Legislator Case Law & Legislation
713/2020 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on property ownership, ruling appeal grounds inadmissible or irrelevant to the final decision.

Case Number 713/2020
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the final judgment of the Aegean Regional Court of Appeal regarding a property dispute. The appellant argued the lower court erred in rejecting their will and miscalculated property areas, but the Court found these grounds inadmissible or irrelevant because the lower court had already ruled the will invalid for lack of proper handwriting. Consequently, the appeal was rejected, the security deposit was forfeited, and the appellant was ordered to pay the legal costs.

Legislator headnote

AI generated

Articles 68 and 556 paragraph 2 of the Code of Civil Procedure; An appeal is inadmissible if it concerns only negative assertions of the opposing party or is irrelevant to the final judgment, which stands on independent grounds such as the invalidity of a will.

Keywords

AI generated
property ownership dispute invalid will handwriting inadmissible appeal grounds irrelevant appeal arguments legal costs award negative assertions independent grounds judgment

Cited Legislation

AI generated
Article 68 of the Code of Civil Procedure
Article 556 paragraph 2 of the Code of Civil Procedure
Article 495 paragraph 3 of the Code of Civil Procedure
Article 176 of the Code of Civil Procedure
Article 183 of the Code of Civil Procedure
Article 191 paragraph 3 of the Code of Civil Procedure

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 713 / 2020 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 713/2020

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ασπασία Μαγιάκου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Παρασκευή Καλαϊτζή, Αναστασία Περιστεράκη, Λάμπρο Καρέλο, Ανθή Γκάμαρη -Εισηγήτρια Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, την 8η Ιανουαρίου 2020 με την παρουσία και της γραμματέως Σπυριδούλας Τζαβίδη, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Ι. Σ. του Δ., χήρας Κ. Λ., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Θεοδόση Βονόρτα.

Των αναιρεσίβλητων :1.Μ. Π. του Σ., 2Π. Π. του Σ., κατοίκων ..., 3.Ε. Π. του Σ., κατοίκου ... 4.Γ. Π. του Α., 5.Σ. Π. του Α., 6Α. Π. του Α., κατοίκων ... 7. Π. Τ. του Ι., 8. Α. Τ. του Ι., κατοίκων .... Ο 4ος των αναιρεσίβλητων παραστάθηκε μετά , οι λοιποί δια, του πληρεξούσιου δικηγόρου Δημητρίου Κρανιώτη

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 1-12-2008 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Νάξου.

Εκδόθηκε η 28/2011 απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου, που παρέπεμψε την υπόθεση στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Νάξου, όπου και συνεκδικάσθηκε με την από 23-9-2010 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 35/2015 οριστική ίδιου Δικαστηρίου, 154/2018 του Τριμελούς Εφετείου Αιγαίου. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 3-1-2019 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε να γίνει δεκτή η αίτηση αναίρεσης, ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων να απορριφθεί, καθένας δε να καταδικασθεί το αντίδικο μέρος στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την κρινόμενη από 3-1-2019 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η 154/2018 τελεσίδικη απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αιγαίου. Με αυτήν απορρίφθηκε ως κατ' ουσίαν αβάσιμη έφεση της αναιρεσείουσας κατά της 35/2015 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Νάξου, με την οποία , κατόπιν συνεκδίκασης αντίθετων αγωγών των διαδίκων α) απορρίφθηκε ως κατ' ουσίαν αβάσιμη η από 23-9-2010 αγωγή της αναιρεσείουσας, αναγνωριστική κυριότητας ακινήτου με σωρευόμενη αρνητική κυριότητας, στηριζόμενη σε παράγωγο τρόπο (κληρονομική διαδοχή) και πρωτότυπο τρόπο κτήσης κυριότητας και β) έγινε δεκτή ως κατ' ουσίαν βάσιμη η από 1-12-2008 αγωγή των αναιρεσιβλήτων, διεκδικητική κυριότητας του ίδιου ακινήτου (ως τμήματος μεγαλύτερου ακινήτου τους), στηριζόμενη σε παράγωγο τρόπο (κληρονομική διαδοχή) και σε πρωτότυπο τρόπο (τακτική και έκτακτη χρησικτησία), και αναγνωρίστηκαν οι τελευταίοι συγκύριοι του επίδικου κατά τα αναφερόμενα ποσοστά ο καθένας με όλους του πιο πάνω αναφερόμενους τρόπους κτήσης συγκυριότητας.

Από το άρθρο 68 και 556 παρ. 2 ΚΠολΔ συνάγεται ότι το έννομο συμφέρον αποτελεί προϋπόθεση του παραδεκτού της άσκησης της αναίρεσης και των κατ' ιδίαν αυτήν λόγων, θεμελιώνεται δε στη βλάβη που υφίσταται ο αναιρεσείων από το περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης και με την άσκηση της αναίρεσης επιδιώκεται η ανατροπή της επιβλαβορς αυτής για τον αναιρεσείοντα συνέπειας.

Έτσι, αν οι αποδιδόμενες πλημμέλειες δεν επιδρούν στο διατακτικό της αναιρεσιβαλλομένης, οι σχετικοί λόγοι αναίρεσης είναι απορριπτέοι ως αλυσιτελείς (ΑΠ 394/2012). Όπως , απορριπτέος ως αλυσιτελής είναι ο λόγος αναίρεσης που πλήττει αιτιολογία της απόφασης που δεν στηρίζει το διατακτικό της, ή προσάπτεται πλημμέλεψ για παραδοχή της απόφασης η οποία δεν επιδρά στο διατακτικό, εφόσον αυτό στηρίζεται αυτοτελώς και σε άλλες παραδοχές, αφού υπό την εκδοχή της τυχόν βασιμότητάς του (λόγου αναίρεσης) δεν οδηγεί στην ανατροπή (αναίρεση) της προσβαλλόμενης απόφασης (ΑΠ 1660/2012, ΑΠ 144/2015).

Επίσης, αλυσιτελείς είναι οι λόγοι αναίρεσης που πλήττουν πλεοναστικές αιτιολογίες (ΑΠ 755/2018, ΑΠ 1207/2017). Εξάλλου, στην περίπτωση που το διατακτικό της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης στηρίζεται αυτοτελώς σε δύο ή περισσότερες επάλληλες αιτιολογίες και με τους λόγους της αναίρεσης πλήττεται η μια μόνον από αυτές, οι πιο πάνω λόγοι αναίρεσης είναι απορριπτέοι ως αλυσιτελείς, αφού οι μη πληττόμενες αιτιολογίες στηρίζουν επαρκώς το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης.

Το ίδιο συμβαίνει και στην περίπτωση που με τους λόγους αναίρεσης πλήττονται όλες οι αιτιολογίες, αλλά η προσβολή της μιας από αυτές δεν τελεσφορεί (Ολ ΑΠ 25/2003).

Περαιτέρω, ο λόγος αναίρεσης που προβλέπεται από το άρθρο 559 αριθ. 20 ΚΠολΔ ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας παραμόρφωσε το περιεχόμενο "αποδεικτικού", κατά την έννοια των άρθρων 339 και 432 επ. του ίδιου Κώδικα, εγγράφου. Τούτο συμβαίνει, όταν, από εσφαλμένη ανάγνωση του εγγράφου ή από παράλειψη ανάγνωσης κρίσιμου μέρους του, δέχτηκε, ότι περιέχει περιστατικά, με ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, προδήλως διαφορετικά από εκείνα που πράγματι περιέχει.

Αντίθετα, ο λόγος αυτός δεν ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας συνάγει από το περιεχόμενο του εγγράφου, το οποίο σωστά ανέγνωσε, αποδεικτικό πόρισμα διαφορετικό από εκείνο που ο αναιρεσείων θεωρεί ως ορθό, καθόσον πρόκειται, τότε, για παράπονο ως προς την εκτίμηση γεγονότων, που εκφεύγει του αναιρετικού ελέγχου.

Πάντως, για να θεμελιωθεί ο παραπάνω λόγος αναίρεσης, θα πρέπει, επιπλέον, το δικαστήριο της ουσίας να έχει στηρίξει το αποδεικτικό του πόρισμα αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο στο έγγραφο, το περιεχόμενο του οποίου φέρεται ότι παραμόρφωσε, όχι δε και όταν έχει συνεκτιμήσει απλώς το έγγραφο αυτό, μαζί με άλλα αποδεικτικά μέσα, χωρίς να το εξαίρει, αναφορικά με το πόρισμα στο οποίο κατέληξε για την ύπαρξη ή μη του αποδεικτέου γεγονότος (ΟλΑΠ 2/2008).

Εξάλλου, ο λόγος αυτός είναι αόριστος, αν δεν παρατίθεται, κατά λέξη, στο αναιρετήριο το ακριβές περιεχόμενο του εγγράφου και το περιεχόμενο που δέχθηκε το δικαστήριο, ο ουσιώδης πραγματικός ισχυρισμός, για την απόδειξη ή ανταπόδειξη του οποίου χρησιμοποιήθηκε το έγγραφο, καθώς και το επιζήμιο για τον αναιρεσείοντα συμπέρασμα, στο οποίο κατέληξε το δικαστήριο της ουσίας εξαιτίας της παραμόρφωσης, σε σχέση με τη συνδρομή ή μη ορισμένων πραγματικών γεγονότων (ΑΠ 1167/2019, ΑΠ 1281/2017, ΑΠ 2049/2017).

Παράλληλα, ο αναιρεσείων έχει την υποχρέωση να προσκομίσει στον Άρειο Πάγο το έγγραφο , που φέρεται κατά τους ισχυρισμούς του ότι έχει παραμορφωθεί, προκειμένου να εκτιμηθεί, σύμφωνα με το άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, το περιεχόμενο του , για τη διαπίστωση της βασιμότητάς του από το άρθρο 559 αριθ. 20 του ΚΠολΔ λόγου αναίρεσης, αλλιώς ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος ως αναπόδεικτος (ΑΠ 1167/2019, ΑΠ1281/2017, ΑΠ 2049/2019).

Ως έγγραφα δε, με την έννοια των αναφερόμενων στα άρθρα 339 και 432 ΚΠολΔ, αποδεικτικών μέσων, δεν θεωρούνται, μεταξύ άλλων οι κατ' άρθρο 390 του ΚΠολΔ εκθέσεις πραγματογνωμοσύνης και γνωμοδοτήσεις τρίτων προσώπων που έχουν ειδικές γνώσεις επιστήμης ή τέχνης σε ζητήματα που αφορούν εκκρεμή δίκη, ούτε έγγραφα στα οποία αποτυπώνεται άλλο αποδεικτικό μέσο, καθώς και τα διαδικαστικά έγγραφα, όπως είναι τα πρακτικά της δίκης ή οι εισηγητικές εκθέσεις που περιέχουν τις μαρτυρικές καταθέσεις και συνεπώς δεν υπόκεινται σε παραμόρφωση με την έννοια του άρθρου 559 αριθ. 20 του ίδιου Κώδικα, όπως τα άλλα αποδεικτικά μέσα, με αποτέλεσμα να μην ιδρύεται ο από την τελευταία αυτή διάταξη προβλεπόμενος λόγος αναίρεσης (ΑΠ 1080/2019).

Στην προκείμενη περίπτωση με τον πρώτο λόγο αναίρεσης προσάπτονται στην προσβαλλόμενη απόφαση αιτιάσεις από τον αριθ. 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ για παραμόρφωση του περιεχομένου 1) της υπ. αριθ. .../2002 δημόσιας διαθήκης της Σ. χήρας Γ. Β., άμεσου δικαιοπαρόχου των αναιρεσιβλήτων, ως προς το συνολικό εμβαδόν του καταλειπομένου με τη διαθήκη ακινήτου της διαθέτιδας (που περιήλθε σε αυτήν από κληρονομιά εκ διαθήκης του συζύγου της και κοινού δικαιοπαρόχου της αναιρεσείουσας Γ.

Β.), και ως προς το εμβαδόν των συσταθ&4"ν με αυτήν τριών κάθετων ιδιοκτησιών , εκ των οποίων η μία καταλείπεται στους εξ αδιαθέτου κληρονόμους της, δηλαδή ;στους αναιρεσιβλήτους, που όμως τόσο το μεγαλύτερο ακίνητο ,όσο και η καταλειπομένη σε αυτούς κάθετη ιδιοκτησία έχουν μικρότερο εμβαδόν από αυτό που δέχθηκε η προσβαλλόμενη και δεν συμπεριλαμβάνεται το επίδικο, με συνέπεια, εξαιτίας της παραμόρφωσης να οδηγηθεί το Εφετείο στην εσφαλμένη κρίση ότι οι αναιρεσίβλητοι έγιναν συγκύριοι του επίδικου των 488 τ.μ. (ως δήθεν τμήματος μεγαλύτερου ακινήτου τους), με παράγωγο τρόπο, ως κληρονόμοι της παραπάνω διαθέτιδας ,και αντίθετα, ότι το επίδικο δεν περιήλθε στην αναιρεσείουσα δυνάμει της από 15-7-1995 ιδιόγραφης διαθήκης του Γ.

Β., (άμεσου δικαιοπαρόχου της και απώτερου δικαιοπαρόχου των αναιρεσιβλήτων) "ως ξεχωριστή ιδιοκτησία". 2) α. της από 10-7-2017 Ιατρικής Παθολογικής Πραγματογνωμοσύνης του παθολόγου Θ. Γ. και β. της από 14-7-2017 Ψυχιατροδικαστικής Πραγματογνωμοσύνης του ψυχίατρου Π. Ν., ως προς την κατάσταση της υγείας του άμεσου δικαιοπαρόχου της αναιρεσείουσας και διαθέτη Γ.

Β., με συνέπεια, εξαιτίας της παραμόρφωσης αυτών να καταλήξει στην εσφαλμένη κρίση ότι ο διαθέτης κατά το χρόνο σύνταξης της παραπάνω ιδιόγραφης διαθήκης ήταν ανίκανος για σύνταξη αυτής;κατ' άρθρο 1719 ΑΚ, και ότι η διαθήκη ήταν άκυρη 3) της από 18-6-2008 γραφολογικής πραγματογνωμοσύνης της Μ. Κ., με συνέπεια) εξαιτίας της παραμόρφωσης να καταλήξει στην εσφαλμένη κρίση ότι η παραπάνω ιδιόγραφη διαθήκη είναι άκυρη .κατ' άρθρο 1721 ΑΚ και 4) των υπ' αριθ. 35/2015 πρακτικών του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Νάξου^ως προς την κατάθεση του εξετασθέντος με επιμέλεια της αναιρεσείουσας μάρτυρά της Μ.

Δ. . Ο λόγος αυτός, αναφορικά με τις με αριθ. 2 (α,β), 3 και 4 αιτιάσεις (ιδιωτικές πραγματογνωμοσύνες και πρακτικά του Δικαστηρίου), είναι απορριπτέος, προεχόντως, ως απαράδεκτος, διότι τα παραπάνω δεν αποτελούν έγγραφα, κατά την προεκτεθείσα έννοια του άρθρου 559 αριθ. 20 ΚΠολΔ, αναφορικά δε με την με αριθ. 1 αιτίαση ως προς την .../2002 δημόσια διαθήκη της Σ.

Β. ο λόγος είναι απορριπτέος , προεχόντως, ως αλυσιτελής. Τούτο δε, ιδία , διότι, όπως αναφέρθηκε στην αρχή της παρούσας και προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, το Εφετείο δέχθηκε με επάλληλη αιτιολογία, κατά την ανέλεγκτη αναιρετικά κρίση του (άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ), ότι οι αναιρεσίβλητοι έγιναν συγκύριοι του επίδικου ακινήτου f τόσο με παράγωγο τρόπο ως κληρονόμοι της παραπάνω διαθέτιδας, αφού αποδέχθηκαν και μετέγραψαν τη συμβολαιογραφική πράξη αποδοχής της κληρονομιάς, όσο και με τα προσόντα της τακτικής και έκτακτης χρησικτησίας, χωρίς η επάλληλη αυτή αιτιολογία (της τακτικής και έκτακτης χρησικτησίας) να πλήττεται με λόγο αναίρεσης και στηρίζει αυτοτελώς το διατακτικό της ως προς την κτήση της κυριότητας των αναιρεσιβλήτων, ανεξάρτητα έτσι από το εμβαδόν του ακινήτου που καταλείπεται στους αναιρεσίβλητους με τη διαθήκη στοιχείο που δεν ασκεί επιρροή .Επίσης, το Εφετείο δέχθηκε ότι η αναιρεσείουσα δεν έγινε κυρία του επίδικου ακινήτου με τον επικαλούμενο παράγωγο τρόπο κτήσης κυριότητας , ήτοι δυνάμει της προαναφερόμενης από 15-7-1995 ιδιόγραφης διαθήκης του αρχικού κυρίου θείου της Γ.

Β., που αποδέχθηκε με συμβολαιογραφική πράξη και μετέγραψε τη δήλωση αποδοχής κληρονομιάς ,καθόσον η διαθήκη αυτή ήταν άκυρη λόγω ανικανότητας του διαθέτη για σύνταξη αυτής και λόγω μη ιδιόχειρης γραφής ολόκληρου του περιεχομένου της από το διαθέτη , κατ'άρθρα 1718, 1719 παρ. 4 (όπως ίσχυε πριν από την τροποποίησή της με ν. 2447/1996) και 1721 ΑΚ , όπως επίσης δέχθηκε ότι δεν έγινε κυρία του επίδικου ούτε με τακτική, ούτε με έκτακτη χρησικτησία.

Η παραπάνω πρώτη αιτιολογία της προσβαλλόμενης για τη μη απόκτηση κυριότητας της αναιρεσείουσας με παράγωγο τρόπο, λόγω της ακυρότητας της διαθήκης, στηρίζει αυτοτελώς το διατακτικό της και δεν πλήττεται επιτυχώς με λόγο αναίρεσης και ουδεμία ασκεί επιρροή και δεν επιδρά στο διατακτικό της το εμβαδόν του καταλειπομένου με την άκυρη αυτή διαθήκη ακινήτου στην αναιρεσείουσα.

Με το δεύτερο λόγο αναίρεσης αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, συνιστάμενη στο ότι το Εφετείο με το να δεχθεί ότι η προαναφερόμενη από 15-7-1995 ιδιόγραφη διαθήκη του Γ. Β., με την οποία καταλείπεται στην αναιρεσείουσα το επίδικο ακίνητο, είναι άκυρη λόγω μη ιδιόχειρης γραφής ολόκληρου του περιεχομένου της από το διαθέτη, κατά τα ειδικότερα αναφερόμενα, παραβίασε ευθέως την ουσιαστική διάταξη του άρθρου 1721 ΑΚ. Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος, προεχόντως, ως αλυσιτελής, καθόσον , όπως προαναφέρθηκε και στον αμέσως προηγούμενο λόγο , η προσβαλλόμενη δέχθηκε με επάλληλη αιτιολογία ότι η διαθήκη ήταν άκυρη και λόγω ανικανότητας του διαθέτη για σύνταξη αυτής κατ' άρθρου 1719 παρ. 4 ΑΚ, (όπως ίσχυε πριν από την τροποποίησή της με ν. 2447/1996), χωρίς η επάλληλη αυτή αιτιολογία να πλήττεται επιτυχώς με λόγο αναίρεσης ,και στηρίζει αυτοτελώς το διατακτικό της ως προς τη μη απόκτηση κυριότητας της αναιρεσείουσας στο επίδικο με παράγωγο τρόπο.

Για να είναι ορισμένος από τον αριθ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης, με τον οποίο προβάλλεται η αιτίαση ότι η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση, πρέπει να μνημονεύονται στο αναιρετήριο, εκτός άλλων, ο κανόνας δικαίου που φέρεται ότι παραβιάστηκε και μάλιστα ενάριθμα, προκειμένου να ελεγχθεί αν υπάρχει, σχετικά με την εφαρμογή του , έλλειψη αιτιολογιών ή αντίφαση ή ανεπάρκεια αυτών (ΑΠ 860/2018, ΑΠ 766/2017), καθώς επίσης και οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης ή η μνεία ότι αυτή στερείται παντελώς αιτιολογιών, με πληρότητα, χωρίς να αρκούν οι περιορισμένες, μεμονωμένες και κατ' επιλογή του αναιρεσείοντος "αποσπασματικές" και όχι "πλήρεις" παραδοχές (ΟλΑΠ 32/1996, ΑΠ 860/2018, ΑΠ 739/2011).

Με τον τρίτο λόγο αναίρεσης αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, λόγω αντιφατικών αιτιολογιών, συνιστάμενη στο ότι ο Εφετείο,α) ενώ δέχεται, ως προς την αγωγή των αναιρεσιβλήτων, σε ένα σημείο, ότι στις 8-8-2008 και 19-8-2010 αυτοί είχαν στην κατοχή τους το επίδικο, ακολούθως σε άλλο σημείο δέχεται ότι το πρώτο δεκαήμερο του Ιουλίου 2008 η αναιρεσείουσα τους απέβαλε από αυτό και β) ενώ δέχεται, ως προς την αγωγή της αναιρεσείουσας, σε ένα σημείο ότι το επίδικο ήταν περιφραγμένο από τις δύο πλευρές με ξερολιθιά, ακολούθως, σε άλλο σημείο δέχεται ότι δεν ήταν περιφραγμένο.

Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος, προεχόντως, ως αόριστος και κατά συνέπεια ως απαράδεκτος, διότι δεν αναφέρονται στο αναιρετήριο ποιες είναι οι διατάξεις του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάστηκαν με την εφαρμογή ή μη εφαρμογή τους , ούτε το σύνολο των κρίσιμων παραδοχών της προσβαλλόμενης, "παρά μόνο αποσπασματικά".

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ.8 περ. β' ΚΠολΔ, λόγος αναίρεσης ιδρύεται, όταν το δικαστήριο, παρά το νόμο, δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα", κατά την έννοια της διάταξης αυτής, νοούνται οι πραγματικοί ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, παρακώλυση ή κατάλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, το οποίο ασκήθηκε, είτε ως επιθετικό (βάση αγωγής, ανταγωγής) είτε ως αμυντικό (ένσταση, αντένσταση) μέσο, αλλά όχι και οι ισχυρισμοί που αποτελούν άρνηση της αγωγής, ένστασης ή αντένστασης, ή επιχειρήματα, νομικά ή πραγματικά, τα οποία αντλούνται από το νόμο ή από την εκτίμηση των αποδείξεων.

Δεν θεμελιώνεται επίσης ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό που προτάθηκε και τον απέρριψε για οποιοδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό, έστω και αν η απόρριψη του δεν είναι ρητή, αλλά συνάγεται από το περιεχόμενο της απόφασης (ΟλΑΠ 11/1996, ΑΠ 860/2018, ΑΠ 812/2018). Περαιτέρω, δεν ιδρύεται ο λόγος όταν δεν αφορά σε αυτοτελείς πραγματικούς ισχυρισμούς , αλλά τα προσκομιζόμενα από τους διαδίκους αποδεικτικά μέσα ή τα πραγματικά περιστατικά που προκύπτουν από αυτά (ΑΠ 1535/2011, ΑΠ 185/2002).

Με τον τέταρτο λόγο αναίρεσης αποδίδεται στην προσβαλλόμενη η πλημμέλεια από τον αριθ. 8β του άρθρου 559 ΚΠολΔ, συνισταμένη στο ότι το Εφετείο Ια), δεν έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό της αναιρεσείουσας που προέβαλε με την έφεσή της και με τις προτάσεις της, ότι ο αποβιώσας διαθέτης θείος της Γ. Β. κατά το χρόνο σύνταξης της προαναφερόμενης από 15-7-1995 ιδιόγραφης διαθήκης του, με την οποία της κατέλειπε το επίδικο ακίνητο, ήταν πλήρως ικανός για σύνταξη της διαθήκης και είχε συνείδηση των πράξεών του και όχι ανίκανος ('δεν έπασχε από κάποιο πρόβλημα υγείας, δεν είχε σύγχυση κλπ, ώστε να μη μπορεί να κρίνει τις συνέπειες των πράξεών του και είχε πνευματική διαύγεια), β) δεν έλαβε υπόψη τα προς απόδειξη του άνω ισχυρισμού προσκομισθέντα έγγραφα και ιδία την από 10-7-2017 Ιατρική - Παθολογική Πραγματογνωμοσύνη του παθολόγου Θ.

Γ. και την από 14-7-2017 Ψυχιατροδικαστική Πραγματογμωμοσύνη του ψυχίατρου Π. Ν., (με συνέπεια να καταλήξει στην εσφαλμένη κρίση ότι η ιδιόγραφη αυτή διαθήκη ήταν άκυρη y κατ' άρθρο 1719 ΑΚ/ και να απορρίψει την αγωγή της. 2) δεν έλαβε υπόψη, τον ισχυρισμό της αναιρεσείουσας ότι τόσο το συνολικό εμβαδόν του καταλειπομένου με την .../2002 δημόσια διαθήκη της Σ.

χήρας Γ. Β. ακινήτου, που περιήλθε σε αυτήν από κληρονομιά εκ διαθήκης του συζύγου της Γ. Β., όσο και το εμβαδόν των συσταθεισών με αυτήν τριών κάθετων ιδιοκτησιών, εκ των οποίων η μια καταλείπεται στους αναιρεσίβλητους, ήταν μικρότερο από αυτό που δέχθηκε η προσβαλλόμενη ώστε το επίδικο να μην αποτελεί τμήμα του μεγαλύτερου ακινήτου και να καταλήξει στην εσφαλμένη κρίση ότι οι αναιρεσίβλητοι έγιναν κύριοι του επίδικου με τη διαθήκη αυτή .

Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος 1) κατά το πρώτο σκέλος, και κατά τα δυο μέρη, προεχόντως , ως αλυσιτελής, αφού, όπως προεκτέθηκε και στους πρώτο και δεύτερο λόγους αναίρεσης, η προσβαλλόμενη απόφαση δέχθηκε με επάλληλη αιτιολογία ότι η διαθήκη ήταν άκυρη και λόγω μη ιδιόχειρης γραφής ολόκληρου του περιεχομένου της από το διαθέτη, κατ' άρθρο 1721 ΑΚ, χωρίς η επάλληλη αυτή αιτιολογία να πλήττεται επιτυχώς με λόγο αναίρεσης , και στηρίζει αυτοτελώς το διατακτικό της ως προς τη μη απόκτηση κυριότητας της αναιρεσείουσας στο επίδικο με παράγωγο τρόπο 2) κατά το δεύτερο σκέλος, προεχόντως, ως απαράδεκτος , αφού δεν πρόκειται για "πράγματα" με την έννοια που προεκτέθηκε, αλλά για αρνητικούς ισχυρισμούς της αναιρεσείουσας, που συνέχονται με την ιστορική βάση της αγωγής των αναιρεσιβλήτων και αποτελούν αιτιολογημένη άρνηση αυτής.

Σε κάθε περίπτωση, ο λόγος αυτός, κατά το δεύτερο μέρος του πρώτου σκέλους (ότι δεν λήφθηκαν υπόψη οι ιατρικές πραγματογνωμοσύνες), είναι απαράδεκτος, αφού αφορά αποδεικτικά μέσα και πραγματικά περιστατικά που προκύπτουν από αυτά, κατά δε το δεύτερο σκέλος (ως προς τον εμβαδόν του καταλειπομένου με την .../2002 δημόσια διαθήκη μεγαλύτερου ακινήτου και των κάθετων ιδιοκτησιών) είναι αλυσιτελής, αφού, όπως προεκτέθηκε και στον πρώτο λόγο, η προσβαλλόμενη απόφαση δέχθηκε με επάλληλη αιτιολογία ότι οι αναιρεσίβλητοι έγιναν συγκύριοι του επίδικου ακινήτου και με πρωτότυπο τρόπο τακτική και έκτακτη χρησικτησία), χωρίς επάλληλη αυτή αιτιολογία να πλήττεται με λόγο αναίρεσης και στηρίζει αυτοτελώς το διατακτικό της, ως προς την κτήση κυριότητας των αναιρεσιβλήτων στο επίδικο.

Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης, να διαταχθεί η εισαγωγή στο δημόσιο ταμείο του κατατεθέντος παραβόλου σύμφωνα με το άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ, όπως ισχύει και να καταδικαστεί η αναιρεσείουσα, που ηττήθηκε, στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων, κατά το νόμιμο αίτημά τους (άρθρα 176, 183 και 191 παρ. 3 ΚΠολΔ), κατά τα ειδικότερα αναφερόμενα στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 3-1-2019 αίτηση της Ι. Σ. για αναίρεση της 154/2018 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Αιγαίου.

Διατάσσει την εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο δημόσιο ταμείο.

Και

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων, την οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 15 Μαΐου 2020.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 24 Ιουνίου 2020.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ