Supreme Court dismisses appeal against final judgment for lack of legal interest and inadmissible grounds.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's request for cassation against the final judgment of the Athens Court of Appeal. The appellant argued that the lower court misinterpreted a Capital Market Commission decision regarding the second defendant's liability, but the Court found this error did not affect the core reasoning. Consequently, the appeal was rejected as legally unfounded and without legal interest, resulting in the dismissal of the request and the award of costs to the appellees.
Legislator headnote
AI generatedArticles 566(1) and 577(3) of the Code of Civil Procedure; An appeal is inadmissible if it targets surplus reasons that do not independently support the operative part of the judgment, and it is rejected as legally unfounded if the contested decision rests on correct substantive reasoning despite minor errors in interpreting auxiliary documents.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 918 / 2019 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 918/2019
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Λέκκα Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αθανάσιο Καγκάνη, Αλτάνα Κοκκοβού, Αγγελική Τζαβάρα και Μαρία Κουβίδου - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 21 Ιανουαρίου 2019, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Θ. Σ. του Α., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Κωνσταντίνο Σταθακόπουλο και δεν κατέθεσε προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "...", που εδρεύει στην …. και εκπροσωπείται νόμιμα, 2) Κ. Γ. του Λ., κατοίκου …., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Αχιλλέα Καννελάκη και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 24/9/2008 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 5752/2010 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 5127/2015 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 1/12/2017 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η 5127/2015 τελεσίδικη απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, που εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων, κατά την τακτική διαδικασία. Με την απόφαση αυτή, το ανωτέρω Δικαστήριο δέχτηκε τυπικά και απέρριψε κατ'ουσίαν την από 30-7-2012 έφεση του αναιρεσείοντος κατά της 5752/2010 οριστικής απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία απορρίφθηκε ως ουσιαστικά αβάσιμη η από 24-9-2008 αγωγή του.
Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566§1 ΚΠολΔ), είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθρα 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).
Στην περίπτωση που η προσβαλλόμενη απόφαση έχει κύριες αιτιολογίες, οι οποίες στηρίζουν αυτοτελώς το διατακτικό της και πλεοναστικές που στηρίζουν το ίδιο διατακτικό της, εφόσον οι πρώτες αιτιολογίες από αυτές δεν πλήττονται τελεσφόρως και λυσιτελώς με ειδικό λόγο αναίρεσης,η αναίρεση θα απορριφθεί ως αλυσιτελής, κατ άρθρα 566 παρ 1 και 577 παρ 3 του ΚΠολΔ, όσο απευθύνεται κατά των πλεοναστικών αιτιολογιών,εφ όσον η μη πληττόμενη τελεσφόρως αιτιολογία στηρίζει αυτοτελώς και επαρκώς το διατακτικό της απόφασης. Πλεοναστικές είναι οι αιτολογίες που δεν ήταν αναγκαίες για την κρίση της διαφοράς,δηλαδή αιτιολογίες που εκφέρθηκαν εκ περισσού και ως εκ τούτου στην περίπτωση αυτή δεν υπάρχει έννομο συμφέρον να αποτραπεί δεδικασμένο (άρθρο 578 ΚΠολΔ) με την αναίρεση της προσβαλλόμενης απόφασης,ακόμη και ως προς τυχόν εσφαλμένη σχετική αιτιολογία της (Ολ ΑΠ 13/1995, Ολ. ΑΠ 25/1994, ΑΠ 755/2018, ΑΠ 551/2017 ΑΠ 1051/2010).
Κατά την διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται μόνον αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί,ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με φευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ. ΑΠ 7/2006, Ολ ΑΠ 4/2005).
Με το λόγο αναίρεσης από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ (παραβίαση κανόνα του ουσιαστικού δικαίου) ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κ.λπ.
ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ ουσίαν (Ολ. ΑΠ 10/2011, βλ ΑΠ 2/2011). Αν το Δικαστήριο έκρινε κατ ουσίαν την υπόθεση,η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται εν όψει των πραγματικών περιστατικών που ανέλεγκτα το Δικαστήριο της ουσίας δέχτηκε ότι αποδείχτηκαν και της υπαγωγής τους στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παραβίαση (ΑΠ 1299/2009).
Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παράγραφος 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνηση του (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία). (Ολ.
ΑΠ 1/1999). Ο προβλεπόμενος από το άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης για έλλειψη νόμιμης βάσης με την έννοια της ανεπαρκούς αιτιολογίας αφορά ελλείψεις αναγόμενες αποκλειστικά στη διατύπωση του αιτιολογικού πορίσματος αναφορικά με τη συνδρομή ή μη γεγονότων, που στη συγκεκριμένη περίπτωση συγκροτούν το πραγματικό του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, έτσι ώστε, από την ανεπαρκή ή αντιφατική έκθεση τους, να μην μπορεί να κριθεί αν η απόφαση στηρίζεται ή όχι νομικώς (Ολ.
ΑΠ 13/1995). Η ύπαρξη νόμιμης βάσης και η αντίστοιχη έλλειψη της πρέπει να προκύπτουν αμέσως από την προσβαλλόμενη απόφαση, ο δε Άρειος Πάγος διαπιστώνει την ύπαρξη ή την ανυπαρξία του προκειμένου λόγου αναίρεσης, ελέγχοντας μόνο την προσβαλλόμενη απόφαση και το αιτιολογικό της και όχι το περιεχόμενο άλλων εγγράφων ή αποφάσεων σε εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 561 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.
Αντίθετα, δεν ιδρύεται λόγος αναίρεσης, κατά την διάταξη αυτή, όταν οι ελλείψεις της απόφασης ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων και μάλιστα στην ανάλυση και στάθμισή τους και στην αιτιολόγηση του εξαγομένου από αυτές πορίσματος, γιατί στην κρίση του αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανελέγκτως, κατά την διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ., εκτός αν δεν είναι σαφές το πόρισμα και για το λόγο αυτό γίνεται αδύνατος ο αναιρετικός έλεγχος ( ΑΠ 210/2017, ΑΠ 224/2015, ΑΠ 1416/2012, ΑΠ 1208/2011).
Ως ζητήματα, των οποίων η μη αιτιολόγηση ή η αιτιολόγηση κατά τρόπο ανεπαρκή ή αντιφατικό στερεί από την απόφαση τη νόμιμη βάση, νοούνται μόνο οι ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη, που τείνουν, δηλαδή, στην θεμελίωση ή την κατάλυση του δικαιώματος που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο, όχι όμως και η επιχειρηματολογία των διαδίκων ή του δικαστηρίου, ούτε η εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση αυτή διατυπώνεται σαφώς (Ολ ΑΠ 24/1992, Ολ.ΑΠ 1/1999, ΑΠ 9/2013).
Το πόρισμα, δηλαδή το συμπέρασμα που προκύπτει από τις αποδείξεις είναι σαφές όταν αναφέρεται στην απόφαση χωρίς ενδοιασμούς (με βεβαιότητα) ότι αποδείχθηκε συγκεκριμένο γεγονός και δεν χρησιμοποιούνται από το δικαστήριο εκφράσεις που κλονίζουν το πόρισμα, ως προϊόν πλήρους δικανικής πεποίθησης ( ΑΠ 290/2017, ΑΠ 681/2014).
Δεν υπάρχει δε έλλειφη αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές μεν, αλλά πλήρεις, αιτιολογίες, αφού αναγκαίο να εκτίθεται σαφώς στην απόφαση είναι μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε και όχι ο λόγος για τον οποίο αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε ( ΑΠ 816/2017,ΑΠ 151/2014, ΑΠ 1942/2013, ΑΠ 2075/2007).
Εξάλλου, κατά το άρθρο 20 παρ. 1 του ν. 1806/1988, χρηματιστηριακή συναλλαγή θεωρείται κάθε αγοραπωλησία που καταρτίζεται σύμφωνα με τη νομοθεσία περί χρηματιστηρίων, καθώς και κάθε δικαιοπραξία συναφής με τη διενέργεια και την εκτέλεση αγοραπωλησίας χρηματιστηριακών πραγμάτων και αξιών (περ γ). Στην τελευταία αυτή κατηγορία των χρηματιστηριακών συναλλαγών (παρεπόμενων - συναφών) υπάγεται και η σύμβαση παραγγελίας χρηματιστηριακής αγοραπωλησίας.
Η ανωτέρω σύμβαση (χρηματιστηριακή παραγγελία) έχει ως αντικείμενο αφενός την ανάληψη από τον χρηματιστή της υποχρέωσης να εκτελέσει, με την κατάρτιση κύριας χρηματιστηριακής σύμβασης, την παραγγελία (εντολή) του πελάτη για αγορά ή πώληση χρεογράφων (χρηματιστηριακών πραγμάτων) και αφετέρου την ανάληψη από τον πελάτη της υποχρέωσης να καταβάλει στον χρηματιστή τη συμφωνηθείσα αμοιβή (προμήθεια) για την εκτέλεση της χρηματιστηριακής συναλλαγής, καθώς και το τίμημα των χρεογράφων που αποτέλεσαν το αντικείμενο της συναλλαγής.
Η σύμβαση παραγγελίας χρηματιστηριακής συναλλαγής, η οποία είναι γνωστή στη χρηματιστηριακή πρακτική ως σύμβαση παροχής επενδυτικών υπηρεσιών, αποτελεί σύμβαση εμπορικής παραγγελίας κατά τα άρθρα 90 επ. του ΕΝ, επί της οποίας έχουν ευθεία εφαρμογή οι περί εντολής διατάξεις των άρθρων 713 επ. του ΑΚ, της οποίας αποτελεί ειδικότερη μορφή.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 719 ΑΚ ο εντολοδόχος έχει υποχρέωση να αποδώσει στον εντολέα καθετί που έλαβε για την εκτέλεση της εντολής ή απέκτησε από την εκτέλεση της, κατά δε τη διάταξη του άρθρου 721 του ίδιου Κώδικα, ο εντολέας έχει υποχρέωση να προκαταβάλει τις δαπάνες που απαιτούνται για την εκτέλεση της εντολής, υποχρεούμενου παράλληλα του εντολοδόχου,κατ' άρθρο 714 ΑΚ, να ανορθώσει την οφειλόμενη σε πταίσμα του θετική και αποθετική ζημία του εντολέα (ΑΠ 854/2017,ΑΠ 1359/2013, ΑΠ 595/2013).
Περαιτέρω, από τη διάταξη του άρθρου 914 του ΑΚ, κατά την οποία, όποιος ζημιώσει άλλον παράνομα και υπαίτια, έχει υποχρέωση να τον αποζημιώσει, συνάγεται σαφώς, ότι για να παραχθεί αδικοπραξία κατά την έννοια της διάταξης αυτής και υποχρέωση του δράστη προς αποζημίωση του παθόντος, απαιτείται, α) η επέλευση ζημίας, β) η ζημία αυτή να προξενήθηκε από το δράστη παρανόμως, συγχρόνως δε και υπαιτίως, ήτοι από δόλο ή αμέλεια (άρθρο 330 ΑΚ), γ) η παράνομη συμπεριφορά του υπαίτιου να οφείλεται σε πράξη ή παράλειψη αυτού και δ)να υφίσταται πρόσφορη αιτιώδης συνάφεια μεταξύ της ζημιογόνου πράξης ή παράλειψης και της επελθούσας ζημίας, η οποία συντρέχει όταν, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας και της λογικής, η συμπεριφορά αυτή στο χρόνο και με τις συνθήκες που έλαβε χώρα, ήταν ικανή κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων να επιφέρει το επιζήμιο αποτέλεσμα, το οποίο και πράγματι επέφερε στη συγκεκριμένη περίπτωση (ΑΠ 725 /2017,ΑΠ 1029/2015).
Η παράβαση των προβλεπόμενων από τη διάταξη του άρθρου 25 του ν. 3606/2007,αλλά και από τις διατάξεις του Κανονισμού Δεοντολογίας ΕΠΕΥ, που εκδόθηκαν κατ' εξουσιοδότηση αρχικά του άρθρου 7 παρ 1 του ν. 2396/1996 και ακολούθως του άρθρου 25 του ν.3606/2007, υποχρεώσεων της Εταιρίας Παροχής Επενδυτικών Υπηρεσιών (ΕΠΕΥ να εφιστά την προσοχή του επενδυτή για τα χρηματικά προϊόντα που επιλέγει και να τον αποτρέπει από επισφαλείς επενδύσεις, συνιστά παρανομία υπό την έννοια της διάταξης του άρθρου 914 ΑΚ., εφ όσον δε η εν λόγω παρανομία, διαπραχθείσα με υπαιτιότητα, επιφέρει αιτιωδώς ζημία στον επενδυτή υποχρεώνει την παρανομούσα ΕΠΕΥ σε αποζημίωση .Στην προκείμενη περίπτωση το Τριμελές Εφετείο Αθήνας με την προσβαλλόμενη 5127/2015 απόφασή του δέχτηκε τα εξής : " Στις 5-2-2007, καταρτίστηκε εγγράφως, μεταξύ του ενάγοντος και της εναγόμενης ανώνυμης χρηματιστηριακής εταιρίας, σύμβαση παροχής επενδυτικών υπηρεσιών, η οποία υπογράφηκε και από τα δύο μέρη και ο ενάγων έλαβε τον κωδικό αριθμό επενδυτή 289697.Δυνάμει της ως άνω συμβάσεως, όπου αναγράφονται λεπτομερώς οι όροι που τη διέπουν, η εναγομένη ανέλαβε να διαβιβάζει για λογαριασμό του ενάγοντος, έναντι αμοιβής, παραγγελίες αγοράς και πώλησης μετοχών στο χρηματιστήριο.
Σύμφωνα με τον όρο 2.1, οι παραγγελίες του επενδυτή θα μπορούν να δίνονται με τη συμπλήρωση συγκεκριμένων εντύπων, με τηλεομοιοτυπικό μέσο, καθώς και προφορικά. Κατά τον όρο 2.2της σύμβασης, η εναγομένη,για την προστασία των αμοιβαίων συμφερόντων ΑΧΕ και Επενδυτή,είχε το δικαίωμα να προβαίνει σε μαγνητοφώνηση των τηλεφωνικών συνδιαλέξεων των υπαλλήλων της με τον ενάγοντα (επενδυτή), προκειμένου το προϊόν της μαγνητοφώνησης να δύναται να χρησιμοποιηθεί ως αποδεικτικό υλικό.
Περαιτέρω στον όρο 3.5 ορίζεται ότι η κάθε αγοραπωλησία του επενδυτή είναι απόρροια της ελεύθερης επιλογής του και δεν εξαρτάται από επενδυτικές συστάσεις ή συμβουλές της ΑΧΕ. Ακολούθως, με τον όρο 6.1,ο ενάγων υποχρεούται να προκαταβάλλει στην εναγομένη το αντίτιμο των μετοχών, την αγορά των οποίων παραγγέλλει, καθώς και τα έξοδα και την αμοιβή της και με τον όρο 6.4 ορίζεται ότι, σε περίπτωση που η ΑΧΕ πραγματοποιήσει συναλλαγή που δεν καλύπτεται από το υπόλοιπο του λογαριασμού του επενδυτή, ο τελευταίος θα πληρώνει αμέσως τη διαφορά μεταξύ του υπολοίπου και του κόστους συναλλαγής.
Σε διαφορετική περίπτωση (μη καταβολής), η εναγομένη έχει το δικαίωμα α)..β) χωρίς προηγούμενη ειδοποίηση του επενδυτή να πωλεί ή με οποιοδήποτε τρόπο να εκποιεί οποιεσδήποτε αξίες που του ανήκουν και το προϊόν της εκποίησης τους να καλύψει μέρος ή το σύνολο της διαφοράς. Περαιτέρω, με τον όρο 8.1 της σύμβασης, ο επενδυτής φροντίζει, με δική του πρωτοβουλία, για την ενημέρωσή του, ως προς την εκτέλεση ή όχι των συναλλαγών που έδωσε εντολή να καταρτιστούν και η ΑΧΕ αναλαμβάνει την υποχρέωση να θέτει στη διάθεση του επενδυτή, μέσα σε δεκαπέντε ημέρες από το τέλος κάθε μήνα αναλυτική και αιτιολογημένη κατάσταση των κινήσεων των πάσης φύσεως λογαριασμού που τηρεί ο επενδυτής, ο δε, τελευταίος μπορεί να υποβάλει εγγράφως τυχόν αντιρρήσεις ως προς οποιαδήποτε συναλλαγή.
Με τον όρο 8.3 ορίζεται ότι η μη έγκαιρη υποβολή αντιρρήσεων ισχύει ως έγκριση και στην παρ. 4 του ίδιου άρθρου ορίζεται ότι, αν ο επενδυτής δεν λαμβάνει εμπροθέσμως ενημέρωση, οφείλει να ειδοποιεί εγγράφως και χωρίς καθυστέρηση, άλλως η ΑΧΕ απαλλάσσεται από κάθε ευθύνη. Μεταξύ του ενάγοντος και της χρηματιστηριακής εταιρίας υπογράφηκε την ίδια ημερομηνία με την κύρια σύμβαση, άλλη σύμβαση, δυνάμει της οποίας ο ενάγων είχε τη δυνατότητα να προβαίνει σε συναλλαγές, οι οποίες θα μπορούσαν να υπερβαίνουν το ποσοστό του 150 % του χαρτοφυλακίου του, υποχρεούμενος να καλύψει τη διαφορά ή να πωλήσει τις μετοχές εντός τριημέρου.
Για τη λειτουργία της ένδικης σύμβασης ο ενάγων κατέβαλε το συνολικό ποσό των 160.000 ευρώ (80.000 ευρώ στις 5-2-2007 και 80.000 ευρώ στις 23-2-2007). Κατά το χρονικό διάστημα από 7-2-2007 έως 23-1- 2008,υλοποιήθηκαν για λογαριασμό του ενάγοντος 508 αγοραπωλησίες μετοχών; όπως προκύπτουν από τις προσκομιζόμενες καρτέλες, τις οποίες, όπως ήταν υποχρεωμένη, τηρούσε η πρώτη εναγομένη.
Στις 24-1-2008 το υπόλοιπο στο λογαριασμό του ενάγοντος ανερχόταν στο ποσό των 2.807,07 ευρώ. Το γεγονός ότι πραγματοποιήθηκαν οι ένδικες αγορές και πωλήσεις μετοχών δεν αμφισβητεί ούτε ο ενάγων (ο ισχυρισμός του είναι ότι έγιναν χωρίς εντολή του). Από το σύνολο των συναλλαγών του εναγομένου με την ως άνω εταιρία προέκυπταν, συχνά, υψηλά χρεωστικά υπόλοιπα, λόγω, αφ ενός μεν της συμφωνίας που προαναφέρθηκε για υπέρβαση του ορίου έως του 150% και αφ ετέρου,της άτυπης πρακτικής που επικρατούσε εκείνο το χρονικό διάστημα, να επιτρέπεται δηλαδή στους επενδυτές ο "αέρας ",δηλαδή η αγορά τίτλων, χωρίς την άμεση καταβολή του αντιστοίχου τιμήματος και ο συμψηφισμός αυτού με τα έσοδα από τυχόν πωλήσεις τίτλων στο όνομα αυτών.
Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι οι επίδικες συναλλαγές, οι οποίες γίνονταν με ιδιαίτερα συχνή ροή, πραγματοποιήθηκαν κατόπιν αντίστοιχων εντολών του ενάγοντα (πολλές δίνονταν αλληλοδιαδόχως σε μία η μέρα), όπως προκύπτει από τις απομαγνητοφωνημένες συνομιλίες του ενάγοντα με το δεύτερο εναγόμενο, αλλά και από την κατάθεση του μάρτυρα των εναγομένων (ο μάρτυρας του εναγόντων δεν καταθέτει συγκεκριμένα επ' αυτού).
Επίσης από τις συνομιλίες των διαδίκων φυσικών προσώπων, προκύπτει όχι μόνο ότι ο ενάγων έδινε τις εντολές, αλλά ότι αυτές ήταν απόρροια της επιλογής του και επιπλέον, ότι είχε γνώση και άποψη για τα χρηματιστηριακά προϊόντα (γνώριζε τις διακυμάνσεις ακόμα και στη διάρκεια της ίδιας μέρας) και τον τρόπο λειτουργίας της χρηματιστηριακής αγοράς, γεγονός που προκύπτει από την άνεση με την οποία εξέφραζε την άποψή του για την τρέχουσα τιμή αγοραπωλησίας των μετοχών, καθώς και από την ορολογία που χρησιμοποιούσε..
Χαρακτηριστική είναι η από 23-1-2008 συνομιλία, όπου ο ενάγων αναφέρει ότι εκείνη τη στιγμή παρακολουθούσε από την τηλεόραση την κίνηση του χρηματιστηρίου και όχι on line, που σημαίνει ότι άλλες φορές παρακολουθούσε και on line, γεγονός που του έδινε τη δυνατότητα να έχει πλήρη ενημέρωση και που σημαίνει ότι αυτός ήταν ένα άτομο που είχε ιδιαίτερη εμπειρία στις χρηματιστηριακές συναλλαγές.
Επίσης, από τον τρόπο που έδινε εντολές στον πρώτο εναγόμενο, ήτοι με την αγορά μετοχών, χωρίς να καταβάλει το αντίστοιχο αντίτιμο, το οποίο τις περισσότερες φορές υπερέβαινε κατά πολύ το υπόλοιπο του λογαριασμού του, προκύπτει ότι ο ενάγων αναλάμβανε μεγάλο κίνδυνο απώλειας των χρημάτων του, αλλά, αντιστοίχως, με τον τρόπο αυτό προσδοκούσε και μεγάλα κέρδη, διότι αν η τιμή των μετοχών που αγόραζε, χωρίς να καταβάλει το τίμημα ανέβαινε, αυτός θα είχε πολύ μεγάλα κέρδη.
Για τους ίδιους ως άνω λόγους δεν μπορεί να γίνει λόγος για εκμετάλλευση της απειρίας του ενάγοντος από τον προστήσαντα της δεύτερη εναγομένης, πρώτο εναγόμενο . Ακολούθως αποδείχθηκε ότι η πρώτη εναγομένη απέστελλε στον ενάγοντα ενημέρωση για τις πραγματοποιηθείσες συναλλαγές και με τηλεμοιοτυπία και ταχυδρομικά, ενώ δεν αποδείχθηκε ότι ο ενάγων εξέφρασε οιαδήποτε αντίρρηση για τις αγορές και πωλήσεις που γίνονταν στο όνομά του ούτε και ότι διαμαρτυρήθηκε για έλλειψη ενημέρωσης.
Επίσης ούτε σε κάποια συνομιλία του με τον εναγόμενο εκφράζει οιαδήποτε εναντίωση σε προηγηθείσες αγορές ή πωλήσεις μετοχών. Έως και την 23η -1-2008 συνεχιζόταν οι συναλλαγές του ενάγοντα στο χρηματιστήριο, μέσω του δεύτερου εναγόμενου, όπως προκύπτει από κατά την ως άνω ημερομηνία συνομιλία μεταξύ τους, χωρίς ο ενάγων, παρότι η αποτίμηση του χαρτοφυλακίου του ήταν, πλέον, σε ιδιαίτερα χαμηλά επίπεδα να διαμαρτυρηθεί .
Σύμφωνα με όσα αποδείχθηκαν, δεν προκέκυψε αντισυμβατική ή παράνομη συμπεριφορά του δεύτερου εναγομένου, προστήσαντος της πρώτης εναγομένης, η οποία να προκάλεσε στον ενάγοντα τη ζημία που αυτός επικαλείται. Πρέπει να σημειωθεί ότι ευθύνη των εναγομένων βάσει του Ν. 3606/2007 δεν μπορεί να θεμελιωθεί, διότι ο νόμος αυτός τέθηκε σε ισχύ την 1-11-2007,ενώ η επίδικη σύμβαση συνήφθη ,στις 7-2-2007 (εφαρμοστέο είναι το δίκαιο που ισχύει κατά το χρόνο κατάρτισης της σύμβασης).
Πρέπει να επισημανθεί ότι από την απόφαση της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς με την οποία επιβλήθηκαν οι αναφερόμενες σ' αυτήν ποινές στους εναγόμενους, πέραν του ότι αυτή δεν αναφέρει συγκεκριμένα στοιχεία, προκύπτει ότι αυτή στηρίζεται στις διατάξεις του ν.3606/2007,ο οποίος δεν εφαρμόζεται εν προκειμένω. Επίσης η απόφαση της ανωτέρω επιτροπής για την επιβολή ποινής επίπληξης στο δεύτερο εναγόμενο, για παράβαση των διατάξεων που αφορούν τη χρήση περιουσιακών στοιχείων πελάτη της πρώτης εναγόμενης χωρίς τη ρητή έγκρισή του είναι αόριστη, δεν αναφέρει συγκεκριμένα στοιχεία και ως εκ τούτου, δεν μπορεί να συντελέσει στη συναγωγή συγκεκριμένων συμπερασμάτων ως προς την ευθύνη του εναγόμενου.
Άλλωστε, η απόφαση της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς έθεσε την υπόθεση στο αρχείο. Τέλος ο ισχυρισμός του ενάγοντος ότι ο εναγόμενος όφειλε να του παράσχει πληροφορίες για τα χρηματιστηριακά προϊόντα και να τον αποτρέπει από επισφαλείς επενδύσεις, έρχεται σε αντίφαση με όσα ισχυρίζεται στην αγωγή του, εφ όσον με αυτήν επικαλείται ότι η ευθύνη των εναγομένων στηρίζεται στο ότι γινόταν αγοραπωλησίες χωρίς την εντολή του και όχι ότι, ναι μεν έδινε τις εντολές αυτές, αλλά χωρίς να έχει τις απαιτούμενες πληροφορίες και συμβουλές.
Επομένως, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, που δέχθηκε τα ίδια και απέρριψε την αγωγή δεν έσφαλε στην ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου και την εκτίμηση των αποδείξεων,οι δε περί του αντιθέτου λόγοι έφεσης, πρέπει να απορριφθούν ως κατ ουσίαν αβάσιμοι".
Από την παραδεκτή επισκόπηση της από 24-9-2008 αγωγής (άρθρο 561 παρ 2 ΚΠολΔ) προκύπτει ότι ο αναιρεσείων, με την ανωτέρω αγωγή του εξέθετε ότι μεταξύ αυτού και της πρώτης εναγόμενης ανώνυμης χρηματιστηριακής εταιρίας καταρτίστηκε η από 5-2-2007 σύμβαση παροχής επενδυτικών υπηρεσιών, στα πλαίσια της οποίας της κατέθεσε το ποσό των 160.000 ευρώ.
Ότι η πρώτη εναγόμενη, κατά παράβαση του άρθρου 25 παρ 5 του ν.3606/2007 και των αρχών δεοντολογίας των ΕΠΕΥ, δεν του παρείχε τις κατάλληλες επενδυτικές συμβουλές,καθώς και ότι η πρώτη εναγόμενη, δια του προστηθέντος οργάνου της δεύτερου εναγόμενου, εκτέλεσε με τα ανωτέρω χρήματά του και για λογαριασμό του τις αναφερόμενες χρηματιστηριακές συναλλαγές, τις οποίες ο ίδιος (ενάγων ) δ εν είχε παραγγείλει, ενεργώντας σε βάρος των συμφερόντων του, προκειμένου να εισπράττει προμήθεια, να εμφανίζει αυξημένο όγκο εργασιών και να στηρίζει τη θέση συγκεκριμένων μετοχών στο χρηματιστήριο.
Ότι εξαιτίας των ανωτέρω αντισυμβατικών αλλά και παράνομων και υπαίτιων ενεργειών του δεύτερου εναγόμενου απώλεσε το συνολικό ποσό των 158.200 ευρώ. Με βάση τα πραγματικά αυτά περιστατικά ζήτησε, να αναγνωριστεί η υποχρέωση των εναγόμενων, να του καταβάλουν εις ολόκληρον το ποσό των 158.200 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την επόμενη της επίδοσης της αγωγής.
Από το περιεχόμενο της ανωτέρω αγωγής, προκύπτει ότι, όσα ο αναιρεσείων εκθέτει για έλλειψη παροχής των κατάλληλων συμβουλών από τους αναιρεσίβλητους, κατά παράβαση του άρθρου 25 του ν.3606/2007 και των αρχών δεοντολογίας των ΕΠΕΥ, αναφέρονται διηγηματικά, καθόσον η αιτούμενη από τον ίδιο αποζημίωση συνδέεται αιτιωδώς μόνο με την περιγραφόμενη αντισυμβατική και παράνομη συμπεριφορά των αναιρεσίβλητων, ήτοι την εκτέλεση με χρήματά του και για λογαριασμό του των αναφερόμενων χρηματιστηριακών συναλλαγών, τις οποίες ο ίδιος δεν είχε παραγγείλει, ενεργώντας σε βάρος των συμφερόντων του, προκειμένου η πρώτη αναιρεσίβλητη να εισπράττει προμήθεια, να εμφανίζει αυξημένο όγκο εργασιών και να στηρίζει τη θέση συγκεκριμένων μετοχών στο χρηματιστήριο και όχι την παροχή από τον ίδιο των εντολών αυτών, αλλά χωρίς να έχει τις απαιτούμενες πληροφορίες και συμβουλές.
Το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, ερευνώντας τον πρώτο λόγο έφεσης, με τον οποίο ο αναιρεσείων παραπονείτο για κακή εκτίμηση των αποδείξεων ως προς την κατ' ουσίαν απόρριψη της αγωγής του, ισχυριζόμενος ότι ουδόλως εκτιμήθηκε ο ισχυρισμός του περί παράβασης από την πλευρά των εναγόμενων όσων ορίζονται στο άρθρο 25 παρ 4 και 5 του ν.3606/2007, δέχτηκε α) ότι ο ισχυρισμός του ενάγοντος ότι ο εναγόμενος όφειλε να του παράσχει πληροφορίες για τα χρηματιστηριακά προϊόντα και να τον αποτρέπει από επισφαλείς επενδύσεις, έρχεται σε αντίφαση με όσα ισχυρίζεται στην αγωγή του, εφ όσον με αυτήν επικαλείται ότι η ευθύνη των εναγομένων στηρίζεται στο ότι γινόταν αγοραπωλησίες χωρίς την εντολή του και όχι ότι, ναι μεν έδινε τις εντολές αυτές, αλλά χωρίς να έχει τις απαιτούμενες πληροφορίες και συμβουλές και β) ότι ευθύνη των εναγόμενων βάσει του Ν. 3606/2007 δεν μπορεί να θεμελιωθεί, διότι ο νόμος αυτός τέθηκε σε ισχύ την 1-11-2007,ενώ η επίδικη σύμβαση συνήφθη στις 7-2-2007(εφαρμοστέο είναι το δίκαιο που ισχύει κατά το χρόνο κατάρτισης της σύμβασης).
Η υπό στοιχείο (α ), μη πληττόμενη με λόγο αναίρεσης αιτιολογία, με την οποία το Εφετείο δέχεται ότι η επικαλούμενη από τον αναιρεσείοντα παράβαση της μη παροχής πληροφοριών από τον αναιρεσίβλητο δεν συνδέεται αιτιωδώς με την αναφερόμενη από τον ίδιο ζημία, η οποία προέρχεται από την χωρίς την εντολή του κατάρτιση των αγοραπωλησιών, στηρίζει αυτοτελώς το απορριπτικό για τον ανωτέρω λόγο έφεσης διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης και συνεπώς η υπό στοιχείο (β) αιτιολογία, περί μη εφαρμογής του ν.3606/2007, αφορά σε πλεοναστική αιτιολογία αυτής .Επομένως ο πρώτος λόγος αναίρεσης, από το άρθρο 559 αρ 1 ΚΠολΔ, με τον οποίο ο αναιρεσείων μέμφεται το Εφετείο για εσφαλμένη απόρριψη του ανωτέρω λόγου έφεσής του, με την αιτιολογία ότι δεν εφαρμόζεται ο νόμος 3606/2007,ενώ τα ίδια όριζε και το άρθρο 7 του ν. 2396/1996, που ίσχυε κατά το χρόνο κατάρτισης της ένδικης σύμβασης, το οποίο εσφαλμένα δεν εφάρμοσε, αλυσιτελώς προβάλλεται και πρέπει να απορριφθεί.
Περαιτέρω,το Εφετείο, υπό τις προεκτεθείσες παραδοχές του, δεν στέρησε την απόφαση του νόμιμης βάσης, καθόσον διέλαβε σ' αυτήν την επιβαλλομένη από το άρθρο 93 παρ.3 του Συντάγματος αιτιολογία, που καθιστά εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο περί της ορθής εφαρμογής των προαναφερόμενων ουσιαστικού δικαίου διατάξεων.
Τούτο δε διότι το Εφετείο διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του πλήρεις, σαφείς, χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά αιτιολογίες ως προς τα ακόλουθα ζητήματα που έχουν ουσιώδη επίδραση της έκβαση της δίκης: α ) της διενέργειας των ένδικων αγορών και πωλήσεων μετοχών για λογαριασμό του ενάγοντος κατόπιν εντολών του, δεχόμενο ότι προέκυψαν από τις τηρούμενες κατά το νόμο και προσκομιζόμενες από την εναγόμενη καρτέλες, από τις απομαγνητοφωνημένες συνομιλίες μεταξύ ενάγοντος και εναγόμενου την κατάθεση του μάρτυρα της εναγόμενης, αλλά και από το γεγονός ότι δεν τις αμφισβήτησε ο ενάγων, ο οποίος ισχυρίστηκε μόνο ότι έγιναν χωρίς εντολή του, β) της έλλειψης διαμαρτυρίας του ενάγοντος προς τους εναγόμενους για παράλειψη ενημέρωσής του για τις αγορές και πωλήσεις μετοχών που γίνονταν στο όνομά του, δεχόμενο ότι, παρότι η εναγόμενη του απέστελλε ενημέρωση για τις πραγματοποιηθείσες συναλλαγές και με τηλεμοιοτυπία και ταχυδρομικά, ο τελευταίος δεν εξέφρασε οποιαδήποτε αντίρρηση, αλλά ούτε και σε κάποια συνομιλία του με τον εναγόμενο και κυρίως στη συνομιλία της 23.1.2008, κατά την οποία ο ενάγων, παρότι η αποτίμηση του χαρτοφυλακίου του ήταν σε ιδιαίτερα χαμηλά επίπεδα, δεν διαμαρτυρήθηκε γ) της ανυπαρξίας αντισυμβατικής και παράνομης συμπεριφοράς του δεύτερου εναγόμενου, δεχόμενο ότι από την αναλυτικά περιγραφόμενη συμπεριφορά του δεύτερου εναγομένου, προστηθέντος της πρώτης εναγόμενης, δεν προέκυψε αντισυμβατική και παράνομη συμπεριφορά, η οποία να προκάλεσε στον ενάγοντα τη ζημία που αυτός επικαλείται, δ) της αοριστίας της απόφασης της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς περί παράβασης από την πλευρά της εναγόμενης των διατάξεων που αφορούν τη χρήση περιουσιακών στοιχείων του ενάγοντος, με την οποία επιβλήθηκε στον εναγόμενο ποινή επίπληξης, δεχόμενο ότι η απόφαση αυτή με το ανωτέρω περιεχόμενο είναι αόριστη, διότι δεν αναφέρει συγκεκριμένα στοιχεία και ως εκ τούτου, δεν μπορεί να συντελέσει στη συναγωγή συγκεκριμένων συμπερασμάτων ως προς την ευθύνη του εναγόμενου .
Συνεπώς ο τρίτος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ,λόγω ανεπαρκών αιτιολογιών ως προς τα ανωτέρω υπό στοιχεία (α) έως (δ) ζητήματα, κρίνεται αβάσιμος και απορριπτέος.
Κατά το άρθρο 444 παρ 1 περ. γ Κ.Πολ.Δ., ιδιωτικά έγγραφα θεωρούνται και οι φωτογραφικές ή κινηματογραφικές αναπαραστάσεις, φωνοληψίες και κάθε άλλη μηχανική απεικόνιση. Η επίκληση και η προσκομιδή μαγνητοταινίας ως ιδιωτικού εγγράφου, κατά την ανωτέρω διάταξη, πρέπει να συνοδεύεται με ποινή απαραδέκτου, στο πλαίσιο ανάλογης εφαρμογής του άρθρου 454 Κ.Πολ.Δ., από έγγραφο κείμενο το οποίο να περιέχει τις αποτυπωθείσες στη μαγνητοταινία ομιλίες, από κοινού με πιστοποίηση αρμόδιου οργάνου, όπως είναι ο δικηγόρος (άρθρο 52 του Κώδικα περί Δικηγόρων) που να βεβαιώνει την ακρίβεια της μεταφοράς και λαμβάνεται υπόψη από το δικαστήριο υπό τις προϋποθέσεις που λαμβάνεται υπόψη κάθε έγγραφο (Α.Π. 1133/2013, ΑΠ 228/2012).
Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 335 και 338 έως 341 Κ.Πολ.Δ., συνάγεται ότι το δικαστήριο για να σχηματίσει τη δικανική του πεποίθηση ως προς τη βασιμότητα ή μη των προβαλλομένων από τους διαδίκους πραγματικών γεγονότων που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λαμβάνει υπόψη όλα τα νόμιμα αποδεικτικά μέσα που επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι για άμεση και έμμεση απόδειξη.
Αν το Δικαστήριο έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που ο νόμος δεν επιτρέπει ιδρύεται ο από το αριθμό 11α του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης, Με τον δεύτερο λόγο της αίτησης αναίρεσης αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση, κατ' ορθή εκτίμηση, η πλημμέλεια από τον αριθμό 11α του άρθρου 559 ΚΠολΔ (και όχι από τον αριθμό 8),ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό του (αναιρεσείοντος), που επανέφερε με λόγο έφεσης, ότι οι ηχογραφημένες συνομιλίες μεταξύ αυτού και του αναιρεσίβλητου, που είχαν αποτυπωθεί εγγράφως,δεν μπορούσαν να αποτελέσουν αποδεικτικό μέσο με την έννοια του άρθρου 444 παρ 1 περ γ ΚΠολΔ, αφού ουδέποτε του χορηγήθηκαν, όταν τις ζήτησε εξωδίκως.
Το επικαλούμενο από τον ενάγοντα γεγονός της μη χορήγησης των ηχογραφημένων συνομιλιών, κατά τις προαναφερόμενες διατάξεις, δεν τις καθιστά απαράδεκτο αποδεικτικό μέσο, γι αυτό ο ανωτέρω λόγος είναι απαράδεκτος και απορριπτέος, ενόψει και της διάταξης του άρθρου 346 ΚΠολΔ, σύμφωνα με την οποία τα αποδεικτικά μέσα που προσκομίζει ένας διάδικος στο Δικαστήριο είναι κοινά και ο αντίδικος του λαμβάνει γνώση του περιεχομένου τους.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 20 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παραμόρφωσε το περιεχόμενο εγγράφου με το να δεχθεί πραγματικά γεγονότα προφανώς διαφορετικά από εκείνα που αναφέρονται στο έγγραφο αυτό. Από τη διατύπωσή της η διάταξη αυτή αφορά μόνο έγγραφο, από όσα προβλέπονται από τα άρθρα 339 και 432 επί του ΚΠολΔ.
Για να δημιουργηθεί ο λόγος αυτός αναίρεσης πρέπει να έχει γίνει επίκληση του εγγράφου στην κατ' έφεση δίκη, διαφορετικά ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος. Περαιτέρω, ως παραμόρφωση του περιεχομένου εγγράφου που ιδρύει τον ίδιο λόγο αναίρεσης, και η οποία πρέπει να είναι προφανής, υπάρχει όταν το Δικαστήριο από εσφαλμένη ανάγνωση του εγγράφου δέχθηκε ως περιεχόμενο του κάτι το διαφορετικό από το πραγματικό. (Ολ.
ΑΠ 1/1999, ΑΠ 236/2017). Πάντως, για να θεμελιωθεί ο προαναφερόμενος λόγος αναίρεσης, θα πρέπει το Δικαστήριο της ουσίας να έχει στηρίξει το αποδεικτικό του πόρισμα αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο στο έγγραφο, το περιεχόμενο του οποίου φέρεται ότι παραμορφώθηκε, όχι δε όταν το έχει απλώς συνεκτιμήσει μαζί με άλλα αποδεικτικά μέσα, χωρίς να εξαίρει το έγγραφο αναφορικά με το πόρισμα, στο οποίο κατέληξε για την ύπαρξη ή μη αποδεικτικού γεγονότος (ΑΠ 748/2011).
Από δε το συνδυασμό της πιο πάνω διάταξης με εκείνη του άρθρου 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι δεν περιλαμβάνει ο λόγος αυτός αναίρεσης και την περίπτωση, κατά την οποία, από την αποδεικτική αξιολόγηση του περιεχομένου του εγγράφου, κατέληξε το δικαστήριο με την συνεκτίμηση και άλλων αποδεικτικών μέσων σε συμπέρασμα αντίθετο από εκείνο που θεωρεί ως ορθό ο αναιρεσείων, γιατί δεν είναι εφικτή η εξακρίβωση της ιδιαίτερης αποδεικτικής σημασίας του εγγράφου, παρά μόνο με την εκτίμηση των αποδεικτικών μέσων που συνεκτιμήθηκαν με αυτό, η οποία δεν υπόκειται σε έλεγχο του Αρείου Πάγου, και ο αναιρετικός λόγος απορρίπτεται ως απαράδεκτος (ΑΠ 748/2011).
Με τον τέταρτο λόγο της αίτησης αναίρεσης, ο αναιρεσείων προσάπτει στο Εφετείο την από τον αριθμό 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ αιτίαση, ότι παραμόρφωσε το περιεχόμενο της προσκομισθείσας με επίκληση με αριθμό 4004/1-9-2011 απόφασης της επιτροπής Κεφαλαιαγοράς, που έκρινε σε ότι αφορούσε το δεύτερο των αναιρεσιβλήτων ότι είχε προβεί σε χρήση περιουσιακών του στοιχείων μέσω της χρηματιστηριακής εταιρίας χωρίς τη ρητή έγκρισή του (αναιρεσείοντος ) και του επέβαλε ποινή επίπληξης για παράβαση του άρθρου 7 παρ 5 του ν.2396/1996, ενώ η προσβαλλόμενη απόφαση,, παραμορφώνοντας το περιεχόμενο της δέχθηκε ότι το ανωτέρω έγγραφο δεν έχει νομική αξία γιατί στηρίζεται στις διατάξεις του ν. 3606/2007 και απέρριψε την έφεσή του .
Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση του, αφού δέχτηκε ότι όλες οι αγοραπωλησίες μετοχών έγιναν κατόπιν εντολής του ενάγοντος - αναιρεσείοντος, κατέληξε στην κρίση, ότι, δεν προέκυψε αντισυμβατική ή παράνομη συμπεριφορά του δεύτερου εναγόμενου, προστή της πρώτης εναγόμενης, η οποία να προκάλεσε στον ενάγοντα τη ζημία που αυτός επικαλείται και απέρριψε την έφεση κατά της απόφασης του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, που είχε απορρίψει την αγωγή.
Μεταξύ των άλλων αποδεικτικών μέσων το Εφετείο συνεκτίμησε και την αριθμό 4004/1-9- 2011 απόφασης της επιτροπής Κεφαλαιαγοράς, η οποία εκδόθηκε κατόπιν καταγγελίας του αναιρεσείοντος, δεχόμενο τα εξής: "από την απόφαση της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς με την οποία επιβλήθηκαν οι αναφερόμενες σ αυτήν ποινές στους εναγόμενους, πέραν του ότι αυτή δεν αναφέρει συγκεκριμένα στοιχεία, προκύπτει ότι αυτή στηρίζεται στις διατάξεις του ν.3606/2007,ο οποίος δεν εφαρμόζεται εν προκειμένω.
Επίσης η απόφαση της ανωτέρω επιτροπής για την επιβολή ποινής επίπληξης στο δεύτερο εναγόμενο, για παράβαση των διατάξεων που αφορούν τη χρήση περιουσιακών στοιχείων πελάτη της πρώτης εναγόμενης χωρίς τη ρητή έγκρισή του είναι αόριστη, δεν αναφέρει συγκεκριμένα στοιχεία και ως εκ τούτου, δεν μπορεί να συντελέσει στη συναγωγή συγκεκριμένων συμπερασμάτων ως προς την ευθύνη του εναγόμενου.
Άλλωστε, η απόφαση της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς έθεσε την υπόθεση στο αρχείο". Από την επισκόπηση του ανωτέρω εγγράφου (άρθρο 561παρ 2 ΚΠολΔ ) προκύπτει ότι η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς, κατόπιν καταγγελίας του αναιρεσείοντος, επέβαλε στο δεύτερο αναιρεσίβλητο, για παράβαση των διατάξεων που αφορούν τη χρήση περιουσιακών στοιχείων του αναιρεσείοντα, πελάτη της πρώτης αναιρεσίβλητης, χωρίς εκ των προτέρων ρητή έγκρισή του, ποινή επίπληξης, βάσει του άρθρου 7 παρ 5 του ν. 2396/1996.
Από το περιεχόμενο αυτό γίνεται φανερό ότι από την προσβαλλόμενη απόφαση υπάρχει εσφαλμένη ανάγνωση μόνο ως προς το νομικό πλαίσιο με βάση το οποίο επιβλήθηκε η ποινή της επίπληξης (ν. 3606 /2007 αντί του ν. 2396/1996), και όχι ως προς το ουσιαστικό περιεχόμενο του εγγράφου. Η εσφαλμένη αυτή ανάγνωση δεν μπορεί να θεμελιώσει τον παρόντα λόγο αναίρεσης, αφού το Δικαστήριο δεν στήριξε το αποδεικτικό του πόρισμα αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο στο παραμορφωθέν τμήμα του ανωτέρω εγγράφου, αλλά αντίθετα, αφού αξιολόγησε το ουσιαστικό και ορθά αναγνωσθέν περιεχόμενο του εγγράφου και συνεκτίμησε με τις άλλες αποδείξεις, κατέληξε στο μη ορθό, κατά την άποψη του αναιρεσείοντος, αποδεικτικό πόρισμα περί έλλειψης αδικοπρακτικής συμπεριφοράς .
Επομένως, ο ανωτέρω λόγος της αίτησης αναίρεσης κρίνεται αβάσιμος.
Συνεπώς, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης, να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, αφού υποβάλλεται το σχετικό νόμιμο αίτημα (άρθρα 176,183,189, 191 παρ 2 Κ.Πολ.Δ) και να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο δημόσιο ταμείο (αρθρ. 495 παρ. 3 Κ.ΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 1-12-2017 αίτηση του Σ. Θ. του Α. για αναίρεση της 5127/2015 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών .
Διατάσσει την εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, την 1 Απριλίου 2019.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 24 Ιουλίου 2019.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ
Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ