Supreme Court dismisses appeal as inadmissible because the appealed judgment has not become final against all necessary co-litigants.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appeal as inadmissible because the appealed judgment had not become final against all necessary co-litigants. The appellant challenged a third-instance decision that had previously dismissed a seizure action, but one co-litigant was absent from the appeal proceedings. The court ruled that the judgment remained subject to a separate nullity appeal by the absent party, preventing the finality required for the current appeal.
Legislator headnote
AI generatedArticles 553(1) and 554 of the Code of Civil Procedure; An appeal is inadmissible if the appealed judgment has not become final against all necessary co-litigants, as the court of first instance alone determines the conditions for a nullity appeal.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 965 / 2017 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 965/2017
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1’ Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Βασίλειο Πέππα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Γερασίμου Φουρλάνου), Γεώργιο Λέκκα, Αθανάσιο Καγκάνη, Ιωάννη Μπαλιτσάρη και Αγγελική Τζαβάρα, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ, δημόσια στο ακροατήριό του, στις 3 Απριλίου 2017, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας-καλούσας: Δ. Π. του Ι., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Παναγιώτη Ακριτίδη με δήλωση, κατ’ άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και δεν κατέθεσε προτάσεις.
Των καθών η κλήση: 1) Χ. Δ. του Μ., κατοίκου ..., 2) Χ. Π. του Ι., κατοίκου ..., οι οποίοι δεν παραστάθηκαν στο ακροατήριο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 7/11/2007 αγωγή της πρώτης ήδη αναιρεσιβλήτου-καθ’ ης η κλήση, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Χαλκιδικής.
Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 94/2010, οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 494/2014 του Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησε η ήδη αναιρεσείουσα-καλούσα με την από 23/7/2014 αίτησή της, επί της οποίας εκδόθηκε η 601/2015 απόφαση του Αρείου Πάγου, που κήρυξε την συζήτηση απαράδεκτη.
Την υπόθεση επανέφερε προς συζήτηση η ήδη αναιρεσείουσα-καλούσα με την από 8/7/2016 κλήση της.
Ο Εισηγητής, Αρεοπαγίτης Αθανάσιος Καγκάνης, ανέγνωσε την από 19/2/2015 έκθεση του κωλυομένου να μετάσχει στη σύνθεση του παρόντος Δικαστηρίου Αρεοπαγίτη Χαράλαμπου Μαχαίρα, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως.
Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας-καλούσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την, από 8-7-2016, κλήση της αναιρεσείουσας νόμιμα φέρεται προς συζήτηση η υπό κρίση (από 23-7-2014) αίτηση αναιρέσεως της 494/2014 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης μετά την κήρυξη απαραδέκτου, με την 601/2015 απόφαση του Δικαστηρίου αυτού, της επ’ αυτής (αναιρέσεως), κατά το δικάσιμο της 2-3-2015 λαβούσας χώρα, συζητήσεως.
Από τις διατάξεις των άρθρων 553 παρ. 1 και 554 ΚΠολΔικ προκύπτει ότι, η ερήμην οριστική απόφαση του Εφετείου υπόκειται σε αναίρεση, μόνο αφότου έπαυσε να είναι προσβλητή με ανακοπή ερημοδικίας είτε διότι παρήλθε η κατ’ άρθρο 503 αρ. 1 ΚΠολΔικ 15νθήμερη, προς άσκηση αυτής, προθεσμία από την επίδοση της ερήμην απόφασης είτε διότι ο δικαιούμενος στην άσκησή της (ερημοδικασθείς) διάδικος παραιτήθηκε νομίμως από το δικόγραφο του ασκηθέντος ενδίκου μέσου της ανακοπής ή από το σχετικό δικαίωμα, καθόσον έκτοτε αυτή καθίσταται τελεσίδικη και προσβλητή με αναίρεση, σύμφωνα με την ως άνω διάταξη του άρθρ. 553 αρ. 1β ΚΠολΔικ. (ΑΠ 1466/10, ΑΠ 1428/08, ΑΠ 839/08).
Περαιτέρω, από το συνδυασμό της διάταξης του αρθρ. 553 παρ. 1β ΚΠολΔικ μ’ αυτές των αρθρ. 74, 75 παρ. 1 και 2 και 76 παρ. 1 ΚΠολΔικ προκύπτει ότι, σε περίπτωση απλής ομοδικίας η οριστική απόφαση, που εκδίδεται, καθίσταται τελεσίδικη αυτοτελώς έναντι εκάστου ομοδίκου και συνεπώς υπόκειται σε αναίρεση ως προς εκείνον από τους ομοδίκους που έγινε τελεσίδικη έστω και αν δεν έγινε τελεσίδικη ως προς όλους τους ομοδίκους.
Αντιθέτως, σε περίπτωση αναγκαστικής ομοδικίας, η οριστική απόφαση προσβάλλεται παραδεκτώς με αναίρεση μόνο όταν καταστεί τελεσίδικη ως προς όλους τους ομοδίκους (ΑΠ 367/2014). Εξάλλου, όπως προκύπτει από τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 76 παρ. 1 και 501 ΚΠολΔικ. σε περίπτωση αναγκαστικής ομοδικίας δικαίωμα να ασκήσει ανακοπή ερημοδικίας έχει ο ερημοδικασθείς αναγκαίος ομόδικος, έστω και αν αυτός θεωρείται ότι αντιπροσωπεύθηκε στη δίκη από τους παρόντες ομοδίκους (ΑΠ 658/2012).
Το έννομο συμφέρον του απόντος ομοδίκου προς άσκηση ανακοπής ερημοδικίας καθώς και τις προϋποθέσεις του παραδεκτού αυτής κρίνει μόνο το δικαστήριο που δικάζει την ανακοπή ερημοδικίας, δεν μπορεί δε να τις κρίνει παρεμπιπτόντως ο Άρειος Πάγος κατά την έρευνα περί του εάν η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση έχει καταστεί τελεσίδικη (Ολ.ΑΠ 15/2001).
Σε περίπτωση που αποδεικνύεται ότι η προσβαλλομένη απόφαση δεν έχει καταστεί τελεσίδικη ως προς ένα των αναγκαίων ομοδίκων η αναίρεση απορρίπτεται, ως απαράδεκτη, ως προς όλους και όχι μόνο ως προς αυτόν ως προς τον οποίο δεν αποδεικνύεται η τελεσιδικία (ΑΠ 367/2014, ΑΠ 764/09). Στην προκειμένη περίπτωση από την παραδεκτή επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων προκύπτουν τα παρακάτω:
Επί της από 7-11-2007 αγωγής της αναιρεσιβλήτου (Χ. Δ.) κατά των, με το δεσμό της αναγκαστικής ομοδικίας συνδεομένων, Δ. Π. (αναιρεσείουσας) και του σε εκτέλεση της προδιαληφθείσας αποφάσεως (601/2015) του Αρείου Πάγου κληθέντος Χ. Π., περί διαρρήξεως, ως καταδολιευτικής, κατά τις διατάξεις του άρθρου 939 ΑΚ, της μεταξύ των τελευταίων (εναγομένων) καταρτισθείσας δικαιοπραξίας, εκδόθηκε η 94/2010 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτ.
Χαλκιδικής, η οποία την απέρριψε (αγωγή) ως ουσιαστικά αβάσιμη. Κατά της αποφάσεως αυτής ασκήθηκε από την ηττηθείσα ως άνω ενάγουσα (Χ. Δ.) η από 3.9.2010 έφεση, επί της οποίας εκδόθηκε, ερήμην του εκ των εφεσιβλήτων - εναγομένων ως άνω Χ. Π. και κατ’ αντιμωλίαν των λοιπών διαδίκων (αναιρεσείουσας και αναιρεσιβλήτου), η προσβαλλομένη 494/2014 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης, η οποία, κατ’ αποδοχή αυτής (εφέσεως), εξαφάνισε την εκκαλουμένη πρωτόδικο απόφαση και έκανε δεκτή, ως και ουσιαστικά βάσιμη, την αγωγή.
Κατά της παραπάνω εφετειακής αποφάσεως ασκήθηκε η ένδικη αίτηση αναιρέσεως από την εκ των εναγομένων - εφεσιβλήτων (κατ’ αντιμωλίαν δευτεροβαθμίως δικασθείσα) Δ. Π. (αναιρεσείουσα) στρεφόμενη κατά της ενάγουσας - εκκαλούσας Χ. Δ. (αναιρεσίβλητος), πλην όμως δεν αποδεικνύεται ότι η προσβαλλομένη ως άνω απόφαση (494/2014 ΕΘ) έχει καταστεί τελεσίδικη και ως προς τον (κατ’ έφεση) ερημοδικασθέντα Χ.
Π. αναγκαίο ομόδικο της αναιρεσείουσας (ΑΠ 192/2012 ΑΠ 1332/2011) αφού αυτός, αν και αναγκαίος ομόδικος της τελευταίας, δικαιούται, κατά τα εκτιθέμενα στη μείζονα σκέψη, να την προσβάλλει με ανακοπή ερημοδικίας, καθόσον δεν αποδεικνύεται από τα έγγραφα της δικογραφίας ούτε και γίνεται σχετική επίκληση από την παρισταμένη αναιρεσείουσα είτε επίδοση προς τον ερημοδικασθέντα αναγκαίο ομόδικό της ή την ίδια από τον τελευταίο της προσβαλλομένης αποφάσεως και παρέλευση της προς άσκηση ανακοπής προθεσμίας είτε παραίτηση αυτού από το σχετικό δικαίωμα.
Κατ’ ακολουθίαν αυτών, και σύμφωνα με τα εκτεθέντα στη μείζονα σκέψη, η ένδικη αίτηση αναίρεσης κρίνεται, κατ’ αυτεπάγγελτη έρευνα, απορριπτέα ως απαράδεκτη καθόσον ασκείται κατ’ αποφάσεως η οποία δεν έχει καταστεί τελεσίδικη ως προς όλους τους αναγκαίους ομοδίκους.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την (από 23-7-04 και με αριθμ. Καταθ. …2014) αίτηση αναιρέσεως κατά της 494/2014 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 30 Μαΐου 2017.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 08 Ιουνίου 2017.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ