Supreme Court allows appeal against debt restructuring decision, remanding case for further trial on insolvency grounds.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court of Greece allowed the appeal against a first-instance decision regarding the debtor's debt restructuring. The appellant argued that the lower court failed to verify the existence of fraudulent intent, which is a prerequisite for the statutory debt relief scheme. The court accepted this argument, finding the other grounds inadmissible due to the principle of non-redundancy, and remanded the case for a new trial.
Legislator headnote
AI generatedArt. 1 para. 1 of Law 3869/2010; Art. 560 nos. 5, 6 of the Code of Civil Procedure: The Supreme Court may allow an appeal against a decision on debt restructuring if the lower court failed to verify the absence of fraud, remanding the case for further examination of the insolvency grounds.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 755 / 2018 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 755/2018
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ’ Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Κιουρκτσόγλου - Πετρουλάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ειρήνη Καλού, Σοφία Ντάντου, Χρήστο Βρυνιώτη και Γεώργιο Χοϊμέ, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 2 Μαρτίου 2018, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Χ. Β. του Γ., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Βασιλική Τυχάλα.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία "ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ ΑΕ", που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, 2) ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία "ALPHA ΤΡΑΠΕΖΑ ΑΕ", που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, ατομικά και ως καθολικής διαδόχου της ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία "ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΑΕ" και 3) ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ ΠΕΙΡΑΙΩΣ ΑΕ", που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, εκ των οποίων η 1η εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ιωάννη Χατζηαντωνίου, η 2η εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Χρήστο Ανδρουτσόπουλο με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και η 3η εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Μαρία Δημοπούλου με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 24-10-2012 αίτηση της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Αθηνών.
Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 598/2016 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 5214/2017 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών.
Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 20-7-2017 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγητή τον Αρεοπαγίτη Γεώργιο Χοϊμέ, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.
Η πληρεξούσια της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης αναίρεσης, ο πληρεξούσιος της 1ης των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με τη διάταξη της παραγράφου 1 του άρθρου 1 του ν. 3869/2010 ("Ρύθμιση των οφειλών υπερχρεωμένων φυσικών προσώπων..."), όπως το άρθρο αυτό ίσχυε και εφαρμόζεται στην προκείμενη υπόθεση πριν αντικατασταθεί με το άρθρο 1 παρ. 1 της ΥΠΟΠΑΡ. Α.4 του άρθρου 2 του ν. 4336/2015 (ΦΕΚ 94/Α/14-8-2015) που καταλαμβάνει, σύμφωνα με την παρ. 5 του άρθρου 2 της ΥΠΟΠΑΡ.
Α.4 του άρθρου 2 του ίδιου νόμου, τις αιτήσεις που υποβάλλονται μετά την έναρξη ισχύος του, ορίζεται ότι "φυσικά πρόσωπα που δεν έχουν πτωχευτική ικανότητα και έχουν περιέλθει, χωρίς δόλο, σε μόνιμη αδυναμία πληρωμής ληξιπρόθεσμων χρηματικών οφειλών τους (εφεξής οφειλέτες) δικαιούνται να υποβάλουν στο αρμόδιο δικαστήριο την αίτηση που προβλέπεται στην παράγραφο 1 του άρθρου 4 για τη ρύθμιση των οφειλών τους και απαλλαγή.
Την ύπαρξη δόλου αποδεικνύει ο πιστωτής". Σύμφωνα με τη διάταξη αυτή, απαραίτητη προϋπόθεση για την υπαγωγή στο ρυθμιστικό πεδίο εφαρμογής του ν. 3869/2010 είναι ο οφειλέτης να έχει περιέλθει, χωρίς δόλο, σε μόνιμη (και γενική) αδυναμία πληρωμής των ληξιπρόθεσμων χρηματικών οφειλών του. Ο ν. 3869/2010 θεωρεί δεδομένη την έννοια του δόλου από τη γενική θεωρία του αστικού δικαίου.
Στο πεδίο του τελευταίου ο δόλος, ως μορφή πταίσματος, προβλέπεται στη διάταξη του άρθρου 330 ΑΚ, με την οποία ορίζεται ότι "ο οφειλέτης ενέχεται, αν δεν ορίστηκε κάτι άλλο, για κάθε αθέτηση της υποχρέωσής του από δόλο ή αμέλεια, δική του ή των νόμιμων αντιπροσώπων του. Αμέλεια υπάρχει όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια που απαιτείται στις συναλλαγές".
Η εν λόγω διάταξη θεσπίζει δύο μορφές πταίσματος, το δόλο και την αμέλεια. Ενώ όμως δίνει ορισμό της αμέλειας, τον προσδιορισμό του δόλου αφήνει στην επιστήμη και τη νομολογία. Η έννοια του δόλου, όπως γίνεται δεκτή και στο πεδίο του αστικού δικαίου, συμπίπτει με εκείνη του άρθρου 27 παρ. 1 ΠΚ, που ορίζει ότι "με δόλο (με πρόθεση) πράττει όποιος θέλει την παραγωγή των περιστατικών που κατά το νόμο απαρτίζουν την έννοια κάποιας αξιόποινης πράξης επίσης όποιος γνωρίζει ότι με την πράξη του ενδέχεται να παραχθούν αυτά τα περιστατικά και το αποδέχεται".
Η τελευταία αυτή διάταξη διακρίνει το δόλο σε άμεσο και ενδεχόμενο. Ορίζει δε ότι με άμεσο δόλο πράττει αυτός που "θέλει" την παραγωγή του εγκληματικού αποτελέσματος, καθώς και εκείνος που δεν επιδιώκει μεν αυτό, προβλέπει όμως ότι τούτο αποτελεί αναγκαία συνέπεια της πράξης του και, παρά ταύτα, δεν αφίσταται αυτής.
Αντίθετα, με ενδεχόμενο δόλο πράττει εκείνος που προβλέπει το εγκληματικό αποτέλεσμα ως δυνατή συνέπεια της πράξης του και το "αποδέχεται". Η διάταξη αυτή ισχύει και για τις ενοχές άλλων κλάδων του ενοχικού δικαίου και έτσι αποκτά γενικότερη σημασία που ξεπερνά το πλαίσιο της ευθύνης από προϋφιστάμενη ενοχή.
Περαιτέρω, από τη διατύπωση της παρ. 1 εδάφ. α’ του άρθρου 1 του ν. 3869/2010 προκύπτει ότι το στοιχείο του δόλου αναφέρεται στην "περιέλευση" του οφειλέτη σε κατάσταση μόνιμης (και γενικής) αδυναμίας πληρωμών. Επομένως, το στοιχείο του δόλου δύναται να συντρέχει τόσο κατά το χρόνο ανάληψης της οφειλής όσο και κατά το χρόνο μετά την ανάληψη αυτής.
Ο δόλος πρέπει να αντιμετωπίζεται κατά τον ίδιο τρόπο είτε είναι αρχικός είτε είναι μεταγενέστερος. Το κρίσιμο ζήτημα είναι το περιεχόμενο του δόλου και όχι ο χρόνος που αυτός εκδηλώθηκε. Στην περίπτωση της παρ. 1 του άρθρου 1 του ν. 3869/2010, ο οφειλέτης ενεργεί δολίως όταν με τις πράξεις ή παραλείψεις του επιδιώκει την αδυναμία των πληρωμών του ή προβλέπει ότι οδηγείται σε αδυναμία πληρωμών και δεν αλλάζει συμπεριφορά, αποδεχόμενος το αποτέλεσμα αυτό.
Ειδικότερα, πρόκειται για τον οφειλέτη εκείνον ο οποίος καρπούται οφέλη από την υπερχρέωσή του με την απόκτηση κινητών ή ακινήτων, πλην όμως είτε γνώριζε κατά την ανάληψη των χρεών ότι είναι αμφίβολη η εξυπηρέτησή τους είτε από δική του υπαιτιότητα βρέθηκε μεταγενέστερα σε κατάσταση αδυναμίας πληρωμών (ΑΠ 286/2017, ΑΠ 153/2017, ΑΠ 65/2017).
Η τελευταία περίπτωση συντρέχει και όταν ο οφειλέτης, εν γνώσει του, χειροτερεύει την οικονομική του θέση με τρόπο που δεν συνάδει με την περιουσία του, το εισόδημά του και τη γενικότερη θέση του και, συγκεκριμένα, όταν δεν φροντίζει για τη διατήρηση του ενεργητικού της περιουσίας του και τη σωστή διαχείρισή του ή όταν προβαίνει σε κατασπατάληση του εισοδήματός του ή των περιουσιακών του στοιχείων, με αποτέλεσμα να μειώνει τη δυνητική ροή ρευστότητας που διαθέτει.
Εξάλλου, όπως έχει ήδη αναφερθεί, ο δόλος του οφειλέτη πρέπει να συνδέεται με την πρόκληση της μόνιμης (και γενικής) αδυναμίας να εξοφλήσει τα χρέη του, δηλαδή η πρόκληση της μόνιμης αδυναμίας πρέπει να οφείλεται σε δόλο του. Ειδικά, στην περίπτωση μεταβίβασης από τον οφειλέτη περιουσιακού του στοιχείου, κατά την τελευταία τριετία πριν από την υποβολή της αίτησης του άρθρου 4 παρ. 1 ν. 3869/2010, που είναι υποχρεωμένος να δηλώσει ο οφειλέτης (άρθρ. 4 παρ. 2 εδάφ.
β’ του νόμου αυτού), με βάση και το καθήκον του για ειλικρινή δήλωση, κατ’ άρθρ. 10 παρ. 1 του ίδιου νόμου (ΑΠ 636/2017), θα πρέπει αυτή να συνδέεται, άμεσα ή έμμεσα, με την περιέλευσή του σε μόνιμη αδυναμία πληρωμών ώστε να θεμελιωθεί δόλια συμπεριφορά κατά την έννοια του άρθρ. 1 παρ. 1 του πιο πάνω νόμου, πράγμα που συμβαίνει όταν η μεταβίβαση επιδρά σε σημαντικό βαθμό στη δυνατότητα εξυπηρέτησης των χρεών του και ο ίδιος επεδίωξε ή προέβλεψε ως δυνατό το αποτέλεσμα αυτό.
Πότε συμβαίνει τούτο εξετάζεται κατά περίπτωση, συνήθως δε θα πρόκειται για καταδολιευτικές μεταβιβάσεις υπό την έννοια των άρθρ. 939 επ. ΑΚ, οι οποίες, ανάλογα με την περίπτωση, μπορεί να συνιστούν είτε δολιότητα του οφειλέτη, εφόσον συνδέονται με την περιέλευσή του σε αδυναμία πληρωμών, είτε καταχρηστική συμπεριφορά, εφόσον πρόκειται για απρόσοδο ακίνητο, το οποίο, όμως, θα μπορούσε να ρευστοποιηθεί στο πλαίσιο του άρθρ. 9 παρ. 1 του νόμου, ή να θεμελιώσει ένταξη του οφειλέτη στη ρύθμιση του άρθρ. 9 παρ. 2 με όφελος για τους πιστωτές το 80% της αντικειμενικής του αξίας (όπως το άρθρο 9 ίσχυε και εφαρμόζεται στην παρούσα περίπτωση πριν αντικατασταθεί με το άρθρ. 1 παρ. 18 της ΥΠΟΠΑΡ.
Α.4 του άρθρου 2 ν. 4336/2015 και, ακολούθως, από 1-1-2016, με το άρθρ. 14 παρ. 1 και 11 ν. 4346/2015), οπότε μπορεί να στηριχθεί ένσταση από το άρθρ. 281 ΑΚ.
Συνεπώς, η μεταβίβαση περιουσιακού στοιχείου δεν συνδέεται πάντοτε με τη μόνιμη αδυναμία πληρωμών του οφειλέτη και δεν μπορεί, χωρίς άλλο, να στηρίξει ένσταση δολιότητας, αλλά θα πρέπει να ερευνώνται και άλλοι παράγοντες και, συγκεκριμένα, πρωταρχικά η άμεση ή έμμεση επίδραση και συμβολή της εκποίησης στην περιέλευση του οφειλέτη σε μόνιμη αδυναμία (π.χ.
εκποίηση κεντρικού καταστήματος που του απέφερε σημαντικό μίσθωμα, το οποίο συνέβαλε σημαντικά στην εξυπηρέτηση των ληξιπρόθεσμων δόσεων και το οποίο στερήθηκε), καθώς και η πρόθεσή του να προκαλέσει την έλλειψη ρευστότητας, ακόμη οι λόγοι που ώθησαν τον οφειλέτη στην ενέργεια της εκποίησης, η αξία του ακινήτου σε σχέση με το ύψος των χρεών, το ρευστοποιήσιμο ή μη του περιουσιακού στοιχείου, η χαριστική ή μη μεταβίβαση και η διάθεση του προϊόντος της εκποίησης, η ύπαρξη άλλων αξιόλογων περιουσιακών στοιχείων που δεν μεταβιβάστηκαν και μπορούν να αξιοποιηθούν για την εξυπηρέτηση των χρεών, ο χρόνος που έλαβε χώρα η μεταβίβαση, ιδίως σε σχέση με τη δυνατότητα ένταξης του οφειλέτη στο νόμο και την εξυπηρέτηση ή μη κατά το χρονικό αυτό σημείο των χρεών του κ.λπ.
Όπως, εξάλλου, προκύπτει από την πρόβλεψη του εδαφίου β’ της παρ. 1 του ίδιου άρθρου 1 του ν. 3869/2010, σύμφωνα με την οποία την ύπαρξη του δόλου αποδεικνύει ο πιστωτής, το επιλαμβανόμενο της υπόθεσης δικαστήριο ερευνά την ύπαρξη του δόλου όχι αυτεπαγγέλτως, αλλά, όπως είναι αυτονόητο και γι’ αυτό παραλείφθηκε στο νόμο, κατά πρόταση πιστωτή, ο οποίος πρέπει να προτείνει τον εν λόγω ισχυρισμό κατά τρόπο ορισμένο, ήτοι με σαφή έκθεση των γεγονότων που τον θεμελιώνουν (πρβλ.
άρθρ. 262 παρ. 1 ΚΠολΔ), και να τον αποδείξει (ΑΠ 286/2017, ΑΠ 153/2017, ΑΠ 65/2017). Ο δόλος αποτελεί αόριστη νομική έννοια και, άρα, ελέγχεται αναιρετικά η απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας για το αν τα περιστατικά που έγιναν ανελέγκτως δεκτά απ’ αυτό υπάγονται ή όχι στη νομική έννοια του δόλου (ΑΠ 1299/ 2015), ήτοι ως πλημμέλειες του άρθρου 559 αριθμ. 1 και 19 ΚΠολΔ (ή του άρθρου 560 αριθμ. 1 και 6 του ίδιου Κώδικα).
Επίσης, κατά τη διάταξη του άρθρου 14 του ν. 3869/2010, οι αποφάσεις του δικαστηρίου υπόκεινται σε έφεση και αναίρεση σύμφωνα με το άρθρο 560 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας. Έτσι, κατά το άρθρο 560 αριθμ. 1 εδάφ. α’ του Κώδικα αυτού, "κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των πρωτοδικείων που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών...".
Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή.
Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ’ ουσίαν, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται με βάση τα πραγματικά περιστατικά που ανέλεγκτα το δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν και την υπαγωγή τους στο νόμο και ιδρύεται αυτός ο λόγος αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παραβίαση.
Με το λόγο αυτόν δεν επιτρέπεται να πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, υπό την επίκληση ότι αυτή παραβίασε κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο κατά το άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ (ΑΠ 849/2007). Ενώ, κατά την έννοια του ίδιου άρθρου 560 αριθμ. 1 εδάφ. β’ ΚΠολΔ, η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας ιδρύει λόγο αναίρεσης μόνο αν αυτά αφορούν την ερμηνεία κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σ’ αυτούς, δηλαδή, όταν το δικαστήριο χρησιμοποιεί εσφαλμένα ή παραλείπει εσφαλμένα να χρησιμοποιήσει διδάγματα κοινής πείρας, ήτοι τις αρχές για την εξέλιξη των πραγμάτων, που συνάγονται από την παρατήρηση του καθημερινού βίου, την επιστημονική έρευνα και την επαγγελματική ενασχόληση, για να βρει την έννοια κάποιου κανόνα δικαίου ή να υπαγάγει σ’ αυτόν τα πραγματικά περιστατικά της διαφοράς, όχι, όμως, και όταν χρησιμεύουν για την εξακρίβωση από το δικαστήριο της ύπαρξης πραγματικών περιστατικών ή προς εκτίμηση της αποδεικτικής αξίας των αποδεικτικών μέσων που προσκομίστηκαν, γιατί, στην περίπτωση αυτή, πρόκειται για εκτίμηση πραγμάτων, η οποία είναι αναιρετικά ανέλεγκτη κατ’ άρθρ. 561 παρ. 1 ΚΠολΔ (ΑΠ 385/2015, ΑΠ 266/ 2015, ΑΠ 1591/2014).
Πρέπει, συναφώς, να αναφέρεται στο αναιρετήριο ποία συγκεκριμένα διδάγματα της κοινής πείρας παραβιάστηκαν, ο κανόνας δικαίου, στην εξειδίκευση του οποίου δεν χρησιμοποιήθηκαν ή χρησιμοποιήθηκαν εσφαλμένα και σε τι ακριβώς συνίσταται η παραβίαση (ΑΠ 704/2017, ΑΠ 951/2015, ΑΠ 222/2015). Επιπροσθέτως, πρέπει να αναφέρεται ο τρόπος, κατά τον οποίο παραβιάστηκαν τα διδάγματα αυτά, καθώς και η, κατά τον αναιρεσείοντα, ορθή έννοια του κανόνα δικαίου, ο οποίος προκύπτει απ’ αυτά που το δικαστήριο, εσφαλμένα, χρησιμοποίησε.
Ακόμη, κατά τη διάταξη του άρθρου 560 αριθμ. 6 του ΚΠολΔ, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του ν. 4335/2015 και ισχύει, κατ’ άρθρ. 1 άρθρο ένατο παρ. 2 και 4 του νόμου αυτού, για τα ένδικα μέσα που κατατίθενται από 1-1-2016, όπως είναι και η ένδικη αίτηση αναίρεσης, κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των πρωτοδικείων που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί, όπως και εκείνη του άρθρου 559 αριθμ. 19 του ίδιου Κώδικα, κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο παρών λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία).
Για να είναι ορισμένος ο λόγος αυτός πρέπει να διαλαμβάνονται στο αναιρετήριο: α) οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης ή μνεία ότι αυτή δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, β) ο ισχυρισμός (αγωγικός, ένσταση) και τα περιστατικά που προτάθηκαν για τη θεμελίωσή του, ως προς τον οποίο η έλλειψη, η ανεπάρκεια ή η αντίφαση και η σύνδεσή του με το διατακτικό και γ) εξειδίκευση του σφάλματος του δικαστηρίου, δηλαδή, αν πρόκειται για παντελή έλλειψη αιτιολογίας, μνεία μόνο τούτου, αν πρόκειται για ανεπαρκή αιτιολογία, ποία επιπλέον περιστατικά έπρεπε να αναφέρονται ή ως προς τι υπάρχει έλλειψη νομικού χαρακτηρισμού και, αν πρόκειται για αντιφατικές αιτιολογίες, ποίες είναι αυτές, σε τι συνίσταται η αντίφαση και από πού προκύπτει.
Δεν έχει, όμως, εφαρμογή η διάταξη αυτή, όταν οι ελλείψεις ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων και, ιδίως, στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος που εξάγεται απ’ αυτές, γιατί στην κρίση του αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανέλεγκτα κατά το άρθρο 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ, εκτός αν δεν είναι σαφές και πλήρες το πόρισμα και για το λόγο αυτόν γίνεται αδύνατος ο αναιρετικός έλεγχος.
Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή γιατί δεν αποδείχθηκε. Τα επιχειρήματα του δικαστηρίου που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές, με βάση τις οποίες διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και, άρα, δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης, ώστε, στο πλαίσιο της υπόψη διάταξης του άρθρου 560 αριθμ. 6 (ή 559 αριθμ. 19) του ΚΠολΔ, αυτή να επιδέχεται μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναίρεσης ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς, οπότε ο σχετικός λόγος αναίρεσης είναι απαράδεκτος.
Ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 (ή 560) ΚΠολΔ μπορεί να εξεταστεί και ως λόγος από τον αριθμό 19 του ίδιου άρθρου και Κώδικα (ή από τον αριθμό 6 του άρθρου 560, αντίστοιχα), γιατί περιέχει σιωπηρά και παράπονο για έλλειψη νόμιμης βάσης (ΑΠ 823/2008). Τέλος, στην περίπτωση που το διατακτικό της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης στηρίζεται αυτοτελώς σε δύο ή περισσότερες επάλληλες ή επικουρικές αιτιολογίες και με τους λόγους της αναίρεσης πλήττεται η μία μόνο από αυτές, οι λόγοι αυτοί της αναίρεσης είναι, κατ’ άρθρ. 566 παρ. 1 και 577 παρ. 3 ΚΠολΔ, αλυσιτελείς, αφού οι μη πληττόμενες αιτιολογίες στηρίζουν επαρκώς το διατακτικό της απόφασης.
Το ίδιο συμβαίνει και στην περίπτωση που με τους λόγους της αναίρεσης πλήττονται όλες οι αιτιολογίες, αλλά η προσβολή της μίας από αυτές δεν τελεσφορεί (ΑΠ Ολομ. 25/2003, ΑΠ 154/2018, ΑΠ 1221/2017). Αλυσιτελείς είναι, επίσης, και οι λόγοι της αναίρεσης που πλήττουν πλεοναστικές αιτιολογίες (ΑΠ 1207/2017, ΑΠ 763/2016). Στην ερευνώμενη περίπτωση, το Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών, που δίκασε ως Εφετείο, με την πληττόμενη 5214/2017 απόφασή του, που εκδόθηκε κατά τη διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας (άρθρ. 3 εδάφ.
β’ ν. 3869/2010, 741 επ. ΚΠολΔ), δέχθηκε, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη, ως προς τα πραγματικά γεγονότα, κρίση του (άρθρ. 561 παρ. 1 ΚΠολΔ), τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: [Η αιτούσα - πρώτη εφεσίβλητη είναι ηλικίας 48 ετών, έχει τρία τέκνα, που γεννήθηκαν το έτος 1993, το έτος 1995 και το έτος 2002, αντίστοιχα, ενώ βρίσκεται σε διάσταση με τον σύζυγό της από το έτος 2015.
Από τον Απρίλιο του 2009 είναι εγγεγραμμένη στα μητρώα του ΟΑΕΔ, χωρίς να λαμβάνει επίδομα, ενώ απασχολήθηκε περιστασιακά στην εμπορική επιχείρηση του συζύγου της. Η πρώτη εφεσίβλητη είναι ιδιοκτήτρια της κύριας κατοικίας της, η οποία είναι ένα διαμέρισμα τετάρτου, υπέρ το ισόγειο, ορόφου, έτους κατασκευής 2004, συνολικής επιφάνειας 134 τ.μ., το οποίο βρίσκεται στην ..., επί της οδού ..., στην αποκλειστική χρήση του οποίου ανήκει μία υπόγεια αποθήκη, επιφάνειας 8,97 τ.μ., καθώς και μία ισόγεια θέση στάθμευσης, επιφάνειας 11,25 τ.μ.
Η αντικειμενική αξία του ακινήτου αυτού, που χρησιμεύει ως κύρια κατοικία της αιτούσας και των τέκνων της ανέρχεται στο ποσό των 143.461,48 ευρώ, όπως προκύπτει από το φύλλο υπολογισμού αξίας ακινήτου του έτους 2016 της αιτούσας. Επίσης, η πρώτη εφεσίβλητη είναι δικαιούχος εμπραγμάτου δικαιώματος επικαρπίας, κατά ποσοστό 100%, δύο διαμερισμάτων ισογείου ορόφου, επιφάνειας 49,49 τ.μ.
και 47,98 τ.μ., αντίστοιχα, έτους κατασκευής 1991, τα οποία βρίσκονται στη Χαλκίδα στη θέση "...", συνολικής αντικειμενικής αξίας 12.300,00 ευρώ περίπου και εκτιμώμενης εμπορικής αξίας 18.000 ευρώ. Την ψιλή κυριότητα των ως άνω διαμερισμάτων, μεταβίβασε η πρώτη εφεσίβλητη στον γιο της Γ. Έ., δυνάμει του .../12.11.2010 συμβολαίου γονικής παροχής της Συμβολαιογράφου Χαλκίδας Ε.
Μ., παρακρατώντας η ίδια το δικαίωμα ισόβιας επικαρπίας. Η προαναφερόμενη μεταβίβαση πραγματοποιήθηκε εντός της κρίσιμης τριετίας, δηλαδή δύο χρόνια πριν την κατάθεση της κρινόμενης αίτησης για υπαγωγή της πρώτης εφεσίβλητης στις ευεργετικές διατάξεις του Ν. 3869/2010. Επιπλέον, η πρώτη εφεσίβλητη έχει κατά πλήρη κυριότητα ένα ΙΧΕ αυτοκίνητο ,εργοστασιακής κατασκευής RENAULT CENIK, 1.600 κ.ε.
και έτους κυκλοφορίας 2001, το οποίο έχει εκτιμώμενη εμπορική αξία 1.600 ευρώ, λόγω της παλαιότητάς του και 15 μετοχές της ..., συνολικής αξίας - απόδοσης 6,00 ευρώ ετησίως. Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι σε χρόνο προγενέστερο του έτους από την κατάθεση της ένδικης αίτησης, η πρώτη εφεσίβλητη έχει αναλάβει τα παρακάτω χρέη προς τις μετέχουσες στη δίκη πιστώτριες, τα οποία ανέρχονται στα εξής ποσά: 1.
Στην εκκαλούσα "ΤΡΑΠΕΖΑ ΠΕΙΡΑΙΩΣ" οφείλει το ποσό των 43,260,84 ευρώ από την ... σύμβαση καταναλωτικού δανείου. 2. Στη δεύτερη εφεσίβλητη "ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε." οφείλει το συνολικό ποσό των 385.422 ευρώ από α) την ... σύμβαση στεγαστικού δανείου, β) την 4100574789 σύμβαση στεγαστικού δανείου, γ) την ... σύμβαση στεγαστικού δανείου, δ) την ...
σύμβαση στεγαστικού δανείου, για τη χορήγηση των οποίων η δεύτερη εφεσίβλητη ενέγραψε, προς εξασφάλισή της, προσημείωση υποθήκης επί της ανωτέρω περιγραφόμενης πρώτης κατοικίας της πρώτης εφεσίβλητης. 3. Στην τρίτη εφεσίβλητη "ALPHA ΤΡΑΠΕΖΑ ΑΕ." οφείλει το ποσό των 29.417,68 ευρώ, από α) την ... σύμβαση πιστωτικής κάρτας και β) την ...
σύμβαση πιστωτικής κάρτας. Από το σύνολο των ανωτέρω, συνάγεται ότι η εκκαλούσα εξακολουθεί να οφείλει τα ως άνω ποσά, τα οποία προέρχονται από τέσσερις συμβάσεις στεγαστικού δανείου, μία σύμβαση καταναλωτικού δανείου και δύο συμβάσεις πιστωτικών καρτών, που συνήψε με τέσσερα πιστωτικά ιδρύματα. Τα καθαρά οικογενειακά εισοδήματα της εκκαλούσας, όμως, παρουσιάζουν ένα σταθερό ύψος άνω των 50.000 ευρώ ετησίως, σύμφωνα με τα προσκομιζόμενα εκκαθαριστικά της σημειώματα.
Από όλα τα παραπάνω αποδειχθέντα προκύπτει ότι η πρώτη εφεσίβλητη, πέραν της ανειλικρινούς δήλωσής της, ως προς το ύψος των οικογενειακών ετήσιων εισοδημάτων της, τα οποία δεν δηλώνει με ακρίβεια, ενώ επιπλέον από τα προσκομιζόμενα εκκαθαριστικά σημειώματα των παρελθόντων ετών προκύπτει ότι ο σύζυγός της, ο οποίος διατηρεί εμπορική επιχείρηση, δηλώνει ακαθάριστα έσοδα ατομικής επιχείρησης το έτος 2012 ποσού 175.398,76 ευρώ, το έτος 2013 ποσού 79.494,05 ευρώ, το έτος 2014 ποσού 64.103,96 ευρώ, το έτος 2014 ποσού 98.010,19 ευρώ, προέβη σε μεταβιβάσεις ακινήτων, όπως προαναφέρθηκε, εντός της κρίσιμης τριετίας από την υποβολή της αίτησης.
Η πρώτη εφεσίβλητη με τις ανωτέρω μεταβιβάσεις αποσκοπούσε δολίως στη μη ικανοποίηση, έστω και μέρους, των απαιτήσεων των υπό κρίση πιστωτών της, οι οποίοι θα μπορούσαν να ικανοποιηθούν, έστω και κατά ένα μέρος, στην περίπτωση ρευστοποίησης της ακίνητης αυτής περιουσίας, καθώς τα εν λόγω ακίνητα αποτελούσαν ρευστοποιήσιμα περιουσιακά στοιχεία.
Κατόπιν των ανωτέρω, ο ισχυρισμός της εκκαλούσας πιστώτριας ότι η πρώτη εφεσίβλητη εκ δόλου περιήλθε σε αδυναμία πληρωμών, τον οποίο επαναφέρει με τον τρίτο λόγο της έφεσης, πρέπει να γίνει δεκτός, καθότι η πρώτη εφεσίβλητη προέβη σε μεταβίβαση της ψιλής κυριότητας ακινήτων της εντός της τελευταίας τριετίας πριν την υποβολή της αίτησης, από χαριστική αιτία, δηλαδή λόγω γονικής παροχής, ενώ αναγκάζει τους πιστωτές της σε συμβιβασμό λόγω της ανυπαρξίας ακινήτων της, συνεπεία της μεταβίβασης αυτής].
Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε, ως ουσιαστικά βάσιμη, την από 13-9-2016 έφεση της ήδη τρίτης αναιρεσίβλητης "ΤΡΑΠΕΖΑΣ ΠΕΙΡΑΙΩΣ Α.Ε." κατά της πρωτόδικης 598/2016 απόφασης του Ειρηνοδικείου Αθηνών που είχε κρίνει διαφορετικά, την οποία και εξαφάνισε και, στη συνέχεια, αφού κράτησε και δίκασε κατ’ ουσίαν την υπόθεση, απέρριψε την ένδικη, από 24-10-2012 αίτηση της αναιρεσείουσας ως ουσιαστικά αβάσιμη, κατά παραδοχή της σχετικής, κατ’ άρθρ. 1 παρ. 1 ν. 3869/2010, ένστασης της τότε εκκαλούσας - τρίτης αναιρεσίβλητης.
Ήδη, η αναιρεσείουσα, με τους πρώτο και τρίτο λόγους αναίρεσης, από τους αριθμούς 1 και 6 του άρθρου 560 ΚΠολΔ, προσάπτει στο παραπάνω δευτεροβάθμιο δικαστήριο τις αιτιάσεις ότι, με την πληττόμενη απόφασή του, παραβίασε, ευθέως, με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή, τις διατάξεις, ουσιαστικού δικαίου, των άρθρων 1 παρ. 1, 8 παρ. 2, 9 παρ. 1 και 10 παρ. 1 (σε συνδυασμό με άρθρο 4) του νόμου 3869/2010, αλλά και εκ πλαγίου, αφού διέλαβε σ’ αυτήν ανεπαρκείς, ασαφείς και αντιφατικές αιτιολογίες, που καθιστούν ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο για το αν εφαρμόστηκαν ορθά ή όχι οι διατάξεις αυτές, αναφορικά με την ύπαρξη ή όχι του δόλου της στην πρόκληση της μόνιμης αδυναμίας της για την πληρωμή των χρεών της, στερώντας την απόφασή του από νόμιμη βάση, καθώς επίσης παραβίασε και τα διδάγματα της κοινής πείρας κατά την υπαγωγή των προπαρατιθέμενων πραγματικών περιστατικών που δέχθηκε στη νομική έννοια του δόλου.
Ειδικότερα, οι αποδιδόμενες αιτιάσεις συνίστανται στο ότι το εν λόγω δικαστήριο 1) εσφαλμένα δέχθηκε ότι η αναιρεσείουσα: α) προέβη σε ανειλικρινή δήλωση ως προς το ύψος των οικογενειακών ετήσιων εισοδημάτων της, παραλείποντας να δηλώσει εκείνα του συζύγου της, παρότι βρίσκονται σε διάσταση από το έτος 2015, β) έχει καθαρό οικογενειακό ετήσιο εισόδημα τουλάχιστον 50.000 ευρώ, ενώ μάλιστα η επιχείρηση του (τέως) συζύγου της εμφανίζει μόνο ζημίες, με συνέπεια, κατά παράβαση και των διδαγμάτων της κοινής πείρας, να θεωρηθεί ότι δεν είναι ειλικρινής ως προς το ζήτημα αυτό και γ) είχε δόλο, κατά το χρόνο της μεταβίβασης, λόγω γονικής παροχής, στο γιο της Γ.
Έ., κατά ψιλή κυριότητα, των δύο ακινήτων (διαμερισμάτων), συνολικής αξίας 18.000 ευρώ, καθόσον τα ακίνητα αυτά που είναι παλιά (κατασκευής το έτος 1991), σύμφωνα και με τα διδάγματα της κοινής πείρας και της λογικής, δεν πληρούσαν τις προϋποθέσεις εκποίησης του άρθρου 9 παρ. 1 ν. 3869/2010, εξαιτίας της μικρής εμπορικής τους αξίας και της έλλειψης αγοραστικού ενδιαφέροντος, και δεν θα μπορούσαν να καλύψουν τις απαιτήσεις των πιστωτών της, στους οποίους και δεν επήλθε καμία ζημία, αν ληφθούν υπόψη και η ρύθμιση που διέταξε το πρωτοβάθμιο δικαστήριο και το γεγονός ότι η μεγαλύτερη εξασφάλιση που υφίστατο γι’ αυτούς ήταν η ύπαρξη της κύριας, μεγάλης αξίας, κατά τον κρίσιμο χρόνο, κατοικίας της (πρώτος λόγος από το άρθρο 560 παρ. 1 ΚΠολΔ) και 2) δεν αιτιολογεί το στοιχείο του "δόλου" που προκάλεσε στην αναιρεσείουσα, εξαιτίας των δύο αυτών μεταβιβάσεων, τη μόνιμη αδυναμία πληρωμών των χρεών της και, συγκεκριμένα, μεταξύ των άλλων, δεν διευκρινίζει γιατί το είδος του δικαιώματος (ψιλή κυριότητα) των δύο διαμερισμάτων που στις 12-11-2010 μεταβίβασε, του οποίου η αξία δεν προσδιορίζεται (όπως επίσης και οι οικονομικές της ανάγκες), συνδέεται αιτιωδώς με τη μόνιμη οικονομική της αδυναμία και γιατί οι μεταβιβάσεις αυτές επηρέασαν τη δυνατότητα εξυπηρέτησης των χρεών της, αν ληφθεί υπόψη ότι είχε και άλλη περιουσία, ήτοι τη, μεγάλης τότε αξίας, κύρια κατοικία της (τρίτος λόγος, κατά το πρώτο σκέλος του, από τον αριθμό 6 του άρθρου 560 ΚΠολΔ).
Από τους λόγους αυτούς, ο πρώτος, κατά τα υπό στοιχ. α’ και β’ σκέλη του, είναι, προεχόντως, απαράδεκτος, ως αλυσιτελής, διότι αναφέρεται σε πλεοναστική αιτιολογία της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης που, σύμφωνα με τα περιστατικά που εκτίθενται σ’ αυτήν, δεν στηρίζει αυτοτελώς, έστω και επικουρικά, το διατακτικό της (ΑΠ 154/2018, ΑΠ 64/2002).
Και τούτο, διότι η αίτηση της αναιρεσείουσας απορρίφθηκε, τελικά, ως ουσιαστικά αβάσιμη, κατά παραδοχή της ένστασης της τρίτης αναιρεσίβλητης, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρ. 1 παρ. 1 (και όχι με εκείνη του άρθρου 10 παρ. 1) του ν. 3869/2010 και, συνακόλουθα, η επίμαχη παραδοχή δεν ήταν απαραίτητη για τη στήριξη του διατακτικού αλλά διατυπώθηκε, εκ περισσού, δεδομένου ότι η κρίση του δικαστηρίου, σχετικά με την ύπαρξη δόλου της αναιρεσείουσας, προέκυπτε, κατά τις ανέλεγκτες παραδοχές του, από τις μεταβιβάσεις των δύο ακινήτων.
Σε κάθε περίπτωση, ο ίδιος λόγος είναι απαράδεκτος και επειδή, με την επίφαση της συνδρομής των προϋποθέσεων θεμελίωσής του στις παραπάνω διατάξεις, πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη εκτίμηση των πραγματικών γεγονότων από το δευτεροβάθμιο δικαστήριο (άρθρ. 561 παρ. 1 ΚΠολΔ). Κατά τα λοιπά, ο ίδιος, από το άρθρο 560 αριθμ. 1 εδάφ.
β’ ΚΠολΔ, λόγος, κατά το πιο πάνω β’ σκέλος του, κατά το μέρος που προβάλλονται οι αιτιάσεις ότι με την κρίση του αυτή το δευτεροβάθμιο δικαστήριο παραβίασε και τα διδάγματα κοινής πείρας, είναι, επίσης, πρωτίστως, απαράδεκτος, καθόσον οι επικαλούμενες πλημμέλειες δεν αναφέρονται στην ερμηνεία κανόνα δικαίου ή την υπαγωγή σε αυτόν πραγματικών περιστατικών αλλά στην εκτίμηση των αποδείξεων.
Όμως, ο πρώτος λόγος, κατά το τρίτο σκέλος του (υπό στοιχ. 1γ), εκτιμώμενος ως λόγος από το άρθρο 560 αριθμ. 6 ΚΠολΔ, και ο τρίτος, κατά το πρώτο σκέλος του, λόγος αναίρεσης, με τους οποίους προβάλλονται πλημμέλειες για τη συνδρομή του δόλου της οφειλέτριας αναιρεσείουσας, είναι βάσιμοι, διότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο διέλαβε, πράγματι, στην απόφασή του ανεπαρκείς και ασαφείς αιτιολογίες, αναφορικά με το ουσιώδες αυτό ζήτημα, που καθιστούν ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο για το αν εφαρμόστηκε ορθά ή όχι η διάταξη του άρθρου 1 παρ. 1 ν. 3869/2010, στερώντάς την έτσι από νόμιμη βάση.
Συγκεκριμένα, με βάση το ότι κάθε μεταβίβαση - αποξένωση περιουσιακού στοιχείου από την περιουσία του οφειλέτη δεν αποτελεί και απόδειξη, και μάλιστα κατά αμάχητο τεκμήριο, δολιότητας αυτού, όπως έχει αναπτυχθεί και στη μείζονα σκέψη της παρούσας, ειδικά αν έχει δηλωθεί από τον ίδιο τον οφειλέτη και αφορά σε περιουσιακά στοιχεία που ενδεχομένως δεν θα πληρούσαν τις προϋποθέσεις εκποίησης κατά το άρθρο 9 παρ. 1 ν. 3869/2010, και δεν θα εκποιούνταν, εξαιτίας έλλειψης αγοραστικού ενδιαφέροντος ή εξαιτίας της μικρής τους αξίας, δεν διασαφηνίζεται ο τρόπος σύνδεσης της πρόθεσης (δόλου) της αναιρεσείουσας που μεταβίβασε στο γιο της Γ.
Έ., στις 12-11-2010, τα δύο διαμερίσματα, κατά ψιλή κυριότητα, με την πρόκληση της μόνιμης αδυναμίας της να εξυπηρετεί - εξοφλεί τα χρέη της. Ειδικότερα, αν και έγινε, ανέλεγκτα, δεκτό ότι η αναιρεσείουσα είναι κυρία, εκτός των άλλων, ενός, σημαντικής αξίας, ακινήτου (της κύριας κατοικίας της), αντικειμενικής αξίας 143.461,48 ευρώ και ότι έχει "καθαρά οικογενειακά εισοδήματα" με σταθερό ύψος άνω των 50.000 ευρώ ετησίως (χωρίς, πάντως, να αναφέρονται και οι βασικές, τουλάχιστον, βιοτικές ανάγκες της ίδιας και της οικογένειάς της - ΑΠ 1208/2017), δεν διαλαμβάνεται κατά πόσο θα ήταν διαφορετική η κατάσταση των οφειλών της έναντι των πιστωτριών της - αναιρεσιβλήτων, αν δεν είχε προβεί στις εν λόγω μεταβιβάσεις και πώς αυτές επηρέασαν, σε σημαντικό βαθμό, τη δυνατότητα εξυπηρέτησης των χρεών της, πράγμα που η οφειλέτρια αναιρεσείουσα επεδίωξε ή προέβλεψε ως δυνατό, καθώς μάλιστα δεν γίνεται μνεία για την αξία του δικαιώματος της ψιλής κυριότητας που μεταβιβάστηκε, αν τα δύο διαμερίσματα ήταν προσοδοφόρα ή όχι, αν αυτά θα πληρούσαν τις προϋποθέσεις εκποίησης, κατά το άρθρο 9 παρ. 1 ν. 3869/2010, αν η εκποίησή τους είτε από τον ίδια την αναιρεσείουσα είτε από τον διοριζόμενο εκκαθαριστή, στο πλαίσιο του άρθρου αυτού, θα απέφερε ένα σημαντικό ποσό για την μερική, έστω, ικανοποίηση των πιστωτριών και αν η αναιρεσείουσα, κατά το χρόνο της εκποίησης, εξυπηρετούσε τα χρέη της.
Οι υπόλοιπες αιτιάσεις που προβάλλονται με το ίδιο πρώτο σκέλος, καθώς και με το τρίτο σκέλος, του τρίτου λόγου αναίρεσης είναι απαράδεκτες, γιατί πλήττουν, στην πραγματικότητα, τις πραγματικές διαπιστώσεις της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης που είναι αναιρετικά ανέλεγκτες (άρθρ. 561 παρ. 1 ΚΠολΔ), ανεξάρτητα και από το ότι η επικαλούμενη με το τρίτο σκέλος του λόγου αυτού αιτίαση αναφέρεται στην προαναφερόμενη αλυσιτελή αιτιολογία ως προς το ύψος των ετήσιων οικογενειακών εισοδημάτων της αναιρεσείουσας.
Κατά συνέπεια, οι πρώτος και τρίτος λόγοι της αναίρεσης, από το άρθρο 560 αριθμ. 6 ΚΠολΔ, κατά το τρίτο σκέλος και το πρώτο σκέλος τους, αντίστοιχα, είναι βάσιμοι, ενώ παρέλκει η έρευνα των λοιπών δεύτερου και τρίτου, κατά το δεύτερο σκέλος του, από το άρθρο 560 αριθμ. 5 εδάφ. β’ και 6 ΚΠολΔ, λόγων αναίρεσης, αντίστοιχα, που αφορούν το ίδιο κεφάλαιο της πληττόμενης απόφασης (μόνιμη αδυναμία πληρωμών των χρεών της αναιρεσείουσας εξαιτίας του δόλου της), καθόσον η αναιρετική εμβέλεια των παραπάνω λόγων (που έγιναν δεκτοί) στο σύνολο της προσβαλλόμενης με την αναίρεση απόφασης καθιστά αλυσιτελή την εξέταση των λόγων αυτών, η παραδοχή των οποίων οδηγεί στο ίδιο αποτέλεσμα.
Μετά από αυτά, αφού η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης γίνει δεκτή, κατά παραδοχή ως βάσιμων των προαναφερόμενων λόγων της, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, αφού είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλο δικαστή, εκτός από εκείνον που δίκασε προηγουμένως (άρθρ. 580 παρ. 3 ΚΠολΔ), ενώ πρέπει να διαταχθεί η επιστροφή του παραβόλου, που έχει καταθέσει η αναιρεσείουσα, σ’ αυτήν (άρθρο 495 παρ. 3 εδάφ. ε’ του ΚΠολΔ, όπως ισχύει και εφαρμόζεται στην προκείμενη υπόθεση μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του ν. 4335/2015 που ισχύει, κατ’ άρθρ. 1 άρθρο ένατο παρ. 2 και 4 αυτού, για τα ένδικα μέσα που κατατίθενται από 1-1-2016). Στην παρούσα απόφαση δεν περιλαμβάνεται διάταξη για δικαστικά έξοδα κατά το άρθρο 746 ΚΠολΔ, έστω και αν πρόκειται για υπόθεση που κρίνεται κατά τους κανόνες της εκούσιας δικαιοδοσίας (άρθρ. 3 εδάφ. β’ του ν. 3869/2010), γιατί η δικαστική διαδικασία του εν λόγω νόμου δεν επιτρέπει την εφαρμογή του άρθρου αυτού, καθώς επικρατεί η ειδικότερη ρύθμιση που προβλέπει το άρθρο 8 παρ. 6 εδάφ. β’ του πιο πάνω ν. 3869/2010, κατά το οποίο "...Δικαστική δαπάνη δεν επιδικάζεται", που εφαρμόζεται και στην αναιρετική δίκη (ΑΠ 156/2018, ΑΠ 1208/2017, ΑΠ 636/2017).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την 5214/2017 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών που δίκασε ως Εφετείο.
Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο παραπάνω δικαστήριο, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλον δικαστή, πλην αυτού που εξέδωσε την εν λόγω απόφαση.
Και
Διατάζει την επιστροφή στην αναιρεσείουσα του παραβόλου που έχει καταθέσει. ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 23 Μαρτίου 2018.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 20 Απριλίου 2018.
H ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ