Legislator Case Law & Legislation
1212/2024 AI generated

Supreme Court dismisses State's appeal on procedural error regarding cost allocation in expropriation proceedings.

Case Number 1212/2024
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the Greek State's appeal against a Lamia Court of Appeal decision regarding the allocation of litigation costs. The State argued the lower court misapplied expropriation laws by imposing costs in a non-expropriation case, while the appellants were absent. The court ruled the appeal baseless because the lower court correctly applied the relevant expropriation statutes and the State bears no obligation to pay court costs in such appeals.

Legislator headnote

AI generated

Art. 559 no. 1 of the Code of Civil Procedure; Art. 18 para. 4 of Law 2882/2001: The court established that a lower court does not commit a procedural error when correctly applying expropriation cost provisions in cases involving the revocation of benefit certificates, even if the State claims the matter is not a standard expropriation.

Keywords

AI generated
expropriation proceedings litigation cost allocation procedural error appeal Greek Civil Procedure Code State liability costs benefit certificate revocation default judgment costs

Cited Legislation

AI generated
Art. 576 para. 2 of the Code of Civil Procedure
Art. 6A of the Decree of 26 June - 10 July 1944
Art. 559 no. 1 of the Code of Civil Procedure
Art. 18 para. 4 of Law 2882/2001
Art. 22 of Law 3693/1957
Art. 28 para. 4 of Law 2579/1998
Art. 22 para. 4 of Law 1868/1999

Cited Case Law

AI generated
AP 546/2020
Supreme Court dismisses appeal on compulsory expropriation costs, ruling lower court correctly applied law.
AP 423/2019
Supreme Court dismisses appeal against expropriation court costs ruling, upholding lower court's decision to order state to pay legal fees.
AP 393/2019
Supreme Court allows appeal on court costs due to lower court's error in calculating expenses based on partial victory.
AP 708/2018
Supreme Court dismisses appeal against compensation award, rejecting argument that lawyer fees should reduce state liability.
AP 807/2017
Supreme Court dismisses appeal on compulsory expropriation costs, ruling full compensation violates constitutional right to full indemnity.
AP 287/2017
Supreme Court partially allows appeal regarding court costs calculation in expropriation cases involving the State.
AP 1129/2014
Supreme Court partially allows appeal on costs, remands case to Court of Appeals for further adjudication.
AP 1333/2013
Supreme Court allows appeal against state's refusal to offset first-instance court costs due to misapplication of law.
AP 938/2021
Supreme Court dismisses appeal against default judgment, ruling it inadmissible due to pending vacancy objection.
AP 679/2021
Supreme Court dismisses State's appeal on property ownership, ruling lower court correctly applied civil law principles.
AP 682/2019
Supreme Court allows appeal against expropriation compensation valuation, remands case for retrial by different judges.
AP 1257/2019
Supreme Court dismisses appeal against appeal court decision due to inadmissibility of vague and unproven grounds.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1212 / 2024 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1212/2024

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μυρσίνη Παπαχίου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ασπασία Μεσσηνιάτη - Γρυπάρη, Σωκράτη Πλαστήρα, Σταύρο Μάλαινο και Αντιγόνη Τζελέπη, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 26 Ιανουαρίου 2024, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, που κατοικοεδρεύει στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την Βασιλική Παπαγιαννοπούλου, Πάρεδρο ΝΣΚ, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Κ. Γ.. Π., κατοίκου ..., 2) Δ. Γ.. Π. και 3) Γ. Π.. Μ., κατοίκων ..., οι οποίοι δεν παραστάθηκαν, ούτε εκπροσωπήθηκαν στο ακροατήριο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 28-7-2008 αίτηση (άρθρο 33 Ν. 2882/2001) των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Εφετείο Λαμίας (διά του Υ.ΠΕ.ΧΩ.Δ.Ε/ Γ.Γ.Δ.Ε./Ε.Υ.Δ.Ε./Π.ΑΘ.Ε/Υπηρεσία Λαμίας).

Εκδόθηκε η 24/2017 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Λαμίας, την αναίρεση της οποίας ζητεί το αναιρεσείον με την από 1-6-2018 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγήτρια την Αρεοπαγίτη Ασπασία Μεσσηνιάτη - Γρυπάρη, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκε μόνο το αναιρεσείον όπως σημειώνεται πιο πάνω.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά τη διάταξη του άρθρου 576 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., αν ο αντίδικος εκείνου που επέσπευσε τη συζήτηση δεν εμφανιστεί ή εμφανιστεί αλλά δεν λάβει μέρος σ' αυτήν με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα και σε καταφατική περίπτωση προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί.

Εξ άλλου, κατά το άρθρο 6Α του διατάγματος της 26 Ιουνίου - 10 Ιουλίου 1944 "Περί κώδικος των νόμων περί δικών του Δημοσίου", που προστέθηκε με το άρθρο 46 παρ. 3 του ν. 4305/ 2014 "Η επίδοση από το Ελληνικό Δημόσιο ή οποιοδήποτε Ν.Π.Δ.Δ., ενδίκου βοηθήματος και ενδίκου μέσου, οποιασδήποτε κλήσης προς συζήτηση υπόθεσης, οποιασδήποτε δικαστικής απόφασης, προσωρινής διαταγής, για οποιαδήποτε υπόθεση σε οποιονδήποτε βαθμό ή στο πλαίσιο της αναιρετικής δίκης, ενώπιον οποιουδήποτε πολιτικού ή διοικητικού δικαστηρίου, δύναται να γίνει:

α) στους αντιδίκους του ή τον αντίκλητό τους, β) στο δικηγόρο, ο οποίος τους εκπροσώπησε κατά την τελευταία συζήτηση της υπόθεσης ή έχει υπογράψει το τελευταίο δικόγραφο που αφορά την υπόθεση, στην τελευταία δηλωθείσα, κατά τις κείμενες διατάξεις, διεύθυνσή τους. Ο δικηγόρος, στην περίπτωση του προηγούμενου εδαφίου, θεωρείται αντίκλητος και για κάθε μεταγενέστερη επίδοση, εκτός εάν ο διάδικος, κατά περίπτωση, γνωστοποίησε, με δήλωση στην Κεντρική Υπηρεσία του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους ή την έδρα του Ν.Π.Δ.Δ., το διορισμό νέου πληρεξουσίου ή αντικλήτου.

Ο δικηγόρος ή ο αντίκλητος οφείλει να παραδίδει αμελλητί το επιδιδόμενο έγγραφο. Επιδόσεις, που έχουν διενεργηθεί κατά τα αναφερόμενα στα προηγούμενα εδάφια, θεωρούνται νόμιμες και για εκκρεμείς σε οποιοδήποτε στάδιο υποθέσεις". Στην προκειμένη περίπτωση, από την προσκομιζόμενη και επικαλούμενη από το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο, που επισπεύδει τη συζήτηση της υπό κρίση από 1.6.2018 και με αριθμό εκθέσεως καταθέσεως 4/2018 αιτήσεως αναιρέσεως, υπ' αριθμ. 4.064/25.1.2023 έκθεση επιδόσεως, της δικαστικής επιμελήτριας στο Εφετείο Λαμίας Μ.

Π., προκύπτει ότι ακριβές επικυρωμένο αντίγραφο της αιτήσεως αυτής, με την κάτω από αυτήν πράξη καταθέσεως, ορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση, για τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας, επιδόθηκε, νομότυπα και εμπρόθεσμα, με παραγγελία της πληρεξουσίας δικηγόρου του αναιρεσείοντος Καλλιόπης Στολή, Δικαστικής Πληρεξουσίας του Ν.Σ.Κ., στο δικηγόρο Λαμίας Χρήστο Γιαταγάννα, ως αντίκλητο των αναιρεσιβλήτων και παραστάντα κατά τη συζήτηση, κατά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλομένη απόφαση, εκπροσωπώντας αυτούς.

Οι αναιρεσίβλητοι, όμως, όπως προκύπτει από τα ταυτάριθμα με την παρούσα απόφαση πρακτικά δημόσιας συνεδριάσεως του Δικαστηρίου τούτου, δεν εμφανίστηκαν στο ακροατήριο, κατά την παραπάνω δικάσιμο, κατά την οποία η υπόθεση εκφωνήθηκε στη σειρά της από το οικείο πινάκιο, ούτε εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο, ούτε κατατέθηκε γι' αυτούς έγγραφη δήλωση, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., που εφαρμόζεται, κατά τη διάταξη του άρθρου 573 παρ. 1 του ίδιου κώδικα, και στη διαδικασία της αναιρετικής δίκης.

Επομένως, εφόσον αυτοί κλητεύθηκαν νομότυπα και εμπρόθεσμα, η συζήτηση της υποθέσεως θα προχωρήσει παρά την απουσία τους, σύμφωνα με την προαναφερόμενη διάταξη του άρθρου 576 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ. Από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης, προκύπτει ότι η προσβαλλομένη με την κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως, υπ' αριθμ. 24/2017 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Λαμίας, αποτελεί κατάληξη της ακόλουθης διαδικαστικής διαδρομής:

Οι ήδη αναιρεσίβλητοι, με την από 28-7-2008 αίτησή τους ενώπιον του Τριμελούς Εφετείου Λαμίας, την οποία υπέβαλαν στην Ειδική Επιτροπή του άρθρου 33 του ν. 2971/2001 του Υ.ΠΕ.ΧΩ.Δ.Ε./ Γ.Γ.Δ.Ε./ Ε.Υ.Δ.Ε./Π.Α.Θ.Ε./Υπηρεσία Λαμίας, με αριθμό πρωτοκόλλου 1298/29-7-2008, ως φορέα του έργου για τη βελτίωση - διαπλάτυνση του αυτοκινητόδρομου ΠΑΘΕ (τμήμα από Νέα Κοίτη Σπερχειού- Α.Κ.

Ροδίτσας), ζήτησαν α) να αναγνωρισθεί η ανυπαρξία ωφέλειας για το αναφερόμενο ακίνητό τους, του οποίου είναι συγκύριοι κατά ποσοστό 1/3 εξ αδιαιρέτου, από την εκτέλεση του έργου, για το οποίο απαλλοτριώθηκε αναγκαστικά τμήμα του, επειδή το ως άνω ακίνητό τους, δεν ωφελείται εξαιτίας του έργου αυτού και β) να διορθωθεί ο κτηματολογικός πίνακας, ώστε να κριθεί αποζημιωτέο το σύνολο της εκτάσεως του ακινήτου τους που απαλλοτριώνεται.

Μετά την διαβίβαση της εν λόγω αιτήσεως από την ως άνω Υπηρεσία, στο Τριμελές Εφετείο Λαμίας, αυτή συζητήθηκε ενώπιόν του, στις 13.12.2016 και εκδόθηκε η προσβαλλομένη απόφαση, με την οποία, το ως άνω Δικαστήριο, αφού έκρινε ότι η υπόθεση παραδεκτώς και αρμοδίως εισήχθη σ' αυτό προς εκδίκαση και ότι η αίτηση είναι παραδεκτή και νόμιμη, έκανε δεκτή την αίτηση ως και κατ' ουσίαν βάσιμη, αναγνώρισε ότι οι ήδη αναιρεσίβλητοι δεν έχουν υποχρέωση αυταποζημίωσης και διόρθωσε τον οικείο κτηματολογικό πίνακα ως προς την εν λόγω ιδιοκτησία, ώστε να αποζημιώνεται όλη η απαλλοτριούμενη εδαφική έκταση αυτής.

Με τις διατάξεις του άρθρου 1 του ν. 653/1977 "περί υποχρεώσεως των παρόδιων ιδιοκτητών δια την διάνοιξιν εθνικών οδών κ.λπ.", οι οποίες, κατά το άρθρο 62 παρ. 9 του ν. 947/1979 "περί οικιστικών περιοχών", εφαρμόζονται και για βελτιωτικές υφιστάμενων οδών νέες χαράξεις ή διαπλατύνσεις αυτών ή τμημάτων τους, ορίζονται τα ακόλουθα: "Προκειμένου περί διανοίξεως εκτός σχεδίου πόλεων εθνικών οδών πλάτους καταλήψεως μέχρι τριάκοντα μέτρων (το οποίο με το άρθρο 14 παρ. 1 του ν. 1.../1983 σε συνδυασμό με το άρθρο 6 παρ. 14 του ν. 2052/1992 αυξήθηκε σε πενήντα μέτρα), οι ωφελούμενοι παρόδιοι ιδιοκτήται εκάστης πλευράς υποχρεούνται εις αποζημίωσιν ζώνης πλάτους δεκαπέντε μέτρων (που αυξήθηκε με τα αυτά άρθρα 14 παρ. 1 του ν. 1.../1983 και 6 παρ. 14 του ν. 2052/1992 σε εικοσιπέντε μέτρα), δια συμμετοχής των εις τας δαπάνας απαλλοτριώσεως των καταλαμβανομένων υπό των οδών τούτων ακινήτων, η δε επιβάρυνσις αύτη δεν δύναται να υπερβαίνη το ήμισυ του εμβαδού του βαρυνομένου ακινήτου (παρ. 1)...

Ωφελούμενοι παρόδιοι ιδιοκτήται, δια την εφαρμογήν του παρόντος άρθρου, θεωρούνται εκείνοι των οποίων τα ακίνητα αποκτούν πρόσωπον επί των διανοιγομένων οδών (παρ. 3)... Οσάκις οι δικαιούχοι αποζημιώσεως δια την απαλλοτρίωσιν είναι και υπόχρεοι δια την πληρωμήν αυτής, επέρχεται συμψηφισμός δικαιωμάτων και υποχρεώσεων (παρ. 4)...".

Οι προαναφερόμενες διατάξεις του ως άνω άρθρου 1 παρ. 1, 3 και 4 του ν. 653/1977 αντίκεινται στο άρθρο 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της Ε.Σ.Δ.Α., που, μετά την επικύρωσή της με το Ν.Δ. 53/1974, αποτελεί εσωτερικό δίκαιο και υπερισχύει κάθε άλλης διατάξεως του ημεδαπού δικαίου και, επομένως, και της ως άνω διατάξεως του ν. 653/1977.

Ωστόσο, το τεκμήριο αυτό δεν καταργείται, αλλά εξακολουθεί να ισχύει πλέον ως μαχητό και, επομένως, αν οι παρόδιοι ιδιοκτήτες θεωρούν ότι δεν ωφελούνται από την απαλλοτρίωση, μπορούν να το καταρρίψουν, αποδεικνύοντας ότι δεν ωφελούνται και να διεκδικήσουν την αντίστοιχη αποζημίωση (Ολ.Α.Π. 7/2013), Ήδη το ως άνω τεκμήριο ρητά χαρακτηρίζεται ως μαχητό από τη διάταξη του άρθρου 33 παρ. 1 του ν. 2971/2001.

Ειδικότερα, κατά το άρθρο 33 του ν. 2971/2001, παρ. 1 έως 7 (ΦΕΚ Α' 285/19-12-2001), που άρχισε να ισχύει από 19-1-2002, το τεκμήριο της ωφέλειας των παρόδιων ιδιοκτητών, όπως αυτό καθορίζεται από τις διατάξεις του ν. 653/ 1977, είναι μαχητό και κρίνεται, μετά την κήρυξη της απαλλοτρίωσης, από το αρμόδιο για τον οριστικό προσδιορισμό της αποζημίωσης Εφετείο, κατά την ειδική διαδικασία που ορίζεται στο ίδιο άρθρο.

Ο εικαζόμενος ιδιοκτήτης ή εκείνος που αξιώνει δικαιώματα στο απαλλοτριωμένο ακίνητο, αν θεωρεί ότι δεν υφίσταται το τεκμήριο της ωφέλειας, μπορεί, με αίτησή του, να ζητήσει από το φορέα του έργου, για το οποίο κηρύχθηκε η απαλλοτρίωση, να γίνει σχετική διόρθωση του κτηματολογικού πίνακα κήρυξης της απαλλοτρίωσης.

Η αίτηση πρέπει να υποβληθεί μέσα σε ανατρεπτική προθεσμία δύο μηνών από την έκδοση της απόφασης για τον προσωρινό προσδιορισμό της αποζημίωσης ή της απόφασης για τον καθορισμό της οριστικής αποζημίωσης, σε περίπτωση που ζητήθηκε απευθείας οριστικός προσδιορισμός. Μετά τη λήξη του διμήνου, η αίτηση παραπέμπεται, προκειμένου να εξεταστεί από τριμελή (διοικητική) επιτροπή, αποτελούμενη από τα αναφερόμενα στην παράγραφο 3 του εν λόγω άρθρου πρόσωπα.

Η επιτροπή αυτή, μέσα σε προθεσμία, το αργότερο, τριών μηνών από τότε που της διαβιβάστηκε η αίτηση, συντάσσει σχετική έκθεση, με την οποία γνωμοδοτεί αιτιολογημένα για τη βασιμότητα της αίτησης. Ακολούθως, η αίτηση, μαζί με την έκθεση της επιτροπής και τα στοιχεία της απαλλοτρίωσης, αποστέλλονται από την αρχή που κήρυξε την αναγκαστική απαλλοτρίωση στο πιο πάνω αρμόδιο δικαστήριο (Εφετείο), το οποίο αποφαίνεται κυριαρχικά, σε πρώτο και τελευταίο βαθμό, για το αν υπάρχει ή όχι ωφέλεια από το έργο στο τμήμα του ακινήτου που εναπέμεινε μετά την απαλλοτρίωση.

Κατά της αποφάσεως του δικαστηρίου επιτρέπεται μόνο αναίρεση. Οι συνέπειες του άρθρου 9 παρ. 4 του ν. 2882/2001 (ΚΑΑΑ) ισχύουν και στην περίπτωση που η σχετική με το τεκμήριο απόφαση του Εφετείου εκδοθεί μετά τη συντέλεση της απαλλοτρίωσης, ενώ, σε κάθε περίπτωση, δεν επιτρέπεται ο καθορισμός νέας τιμής μονάδας (Α.Π. 1363/2015, Α.Π. 34/2015).

Οι προπαρατιθέμενες διατάξεις του άρθρου 33 του ν. 2971/2001, αν ληφθεί υπόψη το δημόσιο συμφέρον, που επιβάλλει τη μέσα σε εύλογο χρονικό διάστημα άρση της αβεβαιότητας και την εκκαθάριση των σχέσεων που δημιουργούνται από την αναγκαστική απαλλοτρίωση ακινήτων, δεν αντίκεινται στις αυξημένης τυπικής ισχύος διατάξεις των άρθρων 17, 20 και 25 του Συντάγματος και 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ και έχουν εφαρμογή, όπως προεκτέθηκε, και στις απαλλοτριώσεις εκείνες που δεν είχαν συντελεστεί μέχρι την έναρξη της ισχύος του (Α.Π. 1206/2017, Α.Π. 1258/2015).

Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 19 του Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς, σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της παραβάσεως του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος απ' αυτήν λόγος αναιρέσεως ιδρύεται, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή του (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία) (Ολ.Α.Π 1/2020, Ολ.Α.Π. 2/2019, Ολ.Α.Π. 8/2018, Α.Π. 809/2022, Α.Π. 111/2021, Α.Π. 990/2020).

Το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος προτάσεως προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες (Α.Π. 1417/2023, Α.Π. 667/2023, Α.Π. 468/2023, Α.Π. 1056/2022).

Συνεπώς, κατά την έννοια του αναιρετικού αυτού λόγου, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και υπάρχει, επομένως, εκ πλαγίου παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, όταν από τις παραδοχές της, που περιλαμβάνονται στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της και αποτελούν το αιτιολογικό της, δεν προκύπτουν καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του για ζήτημα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με αποτέλεσμα, έτσι, να μην μπορεί να ελεγχθεί, αν, στη συγκεκριμένη περίπτωση, συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόσθηκε (Α.Π. 78/2020, Α.Π. 59/2020).

Ελλείψεις δε, αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες (Ολ.Α.Π. 861/1984). Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς, και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε.

Τα επιχειρήματα του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές, επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και, ως εκ τούτου, δεν αποτελούν "αιτιολογία" της αποφάσεως, ώστε, στο πλαίσιο της ερευνώμενης διάταξης του άρθρου 559 αριθ. 19, να επιδέχεται αυτή μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναιρέσεως, ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα των διαδίκων, οπότε ο σχετικός λόγος αναιρέσεως απορρίπτεται ως απαράδεκτος (Α.Π. 1500/2022, Α.Π. 1504/2021, Α.Π. 947/2020, Α.Π. 1544/2017).

Τέλος, από τη διάταξη του άρθρου 561 παράγραφος 1 του Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφόσον δεν παραβιάστηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, ή εφόσον η εκτίμησή τους δεν ιδρύει λόγους αναιρέσεως από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., είναι από τον Άρειο Πάγο ανέλεγκτη, ο δε αντίστοιχος λόγος αναιρέσεως, από το περιεχόμενο του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις, απορρίπτεται ως απαράδεκτος, εφόσον πλέον πλήττεται η ουσία της υπόθεσης, που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο.

Στην προκειμένη περίπτωση, το Τριμελές Εφετείο Λαμίας, με την προσβαλλομένη υπ' αριθμ. 24/2017 απόφασή του, δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη ως προς την εκτίμηση των πραγματικών γεγονότων κρίση του (άρθρο 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ.), τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "... Με την αριθμ. 1085691/6626/0010/20-10-2006 ΚΥΑ των Υπουργών Οικονομίας και Οικονομικών, Περιβάλλοντος, Χωροταξίας και Δημοσίων Έργων, η οποία δημοσιεύτηκε (ΦΕΚ 120/20-11-2006 τεύχος αναγκαστικών απαλλοτριώσεων) και μεταγράφηκε στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Λαμίας (τόμος ..., αριθμό ...) απαλλοτριώθηκε αναγκαστικά για λόγους δημόσιας ωφέλειας και ειδικότερα για την βελτίωση και ειδικότερα για τη διαπλάτυνση του Ι αυτοκινητοδρόμου Π.Α.Θ.Ε. (τμήμα από Νέα Κοίτη Σπερχειού - Α.Κ.

Ροδίτσας) έκταση συνολικού εμβαδού 264.751 τ.μ., που βρίσκεται στην περιοχή του Δήμου Λαμιέων Νομού Φθιώτιδας και εικονίζεται με κλίμακα 1:500 στα από 19-04-2006 ακριβή αντίγραφα και με αριθμ. σχεδίων ..., ........και ... των κτηματολογικών διαγραμμάτων και του αριθμ. τεύχους ... αντίστοιχου κτηματολογικού πίνακα της ΕΥΔΕ-ΑΥΤΟΚΙΝΗΤΟΔΡΟΜΟΣ ΠΑΘΕ της Γενικής Γραμματείας Δημοσίων Έργων του ΥΠΕΧΩΔΕ, τα οποία έχει συντάξει ο μηχανικός Μ.

Α. και έχει θεωρήσει ο Διευθυντής της Διεύθυνσης Δ12 του ΥΠΕΧΩΔΕ Ι. Σ. την 19-04-2006. Η απαλλοτρίωση αυτή κηρύχθηκε για λόγους δημοσίας ωφέλειας υπέρ του Ελληνικού Δημοσίου και με δαπάνες αυτού και των παρόδιων ιδιοκτητών που ωφελούνται. Μεταξύ των απαλλοτριουμένων εδαφικών εκτάσεων περιλαμβάνεται και η με ΑΚΠ 27 ιδιοκτησία, συγκυριότητας, κατά ποσοστό 1/3 εξ αδιαιρέτου, εκάστου των αιτούντων, (ήδη αναιρεσιβλήτων) η οποία βρίσκεται στην κτηματική περιφέρεια της πρώην Κοινότητας Ροδίτσας Φθιώτιδας και ήδη Δήμου Λαμιέων Ν.

Φθιώτιδας. Το ακίνητο αυτό των αιτούντων, πριν από την κατασκευή του έργου, είχε εμβαδόν 10.915,80 τ.μ. Από αυτό απαλλοτριώθηκε έκταση εμβαδού 2.086 τ.μ., από την οποία, έκταση εμβαδού 753 τ.μ., σύμφωνα με τον οικείο κτηματολογικό πίνακα κήρυξης της απαλλοτρίωσης, θεωρήθηκε ότι, κατ' εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου 1 του Ν. 653/1977, βαρύνεται με υποχρέωση αυταποζημίωσης, διότι εξ αιτίας του κατασκευαζόμενου έργου η ιδιοκτησία των αιτούντων απέκτησε πρόσωπο σε δημόσια εθνική οδό και συνεπώς ωφελήθηκε.

Ωστόσο καμία ωφέλεια δεν προέκυψε για το εναπομένον τμήμα εμβαδού 8.829,80 τ.μ. εξ αιτίας του έργου που συντελέστηκε με την απαλλοτρίωση, για τους εξής λόγους: Το ακίνητο των αιτούντων, πριν από την κατασκευή του έργου, ήταν άρτιο και οικοδομήσιμο, με απευθείας πρόσωπο στην προϋπάρχουσα Εθνική Οδό Αθηνών-Θεσσαλονίκης, στην οποία είχε πρόσβαση με κόμβο, ο οποίος όμως καταργήθηκε ...

Αντίθετα, το εναπομένον μετά την απαλλοτρίωση τμήμα, αν και παραμένει άρτιο και οικοδομήσιμο, έχει πλέον πρόσωπο μόνο στη δημιουργούμενη παράπλευρη του αυτοκινητοδρόμου οδό, ενώ η πρόσβασή του στον αυτοκινητόδρομο μπορεί να γίνει μέσω κόμβου τύπου γ, ο οποίος όμως δεν έχει δημιουργηθεί και προϋποθέτει δαπάνη εκ μέρους των αιτούντων.

Συνεπώς, το προαναφερόμενο συγκοινωνιακό έργο δεν προσέδωσε στο ακίνητο των αιτούντων κάποια αξία μεγαλύτερη από εκείνη που ήδη είχε, διότι κανένα προνόμιο δεν του εξασφάλισε. Ενόψει όλων αυτών, το Δικαστήριο κρίνει ότι στη συγκεκριμένη περίπτωση η ιδιοκτησία των αιτούντων δεν υφίσταται καμιά ωφέλεια από την κατασκευή του έργου...".

Κατόπιν τούτου, το Εφετείο, έκανε δεκτή την αίτηση των ήδη αναιρεσιβλήτων, αναγνώρισε ότι οι τελευταίοι δεν υποχρεούνται σε αυταποζημίωση, διόρθωσε τον οικείο κτηματολογικό πίνακα και όρισε ότι οι αιτούντες, ήδη αναιρεσίβλητοι, εικαζόμενοι συνδικαιούχοι του ακινήτου, δικαιούνται αποζημίωση και για την ανωτέρω έκταση, όπως η τιμή μονάδας προσδιορίστηκε με την αριθμ. 278/2010 απόφαση του ιδίου Δικαστηρίου.

Υπό τις προεκτεθείσες παραδοχές, το Εφετείο δεν παραβίασε εκ πλαγίου τις εφαρμοσθείσες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 1 του ν. 653/1977 (όπως τροποποιήθηκαν στη συνέχεια με τα άρθρα 62 παρ. 9 του ν. 947/1979) και 33 του ν. 2971/2001, αφού διέλαβε στην απόφασή του επαρκείς, σαφείς, χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά αιτιολογίες, ως προς τα ζητήματα που έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, οι οποίες καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο, ως προς την ορθή ή μη εφαρμογή τους και, συνεπώς, δεν στερείται νόμιμης βάσεως, ενώ δεν ήταν αναγκαία η παράθεση και άλλων περιστατικών για να αιτιολογηθεί, χωρίς αμφιβολία, το ουσιαστικό της πόρισμα, περί της μη υπάρξεως ωφέλειας για την ιδιοκτησία των αιτούντων και ήδη αναιρεσιβλήτων.

Ειδικότερα, το ως άνω δικαστήριο παρέθεσε στην απόφασή του, με σαφήνεια, επάρκεια και χωρίς αντιφάσεις, τους λόγους ανατροπής του τεκμηρίου ωφελείας του επιδίκου ακινήτου, δεχθέν ότι το απαλλοτριούμενο ακίνητο των αναιρεσιβλήτων ήταν, πριν από την απαλλοτρίωση, άρτιο και οικοδομήσιμο, με απευθείας πρόσωπο στην προϋπάρχουσα Εθνική οδό Αθηνών - Θεσσαλονίκης, στην οποία είχε πρόσβαση με κόμβο, που όμως καταργήθηκε, και παραθέτοντας τις επιπτώσεις της απαλλοτριώσεως και του κατασκευασθέντος έργου στο απαλλοτριούμενο ακίνητο, αφού αναφέρει, επί λέξει, ότι "το εναπομένον μετά την απαλλοτρίωση τμήμα, αν και παραμένει άρτιο και οικοδομήσιμο, έχει πλέον πρόσωπο μόνο στη δημιουργούμενη παράπλευρη του αυτοκινητοδρόμου οδό, ενώ η πρόσβασή του στον αυτοκινητόδρομο μπορεί να γίνει μέσω κόμβου τύπου γ, ο οποίος όμως δεν έχει δημιουργηθεί και προϋποθέτει δαπάνη εκ μέρους των αιτούντων".

Με τον πρώτο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως, το αναιρεσείον αποδίδει στην προσβαλλομένη απόφαση πλημμέλεια από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., της ελλείψεως νόμιμης βάσεως, εξ αιτίας ανεπαρκών αιτιολογιών, αιτιώμενο ότι στην αναιρεσιβαλλομένη απόφαση δεν διευκρινίζεται: α) ποιες ήταν οι διαστάσεις (βάθους, μήκους προσώπου) του ακινήτου χωριστά προ της απαλλοτρίωσης, από το όριο της απαλλοτρίωσης και από τον άξονα της οδού, β) ποια είναι τα πολεοδομικά δεδομένα της περιοχής του ακινήτου των αναιρεσιβλήτων, δηλαδή το ελάχιστο εμβαδόν, οι ελάχιστες διαστάσεις (βάθους, μήκους προσώπου σε οδό κ.λπ.) καθώς και ποια ήταν η κατά προορισμό χρήση του ακινήτου, αν δηλαδή ήταν η αγροτική ή προοριζόταν μόνο για ανοικοδόμηση ή και για ανοικοδόμηση και γ) ποιες ήταν οι επιπτώσεις της απαλλοτρίωσης και του κατασκευασθέντος έργου στις δυνατότητες χρήσεως του ακινήτου των αναιρεσιβλήτων και συνακόλουθα στην αγοραία αξία αυτής.

Οι ως άνω, όμως, αιτιάσεις, απαραδέκτως προβάλλονται, κατά τα αναφερθέντα στην προηγηθείσα νομική σκέψη, αφού δεν αφορούν στη διατύπωση των ουσιαστικών παραδοχών της προσβαλλομένης αποφάσεως, ως προς τη συνδρομή ή μη των περιστατικών, που είναι αναγκαία, για την πλήρωση του πραγματικού των ουσιαστικών διατάξεων που εφαρμόστηκαν και για τη θεμελίωση της ένδικης αξιώσεως των αιτούντων, ήδη αναιρεσιβλήτων, αλλά ανάγονται στην, αναιρετικά ανέλεγκτη, κατ' άρθρο 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ., εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών, την αιτιολόγηση, το συσχετισμό και την ανάλυση των αποδείξεων από το δικαστήριο, καθώς και στη σαφήνεια, επάρκεια και πειστικότητα των επιχειρημάτων, με βάση τα οποία αυτό στήριξε το σαφές αποδεικτικό του πόρισμα, σχετικά με το πιο πάνω ουσιώδες ζήτημα, της μη υπάρξεως ωφέλειας για την ιδιοκτησία των αιτούντων και ήδη αναιρεσιβλήτων.

Επομένως, ο πρώτος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως, από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., με τον οποίο προβάλλονται οι ανωτέρω αιτιάσεις, είναι απορριπτέος, ως απαράδεκτος, σε κάθε δε περίπτωση, ως αβάσιμος. Το άρθρο 17 του Συντάγματος ορίζει, στην παρ. 2, ότι "κανένας δεν στερείται την ιδιοκτησία του, παρά μόνο για δημόσια ωφέλεια που έχει αποδειχθεί με τον προσήκοντα τρόπο, όταν και όπως ο νόμος ορίζει, και πάντοτε αφού προηγηθεί πλήρης αποζημίωση, που να ανταποκρίνεται στην αξία την οποία είχε το απαλλοτριούμενο κατά το χρόνο της συζήτησης στο δικαστήριο για τον προσωρινό προσδιορισμό της αποζημίωσης..." και στην παρ. 4 εδάφιο τελευταίο, ότι "η αποζημίωση δεν υπόκειται, ως αποζημίωση, σε κανένα φόρο, κράτηση ή τέλος".

Η τελευταία αυτή διάταξη αποσκοπεί στο να αποτρέψει κάθε επιβάρυνση του δικαιούχου της αποζημίωσης, ώστε αυτή να μη φαλκιδευθεί και να περιέλθει στον δικαιούχο ακέραιη. Περαιτέρω, στο άρθρο 18 παρ. 4 του ν. 2882/2001, όπως το τρίτο εδάφιο της παραγράφου αυτής αντικαταστάθηκε με το άρθρο 130 παρ. 2 του ν. 4070/2012 και εφαρμόζεται, σύμφωνα με το άρθρο 146 παρ. 9 περ.

δ' των μεταβατικών διατάξεων του ίδιου νόμου, και στις εκκρεμείς, κατά την έναρξη της ισχύος του, απαλλοτριώσεις, που συμπίπτει με τη δημοσίευσή του στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, στις 10-4-2012 (ΦΕΚ Α/82/10-4-2012), κατά το άρθρο 188 του νόμου αυτού (Α.Π. 1175/2015, Α.Π. 844/2015), ορίζεται, μεταξύ των άλλων, ότι η δικαστική δαπάνη, μαζί με τη νόμιμη αμοιβή των πληρεξούσιων δικηγόρων, α) βαρύνει τον υπόχρεο προς καταβολή της αποζημίωσης και επιδικάζεται πάντοτε από το δικαστήριο με την ίδια απόφαση που καθορίζει την αποζημίωση, β) η εκκαθάρισή της γίνεται σύμφωνα με τις οικείες διατάξεις του "Κώδικα Δικηγόρων" που ισχύουν κάθε φορά και γ) όταν υπόχρεος προς αποζημίωση είναι φορέας που υπάγεται στη Γενική Κυβέρνηση, κατά την έννοια του άρθρου 1Β του Ν. 2362/1995, η επιδικαζόμενη από τα δικαστήρια αμοιβή του πληρεξούσιου δικηγόρου των δικαιούχων αποζημίωσης, στις περιπτώσεις που υπολογίζεται με βάση την αξία του αντικειμένου της δίκης, καθορίζεται υποχρεωτικά έως το ήμισυ των νόμιμων αμοιβών του Κώδικα Δικηγόρων.

Λόγω της πιο πάνω συνταγματικής αρχής, δηλαδή ότι η αποζημίωση πρέπει να είναι πλήρης, το ποσό αυτής πρέπει να περιέρχεται στον δικαιούχο ακέραιο. Μέρος αυτής αποτελούν και τα δικαστικά έξοδα, αφού ο καθ' ου η απαλλοτρίωση αναγκαίως υποβάλλεται σ' αυτά, για να επιτύχει τον καθορισμό της αποζημίωσης που δικαιούται να λάβει.

Άρα, αυτά, στα οποία περιλαμβάνεται και η αμοιβή του πληρεξούσιου δικηγόρου του (άρθρο 189 του Κ.Πολ.Δ.), αποτελούν παρακολούθημα της αποζημίωσης, προσαυξάνουν το ποσό της και βαρύνουν, όπως η αποζημίωση, τον υπόχρεο στην καταβολή της και, συνεπώς, πρέπει να επιδικάζονται σε βάρος του υπόχρεου και να περιέρχονται στον δικαιούχο της αποζημίωσης.

Η δικηγορική αμοιβή του πληρεξούσιου δικηγόρου του δικαιούχου της αποζημίωσης, που πρέπει να επιδικαστεί και να περιέλθει σ' αυτόν, συνίσταται στο ποσό που προκύπτει κατ' εφαρμογή των οικείων διατάξεων του "Κώδικα Δικηγόρων" (άρθρ. 100 επ. ν.δ. 3026/1954 και ήδη άρθρ. 63 επ. ν. 4194/2013), γιατί αυτό αποτελεί τη νόμιμη αμοιβή και, συνακόλουθα, τη δαπάνη στην οποία αναγκαίως αυτός υποβάλλεται.

Για το λόγο αυτό, κατά τον καθορισμό της δικηγορικής αμοιβής, δεν λαμβάνεται υπόψη τυχόν ιδιαίτερη με το δικηγόρο συμφωνία (εργολαβία δίκης), ενώ το ποσό αυτής δεν υπόκειται, κατά το άρθρο 22 του ν. 3693/1957 (που διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 52 αριθμ. 18 του Κ.Πολ.Δ.), σε συμψηφισμό, ούτε σε μείωση ή περιορισμό [μέχρι του ποσού των 293 ευρώ, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 5 παρ. 12 ν. 1738/1987 και αριθμ. 2 της 134423 οικ/8-12-1992 κοινής απόφασης των Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης (ΦΕΚ 11/Β/20-1-1993)], αφού, έτσι, ο δικαιούχος θα επιβαρυνόταν με τη διαφορά, με αποτέλεσμα τη φαλκίδευση του ποσού της αποζημίωσης.

Εφόσον, δηλαδή, αντικείμενο της δίκης είναι η αποκατάσταση της ζημίας των αιτούντων από τη μη καταβολή της αποζημίωσης που προσδιορίστηκε για τα απαλλοτριωμένα ακίνητά τους, που εσφαλμένα αναφέρονται στον κτηματολογικό πίνακα (ΚΠ) ως "αυτοαποζημιούμενα", ενώ, παράλληλα, το ποσό της ζημίας τους αυτής ταυτίζεται με το ποσό της παραπάνω αποζημίωσης, στην ουσία πρόκειται για δίκη με αντικείμενο την καταβολή αποζημίωσης λόγω αναγκαστικής απαλλοτρίωσης.

Ως εκ τούτου, αναφορικά με τη δικαστική δαπάνη, θα εφαρμοστούν οι διατάξεις που εφαρμόζονται στη δίκη της απαλλοτριώσεως, εκείνες δηλαδή των άρθρων 176, 189, 191 του Κ.Πολ.Δ., 18 παρ. 4 του ν. 2882/2001 και 100, 107, 1009 και 114 του "Κώδικα Δικηγόρων", όπως ισχύει. Αντίθετα, δεν εφαρμόζονται και στη δίκη αυτή, όπως και στη δίκη της απαλλοτρίωσης, οι διατάξεις του άρθρου 22 παρ. 1 και 2 του νόμου 3693/1957, ενόψει του ότι, με την εφαρμογή τους, φαλκιδεύεται η πλήρης αποζημίωση, με συνέπεια την παραβίαση του άρθρου 17 του Συντάγματος που την προβλέπει.

Με την αντίθετη εκδοχή, αν μεν το δικαστικό στάδιο της απαλλοτριωτικής διαδικασίας είχε προχωρήσει ομαλά, στην αποζημίωση του δικαιούχου θα περιλαμβανόταν η πλήρης δικαστική δαπάνη του, ενώ, όταν αυτός αναγκάζεται, λόγω υπαιτιότητας του υπόχρεου, να διεκδικήσει, όχι με την απλούστερη απαλλοτριωτική διαδικασία, αλλά με την τακτική, την αποζημίωσή του, να περιορίζεται αυτή με τον κατακερματισμό της δικαστικής του δαπάνης (Α.Π. 546/2020, Α.Π. 423/2019, Α.Π. 393/2019, Α.Π. 708/2018, Α.Π. 807/2017, Α.Π. 287/2017, Α.Π. 212/2017, αντιθ.

Α.Π. 1129/2014, Α.Π. 1333/2013). Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 του Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή.

Στην ερευνώμενη περίπτωση, με το δεύτερο (και τελευταίο) λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως, το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο προσάπτει στην προσβαλλομένη απόφαση την από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., πλημμέλεια, με την αιτίαση ότι το Τριμελές Εφετείο Λαμίας επέβαλε σε βάρος του τα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, εφαρμόζοντας εσφαλμένα τη διάταξη του άρθρου 18 παρ. 4 γ' του ν. 2882/001, που δεν ήταν εφαρμοστέα, αφού αντικείμενο της προκειμένης δίκης δεν ήταν ο προσωρινός ή ο οριστικός καθορισμός αποζημίωσης, και μη εφαρμόζοντας τη διάταξη του άρθρου 22 του ν. 3693/1957, που ήταν εφαρμοστέα, ενόψει του ότι η παρούσα δίκη έχει ως αντικείμενο την ανατροπή του τεκμηρίου ωφέλειας και διεξάγεται κατά την τακτική διαδικασία.

Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, διότι το Εφετείο με την κρίση του αυτή, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις παραπάνω διατάξεις του άρθρου 18 παρ. 1 και 4 ν. 2882/2001, όπως το τρίτο εδάφιο της παραγράφου αυτής αντικαταστάθηκε με το άρθρο 130 παρ. 2 ν. 4070/2012, ενώ ορθά δεν εφάρμοσε τις διατάξεις του άρθρου 22 του ν. 3693/1957, που, όπως προαναφέρθηκε, δεν εφαρμόζονται σε δίκες απαλλοτριώσεων, στις οποίες περιλαμβάνεται και εκείνη για την άρση του τεκμηρίου της ωφέλειας, όπως εν προκειμένω και, κατά συνέπεια, δεν υπέπεσε στην επικαλούμενη πλημμέλεια του αριθμού 1 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ.

Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, εφόσον δεν υπάρχει άλλος λόγος προς διερεύνηση, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως. Διάταξη περί παραβόλου δεν ορίζεται, διότι το αναιρεσείον Δημόσιο δεν βαρύνεται με τέτοια υποχρέωση κατά την άσκηση της αναίρεσης, σύμφωνα με το άρθρο 28 παρ.4 του ν.2579/1998 σε συνδ. με άρθρο 22 παρ.4 του ν.1868/1999 (ΑΠ 938/2021, ΑΠ 679/2021, ΑΠ 682/2019, ΑΠ 1257/2019). Δικαστικά έξοδα δεν επιδικάζονται υπέρ των αναιρεσιβλήτων, οι οποίοι, λόγω της ερημοδικίας τους, δεν υποβλήθηκαν σε έξοδα, ούτε υπέβαλαν σχετικό αίτημα.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 1.6.2018 και με αριθμό εκθέσεως καταθέσεως 4/2018 αίτηση, για αναίρεση της υπ' αριθμ. 24/2017 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Λαμίας.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 26 Ιουνίου 2024.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

Και ταύτης αποχωρησάσης από την Υπηρεσία καθώς και της αρχαιοτέρας Αρεοπαγίτου ο β'αρχαιότερος της Συνθέσεως Αρεοπαγίτης ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 4 Σεπτεμβρίου 2024.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ