Legislator Case Law & Legislation
1190/2024 AI generated

Supreme Court dismisses appeal for inadmissible procedural error regarding failure to consider defendant's counter-proposals.

Case Number 1190/2024
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the First Instance Court's decision. The appellant argued the lower court ignored their counter-proposals, but the court ruled these were merely procedural suggestions rather than substantive legal claims. Consequently, the appeal was rejected as inadmissible because the lower court was not obligated to consider such proposals.

Legislator headnote

AI generated

Articles 560 no. 5 and 271 § 3 of the Code of Civil Procedure; A counter-proposal submitted by a party does not constitute a substantive claim requiring the court's consideration unless it aims to undermine or obstruct the substantive right asserted by the opposing party.

Keywords

AI generated
inadmissible appeal counter-proposal procedural suggestion substantive claim Code of Civil Procedure procedural error dismissal of appeal

Cited Legislation

AI generated
Article 914 of the Civil Code
Articles 297, 298 and 330 of the Civil Code
Article 560 no. 5 of the Code of Civil Procedure
Article 271 § 3 of the Code of Civil Procedure
Article 495 § 3 of the Code of Civil Procedure
Articles 176, 183 and 191 para. 2 of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1190 / 2024 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1190/2024

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Παναγιώτη Βενιζελέα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, σύμφωνα με την υπ' αριθμ. 46/2024 Πράξη της Προέδρου του Αρείου Πάγου, Κλεόβουλο - Δημήτριο Κοκκορό, Γεώργιο Σχοινοχωρίτη, Παναγιώτα Γκουδή - Νινέ και Μιχαήλ Αποστολάκη - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 11 Μαρτίου 2024, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Ε. Ζ. του Κ., κατοίκου .... Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Νικόλαο Νικολαΐδη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.

Της αναιρεσιβλήτου: Δ. Μ. του Κ., κατοίκου .... Παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γεώργιο Καραμιζάρη.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 2-5-2015 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2968/2017 του ίδιου Δικαστηρίου και 7270/2022 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 27-10-2022 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από τη διάταξη του άρθρου 914 Α.Κ., κατά την οποία όποιος ζημιώσει άλλον παράνομα και υπαίτια έχει υποχρέωση να τον αποζημιώσει, σε συνδυασμό με αυτές των άρθρων 297, 298 και 330 του ίδιου Κώδικα, προκύπτει ότι για τη θεμελίωση της υποχρέωσης για αποζημίωση από αδικοπραξία απαιτείται παράνομη συμπεριφορά προσώπου, η οποία συνίσταται σε παράνομη ενέργειά του ή παράλειψη, που ενέχει προσβολή δικαιώματος ή προστατευόμενου από το νόμο συμφέροντος άλλου προσώπου, η παράνομη αυτή συμπεριφορά να οφείλεται σε δόλο ή αμέλεια και να προκλήθηκε από αυτήν θετική ή αποθετική ζημία άλλου προσώπου, η οποία τελεί σε αιτιώδη με αυτή συνάφεια (Α.Π. 839/2022, Α.Π. 322/2018).

Επίσης, από τις ίδιες ως άνω διατάξεις προκύπτει γενική αρχή του δικαίου, ότι κάθε πράξη ή παράλειψη που ζημιώνει, δημιουργεί υποχρέωση για αποζημίωση, εφόσον έγινε από πταίσμα εκείνου που προκάλεσε τη ζημία, η δε πράξη ή παράλειψη έρχεται σε αντίθεση όχι μόνο με συγκεκριμένο κανόνα δικαίου, αλλά και με το γενικότερο πνεύμα της έννομης τάξεως που επιβάλλει την υποχρέωση να μην εξέρχεται κάποιος με τις πράξεις του από τα όρια που ορίζονται κάθε φορά από τα συναλλακτικά χρηστά ήθη.

Στην αντίθετη περίπτωση δημιουργείται υποχρέωση αποζημίωσης, έστω και αν μεταξύ του δράστη και του ζημιούμενου δεν υπάρχει συμβατικός δεσμός. Έτσι, εκείνος που υπαιτίως και παρανόμως καταστρέφει εντελώς ξένο πράγμα, υποχρεούται σε αποζημίωση του παθόντος, ο οποίος δικαιούται πλην άλλων, να απαιτήσει την ανόρθωση της θετικής ζημίας του, αναγόμενης στην αντικειμενική αξία του πράγματος κατά το χρόνο της πρώτης ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου συζήτησης της αγωγής, για το ορισμένο της οποίας αρκούν τα στοιχεία αυτά, εφόσον τα περιστατικά που προσδιορίζουν την αξία του πράγματος μπορούν να προκύπτουν και από τις αποδείξεις.

Ειδικότερα, η αντικειμενική αξία του καταστραφέντος πράγματος και εντεύθεν η θετική ζημία του παθόντος υπολογίζονται με βάση την κατάσταση που βρισκόταν το πράγμα κατά το χρόνο της καταστροφής και όχι ανάλογα με την δαπάνη, η οποία απαιτείται για την απόκτηση ή κατασκευή άλλου ομοίου πράγματος καινούργιου.

Τούτο δε διότι, στην τελευταία περίπτωση, ο ζημιωθείς θα αποκόμιζε και ωφέλεια, πράγμα που θα ήταν αντίθετο στην έννοια του διαφέροντος και τη διέπουσα αυτό γενική αρχή της αποκαταστάσεως του δανειστή στην προ του ζημιογόνου γεγονότος κατάσταση. Κατά συνέπεια, επί καταστροφής πράγματος, που δεν είναι καινούργιο, εφόσον η αποζημίωση παρέχεται σε χρήμα, η ζημία και το διαφέρον που αντιστοιχεί σε αυτήν πρέπει να υπολογίζεται με βάση την αξία του πράγματος σε τέτοια κατάσταση και όχι ανάλογα με την απαιτούμενη δαπάνη για την απόκτηση καινούργιου πράγματος.

Σε περίπτωση, αντίθετα, μερικής καταστροφής ή βλάβης πράγματος, όταν προκλήθηκαν φθορές που μπορούν να αποκατασταθούν και δεν αίρουν τελείως τη χρησιμότητα αυτού, η θετική ζημία συνίσταται στο ποσό των δαπανών που απαιτούνται για την αποκατάσταση των βλαβών και την επαναφορά του βλαβέντος πράγματος σε παρόμοια με την πριν από τη βλάβη κατάσταση κατά το χρόνο προσδιορισμού της αποζημίωσης.

Εάν δε η βλάβη υπήρξε μερική, αλλά σε τέτοιο βαθμό που να μην μπορεί το πράγμα, παρά την επισκευή, να χρησιμοποιηθεί εξαιτίας της κατάστασης, στην οποία περιήλθε, τότε η χρηματική αυτή αποζημίωση μπορεί, κατά τις περιστάσεις, να καθορισθεί με βάση την ολική αξία του πράγματος. Όμως, για να γίνει δεκτή η αγωγή ως βάσιμη στην ουσία της, τα στοιχεία που συνιστούν την ολική καταστροφή αρκεί να προκύψουν από τις αποδείξεις (Α.Π. 521/2023, Α.Π. 1668/2012).

Συνακόλουθα τούτων, επί καταστροφής πράγματος συνεπεία αδικοπραξίας, η αποζημίωση μπορεί να περιλαμβάνει την διαφορά της εμπορικής αξίας του πράγματος μεταξύ των χρονικών σημείων πριν από την αδικοπραξία και μετά την αδικοπραξία, που τελεί σε αντικειμενικό αιτιώδη σύνδεσμο με την αδικοπραξία, αδιαφόρως αν η καταστροφή είναι ολική ή μερική (Α.Π. 521-2/2023, Α.Π. 410/2022, Α.Π. 272/2020).

Επίσης, από το συνδυασμό των ανωτέρω διατάξεων προκύπτει ότι εκείνος που υπαιτίως και παρανόμως καταστρέφει εντελώς ξένο πράγμα υποχρεούται σε αποζημίωση του παθόντος και ειδικότερα του ιδιοκτήτη, ο οποίος δικαιούται να απαιτήσει την ανόρθωση της θετικής ζημίας, συνιστάμενης στην αξία αυτού, η οποία αποτελεί και την επιδικαστέα αποζημίωση, όταν αυτή παρέχεται σε χρήμα.

Σε περίπτωση που ο ενάγων αξιώνει αποζημίωση για την ολοσχερή καταστροφή του οχήματος του, δικαιούται είτε να υπολογίσει στο δικόγραφο της αγωγής του την αξία των υπολειμμάτων του οχήματος και να αφαιρέσει αυτήν από το συνολικό ποσό της αιτούμενης αποζημίωσης, είτε να αξιώσει την αποκατάσταση της ζημίας του στη συνολική της έκταση και να αποδώσει στον υπόχρεο εναγόμενο τα υπολείμματα.

Αντίθετα, ο εναγόμενος δεν δικαιούται να ζητήσει την απόδοση σε αυτόν αυτούσιων των υπολειμμάτων, διότι αυτά αποτελούν περιουσιακό στοιχείο του ζημιωθέντος ενάγοντος. Δικαιούται, όμως, να υποβάλει ένσταση συνυπολογισμού ζημίας και οφέλους, με αίτημα τον περιορισμό της αιτούμενης από τον ενάγοντα αποζημίωσης κατά την αξία των υπολειμμάτων (Α.Π. 1679/2022).

Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 560 αρ. 1 ΚΠολΔ, η οποία είναι αντίστοιχη της διάταξης του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων καθώς και των αποφάσεων των πρωτοδικείων, που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών.

Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοστεί ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.Α.Π. 7/2006).

Με το λόγο αυτό ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κ.λπ., ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν (Ολ.Α.Π. 27/1998).

Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν εμφανή την παράβαση.

Τούτο συμβαίνει όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (Ολ.Α.Π. 8/2018, Ολ.Α.Π. 7/2006).

Εξάλλου, η ανεπάρκεια των πραγματικών περιστατικών που συγκροτούν την ιστορική βάση της αγωγής και συνδέεται με την εκτίμηση του εφαρμοστέου κανόνα του ουσιαστικού δικαίου, χαρακτηρίζεται ως νομική αοριστία και ελέγχεται με τον αναιρετικό λόγο από τον αριθμό 1 του άρθρου 560 ΚΠολΔ ως παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, εφόσον το δικαστήριο της ουσίας έκρινε τελικά ως ορισμένη την αγωγή, αρκούμενο σε λιγότερα ή διαφορετικά στοιχεία από αυτά που απαιτεί ο νόμος (Α.Π. 5/2020).

Με τον ίδιο λόγο ελέγχεται και το σφάλμα του δικαστηρίου της ουσίας να κρίνει ως αόριστη την αγωγή, αξιώνοντας για τη θεμελίωσή της περισσότερα στοιχεία από όσα απαιτεί ο νόμος για τη θεμελίωση του ουσιαστικού δικαιώματος στο οποίο στηρίζεται. Πρόκειται και πάλι για παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου ως προς τη διαπίστωση νομικής δήθεν αοριστίας της αγωγής (Α.Π. 18/2018).

Επομένως, νομική είναι η αοριστία που συνδέεται με τη νομική εκτίμηση του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου. Αντίθετα, η ποσοτική ή ποιοτική αοριστία της αγωγής, η οποία υπάρχει όταν δεν εκτίθενται σε αυτήν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται κατά νόμο για τη στήριξη του αιτήματος αυτής, τα πραγματικά, δηλαδή, περιστατικά που απαρτίζουν την ιστορική βάση της αγωγής και προσδιορίζουν το αντικείμενο της δίκης, δημιουργεί λόγο αναίρεσης από το άρθρο 560 αρ. 5 του ΚΠολΔ (αντίστοιχο του λόγου αναιρέσεως του αρ. 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ).

Ειδικότερα, ο από το άρθρο 560 αρ. 5 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως ιδρύεται αν το δικαστήριο, παρά τη μη επαρκή έκθεση σε αυτήν των στοιχείων, που είναι αναγκαία για τη στήριξη του αιτήματος της αγωγής, την έκρινε ορισμένη, θεωρώντας ότι αυτά εκτίθενται με επάρκεια ή αν παρά την επαρκή έκθεση των στοιχείων αυτών την απέρριψε ως αόριστη (Α.Π. 261/2020, Α.Π. 18/2018, Α.Π. 1487/2017).

Στην προκείμενη περίπτωση, με την κρινόμενη από 27-10-2022 αίτηση αναιρέσεως προσβάλλεται η 7270/2022 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που δίκασε ως δευτεροβάθμιο δικαστήριο, κατάληξη της ακόλουθης διαδικαστικής διαδρομής, κατ' επιτρεπτή κατ' άρθρο 561 § 2 ΚΠολΔ, εκτίμηση των διαδικαστικών εγγράφων:

Με την από 2-5-2015 αγωγή της, η ενάγουσα και ήδη αναιρεσίβλητη ανέφερε ότι παραχώρησε χωρίς αντάλλαγμα στον εναγόμενο-αναιρεσείοντα τη χρήση Ι.Χ.Ε. αυτοκινήτου ιδιοκτησίας της για ορισμένο χρόνο, μετά την παρέλευση του οποίου αυτός δεν απέδωσε το πράγμα, αλλά το ιδιοποιήθηκε παράνομα, και ότι, όταν τελικά έλαβε στην κατοχή της το αυτοκίνητο, διαπίστωσε ότι ο εναγόμενος είχε προξενήσει σε αυτό φθορές και βλάβες, για την επισκευή των οποίων απαιτείται δαπάνη που υπερβαίνει την αγοραία αξία του.

Ζήτησε δε να υποχρεωθεί αυτός να της καταβάλει, ως αποζημίωση για τις παράνομες και υπαίτιες πράξεις του, α) 67,67 ευρώ, που δαπάνησε για τη μεταφορά με γερανό σε συνεργείο επισκευών του αυτοκινήτου της, το οποίο δεν μπορούσε να κινηθεί λόγω των βλαβών, β) 1.500 ευρώ για την αξία του αυτοκινήτου, το οποίο καταστράφηκε ολικά, δεδομένου ότι για την επισκευή του απαιτείται το ποσό των 1.803,18 ευρώ, γ) 300 ευρώ για τη μείωση της αξίας του από τη σύναψη του χρησιδανείου έως το χρόνο της περιέλευσης της κατοχής του στην ενάγουσα, δ) 540 ευρώ για μη καταβληθέντα τέλη κυκλοφορίας, πλέον νομίμων προσαυξήσεων, του οχήματος για το χρονικό διάστημα, κατά το οποίο ο εναγόμενος είχε την κατοχή και χρήση του, και ε) 3.000 ευρώ για χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης.

Επ' αυτής εκδόθηκε η 2968/2017 απόφαση του Ειρηνοδικείου Αθηνών, με την οποία η αγωγή απορρίφθηκε κατ' άρθρο 272 § 1 ΚΠολΔ λόγω ερημοδικίας της ενάγουσας. Μετά από έφεση της τελευταίας εκδόθηκε η αναιρεσιβαλλόμενη 7270/2022 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, το οποίο, δικάζοντας ερήμην του εφεσίβλητου-εναγόμενου λόγω ανεπίτρεπτης παράστασής του με δήλωση του άρθρου 242 § 2 ΚΠολΔ, ενόψει της υποχρεωτικής προφορικότητας της συζήτησης συνεπεία άσκησης έφεσης από διάδικο που δικάστηκε ερήμην, εξαφάνισε την απόφαση του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, και, δικάζοντας την αγωγή, αφού απέρριψε ως μη νόμιμα τα τρίτο και τέταρτο κονδύλια αυτής, δέχτηκε εν μέρει αυτήν, εφαρμόζοντας το τεκμήριο ερημοδικίας εναγομένου κατ' άρθρο 271 § 3 ΚΠολΔ, προσδιόρισε την οφειλόμενη χρηματική ικανοποίηση στο ποσό των 1.500 ευρώ και υποχρέωσε τον εναγόμενο να καταβάλει στην ενάγουσα το συνολικό ποσό των 3.067,67 ευρώ.

Με τον τρίτο λόγο της αίτησης αναιρέσεως ο αναιρεσείων προβάλλει πλημμέλεια της προσβαλλόμενης απόφασης από τον αρ. 1 του άρθρου 560 ΚΠολΔ με την αιτίαση ότι κατά παράβαση των ουσιαστικού δικαίου διατάξεων των άρθρων 297 και 298 Α.Κ. το Μονομελές Πρωτοδικείο δέχτηκε ότι το κονδύλιο περί αποζημίωσης λόγω ολικής καταστροφής του αυτοκινήτου της αναιρεσίβλητης είναι ορισμένο, ενώ αυτό ήταν αόριστο και συνεπώς έπρεπε να απορριφθεί ως απαράδεκτο, α) επειδή στην αγωγή δεν περιγράφεται το αυτοκίνητο με τρόπο ορισμένο, δηλαδή δεν αναφέρεται αν αυτό ήταν ασφαλισμένο και σε καλή κατάσταση, δεν αναφέρονται τα διανυθέντα χιλιόμετρα, δεν προσδιορίζεται η κατάστασή του πριν από την παράδοσή του στον αναιρεσείοντα και μετά την απόδοσή του στην αναιρεσίβλητη, με αναφορά του αριθμού των διανυθέντων χιλιομέτρων, και δεν διευκρινίζεται αν υπάρχουν διασωθέντα τμήματα, που θα μπορούσαν να εξαιρεθούν από την αποζημίωση, και β) επειδή η αναιρεσίβλητη δεν προσκόμισε φωτογραφίες του οχήματος πριν από την παράδοσή του και μετά την απόδοσή του, οι αγγελίες που προκόμισε προς απόδειξη της αξίας του δεν έφεραν τα στοιχεία που απαιτούνται για να γίνει η σχετική εκτίμηση, η προσφορά επισκευής, που προσκόμισε, λόγω παραλείψεων και ατελειών είναι ανεπίδεκτη δικαστικής εκτίμησης, δεν προσκομίστηκαν αποδεικτικά στοιχεία για το γεγονός της αδυναμίας κίνησης του αυτοκινήτου και της ανάγκης για χρήση γερανού, ούτε δελτία τεχνικού ελέγχου για την κατάστασή του πριν από την παράδοση και ασφαλιστήριο συμφωνητικό.

Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος, ως προς το πρώτο σκέλος του (ανωτέρω υπό α'), επειδή οι επικαλούμενες ελλείψεις της αγωγής δεν ανάγονται σε περιστατικά που συνδέονται με τη νομική εκτίμηση του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου και συνεπώς δεν συνιστούν νομική αοριστία, η οποία ελέγχεται ως πλημμέλεια από τον αρ. 1 του άρθρου 560 ΚΠολΔ, αλλά ποσοτική ή ποιοτική αοριστία, αναγόμενη σε έλλειψη στοιχείων που απαρτίζουν την ιστορική βάση της αγωγής και προσδιορίζουν το αντικείμενο της δίκης, η οποία αποτελεί πλημμέλεια αντίστοιχη με την αναφερόμενη στο άρθρο 559 αρ. 14 ΚΠολΔ, η οποία όμως δεν ιδρύεται, κατά το άρθρο 560 ΚΠολΔ, σε αναίρεση κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων καθώς και των αποφάσεων των πρωτοδικείων, που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων.

Περαιτέρω, αν εκτιμηθεί ότι με το πρώτο σκέλος του ανωτέρω λόγου προβάλλεται πλημμέλεια από τον αρ. 5 του άρθρου 560 ΚΠολΔ με την αιτίαση ότι το Μονομελές Πρωτοδικείο, που δίκασε ως εφετείο, κρίνοντας ως ορισμένο το σχετικό κονδύλιο, παρά τον νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, και έτσι έκρινε ορισμένη την αγωγή, ο λόγος είναι αβάσιμος, επειδή, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση του περιεχομένου της ένδικης αγωγής, σε αυτήν υπάρχει πλήρης περιγραφή της κατάστασης του οχήματος πριν και μετά τη χρήση του από τον αναιρεσείοντα, με αναφορά του τύπου και του εργοστασίου κατασκευής, του κυβισμού και του έτους πρώτης κυκλοφορίας του και μνεία ότι αυτό, πριν από την παράδοσή του, βρισκόταν σε άριστη κατάσταση από κάθε άποψη, ενώ μετά την απόδοσή του στην ενάγουσα είχε τις ειδικότερα αναφερόμενες βλάβες στα μεταλλικά και μηχανικά του μέρη, τα οποία στοιχεία αρκούν για το ορισμένο του κονδυλίου αυτού, χωρίς να απαιτείται επιπλέον η αναφορά της ασφάλισης του οχήματος και των διανυθέντων χιλιομέτρων, αλλά ούτε της ύπαρξης τυχόν διασωθέντων τμημάτων, αφού η αναιρεσίβλητη, επικαλούμενη ολοσχερή καταστροφή, είχε δικαίωμα να αξιώσει την αποκατάσταση της ζημίας στη συνολική της έκταση, ενώ η τυχόν ύπαρξη υπολειμμάτων και η αξία τους συνιστούσε περιεχόμενο ένστασης συνυπολογισμού ζημίας και οφέλους του αναιρεσείοντος, κατά τα προαναφερθέντα στη μείζονα σκέψη.

Ως προς το δεύτερο σκέλος του (ανωτέρω υπό β'), ο λόγος είναι απαράδεκτος, επειδή οι αναφερόμενες σε αυτό αιτιάσεις δεν αφορούν το περιεχόμενο της αγωγής, αλλά της απόφασης.

Κατά την έννοια του άρθρου 932 Α.Κ., το δικαστήριο της ουσίας, αφού δεχθεί ότι συνεπεία αδικοπραξίας προκλήθηκε σε κάποιο πρόσωπο ηθική βλάβη ή ψυχική οδύνη, καθορίζει στη συνέχεια το ύψος της οφειλόμενης γι' αυτήν χρηματικής ικανοποίησης, με βάση τους κανόνες της κοινής πείρας και της λογικής, λαμβάνοντας ιδίως υπόψη ως κριτήρια: το είδος της προσβολής, την έκταση της βλάβης, τις συνθήκες τέλεσης της αδικοπραξίας, τη βαρύτητα του πταίσματος του υποχρέου, το τυχόν συντρέχον πταίσμα του δικαιούχου και την οικονομική και κοινωνική κατάσταση των διαδίκων μερών.

Συνεπώς, εφόσον ο προσδιορισμός του ποσού της εύλογης χρηματικής ικανοποίησης επαφίεται στην ελεύθερη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, που σχηματίζεται ύστερα από την εκτίμηση πραγματικών γεγονότων χωρίς υπαγωγή σε νομική έννοια, το εύλογο του επιδικαζόμενου ποσού, δεν αποτελεί αόριστη νομική έννοια και συνακόλουθα η σχετική κρίση δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, οπότε και δεν μπορεί να νοηθεί εσφαλμένη, κατά τούτο, εφαρμογή του νόμου, ήτοι της διάταξης του άρθρου 932 Α.Κ.

Με το άρθρο 25 § 1 του Συντάγματος, όπως αυτό ισχύει μετά την αναθεώρηση του με το από 6/17-4-2001 Ψήφισμα της Ζ' Αναθεωρητικής Βουλής, ορίζεται ότι "οι κάθε είδους περιορισμοί που μπορούν κατά το Σύνταγμα να επιβληθούν στα δικαιώματα του ανθρώπου ως ατόμου και ως μέλους του κοινωνικού συνόλου πρέπει να προβλέπονται είτε απευθείας από το Σύνταγμα είτε από το νόμο, εφόσον υπάρχει επιφύλαξη υπέρ αυτού και να σέβονται την αρχή της αναλογικότητας".

Με την νέα αυτή διάταξη ο αναθεωρητικός νομοθέτης επέλεξε να κατοχυρώσει ρητά, από το όλο σύστημα των εγγυήσεων για τα επιτρεπτά όρια των επιβαλλόμενων στα ατομικά δικαιώματα νομοθετικών περιορισμών, την εγγύηση εκείνη που είναι γνωστή ως αρχή της αναλογικότητας. Απέκτησε έτσι ρητή συνταγματική κατοχύρωση η αρχή αυτή, η οποία, ωστόσο, και προηγουμένως αναγνωριζόταν ως αρχή συνταγματικής ισχύος, που απορρέει από την ίδια την έννοια του κράτους δικαίου, αλλά και από την ουσία των θεμελιωδών ατομικών δικαιωμάτων, τα οποία, ως έκφραση της γενικότερης ελευθερίας του ατόμου, δεν πρέπει να περιορίζονται από την κρατική εξουσία περισσότερο από όσο είναι αναγκαίο για την προστασία των δημόσιων συμφερόντων.

Η αρχή αυτή, υπό την έννοια του τηρητέου μέτρου της εύλογης αντιστάθμισης προσφοράς και οφέλους, που αποτελεί, όπως προαναφέρθηκε, κανόνα συνταγματικής βαθμίδας, επενεργεί σε κάθε είδους κρατική δραστηριότητα, αλλά και σε αντικρουόμενα συμφέροντα στο πεδίο του ιδιωτικού δικαίου, αφού η έκταση της αρχής αυτής δεν περιορίζεται μόνο σε ορισμένες περιοχές του δικαίου, αλλά, όπως προαναφέρθηκε, και πριν από τη ρητή συνταγματική της κατοχύρωση, διέτρεχε το σύνολο της έννομης τάξης και συνεπώς πρέπει να λαμβάνεται υπόψη κατά την ερμηνεία και εφαρμογή οποιουδήποτε κανόνα δικαίου.

Άλλωστε, με ρητή πρόβλεψη στο άρθρο 25 § 1 του Συντάγματος, η προστασία των δικαιωμάτων του ανθρώπου ως ατόμου ισχύει και στις σχέσεις μεταξύ ιδιωτών, στις οποίες τα δικαιώματα προσιδιάζουν. Οριοθετείται έτσι η υποχρέωση και των αρμοδίων δικαιοδοτικών οργάνων, όταν επιλαμβάνονται της επίλυσης ιδιωτικών διαφορών, να τις επιλύουν κατά τέτοιο τρόπο, ώστε να υπάρχει μια δίκαιη ισορροπία ανάμεσα στα αντιτιθέμενα συμφέροντα, με παράλληλη προστασία των θεμελιωδών δικαιωμάτων.

Συγκεκριμένα, πρέπει τα λαμβανόμενα μέτρα και οι έννομες συνέπειες να είναι πρόσφορα (κατάλληλα) για την πραγμάτωση του επιδιωκόμενου σκοπού, αναγκαία, υπό την έννοια να συνιστούν μέτρο, το οποίο σε σχέση με άλλα δυνάμενα να ληφθούν μέτρα να επάγεται τον ελάχιστο δυνατό περιορισμό για τον διάδικο σε βάρος του οποίου απαγγέλλονται, και αναλογικά υπό στενή έννοια, δηλαδή να τελούν σε ανεκτή σχέση με τον επιδιωκόμενο σκοπό, προκειμένου η αναμενόμενη ωφέλεια να μην υπολείπεται της βλάβης που προκαλούν.

Ενόψει τούτων, δεν καταλείπεται αμφιβολία ότι η ως άνω συνταγματική διάταξη, έστω και αν ρητά δεν αναφέρεται σε αυτήν, απευθύνεται και στον δικαστή, όσον αφορά τις σχέσεις των διαδίκων, καθιερώνοντας αυτήν ως δεσμευτική δικαιική αρχή, όπως και άλλες τέτοιες αρχές που διατρέχουν το δίκαιο και είναι δεσμευτικές (αρχή του σεβασμού της αξίας του ανθρώπου, αρχή της δίκαιης δίκης κ.λπ.).

Η αρχή αυτή, ως διάχυτη στην έννομη τάξη, υπερβαίνει τα όρια της ρητής συνταγματικής κατοχύρωσης της, με την οποία πάντως αναδείχθηκε η σημασία της ως βασικής εγγύησης για την προστασία των θεμελιωδών δικαιωμάτων, οφείλει δε ο δικαστής κατά την ερμηνεία και την εφαρμογή των διατάξεων της κοινής νομοθεσίας, που άπτονται των δικαιωμάτων αυτών, να προστρέχει στο κρίσιμο για την όλη έννομη τάξη περιεχόμενο της συνταγματικής αρχής της αναλογικότητας, που όπως αναφέρθηκε απορρέει από την αρχή της ισότητας και την αρχή του κράτους δικαίου.

Αποτελεί την αντίστροφη μορφή της απαγόρευσης της κατάχρησης δικαιώματος, όταν το ασκούμενο δικαίωμα υπερβαίνει τα ακραία όρια που θέτουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη, καθώς και ο οικονομικός και κοινωνικός σκοπός του δικαιώματος. Στην περίπτωση δε υπέρβασης της αρχής της αναλογικότητας πρόκειται για δυσαναλογία μέσου προς το σκοπό, δηλαδή το ασκούμενο δικαίωμα έχει απολέσει την αναλογία του προς τον επιδιωκόμενο σκοπό και συνακόλουθα η άσκησή του είναι απαγορευμένη.

Επομένως, όπως και η κατάχρηση δικαιώματος, που αποτελεί απαγορευτικό κανόνα και οριοθετεί αρνητικά την άσκηση των δικαιωμάτων, έτσι και η αρχή της αναλογικότητας αποτελεί κανόνα δικαίου (γενική νομική αρχή), η οποία προσδιορίζει την τελολογική λειτουργία των πάσης φύσεως δικαιωμάτων και του ιδιωτικού δικαίου.

Από τα ως άνω συνάγεται, ως γενική νομική αρχή, ότι η έννομη συνέπεια που είτε προβλέπεται από κανόνα δικαίου κατώτερης τυπικής ισχύος από εκείνες του Συντάγματος, είτε απαγγέλλεται από δικαστικό ή διοικητικό όργανο, πρέπει να τελεί σε σχέση ανεκτής αναλογίας προς το αντίστοιχο πραγματικό, δηλαδή να μην υπερβαίνει τα όρια, όπως αυτά διαγράφονται από τα δεδομένα της κοινής πείρας και της κοινής περί δικαίου συνείδησης σε ορισμένο τόπο και χρόνο, όπως αποτυπώνονται στη συνήθη πρακτική των δικαστηρίων.

Η κρίση δηλαδή του ουσιαστικού δικαστηρίου πρέπει να μην παραβιάζει την αρχή της αναλογικότητας, ούτε να υπερβαίνει τα ακραία όρια της διακριτικής του ευχέρειας, που αποτελεί, γενική αρχή του δικαίου και μέσο ελέγχου της κρίσης του δικαστηρίου, χωρίς να υπάγεται στην έννοια της αναλογικότητας (Ολ.Α.Π. 9/2015, Α.Π. 980/2023, Α.Π. 1488/2022, Α.Π. 511/2022).

Στην προκείμενη περίπτωση, έτσι που έκρινε το ως εφετείο δικάσαν Μονομελές Πρωτοδικείο, καθορίζοντας τη χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης υπέρ της αναιρεσίβλητης στο ποσό των 1.500 ευρώ, δεν υπερέβη τα ακραία όρια της διακριτικής του ευχέρειας και δεν παραβίασε την αρχή της αναλογικότητας, αφού το εν λόγω ποσό τελεί σε σχέση ανεκτής αναλογίας προς τα αντίστοιχα περιστατικά, που έγιναν ανελέγκτως δεκτά ως αποδειχθέντα βάσει του τεκμηρίου ομολογίας του άρθρου 271 § 3 ΚΠολΔ, χωρίς να υπερβαίνουν τα όρια που διαγράφονται από τα δεδομένα της κοινής πείρας και της κοινής περί δικαίου συνείδησης, όπως αυτά αποτυπώνονται στη συνήθη δικαστηριακή πρακτική, και δεν είναι ανώτερο, και μάλιστα καταφανώς, από τα ποσά που συνήθως επιδικάζονται σε παρόμοιες περιπτώσεις.

Επομένως ο τέταρτος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο προβάλλεται πλημμέλεια της προσβαλλόμενης απόφασης από τον αρ. 1 του άρθρου 560 ΚΠολΔ με την ανωτέρω αιτίαση, είναι αβάσιμος. Ο ίδιος λόγος, κατά το μέρος του με το οποίο προβάλλεται παραβίαση του θεσπιζόμενου με τα άρθρα 6 της Ε.Σ.Δ.Α., 6 §§ 2 και 3 της Συνθήκης για την Ευρωπαϊκή Ένωση, 14 § 3 του Διεθνούς Συμφώνου για τα Ατομικά και Πολιτικά Δικαιώματα, 48 του Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης και 71 Κ.Π.Δ.

τεκμηρίου αθωότητας, επειδή το Μονομελές Πρωτοδικείο δέχτηκε ότι ο αναιρεσείων τέλεσε το αδίκημα της υπεξαίρεσης, και συνακόλουθα αδικοπραξία, αρκούμενο στο γεγονός της υποβολής μήνυσης εις βάρος του από την αναιρεσίβλητη, χωρίς να ερευνήσει αν αυτός κρίθηκε ένοχος με τελεσίδικη απόφαση, στηρίζεται σε εσφαλμένη προϋπόθεση και είναι απαράδεκτος, επειδή το Πρωτοδικείο δέχτηκε την τέλεση αδικοπραξίας λόγω υπεξαίρεσης βάσει του τεκμηρίου ομολογίας του άρθρου 271 § 3 ΚΠολΔ, και όχι μετά από εκτίμηση των αποδεικτικών στοιχείων, που είχε προσκομίσει στη δίκη η αναιρεσίβλητη, το δε σφάλμα του Πρωτοδικείου, που αφορά την εφαρμογή του ανωτέρω τεκμηρίου αντί της διάταξης του άρθρου 524 § 4 ΚΠολΔ, με την οποία προβλέπεται ότι σε περίπτωση ερημοδικίας του εφεσίβλητου η διαδικασία προχωρεί σαν να ήταν και αυτός παρών, δεν ελέγχεται αναιρετικά με κάποιον από τους λόγους που αναφέρονται στο άρθρο 560 ΚΠολΔ.

Επίσης, ο ίδιος λόγος (τέταρτος), κατά το μέρος του με το οποίο προβάλλεται πλημμέλεια από τους αρ. 1 και 5 του άρθρου 560 ΚΠολΔ με την αιτίαση ότι Μονομελές Πρωτοδικείο κατά παράβαση των διατάξεων των άρθρων 914 και 932 Α.Κ. έλαβε υπόψη του και έκρινε ορισμένο το κονδύλιο περί ηθικής βλάβης, το οποίο ήταν αόριστο, επειδή στην αγωγή δεν αναφέρεται ειδικότερα με ποιόν τρόπο η επικαλούμενη αδικοπραξία επέφερε ηθική βλάβη στην ενάγουσα, είναι αβάσιμος, επειδή, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση του περιεχομένου της αγωγής, σε αυτήν εκτίθεται με πληρότητα και σαφήνεια η παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά του αναιρεσείοντος με τη μορφή της παράνομης ιδιοποίησης του αυτοκινήτου της και της υπαίτιας πρόκλησης φθορών και βλαβών σε αυτό, δηλαδή αναφέρεται στην αγωγή συμπεριφορά που είναι ικανή, με βάση αντικειμενικά κριτήρια κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων, να επιφέρει ηθική βλάβη στην αναιρεσίβλητη, και γίνεται επίκληση του ότι εξαιτίας της συμπεριφοράς αυτής προκλήθηκε ηθική βλάβη στην τελευταία.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 560 αρ. 6 ΚΠολΔ, η οποία είναι αντίστοιχη της διάταξης του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων καθώς και των αποφάσεων των πρωτοδικείων, που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση.

Έλλειψη δε νομίμου βάσεως της αποφάσεως συντρέχει, όταν στο αιτιολογικό της αποφάσεως, που αποτελεί την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν περιέχονται καθόλου ή δεν αναφέρονται με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης κι έτσι δεν μπορεί να ελεγχθεί, αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν ή όχι οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που εφαρμόστηκε ή αν συνέτρεχαν οι όροι άλλου κανόνα που ήταν εφαρμοστέος αλλά δεν εφαρμόσθηκε (Ολ.Α.Π. 6/2006).

Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της παραβάσεως του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναιρέσεως ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνηση της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία), δηλαδή όταν τα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης.

Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες. Το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος προτάσεως προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της αποφάσεως στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες.

Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες. Δηλαδή, μόνο το τί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (Ολ.Α.Π. 18/08, Ολ.Α.Π. 15/2006).

Τα νομικά ή πραγματικά επιχειρήματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, που συνέχονται με την ερμηνεία του νόμου ή την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές διαμορφωτικές του αποδεικτικού πορίσματος του δικαστηρίου και, επομένως, αιτιολογία της απόφασης ικανή να ελεγχθεί αναιρετικά με τον παραπάνω λόγο για ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα, ούτε ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν το δικαστήριο της ουσίας δεν ανέλυσε ιδιαιτέρως ή διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς τους (Α.Π. 50/2020, Α.Π. 1075/2019, Α.Π. 708/2017, Α.Π. 667/2016).

Στην προκειμένη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο αναιρέσεως, ο αναιρεσείων προβάλλει εκ πλαγίου παράβαση κατ' άρθρο 560 αρ. 6 ΚΠολΔ της διάταξης του άρθρου 524 § 4 εδ. γ' και δ' ΚΠολΔ, επειδή το Μονομελές Πρωτοδικείο δεν κήρυξε απαράδεκτη τη συζήτηση, παρά το γεγονός ότι η αναιρεσίβλητη δεν είχε προσκομίσει ενώπιόν του αντίγραφα των πρακτικών και των εκθέσεων, όπως είχε υποχρέωση να πράξει, ενόψει της ερημοδικίας του αναιρεσείοντος.

Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος, δεδομένου ότι για να ιδρυθούν οι λόγοι από τους αριθμούς 1 και 6 του άρθρου 560 ΚΠολΔ πρέπει η παραβίαση να αφορά κανόνα ουσιαστικού δικαίου, δηλαδή κανόνα που ρυθμίζει τις βιοτικές σχέσεις, την κτήση των δικαιωμάτων και τη γένεση των υποχρεώσεων και επιβάλλει κυρώσεις για τη μη τήρηση αυτών, και όχι κανόνες δικονομικού δικαίου, που καθορίζουν τον τρόπο, τα όργανα και τη μορφή της ένδικης προστασίας, όπως είναι η διάταξη του άρθρου 524 ΚΠολΔ (Α.Π. 161/2017).

Αλλά και εάν εκτιμηθεί ότι με τον ανωτέρω λόγο προβάλλεται παρά το νόμο μη κήρυξη απαραδέκτου, ο λόγος είναι επίσης απαράδεκτος, επειδή, όπως προαναφέρθηκε, από τη διάταξη του άρθρου 560 ΚΠολΔ και την αναφερόμενη εκεί περιοριστική απαρίθμηση των λόγων αναίρεσης, κατά των αποφάσεων ειρηνοδικείων και πρωτοδικείων, που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων ειρηνοδικείων, δεν προβλέπεται λόγος αναιρέσεως για παρά το νόμο κήρυξη ή μη κήρυξη ακυρότητας, έκπτωσης από δικαίωμα ή απαραδέκτου, ο οποίος προβλέπεται για τις λοιπές αποφάσεις από την διάταξη του άρθρου 559 παρ. 14 ΚΠολΔ.

Με τους δεύτερο και πέμπτο λόγους αναιρέσεως προβάλλεται εκ πλαγίου παράβαση κατ' άρθρο 560 αρ. 6 ΚΠολΔ των διατάξεων των άρθρων 524 § 4 εδ. β' και 185 περ. 3 ΚΠολΔ, αντίστοιχα, επειδή το Μονομελές Πρωτοδικείο αφενός δεν έλαβε υπόψη του και δεν συνεκτίμησε τις προσκομισθείσες από την αναιρεσίβλητη πρωτόδικες προτάσεις του αναιρεσείοντος και αφετέρου δεν επέβαλε εις βάρος της τα δικαστικά έξοδα, όπως όφειλε να πράξει, επειδή δεν είχε προσκομίσει τα πρακτικά της πρωτόδικης δίκης και συνεπώς ήταν υπαίτια ακυρότητας της συζήτησης. Ο λόγοι αυτοί είναι απαράδεκτοι, επειδή με αυτούς γίνεται επίκληση παράβασης διατάξεων δικονομικού και όχι ουσιαστικού δικαίου.

Ο λόγος αναιρέσεως από τον αριθμό 5 του άρθρου 560 ΚΠολΔ ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας, παρά το νόμο, έλαβε υπ' όψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Ως πράγματα, κατά την έννοια της διάταξης αυτής, νοούνται οι νόμιμοι, παραδεκτοί, ορισμένοι και λυσιτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων, που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο και, συνακόλουθα, στηρίζουν το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ένστασης, αντένστασης ή λόγου εφέσεως (Ολ.Α.Π. 25/2003, Α.Π. 1001/2020), όχι, όμως, και οι μη νόμιμοι, απαράδεκτοι (που εξομοιώνονται με τους μη προταθέντες, A.Π. 899/2019), αόριστοι και αλυσιτελείς ισχυρισμοί, οι οποίοι δεν ασκούν επίδραση στην έκβαση της δίκης και στους οποίους το δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει (Ολ.Α.Π. 2/1989, Α.Π. 1121/2022, Α.Π. 512/2022), ούτε οι αιτιολογημένες αρνήσεις και οι ισχυρισμοί που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων (Ολ.Α.Π. 3/1997) ή του δικαστηρίου, τα οποία συνάγονται από την εκτίμηση των αποδείξεων, έστω και αν προτείνονται ως λόγοι εφέσεως (Ολ.Α.Π. 14/2004, Α.Π. 87/2013), καθώς και περιστατικά επουσιώδη ή που εκ περισσού εκτίθενται, ούτε η λήψη υπ' όψη από το δικαστήριο διευκρινιστικών απλώς περιστατικών που προέκυψαν από τις αποδείξεις, μολονότι δεν είχαν περιληφθεί στο δικόγραφο της αγωγής, εφόσον δεν επέρχεται μεταβολή της ιστορικής της βάσης (Α.Π. 862/2020), ή τα προσκομιζόμενα από τους διαδίκους αποδεικτικά μέσα και τα πραγματικά περιστατικά που προκύπτουν από αυτά.

Στην προκειμένη περίπτωση, ο αναιρεσείων με σκέλος του δεύτερου λόγου αναιρέσεως ισχυρίζεται ότι το Μονομελές Πρωτοδικείο παρά τον νόμο δεν έλαβε υπόψη του πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, επειδή δεν έλαβε υπόψη του τις προσκομισθείσες από την αναιρεσίβλητη πρωτόδικες προτάσεις του.

Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος, γιατί στηρίζεται σε εσφαλμένη προϋπόθεση, δεδομένου ότι το Μονομελές Πρωτοδικείο, δεχόμενο την αγωγή βάσει του τεκμηρίου ερημοδικίας του αναιρεσείοντος-εναγομένου κατ' άρθρο 271 § 3 ΚΠολΔ, δεν ήταν υποχρεωμένο να λάβει υπόψη του τις πρωτόδικες προτάσεις του, σε κάθε δε περίπτωση είναι και αβάσιμος γιατί, όπως προαναφέρθηκε, πράγματα, κατά την έννοια της διάταξης του άρθρου 560 αρ. 5 ΚΠολΔ, δεν αποτελούν οι προτάσεις, αλλά μόνο οι τυχόν περιεχόμενοι σε αυτές αυτοτελείς ισχυρισμοί του αναιρεσείοντος, που έτειναν στην κατάλυση ή παρακώλυση του επίδικου ουσιαστικού δικαιώματος της αναιρεσίβλητης, ο αναιρεσείων όμως δεν ισχυρίζεται ότι στις πρωτόδικες προτάσεις του περιλαμβάνονταν τέτοιοι ισχυρισμοί, ούτε αναφέρει το περιεχόμενό τους.

Κατ' ακολουθίαν τούτων, εφόσον δεν υπάρχει άλλος λόγος προς εξέταση, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως, να διαταχθεί κατ' άρθρο 495 § 3 ΚΠολΔ η εισαγωγή του παραβόλου στο δημόσιο ταμείο και να καταδικαστεί ο ηττώμενος αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, που κατέθεσε προτάσεις, κατά παραδοχή ως βασίμου του σχετικού αιτήματός της, σύμφωνα με τα άρθρα 176, 183 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 27-10-2022 αίτηση του Ε. Ζ. για αναίρεση της 7270/2022 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών.

Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου στο δημόσιο ταμείο. Και

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 17 Ιουλίου 2024.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 4 Σεπτεμβρίου 2024.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ