Supreme Court dismisses appeal on procedural grounds, ruling the appeal is inadmissible due to lack of legal interest.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appeal against the First Instance Court of Athens, ruling the appeal inadmissible due to lack of legal interest. The appellants argued that the lower court's decision was flawed, but the court found the appeal arguments were superfluous because the First Instance Court had already rejected the claim for lack of clarity. Consequently, the court held that no legal interest existed to prevent the res judicata effect of the final judgment.
Legislator headnote
AI generatedArticles 176, 183, 191 of the Code of Civil Procedure; The appeal is inadmissible if the grounds raised are superfluous and do not affect the outcome, resulting in no legal interest to prevent the res judicata effect of the final judgment.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 1225 / 2022 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1225/2022
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Χριστοδούλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Μαρία Μουλιανιτάκη, Μαρουλιώ Δαβίου-Απέργη - Εισηγήτρια, Μαρία Κουφούδη, Γεώργιο Καλαμαρίδη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 17 Νοεμβρίου 2021, με την παρουσία και του Γραμματέα Παναγιώτη Μπούκη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1) Β. Κ. του Γ. και Κ., 2) Γ. Κ. του Σ. και Ε., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ιωάννη Βλάσση με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσαν προτάσεις.
Του αναιρεσιβλήτου: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, κατοικοεδρεύοντα στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την Ζωή Μαυρίδου, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 14-12-2011 αγωγή του ήδη αποβιώσαντος Γ. Κ. του Σ., που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 4679/2014 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 5910/2018 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 10-2-2020 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η προσβαλλόμενη απόφαση, όπως προκύπτει από την επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της υπόθεσης, αποτελεί κατάληξη της ακόλουθης διαδικαστικής διαδρομής: Ο δικαιοπάροχος των αναιρεσειόντων Γ. Κ. άσκησε κατά του Δήμου Αγίου Δημητρίου Αττικής και του ήδη αναιρεσίβλητου Ελληνικού Δημοσίου την από 14.12.2011 αγωγή, με την οποία εξέθετε ότι δυνάμει του νομίμως μεταγραμμένου .../9.1.1961 αγοραπωλητηρίου συμβολαίου του συμβολαιογράφου Αθηνών Πολύδωρου Βαρδουλάκη κατέστη κύριος του περιγραφομένου σε αυτήν ενιαίου οικοπέδου συνολικής εκτάσεως 480,28 τ.μ., κείμενου εντός του σχεδίου πόλεως του Δήμου Αγίου Δημητρίου Αττικής, επί του οποίου έκτοτε τόσο ο ίδιος, όσο και οι δικαιοπάροχοι του, ασκούσαν διανοία κυρίου με νόμιμο τίτλο και καλή πίστη, όλες τις αρμόζουσες διακατοχικές πράξεις, συνεχώς και αδιαλείπτως.
Επικαλούμενος δε ότι, μετά την ένταξη του Δήμου Αγίου Δημητρίου Αττικής στο Εθνικό Κτηματολόγιο και την ολοκλήρωση της σχετικής διαδικασίας, καταχωρήθηκε ως ανήκον στην ιδιοκτησία του με αριθμό ΚΑΕΚ ... τμήμα μόνο του ως άνω ακινήτου, εμβαδού 204,02 τ.μ. ενώ τα υπόλοιπα εδαφικά τμήματα τούτου, εμβαδού 90,61 τ.μ.
με αριθμό ΚΑΕΚ ... και 185,65 τ.μ. με αριθμό ΚΑΕΚ ..., καταχωρήθηκαν εσφαλμένα, ως ιδιοκτησίες του Ελληνικού Δημοσίου και του Δήμου Αγίου Δημητρίου αντίστοιχα, ζήτησε, με την επίκληση των διατάξεων του άρθρου 6 & 2 και 3 του Ν. 2664/1998, όπως τροποποιήθηκαν με το άρθρο 2 του Ν. 3127/2003, να αναγνωρισθεί η κυριότητά του επί των ως άνω εδαφικών τμημάτων και να διαταχθεί η διόρθωση της ανακριβούς πρώτης εγγραφής των κτηματολογικών βιβλίων του Κτηματολογικού Γραφείου Αγίου Δημητρίου, ώστε στο οικείο κτηματολογικό φύλλο από τις εσφαλμένες ως άνω αντίστοιχες αναγραφές των ακινήτων αυτών ως ιδιοκτησιών του Ελληνικού Δημοσίου και του Δήμου Αγίου Δημητρίου να καταχωριστεί ως ιδιοκτήτης ο ίδιος.
Η συζήτηση της υποθέσεως αυτής κατά την ορισθείσα δικάσιμο της 4ης.12.2012 ματαιώθηκε και επαναφέρθηκε προς εκδίκαση με την από 26.6.2013 κλήση των Σ. Κ., Γ. Κ., Σ. Κ., Δ. Κ. και Β. Κ., οι οποίοι δήλωσαν τη βίαιη διακοπή της δίκης λόγω του επισυμβάντος θανάτου του πατέρα τους στις 12.1.2012 και τη συνέχισή της από τους ίδιους με την ιδιότητά τους ως εξ αδιαθέτου κληρονόμων του.
Επί της ως άνω αγωγής εκδόθηκε, κατά την τακτική διαδικασία, η 4679/2014 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία, εφαρμόζοντας τις διατάξεις του άρθρου 6 & 1,2 και 3 του ν. 2664/1998, όπως ισχύει μετά τις τροποποιήσεις του με το άρθρο 4 του Ν. 3127/2003, για τη Κτηματογράφηση και το Εθνικό Κτηματολόγιο, δέχθηκε την αγωγή ως κατ' ουσίαν βάσιμη, κρίνοντας ότι τα επίδικα ακίνητα ανήκαν στον αρχικό ενάγοντα, δικαιοπάροχο των ανωτέρω, στο πρόσωπο του οποίου συνέτρεχαν "οι προϋποθέσεις του ως άνω άρθρου 4 παρ. 1α του ν. 3127/2003, δεδομένου ότι νεμόταν αδιατάρακτα ο ίδιος δυνάμει νομίμου τίτλου από επαχθή αιτία και για χρονικό διάστημα άνω των δέκα ετών μέχρι την έναρξη ισχύος του παραπάνω νόμου τα επίδικα κείμενα εντός του εγκεκριμένου σχεδίου πόλεως του Δήμου Αγίου Δημητρίου Αττικής, βρισκόμενος σε καλή πίστη κατά τον χρόνο κτήσεως της νομής...".
Κατά της αποφάσεως αυτής ασκήθηκε έφεση μόνο από το εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο, το οποίο, υποστηρίζοντας, όπως και πρωτοδίκως, ότι το επίδικο ακίνητο με αριθμό ΚΑΕΚ ... αποτελεί ανέκαθεν μεγαλύτερο τμήμα δημοσίου κτήματος, με τον κύριο λόγο της εφέσεώς του ισχυρίσθηκε, ότι το πρωτοβάθμιο δικαστήριο κατ' εσφαλμένη ερμηνεία του νόμου δέχθηκε ότι το επίδικο ακίνητο ανήκε στον αρχικό ενάγοντα λόγω συνδρομής στο πρόσωπο του των προϋποθέσεων του άρθρου 4 παρ. 1α του ν. 3127/2003, ενώ έπρεπε να απορρίψει την αγωγή λόγω αοριστίας, καθόσον ουδεμία πράξη νομής αναφέρεται σε αυτήν ότι ασκήθηκε από τον αρχικό ενάγοντα, προκειμένου να διαπιστωθεί η συνδρομή των προϋποθέσεων, που ρυθμίζουν την χρησικτησία σε βάρος του Ελληνικού Δημοσίου.
Επί της εφέσεως αυτής εκδόθηκε η προσβαλλόμενη 5910/2018 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, με την οποία απορρίφθηκε ως απαράδεκτη η έφεση του Ελληνικού Δημοσίου κατά το μέρος της με το οποίο στρεφόταν κατά του επίσης εναγομένου Ν.Π.Δ.Δ. Δήμου Αγίου Δημητρίου, που δεν ήταν αντίδικο του στην πρωτοβάθμια δίκη και έγινε δεκτή ως προς τους λοιπούς εφεσίβλητους, ήτοι τους κληρονόμους του αρχικού ενάγοντος, στη συνέχεια δε εξαφανίσθηκε η ως άνω 4679/2014 απόφαση κατά το μέρος της που δίκασε επί της από 14.12.2011 αγωγής με εναγόμενο το Ελληνικό Δημόσιο, όσον αφορά το ακίνητο με ΚΑΕΚ ...
και, αφού κρατήθηκε και δικάσθηκε η υπόθεση , απορρίφθηκε η αγωγή κατά τα άνω ως προς το Ελληνικό Δημόσιο, ως απαράδεκτη λόγω αοριστίας της. Κατά της ως άνω τελεσίδικης απόφασης ασκήθηκε από τους αναιρεσείοντες η ένδικη αίτηση αναιρέσεως, νομότυπα και εμπρόθεσμα κατά τις διατάξεις των άρθρων 495 παρ. 1 και 4, 552, 553,556,558,564,566 παρ. 1 Κ.Πολ.Δικ..
Επομένως, αυτή είναι παραδεκτή και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρα 571 και 577 Κ.Πολ.Δικ.).
Η νομική αοριστία της αγωγής στηρίζει λόγο αναίρεσης για παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, συντρέχει δε αν το δικαστήριο για τη θεμελίωση της αγωγής στο συγκεκριμένο κανόνα ουσιαστικού δικαίου αρκέστηκε σε στοιχεία λιγότερα ή αξίωσε περισσότερα από εκείνα που ο κανόνας αυτός απαιτεί για τη γένεση του οικείου δικαιώματος, κρίνοντας αντιστοίχως νόμιμη ή μη στηριζόμενη στο νόμο την αγωγή.
Συνδέεται δηλαδή η νομική αοριστία της αγωγής με την εκτίμηση του κανόνα του ουσιαστικού δικαίου που πρέπει να εφαρμοστεί. Αντίθετα, η ποσοτική ή ποιοτική αοριστία της αγωγής υπάρχει όταν δεν εκτίθενται στην αγωγή όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, κατά νόμο, για τη στήριξη του αιτήματος της αγωγής, τα πραγματικά, δηλαδή, περιστατικά που απαρτίζουν την ιστορική βάση της αγωγής και προσδιορίζουν το αντικείμενο της δίκης, αποτελούν δε προϋπόθεση εφαρμογής του κανόνα δικαίου, στον οποίο στηρίζεται το αίτημα της αγωγής.
Στην περίπτωση αυτή όταν το δικαστήριο παρά τη μη επαρκή έκθεση σε αυτήν των στοιχείων που είναι αναγκαία για τη στήριξη του αιτήματος της αγωγής, την έκρινε ορισμένη, θεωρώντας ότι αυτά εκτίθενται με επάρκεια ή αν παρά την επαρκή έκθεση των στοιχείων αυτών την απέρριψε ως αόριστη, η σχετική παράβαση ελέγχεται αναιρετικά με τη διάταξη του αριθμού 14 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δικ., καθόσον το δικαστήριο κατά παράβαση της δικονομικής διατάξεως του άρθρου 216 Κ.Πολ.Δικ.
παραλείπει να κηρύξει ακυρότητα του δικογράφου. (ΑΠ 667/2020, ΑΠ 425/2020). Επίσης, ο από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔικ ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας, παρά το νόμο έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν (περ. α') ή δεν έλαβε υπόψη του πράγματα, που προτάθηκαν (περ. β ) και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης.
Ως "πράγματα" κατά την έννοια της διατάξεως αυτής νοούνται οι νόμιμοι, παραδεκτοί, ορισμένοι και λυσιτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων, που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, που ασκήθηκε, είτε ως επιθετικό, είτε ως αμυντικό μέσο και συνακόλουθα στηρίζουν το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ένστασης, αντένστασης ή λόγου εφέσεως, όχι δε και οι αιτιολογημένες αρνήσεις τους, ούτε οι ισχυρισμοί που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, τα οποία συνάγονται από την εκτίμηση των αποδείξεων, αλλά ούτε και οι μη νόμιμοι, απαράδεκτοι, αόριστοι και αλυσιτελείς ισχυρισμοί, οι οποίοι δεν ασκούν επίδραση στην έκβαση της δίκης και στους οποίους το δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει (Ολ ΑΠ 14/2004, ΑΠ 162/2020, 180/2011).
Ακόμη "πράγμα" κατά την έννοια της διατάξεως αυτής είναι κάθε περιστατικό, που αφηρημένως λαμβανόμενο, οδηγεί, κατά νόμο, στη γέννηση ή κατάλυση του ασκουμένου με την αγωγή ή την ένσταση δικαιώματος, ανεξάρτητα από τη βασιμότητά του, η οποία είναι ζητούμενο της αποδεικτικής διαδικασίας και όχι προϋπόθεση αυτοτέλειας του ισχυρισμού (ΑΠ 748/2020, ΑΠ 696/2020, ΑΠ 667/2020, ΑΠ 1795/2008).
Ενόψει τούτων δεν αποτελούν "πραγματα" με την παραπάνω έννοια τα οριζόμενα, περιοριστικά, στο άρθρο 339 ΚΠολΔικ αποδεικτικά μέσα, η λήψη ή μη λήψη των οποίων δεν ιδρύει τον ερευνώμενο εκ της διατάξεως του αριθμό 8 εδ.β' του άρθρου 559 ΚΠολΔικ λόγο (ΑΠ 760/2020, ΑΠ 209/2019, ΑΠ 625/2008, ΑΠ 10/2008).
Περαιτέρω, κατά το άρθρο 4 ν.3127/2003 ("τροποποίηση και συμπλήρωση των νόμων 2308/1995 και 2664/1998 για την κτηματογράφηση και το εθνικό κτηματολόγιο και άλλες διατάξεις") αναγνωρίζεται κυριότητα υπό ορισμένες προϋποθέσεις (νομή για 10 έτη με νόμιμο τίτλο από επαχθή αιτία, νομή για τριάντα χρόνια, εκτός αν ο νομεύς κατά την κτήση της νομής βρισκόταν σε κακή πίστη) έναντι του Ελληνικού Δημοσίου για ακίνητα που βρίσκονται μέσα σε σχέδιο πόλεως, ή μέσα σε προϋφιστάμενο του έτους 1923 οικισμό, ή μέσα σε οικισμό κάτω των 2000 κατοίκων, που έχει οριοθετηθεί).
Το κείμενο των παρ. 1 και 2 της εν λόγω διατάξεως έχει ως ακολούθως: "1. Σε ακίνητο που βρίσκεται μέσα σε σχέδιο πόλεως, ή μέσα σε οικισμό που προϋφίσταται του έτους 1923, ή μέσα σε οικισμό κάτω των 2.000 κατοίκων, που έχει οριοθετηθεί, ο νομέας του θεωρείται κύριος έναντι του Δημοσίου εφόσον α) νέμεται, μέχρι την έναρξη ισχύος του νόμου αυτού, αδιαταράκτως για δέκα (10) έτη το ακίνητο, με νόμιμο τίτλο από επαχθή αιτία, υπέρ του ιδίου ή του δικαιοπαρόχου του που έχει καταρτισθεί και μεταγραφεί μετά την 28-2-1945, εκτός εάν κατά την κτήση της νομής βρισκόταν σε κακή πίστη, ή β) νέμεται, μέχρι την έναρξη ισχύος του νόμου αυτού, το ακίνητο αδιαταράκτως για χρονικό διάστημα τριάντα (30) ετών, εκτός εάν κατά την κτήση της νομής βρισκόταν σε κακή πίστη.
Στο χρόνο νομής που ορίζεται στις περιπτώσεις α' και β' προσμετράται και ο χρόνος νομής των δικαιοπαρόχων που διανύθηκε με τις ίδιες προϋποθέσεις. Σε κακή πίστη βρίσκεται ο νομέας, εφόσον δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις του άρθρου 1042 ΑΚ". Από τις παραπάνω διατάξεις προκύπτει ότι η κτήση δικαιώματος κυριότητας επί τέτοιου ακινήτου έναντι του Δημοσίου προϋποθέτει: 1) Να πρόκειται περί ακινήτου που ευρίσκεται εντός σχεδίου πόλεως, ή εντός προϋφισταμένου του έτους 1923 οικισμού, ή εντός οριοθετηθέντος οικισμού, ο πληθυσμός του οποίου συμφώνως με την τελευταία (προ της ενάρξεως εφαρμογής του ν.3127/2003) απογραφή δεν υπερβαίνει τους 2000 κατοίκους. 2) Να πρόκειται για ακίνητο εμβαδού μέχρι 2.000 τετραγωνικών μέτρων, 3) Να έχει καταστεί το ακίνητο αντικείμενο αδιαταράκτης νομής μέχρις ενάρξεως ισχύος του νόμου 3127/2003 επί δέκα έτη με νόμιμο τίτλο εξ επαχθούς αιτίας υπέρ του ιδίου του νεμομένου, ή νεμηθέντος, ή υπέρ του δικαιοπαρόχου του, εφ' όσον ο νόμιμος αυτός τίτλος έχει καταρτισθεί και μεταγραφεί μετά την 28-2-1945, εκτός εάν κατά την κτήση της νομής ο επικαλούμενος κυριότητα (νεμόμενος, ή νεμηθείς), ή οιοσδήποτε εκ των δικαιοπαρόχων του ήταν κακής πίστεως.
Η ρύθμιση αυτή, ως ειδική και εξαιρετική, επιτρέπει την απόκτηση της κυριότητας με έκτακτη χρησικτησία σε ακίνητα του Δημοσίου, υπό τις ανωτέρω προϋποθέσεις, οι προαναφερόμενες δε διατάξεις του ν. 3127/2003 εφαρμόζονται μόνο σε δημόσια κτήματα, ήτοι σε ακίνητα που ανήκουν κατά κυριότητα στο Ελληνικό Δημόσιο (ΟλΑΠ 15/2011, ΑΠ 753/2019, ΑΠ 23/2019, ΑΠ 1813/2017) και προστατεύουν εκείνον που προβάλλει κυριότητα σε δημόσιο, με την παραπάνω έννοια, κτήμα, παρέχοντάς του τη δυνατότητα με την επίκληση της συνδρομής των προϋποθέσεων των εν λόγω διατάξεων να αποκτήσει την κυριότητα του κτήματος αυτού έναντι του Δημοσίου, την οποία, άλλως, χωρίς δηλαδή τις διατάξεις αυτές, μόνο με τη συνδρομή των αυστηρότερων προϋποθέσεων του, προ του νόμου αυτού, νομικού καθεστώτος, θα μπορούσε να αποκτήσει.
Εξάλλου, κατά τα άρθρα 974, 976 έως 979 ΑΚ, άσκηση νομής επί ακινήτου, που οδηγεί στην κτήση της κυριότητας αυτού με έκτακτη (αλλά και με τακτική) χρησικτησία αποτελούν οι υλικές και εμφανείς πράξεις επάνω σ' αυτό, που προσιδιάζουν στη φύση και στον προορισμό του με τις οποίες εκδηλώνεται η βούληση του νομέα να το εξουσιάζει με διάνοια κυρίου, όπως είναι ενδεικτικά η εποπτεία, η επίβλεψη, η επίσκεψη, η εκμίσθωση σε τρίτον, η φύλαξή του, η καλλιέργεια, η οριοθέτηση και καταμέτρηση των διαστάσεών του, κ.α., αν δε πρόκειται για αστικό ακίνητο η ενοικίαση σε αυτό και γενικά οι αρμόζουσες στην φύση του πράξεις εξουσίασης, χωρίς παράλληλα να απαιτείται και ο ημερολογιακός προσδιορισμός των επί μέρους πράξεων μέσα στο χρόνο της χρησικτησίας, Συνεπώς εκείνος που προβάλλει χρησικτησία πρέπει να επικαλεσθεί τη νομή και να καθορίσει συνάμα και τις μερικότερες υλικές πράξεις αυτής, από τις οποίες, αν αποδειχθούν, θα συναχθεί η πραγμάτωση της θέλησης του κατόχου να κατέχει το ακίνητο ως κύριος.
Τις υλικές αυτές πράξεις πρέπει να αναφέρει στην αγωγή του ο ενάγων που επικαλείται τη χρησικτησία και, εφόσον αμφισβητούνται, αποδεικνύονται από αυτόν, και δεν αρκεί η έκφραση ότι ο ενάγων νεμόταν το ακίνητο με διάνοια κυρίου, χωρίς αναφορά των υλικών πράξεων που ενήργησε στο ακίνητο. Η μνεία των υλικών πράξεων νομής απαιτείται, για την ταυτότητα του νομικού λόγου, και στην παραπάνω περίπτωση, της επίκλησης της κυριότητας με την ιδιάζουσα έκτακτη χρησικτησία σε ακίνητα του Δημοσίου, αφού προϋπόθεση της κτήσεως αυτής (κυριότητας) αποτελείς μεταξύ άλλων, και η αδιατάρακτη νομή του ακινήτου μέχρις ενάρξεως ισχύος του νόμου 3127/2003 επί δέκα έτη με νόμιμο τίτλο εξ επαχθούς αιτίας υπέρ του ιδίου του νεμομένου, ή νεμηθέντος, ή υπέρ του δικαιοπαρόχου του, εφ' όσον ο νόμιμος αυτός τίτλος έχει καταρτισθεί και μεταγραφεί μετά την 28-2-1945.
Η μη αναφορά αυτών των πράξεων καθιστά την αγωγή αόριστη (ΑΠ 1088/2019, ΑΠ 1744/2012, ΑΠ 106/2011), η αοριστία δε αυτή δεν μπορεί να θεραπευθεί με τις προτάσεις ούτε με την παραπομπή σε άλλα έγγραφα (ΑΠ 1138/2014, 831/2012, 1864/2011). Στην προκειμένη περίπτωση το Μονομελές Εφετείο Αθηνών με την 5910/2018 προσβαλλόμενη απόφασή του δέχθηκε ότι ο αρχικός ενάγων Γ.
Κ. δεν αναφέρει στην αγωγή "... καμία συγκεκριμένη εμφανή υλική πράξη νομής επί του επιδίκου στην κατ'έφεση δίκη, ακινήτου με ΚΑΕΚ ... και συνεπώς είναι απορριπτέα η βάση αυτή με χρησικτησία κτήσης κυριότητος του ν. 3127/2003. Η αοριστία αυτή δεν θεραπεύεται με την αναφορά, για πρώτη φορά, στις έγγραφες προτάσεις των κληρονόμων του αρχικού ενάγοντος, που συνέχισαν τη δίκη, συγκεκριμένων πράξεων νομής εκ μέρους του τελευταίου...
Και τούτο πέραν του ότι δεν ιστορείται στην αγωγή ούτε καν ότι το επίδικο ακίνητο, που αναφέρεται ως αγρός, βρίσκεται εντός σχεδίου πόλεως...". Συνεχίζοντας δε αναφέρει ότι η απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου (εκκαλουμένη), που έκρινε ως ορισμένη την αγωγή ως προς την κτήση κυριότητας με τις διατάξεις του ν. 3127/2003, έσφαλε κατά παραδοχή του σχετικού λόγου εφέσεως, ως ουσιαστικά βάσιμου.
Μετά από αυτά εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση και δικάζοντας επί της ως άνω αγωγής, προέβη στην εκτίμηση ότι αυτή στηρίζεται στη βάση της κτήσης κυριότητας με παράγωγο τρόπο, άλλως με πρωτότυπο τρόπο της έκτακτης χρησικτησίας του Αστικού Κώδικα και την απέρριψε ως προς την βάση αυτή επίσης λόγω αοριστίας, με τις αιτιολογίες, ότι εκτός από την παντελή έλλειψη αναφοράς υλικών πράξεων νομής επί του επιδίκου από τον αρχικό ενάγοντα, οι κληρονόμοι του, οι οποίοι υπεισήλθαν στη δίκη μετά το θάνατο αυτού, ενόψει της, ενώπιον του Πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, αμφισβητήσεως με τις έγγραφες προτάσεις του Ελληνικού Δημοσίου, της κυριότητας των δικαιοπαρόχων του αρχικού ενάγοντα επί του επιδίκου, δεν συμπλήρωσαν, ως έδει, με τις προτάσεις τους ενώπιον τούτου ή με την προσθήκη και αντίκρουσή τους τον τρόπο κτήσης της κυριότητας των άμεσων και απωτέρων δικαιοπαρόχων του αρχικού ενάγοντα, μέχρις εκείνου που απέκτησε κυριότητα με πρωτότυπο τρόπο.
Με τον πρώτο λόγο αναίρεσης οι αναιρεσείοντες αποδίδουν στην προσβαλλόμενη απόφαση πλημμέλεια από τον αριθμό 1 α' του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τους δεύτερο, τρίτο και τέταρτο λόγους πλήττουν την απόφαση αυτή για παραβίαση του αριθμού 8 και με τον πέμπτο λόγο για παραβίαση των αριθμών 1, 8 και 19 του άρθρου 559 του ίδιου Κώδικα. Ειδικότερα, με τον πρώτο λόγο αναίρεσης, κατά την εκτίμησή του, οι αναιρεσείοντες αιτιώνται ότι ο ενώπιον του Εφετείου προσβληθείς ισχυρισμός του Ελληνικού Δημοσίου περί αοριστίας της αγωγής έπρεπε να απορριφθεί ως απαράδεκτος, διότι δεν αναφέρονταν στην έφεση του αναιρεσιβλήτου ότι η συγκεκριμένη ένσταση είχε προταθεί και στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο και διότι στον ισχυρισμό αυτό περί αοριστίας της αγωγής δεν γίνονταν μνεία συγκεκριμένων λόγων αοριστίας. Με το περιεχόμενο αυτό ο πιο πάνω λόγος αναίρεσης (πρώτος) από τον αριθ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ είναι απαράδεκτος, καθόσον αναφέρεται σε παραβίαση κανόνων καθαρά δικονομικού και όχι ουσιαστικού δικαίου.
Περαιτέρω, με τους δεύτερο, τρίτο, τέταρτο και πέμπτο λόγους, κατά την εκτίμησή τους, οι αναιρεσείοντες αιτιώνται ότι το Εφετείο, εσφαλμένα δέχθηκε ότι ο ενάγων δεν ανέφερε στην αγωγή του καμία συγκεκριμένη εμφανή πράξη νομής, μη λαμβάνοντας υπόψη του "πράγματα" που προτάθηκαν και συγκεκριμένα τις πράξεις νομής του αρχικώς ενάγοντος επί του επιδίκου ακινήτου, τις οποίες οι ίδιοι, ως κληρονόμοι, ανέφεραν διεξοδικά με το δικόγραφο των προτάσεών τους ενώπιον του.
Επί πλέον δε ισχυρίζονται ότι το Εφετείο εσφαλμένα δέχθηκε ότι η αγωγή στηρίζονταν στις διατάξεις της χρησικτησίας του Αστικού Κώδικα, ενώ αυτή στηρίζονταν ευθέως στις διατάξεις της ειδικής χρησικτησίας του ν. 3127/2003, στην εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του οποίου αφορούσε άλλωστε και ο κύριος λόγος εφέσεως, με τον οποίο το Ελληνικό Δημόσιο παραπονούνταν, ότι το πρωτοβάθμιο δικαστήριο έπρεπε να απορρίψει την αγωγή ως αόριστη λόγω μη συνδρομής στο πρόσωπο του ενάγοντος των προϋποθέσεων του άρθρου 4 παρ. 1 α του ν· 3127/2003, επειδή σε αυτήν ουδεμία πράξη νομής αναφέρονταν ως ασκηθείσα από τον ίδιο, προκειμένου να διαπιστωθεί η συνδρομή των προϋποθέσεων που ρυθμίζουν την χρησικτησία σε βάρος του Ελληνικού Δημοσίου.
Οι ως άνω δεύτερος, τρίτος και τέταρτος λόγοι με τους οποίους αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση παραβίαση του αριθμού 8 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, ως προς το σκέλος τους που αφορά ότι δεν λήφθηκαν υπόψη οι πράξεις νομής του δικαιοπαρόχου τους που αναφέρθηκαν στις έγγραφες προτάσεις τους καθώς και τα αποδεικτικά μέσα (συμβολαιογραφικά έγγραφα κλπ.) που προσκόμισαν και επικαλέσθηκαν ενώπιόν του, είναι απαράδεκτοι, διότι οι φερόμενοι ως μη ληφθέντες υπόψη αυτοί ισχυρισμοί δεν αποτελούν "πράγματα" με την παραπάνω έννοια, δηλαδή θεμελιωτικά της αγωγής πραγματικά περιστατικά, αλλά αναφέρονται σε αποδεικτικά μέσα και στην αξιολόγησή τους από το Εφετείο.
Ως προς το σκέλος τους δε που αφορά την αναφερόμενη μη απόρριψη της αγωγής ως αόριστης, λόγω μη συνδρομής στο πρόσωπο του δικαιοπαρόχου τους αρχικού ενάγοντος των προϋποθέσεων της ειδικής χρησικτησίας του ν. 3127/2003, αλλά την απόρριψή της λόγω μη συνδρομής των προϋποθέσεων της χρησικτησίας του Αστικού Κώδικα, οι ως άνω λόγοι είναι αβάσιμοι.
Τούτο δε διότι η αγωγή, η οποία, κατά την εκτίμησή της στηρίζονταν στις διατάξεις του ν. 3172/2003, αφού σε αυτήν γίνονταν μνεία όλων των προεκτιθέμενων προϋποθέσεων εφαρμογής τους, και συγκεκριμένα ότι το επίδικο ακίνητο, που βρίσκεται εντός του Δήμου Αγίου Δημητρίου, αποκτήθηκε από τον αρχικό ενάγοντα με επαχθή αιτία και ειδικότερα με το νόμιμα μεταγραμμένο .../9.1.1961 αγοραπωλητήριο συμβόλαιο, ήτοι με συμβόλαιο που είχε καταρτισθεί και μεταγραφεί μετά την 28-2-1945 και το οποίο ακίνητο έκτοτε νεμόταν αυτός για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο της δεκαετίας, ασκώντας τόσο ο ίδιος, όσο και οι δικαιοπάροχοι του συνεχώς και αδιαλείπτως εκείνες τις διακατοχικές πράξεις που αρμόζουν στο δικαίωμα κυριότητάς του, με νόμιμο τίτλο και καλή πίστη, χωρίς να διαταραχθεί η νομή του και να ενοχληθεί ή αποβληθεί από κανένα, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του .απορρίφθηκε από το Εφετείο ως αόριστη ως προς την βάση της αυτή, κατά παραδοχή του σχετικού λόγου εφέσεως του ήδη αναιρεσιβλήτου Ελληνικού Δημοσίου, επειδή πράγματι στην αγωγή δεν αναφέρονταν, ως έδει, συγκεκριμένες εμφανείς υλικές πράξεις νομής επί του επιδίκου, με την επί πλέον παραδοχή, ότι η συμπλήρωσή τους με τις προτάσεις των αναιρεσειόντων ενώπιον του δεν θεραπεύει την αοριστία της αγωγής.
Συνεπώς, η αγωγή απορρίφθηκε από το Μονομελές Εφετείο Αθηνών ως προς τη βάση της τη στηριζόμενη στο ν. 3172/2003 ως απαράδεκτη λόγω αοριστίας της, με αιτιολογίες που ήταν αναγκαίες και στηρίζουν αυτοτελώς το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης. Οι, μετά την παραδοχή του παραπάνω λόγου της εφέσεως, περί αοριστίας της αγωγής, επειδή δεν εκτέθηκαν στην αγωγή τα απαιτούμενα περιστατικά για τη συνδρομή των προϋποθέσεων του ν. 3172/2003, επί πλέον αιτιολογίες της προσβαλλόμενης απόφασης ότι, ακόμη κι αν είχαν εκτεθεί τα περιστατικά αυτά, η αγωγή θα απορρίπτονταν, διότι το πρωτοβάθμιο δικαστήριο μετέβαλε τη βάση της αγωγής, η οποία στην πραγματικότητα στηρίζεται στις διατάξεις της χρησικτησίας του Αστικού Κώδικα, τη συνδρομή των οποίων εξέτασε το Εφετείο και απέρριψε την αγωγή και ως προς τη βάση αυτή, επίσης λόγω αοριστίας, είναι πλεοναστικές, δηλαδή αιτιολογίες που εκφέρθηκαν εκ περισσού, και ως εκ τούτου στην περίπτωση αυτή δεν υπάρχει έννομο συμφέρον να αποτραπεί δεδικασμένο με την αναίρεση της προσβαλλόμενης απόφασης, ακόμη και ως προς αναφερόμενα αυτήν ως εσφαλμένη αιτιολογία της (ΟλΑΠ 13/1995, ΟλΑΠ25/1994, ΑΠ 918/2019, ΑΠ 755/2018) .
Συνεπώς, ο πέμπτος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο οι αποδιδόμενες αιτιάσεις στην προσβαλλόμενη απόφαση αναφέρονται στις προαναφερόμενες πλεοναστικές αιτιολογίες, είναι αλυσιτελής (ΑΠ 713/2020, ΑΠ 755/2018, ΑΠ 226/2011). Συνακόλουθα με τα παραπάνω, εφόσον δεν υπάρχει άλλος αναιρετικός λόγος προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση των Β. Κ. και Γ. Κ. για αναίρεση της 5910/2018 οριστικής αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών και να καταδικαστούν οι αναιρεσείοντες, ως ηττηθέντες διάδικοι, στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσίβλητου, κατά το σχετικό αίτημά του (άρθρα 176,183,191 παρ. 2 ΚΠολΔ), μειωμένη όμως κατά το άρθρο 22 παρ. 1 του Ν. 3693/1957, που διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 52 αρ. 18 ΕισΝΚΠολΔ, άρθρο 5 παρ. 12 του Ν. 1738/1987 και 2 της 134423/28.12.1992 ΚΥΑ των Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης (ΦΕΚ Β'/11/20.1.1993), κατά τα οριζόμενα στο διατακτικό. Τέλος, πρέπει να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου που έχουν καταθέσει οι αναιρεσείοντες στο δημόσιο ταμείο (άρθρο 495 παρ.3 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 10.2.2020 αίτηση των Β. Κ. και Γ. Κ. για αναίρεση της 5910/2018 οριστικής αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.
Διατάσσει να εισαχθεί το κατατεθέν παράβολο στο Δημόσιο Ταμείο.
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσίβλητου την οποία ορίζει σε τριακόσια (300) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 4 Μαΐου 2022.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 4 Ιουλίου 2022.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ