Supreme Court dismisses State's appeal on property ownership, ruling lower court correctly applied civil law principles.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the Greek State's appeal against a First Instance Court ruling confirming the plaintiff's ownership of a rural property. The State argued for state ownership based on historical titles and lack of continuous possession, while the plaintiff demonstrated thirty years of continuous possession with the characteristics of good faith and ownership intent. The court found the lower court's factual findings correct and rejected the State's arguments as insufficient to overturn the established ownership.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559(19) and 576(1) of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court dismisses an appeal when the lower court correctly applies substantive civil law rules regarding property ownership and continuous possession, and the appellant fails to prove a violation of these rules.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 679 / 2021 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 679/2021
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Καλού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωστούλα Φλουρή - Χαλεβίδου, Μαρία Τζανακάκη, Αικατερίνη Βλάχου και Ευστάθιο Νίκα, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 2 Οκτωβρίου 2020, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, που κατοικοεδρεύει στην Αθήνα, το οποίο δεν παραστάθηκε.
Του αναιρεσιβλήτου: Ι. Κ. του Γ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Μαρία - Αγγελική Σκούρα με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 26-4-2007 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Λαμίας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 127/2008 μη οριστική και 234/2014 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 77/2017 του Μονομελούς Εφετείου Λαμίας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 28-11-2017 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγήτρια την Αρεοπαγίτη Μαρία Τζανακάκη, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκε μόνο ο αναιρεσίβλητος όπως σημειώνεται πιο πάνω.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά την έννοια του άρθρου 576 παρ. 1 και 2 ΚΠολΔ, αν κατά τη συζήτηση της αναίρεσης δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί αλλά δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος κάποιος από τους διαδίκους, ο Άρειος Πάγος ερευνά αυτεπαγγέλτως, αν ο απολειπόμενος διάδικος επέσπευσε εγκύρως τη συζήτηση, οπότε συζητεί την υπόθεση σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι, ή, αν τη συζήτηση επέσπευσε ο αντίδικος του απολειπομένου διαδίκου, οπότε εξετάζει αυτεπαγγέλτως, αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα. Αν η κλήση για συζήτηση δεν επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα ο Άρειος Πάγος κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση και η υπόθεση επαναφέρεται για συζήτηση με νέα κλήτευση. Στην αντίθετη περίπτωση προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί (ΑΠ 242/2015, ΑΠ 546/2015, ΑΠ 1726/2013).
Στην προκειμένη περίπτωση από τα πρακτικά της δίκης και τα διαδικαστικά έγγραφα προκύπτει, ότι η κρινόμενη από 28-11-2017 (αρ. κατ. 16/2017) αίτηση αναίρεσης, η συζήτηση της οποίας επισπεύδεται από το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο στρέφεται κατά της υπ' αρ. 77/2017 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Λαμίας, που εκδόθηκε με την τακτική διαδικασία και είχε προσδιοριστεί για να συζητηθεί στην αρχική δικάσιμο της 20-3-2020, με αριθμό πινακίου …, σύμφωνα με την κάτω από αυτήν Πράξη της Προέδρου του Τμήματος (αρ. 568 παρ. 2-4 ΚΠολΔ).
Κατά την αρχική ως άνω δικάσιμο η συζήτηση της υπόθεσης ανεστάλη λόγω ειδικών συνθηκών (κορωνοϊός). Με την από 15-7-2020 Πράξη της Προέδρου του Τμήματος η υπόθεση προσδιορίστηκε αυτεπαγγέλτως, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 74 παρ. 2 Ν.4690/30-5-2020 (ΦΕΚ Α 104), για να δικαστεί στη σημερινή δικάσιμο, με αριθμό πινακίου …..
Ωστόσο, κατά την εκφώνηση της υπόθεσης στη σειρά της από το οικείο πινάκιο, το επισπεύδον αναιρεσείον δεν εμφανίστηκε στο ακροατήριο, ούτε εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικαστικό αντιπρόσωπο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, ούτε επίσης κατέθεσε δήλωση μη παράστασης κατ' αρ. 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, αλλά εμφανίστηκε και εκπροσωπήθηκε νόμιμα μόνον ο αναιρεσίβλητος.
Επειδή όμως σύμφωνα με την ανωτέρω διάταξη του άρθρου 74 παρ. 2 το Ν. 4690/2020 η εγγραφή της υπόθεσης γίνεται από το γραμματέα και ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων, η συζήτηση της υπόθεσης θα προχωρήσει σαν να είναι παρόν και το αναιρεσείον, που επισπεύδει τη συζήτηση της υπόθεσης, σύμφωνα με όσα ορίζει η διάταξη του άρθρου 576 παρ. 1 ΚΠολΔ.
Η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης κατά της υπ' αρ. 77/2017 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Λαμίας, έχει ασκηθεί νόμιμα και εμπρόθεσμα και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των κατ' ιδίαν λόγων αυτής (άρθρο 577 παρ.1 και 3 ΚΠολΔ).
Από την προσβαλλόμενη απόφαση και τα λοιπά διαδικαστικά έγγραφα της δίκης, που επισκοπούνται επιτρεπτά (άρθρο 561 αρ. 2 ΚΠολΔ), αναφορικά με τη δικαστική πορεία της υπόθεσης, προκύπτει ότι ο ήδη αναιρεσίβλητος, μαζί με άλλα πρόσωπα, που δεν είναι σήμερα διάδικοι, άσκησε την από 3-12-2001 (αρ. κατ. 667/4-12-2001) αίτηση ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λαμίας, με την οποία ζήτησε να αναγνωριστεί δικαιούχος της αποζημίωσης απαλλοτρίωσης, που είχε καθοριστεί οριστικά με την υπ' αρ. 39/2002 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Λαμίας, για απαλλοτριούμενη επιφάνεια 1420 Μ2 της με αρ.
κτηματολογικού πίνακα ΑΚΠ … ιδιοκτησίας του, συνολικής έκτασης 2038,41 Μ2, η οποία είχε απαλλοτριωθεί με την υπ' αρ. 1016696/1615/0010/11-3-1999 Κοινή Υπουργική Απόφαση για λόγους δημόσιας ωφέλειας και συγκεκριμμένα, για την κατασκευή της νέας διπλής σιδηρογραμμικής γραμμής Τιθορέας- Λιανοκλαδίου από τη χιλιομετρική θέση 19+100 έως τη χιλιομετρική θέση 40+100 (Σπερχειός ποταμός).
Επί της αίτησης αυτής εκδόθηκε η υπ' αρ. 72/2003 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λαμίας (τακτική διαδικασία), η οποία απέσχε να εκδώσει οριστική απόφαση για τον ήδη αναιρεσίβλητο, διότι πιθανολογήθηκε κυριότητα του Ελληνικού Δημοσίου επί του ακινήτου του. Ακολούθως, ο ήδη αναιρεσίβλητος άσκησε ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λαμίας (τακτική διαδικασία) την από 3-6-2005 (αρ.
κατ. 103/23-6-2005) αγωγή, με την οποία ζήτησε να αναγνωριστεί κύριος του ανωτέρω ακινήτου, το οποίο διεκδικούσε κατά κυριότητα το Ελληνικό Δημόσιο. Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε η υπ' αρ. 12/2007 απόφαση του ανωτέρω Δικαστηρίου, η οποία απέρριψε την αγωγή ως απαράδεκτη λόγω ανεπίτρεπτης μεταβολής της ιστορικής βάσης αυτής.
Κατά της απόφασης αυτής δεν ασκήθηκε ένδικο μέσο. Η αγωγή αυτή δεν αφορά την παρούσα αναιρετική δίκη, αλλά αναφέρεται για την διαδικαστική πορεία της υπόθεσης. Ακολούθως, ο αναιρεσίβλητος άσκησε την ένδικη από 26-4-2007 (αρ.κατ.130/2007) αγωγή ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λαμίας (τακτική διαδικασία), με την οποία ζήτησε να αναγνωριστεί ότι ήταν πριν από τη συντέλεση της αναφερόμενης, σ' αυτήν απαλλοτριώσεως, κύριος του περιγραφόμενου απαλλοτριωθέντος τμήματος του ακινήτου του, η οποία κατά τα αναφερόμενα στην αγωγή αυτή συντελέστηκε με την παρακατάθεση της καθορισθείσας αποζημίωσης από το εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο σύμφωνα με τα υπ' αριθμ.
…/…-3-2001 και …/…-4-2001 γραμμάτια παρακαταθήκης που δημοσιεύθηκε στο ΦΕΚ 729/Δ'/5-9-2001, οπότε μετά τη συντέλεση της απαλλοτρίωσης το υπέρ ου η απαλλοτρίωση Ελληνικό Δημόσιο έγινε κύριος (του περιγραφόμενου απαλλοτριωθέντος τμήματος του ακινήτου του), κύριος, νομέας και κάτοχος του ως άνω τμήματος ακινήτου του, εκτάσεως 1420 τ.μ., όπως αυτό περιγράφεται στην αγωγή με σκοπό να αναγνωριστεί δικαιούχος της αποζημίωσης της απαλλοτρίωσης, που είχε καθοριστεί οριστικά με την υπ' αρ. 39/2002 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Λαμίας.
Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε η υπ' αρ. 127/2008 μη οριστική απόφαση του ανωτέρω Δικαστηρίου, η οποία έκρινε ότι η αγωγή είναι νόμιμη και ανέβαλε την έκδοση της οριστικής του απόφασης, προκειμένου να διενεργηθεί δικαστική πραγματογνωμοσύνη, για να διαπιστωθεί η ταυτότητα του επιδίκου ακινήτου, την κυριότητα του οποίου αμφισβητούσε το Ελληνικό Δημόσιο.
Η απόφαση αυτή επίσης, έκρινε ότι δεν απαιτείται η τήρηση της προδικασίας του άρθρου 8 του ΑΝ 1539/1983, για την άσκηση της αγωγής αναγνώρισης δικαιούχου αποζημίωσης απαλλοτρίωσης, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 26 παρ. 11 Ν. 2882/2001, (η οποία, σημειωτέον, είναι ταυτόσημη με την προϊσχύσασα διάταξη του άρθρου 27 παρ. 4 ΝΔ 797/1971, υπό την ισχύ του οποίου διενεργήθηκε η αναγκαστική απαλλοτρίωση),ούτε επίσης ότι απαιτείται η εγγραφή της αγωγής αυτής στα βιβλία διεκδικήσεων κατ' αρ. 220 ΚΠολΔ.
Ακολούθως, απέρριψε τις σχετικές ενστάσεις περί απαραδέκτου άσκησης της ένδικης αγωγής, που είχε υποβάλει το εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο, με τις από 7-2-2008 προτάσεις του (αντί της εσφαλμένης αναγραφόμενης στο αναιρετήριο ημερομηνίας 7-2-2007, εφόσον, όπως προκύπτει από το εισαγωγικό μέρος της ανωτέρω μη οριστικής απόφασης, η αγωγή συζητήθηκε στη δικάσιμο της 7-2-2008).
Μετά τη διεξαγωγή της δικαστικής πραγματογνωμοσύνης και την κατάθεση της υπ' αρ. …/…-3-2010 έκθεσης δικαστικής πραγματογνωμοσύνης, με την από 18-1-2010 κλήση του ενάγοντα και ήδη αναιρεσίβλητου επαναφέρθηκε προς συζήτηση η ένδικη αγωγή και μετά από διαδοχικές αναβολές, η υπόθεση συζητήθηκε στις 3-4-2014 και εκδόθηκε η υπ' αρ. 234/2014 οριστική απόφαση του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, με την οποία το Μονομελές Πρωτοδικείο Λαμίας, που εξέδωσε αυτή κατά την τακτική διαδικασία δέχτηκε την αγωγή και αναγνώρισε τον ενάγοντα και ήδη αναιρεσίβλητο, δικαιούχο της αποζημίωσης απαλλοτρίωσης, που είχε καθοριστεί οριστικά με την υπ' αρ. 39/2002 οριστική απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Λαμίας και αφορά την απαλλοτριωθείσα ιδιοκτησία με αριθμό ΑΚΠ …., επιφάνειας 1420 Μ2.
Το εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο άσκησε κατά της ανωτέρω εκκαλουμένης απόφασης την από 24-11-2014 (αρ.κατ.237/2014) έφεση, με τον 1ο λόγο της οποίας επανέφερε μόνον την ένσταση απαραδέκτου της ένδικης αγωγής, λόγω μη τήρησης της διοικητικής προδικασίας του άρθρου 8 παρ. 1 ΑΝ 1539/1938, ενώ με τον 2ο λόγο της έφεσης παραπονέθηκε για την κακή εκτίμηση του αποδεικτικού υλικού ως προς την αναγνώριση του δικαιώματος κυριότητας του εφεσιβλήτου - ενάγοντα και ήδη αναιρεσιβλήτου.
Επί της έφεσης εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση (τακτική διαδικασία), η οποία απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμη την έφεση του Ελληνικού Δημοσίου, αφού έκρινε ότι υπό το ως άνω περιεχόμενο και αίτημα της αγωγής, δεν απαιτείται η τήρηση της διοικητικής ως άνω προδικασίας του άρθρου 8 παρ. 1 του ΑΝ 1539/1938, όπως αυτό ισχύει μετά την τροποποίηση του με το άρθρο 24 του ν. 2732/1999, η οποία απαιτείται όταν αξιώνεται δικαίωμα κυριότητας ή άλλο εμπράγματο δικαίωμα σε ακίνητο του Δημοσίου, όχι δε και όταν επιδιώκεται, όπως εν προκειμένω αναγνώριση άλλου δικαιώματος, όπως, του δικαιώματος ότι κάποιος είναι δικαιούχος της αποζημίωσης απαλλοτριωθέντος ακινήτου ο οποίος παρεμπιπτόντως μπορεί να ζητά για να υποστηρίζει αυτό το δικαίωμα του και την αναγνώριση κυριότητας, του στο ακίνητο αυτό κατά το χρόνο της απαλλοτρίωσης.
Επί της ουσίας το Εφετείο δέχτηκε ότι το επίδικο ακίνητο περιήλθε στην κυριότητα του ενάγοντα και ήδη αναιρεσιβλήτου με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας με την προσμέτρηση στο χρόνο της χρησικτησίας του ενάγοντα του χρόνου χρησικτησίας των απωτέρων και απωτάτων δικαιοπαρόχων αυτού,σύμφωνα με τις διατάξεις του προϊσχύσαντος ΒΖΡ δικαίου και του ισχύοντος Αστικού Κώδικα.
Κατόπιν τούτου η προσβαλλόμενη απόφαση απέρριψε την έφεση και επικύρωσε την εκκαλουμένη απόφαση του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, που είχε αναγνωρίσει τον ενάγοντα και ήδη αναιρεσίβλητο δικαιούχο της αποζημίωσης απαλλοτρίωσης.
Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 8 παρ. 1 του α.ν. 1539/ 1938 "Περί προστασίας των δημοσίων κτημάτων", που διατηρήθηκε σε ισχύ και μετά την εισαγωγή του ΚΠολΔ με το άρθρο 52 αριθμ. 18 του Εισαγωγικού Νόμου αυτού, όπως η διάταξη αυτή ισχύει μετά την τροποποίησή της με το άρθρο 24 του Ν. 2732/1999 "οποιοσδήποτε αξιώνει δικαίωμα κυριότητας ή άλλο εκτός της νομής εμπράγματο επί ακινήτου έναντι του Ελληνικού Δημοσίου, ανεξάρτητα αν αυτό κατέχεται από το Δημόσιο ή τον ίδιο, οφείλει πριν υποβάλει σχετική αγωγή στο αρμόδιο, κατά τις κείμενες διατάξεις, δικαστήριο, να κοινοποιήσει με δικαστικό επιμελητή προς το Δημόσιο αίτηση, η οποία θα περιλαμβάνει τις αξιώσεις του, δηλαδή το δικαίωμά του, το είδος, την έκταση, την ακριβή θέση, όπου κείται το ακίνητο και τα όριά του, μετά τοπογραφικού διαγράμματος συντεταγμένου από μηχανικό και τους τίτλους, στους οποίους στηρίζει το δικαίωμά του, ως και τα ονόματα και την ακριβή διεύθυνση των μαρτύρων, οι οποίοι μπορούν να καταθέσουν υπέρ αυτού.
Αγωγή που ασκείται χωρίς να έχει τηρηθεί η ως άνω προδικασία κηρύσσεται απαράδεκτη από το αρμόδιο δικαστήριο". Κατά δε την παράγραφο 4 του άρθρου αυτού, μόνο έξι μήνες μετά την επίδοση της παραπάνω αιτήσεως μπορούν οι αναφερόμενοι στην παράγραφο 1 του εν λόγω άρθρου, αν δεν λάβουν ειδοποίηση για την αποδοχή των αξιώσεών τους, εν όλω ή εν μέρει να εγείρουν αγωγή (ΑΠ 2125/2014, ΑΠ 1054/2013).
Είναι προφανές ότι με το άρθρο αυτό, η ισχύς του οποίου άρχισε από τη δημοσίευση του ίδιου νόμου στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως (άρθρο 28 αυτού) την 30-7-1999 (ΦΕΚ Α 154/99) καθιερώνεται, κατά τροποποίηση της σχετικής ρυθμίσεως του άρθρου 8 παρ. 1 του α.ν. 1539/1938, η τήρηση της προδικασίας της αιτήσεως θεραπείας, πριν από την άσκηση οποιασδήποτε κατά του Δημοσίου διεκδικητικής ή αναγνωριστικής της κυριότητας αγωγής, ανεξαρτήτως αν το ακίνητο κατέχεται ή όχι από το Δημόσιο.
Η νέα αυτή νομοθετική ρύθμιση εναρμονίζεται, σύμφωνα με την εισηγητική έκθεση του νόμου, πληρέστερα από την συνταγματικώς επιβαλλόμενη προστασία των δασών και του περιβάλλοντος γενικότερα. Η τήρηση της διοικητικής αυτής προδικασίας, που αποτελεί προϋπόθεση του παραδεκτού της σχετικής αγωγής, εξετάζεται αυτεπαγγέλτως σε κάθε στάση της δίκης και απαιτείται, όχι μόνον όταν το ακίνητο κατέχεται από το Δημόσιο, όπως γινόταν δεκτό υπό το προηγούμενο καθεστώς (ΑΠ 301/2013, ΑΠ 692/2009).
Περαιτέρω, από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι είναι απαράδεκτη η κατά του Δημοσίου διεκδικητική ή αναγνωριστική της κυριότητας ακινήτου αγωγή, αν δεν προηγηθεί η επίδοση της αιτήσεως αυτής με τα αναφερόμενα στην ίδια διάταξη στοιχεία και περάσουν έξι μήνες από την επίδοση, εκτός, αν στο διάστημα αυτό των έξι μηνών, ο αιτών έλαβε ειδοποίηση ότι έγιναν δεκτές ή απορρίφθηκαν οι αξιώσεις του (ΑΠ 1128/2012, ΑΠ 320/2004).
Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 220 παρ. 1 ΚΠολΔ αγωγές, στις οποίες συμπεριλαμβάνονται και οι αναγνωριστικές ή ανακοπές εμπράγματες, μεικτές ή νομής, εκτός από τα ασφαλιστικά μέτρα νομής, οι οποίες αφορούν ακίνητα, εγγράφονται, ύστερα από αίτηση του ενάγοντος ή του ανακόπτοντος στα βιβλία διεκδικήσεων του γραφείου της περιφέρειας, όπου βρίσκεται το ακίνητο, μέσα σε τριάντα ημέρες από την κατάθεσή τους, διαφορετικά απορρίπτονται και αυτεπαγγέλτως ως απαράδεκτες.
Από την παραπάνω διάταξη προκύπτει ότι η μη εγγραφή στα σχετικά βιβλία διεκδικήσεων της αγωγής, που πρέπει να εγγραφεί σ` αυτά, κατά τη διάταξη του άρθρου 220 παρ. 1 ΚΠολΔ, συνεπάγεται την απόρριψη αυτής ως απαράδεκτης και αυτεπαγγέλτως (ΑΠ 394/2011, ΑΠ 491/2009, ΑΠ 27/2008). Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 26 παρ. 11 του ν. 2882/ 2001 "Κώδικας Αναγκαστικών Απαλλοτριώσεων Ακινήτων" "Το δικαστήριο απέχει να εκδώσει απόφαση αναγνωρίσεως δικαιούχων της αποζημίωσης:
α) εάν η κυριότητα του απαλλοτριωμένου ή άλλο εμπράγματο δικαίωμα επ` αυτού πιθανολογείται ότι ανήκει στο δημόσιο, β)..., γ)... Εάν το δικαστήριο απόσχει να εκδώσει απόφαση αναγνώρισης του δικαιούχου της αποζημίωσης, η κυριότητα του απαλλοτριωμένου και τα άλλα εμπράγματα δικαιώματα επ` αυτού κρίνονται κατά την τακτική διαδικασία".
Περαιτέρω σύμφωνα με το άρθρο 7 του Ν 2882/2001 (ΚΑΑΑ) αφού συντελεστεί η αναγκαστική απαλλοτρίωση, κάθε εμπράγματο δικαίωμα στο απαλλοτριούμενο πράγμα, οποιουδήποτε τρίτου που συμμετείχε ή όχι, ακόμη και εκείνου που δεν προσκλήθηκε στη δίκη του προσωρινού ή οριστικού προσδιορισμού αποζημίωσης, τρέπεται στο εξής σε ενοχική αξίωση πάνω στην αποζημίωση που παρακατατέθηκε ή εισπράχθηκε κατ' εκείνου υπέρ του οποίου εκδόθηκε το χρηματικό ένταλμα πληρωμής ή εκείνου που εισέπραξε την αποζημίωση.
Από τις παραπάνω διατάξεις προκύπτει ότι στην περίπτωση που η αναγνώριση δικαιούχου επιχειρείται πριν από τη συντέλεση της απαλλοτρίωσης, και το δικαστήριο απέχει να εκδώσει απόφαση αναγνώρισης δικαιούχων αποζημίωσης κατά την ειδική διαδικασία, διότι πιθανολογεί ότι η κυριότητα του απαλλοτριωμένου ή άλλο εμπράγματο δικαίωμα ανήκει στο Δημόσιο και καθίσταται αρμόδιο το δικαστήριο κατά την τακτική διαδικασία, ο καθού η απαλλοτρίωση, εξακολουθεί να είναι κύριος του ακινήτου, αντικείμενο της αγωγής είναι η κυριότητα του ακινήτου και απαιτείται η εγγραφή αυτής στα βιβλία διεκδικήσεων και η κοινοποίηση αίτησης στο Δημόσιο, η οποία περιλαμβάνει τις αξιώσεις του, σύμφωνα με το άρθρο 8 παρ. 1 του ΑΝ 1539/1938, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 24 του Ν 2732/1999.
Η άσκηση της αγωγής πριν την παρέλευση έξι (6) μηνών από την κοινοποίηση αίτησης κρίνεται απαράδεκτη. Αν όμως η αναγνώριση δικαιούχου επιχειρείται μετά τη συντέλεση της απαλλοτρίωσης, και το δικαστήριο απέχει να εκδώσει απόφαση αναγνώρισης δικαιούχων αποζημίωσης κατά την ειδική διαδικασία, διότι πιθανολογεί ότι η κυριότητα του απαλλοτριωμένου ή άλλο εμπράγματο δικαίωμα ανήκει στο Δημόσιο και καθίσταται αρμόδιο το δικαστήριο κατά την τακτική διαδικασία, δεν παύει να είναι αντικείμενο της δίκης η αποζημίωση, αν έχει επέλθει συντέλεση της απαλλοτρίωσης.
Και τούτο διότι η κυριότητα του απαλλοτριωθέντος ακινήτου έχει ήδη αποκτηθεί από το υπερού η απαλλοτρίωση κατά τρόπο πρωτότυπο και συνεπώς στην περίπτωση αυτή που μετά τη συντέλεση της αναγκαστικής απαλλοτρίωσης, κάθε εμπράγματο δικαίωμα στο απαλλοτριούμενο πράγμα, οποιουδήποτε τρίτου που συμμετείχε ή όχι, ακόμη και εκείνου που δεν προσκλήθηκε στη δίκη του προσωρινού ή οριστικού προσδιορισμού αποζημίωσης, τρέπεται στο εξής σε ενοχική αξίωση πάνω στην αποζημίωση που παρακατατέθηκε δεν απαιτείται η εγγραφή αυτής στα βιβλία διεκδικήσεων και η κοινοποίηση αίτησης στο Δημόσιο, η οποία περιλαμβάνει τις αξιώσεις του, σύμφωνα με το άρθρο 8 παρ. 1 του ΑΝ 1539/1938, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 24 του Ν 2732/1999.
Κατά το άρθρο 559 αρ.14 ΚΠολΔ, υπάρχει λόγος αναιρέσεως αν το δικαστήριο παρά το νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο. Ο λόγος αυτός αναιρέσεως αναφέρεται σε ακυρότητες, δικαιώματα και απαράδεκτα από το δικονομικό δίκαιο .Μέσω του λόγου αυτού ελέγχεται και το παραδεκτό της άσκησης του ενδίκου μέσου της έφεσης (ΑΠ 1465/2018, ΑΠ 67/2015, ΑΠ 2125/2014, ΑΠ 1054/2013,ΑΠ 902/2008, ΑΠ 371/2008).
Με τον 1ο λόγο της αίτησης αναίρεσης το αναιρεσείον αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια εκ του άρθρου 559 αρ.14 ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι το Εφετείο, που δεν απέρριψε ως απαράδεκτη την ένδικη αγωγή του αναιρεσιβλήτου, με την οποία αυτός ζητούσε να αναγνωρισθεί δικαιούχος της οριστικά καθορισθείσας αποζημίωσης απαλλοτρίωσης, αν και δεν είχε τηρηθεί η διοικητική προδικασία του άρθρου 8 παρ.1 ΑΝ 1539/1938, παρά το νόμο δεν κήρυξε δικονομικό απαράδεκτο, εφόσον, όπως ισχυρίζεται το αναιρεσείον, μετά την αποχή του δικαστηρίου με την υπ' αρ. 72/2003 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λαμίας να εκδώσει απόφαση για την αναγνώρισή του αναιρεσιβλήτου ως δικαιούχου της αποζημίωσης, (διότι πιθανολογήθηκε η κυριότητα του Δημοσίου επί του απαλλοτριουμένου ακινήτου) το κύριο αντικείμενο της ένδικης αγωγής του ήδη αναιρεσιβλήτου είναι η κυριότητα αυτού και παρεπίμπτον ζήτημα η αναγνώρισή του ως δικαιούχου της αποζημίωσης.
Στην προκειμένη περίπτωση, που η ένδικη από 26-4-2007 (αρ. καταθ. 130/2007 ) αγωγή ασκήθηκε μετά την αποχή του Δικαστηρίου να εκδώσει απόφαση αναγνώρισης του ενάγοντος και ήδη αναιρεσίβλητου ως δικαιούχου αποζημίωσης κατά την ειδική διαδικασία, διότι πιθανολογήθηκε ότι η κυριότητα του απαλλοτριωμένου ή άλλο εμπράγματο δικαίωμα ανήκε στο Δημόσιο και κατέστη αρμόδιο το δικαστήριο κατά την τακτική διαδικασία, και με αυτήν, όπως προαναφέρθηκε, ο ενάγων , επικαλούμενος μεταξύ άλλων ότι η απαλλοτρίωση του απαλλοτριωθέντος τμήματος του ακινήτου του είχε ήδη από το έτος 2001 συντελεσθεί με την παρακατάθεση της καθορισθείσας αποζημίωσης σύμφωνα με τα επικαλούμενα σ' αυτή γραμμάτια συστάσεως παρακαταθήκης, ζήτησε να αναγνωριστεί ότι ήταν πριν από τη συντέλεση της απαλλοτρίωσης κύριος και νομέας του στο ιστορικό της αγωγής αναφερομένου τμήματος του ακίνητου του, εκτάσεως 1.420 τ.μ., με σκοπό να αναγνωρισθεί δικαιούχος της αποζημίωσης που έχει καθοριστεί οριστικά με την υπ' αρ. 39/2002 απόφαση τού Εφετείου Λαμίας και αφορά την απαλλοτριούμενη ιδιοκτησία του, δεν απαιτείτο για το παραδεκτό της αγωγής, η εγγραφή της αγωγής στα βιβλία διεκδικήσεων και η κοινοποίηση αίτησης στο Δημόσιο, η οποία περιλαμβάνει τις αξιώσεις του, σύμφωνα με το άρθρο 8 παρ. 1 του ΑΝ 1539/1938, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 24 του Ν 2732/1999, αφού σύμφωνα με την παραπάνω νομική σκέψη, μετά τη συντέλεση της αναγκαστικής απαλλοτρίωσης, η κυριότητα του απαλλοτριωθέντος ακινήτου έχει ήδη αποκτηθεί από το αναιρεσείον υπερού η απαλλοτρίωση Ελληνικό Δημόσιο κατά τρόπο πρωτότυπο και συνεπώς, κάθε εμπράγματο δικαίωμα του ενάγοντος και ήδη αναιρεσίβλητου στο απαλλοτριούμενο τμήμα του ακινήτου του, είχε τραπεί στο εξής σε ενοχική αξίωση πάνω στην αποζημίωση που παρακατατέθηκε.
Επομένως, το Εφετείο, το οποίο με την προσβαλλόμενη απόφαση του δέχτηκε τα ίδια, έστω και με εν μέρει διαφορετικές αιτιολογίες και ειδικότερα ότι "με το ως άνω περιεχόμενο και αίτημα, η κρινόμενη αγωγή παραδεκτώς εισήχθη προς συζήτηση στο καθ' ύλη και κατά τόπο αρμόδιο πρωτόδικο Δικαστήριο, κατά την τακτική διαδικασία, χωρίς να απαιτείται.
όπως αβασίμως υποστηρίζει το εκκαλούν Ελληνικό Δημόσιο, η τήρηση εκ μέρους του ενάγοντος της προδικασίας του άρθρου 8 του Α.Ν. 1539/193 8, όπως αυτό ισχύει μετά την τροποποίηση του με το άρθρο 24 του ν. 2732/1999, η οποία απαιτείται όταν αξιώνεται δικαίωμα κυριότητας ή άλλο εμπράγματο δικαίωμα σε ακίνητο του Δημοσίου, όχι δε και όταν επιδιώκεται, όπως εν προκειμένω, αναγνώριση άλλου δικαιώματος, όπως του δικαιώματος ότι κάποιος είναι δικαιούχος της αποζημίωσης απαλλοτριωθέντος ακινήτου, ο οποίος παρεμπιμπτόντως μπορεί να ζητά, για να υποστηρίξει αυτό το δικαίωμά του και την αναγνώριση κυριότητάς του στο ακίνητο αυτό κατά το χρόνο της απαλλοτριώσεως" δεν υπέπεσε στην από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια της παρά το νόμο μη κήρυξης της αγωγής απαράδεκτης, αν και δεν είχε τηρηθεί η διοικητική προδικασία του άρθρου 8 παρ. 1 ΑΝ 1539/1938, και συνεπώς ο λόγος αυτός αναίρεσης που υποστηρίζει τα αντίθετα είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.
Από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 10 περ. α` του Κ.Πολ.Δ., που ορίζει ότι...< αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο δέχτηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, ως αληθινά, χωρίς απόδειξη >, προκύπτει ότι ο λόγος αυτός αναιρέσεως ιδρύεται, όταν το δικαστήριο δέχεται πράγματα, δηλαδή αυτοτελείς πραγματικούς ισχυρισμούς, οι οποίοι τείνουν σε θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του δικαιώματος, που ασκείται με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση, χωρίς να έχει προσαχθεί οποιαδήποτε απόδειξη για τα πράγματα αυτά, ή όταν δεν εκθέτει από ποιά αποδεικτικά στοιχεία άντλησε την απόδειξη γι` αυτά (ΑΠ 780/2018, ΑΠ 549/2017, ΑΠ 1162/2017, ΑΠ 224/2015, ΑΠ 1479/2014).
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παράγραφος 3 του Συντάγματος προκύπτει, ότι ο προβλεπόμενος απ` αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνηση του (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία) (Ολ.
ΑΠ 1/1999). Δεν υπάρχει, όμως, ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες. Εξάλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες.
Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες (Ολ. ΑΠ 861/1984). Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς, και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε.
Τα επιχειρήματα δε του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης, ώστε στο πλαίσιο της ερευνώμενης διάταξης του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ να επιδέχεται αυτή μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναίρεσης του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα των διαδίκων, οπότε ο σχετικός λόγος αναίρεσης απορρίπτεται ως απαράδεκτος (ΑΠ 565/2018, ΑΠ 174/2015, ΑΠ 198/2015, ΑΠ 845/2012, ΑΠ 1351/2011).
Επίσης, από τη διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ προκύπτει, ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφόσον δεν παραβιάστηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, ή εφόσον η εκτίμηση τους δεν ιδρύει λόγους αναίρεσης από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, είναι από τον 'Αρειο Πάγο ανέλεγκτη, ο δε αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, εκ του περιεχομένου του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις απορρίπτεται ως απαράδεκτος, εφόσον πλέον πλήττεται η ουσία της υπόθεσης που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο (ΑΠ 198/2015,ΑΠ 1987/2007).
Εξάλλου, για να είναι ορισμένος ο λόγος αναίρεσης από τον αριθ. 19 του ως άνω άρθρου 559 ΚΠολΔ για ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες, όπως προκύπτει από τις διατάξεις των αρθ. 118 αριθ. 4, 566 παρ. 1, 577 παρ. 3 ΚΠολΔ, εάν το δικαστήριο της ουσίας ερεύνησε την υπόθεση στην ουσία της, πρέπει να καθορίζεται η συγκεκριμένη διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που φέρεται ότι παραβιάσθηκε, καθόσον ο κανόνας αυτός προσδιορίζει το ζήτημα που έχει ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, οι ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες και σε τι συνίσταται η ανεπάρκεια και αντιφατικότητα αυτών και όλες οι κρίσιμες ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης, δηλαδή, τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε το δικαστήριο ότι προέκυψαν από τις αποδείξεις ως θεμελιωτικά της κρίσης του για το βάσιμο ή αβάσιμο της αγωγής ή άλλης αυτοτελούς αίτησης ή ανταίτησης.
Διαφορετικά ο σχετικός αναιρετικός λόγος είναι αόριστος και απορριπτέος, χωρίς να είναι επιτρεπτή η συμπλήρωση του με παραπομπή σε άλλα διαδικαστικά έγγραφα ή την προσβαλλομένη απόφαση (ΟλΑΠ 20/2005, ΑΠ 200/2018, ΑΠ 776/2018, ΑΠ 49/2013, ΑΠ 140/2010).
Με τον 2ο λόγο της αίτησης αναίρεσης, κατά το Α' σκέλος αυτού, το αναιρεσείον αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια εκ του άρθου 559 αρ.10 ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι το Εφετείο με το να δεχθεί ότι ο αναιρεσίβλητος κατέστη κύριος του επιδίκου ακινήτου με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας προσμετρώντας στο δικό του χρόνο χρησικτησίας το χρόνο χρησικτησίας των απώτερων και απωτάτων δικαιοπαρόχων του από το έτος 1882 έως την άσκηση της ένδικης αγωγής και ειδικότερα, του απωτάτου δικαιοπαρόχου του Λ. Α., που δήθεν νεμήθηκε το επίδικο με καλή πίστη και με διάνοια κυρίου από το ανωτέρω χρονικό σημείο, χωρίς όμως συγχρόνως να προσδιορίζει η προσβαλλόμενη απόφαση τα αποδεικτικά στοιχεία, από τα οποία άντλησε το αποδεικτικό αυτό πόρισμα, δέχθηκε πράγματα ως αληθινά χωρίς απόδειξη.
Επίσης, με το συναφές Β' σκέλος του ίδιου 2ου αναιρετικού λόγου, το αναιρεσείον ψέγει την προσβαλλόμενη απόφαση για την πλημμέλεια εκ του άρθρου 559 αρ.19 ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι το Εφετείο διέλαβε ελλιπή και ασαφή αιτιολογία ως προς το ζήτημα της άσκησης νομής από τους δικαιοπαρόχους του αναιρεσιβλήτου ,αρκούμενο σε αναφορά διακατοχικών πράξεων το έτος 1882 από τον απώτατο ως άνω δικαιοπάροχο και το έτος 1966 από τον αναιρεσίβλητο, χωρίς περαιτέρω αναφορά σε συγκεκριμμένες διακατοχικές πράξεις νομής, ως προς το είδος αυτών, ως προς τα πρόσωπα που ασκούσαν αυτές και τον τρόπο εμπλοκής καθενός στην επίδικη έκταση, κατά το ενδιάμεσο διάστημα 1882 έως 1966 και έτσι στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση, διότι δημιουργούνται αμφιβολίες για την ορθή ή όχι εφαρμογή των ουσιαστικών κανόνων δικαίου που εφάρμοσε.
Από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι το Εφετείο για το ερευνώμενο με τους αναιρετικούς ως άνω λόγους ζήτημα της κυριότητας του απαλλοτριουμένου ακινήτου και του δικαιώματος αναγνώρισης του αναιρεσιβλήτου ως δικαιούχου της οριστικά καθορισθείσας αποζημίωσης απαλλοτρίωσης, δέχθηκε, ανελέγκτως αναιρετικά περί των πραγμάτων, τα ακόλουθα : ......"Δυνάμει της υπ' αριθμ. 1016696/1615/0010/11-03-1999 κοινής υπουργικής απόφασης των Υπουργών Οικονομικών και Μεταφορών και Επικοινωνιών, που δημοσιεύτηκε στο ΦΕΚ τευχ.
Δ' 226/06--04-1999, κηρύχθηκε η αναγκαστική απαλλοτρίωση για λόγους δημόσιας ωφέλειας και ιδιαίτερα για την κατασκευή της νέας διπλής σιδηροδρομικής γραμμής Τιθορέας- Λιανοκλαδίου, στο τμήμα από χιλιομετρική θέση 19+000 έως χιλιομετρική θέση 40+000 (Σπερχειός ποταμός), έκτασης συνολικού εμβαδού 1.167.130,24 τ.μ., που βρίσκεται στην περιοχή του Ν.
Φθιώτιδας και εικονίζεται στα αντίστοιχα κτηματολογικά διαγράμματα και πίνακες που έχουν συνταχθεί νόμιμα και έχει θεωρήσει ο διευθυντής της διεύθυνσης Ανάπτυξης Μεταφορών του Υπουργείου Μεταφορών και Επικοινωνιών Ν. Π. στις 30-11-1998. Η απαλλοτρίωση αυτή κηρύχθηκε υπέρ του ΟΣΕ και με δαπάνη της "ΕΡΓΟΣΕ Α.Ε".
Μεταξύ των απαλλοτριουμένων εκτάσεων βρίσκεται και η ιδιοκτησία του ενάγοντος με αριθμό κτηματολογικού πίνακα …, από την οποία απαλλοτριώνεται έκταση 1.420 τ.μ. και απεικονίζεται με τα στοιχεία ΒΓΖΗΒ στο τοπογραφικό διάγραμμα του πολιτικού μηχανικού Η. Π. και συνορεύει ανατολικά σε πλευρά ΖΗ μήκους 62,64 μ.
με ιδιοκτησία Β. Κ., δυτικά σε πλευρά ΓΒ μήκους 64,22 μ. με αγροτική οδό, βόρεια σε πλευρά ΓΖ μήκους 26,19 μ. με υπόλοιπη εναπομείνασα ιδιοκτησία του ενάγοντος και νότια σε πλευρά ΒΗ μήκους 22,16μ. επίσης με υπόλοιπη εναπομείνασα ιδιοκτησία του ενάγοντος. Επί της απαλλοτριούμενης ιδιοκτησίας υπάρχει μία γεώτρηση βάθους 40μ., ενώ μετά την απαλλοτρίωση απέμειναν δύο τεμάχια, εμβαδού α) 499,73 τ.μ., που ορίζεται με τα στοιχεία ΓΔΕΖΓ και β) 118,31 τ.μ., που ορίζεται με τα στοιχεία ΑΒΗΘΑ, στο από Σεπτεμβρίου 1999 τοπογραφικό διάγραμμα του πολιτικού μηχανικού Η.
Π., για τα οποία η υπ' αριθμ. 39/2002 απόφαση του Εφετείου Λαμίας, που καθόρισε οριστικά την αποζημίωση της ένδικης απαλλοτρίωσης, έχει καθορίσει αποζημίωση σε ποσοστό 30% για το πρώτο και 60% για το δεύτερο επί της ορισθείσας οριστικής τιμής μονάδος, λόγω της απαξιώσεως που υφίστανται εξαιτίας της απαλλοτρίωσης.
Ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λαμίας, ο ενάγων κατέθεσε την υπ' αριθμ. κατάθεσης δικογράφου 3823/ΑΠ667/04-12-2001 αίτησή του, προκειμένου να αναγνωριστεί δικαιούχος της αποζημίωσης απαλλοτρίωσης για το ως άνω ακίνητο του. Όμως το Δικαστήριο αυτό με την υπ' αριθμ..72/2003 απόφασή του απείχε να εκδώσει απόφαση για το ένδικο ακίνητο, διότι πιθανολόγησε κυριότητα του Δημοσίου επί τμημάτων του ακινήτου αυτού.
Εν συνεχεία, ο ενάγων άσκησε την κρινόμενη αγωγή του, κατά την οποία το εναγόμενο αμφισβητεί την κυριότητα του ενάγοντος επί του επίδικου. Από την. έκθεση κτηματογράφησης, την οποία συνέταξε και υπέγραψε στις 15-02-2001 ο Προϊστάμενος της Κτηματικής Υπηρεσίας Φθιώτιδας, προκύπτει ότι μεταξύ άλλων και στην ιδιοκτησία με αριθμό …., περιλαμβάνονται τμήματα των δημοσίων κτημάτων με (ΑΒΚ …, …, …, …., … και …..
Όμως, η αμφισβήτηση της κυριότητας του ενάγοντος από το εναγόμενο δε ν ευσταθεί, καθόσον κύριος, νομέας και κάτοχος του εν λόγω ακινήτου κατέστη ο ενάγων, καθότι περιήλθε σ' αυτόν και στο Β. Κ. κατά ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου στον καθένα λόγω άτυπης αγοράς ενός αγρού 4 στρεμμάτων, στις 20-10-1966, με ιδιωτικό συμφωνητικό, από τον Ι.
Δ. Κ.. Ακολούθως, οι αγοραστές προέβησαν σε άτυπη διανομή του αγρού και ο ενάγων έλαβε τα δύο στρέμματα προς το δυτικό μέρος του ακίνητου. Το ακίνητο αυτό βρίσκεται στη θέση "..." της κτηματικής περιφέρειας ..., εκτάσεως 2.038,41 τ.μ. αποτυπώνεται στο από Σεπτεμβρίου 1999 τοπογραφικό διάγραμμα του πολιτικού μηχανικού Η.
Π., με τα στοιχεία ΑΒΓΔΕΖΗΘΑ και συνορεύει ανατολικά σε πλευρά ΘΕ συνολικού μήκους 88,48 μ. με ιδιοκτησία Β. Κ., δυτικά σε πλευρά ΑΔ μήκους 79,48 μ. με αγροτική οδό, βόρεια σε πλευρά ΔΕ μήκους 24,91 μ. με ιδιοκτησία πρώην Χ. Α. και ήδη Β. Κ. και νότια σε πλευρά ΑΘ μήκους 19.70 μ. με δρόμο και πέραν αυτού με σούδα στραγγιστική.
Στο δικαιοπάροχο τους το ακίνητο είχε περιέλθει με άτυπη αγορά από τους κληρονόμους του Λ. Α., ενώ στον τελευταίο (Λ. Α.) περιήλθε δυνάμει του υπ' αριθμ. …/1882, παραχωρητηρίου του Υπουργείου Οικονομικών, που μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του τέως Δήμου Ηρακλειωτών, στον τόμο … και αριθμό …. Έκτοτε ο Λ.
Α. νεμόταν το επίδικο ακίνητο, συνολικής εκτάσεως 4 στρεμμάτων, με καλή πίστη και διάνοια κυρίου, όπως άλλωστε και ο ενάγων και όλοι οι προαναφερθέντες απώτεροι και απώτατοι δικαιοπάροχοι του, οι οποίοι αδιάκοπα κατείχαν και ανελλιπώς νέμονταν το επίδικο, με καλή πίστη και διάνοια κυρίου από το 1882 έως και την άσκηση ης αγωγής, υπό την έννοια της ειλικρινούς πεποιθήσεως του καθενός των άνω χρησιδεσποζόντων ότι με την κτήση της νομής αυτού (επιδίκου), δεν προσβάλλεται κατ' ουσίαν το δικαίωμα κυριότητας άλλου, συνυπολογίζοντας ο καθένας εξ αυτών στο χρόνο της δικής του νομής και εκείνου των δικαιοπαρόχων του και πιστεύοντας μέχρι την εισαγωγή του ΑΚ, ότι δεν προσέβαλαν δικαίωμα κυριότητας τρίτου, μετά δε την εισαγωγή του ΑΚ (23-2-1946), έχοντας την πεποίθηση ότι οι ίδιοι και οι δικαιοπάροχοι τους απέκτησαν κυριότητα στο επίδικο.
Το ένδικο ακίνητο αποτελεί και αποτελούσε από τότε που αποκτήθηκε από το Λ. Α. καλλιεργήσιμη έκταση, ήτοι επί του επιδίκου ο ενάγων και οι ανωτέρω προαναφερθέντες απώτεροι και απώτατοι δικαιοπάροχοι του ασκούσαν σ' αυτό όλες εκείνες τις υλικές και εμφανείς διακατοχικές πράξεις που αρμόζουν στη φύση και τον προορισμό του, καλλιεργώντας το κυρίως με βαμβάκι, σιτάρι και κηπευτικά και συλλέγοντας τους καρπούς.
Άλλωστε, η επίδικη έκταση, πάντοτε αντιμετωπίζονταν ως ιδιωτική έκταση και όχι ως δημόσια. Η Επιτροπή Απαλλοτριώσεων Λαμίας, μάλιστα, με την υπ' αριθμ. …/1956 απόφασή της εξαίρεσε την έκταση υπέρ των κληρονόμων του Λ. Α., δικαιοπαρόχων του ενάγοντος, συνολικής εκτάσεως 4 στρεμμάτων από το υπ' αριθμ. … τεμάχιο της διανομής, διότι θεμελίωναν κυριότητα στο υπ' αριθμ.
…/1882 παραχωρητήριο του Υπουργείου Οικονομικών. Έτσι, όταν το 1961 διανεμήθηκε η ευρύτερη περιοχή, γνωστή ως κτήμα ... και η θέση "..." για την αποκατάσταση των ακτημόνων, το ως άνω ακίνητο εξαιρέθηκε της διανομής αυτής, διότι ήταν "ξένη ιδιοκτησία". Σύμφωνα με το υπ' αριθμ. πρωτ. …/…- 02-2002 έγγραφο της Κτηματικής Υπηρεσίας Νομού Φθιώτιδας, οι ιδιοκτήτες υπέρ των οποίων εξαιρέθηκαν εκτάσεις καταγράφονται στον κτηματολογικό πίνακα της διανομής αγροκτημάτων ... 1961 ως άξενες ιδιοκτησίες"." Το επίδικο ακίνητο του ενάγοντος αποτελεί τμήμα του υπ' αριθμ/… τεμαχίου του κτηματολογικού πίνακα, το οποίο έχει συνολικό εμβαδόν 3.768 τ.μ.
και αντιστοιχεί στα με αριθμό κτηματολογικού πίνακα £02, και (201, ακίνητα της απαλλοτριώσεως, που κηρύχθηκε το 1999. Τούτο προκύπτει από την τεχνική έκθεση του τοπογράφου μηχανικού Β. Π., συμφωνά με την οποία "Το αγροτεμάχιο με αριθμό … τμήμα …, ..είναι ιδιοκτησίας Ι. Κ. του Γ.. Έχει προέλθει από κατάτμηση του τεμαχίου υπ' αριθμ.
… ...η διεκδίκηση της κτηματικής υπηρεσίας επί της ιδιοκτησίας του Ι. Κ....δεν ευσταθεί". Το εναγόμενο - εκκαλούν ισχυρίζεται ότι ο ενάγων διεκδικεί έκταση, η οποία αποτελεί ^δημόσιο κτήμα. Ως ενισχυτικό του ισχυρισμού αυτού αναλύει ότι ο ενάγων διεκδικεί μεγαλύτερης έκτασης ιδιοκτησία από αυτήν που εξαιρέθηκε της διανομής, καθώς η συνολική έκταση των ακινήτων 202 και 201 ανέρχεται σε 4.320 χ.μ.
ενώ το εξαιρεθέν τεμάχιο 48 έχει εμβαδόν 3.768 τ.μ. και επομένως, εφόσον δε δύναται να γίνει ταυτοποίηση του επιδίκου με το ακίνητο, στο οποίο αφορά το παραχωρητήριο του Υπουργείου Οικονομικών, το υπό κρίση ακίνητο εμπίπτει εντός δημοσίου κτήματος. Περί του θέματος αυτού έκρινε η υπ' αριθμ. …/…-03-2010 έκθεση πραγματογνωμοσύνης του αγρονόμου-τοπογράφου μηχανικού Ε.
Μ.. Σύμφωνα με την πραγματογνωμοσύνη το επίδικο ακίνητο του ενάγοντος τοποθετείται στην ιδιοκτησία με κτηματολογικό αριθμό …, η οποία σύμφωνα με τους κτηματολογικούς πίνακες ανήκει στους κληρονόμους Α. Λ. και εξαιρέθηκε του αναδασμού ως ξένη ιδιοκτησία. Προκύπτει, λοιπόν, με σαφήνεια ότι το επίδικο ακίνητο εξαιρέθηκε της διανομής του 1961 και δεν αποτελεί ιδιοκτησία του Δημοσίου.
Αντιθέτως, οι ισχυρισμοί του εναγομένου - εκκαλούντος Ελληνικού Δημοσίου περί κυριότητας αυτού στο επίδικο, δεν αποδείχθηκαν, καθόσον ουδέποτε το υπό κρίση ακίνητο περιήλθε στην κατοχή του και ουδέποτε από το έτος 1882 μέχρι και το χρόνο άσκησης της αγωγής άσκησε το εναγόμενο επ' αυτού οποιαδήποτε διακατοχική πράξη.
Ειδικότερα, δεν προέκυψε ότι το επίδικο κατελήφθη από το Ελληνικό Δημόσιο κατά το έτος 1830 με τα Πρωτόκολλα του Λονδίνου και τη Συνθήκη της Κωνσταντινουπόλεως ή βάσει των διατάξεων του από 10-07-1837 νόμου "περί διακρίσεως κτημάτων" ως αδέσποτο ή ότι περιήλθε σ' αυτό (Ελληνικό Δημόσιο) δυνάμει τακτικής ή έκτακτης χρησικτησίας, διότι το νέμεται με διάνοια κυρίου, με καλή πίστη και νόμιμο τίτλο, αδιάλειπτα από την τουρκική κατοχή μέχρι και σήμερα.
Ούτε αποδείχτηκε καμία από τις διακατοχικές πράξεις, που επικαλείται το εναγόμενο, όπως φύλαξη του επιδίκου από τα αρμόδια όργανά του, έκδοση πρωτοκόλλων διοικητικής αποβολής και έκδοση πρωτοκόλλων καθορισμού αποζημίωσης λόγω αυθαίρετης χρήσεως, αφού δεν προσκομίζεται κανένα σχετικό έγγραφο. Αντιθέτως, από το υπ' αριθμ.
πρωτ. …/…/…-02-2002 έγγραφο της Κτηματικής Υπηρεσίας Νομού Φθιώτιδας προκύπτει ότι σε εκθέσεις του Δημοσίου, που συντάχθηκαν το (1957 αναφέρεται ότι τα ακίνητα που εξαιρέθηκαν, κατέχονται και καλλιεργούνται από το 1880 και υπάρχει γι' αυτά χρησικτησία προ του 1884. Σημειωτέον ότι και η μάρτυρας του εναγομένου στις 05-10-2006 κατά την εκδίκαση της υπ' αριθμ. 2146/ΤΜ103/23-06-2005 αγωγής του ενάγοντος κατά του εναγομένου, όπως προκύπτει από τα υπ' αριθμ. 12/2007 πρακτικά του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λαμίας, κατέθεσε ότι "τον ενάγοντα τον εξαίρεσε, γιατί αναγνωρίζει την ιδιοκτησία και τον κατατάσσει στις ξένες ιδιοκτησίες του Δημοσίου και τον αναγνωρίζει ως ιδιοκτήτη από το 1954-1955...Πλην όμως ο ενάγων έχει παραπάνω έκταση.
Γύρω στα 700 τ.μ, είναι παραπάνω η έκταση...Ούτε και το Δημόσιο ξέρει αν τα παραπάνω 700 τ.μ. είναι δικά του....Δεν μπορούμε να εφαρμόσουμε μέσα στο κτήμα … δικαιώματα του Δημοσίου σύμφωνα με τα στοιχεία του αρχείου μας, είναι πιθανόν να έχουν γίνει καταπατήσεις είτε μεταξύ ιδιωτών ή να πήρανε από το ποτάμι".
Συνεπώς, από την παραπάνω κατάθεση της μάρτυρος του εναγομένου - εκκαλούντος προκύπτει ότι ναι μεν το ακίνητο … ανήκει σε ιδιώτη και γι' αυτό εξαιρέθηκε από τη διανομή του 1961, αλλά για το τμήμα του ακινήτου που υπερβαίνει την έκταση του με αριθμό … ακινήτου υπάρχει αμφισβήτηση ως προς τον κύριο αυτού.
Εν προκειμένω, όμως, κατά την κρίση του Δικαστηρίου δεν τίθεται αμφιβολία για το ότι ολόκληρο το ακίνητο … του ενάγοντος αποτελεί τμήμα του ακινήτου με αριθμό …, συμπέρασμα στο οποίο κατέληξε, λαμβάνοντας υπόψη όλα τα επικαλούμενα και προσκομιζόμενα από τους διαδίκους έγγραφα και κυρίως από την έκθεση πραγματογνωμοσύνης του Ε. - Μ., ο οποίος στο συμπέρασμά του δήλωσε, όπως αναφέρθηκε και παραπάνω, ότι η ιδιοκτησία του ενάγοντος ταυτίζεται με το εξαιρεθέν τεμάχιο … του κτηματολογικού πίνακα. Επομένως, το ακίνητο του ενάγοντος αποτελεί ιδιωτική έκταση, δεδομένου ότι ο απώτατος δικαιοπάροχος του ενάγοντος έγινε κύριος με έκτακτη χρησικτησία, αφού έχει συμπληρωθεί τριακονταετία από το 1882, που απέκτησε το ακίνητο δυνάμει παραχωρητηρίου του Υπουργείου Οικονομικών, μέχρι στις 11-09-1915, χρονικό διάστημα κατά το οποίο κατείχε το ακίνητο και το νεμόταν με διάνοια κυρίου και καλή πίστη. Έκτοτε, τόσο οι λοιποί δικαιοπάροχοι του ενάγοντος όσο και ο ίδιος ο ενάγων από το 1966, νέμονταν το επίδικο με διάνοια κυρίου και καλή πίστη, καθώς το καλλιεργούσαν και το προφύλασσαν από τις επεμβάσεις τρίτων, έχοντας την πεποίθηση έκαστος από αυτούς ότι απέκτησε κυριότητα στο επίδικο. Έτσι, σύμφωνα με τα παραπάνω ο ενάγων απέκτησε κυριότητα επί του ακινήτου με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας.
Συνεπώς, το επίδικο δεν αποτελεί έκταση που ανήκει στο εναγόμενο, αλλά ούτε και δασική έκταση, αφού όπως προκύπτει από την υπ' αριθμ. πρωτ. …/…/..-08-2012 βεβαίωση του Δασαρχείου Λαμίας το κρινόμενο ακίνητο δεν διαχειρίζεται και δεν προστατεύεται από αυτό στα πλαίσια των διατάξεων της δασικής νομοθεσίας. Κατόπιν αυτών, η υπό κρίση αγωγή πρέπει να γίνει δεκτή και να αναγνωρισθεί ο ενάγων, ως κύριος του επιδίκου, δικαιούχος της αποζημίωσης απαλλοτρίωσης, που καθορίστηκε οριστικά με την υπ' αριθμ. 39/2002 απόφαση του Εφετείου Λαμίας.
Εφόσον, τα ίδια έκρινε και η εκκαλουμένη απόφαση, δεν έσφαλε, ορθά εφάρμοσε και ερμήνευσε το νόμο και εκτίμησε τις αποδείξεις, γι' αυτό και οι (λοιποί) σχετικοί λόγοι της εφέσεως, πρέπει να απορριφθούν ως ουσιαστικά αβάσιμοι και η έφεση συλλήβδην."....
Σύμφωνα με τις ανωτέρω παραδοχές του το Εφετείο κατέληξε στο αποδεικτικό πόρισμα ότι ο αναιρεσίβλητος ως κύριος του απαλλοτριουμένου ακινήτου δικαιούται να αναγνωριστεί δικαιούχος της οριστικά καθορισθείσας αποζημίωσης απαλλοτρίωσης, μετά από συνεκτίμηση και αξιολόγηση του συνόλου του αποδεικτικού υλικού, όπως ρητά αναφέρει στη σελίδα 2β ή 4 της απόφασής του, ενώ δεν είχε υποχρέωση εκ του νόμου να αξιολογήσει χωριστά κάθε αποδεικτικό μέσο, από εκείνα που οι διάδικοι είχαν προσκομίσει με νόμιμη επίκληση ενώπιόν του, εφόσον αρκεί η γενική μνεία κατ' είδος των αποδεικτικών μέσων. Επομένως, δεν ιδρύεται η πλημμέλεια εκ του άρθρου 559 αρ.10 και συνεπώς το Α' σκέλος του 2ου αναιρετικού λόγου πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμο.
Εκτός τούτου το το Β' σκέλος του ίδιου 2ου αναιρετικού λόγου πρέπει να απορριφθεί πρωτίστως ως απαράδεκτο λόγω αοριστίας, διότι το αναιρεσείον δεν προσδιορίζει αριθμητικά τις παραβιασθείσες ουσιαστικές διατάξεις δικαίου στις οποίες στηρίζει τις αιτιάσεις του. Σε κάθε περίπτωση, εάν ήθελε εκτιμηθεί ότι παρά την έλλειψη αριθμητικής αναφοράς των παραβιασθεισών ουσιαστικών κανόνων δικαίου και ειδικότερα, των διατάξεων των άρθρων 7 παρ. 1, 2 και 14, 8 παρ. 1, 9 παρ. 1 του ΒΖΡ δικαίου, σε συνδ. 64 -65 του Εις.Ν.ΑΚ και αυτές σε συνδυασμό με τη διάταξη του άρθρου 1045 ΑΚ, το πραγματικό τους προκύπτει από το σύνολο του αναιρετηρίου και ότι, συνεπώς κατά τούτο ο λόγος αυτός εκ του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ κρίνεται αρκούντως ορισμένος και παραδεκτός και στην περίπτωση αυτή πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμος, διότι το Εφετείο διέλαβε σαφή και επαρκή αιτολογία, που στηρίζει το διατακτικό της απόφασής του.
Συνεπώς, δεν ιδρύεται ούτε η αναιρετική πλημμέλεια της έλλειψης νόμιμης βάσης και συνακόλουθα και το Β' σκέλος του ίδιου 2ου αναιρετικού λόγου πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμο και σε κάθε περίπτωση ως απαράδεκτο. Πιο συγκεκριμμένα, η προσβαλλόμενη απόφαση σύμφωνα με τις ανέλεγκτες αναιρετικά παραδοχές της, προσδιορίζει κατ' είδος τις διακατοχικές πράξεις που ασκούσε ο αναιρεσίβλητος από το έτος 1966,όταν το επίδικο ακίνητο, ως μέρος μείζονος έκτασης περιήλθε στην κατοχή του με άτυπη πώληση από τον πωλητή του, Β.
Κ., προς τον αναιρεσίβλητο και τον Δ. Κ., οι οποίοι, στη συνέχεια προέβησαν μεταξύ τους σε διανομή του ακινήτου, οπότε ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου τούτου περιήλθε κατά πλήρη κυριότητα στον αναιρεσίβλητο, ότι επίσης, πριν το έτος 1966 το ακίνητο είχε περιέλθει στους δικαιοπαρόχους του Β. Κ., ως εξ αδιαθέτου κληρονόμους του απώτατου δικαιοπαρόχου τους, Λ.
Α. και ότι τόσο ο αναιρεσίβλητος, όσο και οι απώτεροι και απώτατοι δικαιοπάροχοι ασκούσαν συνεχώς και αδιαλείπτως τις διακατοχικές πράξεις, που αρμόζουν στη φύση του ακινήτου, το οποίο καλλιεργούσαν με βαμβάκι, σιτάρι, κηπευτικά και συνέλεγαν τους καρπούς του με διάνοια κυρίου, καλή πίστη και αδιάλειπτη τριακονταετή νομή, δηλαδή με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας από το έτος 1882, σύμφωνα με το προϊσχύσαν ΒΖΡ δίκαιο, έως την εισαγωγή του Αστικού Κώδικα, το έτος 1946 και έκτοτε, με διάνοια κυρίου έως την άσκηση της ένδικης αγωγής .
Μάλιστα, το Εφετείο για να στηρίξει την ανωτέρω κρίση του αναφέρει ως επιχείρημα, ότι το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο μέσω της Επιτροπής Απαλλοτριώσεων είχε εξαιρέσει με την υπ' αρ. …/1956 απόφαση, την επίδικη έκταση από αναδασμό, ως <ξένη ιδιοκτησία>, στοιχείο που επιβεβαίωσε και ο δικαστικός πραγματογνώμονας, Ε.
Μ., αγρονόμος -τοπογράφος-μηχανικός. Επίσης, το Εφετείο δέχτηκε ότι δεν απέδειξε το Ελληνικό Δημόσιο, ότι το επίδικο ακίνητο είχε περιέλθει στην κατοχή του με βάση τα Πρωτόκολλα Ανεξαρτησίας του Λονδίνου του έτους 1830 (μετά την απελευθέρωση της Ελλάδος από την Οθωμανική Κατοχή) άλλως, ούτε αποδείχθηκε ότι το Ελληνικό Δημόσιο νεμήθηκε το επίδικο με τακτική ή έκτακτη χρησικτησία με βάση το νόμο του έτους 1837 περί διακρίσεως δημοσίων κτημάτων.
Οι ανωτέρω παραδοχές αρκούσαν για να στηρίξουν το αποδεικτικό πόρισμα περί κυριότητας του αναιρεσιβλήτου επί του επιδίκου ακινήτου.
Συνεπώς, το Εφετείο δεν παραβίασε εκ πλαγίου τις ανωτέρω ουσιαστικού κανόνα δικαίου διατάξεις με εσφαλμένη ερμηνεία και υπαγωγή των αποδειχθέντων περιστατικών στο πραγματικό των διατάξεων αυτών και επομένως το Β' σκέλος εκ του άρθρου 559 αρ. 19 του 2ου αναιρετικού λόγου πρέπει επίσης να απορριφθεί .
Κατόπιν τούτου, εφόσον δεν υπάρχει άλλος λόγος αναίρεσης για να ερευνηθεί, η κρινόμενη αναίρεση πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της. Διάταξη περί παραβόλου δεν πρέπει να περιληφθεί στην απόφαση, διότι το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο δεν βαρύνεται με τέτοια υποχρέωση κατά την άσκηση της αναίρεσης σύμφωνα με το άρθρο 28 παρ.4 Ν. 2579/1998 σε συνδ. 22 παρ. 4 Ν. 1868/1999 (ΑΠ 325/2020, ΑΠ 682/2019). Τέλος, τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, που παραστάθηκε και κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο αίτημα αυτού, πρέπει να επιβληθούν σε βάρος του αναιρεσείοντος λόγω της ήττας του (176, 183 ΚΠολΔ), μειωμένα όμως κατ' αρ. 22 Ν. 3693/1957,που εφαρμόζεται υπέρ και κατά του Δημοσίου (ΑΠ 325/2020, ΑΠ 682/2019, ΑΠ 452/2018),όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 28-11-2017 (αρ. κατ. 16/2017) αίτηση για την αναίρεση της υπ' αρ. 77/2017 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Λαμίας (τακτική διαδικασία).
Και
Επιβάλλει σε βάρος του αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου τα μειωμένα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, που ορίζει σε τριακόσια (300) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 12 Μαρτίου 2021.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 31 Μαΐου 2021.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ