Supreme Court dismisses appeal against labor court ruling on contract-based employment status in public organization.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appeal filed by four individuals against the Athens Court of Appeal's decision. The appellants argued for their inclusion in the public organization's structure under a fixed-term employment contract, while the lower court ruled this legally unfounded. The Court upheld the lower court's decision, finding no legal error in its interpretation of substantive law and noting the appeal was inadmissible as the lower court did not examine the case merits.
Legislator headnote
AI generatedArticles 576(1)-(2) and 576(3)(b) of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court reviews substantive law errors and procedural defects in appeals, dismissing them if the lower court correctly applied substantive law or if the appeal is inadmissible due to lack of merit examination.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 1294 / 2021 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1294/2021
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές, Δήμητρα Κοκοτίνη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Μαρία Νικολακέα, Αρετή Παπαδιά, Σοφία Τζουμερκιώτη και Γεώργιο Δημάκη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 3η Δεκεμβρίου 2019, με την παρουσία και της γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων:1) Ε. Π. του Π., 2) Ι. Γ. του Α., που δεν παραστάθηκε, 3) Ι. Τ. του Δ., που δεν παραστάθηκε και 4) Μ. Μ. του Θ., κατοίκων απάντων …, εκ των οποίων οι 1ος και 4η των ανωτέρω παραστάθηκαν δια του πληρεξουσίου δικηγόρου Δημήτριου Βασιλείου, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.
Του αναιρεσίβλητου: Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου με την επωνυμία "ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΣ ΑΠΑΣΧΟΛΗΣΕΩΣ ΕΡΓΑΤΙΚΟΥ ΔΥΝΑΜΙΚΟΥ (Ο.Α.Ε.Δ.)", όπως εκπροσωπείται νόμιμα, που εδρεύει στην Αθήνα, ως καθολικός διάδοχος κατ' άρθρο 35 Ν. 4144/2013 του καταργηθέντος ΝΠΔΔ με την επωνυμία "ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΣ ΕΡΓΑΤΙΚΗΣ ΕΣΤΙΑΣ Ν.Π.Δ.Δ." και παραστάθηκε δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ. 2) του πληρεξουσίου δικηγόρου Παναγιώτη Βασιλικού, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 23-10-2006 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν η 179/2009 μη οριστική και 219/2010 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, η 5808/2013 απόφαση του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας, ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 29-12-2015 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η εισηγήτρια αρεοπαγίτης Μαρία Νικολακέα, ανέγνωσε την από 29-11-2019 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης. Ο πληρεξούσιος των παραστάντων αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στα δικαστικά έξοδα.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
.Από τις διατάξεις του άρθρου 576 παρ. 1 και 2 ΚΠολΔ προκύπτει ότι αν κάποιος από τους διαδίκους δεν εμφανισθεί κατά την συζήτηση της υπόθεσης ή εμφανισθεί και δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως ποιος επισπεύδει την συζήτηση. Αν την επισπεύδει ο απολιπόμενος διάδικος η υπόθεση συζητείται σαν να ήταν παρόντες όλοι οι διάδικοι, αν όμως την επισπεύδει ο αντίδικός του, τότε ερευνάται αν ο απολιπόμενος ή ο μη παριστάμενος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος διάδικος κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα και σε καταφατική περίπτωση προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί, ενώ σε αποφατική περίπτωση κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση. Κατά την παρ. 3 εδ. β' δε του ιδίου άρθρου, που προστέθηκε σ' αυτό με το άρθρο 62 του Ν. 4139/2013, αν στη δίκη μετέχουν περισσότεροι, συνδεόμενοι με απλή ομοδικία και κάποιος από αυτούς δεν εκπροσωπείται από πληρεξούσιο δικηγόρο, η υπόθεση χωρίζεται και η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης χωρεί νομίμως ως προς όσους εκπροσωπούνται από πληρεξούσιο δικηγόρο ή έχουν κλητευθεί νομίμως και κηρύσσεται απαράδεκτη ως προς τους λοιπούς (Ολ.ΑΠ 14/2015).
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα πρακτικά συνεδρίασης της δίκης, εισάγεται προς συζήτηση με επίσπευση των πρώτου και τέταρτης των αναιρεσειόντων η από 29-12-2015 αίτηση για αναίρεση της υπ'αριθ.5808/2013 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών. Κατά την εκφώνηση, όμως, της υπόθεσης στην δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας από την σειρά του οικείου πινακίου οι δεύτερος και Τρίτη των αναιρεσειόντων δεν εμφανίσθηκαν ούτε κατέθεσαν δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ. Εν όψει λοιπόν του ότι δεν προκύπτει κλήτευση αυτών προκειμένου να παραστούν κατά την εκδίκαση αυτής κατά την αναφερομένη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο, πρέπει η υπόθεση να χωρισθεί ως προς τους διαδίκους αυτούς (απλοί ομόδικοι) και η συζήτηση να προχωρήσει μεν ως προς άπαντες τους λοιπούς που μετέχουν νομίμως στην διαδικασία, να κηρυχθεί όμως απαράδεκτη ως προς τους απολειπόμενους αναιρεσείοντες.
Με την από 23-10-2007 (αριθ. κατ. 4707/2007) αγωγή τους οι ενάγοντες και ήδη αναιρεσείοντες ισχυρίστηκαν ότι προσλήφθηκαν από το εναγόμενο κατά τις αναφερόμενες για τον καθένα ημερομηνίες, με συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου, που έληγαν με τη λήξη της θητείας του Προέδρου ή Αντιπροέδρου του εναγομένου, που ενεργούσε την πρόσληψή τους ως εκπρόσωπός του.
Ότι οι συμβάσεις τους παρατάθηκαν ή ανανεώθηκαν διαδοχικά, χωρίς διακοπή, ανεξάρτητα αν άλλαζε το πρόσωπο του Προέδρου ή Αντιπροέδρου που τους προσέλαβε, απασχολήθηκαν δε συνεχώς με πλήρες ωράριο και αμειβόμενοι βάσει του ενιαίου μισθολογίου. Ότι, αν και προσλήφθηκαν δήθεν ως "βοηθητικό προσωπικό" στα Γραφεία του Προέδρου ή του Αντιπροέδρου του Δ.Σ.
του Οργανισμού, κατ' εφαρμογή του άρθρου 19 παρ. 3 του Ν. 2224/1994, στην πραγματικότητα κάλυπταν πάγιες και διαρκείς ανάγκες του εναγομένου, όπως τα καθήκοντα και οι υπηρεσίες τους αναφέρονται λεπτομερώς στην αγωγή. Ότι με αιτήσεις τους ζήτησαν την κατάταξή τους σε θέσεις εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου κατά τις διατάξεις του Ν. 2839/2000, τις αιτήσεις δε αυτές αρχικά το Δ.Σ.
του εναγομένου έκανε δεκτές και η κατάταξή τους έγινε με την …/…-12-2000 πράξη του Προέδρου, στη συνέχεια όμως το Δ.Σ. ανακάλεσε την απόφασή του με την αιτιολογία ότι ως προσωπικό που προσλήφθηκε με τη διαδικασία του άρθρου 19 του Ν. 2224/1994 δεν υπάγεται στις διατάξεις του άρθρου 17 του Ν. 2839/2000. Με βάση τα ανωτέρω ζήτησαν να διαπιστωθεί η συνδρομή στην περίπτωσή τους των προϋποθέσεων του άρθρου 17 του Ν. 2839/2000, για την κατάταξή τους σε θέσεις εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου και να αναγνωριστεί ότι με το εναγόμενο συνδέονται με σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου από 18-12-2000, να υποχρεωθεί δε αυτό να τους τοποθετήσει στις θέσεις αυτές.
Επί της αγωγής αυτής εξεδόθη αρχικά η υπ' αριθ. 179/2009 μη οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και ακολούθως η υπ' αριθ. 210/2010 οριστική απόφαση του ανωτέρω δικαστηρίου, με την οποία έγινε δεκτή η αγωγή. Επί ασκηθείσης εφέσεως κατ' αυτής εκ μέρους του εναγομένου εξεδόθη η ήδη προσβαλλόμενη, υπ' αριθ. 5808/2013, απόφαση του Εφετείου Αθηνών, με την οποία έγινε δεκτή κατ' ουσίαν η έφεση, εξαφανίσθηκε η εκκαλουμένη και ακολούθως απερρίφθη η αγωγή ως μη νόμιμη.
Στη διάταξη του άρθρου 17 παρ. 1 του Ν. 2839/2000 "ρυθμίσεις θεμάτων του Υπουργείου Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης και άλλες διατάξεις", ορίζεται ότι "Προσωπικό το οποίο υπηρετεί κατά την έναρξη ισχύος του παρόντος νόμου ή υπηρέτησε μέσα στο χρονικό διάστημα από 1.8.1999 μέχρι 31.3.2000, στο Δημόσιο, τους Ο.Τ.Α α' και β' βαθμίδας και στα Νομικά Πρόσωπα Δημοσίου Δικαίου με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου ορισμένου χρόνου πλήρους απασχόλησης ή με σύμβαση μίσθωσης έργου, κατατάσσεται σε οργανικές θέσεις με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου του φορέα τελευταίας απασχόλησης, εφόσον κατά την 31.3.2000:
α) είχε συνολική παροχή υπηρεσίας στο φορέα, με συμβάσεις εργασίας ιδιωτικού δικαίου ορισμένου χρόνου ή με συμβάσεις μίσθωσης έργου, τουλάχιστον είκοσι τέσσερις (24) μήνες, β) δεν είχε μεσολαβήσει, προκειμένου για προσωπικό που απασχολήθηκε με περισσότερες της μιας συμβάσεις εργασίας ιδιωτικού δικαίου ορισμένου χρόνου, χρονικό διάστημα διακοπής, μεταξύ των συμβάσεων, μεγαλύτερο των δύο (2) μηνών, γ) η απαιτούμενη κατά το εδάφιο α' συνολική παροχή υπηρεσίας, προκειμένου για προσωπικό που απασχολήθηκε με συμβάσεις μίσθωσης έργου, έχει παρασχεθεί, από 1-1-1995 και εφεξής, δ) κατά την πρόσληψη ή την κατάρτιση των συμβάσεων δεν παραβιάσθηκαν οι διατάξεις της κείμενης νομοθεσίας των ΠΥΣ 236/94 (ΦΕΚ 115 Α') και 55/98 (ΦΕΚ 292 Α') καθώς και οι διατάξεις του άρθρου 21 του Ν. 2190/1994 (ΦΕΚ 28 Α') και του άρθρου 6 του Ν. 2527/1997 (ΦΕΚ 206 Α'), ε) πρόκειται εφεξής να καλύψει πάγιες και διαρκείς ανάγκες του φορέα σε θέσεις του οποίου κατατάσσεται".
Περαιτέρω, στην παράγραφο 5 του ίδιου άρθρου ορίζεται ότι: "Για την, κατά την παράγραφο 1, κατάταξη απαιτούνται: α) υποβολή αίτησης μέσα σε αποκλειστική προθεσμία δύο (2) μηνών από την έναρξη• ισχύος του παρόντος νόμου, β) συνδρομή των προβλεπόμενων από την κείμενη νομοθεσία γενικών προσόντων διορισμού, εκτός από το ανώτατο όριο ηλικίας, και με την επιφύλαξη των οριζομένων στις παραγράφους 5 και 6 του άρθρου 10 του Ν. 2266/1994 (ΦΕΚ 218 Α'), γ) ..." Κατά μεν την παράγραφο 6 του παραπάνω Νόμου, ορίζεται ότι "οι κατατασσόμενοι εντάσσονται σε υφιστάμενες θέσεις αντίστοιχης ή παρεμφερούς ειδικότητας και αν δεν υπάρχουν, σε προσωρινές θέσεις αντίστοιχης ειδικότητας, που συνιστώνται με την απόφαση κατάταξης κατά δε την παράγραφο 7 αυτού, ορίζεται ότι "η κατάταξη γίνεται με απόφαση του αρμοδίου για την πρόσληψη οργάνου ύστερα από γνώμη του υπηρεσιακού συμβουλίου ως προς τη συνδρομή της προϋπόθεσης που ορίζεται στο εδάφιο ε' της παρ. 1 και ως προς την παρεμφερή ειδικότητα της προηγούμενης παραγράφου, εφαρμοζομένων, κατά τα λοιπά, αναλόγως, των διατάξεων των παραγράφων 5 και 6 του άρθρου 10 και των παραγράφων 3 και 5 του άρθρου 11 του Ν. 2266/1994".
Κατά τη διάταξη, τέλος, της παρ. 10 του ιδίου άρθρου ορίζεται ότι "από τις διατάξεις των προηγούμενων παραγράφων εξαιρείται το παρακάτω προσωπικό, με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου ορισμένου χρόνου ή με σύμβαση μίσθωσης έργου: α) Το ειδικό επιστημονικό προσωπικό του άρθρου 103 παρ. 3 του Συντάγματος, β) Το προσωπικό της Προεδρίας της Δημοκρατίας, της Βουλής των Ελλήνων, οι ειδικοί σύμβουλοι και οι ειδικοί συνεργάτες των πολιτικών γραφείων του Πρωθυπουργού, των μελών της Κυβέρνησης, των Υφυπουργών, Γενικών Γραμματέων, Γενικών Γραμματέων Περιφερειών και Νομαρχών, καθώς και το προσωπικό που προσλαμβάνεται στις θέσεις της παρ. 2 του άρθρου 33 του Ν.2190/1994 (Ν. 1299/1982 άρθρο 52β, Ν. 1558/1985 άρθρο 30, π.γ.Σ. 88/85 άρθρο 3, Ν. 1943/ 1991 άρθρο 71, Π.Δ. 93/83, Ν. 1622/1986 άρθρο 65).
γ) Το κάθε κατηγορίας εκπαιδευτικό ή διδακτικό και βοηθητικό διδακτικό προσωπικό αρμοδιότητας του Υπουργείου Εθνικής Παιδείας και Θρησκευμάτων και των σχολών των Υπουργείων, των Ο.Τ.Α. και των Ν.Π.Δ.Δ., δ) Οι νομικοί σύμβουλοι, οι δικαστικοί σύμβουλοι, οι διευθυντές δικαστικού, οι προϊστάμενοι δικαστικού και οι δικηγόροι, ε) Όσοι έχουν προσληφθεί στα γραφεία τύπου και δημοσίων σχέσεων του άρθρου 67 του Ν. 1943/1991 (ΦΕΚ 50 Α), καθώς και οι δημοσιογράφοι, στ) Οι χειριστές αεροπλάνων και ελικοπτέρων, οι διερευνητές ατυχημάτων και οι επιθεωρητές πτήσης της υπηρεσίας πολιτικής αεροπορίας του Υπουργείου Μεταφορών και Επικοινωνιών, ζ) Το καλλιτεχνικό προσωπικό, η) Οι γιατροί που παρέχουν υπηρεσίες με αυτή τους την ιδιότητα, υπό οποιαδήποτε νομική μορφή, θ) Το προσωπικό που απασχολείται κατ' εφαρμογή των διατάξεων της παρ. 5 του άρθρου 113, του Ν. 1892/1990 (ΦΕΚ 101 Α), του άρθρου 37 του Ν. 2072/1992 (ΦΕΚ 125 Α') και της παρ.3 του άρθρου 2 του Ν.2314/1993 (ΦΕΚ 59 Α'), ι) Το επιστημονικό προσωπικό των Α.Ε.Ι., των Τ.Ε.Ι.
και των ερευνητικών ιδρυμάτων αρμοδιότητας της Γενικής Γραμματείας Έρευνας και Τεχνολογίας, που ασκεί ερευνητικό έργο. ια) Το προσωπικό που έχει προσληφθεί με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου ορισμένου χρόνου ή έργου για την κατασκευή έργων με αυτεπιστασία, ιβ) Το προσωπικό που απασχολείται στις αρχές της εξωτερικής υπηρεσίας του Υπουργείου Εξωτερικών.
Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 19 παρ. 3 του Ν 2224/1994 με προεδρικά διατάγματα συνιστώνται έως τρεις (3) θέσεις με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου στα γραφεία διοικητών, υποδιοικητών, προέδρων και αντιπροέδρων των: α) Οργανισμού Απασχόλησης Εργατικού Δυναμικού, β) Οργανισμού Εργατικής Κατοικίας, γ) Οργανισμού Εργατικής Εστίας και δ) του Εθνικού Ινστιτούτου Εργασίας.
Η πρόσληψη στις θέσεις της προηγούμενης παραγράφου γίνεται από τα ανωτέρω πρόσωπα χωρίς οποιαδήποτε διαδικασία. Το προσλαμβανόμενο προσωπικό αποχωρεί αυτοδικαίως, ταυτόχρονα με την αποχώρηση για οποιονδήποτε λόγο του προσώπου που το προσέλαβε, χωρίς άλλη διαδικασία. Η παροχή υπηρεσίας στις θέσεις αυτές δεν γεννά, σε περίπτωση απολύσεως, δικαίωμα αποζημίωσης ή άλλης αξίωσης.
Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι το προσωπικό που προσλαμβάνεται με τις προϋποθέσεις και τη διαδικασία του άρθρου 19 του Ν. 2224/1994, ήτοι σε συνιστώμενες, με προεδρικά διατάγματα κατ' εξουσιοδότηση του νόμου αυτού, θέσεις έχει τα χαρακτηριστικά των μετακλητών υπαλλήλων, αφού: α) επιλέγεται και προσλαμβάνεται για να υπηρετήσει ως βοηθητικό προσωπικό στο γραφείο του Προέδρου ή του Αντιπροέδρου του Δ.Σ.
των άνω Οργανισμών, β) η επιλογή του γίνεται ελεύθερα, χωρίς καμμία διαδικασία επιλογής και κριτήρια αξιολόγησης, από άτομα, που λόγω της φύσης των καθηκόντων τους θα πρέπει να απολαμβάνουν της εμπιστοσύνης των προϊσταμένων τους, γ) ρητά αναφέρεται στο νόμο ότι αποχωρούν αυτοδικαίως και χωρίς άλλη διαδικασία, από την ημερομηνία αποχώρησης του προσώπου που τους προσέλαβε.
Η απασχόληση του προσλαμβανομένου κατά τον ως άνω τρόπο, διαδικασία και σκοπό προσωπικού σε καθήκοντα και υπηρεσίες των Οργανισμών αυτών, δεν αναιρεί τα παραπάνω χαρακτηριστικά της εργασιακής τους σχέσης, εφόσον αυτά έχουν καθοριστεί με νόμο (άρθρο 19 ν. 2224/1994), και δεν μπορεί να προσδώσει στο προσωπικό αυτό τα χαρακτηριστικά του υπαλλήλου με την έννοια που απαιτεί η διάταξη του άρθρου 17 του Ν. 2839/2000, ήτοι των υπαλλήλων που υπηρέτησαν (κατά το αναφερόμενο χρονικό διάστημα 1-8-1999 μέχρι 31-3-2000) με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου ορισμένου χρόνου πλήρους απασχόλησης ή με σύμβαση έργου, αφού το ως άνω προσωπικό προσλαμβάνεται με προεδρικά διατάγματα κατ' εξουσιοδότηση νόμου, η δε παραμονή του στην υπηρεσία του νομικού προσώπου και η διάρκεια της απασχόλησής του ορίζεται με ειδική διαδικασία, συνδεόμενη, από το νόμο, με την παραμονή ή αποχώρηση του προσώπου (Προέδρου ή Αντιπροέδρου), που το προσέλαβε, αφού ρητά και απαγορευτικά αναφέρεται στην άνω διάταξη ότι αποχωρεί αυτοδικαίως, ταυτόχρονα με την αποχώρηση του προσώπου αυτού, ανεξάρτητα από το γεγονός ότι το προσωπικό αυτό μπορεί να προσληφθεί από περισσότερα πρόσωπα διαδοχικά, που διαδοχικά ασκούν τα καθήκοντα του Πρόεδρου ή του Αντιπροέδρου του νομικού προσώπου.
Σύμφωνα με τις ανωτέρω σκέψεις στο εν λόγω προσωπικό δεν μπορεί να τύχει εφαρμογής η διάταξη του άρθρου 17 του άρθρου 2839/2000. Πρέπει δε να σημειωθεί ότι δεν ασκεί καμμία επιρροή το γεγονός ότι οι υπάλληλοι αυτοί δεν εξαιρούνται ρητά της εφαρμογής του νόμου αυτού, αφού και μόνη η ιδιότητά τους ως "μετακλητών", με τα ως άνω χαρακτηριστικά, τους καθιστά αυτοδικαίως εξαιρετέους.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 παρ. 1 εδ. α του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται μόνο, αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, ήτοι εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013, ΟλΑΠ 7/2006). Με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του ανωτέρω δικαστηρίου κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κ.λπ. ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσία (ΑΠ 58/2015).
Στην προκειμένη περίπτωση το δευτεροβάθμιο δικαστήριο με την προσβαλλόμενη απόφασή του έκρινε ότι η ένδικη αγωγή με αυτό το περιεχόμενο "είναι νομικά αβάσιμη καθόσον οι ενάγοντες δεν νομιμοποιούνται να ζητήσουν την κατάταξή τους σε οργανικές θέσεις του εναγομένου ΝΠΔΔ ως συνδεόμενοι με αυτό με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου....". Με την κρίση του αυτή το Εφετείο ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε τις προαναφερθείσες διατάξεις ουσιαστικού δικαίου, τις οποίες δεν παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή. Επομένως, είναι αβάσιμα τα όσα αντιθέτως υποστηρίζουν οι αναιρεσείοντες με το πρώτο σκέλος των πρώτου και δεύτερου λόγου αναίρεσης, με τους οποίους προσάπτεται στην προσβαλλόμενη η από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ αναιρετική πλημμέλεια και οι λόγοι αυτοί είναι απορριπτέοι ως αβάσιμα.
Περαιτέρω, και όσον αφορά το δεύτερο σκέλος των αναιρετικών λόγων (1ου και 2ου), με τους οποίους προσάπτεται στην προσβαλλόμενη η αναιρετική πλημμέλεια, από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, πρέπει να σημειωθεί ότι οι λόγοι αυτοί είναι απορριπτέοι ως απαράδεκτοι, δεδομένου ότι εν προκειμένω το δικαστήριο με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφασή του δεν εισήλθε στην έρευνα της ουσίας της διαφοράς και δεν κατήρτισε ελάσσονα πρόταση εκτίμησης των αποδείξεων, αλλά εκτιμώντας το αγωγικό δικόγραφο απέρριψε την αγωγή ως μη νόμιμη (Ολ.ΑΠ 9/2011, Ολ.ΑΠ 3/1997, ΑΠ 76/2011, ΑΠ 58/2018).
Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση και να καταδικασθούν οι παραστάντες αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου, που κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα αυτού (ΚΠολΔ 176, 183 και 191 παρ. 2).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Χωρίζει την υπόθεση ως προς τους αναιρεσείοντες Ι. Γ. του Α. και Ι. Τ. του Δ..
Κηρύσσει απαράδεκτη την συζήτηση της αίτησης αναιρέσεως ως προς αυτούς.
Απορρίπτει την από 29-12-2015 αίτηση περί αναιρέσεως της 5808/2013 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών ως προς τους λοιπούς παρισταμένους αναιρεσείοντες.
Και
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες που παρέστησαν στην συζήτηση στην πληρωμή χιλίων οκτακοσίων (1800) ευρώ για τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 12 Ιουνίου 2020.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 5 Νοεμβρίου 2021.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ