Legislator Case Law & Legislation
1200/2024 AI generated

Supreme Court allows appeal against lower court for failure to address assignment notification affecting liability.

Case Number 1200/2024
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court granted the appeal against the First Instance Court of Athens, ruling that the lower court's decision lacked legal basis. The appellants argued the defendant failed to address the critical issue of whether a notification of assignment occurred, which determines who holds the debt after the companies split. The court held that omitting this fact rendered the lower court's judgment legally flawed and therefore subject to reversal.

Legislator headnote

AI generated

Articles 553(1)b, 74, 75(1), 75(2), 76(1) of the Code of Civil Procedure; In cases of simple co-litigation where multiple defendants are sued as fully liable, the final judgment becomes res judicata independently against each co-litigator and is subject to appeal by those against whom it became final, even if not final against all co-litigators.

Keywords

AI generated
simple co-litigation res judicata assignment notification liability transfer appeal admissibility legal basis co-defendant

Cited Legislation

AI generated
Article 553(1)b of the Code of Civil Procedure
Article 74 of the Code of Civil Procedure
Article 75(1) of the Code of Civil Procedure
Article 75(2) of the Code of Civil Procedure
Article 76(1) of the Code of Civil Procedure
Article 561(2) of the Code of Civil Procedure
Article 580(3) of the Code of Civil Procedure
Article 495(3) of the Code of Civil Procedure
Article 176 of the Code of Civil Procedure
Article 183 of the Code of Civil Procedure
Article 189(1) of the Code of Civil Procedure
Article 191(2) of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1200 / 2024 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1200/2024

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μυρσίνη Παπαχίου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γεωργία Κατσιμαγκλή, Ασπασία Μεσσηνιάτη - Γρυπάρη, Αλεξάνδρα Αποστολάκη και Σωκράτη Πλαστήρα, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 3 Μαρτίου 2023, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Των αναιρεσειουσών: 1) Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "..." και δ.τ. "... ΑΕ" και ήδη "..." και δ.τ. "... ΑΕ", που εδρεύει στην Κηφισιά Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα και 2) ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "..." και δ.τ. "... ΑΕ", που εδρεύει στην Κηφισιά Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα, ως οιονεί καθολικής διαδόχου τμήματος της ήδη διασπασθείσας και απορροφημένης από αυτή ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "..." και δ.τ. "... ΑΕBE" (πρώην "..."), οι οποίες εκπροσωπήθηκαν από τους πληρεξούσιους δικηγόρους τους Αλέξανδρο Δοβλέ και Μαρία - Στεφανία Κατσιάπη, που δήλωσαν στο ακροατήριο και με τις κατατεθείσες προτάσεις τους την ως άνω μεταβολή της 1ης αναιρεσείουσας. Της αναιρεσίβλητης: Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "..." και δ.τ. "...", που εδρεύει στη Νέα Ερυθραία Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Κωνσταντίνο Σακελλαριάδη με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 30-12-2014 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης και της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "... ...", μη διαδίκου στην παρούσα δίκη, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 628/2018 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 1261/2021 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείουσες με την από 23-9-2021 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγήτρια την Αρεοπαγίτη Γεωργία Κατσιμαγκλή, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Οι πληρεξούσιοι των αναιρεσειουσών ζήτησαν την παραδοχή της αίτησης αναίρεσης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από το συνδυασμό της διάταξης του άρθρου 553 παρ. 1β' ΚΠολΔ, με αυτές των άρθρων 74, 75 παρ. 1 και 2 και 76 παρ. 1 του ιδίου Κώδικα προκύπτει ότι, σε περίπτωση απλής ομοδικίας, η οποία υπάρχει και όταν ενάγονται περισσότεροι του ενός ως εις ολόκληρον ευθυνόμενοι, η οριστική απόφαση που εκδίδεται, καθίσταται τελεσίδικη αυτοτελώς έναντι καθενός ομόδικου και συνεπώς υπόκειται σε αναίρεση ως προς εκείνον από τους ομόδικους που έγινε τελεσίδικη, έστω και αν δεν έγινε τελεσίδικη ως προς όλους τους ομόδικους (ΑΠ 583/2023, ΑΠ 1921/2022, ΑΠ 1545/2021, ΑΠ 688/2019, ΑΠ 965/2017, ΑΠ 367/2014).

Στην προκειμένη περίπτωση από την επιτρεπτή επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης (άρθρο 561 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.), προκύπτει ότι η προσβαλλόμενη υπ' αριθμ. 1261/2021 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, είναι αποτέλεσμα της ακόλουθης διαδικαστικής διαδρομής: Ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών άσκησαν την από 30-12-2014 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης 142046/3232/30-12-2014 αγωγή τους :

α) η πρώτη ενάγουσα και ήδη αναιρεσίβλητη ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "..." και β) η δεύτερη ενάγουσα και μη διάδικος στην παρούσα αναιρετική δίκη ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "... ...", με την οποία (αγωγή) ζήτησαν, μετά από μετατροπή του καταψηφιστικού αιτήματος σε αναγνωριστικό, να αναγνωριστεί ότι οι εναγόμενες και ήδη αναιρεσείουσες ανώνυμες εταιρείες οφείλουν να καταβάλουν υπό την ιδιότητά τους ως οιονεί καθολικών διαδόχων της μισθώτριας ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "...", η οποία διασπάστηκε και απορροφήθηκε από τις δύο αυτές εναγόμενες και ήδη αναιρεσείουσες - επωφελούμενες εταιρείες, ευθυνόμενες αλληλεγγύως και εις ολόκληρον για τα χρέη της άνω απορροφηθείσας εταιρείας [από την ιστορούμενη μισθωτική σύμβαση, που συνάφθηκε μεταξύ της τελευταίας αυτής εταιρείας ("...

Α.Ε.Β.Ε." - απορροφηθείσας), ως μισθώτριας και της πρώτης ενάγουσας και ήδη αναιρεσίβλητης, ως εκμισθώτριας, μέρος των απαιτήσεων εκ της οποίας (μισθωτικής σύμβασης) εκχώρησε η τελευταία, δυνάμει σύμβασης καταπιστευματικής εκχώρησης, στη δεύτερη ενάγουσα και μη διάδικο στην παρούσα αναιρετική δίκη] : Α) στην πρώτη ενάγουσα και ήδη αναιρεσίβλητη το ποσό:

α) των 66.238,41 ευρώ για απαιτήσεις της από δαπάνες κοινοχρήστων και μάρκετινγκ, οφειλές προς ΔΕΗ, ΕΥΔΑΠ και αποζημίωση λόγω καταγγελίας της σύμβασης μίσθωσης, κατ' άρθρο 43 Π.Δ. 34/1995 και β) των 10.000 ευρώ για χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης και Β) στη δεύτερη ενάγουσα και μη διάδικο στην παρούσα αναιρετική δίκη, το ποσό των 178.793,46 ευρώ για οφειλόμενα μισθώματα.

Το άνω πρωτοβάθμιο Δικαστήριο με την υπ' αριθμ. 628/2018 απόφασή του δέχθηκε εν μέρει την αγωγή ως κατ' ουσίαν βάσιμη και αναγνώρισε ότι οι εναγόμενες και ήδη αναιρεσείουσες, υπό την ιδιότητά τους ως οιονεί καθολικών διαδόχων της άνω μισθώτριας ανώνυμης εταιρείας ("... Α.Ε.Β.Ε."), η οποία διασπάστηκε και απορροφήθηκε από τις δύο αυτές εναγόμενες και ήδη αναιρεσείουσες - επωφελούμενες εταιρείες, οφείλουν να καταβάλουν, ευθυνόμενες αλληλεγγύως και εις ολόκληρον για τα χρέη της άνω απορροφηθείσας εταιρείας από την ένδικη σύμβαση μίσθωσης :

α) στην πρώτη ενάγουσα - αναιρεσίβλητη το ποσό των 66.238,41 ευρώ, νομιμοτόκως και β) στη δεύτερη ενάγουσα (μη διάδικο στην παρούσα αναιρετική δίκη) το ποσό των 178.793,46 ευρώ, νομιμοτόκως. Κατά της πρωτόδικης αυτής απόφασης οι εναγόμενες και ήδη αναιρεσείουσες άσκησαν την από 6-6-2018 (αριθμ. εκθ. καταθ. 5444878/3680/2018) έφεσή τους, επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη υπ' αριθμ. 1261/2021 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, το οποίο, αφού δίκασε αντιμωλίαν των εκκαλουσών (εναγόμενων - αναιρεσειουσών) και της πρώτης εφεσίβλητης (πρώτης ενάγουσας - αναιρεσίβλητης) και ερήμην της δεύτερης εφεσίβλητης (δεύτερης ενάγουσας - μη διαδίκου στην παρούσα αναιρετική δίκη), δέχθηκε τυπικά και απέρριψε κατ' ουσίαν την έφεση.

Όπως προαναφέρθηκε, η προσβαλλόμενη απόφαση εκδόθηκε αντιμωλία της πρώτης εφεσίβλητης - πρώτης ενάγουσας - αναιρεσίβλητης και ερήμην της ομοδίκου της δεύτερης εφεσίβλητης - δεύτερης ενάγουσας και μη διαδίκου στην παρούσα αναιρετική δίκη. Λαμβανομένου δε υπόψη ότι οι ανωτέρω ενάγουσες - εφεσίβλητες, συνδέονται μεταξύ τους με σχέση απλής ομοδικίας, η προσβαλλόμενη υπ' αριθμ. 1261/2021 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, σύμφωνα και με όσα αναφέρθηκαν στην προηγουμένη νομική σκέψη, έχει καταστεί τελεσίδικη αυτοτελώς για καθεμία από τις ομόδικες αυτές διαδίκους και συνεπώς υπόκειται αυτοτελώς σε αναίρεση ως προς την ομόδικο, που δικάστηκε αντιμωλία και ειδικότερα την πρώτη εφεσίβλητη - πρώτη ενάγουσα και ήδη αναιρεσίβλητη, ως προς την οποία έχει καταστεί τελεσίδικη, ανεξαρτήτως του εάν έγινε ή όχι τελεσίδικη ως προς την άνω ερήμην δικασθείσα απλή ομόδικό της, δεύτερη εφεσίβλητη - δεύτερη ενάγουσα και μη διάδικο στην παρούσα αναιρετική δίκη, (γεγονός που δεν προκύπτει από το φάκελο της προκείμενης δικογραφίας).

Επομένως, η κρινόμενη από 23-9-2021 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης 7504/939/29-9-2021 αίτηση για την αναίρεση της προσβαλλόμενης υπ' αριθμ. 1261/2021 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, η οποία εκδόθηκε κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών διαφορών (μισθωτική διαφορά, άρθρα 614 περ. 1, 615 επ. Κ.Πολ.Δ., όπως ισχύουν μετά την αντικατάστασή τους με το άρθρο τέταρτο του άρθρου 1 του Ν. 4335/2015), έχει ασκηθεί παραδεκτά ως δικόγραφο, κατ' άρθρο 553 ΚΠολΔ, ως προς την αναιρεσίβλητη, περαιτέρω δε, έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553 παρ. 1β, 556, 558, 564 παρ. 3 και 566 παρ. 1 ΚΠολΔ).

Είναι, επομένως, παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ.) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ.). Στο ν. 2190/1920 "περί ανωνύμων εταιρειών" προστέθηκαν με το Π.Δ. 498/1987, μεταξύ άλλων διατάξεων, και τέσσερα κεφάλαια 12, 12α, 12β και 12γ, αποτελούμενα από τα άρθρα 81, 82 - 87, 88 και 89 αντιστοίχως, και αναφερόμενα στη διάσπαση των ανωνύμων εταιρειών, προς προσαρμογή του νόμου αυτού προς στις διατάξεις της από 17.12.1982 έκτης οδηγίας του Συμβουλίου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων.

Το άρθρο 81 παρ. 1 και 2 ορίζει τα εξής: "1. Η διάσπαση ανωνύμων εταιρειών πραγματοποιείται είτε με απορρόφηση, είτε με σύσταση νέων εταιρειών, είτε με απορρόφηση και σύσταση νέων εταιρειών. 2. Διάσπαση με απορρόφηση είναι η πράξη με την οποία μία ανώνυμη εταιρεία (διασπώμενη), η οποία λύεται χωρίς να ακολουθήσει εκκαθάριση, μεταβιβάζει σε άλλες υφιστάμενες ανώνυμες εταιρείες (επωφελούμενες) το σύνολο της περιουσίας της (ενεργητικό και παθητικό) έναντι απόδοσης στους μετόχους της μετοχών εκδιδόμενων από τις επωφελούμενες εταιρίες και, ενδεχομένως, καταβολής ενός χρηματικού ποσού σε μετρητά προς συμψηφισμό μετοχών τις οποίες δικαιούνται....".

Ακολούθως, το άρθρο 82 ορίζει ότι: "1. Τα Διοικητικά Συμβούλια των εταιρειών που συμμετέχουν στη διάσπαση καταρτίζουν εγγράφως σχέδιο σύμβασης διάσπασης. 2. Το σχέδιο σύμβασης διάσπασης περιέχει τουλάχιστον τα ακόλουθα στοιχεία: α) Την ειδικότερη μορφή, την Επωνυμία και την έδρα των εταιρειών που συμμετέχουν στη διάσπαση, καθώς και τον αριθμό μητρώου τους ...

η) Την ακριβή καταγραφή και περιγραφή των στοιχείων του ενεργητικού και παθητικού της διασπώμενης εταιρείας, που πρέπει να μεταβιβαστούν σε κάθε μια από τις επωφελούμενες εταιρείες... 3. α) Αν για στοιχεία του ενεργητικού της διασπώμενης εταιρείας, με βάση το σχέδιο σύμβασης διάσπασης, δεν προβλέπεται η μεταβίβαση τους στις επωφελούμενες εταιρείες και εφόσον η ερμηνεία του σχεδίου αυτού δεν παρέχει τη δυνατότητα να καθοριστεί ο τρόπος κατανομής τους, τα στοιχεία αυτά ή η αντίστοιχη αξία τους κατανέμονται μεταξύ όλων των επωφελούμενων εταιρειών ανάλογα με την καθαρή θέση της εισφερομένης περιουσίας σε κάθε μία από αυτές σύμφωνα με το σχέδιο σύμβασης διάσπασης.

β) Αν για στοιχεία του παθητικού της διασπώμενης εταιρείας, με βάση το σχέδιο σύμβασης διάσπασης, δεν προβλέπεται η μεταβίβαση τους στις επωφελούμενες εταιρείες και εφ` όσον η ερμηνεία του σχεδίου αυτού δεν παρέχει τη δυνατότητα να καθοριστεί ο τρόπος κατανομής τους, κάθε μία από τις επωφελούμενες εταιρείες ευθύνεται εις ολόκληρον μέχρι του ύψους της καθαρής θέσης της εισφερομένης περιουσίας σ` αυτή την επωφελούμενη εταιρεία".

Περαιτέρω, το άρθρο 85 ορίζει τα εξής: "1. Από την καταχώρηση στο Μητρώο Ανωνύμων Εταιρειών της εγκριτικής απόφασης της διάσπασης, που προβλέπεται στην παρ. 4 του άρθρου 84, επέρχονται αυτοδίκαια και ταυτόχρονα χωρίς καμία άλλη διατύπωση τόσο για τις εταιρείες που συμμετέχουν στη διάσπαση όσο και έναντι τρίτων τα ακόλουθα αποτελέσματα:

α) Η μεταβίβαση του συνόλου της περιουσίας (ενεργητικού και παθητικού) της διασπώμενης εταιρείας στις επωφελούμενες εταιρείες περιλαμβανομένων των διοικητικών αδειών που έχουν εκδοθεί υπέρ της διασπώμενης εταιρείας και αφορούν τη μεταβιβαζόμενη περιουσία. Η μεταβίβαση αυτή γίνεται υπό μορφή μεριδίων και σύμφωνα με την κατανομή που προβλέπεται στο σχέδιο σύμβασης διάσπασης της παρ. 2 του άρθρου 82 ή από τις διατάξεις της παρ. 3 του άρθρου 82.

β) ... γ) Η διασπώμενη εταιρεία παύει να υπάρχει 2. Οι εκκρεμείς δίκες συνεχίζονται αυτοδικαίως από τις επωφελούμενες εταιρείες ή κατ' αυτών, κατά την προβλεπόμενη κατανομή από το σχέδιο σύμβασης διάσπασης της παρ. 2 του άρθρου 82 ή από τις διατάξεις της παρ. 3 του άρθρου 82, χωρίς καμιά ειδικότερη διατύπωση από μέρους των εταιρειών αυτών για τη συνέχιση, χωρίς να επέρχεται βιαία διακοπή της δίκης και χωρίς να απαιτείται δήλωση για την επανάληψή τους".

Από τις παραπάνω διατάξεις συνάγεται ότι η μεταβίβαση του συνόλου της περιουσίας της διασπώμενης εταιρείας στις επωφελούμενες εταιρείες, συνιστά καθολική διαδοχή και από το χρονικό σημείο της ολοκλήρωσης της διάσπασης, με την καταχώριση στο Μητρώο Ανωνύμων Εταιρειών της σχετικής εγκριτικής απόφασης της διάσπασης, η μεν διασπώμενη εταιρεία λύεται και παύει να υπάρχει, οι δε επωφελούμενες εταιρείες, κατά το μέρος της περιουσίας, η οποία μεταβιβάζεται σε κάθε μία από αυτές, σύμφωνα με την κατανομή που προβλέπεται στο σχέδιο σύμβασης διάσπασης της παρ. 2 του άρθρου 82, ή από τις διατάξεις της παρ. 3 του άρθρου 82, καθίστανται αυτοδικαίως και ταυτοχρόνως, χωρίς καμία άλλη περαιτέρω διατύπωση, καθολικοί διάδοχοι της διασπώμενης εταιρείας.

Συνεπώς, μετά την ολοκλήρωση της διάσπασης, αυτοδικαίως και χωρίς άλλη διατύπωση, οι επωφελούμενες εταιρείες, κατά το μέρος της περιουσίας, η οποία μεταβιβάζεται σε κάθε μία από αυτές, υποκαθίστανται σε όλα γενικά τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις της διασπώμενης εταιρείας και η μεταβίβαση αυτή εξομοιώνεται με καθολική διαδοχή, τόσο μεταξύ της διασπώμενης και των επωφελούμενων εταιρειών, όσο και έναντι των τρίτων (ΑΠ 301/2022, ΑΠ 339/2018, ΑΠ 828/2011).

Επομένως, οι επωφελούμενες εταιρείες, ως καθολικοί διάδοχοι της διασπώμενης - μισθώτριας εταιρείας και κατά το μέρος που διανέμονται σε κάθε μία εξ αυτών τα περιουσιακά στοιχεία, υπεισέρχονται εκ του νόμου και στη μισθωτική σχέση, στη θέση της αρχικής μισθώτριας, χωρίς να απαιτείται, για την υπεισέλευση αυτή, ούτε μεταγραφή της πράξης της διάσπασης, ούτε και συναίνεση του εκμισθωτή (Ολ.ΑΠ 12/1999, ΑΠ 828/2011, ΑΠ 1018/2001), ενώ σε περίπτωση που η μίσθωση έχει ήδη λυθεί, οι απορρέουσες από αυτή υποχρεώσεις και απαιτήσεις, που τυχόν εξακολουθούν να υπάρχουν κατά το χρόνο της διάσπασης, μεταβιβάζονται ομοίως στις επωφελούμενες εταιρείες, οι οποίες καθίστανται αυτοδικαίως και ταυτοχρόνως, χωρίς καμία άλλη περαιτέρω διατύπωση, καθολικοί διάδοχοι αυτής, έναντι των τρίτων, κατά το μέρος που διανέμονται σε κάθε μία εξ αυτών τα περιουσιακά στοιχεία της διασπώμενης εταιρείας, σύμφωνα με την κατανομή που προβλέπεται στο σχέδιο σύμβασης διάσπασης της παρ. 2 του άρθρου 82, ή από τις διατάξεις της παρ. 3 του άρθρου 82 του ως άνω νόμου 2190/1920.

Ειδικότερα, η κατανομή των δικαιωμάτων και υποχρεώσεων της διασπώμενης εταιρείας γίνεται με το σχέδιο σύμβασης διάσπασης, το οποίο πρέπει ρητά να προβλέπει τα στοιχεία του ενεργητικού (δικαιώματα) ή του παθητικού (υποχρεώσεις), που αποκτά καθεμία από τις επωφελούμενες εταιρείες (άρθρο 82 παρ. 2 περ. η' Κ.Ν. 2190/1920).

Στην περίπτωση κατά την οποία το σχέδιο σύμβασης διάσπασης, δεν περιέχει ρητή διάταξη σχετικά με την κατανομή κάθε στοιχείου του ενεργητικού (δικαιώματα) ή του παθητικού (υποχρεώσεις) της διασπώμενης εταιρείας, που περιέρχεται σε καθεμία από τις επωφελούμενες εταιρείες, τότε θα πρέπει να εξεταστεί εάν η ερμηνεία του σχεδίου αυτού παρέχει τη δυνατότητα να καθοριστεί ο τρόπος κατανομής τους (άρθρο 82 παρ. 3 Κ.Ν. 2190/1920), εφαρμοζομένων, ως προς την ερμηνεία του σχεδίου σύμβασης διάσπασης, των άρθρων 173 και 200 Α.Κ., αφού αυτό έχει συμβατικό χαρακτήρα.

Εάν ούτε και από την ερμηνεία του σχεδίου σύμβασης διάσπασης δύναται να εξαχθεί κάποιο συμπέρασμα σχετικά με την κατανομή ορισμένων στοιχείων του παθητικού (υποχρέωση) της διασπώμενης εταιρείας, τότε, κατά τη ρητή ειδική πρόβλεψη της διάταξης του άρθρου 82 παρ. 3 περ. β' Κ.Ν. 2190/1920, τα στοιχεία αυτά ή η αντίστοιχη αξία τους κατανέμονται μεταξύ όλων των επωφελούμενων εταιρειών, ευθυνομένων στην περίπτωση αυτή εις ολόκληρον, μέχρι όμως του ύψους της καθαρής θέσης της εισφερομένης περιουσίας σε κάθε μία από αυτές.

Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμός 19 Κ.Πολ.Δ. αναίρεση επιτρέπεται, αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, η οποία ορίζει ότι κάθε δικαστική απόφαση πρέπει να είναι ειδικά και εμπεριστατωμένα αιτιολογημένη, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή του (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία) (Ολ.

ΑΠ 1/2020, Ολ. ΑΠ 2/2019, Ολ. ΑΠ 8/2018, Ολ. ΑΠ 1/1999). Το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες (ΑΠ 85/2020, ΑΠ 38/2020).

Συνεπώς, κατά την έννοια του αναιρετικού αυτού λόγου η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και υπάρχει, επομένως, εκ πλαγίου παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, όταν από τις παραδοχές της, που περιλαμβάνονται στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της και αποτελούν το αιτιολογικό της, δεν προκύπτουν καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του, για ζήτημα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με αποτέλεσμα έτσι, να μη μπορεί να ελεγχθεί, αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόσθηκε (ΑΠ 78/2020, ΑΠ 59/2020).

Ειδικότερα, ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που, είτε είναι κατά νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση στη συγκεκριμένη περίπτωση, της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόστηκε, είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, ή όταν η απόφαση έχει ελλείψεις, όσον αφορά το νομικό χαρακτηρισμό των κρίσιμων περιστατικών που έγιναν δεκτά (Ολ.

ΑΠ 15/2006, ΑΠ 250/2023, ΑΠ 78/2020, 38/2020, ΑΠ 638/2019, ΑΠ 98/2017). Αντιθέτως, δεν υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσης και δεν έχει εφαρμογή η παραπάνω διάταξη, όταν πρόκειται για ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και μάλιστα στην ανάλυση, στάθμιση και αξιολόγηση του εξαγόμενου από αυτές πορίσματος, γιατί στην κρίση αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανελέγκτως, κατ` άρθρο 561 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ., εκτός αν δεν είναι σαφές και πλήρες το αποδεικτικό πόρισμα και για το λόγο αυτό καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος (Ολ.

ΑΠ 1/2020, ΑΠ 1328/2023, ΑΠ 250/2023, ΑΠ 267/2022, ΑΠ 551/2020).

Στην προκειμένη περίπτωση, από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ., επισκόπηση της προσβαλλόμενης υπ' αριθμ. 1261/2021 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, προκύπτει ότι το Εφετείο αυτό δέχθηκε, ως αποδειχθέντα, κατά την ανέλεγκτη αναιρετικώς κρίση του (άρθρο 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ.), μετά από εκτίμηση των επικληθέντων και προσκομισθέντων αποδεικτικών μέσων, που αναφέρει, τα ακόλουθα: "Δυνάμει του από 18.3.2009 ιδιωτικού συμφωνητικού, η πρώτη των εφεσίβλητων, εξεμίσθωσε στην ανώνυμο εταιρεία υπό την επωνυμία "...", κατάστημα με τα στοιχεία Κ - Α.

ο. 1, στο Εμπορικό Κέντρο κατασκευής της επί της οδού ..., στον Ασπρόπυργο Αττικής. Η διάρκεια της μισθώσεως ορίσθη δωδεκαετής, αρχομένης από την ημέρα παραδόσεως του μισθίου, η οποία ήταν η 18.3.2009. Με την από 31.12.2009 σύμβαση καταπιστευτικής εκχωρήσεως χρηματικής απαιτήσεως η πρώτη των εφεσίβλητων εκμισθώτρια εξεχώρησε στην δευτέρα των εφεσίβλητων την απαίτησή της για την καταβολή του μισθώματος μέχρι τις 17.3.2021, ημερομηνία λήξεως της συμβάσεως.

Η εν λόγω εμπορική μίσθωση κατηγγέλθη υπό της ανωτέρω μισθώτριας με την από 15.3.2011 εξώδικο καταγγελία, σύμφωνα με το άρθρο 43 του ΠΔ 34/1995. Την εν λόγω καταγγελία απέκρουσε η πρώτη εφεσίβλητος και μετά από ανταλλαγή εξώδικων με την ανωτέρω μισθώτρια, κατέθεσε σε βάρος της ανωτέρω μισθώτριας την από 1.3.2012 αγωγή, αιτουμένη καταβολή μισθωμάτων και αποζημιώσεως χρήσεως.

Δικάσιμος ορίσθη η 19.4.2013, κατά την οποίαν η συζήτηση της αγωγής ανεβλήθη για τη δικάσιμο της 4-4-2014. Την 1.4.2014 η εκμισθώτρια πρώτη εφεσίβλητος παραιτήθη του δικογράφου της αγωγής. Εν συνεχεία, οι εφεσίβλητες κατέθεσαν την από 30.12.2014 αγωγή, σε βάρος των νυν εκκαλουσών, αναφερόμενες σε απαιτήσεις πηγάζουσες από την ως άνω σύμβαση μισθώσεως με την "...

ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΚΑΙ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ", άνευ οιασδήποτε μνείας υπεισελεύσεως των εκκαλουσών στην μισθωτική σύμβαση. Το πρώτον σε σχετική αναφορά οι τότε ενάγουσες και νυν εφεσίβλητες προέβησαν με την προσθήκη-αντίκρουση επί των προτάσεών τους ενώπιον του Πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, η οποία αναφορά περιορίζεται σε ισχυρισμό περί μη αποδείξεως της ελλείψεως παθητικής νομιμοποιήσεως της πρώτης των τότε εναγόμενων και νυν εκκαλουσών.

Το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο έκρινε ότι η πρώτη εναγόμενη και νυν πρώτη εκκαλούσα αποτελεί οιονεί καθολική διάδοχο της ανωτέρω μισθώτριας εταιρείας και απέρριψε την ένσταση ελλείψεως παθητικής νομιμοποιήσεως που αυτή είχε εγείρει. Με τον πρώτο λόγο της υπό κρίση εφέσεως η πρώτη εκκαλούσα παραπονείται για εσφαλμένη σχετικώς κρίση.

Η ως άνω μισθώτρια εταιρεία μετονομασθεί σε "... [...] ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΚΑΙ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" στις 29.6.2012 [βλ. ΦΕΚ 8586/14-8.2012, ΤΕΥΧΟΣ ΑΕ, ΕΠΕ & ΓΕ.ΜΗ]. Εν συνεχεία, η εταιρεία αυτή διεσπάσθη σε δύο τμήματα, τα οποία απερροφήθησαν από δύο επωφελούμενες εταιρείες, ήτοι α] από την εταιρεία υπό την επωνυμία "... [...", ήτοι από την πρώτη εκκαλούσα και β] από την εταιρεία υπό την επωνυμία "[...] ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΤΟΥΡΙΣΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΚΑΤΑΣΚΕΥΗΣ ΚΑΙ ΕΚΜΕΤΑΛΛΕΥΣΗΣ ΑΚΙΝΗΤΩΝ", η οποία αργότερα μετονομάσθη και συνεπώς αποτελεί τη δευτέρα εκκαλούσα.

Μετά την επελθούσα διάσπαση δια της υπ' αριθμ. ... πράξεως της Συμβολαιογράφου Αθηνών Σ. Μ., η εταιρεία "... [...] ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΚΑΙ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" διεγράφη από το Εμπορικό Μητρώο [ΦΕΚ 3163/3-6-2013, ΤΕΥΧΟΣ ΑΕ, ΕΠΕ & ΓΕ.ΜΗ]. Βάσει της ως άνω πράξεως διασπάσεως, το σύνολο της διασπώμενης εταιρείας μεταβιβάζεται στις ανωτέρω επωφελούμενες εταιρείες, άρα στις εκκαλούσες, οι οποίες έτσι καθίστανται οιονεί καθολικές διάδοχοι της διασπώμενης.

Από τις τελειώσεως της διασπάσεως εκάστη των εκκαλουσών συνεχίζει τις δίκες της διασπώμενης εταιρείας, κατά προβλεπομένη κατανομή. Σύμφωνα με την κατανομή αυτή, οι εκκρεμείς δίκες της διασπωμένης εταιρείας, οι οποίες σχετίζονται με μισθωτικές συμβάσεις, συνεχίζονται αυτοδικαίως από τη δευτέρα ως άνω επωφελούμενη εταιρεία, συνεπώς από τη δευτέρα των εφεσίβλητων.

Η τελείωση της διασπάσεως επήλθε στις 3.6.2013, ως ανωτέρω. Η εκκαλουμένη εξεδόθη επί της από 30.12.2014 αγωγής ως άνω.

Συνεπώς η δίκη επί της ανωτέρω μισθωτικής συμβάσεως δεν ήταν εκκρεμής κατά την τελείωση της διασπάσεως. Εφόσον η ανωτέρω μισθώτρια διασπασθείσα εταιρεία έπαυσε να υφίσταται ως αυτοτελές νομικό πρόσωπο από τις 3.6.2013 και η δίκη, επί της οποίας εξεδόθη η εκκαλουμένη, δεν ήταν εκκρεμής κατά την ημερομηνία αυτήν, στη θέση της υπεισέρχονται αμφότερες οι εκκαλούσες...

Ως εκ τούτου, ορθώς έκρινε το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, ότι η πρώτη εναγομένη και νυν πρώτη εκκαλούσα αποτελεί οιονεί καθολική διάδοχο της ανωτέρω μισθώτριας εταιρείας και απέρριψε την ένσταση ελλείψεως παθητικής νομιμοποιήσεως που αυτή είχε εγείρει, έστω με ελλιπή αιτιολογία, η οποία συμπληρώνεται με την παρούσα και ο πρώτος λόγος της υπό κρίση εφέσεως, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.

Με τον δεύτερο λόγο της υπό κρίση ως άνω εφέσεως οι εκκαλούσες ισχυρίζονται ότι κακώς το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο δεν απέρριψε την ως άνω αγωγή ως αόριστο, η αοριστία της οποίας έγκειται στο ότι : α) η πρώτη εφεσίβλητος ενσωματώνει στο δικόγραφο της έναν πίνακα με τίτλο "Οι οφειλές των εναγόμενων δυνάμει της Σύμβασης" και μολονότι συνομολογεί ότι "κάθε καταβολή πιστώθηκε προς εξόφληση προγενέστερης οφειλής", όλως αυθαιρέτως και αντιφατικώς προσπαθεί να αντιστοιχήσει εκάστη καταβολή με εξόφληση συγκεκριμένου τιμολογίου εκδόσεως της πρώτης αντιδίκου, χωρίς η αντιστοίχιση αυτή να ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα ή να έχει κάποια χρονική αλληλουχία, β] παρότι η πρώτη εφεσίβλητος συνομολογεί, ότι "η ...

έπαυσε τη λειτουργία του καταστήματός της την 30η Απριλίου 2011, αποχώρησε δε από αυτό λίγες μέρες αργότερα" ζητά, εν τούτοις, να της καταβληθούν δαπάνες κοινοχρήστων και μάρκετινγκ Μαΐου και Ιουνίου 2011 και γ] η δεύτερη εφεσίβλητη δεν εκθέτει με τρόπο σαφή τον χρόνο και τρόπο καταγγελίας, περιοριζόμενη σε μία γενική αναφορά.

Οι πρώτη και δεύτερα αιτίαση αοριστίας ανάγονται στην ουσία της υποθέσεως και αποτελούν στοιχεία της αποδεικτικής διαδικασίας. Η τρίτη αιτίαση αοριστίας δεν οδηγεί σε αδυναμία του Δικαστηρίου να κρίνει επί των αγωγικών αιτημάτων. Ως εκ τούτου, ορθώς το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο έκρινε ότι η ως άνω αγωγή είναι επαρκώς ορισμένη, ως περιέχουσα όλα τα εκ των άρθρων 111 παρ. 2, 118 εδ. 4 και 261 παρ. 1 ΚΠολΔ απαιτούμενα στοιχεία και ο δεύτερος λόγος της υπό κρίση εφέσεως πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.

Περαιτέρω, η δευτέρα εκκαλούσα, είχε ασκήσει σε βάρος των τότε εναγουσών και νυν εφεσίβλητων, ανταγωγή, στην οποίαν εξέθετε, ότι μόνο αυτή νομιμοποιείται παθητικώς στην επίδικο έννομο σχέση, ότι σύμφωνα με την ανωτέρω σύμβαση μισθώσεως, η πρώτη ενάγουσα και νυν πρώτη εφεσίβλητος, θα συμμετείχε στις δαπάνες διαμορφώσεως του μισθίου μέχρι του ποσού των 200.000 ευρώ, το οποίο δεν θα καταβάλλεται στον μισθωτή τοις μετρητοίς, αλλά θα συμψηφίζεται μόνο με μελλοντικά μισθώματα και ότι κατεβλήθησαν εκ παραδρομής μισθώματα αχρεωστήτως κατά το χρονικό διάστημα από μηνός Απριλίου μέχρι μηνός Αυγούστου 2009 και ζητούσε να αναγνωρισθεί ότι η πρώτη ενάγουσα και νυν πρώτη εφεσίβλητος οφείλει να της καταβάλει το συνολικό ποσόν των 20.119,72 ευρώ, ως αχρεωστήτως καταβληθέν, άλλως, επικουρικώς, να συμψηφισθεί το ποσόν αυτό με αυτό που τυχόν θα επεδικάζετο στην πρώτη ενάγουσα-εφεσίβλητο.

Με τον τρίτο λόγο της υπό κρίση εφέσεως οι εκκαλούσες παραπονούνται για εσφαλμένη κρίση του Πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου και ζητούν, όπως σαφώς προκύπτει από την διατύπωση του εφετηρίου [βλ. σελ. 27 αυτού] την εξαφάνιση της εκκαλουμένης κατά το σκέλος που έκρινε ότι οι εκκαλούσες, ευθυνόμενες εις ολόκληρον, οφείλουν να καταβάλουν στην μεν πρώτη εφεσίβλητη, το συνολικό ποσόν των 66.238,41 ευρώ και στη δευτέρα εφεσίβλητο, το συνολικό ποσόν των 178.793,46 ευρώ.

Ωστόσο, στην αυτή σελίδα του εφετηρίου, η ανωτέρω αναφέρει, ότι ουδεμία οφειλή της υφίσταται σήμερα από μισθώματα, αλλά υφίσταται ανταπαίτησή της για την καταβολή του ποσού των 20.119,72 ευρώ, το οποίο υπόκειται σε συμψηφισμό. Βάσει του αιτήματος της ανταγωγής ως άνω, με τον τρίτο λόγο της υπό κρίση εφέσεως οι εκκαλούσες π α ρ α π ο ν ο ύ ν τ α ι για την απόρριψη των ενστάσεων εξοφλήσεως και συμψηφισμού από το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο και ζητούν να εξαφανιστεί η εκκαλουμένη ως προς αυτήν την κρίση και να γίνει δέκτη η ανταγωγή, ήτοι να αναγνωριστεί ότι η πρώτη ενάγουσα και νυν πρώτη εφεσίβλητος οφείλει να καταβάλει στη δευτέρα εκκαλούσα το συνολικό ποσόν των 20.119,72 ευρώ, ως αχρεωστήτως καταβληθέν, άλλως, επικουρικώς, να συμψηφιστεί το ποσόν αυτό με αυτό που επεδικάσθη στην πρώτη ενάγουσα - εφεσίβλητο.

Όπως έχει ήδη ανωτέρω αποδειχθεί, με την από 31.12.2009 σύμβαση καταπιστευτικής εκχωρήσεως χρηματικής απαιτήσεως η πρώτη των εναγουσών και εφεσίβλητων εκμισθώτρια εξεχώρησε στην δευτέρα των εναγουσών και εφεσίβλητων την απαίτησή της για την καταβολή του μισθώματος μέχρι τις 17.3.2021, ημερομηνία λήξεως της συμβάσεως.

Ως εκ τούτου η πρώτη των εναγουσών και πρώτη των εφεσίβλητων δεν νομιμοποιείται παθητικώς στην έγερση της ανταγωγής και το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο ορθώς απέρριψε τις ανωτέρω ενστάσεις, έστω με εσφαλμένη αιτιολογία, η οποία αντικαθίσταται με την παρούσα. Κατά ακολουθίαν ο τρίτος λόγος της υπό κρίση εφέσεως πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.

Μετά ταύτα η υπό κρίση έφεση πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος". Με βάση τις προεκτιθέμενες παραδοχές, το Μονομελές Εφετείο Αθηνών με την προσβαλλόμενη υπ' αριθμ. 1261/2021 απόφασή του, δέχθηκε τυπικά και απέρριψε κατ' ουσίαν την από 6-6-2018 έφεση των εναγόμενων και ήδη αναιρεσειουσών κατά της πρωτόδικης υπ' αριθμ. 628/2018 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, το οποίο δέχθηκε εν μέρει ως κατ' ουσίαν βάσιμη την από 30-12-2014 αγωγή της πρώτης ενάγουσας και ήδη αναιρεσίβλητης, [καθώς και της δεύτερης ενάγουσας και μη διάδικου στην παρούσα αναιρετική δίκη προαναφερόμενης ανώνυμης εταιρείας ("... ...")] και αναγνώρισε ότι εναγόμενες και ήδη αναιρεσείουσες οφείλουν να καταβάλουν, ευθυνόμενες αλληλεγγύως και εις ολόκληρον, υπό την ιδιότητά τους ως οιονεί καθολικών διαδόχων της άνω μισθώτριας ανώνυμης εταιρείας ("...

Α.Ε.Β.Ε."), η οποία διασπάστηκε και απορροφήθηκε από τις δύο αυτές εναγόμενες - αναιρεσείουσες εταιρείες, στην πρώτη ενάγουσα και ήδη αναιρεσίβλητη, (που ενδιαφέρει την παρούσα αναιρετική δίκη), το προαναφερόμενο χρηματικό ποσό. Ήδη, με τον πρώτο λόγο της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης οι αναιρεσείουσες αποδίδουν στην προσβαλλόμενη απόφαση τις πλημμέλειες από τους αριθμούς 1, 19 και 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι το Εφετείο παραβίασε ευθέως, με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή και εκ πλαγίου, με το να διαλάβει ελλιπείς και ανεπαρκείς αιτιολογίες, τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 81 παρ. 2, 82 παρ. 2 η' και 3β', 83 παρ. 2 και 85 του Κ.Ν. 2190/1920 και των άρθρων 173 - 200 και 481 του Α.Κ., δεχόμενο ότι η έννομη συνέπεια της "οιονεί καθολικής διαδοχής" της άνω διασπώμενης μισθώτριας ανώνυμης εταιρείας από τις αναιρεσείουσες - επωφελούμενες εταιρείες οδηγεί σε απεριόριστη εις ολόκληρον ευθύνη αυτών, κατ' άρθρο 481 Α.Κ., χωρίς να ερευνήσει και να διαλάβει σαφή και επαρκή αιτιολογία ως προς τη συνδρομή των ειδικών προϋποθέσεων των άρθρων 81 παρ. 2, 82 παρ. 2 η' και 3β' και 85 του Κ.Ν. 2190/1920 και 173 - 200 Α.Κ και περαιτέρω, δεν έλαβε υπόψη "πράγμα", που παραδεκτά προτάθηκε από την πρώτη αναιρεσείουσα και έχει ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και ειδικότερα τον ισχυρισμό της ότι η περιουσία, που της εισφέρθηκε ως επωφελούμενης εταιρείας, είχε αρνητική καθαρή θέση και άρα η εις ολόκληρον ευθύνη της, δυνάμει του ποσοτικού περιορισμού, που τίθεται με το άρθρο 82 παρ. 3 περ.

β' του Κ.Ν. 2190/1920, είναι μηδενική. Έτσι που έκρινε και με αυτά που ανωτέρω δέχθηκε το Εφετείο διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του ασαφείς, ελλιπείς και ανεπαρκείς αιτιολογίες, αναφορικά με το κρίσιμο ζήτημα της ευθύνης αλληλεγγύως και εις ολόκληρον των αναιρεσειουσών, την οποία (ευθύνη) δέχθηκε για τις επίδικες αγωγικές απαιτήσεις της αναιρεσίβλητης, υπό την ιδιότητά τους ως οιονεί καθολικών διαδόχων της άνω μισθώτριας ανώνυμης εταιρείας ("...

ΑΕΒΕ"), η οποία διασπάστηκε και απορροφήθηκε από αυτές (αναιρεσείουσες), που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής των προαναφερόμενων ουσιαστικού δικαίου διατάξεων, τις οποίες έτσι παραβίασε εκ πλαγίου. Ειδικότερα, το Εφετείο δέχθηκε ότι :

α) από την τελείωση της διάσπασης εκάστη των εκκαλουσών (ήδη αναιρεσειουσών) συνεχίζει τις δίκες της διασπώμενης εταιρείας, κατά προβλεπομένη κατανομή, β) σύμφωνα με την κατανομή αυτή, οι εκκρεμείς δίκες της διασπωμένης εταιρείας, οι οποίες σχετίζονται με μισθωτικές συμβάσεις, συνεχίζονται αυτοδικαίως από τη δεύτερη επωφελούμενη εταιρεία - δεύτερη εφεσίβλητη, ήτοι τη μη διάδικο στην παρούσα αναιρετική δίκη ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "... ...") και γ) εφόσον η ανωτέρω μισθώτρια διασπασθείσα εταιρεία έπαυσε να υφίσταται ως αυτοτελές νομικό πρόσωπο από τις 3.6.2013 και η δίκη, επί της οποίας εκδόθηκε η εκκαλουμένη απόφαση, δεν ήταν εκκρεμής κατά την ημερομηνία αυτή, στη θέση της υπεισέρχονται αμφότερες οι εκκαλούσες και ήδη αναιρεσείουσες, και, ακολούθως, επί των παραδοχών του αυτών το Εφετείο θεμελίωσε την κρίση του για την ευθύνη αλληλεγγύως και εις ολόκληρον αμφοτέρων των αναιρεσειουσών, για τις επίδικες αγωγικές απαιτήσεις της αναιρεσίβλητης.

Ωστόσο, με τις ανωτέρω παραδοχές του το Εφετείο δεν διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφαση σαφείς και επαρκείς αιτιολογίες για τα ακόλουθα κρίσιμα ζητήματα, που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και ειδικότερα: α) δεν διαλαμβάνει στην προσβαλλόμενη απόφαση, όπως απαιτείται για την επάρκεια της αιτιολογίας, αναφορά σχετικά με το εάν το σχέδιο σύμβασης της επίμαχης διάσπασης περιέχει ή όχι συγκεκριμένη ρύθμιση σχετικά με την κατανομή σε κάποια από τις αναιρεσείουσες - επωφελούμενες εταιρείες, του επίδικου στοιχείου του παθητικού, ήτοι σχετικά με την κατανομή των υποχρεώσεων, που απορρέουν από την ένδικη μισθωτική σύμβαση της άνω διασπώμενης μισθώτριας ανώνυμης εταιρείας ("...

Α.Ε.Β.Ε."), οι οποίες (υποχρεώσεις) υφίσταντο κατά το χρόνο της διάσπασης, καθόσον, σύμφωνα με τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, κατά το χρόνο αυτό ήταν ήδη εκκρεμής η από 1-3-2012 προηγούμενη αγωγή της αναιρεσίβλητης - εκμισθώτριας, με την οποία ζητούσε την καταβολή μισθωμάτων και αποζημίωση χρήσης, από το δικόγραφο της οποίας η τελευταία (αναιρεσίβλητη) παραιτήθηκε, κατά τις παραδοχές της προσβαλλόμενης, την 1-4-2014, ήτοι μετά το γενόμενο δεκτό χρόνο της διάσπασης (3-6-2013) και ειδικότερα, ενώ δέχεται ότι η πράξη διάσπασης περιέχει κατανομή των εκκρεμών δικών που σχετίζονται με τις μισθωτικές συμβάσεις, δεν αναφέρει και δεν διευκρινίζει αν υπάρχει κατανομή των αντίστοιχων υποχρεώσεων του ουσιαστικού δικαίου και ειδικότερα των υποχρεώσεων (παθητικού) που απορρέουν από την ένδικη μίσθωση, β) δεν αναφέρει εάν η πράξη της διάσπασης ήταν σαφής και χωρίς κενά και αμφίβολα σημεία, ή είχε ανάγκη ερμηνείας, κατ' άρθρο 82 παρ. 3 περ.

β' Κ.Ν. 2190/1920, με βάση τους ερμηνευτικούς κανόνες των δικαιοπραξιών, που περιέχονται στα άρθρα 173 και 200 του ΑΚ, αναφορικά με την κατανομή του επίδικου στοιχείου του παθητικού, ήτοι των υποχρεώσεων της άνω διασπώμενης μισθώτριας ανώνυμης εταιρείας ("... Α.Ε.Β.Ε."), που απέρρεαν από την ένδικη μισθωτική σύμβαση, γ) δεν διευκρινίζει εάν η ευθύνη αλληλεγγύως και εις ολόκληρον των αναιρεσειουσών, που δέχθηκε ότι υφίσταται (επικυρώνοντας τη σχετική κρίση του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου), για τις επίδικες αγωγικές απαιτήσεις της αναιρεσίβλητης, θεμελιώνεται σε συμφωνηθείσα κατανομή με βάση τη σύμβαση της διάσπασης, όσον αφορά τις μη εκκρεμείς υποθέσεις, ή εάν η ευθύνη αυτή γίνεται δεκτή κατ' εφαρμογή διάταξης νόμου και ποιας, λαμβανομένου υπόψη ότι στην περίπτωση που δεν υπάρχει σχετική ρητή πρόβλεψη για την κατανομή των επίδικων αγωγικών υποχρεώσεων στη σύμβαση της διάσπασης, ούτε συνάγεται η σχετική βούληση των μερών ερμηνευτικά, τότε τυγχάνει εφαρμογής, η προαναφερόμενη ειδική ρύθμιση του άρθρου 82 παρ. 3 περ.

β' Κ.Ν. 2190/1920 και δ) δεν κάνει μνεία σχετικά με την καθαρή θέση της εισφερόμενης περιουσίας σε καθεμία από τις αναιρεσείουσες - επωφελούμενες εταιρείες, ενόψει των ειδικών προϋποθέσεων της εις ολόκληρον ευθύνης των επωφελούμενων εταιρειών, που θέτει η προαναφερθείσα διάταξη του άρθρου 82 παρ. 3 περ. β' Κ.Ν. 2190/1920.

Επομένως, εξ αιτίας των ανωτέρω ασαφών, ελλιπών και ανεπαρκών αιτιολογιών της προσβαλλόμενης απόφασης ως προς τα ανωτέρω κρίσιμα ζητήματα, που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, δεν καθίσταται εφικτός ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής των προαναφερόμενων ουσιαστικού δικαίου διατάξεων, τις οποίες έτσι το Εφετείο παραβίασε εκ πλαγίου, στερώντας την απόφασή του νόμιμης βάσης.

Συνακόλουθα, ο ερευνώμενος πρώτος αναιρετικός λόγος από το άρθρο 559 αριθμός 19 ΚΠολΔ είναι βάσιμος και πρέπει να γίνει δεκτός, ενώ καθίσταται πλέον αλυσιτελής, άλλως παρέλκει η εξέταση του ίδιου αναιρετικού λόγου από τους αριθμούς 1 και 8 ΚΠολΔ, που πλήττουν το ίδιο προσβαλλόμενο και ήδη αναιρούμενο κεφάλαιο της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης.

Περαιτέρω, από τη διάταξη του άρθρου 455 ΑΚ, που ορίζει ότι ο δανειστής με σύμβαση μπορεί να μεταβιβάσει σε άλλον την απαίτησή του χωρίς τη συναίνεση του οφειλέτη, προκύπτει ότι η μεταβίβαση της απαίτησης από τον παλιό (εκχωρητή) στο νέο δανειστή (εκδοχέα) πρέπει να γίνει με σύμβαση, η οποία καταρτίζεται μεταξύ τους (άρθρα 185, 361 ΑΚ), καθόσον δεν αρκεί μονομερής δήλωση του εκχωρητή για να επιφέρει το αποτέλεσμα αυτό (ΑΠ 1431/2022, ΑΠ 648/1980).

Η εκχώρηση είναι σύμβαση διάθεσης (εκποιητική) και αναιτιώδης, δηλαδή ανεξάρτητη από την αιτία της. Από το συνδυασμό της ανωτέρω διάταξης με αυτές των άρθρων 460 έως 467 Α.Κ προκύπτει ότι στην ανωτέρω περίπτωση της μεταβίβασης από το δανειστή σε άλλον της απαίτησής του, ο νέος δανειστής - εκδοχέας δεν αποκτά δικαίωμα απέναντι στον οφειλέτη, πριν ο ίδιος ή ο εκχωρητής αναγγείλει την εκχώρηση στον οφειλέτη.

Από την, κατ' άρθρο 460 ΑΚ, αναγγελία της εκχώρησης στον οφειλέτη αποκόπτεται οριστικά κάθε δεσμός του εκχωρηθέντος από τον εκχωρητή και η απαίτηση, που εκχωρήθηκε, αποκτάται από τον εκδοχέα, ο οποίος καθίσταται αποκλειστικός δικαιούχος της εκχωρηθείσας απαίτησης, δικαιούμενος να εισπράξει και να επιδιώξει δικαστικώς την είσπραξη αυτής από τον οφειλέτη, έχοντας όλα τα πλεονεκτήματα και μειονεκτήματα που συνδέονται αναπόσπαστα με τη φύση της απαίτησης, χωρίς βελτίωση ή χειροτέρευση της προηγούμενης νομικής θέσης του οφειλέτη, ο οποίος έναντι του εκδοχέα έχει τις ίδιες υποχρεώσεις, που είχε προς τον εκχωρητή (ΑΠ 1431/2022, ΑΠ 956/2015, ΑΠ 1356/2012, ΑΠ 1523/2011, ΑΠ 300/2007).

Μετά την αναγγελία της εκχώρησης ο οφειλέτης υποχρεούται να καταβάλει τα οφειλόμενα μόνο στον εκδοχέα, ως αποκλειστικό δικαιούχο και όχι στον εκχωρητή. Αν μετά την αναγγελία ο εκχωρητής εναγάγει τον οφειλέτη, ο τελευταίος τον αποκρούει νομίμως με την προβολή της εκχώρησης και της αναγγελίας, η οποία συνιστά ένσταση καταλυτική της αγωγής (ΑΠ 171/2023).

Περαιτέρω, ο λόγος αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθμός 1 Κ.Πολ.Δ., για παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ιδρύεται αν το δικαστήριο δεν εφάρμοσε τέτοιο κανόνα, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις της εφαρμογής του ή αν εφάρμοσε αυτόν, ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθή, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη ή μη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών στον κανόνα δικαίου, που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (Ολ.

ΑΠ 1/2016, Ολ. ΑΠ 2/2013, Ολ. ΑΠ 7/2006, Ολ. ΑΠ 4/2005). Με το λόγο αυτό ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται δηλαδή αν η αγωγή, ένσταση κ.λ.π., ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου έγινε δεκτή ως νόμιμη, ή απορρίφτηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν (Ολ.

ΑΠ 2/2019, ΑΠ 1034/2020). Στην περίπτωση κατά την οποία το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, τα οποία ανελέγκτως δέχθηκε το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν οι πραγματικές παραδοχές της αποφάσεως καθιστούν προφανή την παραβίαση.

Τούτο συμβαίνει όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του, ή δεν εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε, αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (Ολ.

ΑΠ 8/2018, Ολ. ΑΠ 7/2006, AΠ 1323/2023, 863/2022, ΑΠ 3/2020, ΑΠ 192/2019). Στην προκειμένη περίπτωση, με το δεύτερο λόγο της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης οι αναιρεσείουσες αποδίδουν στην προσβαλλόμενη απόφαση τις πλημμέλειες από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι το Εφετείο παραβίασε ευθέως, με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή και εκ πλαγίου, με έλλειψη αιτιολογίας, τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 455, 460, 463 και 448 Α.Κ., με το να απορρίψει τις ενστάσεις συμψηφισμού και εξόφλησης, που είχε προτείνει για αχρεωστήτως καταβληθέντα μισθώματα, η δεύτερη εναγομένη - αναιρεσείουσα κατά των αξιώσεων της αναιρεσίβλητης, λόγω έλλειψης παθητικής νομιμοποίησης της τελευταίας, επειδή είχε εκχωρήσει την απαίτηση για καταβολή μισθωμάτων στη δεύτερη ενάγουσα και μη διάδικο στην παρούσα αναιρετική δίκη, ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "... ...".

Από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ., επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι το Εφετείο δέχθηκε, όπως προεκτέθηκε, κατά το μέρος που αφορά την έρευνα του ανωτέρω δεύτερου αναιρετικού λόγου, τα ακόλουθα : "Όπως έχει ήδη ανωτέρω αποδειχθεί, με την από 31.12.2009 σύμβαση καταπιστευτικής εκχωρήσεως χρηματικής απαιτήσεως η πρώτη των εναγουσών και εφεσιβλήτων εκμισθώτρια (αναιρεσίβλητη) εξεχώρησε στην δευτέρα των εναγουσών και εφεσιβλήτων ("... ...") την απαίτηση της για την καταβολή του μισθώματος μέχρι τις 17.3.2021, ημερομηνία λήξεως της συμβάσεως.

Ως εκ τούτου η πρώτη των εναγουσών και πρώτη των εφεσιβλήτων (αναιρεσίβλητη) δεν νομιμοποιείται παθητικώς στην έγερση της ανταγωγής και το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο ορθώς απέρριψε τις ανωτέρω ενστάσεις, έστω με εσφαλμένη αιτιολογία, η οποία αντικαθίσταται με την παρούσα". Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του, απέρριψε τις ενστάσεις συμψηφισμού και εξόφλησης, που είχε προτείνει η δεύτερη εναγομένη - δεύτερη αναιρεσείουσα, παραδεκτά πρωτοδίκως και επανέφερε επίσης παραδεκτά, με τον τρίτο λόγο έφεσης, ενώπιον του Εφετείου, για αχρεωστήτως καταβληθέντα μισθώματα ποσού 20.119,72 ευρώ, κατά των αγωγικών αξιώσεων της αναιρεσίβλητης, λόγω έλλειψης παθητικής νομιμοποίησης της τελευταίας, επειδή δέχθηκε ότι είχε εκχωρήσει την απαίτηση για καταβολή μισθωμάτων στη δεύτερη ενάγουσα και μη διάδικο στην παρούσα αναιρετική δίκη, ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "... ...".

Έτσι που έκρινε και με αυτά που ανωτέρω δέχθηκε το Εφετείο, παραβίασε ευθέως, με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 455, 460, 463 και 448 Α.Κ., καθόσον δέχθηκε ότι η μεταβολή προσώπου, που νομιμοποιείται για την είσπραξη της οφειλής, επέρχεται με την κατάρτιση της σύμβασης εκχώρησης και από το χρόνο αυτής και όχι, σύμφωνα με όσα αναφέρθηκαν στην προηγούμενη νομική σκέψη, από το χρόνο αναγγελίας της εκχώρησης στον οφειλέτη.

Επίσης, το Εφετείο με τις ανωτέρω παραδοχές του παραβίασε εκ πλαγίου τις προαναφερθείσες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις και έτσι στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση, καθόσον δεν αναφέρει καθόλου το κρίσιμο ζήτημα και δη εάν έλαβε χώρα αναγγελία προς τον οφειλέτη, ήτοι τη μισθώτρια ανώνυμη εταιρεία "...

Α.Ε.Β.Ε." και μετά τη διάσπαση τη δεύτερη αναιρεσείουσα, της εκχώρησης, (η οποία δέχεται ότι συμφωνήθηκε δυνάμει της από 31-12-2009 σύμβασης καταπιστευτικής εκχώρησης χρηματικής απαίτησης), είτε από την αναιρεσίβλητη - εκχωρήτρια, είτε από τη δεύτερη ενάγουσα ("... Α.Ε.") - εκδοχέα, από την οποία (αναγγελία) ο οφειλέτης, σύμφωνα με τα εκτεθέντα στην προηγούμενη νομική σκέψη, υποχρεούται να καταβάλει τα οφειλόμενα μόνο στον εκδοχέα, ως αποκλειστικό δικαιούχο και όχι στον εκχωρητή, το οποίο ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, ως προς το πρόσωπο που νομιμοποιείται παθητικά για την προβολή κατ' αυτού των ανωτέρω ενστάσεων, που είχε προτείνει η δεύτερη εναγομένη - δεύτερη αναιρεσείουσα, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής των προαναφερόμενων ουσιαστικού δικαίου διατάξεων.

Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης, πρέπει να γίνει δεκτή και να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη υπ' αριθμ. 1261/2021 απόφαση στο σύνολό της. Ακολούθως, πρέπει να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση, στο ίδιο Δικαστήριο, αφού είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλο Δικαστή εκτός εκείνου, ο οποίος εξέδωσε την αναιρούμενη απόφαση (άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ).

Επίσης, πρέπει να διαταχθεί η επιστροφή στις αναιρεσείουσες του παραβόλου, που έχουν καταθέσει (άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ, όπως ισχύει και εφαρμόζεται στην παρούσα υπόθεση μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του ν. 4335/2015, που ισχύει, κατ' άρθρο 1 άρθρο ένατο παρ. 2 αυτού, για τα κατατιθέμενα, από 1-1-2016, ένδικα μέσα).

Τέλος, η αναιρεσίβλητη, ως ηττώμενη διάδικος, πρέπει να καταδικαστεί στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των αναιρεσειουσών, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημά τους, οι οποίες εκπροσωπήθηκαν από τους πληρεξούσιους δικηγόρους τους και κατέθεσαν προτάσεις (άρθρα 176, 183, 189 παρ. 1, 191 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.), όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

-Δέχεται την από 23-9-2021 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης 7504/939/29-9-2021 αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθμ. 1261/2021 τελεσίδικης απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.

Αναιρεί την ανωτέρω υπ' αριθ. 1261/2021 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. -

Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκασή της στο ίδιο Εφετείο, που θα συγκροτηθεί από άλλον Δικαστή, εκτός εκείνου που δίκασε προηγουμένως. Διατάσσει την επιστροφή του παράβολου στις αναιρεσείουσες. -

Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των αναιρεσειουσών, το ύψος των οποίων καθορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων τριακοσίων (2.300) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 30 Νοεμβρίου 2023.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

Και ταύτης αποχωρησάσης από την Υπηρεσία η αρχαιότερη της Συνθέσεως Αρεοπαγίτης ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 4 Σεπτεμβρίου 2024.

Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ