εκ του νόμου δωδεκαετής σύμφωνα με την παρ. 1 του άρθρου 5 του π.δ. 34/1995, όπως ίσχυε πριν από το ν. 4242/2014].

Η άυλη εμπορική αξία είναι η αξία της επιχείρησης, η οποία οφείλεται σε ορισμένες ευμενείς καταστάσεις που δεν επιδέχονται ακριβή χρηματική αποτίμηση (π.χ. φήμη, πελατεία). Η αξία αυτή συνδέεται κατά ένα μέρος με τον τόπο άσκησης της επιχείρησης, δηλαδή το μίσθιο. Παραδείγματος χάριν, η μετεγκατάσταση του μισθωτή λόγω λήξης της μίσθωσης, θα μπορούσε να τον επηρεάσει αρνητικά όσον αναφορά το κόστος αναδιοργάνωσης της επιχείρησης και την απώλεια της πελατείας που είχε αποκτήσει στο συγκεκριμένο μίσθιο.

Αντίθετα, θα μπορούσε να λειτουργήσει θετικά για τον εκμισθωτή, ο οποίος θα απολάμβανε την αύξηση της μισθωτικής αξίας του μισθίου του για τον εξής λόγο: Θα μπορούσε να μισθώσει το συγκεκριμένο ακίνητο για να ασκηθεί όμοια επιχείρηση με την προηγούμενη με υψηλότερο μίσθωμα, εκμεταλλευόμενος βέβαια ο νέος μισθωτής, την πελατεία που είχε δημιουργήσει ο προηγούμενος μισθωτής.

Για την εξισορρόπηση της παραπάνω κατάστασης, ο νομοθέτης προέβλεψε την συγκεκριμένη αποζημίωση, προς εξασφάλιση του μισθωτή. Ο εκμισθωτής όφειλε στον μισθωτή ορισμένη αποζημίωση για την άυλη εμπορική αξία, όταν ο τελευταίος απέδιδε το μίσθιο κατά την λήξη της μίσθωσης, η οποία είχε ως λόγο την συμπλήρωση της δωδεκαετίας (ΑΠ 39/2015).

Η άυλη εμπορική αξία ρυθμιζόταν από τα άρθρα 60 και 61 του π.δ. 34/1995. Με το άρθρο 13 § 3 ν. 4242/2014 καταργήθηκαν τα εν λόγω άρθρα και πλέον ο εκμισθωτής δεν υποχρεούται σε αποζημίωση έναντι του μισθωτή για την άυλη εμπορική αξία. Περαιτέρω η διάταξη του άρθρ. 361 ΑΚ, που ορίζει ότι προς σύσταση ή αλλοίωση ενοχής με δικαιοπραξία απαιτείται, εφόσον ο νόμος δεν ορίζει διαφορετικά, σύμβαση, καθιερώνει τον κανόνα ότι η ιδιωτική αυτονομία μπορεί να παράγει ενοχικά δικαιώματα και υποχρεώσεις κατ' αρχήν μόνο μέσω σύμβασης και δεν αρκεί αντίθετα μονομερής δικαιοπραξία, αφού το να αποκτά ένα άτομο δικαιώματα και πολύ περισσότερο υποχρεώσεις με βάση τη βούληση άλλου ατόμου και χωρίς τη δική του συναίνεση προσκρούει στην αυτοδιάθεση και στην ισότητα των πολιτών, ως συνταγματικά κατοχυρωμένα ατομικά δικαιώματα (άρθρ. 2 παρ. 1, 4 παρ. 1, 2 και 5 παρ. 1 του Συντάγματος).

Συνέπεια άμεση της αρχής της αυτονομίας της ιδιωτικής βούλησης είναι η αρχή της ελευθερίας των συμβάσεων, που έμμεσα καθιερώνεται με την αυτή διάταξη του άρθρ. 361 ΑΚ ως έκφραση της οικονομικής ελευθερίας, που αποτελεί και αυτή ατομικό δικαίωμα κατοχυρωμένο από το άρθρ. 5 παρ. 1 του Συντάγματος (Ολ.ΑΠ 4/1998).

Ελευθερία των συμβάσεων σημαίνει α) ελευθερία του ατόμου να συνάπτει ή να μη συνάπτει σύμβαση, τόσο γενικά όσο και με συγκεκριμένο πρόσωπο ως αντισυμβαλλόμενο (ελευθερία επιλογής του αντισυμβαλλομένου) και β) ελευθερία καθορισμού του περιεχομένου της σύμβασης (ΑΠ 1518/2013, ΑΠ 1519/2013). Απόρροια της αρχής της ελευθερίας των συμβάσεων και ιδίως της ελευθερίας προσδιορισμού του περιεχομένου τους αποτελεί και η σύμβαση καταβολής από τον μισθωτή στον εκμισθωτή ενός χρηματικού ποσού, πέραν του ποσού της εγγυοδοσίας, ο αποκαλούμενος "αέρας".

Το ποσό αυτό καταβάλλεται συνήθως ως κίνητρο για να δελεασθεί ο εκμισθωτής και να προτιμήσει ως μισθωτή του μισθίου το συγκεκριμένο άτομο και να μην το εκμισθώσει σε τρίτο. Η τυχόν απόκρυψη από τον εκμισθωτή του εισοδήματος από "αέρα" μπορεί να αποτελεί φορολογική παράβαση και ενδεχομένως και ποινική παράβαση (φοροδιαφυγή), όμως δεν επιδρά στο κύρος της σύμβασης.

Η συμφωνία αυτή για την καταβολή στον εκμισθωτή του αποκαλούμενου "αέρα", που συνηθίζεται στις συναλλαγές, προκειμένου να επιτευχθεί η κατάρτιση μισθωτικής σύμβασης ακινήτου για τη χρήση του ως καταστήματος, είναι μεν νόμιμη, κατ' αρχήν, από άποψη αστικού δικαίου (άρθρ. 361 ΑΚ), αλλά μπορεί να προσβληθεί για ακυρότητα, αν αντίκειται στα χρηστά ήθη.

Το ποσό του "αέρα", δεν αποδίδεται στο μισθωτή μετά τη λήξη της μίσθωσης, αλλά παραμένει σε όφελος του εκμισθωτή και δεν μπορεί να αναζητηθεί απ' αυτόν, κατά τις διατάξεις των άρθρων 904 επ. ΑΚ του αδικαιολόγητου πλουτισμού (εκτός αν πρόκειται για αιτία που δεν επακολούθησε), αφού η καταβολή του γίνεται με νόμιμη αιτία, δηλαδή τη σχετική συμφωνία, έστω και προφορική, μεταξύ μισθωτή και εκμισθωτή ( ΑΠ 634/2018, ΑΠ 403/2017, πρβλ.

επίσης, ΑΠ 1298/2010, ΑΠ 5/2002).

Με το άρθρο 559 αριθ. 1 του Κ.Πολ.Δ., ιδρύεται λόγος αναίρεσης αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συντρέχουν οι προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται, είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.ΑΠ 7/2006, 4/2005), αντιστοίχως δε, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού κανόνα δικαίου για την επέλευση της απαγγελθείσης έννομης συνέπειας ή την άρνησή της.

Η μη αναφορά του προσήκοντος κανόνα δικαίου ή η αναφορά μη εφαρμοστέων κανόνων και γενικά κάθε ατέλεια στην μείζονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού δεν θεμελιώνει τον παρόντα λόγο αναιρέσεως, αν η πλημμέλεια αυτή δεν θίγει την ορθότητα του διατακτικού της απόφασης και δεν αλλοιώνει την υφή του δεδικασμένου της.

Αρκεί να υπάρχει κανόνας δικαίου, ο οποίος με βάση τις πραγματικές παραδοχές του δικαστηρίου επάγεται τις έννομες συνέπειες που αυτό δέχθηκε (άρθρο 578 ΚΠολΔ) (ΑΠ 1126/2006). Με τον συγκεκριμένο λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βασίμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς.

Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κ.λπ. ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνος δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν (Ολ.ΑΠ 27 και 28/1998, ΑΠ 150/2015, πρβλ. επίσης, ΑΠ 349/2014).

Με το δεύτερο σκέλος του πρώτου λόγου της αναίρεσης, προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η προβλεπόμενη από το άρθρο 559 αρ. 1 εδ. α' ΚΠολΔ πλημμέλεια και όχι η από το άρθρο 559 αριθμ. 19 ΚΠολΔ, όπως εσφαλμένα διατείνεται η αναιρεσείουσα, διότι το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφαση εφάρμοσε την ουσιαστικού δικαίου διάταξη που προβλέπει την καταβολή άυλης εμπορικής αξίας που ρυθμίζεται από τα άρθρα 60 και 61 του π.δ. 34/1995, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής της.

Από την παραδεκτή κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης και ειδικότερα της προσβαλλόμενης απόφασης ως προς το ενδιαφέρον τμήμα τον παρόντα λόγο αναίρεσης, το Εφετείο δέχθηκε ανελέγκτως ως αποδειχθέντα τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Οι ενάγοντες, δυνάμει του από 13.3.2008 ιδιωτικού συμφωνητικού επαγγελματικής μισθώσεως, εξεμίσθωσαν στην εναγόμενη ένα κατάστημα, ευρισκόμενο στο ισόγειο πολυκατοικίας επί της οδού ..., στο ..., επιφανείας 69 τ.μ., με βοηθητικό υπόγειο χώρο και τέσσερεις δεξαμενές υγρών καυσίμων, χωρητικότητας 7.000 λίτρων εκάστης και συναφείς βοηθητικές εγκαταστάσεις στην πρασιά του κοινοχρήστου χώρου της πολυκατοικίας, για χρονικό διάστημα δεκαπέντε ετών, ήτοι από 1.4.2008 έως 31.3.2023, προκειμένου να χρησιμοποιηθεί αποκλειστικά ως πρατήριο υγρών καυσίμων και ειδικότερα εμπορίας πετρελαιοειδών, καυσίμων θέρμανσης, πλυντήριο και λιπαντήριο αυτοκινήτων και πώλησης αξεσουάρ αυτοκινήτου, αντί μηνιαίου μισθώματος 5.211 ευρώ, πλέον χαρτοσήμου 3,6%.

Μέρος του μηνιαίου μισθώματος ύψους 1.111 ευρώ, συμφωνήθηκε μεταξύ των διαδίκων, να θεωρηθεί εικονικά ως μίσθωμα, για φορολογικούς λόγους, ενώ στην πραγματικότητα αντιστοιχούσε στην άυλη εμπορική αξία του πρατηρίου. Η διαφορά δε αυτή των 1.111 ευρώ μηνιαίως για όλα τα μισθωτικά έτη, συνολικού ποσού 199.980 ευρώ, προκαταβλήθηκε από τη μισθώτρια για όλα τα μισθωτικά έτη κατά την κατάρτιση της σύμβασης.

Το πραγματικό μηνιαίο μίσθωμα των 4.100 ευρώ, συμφωνήθηκε να αναπροσαρμόζεται, μετά το πρώτο μισθωτικό έτος, σε ποσοστό 5% ετησίως. Περαιτέρω, εφ' όσον η ένδικη αγωγή, μεταξύ άλλων, είχε ως αίτημα την καταβολή οφειλομένων μισθωμάτων, τα σχετικά με το ύψος του συμφωνηθέντος μισθώματος ανάγονται σε κύριο και όχι παρεμπίπτον ζήτημα, και ορθώς η εκκαλουμένη προέβη στη διάκριση μεταξύ του πραγματικού μισθώματος (4.100 ευρώ) και ποσού 1.111 ευρώ μηνιαίως, αντιστοιχούντος στην άυλη εμπορική αξία του μισθίου ακινήτου, και τα όσα αντίθετα υποστηρίζει η εκκαλούσα - εναγομένη, με τον πέμπτο λόγο της έφεσής της, τυγχάνουν αβάσιμα και απορριπτέα.

Με την από 31.1.2014 εξώδικη ειδοποίηση - καταγγελία και πρόσκληση προς τους ενάγοντες, η οποία κοινοποιήθηκε σ' αυτούς την ίδια ημέρα, η εναγόμενη κατήγγειλε την ένδικη μίσθωση και κάλεσε τους ενάγοντες, στις 1.5.2014, ήτοι τρεις μήνες από την επίδοση της καταγγελίας, οπότε θα επέρχονταν τα αποτελέσματα αυτής, να παραλάβουν τα κλειδιά του μισθίου και τη χρήση αυτού.

Στις 1.5.2014, οι ενάγοντες προσήλθαν στο μίσθιο για να παραλάβουν τα κλειδιά του μισθίου, η εναγόμενη, όμως, δεν εμφανίστηκε, και εν τέλει, ύστερα από σωρεία ανταλλαγής εξώδικων δηλώσεων μεταξύ των διαδίκων, το μίσθιο αποδόθηκε στις 30.7.2014, δυνάμει της υπ' αριθμ. .../30.7.2014 πράξης απόδοσης κατοχής ακινήτου του Συμβολαιογράφου Αθηνών Α.

Μ. Με τις προτάσεις τους, ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου, οι ενάγοντες εκμισθωτές συνομολογούν ότι η εναγόμενη μισθώτρια, με διαδοχικές καταθέσεις, στον τραπεζικό λογαριασμό τους, στη EUROBANK, τους έχει καταβάλει τα επιδικασθέντα, με την εκκαλουμένη απόφαση, μισθώματα, κατά παραδοχή ως βάσιμου του πρώτου λόγου έφεσης της εναγομένης, ενώ κατόπιν αυτού παρέλκει η εξέταση του δεύτερου λόγου έφεσης, σχετικά με την αποδεικτική ισχύ των καρτελών προμηθευτών.

Από τα ίδια, ως άνω, αποδεικτικά μέσα, αποδείχθηκε ότι η εναγομένη μισθώτρια απεχώρησε από το μίσθιο στις 30.7.2014 και κατά συνέπεια για τους μήνες Μάϊο, Ιούνιο, και Ιούλιο 2014, οφείλει αποζημίωση χρήσης για την, παρακράτηση του μισθίου, και όχι "μισθώματα" όπως ζήτησαν, με την ένδικη αγωγή, οι ενάγοντες, και ορθώς το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο απέρριψε ως μη νόμιμο το σχετικό κονδύλιο, τα όσα δε αντίθετα υποστηρίζει η εκκαλούσα-εναγόμενη, με τον τέταρτο λόγο της έφεσής της (δυσμενείς αιτιολογίες κ.λπ.) είναι αβάσιμα και απορριπτέα...".

Όπως αναφέρθηκε στην αμέσως παραπάνω μείζονα σκέψη η αποζημίωση για την άυλη εμπορική αξία που ρυθμίζεται από τα άρθρα 60 και 61 του π.δ. 34/1995 καταβαλλόταν από τον εκμισθωτή στον μισθωτή, όταν ο τελευταίος απέδιδε το μίσθιο κατά την λήξη της μίσθωσης, η οποία είχε ως λόγο την συμπλήρωση της δωδεκαετίας Στην προκειμένη περίπτωση η προσβαλλόμενη απόφαση δέχθηκε ότι συμφωνήθηκε να δοθεί από τη μισθώτρια εταιρία στους εκμισθωτές κατά την κατάρτιση της μισθωτικής σύμβασης ως άυλη εμπορική αξία, το ποσό των 1.111 ευρώ μηνιαία και συνολικά για όλα τα μισθωτικά έτη ποσό 199.980 ευρώ, το οποίο και προκαταβλήθηκε και απορρίφθηκε ο λόγος έφεσης της μισθώτριας ότι το ποσό αυτό συμπεριλαμβανόταν στο συμφωνηθέν μηνιαίο μίσθωμα.

Επομένως το Εφετείο παραδεκτά και ορθώς κατ' αποτέλεσμα απέρριψε το αγωγικό αίτημα για καταβολή μισθωμάτων, πλην όμως το αιτιολογικό της απόφασης που σαν τέτοιο νοείται η νομική αιτία, ήτοι οι διατάξεις του νόμου που αποτελούν τη μείζονα πρόταση του νομικού συλλογισμού και δεν ταυτίζονται με την αιτιολογία της αποφάσεως, οι οποίες ανάγονται στην ελάσσονα πρόταση του συλλογισμού αυτού, είναι εσφαλμένο, αφού τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε η προσβαλλόμενη υπάγονται σε άλλον κανόνα δικαίου (συμφωνηθέν μίσθωμα, καταβολή αέρα) εφόσον η υπαγωγή αυτή απολήγει σε πόρισμα όμοιο προς το διατακτικό της αποφάσεως.

Η αιτιολογία αυτή, εξάλλου, βλάπτει την αναιρεσείουσα, αφού, παρά το γεγονός ότι απορρίφθηκε η έφεση των αναιρεσίβλητων κατά της πρωτόδικης αποφάσεως και απορίφθηκε τελεσιδίκως το αγωγικό αίτημα για καταβολή μισθωμάτων, βλάπτεται από την πιο πάνω αιτιολογία της προσβαλλόμενης απόφασης, από την οποία δημιουργείται δεδικασμένο σε άλλη δίκη για τη νομιμότητα της αγωγής, ερειδομένης στην προαναφερόμενη διάταξη.

Στην συγκεκριμένη περίπτωση μάλιστα η αναιρεσείουσα άσκησε ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών την από 16-10-2014 αγωγή της με την οποία ζητούσε να υποχρεωθούν οι αναιρεσίβλητοι να της επιστρέψουν το ποσό των 112.533,22 ευρώ που αντιστοιχεί σε προκαταβληθέντα σύμφωνα με τα προαναφερόμενα μισθώματα για το διάστημα από τη λύση της μίσθωσης (1-5-2014) μέχρι τον συμφωνηθέντα χρόνο λήξης αυτής (31-3-2023).

Επι της αγωγής αυτής εκδόθηκε η με αριθμό 1625/2017 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών που ανέστειλε τη συζήτησή της μέχρι την έκδοση τελεσίδικης απόφασης επί της αγωγής επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση. Επομένως ο σχετικός από το άρθρο 559 αριθ. 1 του ΚΠολΔ πρώτος λόγος της αναιρέσεως κατά το δεύτερο σκέλος του είναι βάσιμος και πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, ως προς την αιτιολογία αυτής ότι μεταξύ των εκμισθωτών νυν αναιρεσιβλήτων και της μισθώτριας νυν αναιρεσείουσας κατά την κατάρτιση της σύμβασης μίσθωσης συμφωνήθηκε να δοθεί από τη μισθώτρια εταιρία στους εκμισθωτές ως άυλη εμπορική αξία, το ποσό των 1.111 ευρώ μηνιαία και συνολικά για όλα τα μισθωτικά έτη ποσό 199.980 ευρώ, το οποίο και προκαταβλήθηκε και ότι το ποσό αυτό δεν συμπεριλαμβανόταν στο συμφωνηθέν μηνιαίο μίσθωμα.

Κατόπιν τούτου, παρέλκει η έρευνα του δεύτερου λόγου της αναίρεσης, από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, που αναφέρονται στην ίδια αιτιολογία της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, καθώς η αναιρετική εμβέλεια του δεύτερου σκέλους του πρώτου λόγου, που έγινε δεκτός, καταλαμβάνει το κεφάλαιο τούτο και καθιστά αλυσιτελή την εξέταση του δεύτερου λόγου που διατυπώνεται με την αίτηση αναίρεσης και οδηγεί στο ίδιο αποτέλεσμα [αναίρεση της προσβαλλόμενης απόφασης, επειδή έκρινε ότι το μηνιαίο ποσό των 1.111 ευρώ και το συνολικό ποσό των 112.533,22 ευρώ που αντιστοιχεί σε προκαταβληθέντα μισθώματα για το διάστημα από τη λύση της μίσθωσης (1-5-2014 ) μέχρι τον συμφωνηθέντα χρόνο λήξης αυτής (31-3-2023 αποτελεί καταβληθείσα αποζημίωση ως άυλη εμπορική αξία].

Από τη διάταξη του άρθρ. 587 ΑΚ που εφαρμόζεται και στις εμπορικές μισθώσεις που διέπονται από το ΠΔ 34/1995 ορίζεται ότι: "Με την καταγγελία αίρεται για το μέλλον η μισθωτική σχέση και επιστρέφεται το μίσθωμα που τυχόν προκαταβλήθηκε για το χρόνο μετά την καταγγελία". Περαιτέρω από τη διάταξη του άρθρ. 601 ΑΚ ορίζεται ότι "Ο μισθωτής, για όσο χρόνο παρακρατεί το μίσθιο μετά τη λήξη της μίσθωσης, οφείλει ως αποζημίωση το συμπεφωνημένο μίσθωμα, χωρίς αυτό να αποκλείει το δικαίωμα του εκμισθωτή να απαιτήσει και άλλη περαιτέρω ζημία".

Κατά τη διάταξη αυτή προϋποθέσεις για την απαίτηση του συμφωνημένου μισθώματος, ως αποζημιώσεως χρήσεως είναι η λήξη της μίσθωσης και η μετά ταύτα παράνομη παρακράτηση του μισθίου από τον μισθωτή, ανεξάρτητα από τυχόν πταίσμα του και χωρίς να ερευνάται αν ο εκμισθωτής υπέστη ζημία από την καθυστέρηση της απόδοσης.

Η αποζημίωση αυτή δεν έχει το χαρακτήρα μισθώματος και για την καταβολή της δεν υφίσταται εκ του νόμου δήλη ημέρα, ώστε με την παρέλευσή της να καθίσταται ο οφειλέτης μισθωτής, που παρακρατεί το μίσθιο, υπερήμερος κατ' άρθρο 341 εδ. α' ΑΚ και να υποχρεούται έκτοτε στην καταβολή τόκων υπερημερίας Επίσης από τις παραπάνω διατάξεις προκύπτει ότι αν μετά τη λήξη της μισθώσεως λόγω καταγγελίας από τον μισθωτή ο εκμισθωτής αρνείται να παραλάβει το μίσθιο, ο τελευταίος περιέρχεται σε υπερημερία δανειστή κατά την έννοια της ΑΚ 351 και επομένως δεν νοείται κατά το διάστημα αυτό της υπερημερίας παρακράτηση του μισθίου και επομένως δεν οφείλεται από τον μισθωτή αποζημίωση κατά την έννοια της άνω διατάξεως.

Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 578 ΚΠολΔ, αν το αιτιολογικό της προσβαλλόμενης απόφασης κρίνεται εσφαλμένο αλλά το διατακτικό της ορθό, ο Άρειος Πάγος απορρίπτει την αναίρεση, εκτός αν υπάρχει έννομο συμφέρον να αποτραπεί δεδικασμένο, οπότε αναιρείται η απόφαση μόνο ως προς την εσφαλμένη αιτιολογία της. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής έννομο συμφέρον να αποτραπεί δεδικασμένο υπάρχει όταν ο αναιρεσείων διάδικος βλάπτεται από την αιτιολογία της απόφασης και συγκεκριμένα αν από αυτήν δημιουργείται δεδικασμένο σε βάρος του σε άλλη δίκη, αν δηλαδή η αιτιολογία της απόφασης αποτελεί στοιχείο του δικαιώματος που κρίθηκε στη δίκη και στηρίζει το διατακτικό της, οπότε αναιρείται η απόφαση μόνο ως προς την εσφαλμένη αιτιολογία της (ΑΠ 60/2011 πρβλ. ΑΠ 2315/2009). Δεν δημιουργείται όμως δεδικασμένο κατά τις διατάξεις των άρθρων 321 και επ. ΚΠολΔ, όταν το δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση περιέλαβε σ' αυτήν πλεοναστικές αιτιολογίες, δηλαδή αιτιολογίες που δεν ήταν αναγκαίες για την κρίση της διαφοράς. Έτσι, στην περίπτωση αυτή, εφόσον δεν τίθεται ζήτημα αποτροπής δεδικασμένου από τις πλεοναστικές αιτιολογίες, δεν ιδρύεται λόγος αναίρεσης από το άρθρο 578 ΚΠολΔ (ΑΠ 342/2013, ΑΠ 77/2009).

Κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, λόγος αναιρέσεως για έλλειψη νόμιμης βάσεως της αποφάσεως, ιδρύεται όταν δεν προκύπτουν σαφώς, από το αιτιολογικό της, τα περιστατικά που είναι αναγκαία για την κρίση του Δικαστηρίου -στη συγκεκριμένη περίπτωση, περί της συνδρομής των νομίμων όρων και προϋποθέσεων της διατάξεως που εφαρμόσθηκε ή περί της μη συνδρομής τούτων, που αποκλείει την εφαρμογή της-, καθώς και όταν η απόφαση έχει ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες στο νομικό χαρακτηρισμό των περιστατικών που έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης (Ολ.ΑΠ 5/1994).

Με τον πρώτο σκέλος του πρώτου λόγου της αναίρεσης της νικήσασας κατά τα παραπάνω αναιρεσείουσας, προσάπτονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι προβλεπόμενες από το άρθρο 559 αριθμ. 19, αριθμ. 10 και αριθμ. 11γ ΚΠολΔ πλημμέλειες, διότι η προσβαλλόμενη απόφαση έχει ανεπαρκείς αιτιολογίες στο νομικό χαρακτηρισμό των περιστατικών που έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης (αριθμ. 19) αναφορικά με την αποζημίωση χρήσεως μετά τη λύση της μίσθωσης και το χρονικό διάστημα για το οποίο υποχρεούται η αναιρεσείουσα να καταβάλει αυτή την αποζημίωση, ότι δεν καθίσταται από αυτή αδιστάκτως βέβαιο ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη τα έγγραφα που προσδιορίζει και επικαλέσθηκε και προσκόμισε στο Δικαστήριο (αριθμ. 11γ), και γιατί δεν αναφέρει τα αποδεικτικά μέσα στα οποία στηρίχθηκε για να καταλήξει στο συμπέρασμα ότι το μηνιαίο ποσό των 1.111 ευρώ αντιστοιχεί στην άυλη εμπορική αξία του μισθίου.

Από την παραδεκτή κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης και ειδικότερα της προσβαλλόμενης απόφασης ως προς το ενδιαφέρον τμήμα τον παρόντα λόγο αναίρεσης, το Εφετείο δέχθηκε ανελέγκτως ως αποδειχθέντα τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "...Από τα ίδια, ως άνω, αποδεικτικά μέσα, αποδείχθηκε ότι η εναγομένη μισθώτρια απεχώρησε από το μίσθιο στις 30.7.2014 και κατά συνέπεια για τους μήνες Μάϊο, Ιούνιο, και Ιούλιο 2014, οφείλει αποζημίωση χρήσης για την παρακράτηση του μισθίου και όχι "μισθώματα" όπως ζήτησαν, με την ένδικη αγωγή, οι ενάγοντες, και ορθώς το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο απέρριψε ως μη νόμιμο το σχετικό κονδύλιο, τα όσα δε αντίθετα υποστηρίζει η εκκαλούσα - εναγόμενη, με τον τέταρτο λόγο της έφεσής της (δυσμενείς αιτιολογίες κ.λπ.) είναι αβάσιμα και απορριπτέα...".

Η τελευταία αιτιολογία ότι η εναγομένη μισθώτρια απεχώρησε από το μίσθιο στις 30.7.2014 και κατά συνέπεια για τους μήνες Μάϊο, Ιούνιο, και Ιούλιο 2014, οφείλει αποζημίωση χρήσης για την παρακράτηση του μισθίου εκφέρθηκε εκ περισσού, αφού δεν ήταν αναγκαία για την κρίση της διαφοράς, εφόσον το αγωγικό αίτημα ήταν η καταβολή μισθωμάτων και όχι η αποζημίωση χρήσεως και με την άσκηση της εφέσεως εκ μέρους των αναιρεσίβλητων η υπόθεση είχε μεταβιβαστεί μέσα στα όρια που καθορίζονταν με την έφεση αυτή και συγκεκριμένα μεταξύ των άλλων αναφορικά με τα ζητούμενα από αυτούς με την ένδικη αγωγή μισθώματα, ως προς τα οποία και μόνο είχε γίνει εν μέρει δεκτή πρωτοδίκως η αγωγή αυτή, και απορρίφθηκε ως μη νόμιμη για τα μισθώματα που αφορούσαν χρονικό διάστημα μετά την λύση της μίσθωσης, γιατί μετά την εν λόγω λύση οφείλεται αποζημίωση χρήσης και όχι μισθώματα.

Ως εκ τούτου εφόσον το δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση περιέλαβε σ' αυτή πλεοναστικές αιτιολογίες δηλαδή αιτιολογίες που δεν ήταν αναγκαίες για την κρίση της διαφοράς, δεν τίθεται ζήτημα αποτροπής δεδικασμένου από τις πλεοναστικές αιτιολογίες, και δεν υπάρχει, έννομο συμφέρον να αποτραπεί δεδικασμένο με την αναίρεση της προσβαλλόμενης αποφάσεως ως προς την εν λόγω αιτιολογία της ακόμη και στην περίπτωση κατά την οποία αυτή ήταν, ενδεχομένως, εσφαλμένη, εφόσον στην περίπτωση αυτή, σύμφωνα με τα παραπάνω, δεν δημιουργείται δεδικασμένο.

Επομένως ο πρώτος λόγος αναίρεσης κατά το πρώτο σκέλος του με τον οποίο προσάπτονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι προβλεπόμενες από το άρθρο 559 αριθμ. 19, αριθμ. 10 και αριθμ. 11γ ΚΠολΔ πλημμέλειες, πρέπει να απορριφθεί για έλλειψη εννόμου συμφέροντος από την αναιρεσείουσα. Για τον ίδιο λόγο, έλλειψη εννόμου συμφέροντος από την αναιρεσείουσα, πρέπει να απορριφθεί και ο τρίτος λόγος αναίρεσης με τον οποίο προσάπτονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι προβλεπόμενες από το άρθρο 559 αρ. 1, 8 και 19 ΚΠολΔ πλημμέλειες και αναφέρονται στην ίδια αιτιολογία της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης που αφορά την αποζημίωση χρήσεως και το χρονικό διάστημα κατά το οποίο υποχρεούται να καταβάλλει αυτή την αποζημίωση η αναιρεσείουσα.

Μετά ταύτα, πρέπει να αναιρεθεί εν μέρει η προσβαλλομένη απόφαση, ως προς την αιτιολογία αυτής ότι συμφωνήθηκε να δοθεί από τη μισθώτρια εταιρία στους εκμισθωτές κατά την κατάρτιση της μισθωτικής σύμβασης ως άυλη εμπορική αξία, το ποσό των 1.111 ευρώ μηνιαία και συνολικά για όλα τα μισθωτικά έτη ποσό 199.980 ευρώ, το οποίο και προκαταβλήθηκε και να παραπεμφθεί η υπόθεση, για περαιτέρω εκδίκαση μόνο κατά το μέρος αυτό, στο ίδιο δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλο δικαστή, πλην εκείνου που δίκασε προηγουμένως (άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ) (ΑΠ 181/ 2009).

Τέλος πρέπει να διαταχθεί η επιστροφή στην αναιρεσείουσα του παραβόλου που κατέβαλε (άρθρ. 495 παρ. 4 ΚΠολΔ) και να καταδικαστούν οι αναιρεσίβλητοι, που ηττήθηκαν στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας που έχει υποβάλει προτάσεις (άρθρ. 176, 183 ΚΠολΔ) κατά τα οριζόμενα στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση της αναίρεσης ως προς το δεύτερο αναιρεσίβλητο.

Διατάσσει το χωρισμό της υπόθεσης ως προς τους λοιπούς διαδίκους.

Αναιρεί εν μέρει την υπ` αριθμ. 1844/2018 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, ως προς τους παριστάμενους διαδίκους και ως προς την αιτιολογία που αναφέρεται και προσδιορίζεται στο αιτιολογικό και ειδικότερα ως προς την αιτιολογία αυτής ότι συμφωνήθηκε να δοθεί από τη μισθώτρια εταιρία στους εκμισθωτές κατά την κατάρτιση της μισθωτικής σύμβασης ως άυλη εμπορική αξία, το ποσό των 1.111 ευρώ μηνιαία και συνολικά για όλα τα μισθωτικά έτη ποσό 199.980 ευρώ, το οποίο και προκαταβλήθηκε.

Παραπέμπει την υπόθεση, ως προς τους αμέσως παραπάνω διαδίκους για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, συντιθέμενο από άλλο δικαστή.

Διατάσσει την επιστροφή του κατατεθέντος παραβόλου στην αναιρεσείουσα. Και

Καταδικάζει τον πρώτο αναιρεσίβλητο στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, τα οποία ορίζει στο ποσό των δυο χιλιάδων τριακοσίων (2.300) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 24 Απριλίου 2020.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 19 Ιουνίου 2020.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ