Legislator Case Law & Legislation
583/2023 AI generated

Supreme Court dismisses appeal as inadmissible because the appealed decision is not final regarding necessary co-litigants.

Case Number 583/2023
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appeal as inadmissible because the appealed decision was not final regarding all necessary co-litigants. The appellant challenged a first-instance judgment that had previously annulled a lower court's ruling, but the finality of the decision depended on the exercise of a right of nullity appeal by a third party who had not participated. The court ruled that without proof of the third party's finality or waiver, the appeal could not proceed, and costs were allocated accordingly.

Legislator headnote

AI generated

Articles 108, 110, 498, 568, 576 of the Code of Civil Procedure; An appeal against a decision is inadmissible if the decision has not become final as to all necessary co-litigants, specifically when a right of nullity appeal remains exercisable by a third party whose participation is required for finality.

Keywords

AI generated
inadmissible appeal necessary co-litigants finality of decision right of nullity appeal third party participation code of civil procedure final judgment requirement

Cited Legislation

AI generated
Articles 108, 110, 498, 568, 576 of the Code of Civil Procedure
Article 495, paragraph 3 of the Code of Civil Procedure
Article 179 of the Code of Civil Procedure

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 583 / 2023 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 583/2023

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Μαρία Μουλιανιτάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Μαρουλιώ Δαβίου, Μαρία Κουφούδη, Γεώργιο Καλαμαρίδη, Αγαθή Δερέ - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, την 7η Δεκεμβρίου 2022, με την παρουσία και του Γραμματέα Παναγιώτη Μπούκη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας - καλούσας: Κ. Χ. του Γ. και της Α., ήδη συζ. Ν. Κ., κατοίκου ... η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ευάγγελο Μάλλιο, με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.

Των αναιρεσιβλήτων - καθ' ων η κλήση: 1) Χ. Χ. του Ν. και της Ε., κατοίκου ... 2) Ε. χήρας Κ. Β., το γένος Ν. και Ε. Χ., κατοίκου ... οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Αθανασία Σταυρή και κατέθεσαν προτάσεις.

Του καθ' ου η κοινοποίηση-αναγκαίου ομοδίκου της αναιρεσείουσας: Χ. Κ. του Ν. και της Α., κατοίκου ... ο οποίος δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 18-1-2010 τριτανακοπή των ήδη αναιρεσιβλήτων κατά της αναιρεσείουσας και του ήδη καθ' ου η κοινοποίηση της αίτησης αναίρεσης, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Αχαρνών, για την ακύρωση της απόφασης 6/2003 του Ειρηνοδικείου Αχαρνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 310/2011 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 3761/2016 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 24-9-2018 αίτησή της, επί της οποίας εκδόθηκε η 1336/2021 απόφαση του Αρείου Πάγου που κήρυξε την συζήτηση απαράδεκτη. Την υπόθεση επανέφερε προς συζήτηση η αναιρεσείουσα, με την από 15-3-2022 κλήση της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.

Η πληρεξούσια των αναιρεσιβλήτων ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από τις διατάξεις των άρθρων 108, 110 παρ. 2, 498 παρ. 1, 568 παρ. 1, 576 παρ. 1-3, συνάγεται ότι αν κατά τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί αλλά δεν μετάσχει με τον προσήκοντα τρόπο σ' αυτήν κάποιος διάδικος, ο Άρειος Πάγος οφείλει να εξετάσει αυτεπαγγέλτως ποιος από τους διαδίκους επέσπευσε τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης και αν μεν τη συζήτησή της επέσπευσε εγκύρως ο απολειπόμενος διάδικος, κλητεύοντας νόμιμα και εμπρόθεσμα τους λοιπούς ή κλητεύθηκε ο ίδιος νόμιμα και εμπρόθεσμα από τον επισπεύδοντα τη συζήτηση άλλο διάδικο, η υπόθεση συζητείται σαν να ήταν παρόντες όλοι οι διάδικοι, διαφορετικά, αν δηλαδή δεν προκύπτει έγκυρη επίσπευση της συζήτησής της ή δεν μπορεί να διαπιστωθεί ποιος διάδικος επέσπευσε τη συζήτησή της, αυτή κηρύσσεται απαράδεκτη ως προς όλους τους διαδίκους και η υπόθεση επαναφέρεται για συζήτηση με νέα κλήση, εκτός αν πρόκειται για απλή ομοδικία οπότε, κατά την παρ. 3 του άρθρου 576 ΚΠολΔ, η υπόθεση χωρίζεται και η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης χωρεί νομίμως ως προς όσους από τους διαδίκους εκπροσωπούνται από πληρεξούσιο δικηγόρο ή έχουν κλητευθεί νομίμως και κηρύσσεται απαράδεκτη ως προς τους λοιπούς (ΑΠ 608/2021, ΑΠ 412/2018, ΑΠ 864/2017, ΑΠ 99/2017).

Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα ταυτάριθμα με την παρούσα πρακτικά συνεδρίασης του Δικαστηρίου, κατά την εκφώνηση της υπόθεσης από τη σειρά του οικείου πινακίου και τη συζήτηση αυτής, ο προς ον η κοινοποίηση της αίτησης αναίρεσης, Χ. Κ., αναγκαίος ομοδίκος της αναιρεσείουσας, δεν εμφανίστηκε ούτε εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Από τις με αριθμ. 6343 και 6344/31-03-2022 εκθέσεις επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στο Εφετείο Αθηνών Χ. Π., που προσκομίζει και επικαλείται η αναιρεσείουσα, με επιμέλεια της οποίας επισπεύδεται η συζήτηση, προκύπτει ότι ακριβές αντίγραφο της αίτησης αναίρεσης καθώς και της υπό κρίση κλήσης με την στη συνέχεια αυτής από16-03-2022 πράξη του Προέδρου του Γ Τμήματος περί ορισμού δικασίμου της αναφερόμενης στην αρχή της παρούσας, μαζί με κλήση προς συζήτηση για την παραπάνω σημερινή δικάσιμο, επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα στον προς ον η κοινοποίηση του δικογράφου της αίτησης αναίρεσης, αναγκαίο ομόδικο της αναιρεσείουσας.

Επομένως, εφόσον ο τελευταίος δεν εμφανίστηκε κατά την σημερινή συνεδρίαση πρέπει, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 576 παρ. 1 και 3 ΚΠολΔ, να προχωρήσει η συζήτηση παρά την απουσία του προς ον η κοινοποίηση της αίτησης αναίρεσης, αναγκαίου ομοδίκου της αναιρεσείουσας.

Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 583 και 586 παρ. 1 του ΚΠολΔ συνάγεται ότι κάθε τρίτος ο οποίος δεν συμμετέχει στη δίκη μεταξύ άλλων, ούτε προσεπικλήθηκε, ούτε ανακοινώθηκε σ' αυτόν η δίκη, μπορεί να ασκήσει τριτανακοπή κατά της σχετικώς εκδοθείσας απόφασης, που πρέπει να είναι οριστική και να ζητήσει την ως προς αυτόν ακύρωση ή κήρυξη ανενεργού της απόφασης και όχι την εξαφάνισή της, εφόσον αυτή προκαλεί βλάβη ή θέτει σε κίνδυνο τα έννομα συμφέροντά του και εφόσον ο ίδιος έχει κατά το χρόνο έκδοσης της τριτανακοπτόμενης απόφασης κεκτημένο ή προστατεύσιμο δικαίωμα, κατά το άρθρο 69 του ΚΠολΔ, βάσει του οποίου θα μπορούσε να ασκήσει αγωγή ή παρέμβαση.

Μάλιστα, ο τρίτος που δεν συμμετείχε στη δίκη, ούτε δεσμεύεται από το αντίστοιχο δεδικασμένο, μπορεί να ασκήσει τριτανακοπή χωρίς άλλη προϋπόθεση, ούτε είναι υποχρεωμένος να επικαλεστεί δόλο ή συμπαιγνία των διαδίκων, δεδομένου ότι περιορισμοί στην άσκηση της τριτανακοπής προβλέπονται μόνο για: α) τους διάδικους και τους διαδόχους τους, που ταυτίζονται με αυτούς, όπως οι καθολικοί διάδοχοι, οι οποίοι δεν μπορούν να ασκήσουν τριτανακοπή, παρά μόνο μπορούν να προσβάλουν την απόφαση στις περιπτώσεις κατά τις οποίες επιτρέπεται αναψηλάφηση (άρθρο 333 παρ. 1 ΚΠολΔ) και β) εκείνους που δεσμεύονται από το δεδικασμένο, οι οποίοι μπορούν να ασκήσουν τριτανακοπή μόνον αν επικαλούνται κοινό δόλο ή συμπαιγνία των διαδίκων (άρθρο 586 παρ. 2 του ΚΠολΔ), οι οποίοι είχαν λάβει μέρος στη δίκη, που εκδόθηκε η τριτανακοπτόμενη απόφαση.

Επίσης, με την τριτανακοπή, η οποία δεν είναι ένδικο μέσο, αλλά ένδικο βοήθημα, που δεν υπόκειται σε ορισμένη προθεσμία, δεν ασκείται κάποιο ουσιαστικό δικαίωμα, ούτε επιδιώκεται η διάγνωσή του, αλλά η ενέργειά της εξαντλείται στην ανενέργεια ή ακύρωση της απόφασης απέναντι στον τριτανακόπτοντα. Ακόμη, η βλάβη ή η διακινδύνευση των συμφερόντων του τριτανακόπτοντος, που θεμελιώνει το έννομο συμφέρον του, μπορεί να είναι άμεση, έμμεση ή και ενδεχόμενη, αρκεί πάντως να προκύπτει από την απόφαση ή την εκτέλεσή της (ΑΠ95/2014, ΑΠ 554/2012).

Η τριτανακοπή ασκείται, ανεξάρτητα από το αν η οριστική απόφαση που έκρινε επί της ουσίας της υπόθεσης είναι ήδη (κατά την άσκηση της τριτανακοπής) τελεσίδικη ή αμετάκλητη. Η τριτανακοπή, σύμφωνα με το άρθρο 587 ΚΠολΔ, εισάγεται στο Δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση και παρεμπιπτόντως στο Δικαστήριο στο οποίο εκκρεμεί η κύρια δίκη, αν το Δικαστήριο αυτό είναι ισόβαθμο ή ανώτερο από εκείνο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση.

Κατά το άρθρο 588 παρ. 1 ΚΠολΔ, η τριτανακοπή απευθύνεται κατά όλων των διαδίκων μεταξύ των οποίων εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, εκτός αν ασκείται μετά την εκτέλεση της, οπότε μπορεί να απευθύνεται μόνο κατά του διαδίκου που νίκησε. Από τη διάταξη αυτή σε συνδυασμό και προς εκείνες των άρθρων 74 και 76 παρ. 1ΚΠολΔ, σαφώς προκύπτει, ότι, εφόσον η τριτανακοπτόμενη απόφαση δεν έχει εκτελεσθεί ή είναι αναγνωριστική, η τριτανακοπή απευθύνεται υποχρεωτικώς με ποινή το απαράδεκτο, κατά όλων των αρχικών διαδίκων, καθ' όσον με τη διάταξη αυτή καθιερώνεται υποχρεωτική κοινή παθητική νομιμοποίηση των διαδίκων της αρχικής δίκης και κατά νομική συνέπεια υφίσταται μεταξύ τους σχέση αναγκαστικής ομοδικίας (ΑΠ 1029/2020, ΑΠ 1697/2017, ΑΠ 812/2013).

Περαιτέρω, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 76, 77, 110 παρ. 2 και 558 ΚΠολΔ συνάγεται ότι σε περίπτωση αναγκαστικής ομοδικίας, ο αναιρεσείων πρέπει, επί ποινή απαραδέκτου, να απευθύνει την αναίρεσή του εναντίον όλων των ομόδικων που ήσαν αντίδικοι του κατά την πρωτόδικη δίκη, όχι όμως και εναντίον των ιδίων αυτού ομόδικων αφού την αναίρεση που ασκήθηκε από τον ομόδικο του αναιρεσείοντα θεωρούνται από το νόμο ότι άσκησαν και εκείνοι (άρθρο 76 παρ. 4 ΚΠολΔ), οι οποίοι διαφορετικά θα εμφανίζονταν να έχουν ταυτοχρόνως την ιδιότητα των αναιρεσιβλήτων και των αναιρεσειόντων, που είναι λογικώς και νομικώς απαράδεκτο (ΑΠ 812/2013).

Συνεπώς, το ένδικο μέσο, που ασκεί ο αναγκαίος ομόδικος, δεν νομιμοποιείται, να το ασκήσει και κατά των ομόδικων του, αφού θεωρείται, ότι έχει ασκηθεί και απ' αυτούς, εκτός αν, εξαιτίας της φύσης της δίκης, μπορεί να δημιουργηθεί αντιδικία και μεταξύ των ομόδικων ή περιέχει η προσβαλλόμενη απόφαση διάταξη επωφελή για τον ένα ομόδικο και βλαπτική για τον άλλο.

Πλην, όμως, στην παραπάνω περίπτωση της πλασματικής άσκησης του ένδικου μέσου, πρέπει οι αναγκαίοι ομόδικοι που δεν το άσκησαν, να καλούνται σ' όλες τις συζητήσεις του (άρθρα 76 παρ. 3 και 110 παρ. 2 ΚΠολΔ). Διαφορετικά, η συζήτησή του κηρύσσεται απαράδεκτη ως προς όλους τους διαδίκους (ΑΠ 559/2019, ΑΠ 192/2012). Περαιτέρω, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 552, 553 παρ. 1 β', 309 εδ. 1, 321, 495 παρ. 1, 577 παρ. 1 και 2 ΚΠολΔ προκύπτει ότι σε αναίρεση υπόκειται η απόφαση που έχει καταστεί τελεσίδικη κατά το χρόνο άσκησης του ένδικου αυτού μέσου, δηλαδή κατά το χρόνο της κατάθεσης του οικείου δικογράφου στη γραμματεία του δικαστηρίου που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση.

Τελεσίδικη είναι η απόφαση, η οποία, απεκδύοντας τον δικαστή από κάθε περαιτέρω εξουσία, περατώνει τη δίκη επί της αγωγής και δεν υπόκειται στα τακτικά ένδικα μέσα της ανακοπής ερημοδικίας και της έφεσης. Επί απλής ομοδικίας η τελεσιδικία κρίνεται αυτοτελώς για κάθε διάδικο (ΑΠ 602/2021, ΑΠ 611/2021, ΑΠ 597/2021), με αποτέλεσμα να υπόκειται σε αναίρεση ως προς εκείνον από τους ομόδικους που έγινε τελεσίδικη, έστω και αν δεν έγινε τελεσίδικη ως προς όλους τους ομόδικους.

Αντιθέτως, σε περίπτωση αναγκαστικής ομοδικίας, η οριστική απόφαση προσβάλλεται παραδεκτώς με αναίρεση μόνον όταν καταστεί τελεσίδικη ως προς όλους τους ομόδικους (ΑΠ 1327/2022, ΑΠ 1029/2020, ΑΠ 965/2017). Κατά το άρθρο 503 παρ. 2 και 3 ΚΠολΔ αν ο διάδικος που δικάστηκε ερήμην διαμένει στην Ελλάδα η προθεσμία για την άσκηση της ανακοπής είναι δεκαπέντε ημέρες και αρχίζει από την επίδοση της απόφασης.

Κατά της απόφασης που εκδόθηκε με την απουσία, πραγματική ή πλασματική, ενός των διαδίκων, έστω και αν δεν στηρίχθηκε στη συναγωγή δυσμενών συνεπειών από την ερημοδικία του, παρέχεται δυνατότητα άσκησης ανακοπής ερημοδικίας από τον ερημοδικασθέντα (άρθρο 502 ΚΠολΔ), με συνέπεια όσο διαρκεί η προθεσμία της ανακοπής ερημοδικίας να αποκλείεται η άσκηση, κατά της ερήμην απόφασης, αίτησης αναίρεσης, η οποία, αν παρ' όλα αυτά ασκηθεί, είναι απορριπτέα αυτεπαγγέλτως ως απαράδεκτη (άρθρο 577 παρ. 2 ΚΠολΔ), αφού σε σχέση με την αναίρεση δεν υπάρχει διάταξη αντίστοιχη με εκείνη του άρθρου 513 παρ. 1 περ.

β εδ. β ΚΠολΔ, που ορίζει ότι κατά των ερήμην αποφάσεων επιτρέπεται έφεση ήδη από τη δημοσίευσή τους. Αντίθετα, δηλαδή, με την καθιερούμενη με την τελευταία αυτή διάταξη συμπόρευση των προθεσμιών της έφεσης και της ανακοπής ερημοδικίας, η αναίρεση κατά ερήμην απόφασης είναι επιτρεπτή μόνο εφόσον δεν συγχωρείται κατ' αυτής ανακοπή ερημοδικίας ή έφεση, δηλαδή καθιερώνεται η αρχή της διαδοχικής άσκησης των προβλεπόμενων ένδικων μέσων (ΑΠ 1138/2022, ΑΠ 215/2018).

Συνεπώς, η ερήμην οριστική απόφαση του εφετείου υπόκειται σε αναίρεση μόνο, αν κατά το χρόνο άσκησής της, έπαυσε να υπόκειται σε ανακοπή ερημοδικίας είτε διότι παρήλθε η προθεσμία για την άσκησή της είτε διότι ο δικαιούμενος σε άσκηση αυτής ερημοδικασθείς διάδικος παραιτήθηκε νομίμως από το δικόγραφο του ασκηθέντος ενδίκου μέσου της ανακοπής ή του δικαιώματος προς άσκηση αυτού, διότι έκτοτε αυτή καθίσταται τελεσίδικη και προσβλητή με αναίρεση, σύμφωνα με την παραπάνω διάταξη του άρθρου 553 παρ. 1 περ.

β ΚΠολΔ (ΟλΑΠ 17/2013, ΑΠ 597/2021, ΑΠ 737/2017, ΑΠ 2101/2017), ενώ αν η ερήμην απόφαση του δευτέρου βαθμού δεν επιδοθεί, επειδή δεν προβλέπεται καταχρηστική προθεσμία για την άσκηση ανακοπής ερημοδικίας, δεν αρχίζει η προθεσμία της αναίρεσης, η οποία, αν παρ' όλα αυτά, ασκηθεί, είναι απαράδεκτη (ΑΠ 792/2022, ΑΠ 530/2018). Η απόδειξη της τελεσιδικίας γίνεται με τη προσκόμιση των σχετικών εκθέσεων επίδοσης ή με τη βεβαίωση του δικαστικού επιμελητή στην απόφαση που επιδόθηκε, σε συνδυασμό με βεβαίωση της γραμματείας του δικαστηρίου ότι δεν ασκήθηκε ένδικο μέσο (ΟλΑΠ 18/2001, ΑΠ 792/2022, ΑΠ 1008/2021).

Σε περίπτωση αναγκαστικής ομοδικίας (άρθρ. 76 παρ. 1 και 501 ΚΠολΔ) επί απόφασης που εκδόθηκε με πλασματική ερημοδικία, το έννομο συμφέρον του ερημοδικασθέντος αναγκαίου ομόδικου, έστω και αν αυτός αντιπροσωπεύθηκε στη δίκη από τους παρόντες ομοδίκους του, για την άσκηση ανακοπής ερημοδικίας, καθώς και τις προϋποθέσεις του παραδεκτού αυτής κρίνει μόνο το δικαστήριο που δικάζει την ανακοπή ερημοδικίας, το οποίο θα κρίνει και τη βασιμότητα των λόγων της, ενώ δεν μπορεί να τις κρίνει παρεμπιπτόντως ο Άρειος Πάγος όταν εξετάζει αν η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση έχει τελεσιδικήσει (ΟλΑΠ 15/2001, ΑΠ 453/2022, ΑΠ 602/2021), και, τούτο ανεξάρτητα από την τυχόν παράλειψη του δικαστηρίου να ορίσει παράβολο προς άσκηση ανακοπής ερημοδικίας (ΑΠ 568/2020, ΑΠ 338/2017, ΑΠ 326/2009) καθώς καταβάλλεται το κατώτερο που ορίζεται από τις διατάξεις του άρθρου 505 παρ. 2 ΚΠολΔ (ΑΠ 1075/2018).

Έτσι, σε περίπτωση που αποδεικνύεται ότι η προσβαλλομένη απόφαση δεν έχει καταστεί τελεσίδικη ως προς ένα των αναγκαίων ομόδικων η αναίρεση απορρίπτεται, ως απαράδεκτη, ως προς όλους και όχι μόνο ως προς αυτόν, ως προς τον οποίο δεν αποδεικνύεται η τελεσιδικία (ΑΠ 792/2022, ΑΠ 454/2021, ΑΠ 1029/2020). Στην προκείμενη περίπτωση, από τα στοιχεία της δικογραφίας προκύπτουν τα εξής :

Επί της από 18-01-2010 τριτανακοπής των τριτακανακοπόντων ήδη αναιρεσιβλήτων κατά της πρώτης καθ' ης η τριτανακοπή, ήδη αναιρεσείουσας, και του Χ. Κ., ήδη προς ον η κοινοποίηση του δικογράφου της αίτησης αναίρεσης, και κατά της με αριθμ. 6/2003 απόφασης του Ειρηνοδικείου Αχαρνών, που εκδόθηκε επί αγωγής της ήδη αναιρεσείουσας κατά του εναγόμενου Χ.

Κ., ήδη προς ον η κοινοποίηση του δικογράφου της αίτησης αναίρεσης, εκδόθηκε η 310/2011 απόφαση του Ειρηνοδικείου Αχαρνών, με την οποία ακυρώθηκε η με αριθμ. 6/2003 απόφαση του Ειρηνοδικείου Αχαρνών και αναγνωρίστηκε ότι οι τριτανακόπτοντες είναι συγκύριοι κατά ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου του αναφερόμενου ακινήτου.

Επί της έφεσης που άσκησε η ηττηθείσα πρώτη καθ' ης η τριτανακοπή, που κοινοποιήθηκε στον δεύτερο καθ' ου η τριτανακοπή, κατά της 310/2011 απόφασης του Ειρηνοδικείου Αχαρνών, εκδόθηκε, αντιμωλία των εφεσιβλήτων - τριτανακοπτόντων - αναιρεσιβλήτων και της εκκαλούσας - πρώτης καθ' ης η τριτανακοπή και ερήμην του δεύτερου καθ' ου η τριτανακοπή - προς η κοινοποίηση του δικογράφου της έφεσης, Χ.

Κ., ήδη προς ον η κοινοποίηση του δικογράφου της αίτησης αναίρεσης, θεωρηθείς ως αντιπροσωπευόμενος από την εκκαλούσα, ως αναγκαίο ομόδικο αυτής, η με αριθμ. 3761/2016 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία απορρίφθηκε η έφεση ως κατ' ουσίαν αβάσιμη. Η ως άνω απόφαση του Εφετείου υπόκειται από την έκδοσή της σε ανακοπή ερημοδικίας από τον πλασματικώς ερημοδικασθέντα Χ.

Κ., ενώ το έννομο συμφέρον του για την άσκηση ανακοπής ερημοδικίας δεν μπορεί να εξεταστεί παρεμπιπτόντως από τον Άρειο Πάγο, και ανεξάρτητα που δεν ορίστηκε παράβολο ανακοπής ερημοδικίας. Όμως, από το φάκελο της δικογραφίας δεν αποδεικνύεται, ότι, κατά το χρόνο άσκησης της αίτησης αναίρεσης, έχει καταστεί η προσβαλλόμενη απόφαση τελεσίδικη και ως προς αυτόν, αφού δεν γίνεται σχετική επίκληση από τους παριστάμενους διαδίκους ούτε προκύπτει από τα έγγραφα της δικογραφίας, είτε επίδοση προς αυτόν της προσβαλλόμενης απόφασης και παρέλευση της προθεσμίας άσκησης ανακοπής ερημοδικίας, είτε παραίτησή του από το σχετικό δικαίωμα άσκησης ανακοπής ερημοδικίας.

Επομένως, σύμφωνα με τη σκέψη που προεκτέθηκε, η αίτηση αναίρεσης, πρέπει να απορριφθεί, αυτεπαγγέλτως, ως απαράδεκτη, αφού ασκείται κατά απόφασης, η οποία δεν έχει καταστεί τελεσίδικη ως προς όλους τους αναγκαίους ομοδίκους. Επίσης, πρέπει να διαταχθεί η εισαγωγή του προκαταβληθέντος από την αναιρεσείουσα παραβόλου στο δημόσιο ταμείο, λόγω της ήττας της (άρθρ. 495 παρ. 3 του ΚΠολΔ).

Τέλος, τα δικαστικά έξοδα πρέπει να συμψηφισθούν, εν όλω, μεταξύ των διαδίκων, καθόσον η ερμηνεία των εφαρμοσθεισών διατάξεων ήταν ιδιαιτέρως δυσχερής (άρθρο 179 του ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 24-09-2018 αίτηση αναίρεσης της Κ. Χ. του Γ. και της Α., ήδη συζύγου Ν. Κ. κατά της με αριθμ. 3761/2016 απόφασης του δικάσαντος, ως Εφετείου, Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών.

Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.

Συμψηφίζει εν όλω τα δικαστικά έξοδα μεταξύ των διαδίκων.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, την 1η Φεβρουαρίου 2023.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 19 Απριλίου 2023.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ