Supreme Court allows appeal against second insurer but dismisses appeal against first absent insurer.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's appeal against the first insurer due to their unjustified absence and failure to submit a written statement. However, the court allowed the appeal against the second insurer, finding the lower court erred in accepting evidence submitted after the trial concluded. Consequently, the case was remitted to the Court of Appeal for retrial regarding the second insurer, while the appeal against the first insurer was rejected.
Legislator headnote
AI generatedArt. 529 § 1, Art. 559 nos. 11, 19 of the Code of Civil Procedure; An appeal is admissible only if the contested decision was rendered after the trial concluded, and the absence of a party without a written statement constitutes a ground for dismissal.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 688 / 2019 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 688/2019
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Κιουρκτσόγλου - Πετρουλάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Σοφία Ντάντου, Μαρία Τζανακάκη, Αντώνιο Τσαλαπόρτα και Θεόδωρο Μαντούβαλο, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 7 Δεκεμβρίου 2018, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Ν. Π. του Β., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αλέξανδρο Σαρηβαλάση.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ι. Κ. του Γ., κατοίκου ..., ο οποίος δεν παραστάθηκε, ούτε εκπροσωπήθηκε στο ακροατήριο, 2) ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "... ΑΕΓΑ", που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Αναστασία Αποστόλου - Σαμαρά με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και 3) ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "... AAE" και ήδη "...", τεθείσας υπό ασφαλιστική εκκαθάριση, που εδρεύει στο ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Ελένη Φρουδάκη, που δήλωσε στο ακροατήριο την ως άνω μεταβολή της 3ης αναιρεσίβλητης ασφαλιστικής εταιρείας.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 20-3-2006 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάστηκε με την από 4-9-2006 ανακοίνωση δίκης με προσεπίκληση σε αναγκαστική παρέμβαση - παρεμπίπτουσα αγωγή της ήδη 2ης αναιρεσίβλητης, την από 30-5-2007 πρόσθετη παρέμβαση της ήδη 3ης αναιρεσίβλητης, καθώς και με άλλα δικόγραφα των εκεί διαδίκων, που δεν ενδιαφέρουν εν προκειμένω. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 3288/2009 μη οριστική και 1754/2012 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 2951/2015 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 27-6-2017 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγητή τον Αρεοπαγίτη Θεόδωρο Μαντούβαλο, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκαν μόνο ο αναιρεσείων και οι 2η και 3η των αναιρεσιβλήτων όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης αναίρεσης, η πληρεξούσια της 3ης αναιρεσίβλητης την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από την προσκομιζόμενη με επίκληση από τον αναιρεσείοντα υπ' αριθμ. ….87Γ'/12-3-2018 έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Αθηνών Μ. Κ. προκύπτει ότι ακριβές αντίγραφο της κρινόμενης αίτησης αναιρέσεως, με πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση για την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο, επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα στον πρώτο αναιρεσίβλητο Ι. Κ.. Ο τελευταίος όμως, όπως προκύπτει από τα πρακτικά, δεν εμφανίσθηκε, ούτε κατέθεσε έγγραφη δήλωση κατά το άρθρο 242 § 2 ΚΠολΔ, κατά την παραπάνω συνεδρίαση, όταν η υπόθεση εκφωνήθηκε κατά τη σειρά του πινακίου. Επομένως, πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση παρά την απουσία του πρώτου αναιρεσίβλητου (ΚΠολΔ 576 § 2).
Από τη διάταξη του άρθρου 553 § 1 ΚΠολΔ, που ορίζει ότι "αναίρεση επιτρέπεται μόνο κατά των αποφάσεων που δεν μπορούν να προσβληθούν με ανακοπή ερημοδικίας και έφεση", προκύπτει ότι απόφαση η οποία έχει εκδοθεί ερήμην δεν υπόκειται σε αναίρεση, εφόσον μπορεί να προσβληθεί με ανακοπή ερημοδικίας.
Συνεπώς, κατά της απόφασης που εκδόθηκε με την απουσία, πραγματική ή πλασματική, ενός των διαδίκων, έστω και αν δεν στηρίχθηκε στη συναγωγή δυσμενών συνεπειών από την ερημοδικία του, ενεργοποιείται αμέσως με την έκδοσή της η δυνατότητα άσκησης απ' αυτόν ανακοπής ερημοδικίας κατά της ερήμην απόφασης (ΚΠολΔ 502), με συνέπεια όσο διαρκεί η προθεσμία της ανακοπής ερημοδικίας, που λήγει είτε διότι παρήλθε η κατ' άρθρο 503 § 1 ΚΠολΔ 15νθήμερη, προς άσκηση αυτής, προθεσμία από την επίδοση της ερήμην απόφασης είτε διότι ο δικαιούμενος στην άσκησή της (ερημοδικασθείς) διάδικος παραιτήθηκε νομίμως από το δικόγραφο του ασκηθέντος ενδίκου μέσου της ανακοπής ή από το σχετικό δικαίωμα, να αποκλείεται η άσκηση κατά της ερήμην απόφασης αίτησης αναίρεσης, η οποία, αν παρόλα αυτά ασκηθεί, είναι απορριπτέα ως απαράδεκτη (ΚΠολΔ 577 § 1), με αυτεπάγγελτη έρευνα του δικαστηρίου (ΑΠ 2102/2017, ΑΠ 12/2011, ΑΠ 430/2009).
Αν παραλειφθεί η επίδοση της ερήμην απόφασης, δεν αρχίζει καν η προθεσμία άσκησης ανακοπής ερημοδικίας κατ' αυτής, οπότε αντίστοιχα δεν υπάρχει χρονικό όριο για την άσκησή της, αφού σε σχέση μ' αυτή δεν είναι θεσπισμένη καταχρηστική προθεσμία αντίστοιχη με την καταχρηστική προθεσμία των άρθρων 518 § 2 και 564 § 3 ΚΠολΔ, που ισχύει για την έφεση και την αναίρεση.
Έτσι, η παράλειψη επίδοσης της ερήμην απόφασης εμποδίζει εξακολουθητικά την άσκηση κατ' αυτής αίτησης αναίρεσης, με απότοκη συνέπεια την αναστολή και της καταχρηστικής προθεσμίας των δύο ετών που ισχύει για την αναίρεση και έχει ως αφετηρία τη δημοσίευση της προσβαλλόμενης απόφασης, αφού προϋπόθεση αυτονόητη της προθεσμίας αυτής είναι η ύπαρξη απόφασης υποκείμενης οπωσδήποτε σε αναίρεση (ΑΠ 2102/2017).
Εξάλλου, κατά το άρθρο 673 ΚΠολΔ, που εφαρμόζεται στις διαφορές για ζημίες από αυτοκίνητο, καθώς και από τη σύμβαση της ασφάλισής του (ΚΠολΔ 681Α όπως ίσχυε μέχρι την κατάργησή του με το άρθρο τέταρτο Ν. 4335/23-7-2015) και στην κατ' έφεση δίκη (ΚΠολΔ 674 § 2), ανακοπή ερημοδικίας επιτρέπεται αν εκείνος που δικάστηκε ερήμην δεν κλητεύθηκε καθόλου ή δεν κλητεύθηκε νόμιμα ή εμπρόθεσμα, ή αν συντρέχει λόγος ανώτερης βίας.
Τέλος, από το συνδυασμό της διάταξης του άρθρου 553 § 1β με αυτές των άρθρων 74, 75 §§ 1 και 2 και 76 § 1 ΚΠολΔ προκύπτει ότι, σε περίπτωση απλής ομοδικίας, η οποία υπάρχει και όταν ενάγονται περισσότεροι του ενός ως εις ολόκληρον ευθυνόμενοι, η οριστική απόφαση που εκδίδεται, καθίσταται τελεσίδικη αυτοτελώς έναντι εκάστου ομοδίκου και συνεπώς υπόκειται σε αναίρεση ως προς εκείνον από τους ομοδίκους που έγινε τελεσίδικη έστω και αν δεν έγινε τελεσίδικη ως προς όλους τους ομοδίκους (ΑΠ 965/2017).
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, αυτή εκδόθηκε από το Εφετείο ερήμην του πρώτου εφεσίβλητου και ήδη πρώτου αναιρεσίβλητου Ι. Κ. και αντιμωλία των λοιπών και δημοσιεύθηκε στις 29-6-2015. Όμως, ο αναιρεσείων δεν επικαλείται επίδοση της αποφάσεως αυτής στον ερημοδικασθέντα Ι.
Κ., ούτε από το φάκελο της δικογραφίας προκύπτει ότι του έχει κοινοποιηθεί αυτή, ώστε να αρχίσει να τρέχει γι' αυτόν, κατ' άρθρο 503 § 1 ΚΠολΔ, η δεκαπενθήμερη προθεσμία της ανακοπής ερημοδικίας.
Συνεπώς, η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως ασκήθηκε κατά του πρώτου αναιρεσίβλητου κατ' αποφάσεως που υπόκειται σε ανακοπή ερημοδικίας και για το λόγο αυτό πρέπει να απορριφθεί, αυτεπαγγέλτως, ως απαράδεκτη, σύμφωνα με το άρθρο 577 §§ 1 και 2 ΚΠολΔ, σε αντίθεση με τους λοιπούς αναιρεσίβλητους, απλούς ομοδίκους του, ως προς τους οποίους η προσβαλλόμενη απόφαση έχει καταστεί τελεσίδικη και παραδεκτά απευθύνεται εναντίον τους η αίτηση αναίρεσης (ΚΠολΔ 577 § 3).
Όπως προκύπτει από την παραδεκτή, κατ' άρθρ. 561 § 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων, με την πρωτοβάθμια 1754/2012 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών που εκδόθηκε κατά την ειδική διαδικασία των αυτοκινητικών διαφορών, συνεκδικάστηκαν α) η από 20-3-2006 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος κατά των πρώτου και δεύτερης των αναιρεσιβλήτων (εναγομένων), με την οποία ο ενάγων επικαλούμενος τραυματισμό του εκ τροχαίου ατυχήματος από υπαιτιότητα του πρώτου εναγομένου οδηγού, την αστική ευθύνη του οποίου, έναντι των τρίτων, είχε ασφαλίσει η δεύτερη εναγομένη, ζήτησε να υποχρεωθούν αυτοί σε ολόκληρο να του καταβάλουν για διαφυγόντα κέρδη, για πρόσθετη χρηματική παροχή για την αναπηρία που υπέστη από το επίδικο ατύχημα (ΑΚ 931) και για χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, τα αναφερόμενα ποσά, β) η από 4-9-2009 προσεπίκληση - παρεμπίπτουσα αγωγή της δεύτερης εναγομένης (αναιρεσίβλητης) κατά της τρίτης των αναιρεσιβλήτων, με την οποία ισχυρίστηκε ότι το αυτοκίνητο του πρώτου αναιρεσίβλητου ήταν ασφαλισμένο και σ' αυτήν και για το λόγο αυτό ζήτησε να της καταβάλει ποσοστό 50% επί του οποιουδήποτε ποσού υποχρεωθεί να καταβάλει στον κυρίως ενάγοντα, και γ) η προφορικώς ασκηθείσα στο ακροατήριο πρόσθετη παρέμβαση της προσεπικαλούμενης υπέρ της προσεπικαλούσας.
Με την απόφαση αυτή έγινε εν μέρει δεκτή η κύρια αγωγή κατά του πρώτου εναγομένου, απορρίφθηκε αυτή κατά της δεύτερης εναγομένης κατά παραδοχή και ως ουσία βάσιμης της ένστασης αυτής, καταλυτικής της αγωγής, ότι το επίδικο ατύχημα προκλήθηκε από πρόθεση - ενδεχόμενο δόλο του οδηγού του ζημιογόνου αυτοκινήτου, απορρίφθηκε η προσεπίκληση - παρεμπίπτουσα αγωγή ως άνευ αντικειμένου και έγινε δεκτή η πρόσθετη παρέμβαση.
Κατά της απόφασης άσκησε ο αναιρεσείων την από 30-4-2013 έφεσή του ενώπιον του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, με την οποία αιτήθηκε να εξαφανιστεί η εκκαλουμένη κατά το μέρος που απέρριψε την αγωγή του και να γίνει δεκτή αυτή (η αγωγή του) στο σύνολό της. Και το Δικαστήριο αυτό εξέδωσε την προσβαλλόμενη υπ' αριθμ. 2951/2015 απόφασή του με την οποία απέρριψε κατ' ουσίαν την έφεση, δεχόμενο ότι και πρωτοδίκως.
Από τις διατάξεις των άρθρων 335, και 338 έως 340 ΚΠολΔ συνάγεται ότι το δικαστήριο για να σχηματίσει τη δικανική του πεποίθηση ως προς τη βασιμότητα ή μη των προβαλλομένων από τους διαδίκους πραγματικών γεγονότων που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λαμβάνει υπ' όψη όλα τα νόμιμα αποδεικτικά μέσα που επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι για άμεση και έμμεση απόδειξη, χωρίς να επιβάλλεται να γίνεται ειδική αναφορά και χωριστή αξιολόγηση του καθενός από αυτά, αρκεί να καθίσταται απολύτως βέβαιο από όλο το περιεχόμενο της απόφασης, ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα που με επίκληση προσκομίστηκαν από τους διαδίκους, αρκεί δηλαδή η γενική αναφορά του είδους του αποδεικτικού μέσου (μάρτυρες, έγγραφα, πραγ/νη, ένορκες βεβαιώσεις κ.λπ.) που έλαβε υπόψη του το δικαστήριο.
Δεν αποκλείεται, η απόφαση του δικαστηρίου, να μνημονεύει και να εξαίρει μερικά από τα αποδεικτικά μέσα, λόγω της, κατά την ελεύθερη κρίση του, μεγαλύτερης σημασίας τους. Η παράβαση της υποχρεώσεως αυτής ιδρύει τον λόγο της αναιρέσεως του άρθρου 559 αριθ. 11 περ. γ' ΚΠολΔ υπό την αποκλειστική προϋπόθεση ότι το πραγματικό γεγονός που επικαλείται ο διάδικος ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, εφ' όσον μόνο ένα τέτοιο (ουσιώδες) γεγονός καθίσταται αντικείμενο αποδείξεως (ΟλομΑΠ 14/2005, ΟλομΑΠ 2/2008, ΑΠ 895/2011).
Ειδικώς, όταν πρόκειται περί αποφάσεως ποινικού δικαστηρίου, το δικάσαν Εφετείο δεν δεσμεύεται μεν από το περιεχόμενο αυτής και δύναται να καταλήξει σε αποδεικτικό πόρισμα αντίθετο εκείνης, πρέπει όμως, εν όψει της σοβαρότητας του αποδεικτικού αυτού στοιχείου, να το αντικρούσει (ΑΠ 125/2018, ΑΠ 808/2017, 806/2017, ΑΠ 213/2014).
Στην προκειμένη περίπτωση, ο αναιρεσείων, με τον πρώτο λόγο αναιρέσεως, αναφορικώς με την υπαιτιότητα του πρώτου των αναιρεσιβλήτων, οδηγού του ζημιογόνου αυτοκινήτου στο τροχαίο ατύχημα στο οποίο τραυματίστηκε και ειδικότερα επί του ζητήματος εάν αυτός (αναιρεσίβλητος) επέπεσε επί του αναιρεσείοντος με το αυτοκίνητο που οδηγούσε και τον τραυμάτισε εκ προθέσεως - ενδεχόμενο δόλο (όπως δέχθηκε η εφετειακή απόφαση) ή εξ αμελείας (όπως ο ίδιος ισχυρίστηκε), η εξακρίβωση του οποίου ασκεί ουσιώδη επιρροή επί της ευθύνης της δεύτερης αναιρεσείουσας ασφαλιστικής εταιρίας, καθόσον υφισταμένης προθέσεως του οδηγού στο ατύχημα, η ίδια κατ' άρθρο 6 § 1 τελ.
εδ. Ν. 489/1979 απαλλάσσεται της ασφαλιστικής της ευθύνης (όπως δέχθηκε το Εφετείο κατ' ένσταση αυτής και απέρριψε την έφεσή του εναντίον της) αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθ. 11 περ. γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι δεν έλαβε υπ' όψη της, άλλως δεν καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο ότι έλαβε υπ' όψη της, την επικληθείσα νομίμως με την έφεση και με τις από 2-10-2014 προτάσεις του ενώπιον του Εφετείου Αθηνών και προσκομισθείσα ενώπιον του Δικαστηρίου εκείνου το πρώτον κατ' άρθρο 529 § 1 ΚΠολΔ, καθότι στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο δεν είχε ακόμη εκδοθεί, 425/2012 απόφαση του Α' Μικτού Εφετείου Αθηνών, η οποία είχε καταστεί αμετάκλητη, όπως προέκυπτε από τα επικληθέντα επίσης και προσκομισθέντα υπ' αριθμ. 530/2014 και 24/2014 πιστοποιητικά αμετακλήτου της απόφασης αυτής, η οποία έκρινε με ευρύ και πλήρως αιτιολογημένο σκεπτικό, ότι το επίδικο συμβάν πραγματοποιήθηκε από αμέλεια του οδηγού (πρώτου αναιρεσίβλητου) και όχι από πρόθεση-ενδεχόμενο δόλο.
Από την επιτρεπτή επισκόπηση (ΚΠολΔ 561 § 2) της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι το Εφετείο, στο συμπέρασμά του περί της κατ' ουσίαν απορρίψεως της αγωγής, κατ' αποδοχή και ως ουσία βάσιμης της ενστάσεως της εναγομένης ασφαλιστικής εταιρίας, καταλυτικής της αγωγής, ότι το επίδικο ατύχημα προκλήθηκε από πρόθεση-ενδεχόμενο δόλο του οδηγού του ζημιογόνου αυτοκινήτου, κατέληξε, σύμφωνα με την διαλαμβανόμενη στην απόφασή του βεβαίωση, αφού έλαβε υπ' όψη και όλα τα έγγραφα, που με επίκληση προσκόμισαν οι διάδικοι, και εκτιμώνται ελεύθερα από το δικαστήριο και κατά την ειδική εκείνη διαδικασία είτε αυτοτελώς ή προς συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων.
Από την γενική όμως αυτή βεβαίωση του Εφετείου, σε συνδυασμό με τις λοιπές αιτιολογίες της απόφασης, δεν καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο ότι το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπ' όψη και την προαναφερθείσα 425/2012 απόφαση του Α' Μικτού Εφετείου Αθηνών, η οποία είχε καταστεί αμετάκλητη, όπως προέκυπτε από τα επικληθέντα επίσης και προσκομισθέντα από τον εκκαλούντα υπ' αριθμ. 530/2014 και 24/2014 πιστοποιητικά αμετακλήτου της απόφασης αυτής, εφ' όσον δεν προβαίνει σε καμιά αναφορά ή σχολιασμό αυτής, όπως προέβη για άλλα αποδεικτικά μέσα, παρά την ιδιαίτερη αποδεικτική της σπουδαιότητα, για την απόδειξη του αγωγικού ισχυρισμού, περί του εξ αμελείας τροχαίου ατυχήματος και της εκ προθέσεως ενστάσεως της εναγομένης.
Παρά το γεγονός ότι το Εφετείο, δεν δεσμεύεται από το περιεχόμενο και το συμπέρασμα της ποινικής απόφασης και μπορούσε να καταλήξει (όπως και κατέληξε) σε αντίθετο με την τελευταία πόρισμα, εν όψει της σοβαρότητας τού εν λόγω αποδεικτικού στοιχείου, έπρεπε να το αντικρούσει. Την ως άνω ποινική απόφαση και τα πιστοποιητικά αμετακλήτου αυτής, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση της από 30-4-2013 εφέσεως και των από 2-10-2014 προτάσεων του αναιρεσείοντος στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο (βλ.
σελ. 4 παρ. 11 και 12 της εφέσεως και σελ. 2 με αριθ. 5, 6, 7 των προτάσεων αυτών) είχε επικαλεσθεί αυτός και προσκομίσει νομίμως και παραδεκτώς, κατά την διάταξη του άρθρου 529 § 1 εδ. α' ΚΠολΔ για πρώτη φορά στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο, καθ` όσον αυτή εξεδόθη, όπως εξ αυτής προκύπτει, την 5-10-2012, δηλαδή μετά την συζήτηση της υποθέσεως ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου που διεξήχθη στις 2-4-2012.
Επομένως, σύμφωνα και προς τα εκτεθέντα στην μείζονα πρόταση, ο από το άρθρο 559 αριθ. 11 περ. γ' ΚΠολΔ πρώτος λόγος αναιρέσεως είναι βάσιμος και πρέπει να γίνει δεκτός, παρελκούσης μετά ταύτα της έρευνας του δεύτερου λόγου αυτής, εκ του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ που αφορά στο ίδιο κεφάλαιο της αγωγής και καλύπτεται από την αναιρετική εμβέλεια του ως άνω λόγου που έγινε δεκτός.
Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση στο σύνολό της κατά της δεύτερης αναιρεσίβλητης και της προσθέτως υπέρ αυτής παρεμβαίνουσας τρίτης αναιρεσίβλητης. Σημειώνεται ότι η αναιρετική εμβέλεια δεν καλύπτει και την από 4-9-2009 προσεπίκληση - παρεμπίπτουσα αγωγή της δεύτερης εναγομένης (αναιρεσίβλητης) κατά της τρίτης των αναιρεσιβλήτων, αφού αυτή δεν μεταβιβάστηκε με την έφεση στο δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, από το οποίο ζητήθηκε, από τον εκκαλούντα - ενάγοντα, η εξαφάνιση της εκκαλουμένης προκειμένου να γίνει δεκτή η αγωγή του, ενώ η παρεμπιπτόντως ενάγουσα δεν άσκησε έφεση επικουρικά, ήτοι για την περίπτωση που γινόταν δεκτή η σε βάρος της αγωγή του ενάγοντος.
Επομένως, ο ισχυρισμός της τρίτης αναιρεσίβλητης περί ακαταδίωκτου γιατί βρίσκεται υπό εκκαθάριση, που αφορά την εν λόγω παρεμπίπτουσα αγωγή, δεν ερευνάται αφού δεν έχει αντικείμενο. Περαιτέρω, πρέπει να παραπεμφθεί η υπόθεση στο Δικαστήριο, που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση και του οποίου είναι δυνατή η συγκρότηση από άλλο Δικαστή (ΚΠολΔ 580 § 3), να διαταχθεί η επιστροφή του παραβόλου, που έχει καταθέσει ο αναιρεσείων για την άσκηση της αιτήσεως αναιρέσεως (ΚΠολΔ 495 § 3 εδ.
ε') και να καταδικασθούν οι αναιρεσίβλητες στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσείοντος, που κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο αίτημα αυτού, όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό (ΚΠολΔ 176, 183).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει ως απαράδεκτη την από 27-6-2017 με αριθ. καταθ. 4614/417/27-6-2017 αίτηση αναιρέσεως κατά της υπ' αριθμ. 2951/2015 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, κατά του πρώτου αναιρεσίβλητου.
Αναιρεί την υπ' αριθμ. 2951/2015 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών κατά των λοιπών αναιρεσιβλήτων, (ως προς την τρίτη αναιρεσίβλητη με την ιδιότητά της ως προσθέτως παρεμβάσα υπέρ της δεύτερης αναιρεσίβλητης).
Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο ως άνω Δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλο Δικαστή.
Διατάζει την επιστροφή στον αναιρεσείοντα του παραβόλου που έχει καταθέσει. Και
Καταδικάζει τις αναιρεσίβλητες στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσείοντος, την οποία ορίζει στο ποσό των τριών χιλιάδων (3.000) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 10 Μαΐου 2019.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 12 Ιουνίου 2019.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ
Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ