Supreme Court dismisses appeal against labor court judgment regarding dependent employment and procedural admissibility.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appeal filed by the Regional Development Agency against a first-instance labor judgment. The appellants were absent, but the court ruled that proper service of process was proven, necessitating the continuation of proceedings despite their non-appearance. Furthermore, the court rejected arguments regarding the nature of the employment relationship and the admissibility of specific appeal grounds, holding that the lower court correctly found the workers to be in a dependent status and that the second appeal ground was inadmissible under the Civil Procedure Code.
Legislator headnote
AI generatedArticles 576 §2, 568 §1, 498 §1 of the Civil Procedure Code; Articles 648 et seq., 652 of the Civil Code and Article 6 of Law 765/1943; Article 560 of the Civil Procedure Code: The Supreme Court must ex officio verify the proper service of process to absent defendants and proceed if service is valid; a dependent employment relationship exists based on subordination and control regardless of payment method; appeal grounds against labor court decisions are limited and exclude general procedural defects.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 58 / 2015 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 58/2015
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β1' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Νικόλαο Λεοντή, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ανδρέα Δουλγεράκη, Νικόλαο Πάσσο, Μιχαήλ Αυγουλέα και Χρήστο Βρυνιώτη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 16 Δεκεμβρίου 2014, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Του Ν.Π.Δ.Δ. με την επωνυμία "Περιφέρεια Ανατολικής Μακεδονίας και Θράκης" που εδρεύει στην Κομοτηνή, όπως νομίμως εκπροσωπείται, ως καθολική διάδοχος του Ν.Π.Δ.Δ. με την επωνυμία "Νομαρχιακή Αυτοδιοίκηση Δράμας-Καβάλας-Ξάνθης, Νομαρχιακό Διαμέρισμα Δράμας" το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο-Νομικό Σύμβουλο Περιφερειακής Ενότητας Δράμας, Κυριάκο Αποστολίδη, με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων: 1. Γ. Κ. του Δ., συζ. Σ. Μ., κατοίκου ... και 2. Π. Κ. του Μ., συζ. Α. Κ., κατοίκου ..., οι οποίοι δεν παραστάθηκαν και δεν εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 20-5-2011 (117/23-5-2011) αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Δράμας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις:245/2013 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 50/2014 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Δράμας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 3-6-2014 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης, Μιχαήλ Αυγουλέας, ανέγνωσε την από 8-12-2014 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
1. Από τις διατάξεις των άρθρων 576§2, 568§1 και 498§1 ΚΠολΔ συνάγεται ότι ο Άρειος Πάγος οφείλει να εξετάσει αυτεπαγγέλτως αν κλήθηκε νομίμως και εμπροθέσμως ο μη εμφανισθείς αντίδικος του επισπεύδοντος τη συζήτηση της αιτήσεως αναιρέσεως και σε καταφατική περίπτωση να προχωρήσει στη συζήτηση παρά την απουσία του.
Στην κρινόμενη υπόθεση, από τις προσκομιζόμενες με επίκληση από το αναιρεσείον των υπ' αρ.: 1) 11.230/12-9-2014 και 2) 11231/12-9-2014 εκθέσεις της δικαστικής επιμελήτριας, στο Πρωτοδικείο Δράμας, Κ. Χ., αποδεικνύεται ότι ακριβές αντίγραφο της κρινόμενης αίτησης καθώς και κλήση για να παραστούν κατά τη αναφερόμενη στην αρχή της παρούσης δικάσιμο, επιδόθηκε νομοτύπως και προσηκόντως, στις αναιρεσίβλητες.
Επομένως, αφού αυτές δεν παραστάθηκαν, κατά την εκφώνηση της υποθέσεως από τη σειρά της στο πινάκιο, ούτε εκπροσωπήθηκαν με οποιονδήποτε νόμιμο τρόπο, πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση, παρά την απουσία τους. 2. Από τις διατάξεις των άρθρων 648 επ. 652 ΑΚ και 6 ν. 765/1943, που κυρώθηκε με την ΠΥΣ 324/1946 και διατηρήθηκε σε ισχύ και μετά την εισαγωγή του ΑΚ (άρθ. 38 ΕισΝΑΚ) συνάγεται ότι σύμβαση εξαρτημένης εργασίας υπάρχει, όταν οι συμβαλλόμενοι αποβλέπουν στην παροχή της συμφωνηθείσης εργασίας και στον μισθό, ανεξάρτητα από τον τρόπο πληρωμής του, και ο εργαζόμενος υπόκειται σε νομική και προσωπική εξάρτηση από τον εργοδότη που εκδηλώνεται με το δικαίωμα του τελευταίου να δίνει δεσμευτικές για τον εργαζόμενο εντολές και οδηγίες ως προς τον τρόπο και τον χρόνο παροχής της εργασίας και ν' ασκεί εποπτεία και έλεγχο για την διαπίστωση της συμμόρφωσης του εργαζομένου προς αυτές.
Η υποχρέωση, μάλιστα, του εργαζομένου να δέχεται τον έλεγχο του εργοδότη και να συμμορφώνεται προς τις οδηγίες του ως προς τον τρόπο παροχής της εργασίας αποτελεί το βασικό γνώρισμα της εξάρτησης αυτής, η οποία μπορεί να είναι χαλαρότερη στις περιπτώσεις που ο εργαζόμενος αναπτύσσει πρωτοβουλία κατά την εκτέλεση της εργασίας του λόγω των επιστημονικών ή ειδικών γνώσεών του και του αντικειμένου της εργασίας, αλλά θα πρέπει να υπάρχει για να θεωρηθεί η εργασία ως εξαρτημένη.
Η σύμβαση αυτή διακρίνεται από την αναφερομένη στο άρθ. 681 ΑΚ σύμβαση μίσθωσης έργου, επί της οποίας δεν έχουν εφαρμογή οι διατάξεις του εργατικού δικαίου, κυρίως διότι με την σύμβαση εργασίας οι συμβαλλόμενοι αποβλέπουν στην εργασία, που θα παρέχεται σε ορισμένο ή αόριστο χρόνο, ενώ με την σύμβαση μίσθωσης έργου οι συμβαλλόμενοι αποβλέπουν στην επίτευξη του συμφωνηθέντος τελικού αποτελέσματος, η πραγμάτωση του οποίου συνεπάγεται την αυτόματη λύση της μεταξύ των συμβαλλομένων συμβατικής σχέσης.
Πάντως, ο χαρακτήρας της εργασίας ως εξαρτημένης δεν επηρεάζεται από τον τρόπο προσδιορισμού ή καταβολής της αμοιβής του εργαζομένου, ούτε από άλλα δευτερεύοντα στοιχεία, όπως η έκδοση δελτίων παροχής υπηρεσιών, κλπ. Ο ορθός νομικός χαρακτηρισμός της σύμβασης ως εξαρτημένης εργασίας ή ανεξαρτήτων υπηρεσιών ή έργου αποτελεί κατεξοχήν έργο της δικαιοδοτικής λειτουργίας, όπως οριοθετείται από τις διατάξεις των άρθρων 26 παρ.3 και 87 παρ.3 του Συντάγματος, και ανήκει στο δικαστήριο, το οποίο μετά από εκτίμηση όλων των πραγματικών περιστατικών που αποδεικνύονται στην συγκεκριμένη περίπτωση, ερμηνεύοντας το περιεχόμενο της σύμβασης, όπως απαιτούν η καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη, χαρακτηρίζει αυτεπάγγελτα την σύμβαση, ανεξάρτητα από τον χαρακτηρισμό που δίνουν σ' αυτήν τα συμβαλλόμενα μέρη ή ο νόμος, ενώ η δυνατότητα του ορθού νομικού χαρακτηρισμού μιας έννομης σχέσης ως σύμβασης εργασίας ή έργου δεν αποκλείεται στις εργασιακές σχέσεις του Δημοσίου και του ευρύτερου δημόσιου τομέα.
Περαιτέρω, κατά το αρθρ. 21 § 1 του Ν. 2190/1994 οι δημόσιες υπηρεσίες και τα νομικά πρόσωπα του αρθρ. 14§1 του ίδιου νόμου (όλοι δηλαδή οι φορείς του δημόσιου τομέα), επιτρέπεται να απασχολούν προσωπικό με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου ορισμένου χρόνου για την αντιμετώπιση εποχιακών ή άλλων περιοδικών ή πρόσκαιρων αναγκών, υπό τις προϋποθέσεις και τη διαδικασία των επόμενων παραγράφων.
Κατά την παρ. 2 του άρθρου αυτού η διάρκεια της απασχόλησης του προσωπικού της παρ. 1 δεν μπορεί να υπερβεί τους 8 μήνες μέσα σε συνολικό χρόνο 12 μηνών. Στις περιπτώσεις προσωρινής πρόσληψης προσωπικού για αντιμετώπιση κατά της ισχύουσες διατάξεις κατεπειγουσών αναγκών λόγω απουσίας προσωπικού ή κένωσης θέσεων, η διάρκεια της απασχόλησης δεν μπορεί να υπερβεί τους 4 μήνες για το ίδιο άτομο, παράταση δε ή σύναψη νέας συμβάσεως κατά το αυτό ημερολογιακό έτος ή μετατροπή σε σύμβαση αόριστου χρόνου είναι άκυρη.
Στην παράγραφο, 4 του ίδιου άρθρου ορίζεται ότι τα όργανα υποχρεούνται να παύσουν να καταβάλουν τις αποδοχές στο προσωπικό που συμπλήρωσε την άνω οριζόμενη διάρκεια απασχόλησης, άλλως καταλογίζονται στα ίδια οι αποδοχές που καταβλήθηκαν και τέλος, ότι οι προϊστάμενοι ή άλλα αρμόδια όργανα που ενεργούν κατά παράβαση των προηγουμένων παραγράφων διώκονται για παράβαση καθήκοντος κατ' άρθρο 259 ΠΚ.
Εξάλλου, με τις διατάξεις του αρθρ. 103 παρ. 2 του Συντ. επιβάλλεται να υπάρχει νομοθετική πρόβλεψη οργανικών θέσεων για την κάλυψη πάγιων και διαρκών αναγκών του Δημοσίου, των ΟΤΑ και λοιπών ΝΠΔΔ, κατ' εξαίρεση δε μπορεί να προβλέπεται από ειδικό νόμο για να καλυφθούν απρόβλεπτες και επείγουσες ανάγκες με προσωπικό που προσλαμβάνεται για ορισμένη χρονική περίοδο με σχέση ιδιωτικού δικαίου, ενώ με την παρ. 3 του ίδιου άρθρου γίνεται πρόβλεψη για την πλήρωση οργανικών θέσεων ιδιωτικού επιστημονικού και τεχνικού προσωπικού με πρόσωπα που προσλαμβάνονται με σχέση ιδιωτικού δικαίου.
Με την αναθεώρηση, όμως, του Συντάγματος του έτους 2001 και με σκοπό τη μέγιστη δυνατή διασφάλιση των συνταγματικών αρχών της ισότητας ενώπιον του νόμου, της αξιοκρατίας και τις διαφάνειας στις προσλήψεις στο δημόσιο και στον ευρύτερο δημόσιο τομέα, προστέθηκε στο άρθρο 103 αυτού η παράγραφος 7, που προβλέπει ότι η πρόσληψη υπαλλήλων στο Δημόσιο γίνεται είτε με διαγωνισμό είτε με επιλογή σύμφωνα με προκαθορισμένα και αντικειμενικά κριτήρια και υπάγεται στον έλεγχο της Ανεξάρτητης Αρχής.
Επίσης στο ίδιο ως άνω άρθρο προστέθηκε και παρ. 8 με την οποία στα εδάφια α' και γ' ορίζεται ότι "νόμος ορίζει τους όρους και τη χρονική διάρκεια των σχέσεων εργασίας ιδιωτικού δίκαιου στο Δημόσιο και στον ευρύτερο δημόσιο τομέα, όπως αυτός καθορίζεται κάθε φορά για την κάλυψη, είτε οργανικών θέσεων και πέραν των προβλεπομένων στην παρ. 3.
εδ. α' αυτού, είτε πρόσκαιρων, είτε απροβλέπτων και επειγουσών αναγκών-κατά την παρ. 2 εδ. β', αυτού. Ήδη ο εθνικός νομοθέτης έχει εξειδικεύσει τις συνθήκες αυτές με τα π.δ/τα 81/2003 και 164/2004, το δεύτερο από τα οποία αναφέρεται στους εργαζομένους με συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου στο δημόσιο τομέα και η ισχύς των οποίων άρχισε αντίστοιχα από τη δημοσίευσή τους στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως (2-4-2003 και 19-7-2004).
Ορίζει δε το άρθρο 5 του τελευταίου αυτού π.δ/τος τα εξής: "1. Απαγορεύονται οι διαδοχικές συμβάσεις, που καταρτίζονται και εκτελούνται μεταξύ του ίδιου εργοδότη και του ίδιου εργαζόμενου με την ίδια ή παρεμφερή ειδικότητα και με τους ιδίους η παρεμφερείς όρους εργασίας, εφόσον μεταξύ των συμβάσεων αυτών μεσολαβεί χρονικό διάστημα μικρότερο των τριών μηνών. 2.
Η κατάρτιση των συμβάσεων αυτών επιτρέπεται κατ' εξαίρεση, εφόσον δικαιολογείται από αντικειμενικούς λόγους. Αντικειμενικός λόγος υφίσταται, όταν οι επόμενες της αρχικής συμβάσεως συνάπτονται για την εξυπηρέτηση ειδικών ομοειδών αναγκών που σχετίζονται ευθέως και αμέσως με τη μορφή ή το είδος ή τη δραστηριότητα της επιχείρησης ... 4.
Σε κάθε περίπτωση, ο αριθμός των διαδοχικών συμβάσεων δεν επιτρέπεται να είναι μεγαλύτερος των τριών, με την επιφύλαξη των διατάξεων της παραγράφου 2 του επόμενου άρθρου". Ως κύρωση, για την περίπτωση της παράνομης, ήτοι κατά παράβαση των ως άνω κανόνων, κατάρτισης διαδοχικών συμβάσεων, προβλέφθηκε από το άρθρο 7 του ίδιου π.δ/τος "η αυτοδίκαιη ακυρότητά τους και η καταβολή στην εργαζόμενο τόσο των αποδοχών για την εργασία που παρέσχε, εφόσον οι άκυρες συμβάσεις εκτελέστηκαν εν όλω ή εν μέρει, όσο και αποζημίωσης ίσης με το ποσό το οποίο δικαιούται ο αντίστοιχος εργαζόμενος αόριστου χρόνου σε περίπτωση καταγγελίας της συμβάσεώς του", ενώ θεσπίστηκε ποινική και πειθαρχική ευθύνη για την παράβαση των κανόνων αυτών.
Ανεξαρτήτως, όμως, όλων αυτών, από τη διάταξη του άρθρου 41 του Ν.Δ. 496/1974 "Περί λογιστικού των Ν.Π.Δ.Δ." και την όμοια διάταξη του άρθρου 84 "Περί λογιστικού του Δημοσίου" προκύπτει ότι κάθε σύμβαση για λογαριασμό του Ν.Π. ή του Ελλ. Δημοσίου, έχουσα αντικείμενο άνω των 10.000 δραχμών ή δημιουργούσα υποχρεώσεις διαρκείας, εφόσον δεν ορίζεται άλλως, υποβάλλεται στον τύπο του ιδιωτικού εγγράφου, ο οποίος είναι συστατικός και όχι αποδεικτικός.
Η πρόταση κατάρτισης σύμβασης και η αποδοχή αυτής δύναται να γίνουν και με ιδιαίτερα έγγραφα. Αν δεν τηρηθεί αυτός ο τύπος η σύμβαση είναι άκυρη. Με την υπ' αριθ. 2054839/452/0026/3-9.7.1992 απόφαση του Υπουργού Οικονομικών (Φ.Ε.Κ. Β' 447), αυξήθηκε το χρηματικό ποσό το οριζόμενο από τις διατάξεις του άρθρου 84 του Ν.Δ. 321/69 και του άρθρου 41 του Ν.Δ. 496/74 σε 150.000 δραχμές.
Η διάταξη του τελευταίου εδαφίου του άρθρου 41 του ίδιου ΝΔ/τος κατά το οποίο "Η εκ της μη τηρήσεως του τύπου της εγγράφου αποδοχής ακυρότητα αίρεται εν περιπτώσει εκπληρώσεως της συμβάσεως" εφαρμόζεται μόνο όταν εκπληρώθηκε η σύμβαση για την οποία προηγήθηκε χωριστή έγγραφη πρόταση χωρίς να επακολουθήσει και έγγραφη αποδοχή όχι δε όταν δεν τηρήθηκε ο έγγραφος τύπος για την πρόταση και την αποδοχή.
Από το συνδυασμό των ανωτέρω διατάξεων σαφώς συνάγεται ότι κάθε σύμβαση, καταρτιζόμενη από Ν.Π.Δ.Δ., όπως η σύμβαση εξαρτημένης εργασίας και έχουσα το ως άνω αντικείμενο, υποβάλλεται σε έγγραφο τύπο απαιτούμενο εκ του νόμου, άνευ τηρήσεως του οποίου η δικαιοπραξία είναι άκυρη, η δε ακυρότητα στην περίπτωση αυτή είναι απόλυτη.
Στην περίπτωση τέτοιας ακυρότητας ο εργαζόμενος, διατελεί με τον εργοδότη σε απλή σχέση εργασίας, δεν έχει αξιώσεις από τη σύμβαση εργασίας για μισθούς, αλλά έχει όσες αξιώσεις παρέχονται σ' αυτόν ευθέως από το νόμο και ανεξάρτητα από το κύρος της εργασιακής του σύμβασης, όπως είναι τα επιδόματα (δώρα) εορτών και αδείας, τις αποδοχές αδείας και την προσαύξηση για την παροχή παράνομης υπερωριακής εργασίας Επίσης στον εργαζόμενο παρέχεται και η αξίωση αναζήτησης των δεδουλευμένων αποδοχών του κατά τις διατάξεις του αδικαιολογήτου πλουτισμού.
Ειδικότερα στην περίπτωση άκυρης σύμβασης εργασίας, όσον αφορά τους μισθούς, ο εργοδότης καθίσταται αδικαιολόγητα πλουσιότερος σε βάρος της περιουσίας του ακύρως απασχολουμένου κι υποχρεούται ν' αποδώσει στον εργαζόμενο την ωφέλεια που προσπορίστηκε από την εργασία του. Η ωφέλεια αυτή συνίσταται στην αμοιβή που θα κατέβαλε ο εργοδότης σε άλλο εργαζόμενο με τα ίδια προσόντα και ικανότητες που θα προσελάμβανε με έγκυρη σύμβαση εργασίας για την παροχή της ίδιας εργασίας στον ίδιο τόπο και με τις ίδιες συνθήκες, η οποία δεν μπορεί να είναι κατώτερη από τις αποδοχές που προβλέπουν οι αντίστοιχες Σ.Σ.Ε.
και Δ.Α. εκτός από τα επιδόματα οικογενειακών βαρών, τριετιών κλπ αφού η παροχή εργασίας μπορεί να γίνει και από εργαζόμενος που δεν έχουν οικογενειακά βάρη και προϋπηρεσία. Τέλος, κατά την διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται μόνον αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών.
Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή.
Με το λόγο αναίρεσης αυτό, ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κ.λπ. ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν.
Στην προκειμένη περίπτωση, το Μονομελές Πρωτοδικείο Δράμας, δικάζον, ως Εφετείο, επί αποφάσεως του Ειρηνοδικείου, με την προσβαλλόμενη απόφασή του δέχτηκε τα εξής κρίσιμα, για την ένδικη διαφορά, πραγματικά περιστατικά: "Δυνάμει των από 1-2-2004 και 2-1-2004 συμβάσεων που καταρτίστηκαν μεταξύ της πρώτης και της δεύτερης των εναγουσών, ήδη εκκαλουσών, αντίστοιχα και του τότε Νομάρχη Δράμας, νόμιμου εκπρόσωπου του ΝΠΔΔ με την επωνυμία "Νομαρχιακή Αυτοδιοίκηση Δράμας - Καβάλας - Ξάνθης, Νομαρχιακό Διαμέρισμα Δράμας", στα δικαιώματα και υποχρεώσεις του οποίου είχε ήδη υπεισέλθει κατά το χρόνο άσκησης της αγωγής το εναγόμενο ΝΠΔΔ, ήδη εφεσίβλητο, σύμφωνα με το άρθρο 283 του ν. 3852/2010, οι ενάγουσες, ήδη εκκαλούσες, προσελήφθησαν από το εναγόμενο, ήδη εφεσίβλητο, για να εργαστούν σε αυτό ως καθαρίστριες.
Οι συμβάσεις αυτές ανανεώνονταν κάθε έτος την επόμενη ημέρα της λήξης διάρκειας της προηγούμενης σύμβασης, ήτοι όσον αφορά την πρώτη των εναγουσών, ήδη πρώτη των εκκαλουσών, την 2η-2-2005, την 3η-2-2006, την 4η-2-2007, την 5η-2-2008, την 6η-2-2009 και την 7η-2-2010, και όσον αφορά τη δεύτερη των εναγουσών, ήδη δεύτερη των εκκαλουσών, την 3η-1-2005, την 4η-1-2006, την 5η-1-2007, την 6η-1-2008, την 7η-1-2009 και την 8η-2-2010.
Η πρώτη ενάγουσα, ήδη πρώτη εκκαλούσα, προσέφερε τις υπηρεσίες της ως καθαρίστρια στο κτήριο της πρώην Νομαρχίας Δράμας, ενώ η δεύτερη αυτών προσέφερε τις υπηρεσίες της μέχρι την 2α-3-2009 ως μαγείρισσα στο Κέντρο Παιδικής Μέριμνας Δράμας και από την 3η-3-2009 ως καθαρίστρια στο κτήριο της πρώην Νομαρχίας Δράμας.
Την 31η-12-2010 το εναγόμενο, ήδη εφεσίβλητο, έπαυσε να αποδέχεται τις υπηρεσίες τους, καταγγέλλοντας τις ανωτέρω συμβάσεις, χωρίς να τους καταβάλλει κάποια αποζημίωση. Οι ενάγουσες, ήδη εφεσίβλητες, προέβαιναν στον καθαρισμό των ανωτέρω κτηρίων, τα οποία απαιτούσαν συνεχή ημερήσιο καθαρισμό, με μέσα καθαρισμού που τους χορηγούσε το εναγόμενο, ήδη εφεσίβλητο, και όχι με δικά τους.
Κατά την εκτέλεση της εργασίας τους ήταν υποχρεωμένες να προσέρχονται στις 12:30 στα ανωτέρω κτήρια, ο τρόπος εκτέλεσης της εργασίας τους ήταν καθορισμένος από τον προϊστάμενο προσωπικού του εναγομένου, ήδη εφεσίβλητου, ο οποίος καθόριζε και τον τόπο της εργασίας τους, ενώ δέχονταν οποτεδήποτε τον έλεγχο των οργάνων του, ο οποίος επικεντρωνόταν στην συνεχή και επισταμένη επιμέλεια περί την εκτέλεση της εργασίας τους.
Εργάζονταν, επί πενθήμερο εβδομαδιαίως και επί τετράωρο ημερησίως, με συνεχές ωράριο εργασίας, έναντι μηνιαίων αποδοχών 430 ευρώ μέχρι και το έτος 2008 και 450 ευρώ για το μετέπειτα χρονικό διάστημα. Οι ανωτέρω διαδοχικές συμβάσεις, που σύνηψαν οι ενάγουσες (ήδη αναιρεσίβλητες), με την εναγομένη (ήδη αναιρεσείουσα), κατά την κρίση του Δικαστηρίου ήταν συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου, παρά τα αντιθέτως υποστηριζόμενα από την εναγομένη, αφού οι ενάγουσες, τελούσαν υπό καθεστώς εξάρτησης από την άποψη του τόπου, χρόνου και τρόπου παροχής της εργασίας τους, υποκείμενες στον έλεγχο των αρμοδίων οργάνων της εναγομένης-αναιρεσείουσας.
Οι συμβάσεις αυτές, όμως, ήταν άκυρες, καθώς η κατάρτιση αυτών έγινε χωρίς να τηρηθεί η διαδικασία των άρθρων 1 επ., 14 του ν. 2190/1994 και κατά καταστρατήγηση των διατάξεων του π.δ. 164/2004, ενώ όσον αφορά τη δεύτερη αυτών δεν τηρήθηκε ο έγγραφος τύπος που προβλέπει το άρθρο 84 του Ν.Δ. 321/1969...". Στη συνέχεια το Εφετείο έκρινε ότι η συνδέουσα τους διαδίκους σχέση ήταν εκείνη της απλής σχέσεως εργασίας, και δέχτηκε ως εν μέρει κατ' ουσίαν βάσιμη την αγωγή και επιδίκασε τις απαιτήσεις των εναγουσών για προσαύξηση της εργασίας τους τις Κυριακές, αποζημίωση απόλυσης, αποδοχές και επιδόματα αδείας, καθώς και επιδόματα εορτών.
Έτσι που έκρινε το Εφετείο, δεν παραβίασε με εσφαλμένη εφαρμογή και ερμηνεία τις διατάξεις των άρθρων 648 και 652 ΑΚ και 6 του α.ν. 765/1943, που κυρώθηκε με την υπ' αρ. 324/1946 ΠΥΣ και διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 38 ΕισΝΑΚ. Τούτο διότι, τα πραγματικά περιστατικά που δέχεται ως αποδειχθέντα στηρίζουν τη διαγνωσθείσα έννομη συνέπεια.
Ειδικότερα οι ενάγουσες-αναιρεσίβλητες, κατά τη διάρκεια της παροχής των προαναφερόμενων υπηρεσιών τους, τελούσαν σε καθεστώς εξάρτησης, ελέγχου και εποπτείας από την αναιρεσείουσα-εργοδότριά τους, αφού ελάμβαναν εντολές και οδηγίες από τη τελευταία, ενώ δεν τους παρέχονταν περιθώρια πρωτοβουλίας και ελευθερίας στον καθορισμό του τρόπου και του χρόνου εργασίας τους.
Επομένως, ο πρώτος λόγος αναιρέσεως από τον αρ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα είναι αβάσιμος. 3. Κατά το άρθρο 560 ΚΠολΔ, κατά των αποφάσεων των Ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των Πρωτοδικείων, που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των Ειρηνοδικείων, επιτρέπεται αναίρεση μόνο 1) αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών κ.λπ., 2) αν το δικαστήριο δεν συγκροτήθηκε, όπως ορίζει ο νόμος ή δίκασε ειρηνοδίκης, του οποίου είχε γίνει δεκτή η εξαίρεση, 3) αν το δικαστήριο έχει υπερβεί τη δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων ή δεν είχε καθ' ύλην αρμοδιότητα, 4) αν παράνομα αποκλείστηκε η δημοσιότητα της διαδικασίας.
Όπως προκύπτει από την σαφή διατύπωση των ως άνω διατάξεων, οι λόγοι αναίρεσης κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων και των αποφάσεων των πρωτοδικείων, που εκδίδονται επί εφέσεων κατ' αποφάσεων των ειρηνοδικείων, απαριθμούνται περιοριστικά σ' αυτές, οι οποίες είναι ειδικές, ως προς τους επιτρεπομένους λόγους αναίρεσης κατά των αναφερομένων εκεί αποφάσεων και αποκλείουν την εφαρμογή των διατάξεων του άρθ. 559 ΚΠολΔ, που αναφέρονται στους λόγους αναίρεσης των αποφάσεων των λοιπών δικαστηρίων.
Στην προκείμενη περίπτωση, με το δεύτερο λόγο της κρινόμενης αίτησης, πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Δράμας, που εκδόθηκε επί έφεσης κατά της υπ' αρ. 245/2013 απόφασης του Ειρηνοδικείου Δράμας, για τον, από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, προβλεπόμενο λόγο αναίρεσης. Συγκεκριμένα διότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο παρά το νόμο δεν κήρυξε ακυρότητα, με το να μη απορρίψει ως αόριστη την αγωγή, λόγω της ποσοτικής αοριστίας του δικογράφου της, όσον αφορά την απασχόληση των εναγουσών το Σάββατο και τις Κυριακές και τις αποδοχές αδείας.
Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος, αφού δεν συγχωρείται η προβολή του, κατά της πληττόμενης απόφασης, σύμφωνα με το άρθρο 560 ΚΠολΔ. Ενόψει όλων αυτών πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της η κρινόμενη αίτηση. Δικαστική δαπάνη δεν επιδικάζεται αφού οι αναιρεσίβλητες ερημοδικούν.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 3-6-2014 αίτηση αναίρεσης της υπ' αρ. 50/2014 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Δράμας.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 20 Ιανουαρίου 2015. Και Δημοσιεύτηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 20 Ιανουαρίου 2015.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ