Supreme Court dismisses appeal against compensation award, rejecting argument that lawyer fees should reduce state liability.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the State's appeal against a compensation award for expropriation, ruling that the lawyer's fees must be paid by the state alongside the compensation. The State argued that Article 22 of Law 3693/1957 allowed for reduced court costs for the winning private party, but the Court held this would effectively reduce the compensation amount, violating constitutional prohibitions against 'falcidization'. Consequently, the appeal was rejected, and the State was ordered to pay the third appellant's legal costs.
Legislator headnote
AI generatedArt. 189 KPolD; Art. 22 Law 3693/1957; The lawyer's fees for the claimant are part of the compensation and must be paid by the liable party; applying a reduction clause for the winning private party would constitute unconstitutional falcidization of the compensation.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 708 / 2018 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 708/2018
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
A1' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Λέκκα Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αθανάσιο Καγκάνη - Εισηγητή, Αλτάνα Κοκκοβού, Ιωάννη Μπαλιτσάρη και Αγγελική Τζαβάρα, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ, δημόσια στο ακροατήριό του, στις 22 Ιανουαρίου 2018, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, κατοικοεδρεύοντα στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον Ευάγγελο Μαρίνη, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους με δήλωση, κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, και κατέθεσε προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ά. Π. του Ι., 2) Μ. Π. του Ι., κατοίκων ... οι οποίοι δεν παραστάθηκαν στο ακροατήριο, 3) Σ. συζύγου Α. Γ., το γένος Ι. Π., κατοίκου ... η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Νικόλαο Μαλαφέκα με δήλωση, κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 11/10/2007 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 13981/2010 μη οριστική και 18701/2012 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 645/2014 του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 20/1/2016 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Όπως προκύπτει από τις μετ' επικλήσεως από την παρισταμένη Τρίτη αναιρεσίβλητη προσκομιζόμενες υπ' αριθμ. Ε3213 και Ε324/25.10.2017, εκθέσεις επιδόσεως του αρμόδιου δικαστικού επιμελητού του Εφετείου Ι. Π. ακριβές επικυρωμένο αντίγραφο της υπό κρίση, [από 20.1.2016 και με αριθμ. καταθ. 12/2016], αιτήσεως αναιρέσεως καθώς και της από 25.1.2017, κλήσεως [με την οποία αυτή φέρεται προς συζήτηση ύστερα από τη ματαίωσή της κατά τη δικάσιμο της 23.1.2017], με την υπ' αυτήν πράξη προσδιορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση, επιδόθηκε, νομοτύπως και εμπροθέσμως, από την επισπεύδουα την τελευταία τρίτη αναιρεσίβλητη στους απολιπομένους πρώτο και δεύτερο των αναιρεσιβλήτων (Ά. και Μ. Π.)... Εφόσον όμως οι τελευταίοι δεν εμφανίστηκαν κατά την εκφώνηση της υποθέσεως από τη σειρά του οικείου πινακίου ούτε καταθέσαν την από τη διάταξη του άρθρου 242§2 ΚΠολΔ, που εφαρμόζεται και στην αναιρετική διαδικασία (αρθρ. 573§1 ΚΠολΔ), δήλωση, πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση της υποθέσεως, παρά την απουσία τους (αρθρ. 576 ΚΠολΔ).
Από τη διάταξη του άρθ. 559 αρ 1 ΚΠολΔ προκύπτει ότι, λόγος αναιρέσεως για ευθεία παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου ιδρύεται, αν αυτός δεν εφαρμόστηκε ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή αν εφαρμόστηκε ενώ δεν έπρεπε καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθινή, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία του κανόνα δικαίου, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περιπτώσεως (Ολ.
ΑΠ 10/2011, ΑΠ 191/2013, ΑΠ 486, 568/2013). Προς εξεύρεση της παραβιάσεως ελέγχεται ο δικανικός συλλογισμός που διατυπώνεται, έστω και ατελώς, και συγκροτείται από τη μείζονα πρόταση (νομική διάταξη), την ελάσσονα πρόταση (πραγματικές παραδοχές) και το συμπέρασμα. Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών "περιστατικών που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναιρέσεως, αν οι πραγματικές παραδοχές της αποφάσεως καθιστούν φανερή την παραβίαση και τούτο συμβαίνει όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των περιστατικών στη διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται. (ΑΠ 609/2013, ΑΠ 495/2013, ΑΠ 1060/2014).
Περαιτέρω, με τις διατάξεις του άρθρου 1 του ν. 653/1977 "περί υποχρεώσεως των παροδίων ιδιοκτητών δια την διάνοιξη εθνικών οδών κ.λ.π.", οι οποίες, κατά το άρθρο 62 παρ. 9 του ν. 947/1979 "περί οικιστικών περιοχών", εφαρμόζονται και για βελτιωτικές υφισταμένων οδών νέες χαράξεις ή διαπλατύνσεις αυτών ή τμημάτων τους, ορίζονται τα ακόλουθα: "Προκειμένου περί διανοίξεως εκτός σχεδίου πόλεων εθνικών οδών πλάτους καταλήψεως μέχρι τριάκοντα μέτρων (το οποίο με το άρθρο 14 παρ. 1 του ν. 1349/1983 σε συνδυασμό με το άρθρο 6 παρ. 14 του ν. 2052/1992 αυξήθηκε σε 50 μ.), οι ωφελούμενοι παρόδιοι ιδιοκτήτες εκάστης πλευράς υποχρεούνται εις αποζημίωσιν ζώνης πλάτους δεκαπέντε ημερών (που αυξήθηκε με τα αυτά άρθρα 14 παρ.1 του ν. 1349/1983 και 6 παρ. 14 του ν. 2052/1992 σε εικοσιπέντε μέτρα), δια συμμετοχής των εις τας δαπάνας απαλλοτριώσεως των καταλαμβανόμενων υπό των οδών τούτων ακινήτων, η δε επιβάρυνσις αυτή δεν δύναται να υπερβαίνει το ήμισυ του εμβαδού του βαρυνομένου ακινήτου (παρ. 1).....
Ωφελούμενοι παρόδιοι ιδιόκτητοι δια την εφαρμογήν του παρόντος άρθρου θεωρούνται εκείνοι των οποίων τα ακίνητα αποκτούν πρόσωπον επί των διανοιγομένων οδών (παρ. 3)....Οσάκις οι δικαιούχοι αποζημιώσεως δια την απαλλοτρίωσιν είναι και υπόχρεοι δια την πληρωμήν αυτής, επέρχεται συμψηφισμός δικαιωμάτων και υποχρεώσεων (παρ. 4)....".
Έτσι, εισάγεται με τη διάταξη ειδικότερα της παρ. 3 του ως άνω άρθρου τεκμήριο ωφέλειας για τους ιδιοκτήτες ακινήτων, τα οποία με τη διάνοιξη εθνικής οδούς αποκτούν πρόσωπο σ' αυτή.
Τέλος, από τη διάταξη του άρθρου 33 παρ.1 του ν. 2971/2001 προκύπτει ότι, το, από τις διατάξεις του ν. 653/1997 (αρθρ. 1 παρ.1 και 3) προβλεπόμενο, ως άνω τεκμήριο ωφελείας των παρόδιων ιδιοκτητών, είναι μαχητό (ΑΠ 733/2012, ΑΠ 13333/13, ΑΠ 198/2017, ΑΠ 197/2012) και κρίνεται, μετά την κήρυξη της απαλλοτρίωσης, από το αρμόδιο για τον οριστικό προσδιορισμό της αποζημίωσης Εφετείο κατά την ειδική διαδικασία του άρθρου αυτού με το οποίο ορίζονται περαιτέρω και τα ακόλουθα "Ο εικαζόμενος ιδιοκτήτης ή ο αξιών δικαιώματα επί του απαλλοτριωμένου, εφόσον θεωρεί ότι δεν υφίσταται το τεκμήριο της ωφέλειας, μπορεί με αίτηση του να ζητήσει από το φορέα του έργου τη διόρθωση του κτηματολογικού πίνακα κήρυξης της απαλλοτρίωσης, η υποβολή δε της αίτησης δεν αναστέλλει τις διαδικασίες της απαλλοτρίωσης (παρ. 2).
Η αίτηση υποβάλλεται εντός ανατρεπτικής προθεσμίας δύο (2) μηνών από την έκδοση της απόφασης περί προσωρινού ή απευθείας οριστικού προσδιορισμού αποζημίωσης και παραπέμπεται μετά τη λήξη της προθεσμίας προς εξέταση σε Τριμελή Επιτροπή (παρ.3). 4. Η Επιτροπή συγκαλείται από τον Πρόεδρο αυτής και μετά από αυτοψία και έλεγχο των στοιχείων προβαίνει, το αργότερο εντός τριών (3) μηνών, στη σύνταξη έκθεσης σχετικά με την ωφέλεια ή μη του ακινήτου λόγω του έργου, αιτιολογώντας πλήρως τους λόγους και συνδέοντάς τους ιδία με τη δυνατότητα πρόσβασης του ακινήτου στο έργο ή τα έργα που περιλαμβάνονται στη ζώνη απαλλοτρίωσης, τη δημιουργία επιπτώσεων στις χ.ρήσεις του ακινήτου και την κατά τις ισχύουσες διατάξεις αρτιότητα και οικοδομησιμότητά του. 5..6.
Η αίτηση του ιδιώτη μαζί με την έκθεση της επιτροπής αποστέλλονται από την αρχή, που κήρυξε την αναγκαστική απαλλοτρίωση, στο κατά την παράγραφο 1 του παρόντος άρθρου δικαστήριο..., το οποίο οφείλει να εκδώσει οριστική απόφαση μέσα σε τριάντα (30), ημέρες από την τελευταία συζήτηση της υπόθεσης...(παρ.6)..." (ΑΠ 1333/2013).
Με τον πρώτο λόγο της αναίρεσης προβάλλεται από το αναιρεσείον η, από το άρθρο 559 αρ.1 ΚΠολΔ, αιτίαση με την επίκληση ότι, κατ' εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των, ουσιαστικού δικαίου, διατάξεων των άρθρων 1 ν.653/97 και 33 παρ.1 ν.2971/2001, η προσβαλλομένη απόφαση έκανε δεκτή, ως και ουσιαστικά βάσιμη, την κατ' αυτού από τους αναιρεσιβλήτους ασκηθείσα και επί των ως άνω διατάξεων θεμελιωθείσα ένδικη αγωγή [περί αναγνωρίσεως μη συνδρομής, για την περιγραφομένη σ' αυτήν (αγωγή) απαλλοτρίωση, του από τις παραπάνω διατάξεις προβλεπομένου τεκμηρίου ωφελείας και καταβολής της οφειλομένης αποζημιώσεως] δεχθείσα, με ελλιπείς αιτιολογίες της ελάσσονος προτάσεως του νομικού της συλλογισμού, που αναφέρεται στο πραγματικό των εφαρμοσθέντων ως άνω κανόνων δικαίου, την κατάφαση συνδρομής των, κατά τις παραπάνω διατάξεις, απαιτουμένων για την επικαλούμενη ανατροπή προϋποθέσεων, παρόλο που τα, ως αποδειχθέντα, γενόμενα δεκτά πραγματικά περιστατικά απέκλειαν την κρίση αυτή, επιβάλοντα την απόρριψή της (αγωγής) ως ουσιαστικά αβασίμου.
Στην προκειμένη περίπτωση από την παραδεκτή (αρθρ. 561§2 ΚΠολΔ), επισκόπηση της προσβαλλομένης αποφάσεως προκύπτει ότι, αυτή, μετ' εκτίμηση των εκατέρωθεν προσκομισθεισών αποδείξεων δέχθηκε, αναφορικά με το κρίσιμο για την έκβαση της δίκης ως άνω ζήτημα, τ' ακόλουθα: "Με τη με αριθμό 1111563/7871/ΠΕ0010/12-11-1997 κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Περιβάλλοντος, Χωροταξίας και Δημοσίων Έργων, που δημοσιεύθηκε στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως (Φ.925/7-9-1994, τ.Δ'), κηρύχθηκε αναγκαστική απαλλοτρίωση για λόγους δημόσιας ωφέλειας, για τη διάνοιξη της Εγνατίας οδού, τμήμα ..., βόρεια παράκαμψη …..
Η απαλλοτρίωση αυτή κηρύχθηκε υπέρ του εναγομένου και ήδη εκκαλούντος (αναιρεσείοντος) Ελληνικού Δημοσίου και με δαπάνες αυτού και των παρόδιων ιδιοκτητών, που ωφελούνται με τις προϋποθέσεις του νόμου από το σύνολο του έργου. 0 αυτοκινητόδρομος για τη διάνοιξη του οποίου κηρύχθηκε η αναγκαστική απαλλοτρίωση, αποτελεί τμήμα του οδικού άξονα της Εγνατίας οδού, η οποία διέρχεται από τις κτηματικές περιφέρειες των κοινοτήτων ….
και …. του νομού ….., που αποτελούν ενιαίο γεωμορφολογικό και αναπτυξιακό σύνολο. Στην ανωτέρω αναγκαστικώς απαλλοτριωθείσα έκταση περιλαμβάνεται και το υπ' αριθμ. ΚΠ 13 ακίνητο των εναγόντων (αναιρεσιβλήτων) που βρίσκεται κάτω από τη διανοιχθείσα Εγνατία οδό σε απόσταση 100-150 μέτρων από την παλαιά Εθνική Οδό ….., 200 μέτρα περίπου από τα όρια της επέκτασης του σχεδίου πόλεως του δ.δ.
….. και περί τα 300 μ. από την παραλιακή ζώνη αυτού. Η χρήση γης στην περιοχή αυτή χαρακτηρίζεται ως γεωργική και η αλλαγή της απαιτεί ολοκληρωμένες χωροταξικές μελέτες δεδομένου ότι βρίσκεται εντός της ζώνης RAMJAR. Δεν εξυπηρετείται από δίκτυα κοινής ωφέλειας (ύδρευσης, αποχέτευσης κ.λ.π) και δεν εμφανίζει οικιστική ανάπτυξη.
Έτσι και η κύρια κατά προορισμό χρήση του επίδικου ακινήτου, που ανήκει στην κυριότητα των εναγόντων κατά ποσοστό 1/4,1/4 και 2/4 εξ αδιαιρέτου αντιστοίχως, όπως δεν αμφισβητείται από το εναγόμενο, ήταν ανέκαθεν γεωργική και επ' αυτού υφίσταται ελαιώνας τον οποίο εκμεταλλεύονται οι τελευταίοι (ενάγοντες) ενώ δεν υπάρχουν κτίσματα.
Πριν την άνω απαλλοτρίωση, που αποτελεί συνέχεια αυτής που κηρύχθηκε με την 1129709/8872/0010/19-12-1996 ΚΥΑ των άνω Υπουργών για τη διάνοιξη του κόμβου Κ2Β, και έγινε μεταξύ άλλων για τη σύνδεση της Εγνατίας οδού με την ως άνω Παλαιά Εθνική Οδό μέσω του συνδετήριου κλάδου Α, το ένδικο ακίνητο είχε έκταση 3.872 τ.μ,, ορθογώνιο σχήμα με μια εγκοπή στην νοτιοανατολική πλευρά και ήταν άρτιο και οικοδομήσιμο κατά παρέκκλιση, διότι πληρούσε τις προϋποθέσεις του άρθρου 1 παρ.2γ π.δ. 24/1985, ήτοι πριν την απαλλοτρίωση τμήματος του, με την άνω- απόφαση για την κατασκευή του κόμβου Κ2Β (πρώτη απαλλοτρίωση) ήταν άρτιο και οικοδομήσιμο κατά αφού είχε έκταση άνω των 4.000 τ.μ., μετά δε από αυτήν απέκτησε πρόσωπο στον Κ2Β από την βορειοανατολική του πλευρά, ήτοι επί βασικού εθνικού δικτύου, πλέον των 45 μέτρων (57μ) ενώ είχε βάθος πλέον των 50 μέτρων (75).
Έτσι δευτερευόντως η κατά προορισμό χρήση του ήταν και οικοπεδική. Με την ένδικη απαλλοτρίωση, απαλλοτριώθηκε ένα τμήμα του 456 τ.μ. και απέμεινε εκτός απαλλοτρίωσης έκταση εμβαδού 3.416 τ.μ. που εικονίζεται στο οικείο τοπογραφικό διάγραμμα και κτηματολογικό πίνακα με στοιχεία 2-331-332-θ-η-4-2. Με την υπ' αρ. 28532/1999 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, η προσωρινή τιμή μονάδας αποζημίωσης για το παραπάνω ακίνητο καθορίστηκε στο ποσό των 14.000 δρχ (41,085€) ανά τ.μ.
ενώ ακόμα καθορίστηκε ιδιαίτερη αποζημίωση λόγω μείωσης της αξίας του απομένοντος εκτός αποζημίωσης ως άνω τμήματος του, σε ποσοστό 20% επί της άνω προσωρινής τιμής μονάδος αποζημίωσης. Ακολούθως με την 2851/2000 απόφαση του ιδίου ως άνω δικαστηρίου οι ενάγοντες αναγνωρίσθηκαν δικαιούχοι της παραπάνω αποζημιώσεως κατά τα προαναφερθέντα ποσοστά (1/4,1/4,2/4 αντιστοίχως), ενώ το εναγόμενο υπέρ και με δαπάνες του οποίου είχε κηρυχθεί η εν λόγω απαλλοτρίωση παρακατέθεσε το σύνολο της καθορισθείσης ως άνω προσωρινής αποζημίωσης την 24-12-1999 στο κατάστημα Θεσ/νίκης του Ταμείου Παρακαταθηκών και Δανείων και η υπ' αρ.
Δ2α/Φ23Δ/30316/2 5-1-2000 σχετική ανακοίνωση της εν λόγω παρακατάθεσης δημοσιεύθηκε στο υπ' αρ. 120/7-3-2000 Τ.Δ Φ.Ε.Κ. ενώ καταλήφθηκε το επίδικο. Έτσι συντελέσθηκε η απαλλοτρίωση αυτή, ήτοι πριν την 19-1-2002 ημερομηνία ενάρξεως ισχύος του άνω ν. 2971/2001. Στη συνέχεια με την υπ' αρ. 3106/2002 απόφαση του δικαστηρίου τούτου η οριστική τιμή μονάδος αποζημίωσης καθορίστηκε στο ποσό των 70 ευρώ ανά τ.μ.
και η ιδιαίτερη αποζημίωση, λόγω μείωσης της αξίας του απομένοντος εκτός αποζημίωσης τμήματος του εμβαδού 3.416 τ.μ., σε ποσοστό 20%. Ωστόσο η αποζημίωση για το άνω απαλλοτριωθέν τμήμα του επίδικου ακινήτου εμβαδού 456 τ.μ. καταμερίσθηκε μεταξύ των εναγόντων και του εναγομένου. Ειδικότερα θεωρήθηκε ότι οι εφεσίβλητοι ενάγοντες ως ωφελούμενοι από την παραπάνω απαλλοτρίωση παρόδιοι ιδιοκτήτες αυτοαπαζημιούνται ,για έκταση εμβαδού 441 τ.μ.
που εικονίζονται στο κτηματολογικό διάγραμμα με στοιχεία 17-15-2ρ-26-25-24-20-19-17 ενώ το εκκαλούν - εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο υποχρεούται προς αποζημίωση των υπολοίπων 15 τ. μ. της απαλλοτριούμενης έκτασης. Έτσι το τελευταίο δεν κατέβαλε στους ενάγοντες το ποσό της αποζημίωσης που αντιστοιχούσε στο άνω απαλλοτριωθέν τμήμα εμβαδού 441 τ.μ., συνολικού ύψους 1441 τ.μ.
Χ 70€ ανά τ.μ. =) 30.870 ευρώ κατ' εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου 1 παρ. 4 ν. 653/1977. Μετά την απαλλοτρίωση το εναπομείναν ως άνω εκτός απαλλοτρίωσης τμήμα του παραπάνω με ακπ. 13 ακινήτου, εξακολουθεί να έχει ομαλό ορθογώνιο ως άνω σχήμα, να καλύπτεται από ελαιόδεντρα και να είναι άρτιο και οικοδομήσιμο κατά παρέκκλιση καθότι πληροί τις προϋποθέσεις του άρθρου 1 παρ. 2γ π.δ. 24/1985 ήτοι έχει εμβαδόν 3.416 τ.. (αντί ελαχίστου 750 τ.μ.) πρόσωπο επί βασικού οδικού δικτύου και δη στον ως άνω κόμβου Κ2Β 57μ. (αντί ελαχίστου 45 μ.) και βάθους 75μ. (αντί ελαχίστου 50 μ.).
Σημειώνεται εδώ ότι το επίδικο δεν είχε ούτε έχει άμεση πρόσβαση με τον παραπάνω κόμβο επί του οποίου έχει πρόσωπο και τούτο διότι ο κόμβος αυτός έχει κατασκευαστεί, όπως προβλεπόταν ως κλειστός δρόμος με μπάρες κράσπεδα και περίφραξη από σιδηροπασσάλους και συρματόπλεγμα ύψους περί τα 2 μ. Η κύρια κατά προορισμό χρήση αυτού (ακινήτου), εξακολουθεί να παραμένει αγροτική ενώ δευτερευόντως, σύμφωνα με τα προαναφερόμενα έχει και οικοδομική αξία αφού προσφέρεται προς ανέγερση εξοχικής κατοικίας υπό τις άνω προϋποθέσεις.
Πριν την απαλλοτρίωση η ένδικη ιδιοκτησία επικοινωνούσε με αγροτική οδό, που είχε δημιουργηθεί προ πολλών ετών (πλέον των 50) και υπήγετο στο σύστημα αγροτικών οδών της περιοχής, μέσω αυτής δε συνδεόταν ως προς τη χρήση του (γεωργική εκμετάλλευση κ.λ.π.) με το λοιπό οδικό δίκτυο της περιοχής και αμέσως με την παλαιά Εθνική Οδό …..
Μετά την απαλλοτρίωση η ιδιοκτησία αυτή δεν επικοινωνεί με την οδό για την κατασκευή της οποίας έγινε η απαλλοτρίωση και δη την Εγνατία οδό ή παράπλευρη βοηθητική οδό ή τον συνδετήριο κλάδο Α της Εγνατίας οδού με την Παλαιά Εθνική Οδό ….. Για την επικοινωνία της ιδιοκτησίας αυτής των εναγόντων και των λοιπών ιδιοκτησιών με τις παραπάνω οδούς προβλέπεται η κατασκευή της Β οδού η οποία χωροθετείται επί της προαναφερθείσης αγροτικής οδού με αύξηση του πλάτους αυτής κατά 3 μ., η οποία θα επιτρέπει την ιδιοκτησία των εφεσιβλήτων να επικοινωνεί με την οδό Γ και μέσω αυτής μετά από υπάρχουσα σήμανση με την άνω συνδετήρια οδό και τελικά με την Παλαιά Εθνική Οδό ….
και με την Εγνατία Οδό. Ωστόσο, ακόμη και σήμερα, ήτοι με την πάροδο 14 ετών από τη συντέλεση της απαλλοτρίωσης η διάνοιξη της άνω οδού Β, δεν έχει πραγματοποιηθεί και η ως άνω παλαιά αγροτική οδός παραμένει στην ίδια κατάσταση που ήταν και πριν την απαλλοτρίωση με μόνη την αύξηση κατάτι του πλάτους της, δηλαδή ένας ημιδιανοιγμένος χωματόδρομος χωρίς ίχνος ασφαλτόστρωσης και τεχνικής διαμόρφωσης και χωρίς δυνατότητας άμεσης σύνδεσης (όπως προηγουμένως) με την Παλαιά Εθνική οδό ….
διότι στο σημείο, που η οδός αυτή καταλήγει στον άνω συνδετήριο κλάδο, υπάρχουν μπάρες ασφαλείας και η περίφραξη συρματοπλέγματος ύψους 2 μέτρων, με υψομετρική διαφορά του οδοστρώματος από το φυσικό έδαφος περί το 1 με 1,50 μέτρο. Ενόψει τούτων ο παραπάνω δρόμος δεν προσφέρει κάποια ωφέλεια στη ιδιοκτησία των εναγόντων αφενός μεν γιατί η εν λόγω ιδιοκτησία επικοινωνούσε και εξυπηρετείτο ως προς την άνω κύρια και δευτερεύουσα χρήση της, και πριν την απαλλοτρίωση και εξακολουθεί και μετά από αυτήν (να επικοινωνεί και εξυπηρετείται) με τον παραπάνω δρόμο, αφετέρου διότι με το δρόμο αυτό, ούτε πρόσωπο απέκτησε στην Εθνική οδό, ούτε επικοινωνεί άμεσα μ' αυτήν, ενώ ακόμη αποκλείστηκε η ως άνω πρόσβαση που είχε απευθείας μέσω του ως άνω αγροτικού δρόμου με την παλαιά Εθνική οδό ….
και έτσι δυσχεράνθηκε η προσβασιμότητα και προσπελασιμότητά του και δεν βελτιώθηκε ποιοτικά. Το μελλοντικό δε γεγονός της πιθανής διαμόρφωσης της οδού Β κανένα πλεονέκτημα δεν προσδίδει στο επίδικο ακίνητο ενόψει των άνω παραμέτρων. Ακόμη ως προς το επίδικο, είναι ανέφικτη η δυνατότητα εκμετάλλευσής του με τοποθέτηση διαφημιστικών πινακίδων, καθώς από τον κώδικα οδικής κυκλοφορίας απαγορεύεται η ανάρτησή τους (αρθρ. 2 παρ. 1 εδ. 24) εκτός κατοικημένης ζώνης (όπως η επίδικη) σε απόσταση 150 μ.
από τις πλευρές του άξονα της οδού, και στην προκειμένη περίπτωση το ένδικο ακίνητο περιέχεται στο σύνολό του εντός του παραπάνω ορίου, όπως τούτο προκύπτει από το σχετικό τοπογραφικό διάγραμμα που προσκομίζεται με επίκληση από τους διαδίκους. Πρέπει να σημειωθεί τέλος ότι η όποια ωφέλεια απέκτησε το επίδικο από την κατασκευή του έργου, είναι αυτή που απέκτησαν, όλα γενικά τα ακίνητα της περιοχής και το ευρύτερο κοινό αυτής.
Από τα προαναφερόμενα αποδεικνύεται ότι το οδικό έργο για την κατασκευή του οποίου κηρύχθηκε η επίδικη δίκη απαλλοτρίωση δεν προσπόρισε ωφέλεια στο ακίνητο των εναγόντων ούτε αύξησε την αγοραία αξία του αλλά αντίθετα αυτό ζημιώθηκε από αυτήν, αφού εκτός των προαναφερθέντων ως προς το πρόσωπο της, την προσβασιμότητα και προσπελασιμότητα του, μειώθηκε και η προς γεωργική εκμετάλλευση έκτασή του.
Κατ' ακολουθία δεν μπορεί να θεωρηθεί ως ωφελούμενη παρόδια ιδιοκτησία κατά την έννοια του άρθρου 1 ν.653/1977 και δεν πρέπει να συμμετάσχει στις δαπάνες απαλλοτρίωσης του εν λόγω έργου, λόγω αποζημίωσης για έκταση εμβαδού 441 τ.μ.".
Έτσι που έκρινε το Εφετείο με την προσβαλλομένη απόφαση δεν υπέπεσε στην επικαλουμένη από το αναιρεσείον πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, καθόσον προέβη σε ορθή ερμηνεία και εφαρμογή των προαναφερθεισών διατάξεων αναφορικά με το κρίσιμο για την έκβαση της δίκης ως άνω ζήτημα, της καταφάσεως, δηλαδή, των, κατά τις εν λόγω διατάξεις απαιτουμένων προϋποθέσεων ανατροπής του τεκμηρίου ωφελείας, δεχθείσα, με πλήρεις και σαφείς αιτιολογίες της ελάσσονος προτάσεως του νομικού της συλλογισμού, που αναφέρεται στο πραγματικό των εφαρμοσθέντων ως άνω κανόνων δικαίου, τη συνδρομή αυτών (προϋποθέσεων) με τις υποστηρίζουσες την εν λόγω παραδοχή ορθές αιτιολογίες:
α) της δυσχέρειας της προσβασιμότητας και προσπελασιμότητος της επίδικου εκτάσεως εξαιτίας του αποκλεισμού της προσβάσεως προς την παλαιά Εθνική Οδό ….., β) της μη δυνατότητος εκμεταλλεύσεως του επίδικου δια της τοποθετήσεως διαφημιστικών πινακίδων, γ) της μη αυξήσεως της αγοραίας αξίας αυτής (επιδίκου εκτάσεως), δ) της μη δυνατότητος επικοινωνίας του επίδικου με την οδό για την κατασκευή της οποίας έγινε η απαλλοτρίωση και δη την Εγνατία Οδό ή παράπλευρη βοηθητική οδό ή τον συνδετήριο κλάδο Α της Εγνατίας οδού με την παλαιά Εθνική οδό ….ς, ε) της μετά την πάροδο 14ετών από τη συντέλεση της απαλλοτριώσεως, μη διανοίξεως της, προγραμματισμένης να διανοιχθεί, οδού Β, η οποία θα επιτρέπει στην ιδιοκτησία των αναιρεσιβλήτων (επίδικο έκταση) την επικοινωνία με την οδό Γ και μέσω αυτής με την παλαιά Εθνική Οδό …..
και την Εγνατία οδό και στ) με την περαιτέρω παρδοχή ότι "το μελλοντικό γεγονός της πιθανής διαμόρφωσης της οδού Β κανένα πλεονέκτημα δεν προσδίδει στο επίδικο ακίνητο". Οι αιτιολογίες αυτές δικαιολογούν το αποδεικτικό πόρισμα, κατά την έννοια της ορθής υπαγωγής των ανελέγκτως γενομένων δεκτών ως αποδειχθέντων πραγματικών περιστατικών στο πραγματικό των ερμηνευθέντων και εφαρμοσθέντων ως άνω κανόνων δικαίου και καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο με αποτέλεσμα να μην ευρίσκουν έρεισμα εφαρμογής οι προβαλλόμενες από το αρθρ. 559 αρ. 1 ΚΠολΔ αιτιάσεις, οι οποίες, για το λόγο αυτό, κρίνονται απορριπτέες ως αβάσιμες.
Κατά το άρθρο 17 παρ. 2 του Συντάγματος κανένας δεν στερείται την ιδιοκτησία του παρά μόνο για δημόσια ωφέλεια και πάντοτε αφού προηγηθεί πλήρης αποζημίωση, που να ανταποκρίνεται στην αξία την οποία είχε το απαλλοτριούμενο κατά το χρόνο της συζήτησης στο δικαστήριο και στην παρ. 4 εδάφιο τελευταίο, ότι "η αποζημίωση δεν υπόκειται ως αποζημίωση σε κανένα φόρο, κράτηση ή τέλος". Η τελευταία αυτή διάταξη αποσκοπεί στο να αποτρέψει κάθε επιβάρυνση του δικαιούχου της αποζημίωσης, ώστε αυτή να μη φαλκιδευθεί και να περιέλθει στο δικαιούχο ακέραιη. Περαιτέρω, κατά τις διατάξεις του άρθρου 18 παρ. 4 του Ν. 2882/2001, όπως το πρώτο εδάφιο της αντικαταστάθηκε με το άρθρο 130 παρ. 1 του Ν. 4070/2012 (ΦΕΚ Α' 82/10.04.2012) και το τρίτο εδάφιο αυτής αντικαταστάθηκε με την παρ. 2 του ιδίου ως άνω άρθρου το οποίο, κατά την παρ. 9 του άρθρου 146 του ιδίου νόμου, εφαρμόζεται και στις εκκρεμείς κατά την έναρξη ισχύος του νόμου αυτού απαλλοτριώσεις: "Η δικαστική δαπάνη, μαζί με τη νόμιμη, κατά την έννοια της παρ. 1 του άρθρου 92 του Κώδικα Δικηγόρων, όπως αντικαταστάθηκε με την παρ. 6 του άρθρου 5 του ν. 3919/2011 (Α' 32), αμοιβή των πληρεξουσίων δικηγόρων, βαρύνει τον υπόχρεο προς αποζημίωση, επιδικάζεται από το δικαστήριο με την ίδια απόφαση, εφόσον δεν ορίζεται διαφορετικά από τον νόμο αυτόν και παρακατατίθεται στο Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων (ΤΠΔ) υπέρ του οικείου Δικηγορικού Συλλόγου....".
Ενόψει δε της ας άνω συνταγματικής αρχής, ότι η αποζημίωση πρέπει να είναι πλήρης, το ποσό αυτής πρέπει να περιέρχεται στο δικαιούχο ακέραιο. Μέρος δε αυτής αποτελούν και τα δικαστικά έξοδα, αφού ο καθού η απαλλοτρίωση αναγκαίως υποβάλλεται σ' αυτά για να επιτύχει τον καθορισμό της αποζημίωσης που δικαιούται να λάβει. Άρα αυτά, στα οποία περιλαμβάνεται και η αμοιβή του πληρεξουσίου δικηγόρου του (άρθρο 189 ΚΠολΔ) αποτελούν παρακολούθημα της αποζημίωσης, προσαυξάνουν το ποσό της και βαρύνουν, όπως εκείνη, τον υπόχρεο στην καταβολή της συνεπώς, πρέπει να επδικάζονται σε βάρος του υπόχρεου και να περιέρχονται στο δικαιούχο της αποζημίωσης. Η δικηγορική αμοιβή του πληρεξουσίου δικηγόρου του δικαιούχου της αποζημίωσης, που πρέπει να επιδικαστεί και να περιέλθει σ' αυτόν, συνίσταται στο ποσό που προκύπτει κατ' εφαρμογή των οικείων διατάξεων του Κώδικα Δικηγόρων (αρθρ. 100 επ) γιατί αυτό αποτελεί τη νόμιμη αμοιβή, άρα τη δαπάνη στην οποία αναγκαίως αυτός υποβάλλεται. Για το λόγο αυτό κατά τον καθορισμό της δικηγορικής αμοιβής δεν λαμβάνεται υπόψη τυχόν ιδιαίτερη με το δικηγόρο συμφωνία (εργολαβία δίκης) και αφ' ετέρου, το ποσό αυτής δεν υπόκειται σε συμψηφισμό, ούτε σε μείωση ή περιορισμό κατά το άρθρο 22 του ν. 3693/1957, αφού έτσι ο δικαιούχος θα επιβαρυνόταν με τη διαφορά, με αποτέλεσμα, τη φαλκίδευση του ποσού της αποζημίωσης. (ΑΠ 198/2017, 315/2013, ΑΠ 2120/2014).
Με τον δεύτερο λόγο της αναίρεσης προβάλλεται από το αναιρεσείον η, από το άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, αιτίαση με την επίκληση ότι, κατ' εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των, ουσιαστικού δικαίου, διατάξεων των άρθρων 18 παρ. 4 ν. 2882/2001, όπως ισχύει μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 130 παρ. 2 ν. 4070/12, 58 επ. κωδ. Δικηγόρων και 22 ν. 3693/1957, η προσβαλλομένη απόφαση προσδιόρισε την, σε βάρος του επιβληθείσα, δικαστική δαπάνη επί της ενδίκου, περί ανατροπής του τεκμηρίου ωφελείας και καταβολής της προσδιορισθείσας αρμοδίως αποζημιώσεως, αγωγής των αναιρεσιβλήτων, με βάση τις σχετικές διατάξεις του Κώδικα Δικηγόρων, κατ' αποκλεισμό της προβλέπουσας την επιδίκαση μειωμένης δικαστικής δαπάνης στον αντίδικο του Δημοσίου (νικώντα διάδικο) διατάξεως του άρθρου 22 ν. 3693/1957. Ο λόγος αυτός κρίνεται απορριπτέος, ως αβάσιμος, αφού, κατά τα εκτιθέμενα στη μείζονα σκέψη, επί της ενδίκου υποθέσεως δεν τυγχάνει εφαρμογής η προβλέπουσα την επιδίκαση μειωμένης δικαστικής δαπάνης διάταξη του άρθρου 22 ν. 3693/1957, ενόψει του ότι αυτή (υπόθεση) αφορά σε επιδίκαση οφειλομένης, λόγω απαλλοτριώσεως, αποζημιώσεως, η επί της οποίας εφαρμογή θα οδηγούσε, εκ των πραγμάτων, (με την επιδίκαση μειωμένης δικαστικής δαπάνης) στην από την παραπάνω συνταγματική επιταγή (17Σ) απαγορευμένη φαλκίδευση της επιδικαζομένης αποζημιώσεως.
Κατ' ακολουθίαν όλων των ως άνω αναφερθέντων και ενόψει της μη προβολής άλλου αναιρετικού λόγου προς έρευνα, πρέπει ν' απορριφθεί, στο σύνολό της, η ένδικη αίτηση αναιρέσεως, και να καταδικασθεί το αναιρεσείον στη δικαστική δαπάνη της περισταμένης τρίτης αναιρεσιβλήτου (άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την (από 20.1.2016 και με αριθμ. καταθ. 12/16) αίτηση αναιρέσεως της 645/2015 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.
ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ το αναιρεσείον στα δικαστικά έξοδα της τρίτης των αναιρεσιβλήτων από δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 13 Μαρτίου 2018.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 17 Απριλίου 2018.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ
Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ