Legislator Case Law & Legislation
839/2022 AI generated

Supreme Court dismisses appeal against bank liability for armed robbery causing death, finding no negligence.

Case Number 839/2022
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court rejected the appellants' request to overturn the Second Instance Court's decision denying the bank's liability for a robbery that resulted in a death. The appellants argued the bank was negligent for failing to install mandatory high-security doors, while the lower court found the bank had complied with safety regulations and good faith standards applicable to that specific branch. Consequently, the Court held the appeal inadmissible as the lower court's reasoning was legally sound and sufficient to establish the absence of fault.

Legislator headnote

AI generated

Articles 914, 200, 281, 288 of the Civil Code; Article 25(1) of the Constitution: A bank is not liable for criminal acts committed by third parties if it has fulfilled the security measures required by law and good faith, and the absence of additional measures does not constitute negligence.

Keywords

AI generated
tort liability bank security armed robbery negligence civil code constitutional duty supreme court

Cited Legislation

AI generated
Article 914 of the Civil Code
Article 200 of the Civil Code
Article 281 of the Civil Code
Article 288 of the Civil Code
Article 25(1) of the Constitution
Article 495(4) of the Code of Civil Procedure
Article 179 of the Code of Civil Procedure
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 839 / 2022 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 839/2022

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Θεόδωρο Κανελλόπουλο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αικατερίνη Κρυσταλλίδου, Κυριάκο Μπαμπαλίδη - Εισηγητή, Γεώργιο Αυγέρη και Μαρί Δεργαζαριάν, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 22 Νοεμβρίου 2021, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων - καλούντων: 1) Σ. θυγατέρας Β. Α., κατοίκου ..., ενεργούσης ατομικά και ήδη και ως εξ αδιαθέτου κληρονόμου των εν συνεχεία αποβιωσάντων αρχικώς εναγουσών α) Σ. χήρας Π. Α. και β) Ε. χήρας Β. Α., 2) Ε. συζύγου Δ. Σ., το γένος Β. Α., κατοίκου ..., ενεργούσης ατομικά και ήδη και ως εξ αδιαθέτου κληρονόμου των εν συνεχεία αποβιωσάντων αρχικώς εναγουσών α) Σ. χήρας Π. Α. και β) Ε. χήρας Β. Α., 3) Γ. Α. του Π., κατοίκου ..., ως εξ αδιαθέτου κληρονόμου της ήδη αποβιωσάσης αρχικώς ενάγουσας μητέρας της Σ. χήρας Π. Α., 4) Δ. Σ. και Ε. συζύγου Δ. Σ., το γένος Β. Α., ως ασκούντων τη γονική μέριμνα των ανηλίκων τέκνων τους α) Ι. Δ. Σ. και β) Δ. Δ. Σ.., κατοίκων ... και 5) Ε. Δ. Σ.., κατοίκου ... και 6) Δ. Ι. Σ., ενεργούντος και ατομικά, κατοίκου ομοίως ως άνω. Εκπροσωπήθηκαν από τους πληρεξουσίους δικηγόρους τους Αντώνιο Φούσα και Φώτιο - Δημήτριο Κρεμμύδα, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.

Του αναιρεσιβλήτου - καθού η κλήση: πιστωτικού ιδρύματος με την επωνυμία "ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε.", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Θεόδωρο Λύτρα, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 16-9-2008 αγωγή των ήδη 1ης, 2ης, 4ων και 5ου αναιρεσειόντων και των αρχικών διαδίκων Ε. χήρας Β. Α. και Σ. χήρας Π. Α., που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 3631/2015 του ίδιου Δικαστηρίου και 5546/2017 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησαν οι αναιρεσείοντες με την από 18-7-2018 αίτησή τους, επί της οποίας εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 1358/2019 απόφαση του Αρείου Πάγου, η οποία κήρυξε απαράδεκτη τη συζήτηση της από 18-7-2018 αίτησης για αναίρεση της υπ' αριθμ. 5546/2017 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Την υπόθεση επαναφέρουν προς συζήτηση οι καλούντες με την από 10-12-2019 κλήση τους.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Όπως προκύπτει από την επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης (άρθρ. 261 παρ. 2 ΚΠολΔ), οι ενάγοντες και ήδη αναιρεσείοντες με την από 16-9-2008 αγωγή τους, ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, ισχυρίσθηκαν ότι στις 28-6-2007 έλαβε χώρα ένοπλη ληστεία στο κατάστημα της εναγομένης και ήδη αναιρεσίβλητης Τράπεζας στο ..., κατά την οποία δέχθηκε πυροβολισμούς από τους ληστές και θανατώθηκε ο συγγενής τους Β.

Α., ο οποίος βρισκόταν κατά το χρόνο εκείνο εντός του καταστήματος, ως πελάτης. Ότι ο θάνατος του τελευταίου οφείλεται στην αδικοπρακτική συμπεριφορά των οργάνων και προστηθέντων της εναγομένης, οι οποίοι από αμέλειά τους παρέλειψαν να λάβουν τα επιβαλλόμενα από την αρχή της καλής πίστεως μέτρα ασφαλείας και δη τα αναλυτικά αναφερόμενα στην αγωγή, ώστε να αποφευχθεί η ληστεία και ο συνεπεία αυτής θανατηφόρος τραυματισμός του συγγενούς τους.

Με βάση το ιστορικό αυτό ζήτησαν, κατόπιν νομότυπης μετατροπής του αγωγικού αιτήματος από καταψηφιστικό σε έντοκο αναγνωριστικό, να αναγνωρισθεί ότι η εναγομένη οφείλει να τους καταβάλει τα αναφερόμενα ποσά, ως χρηματική ικανοποίηση για την ψυχική οδύνη που υπέστησαν από το θάνατο του συγγενούς τους.

Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε η με αριθ. 3631/2015 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία απορρίφθηκε η αγωγή ως μη νόμιμη. Κατά της απόφασης αυτής άσκησαν έφεση οι ενάγοντες, επί της οποίας εκδόθηκε η με αριθ. 5546/2017 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, με την οποία, αφού κρίθηκε ότι η αγωγή με το άνω περιεχόμενο και αίτημα είναι νόμιμη, έγινε δεκτή τυπικά και κατ' ουσίαν η έφεση, εξαφανίσθηκε η εκκαλούμενη απόφαση, κρατήθηκε και δικάσθηκε κατ' ουσίαν η άνω αγωγή, η οποία και απορρίφθηκε τελικά ως ουσία αβάσιμη, αφού έγινε δεκτό ότι η ληστεία και ο συνεπεία αυτής θανατηφόρος τραυματισμός του συγγενούς των εναγόντων δεν συνδέεται με παράνομη παράλειψη των οργάνων και υπαλλήλων της εναγομένης και, συνεπώς, δεν θεμελιώνεται αντίστοιχη αδικοπρακτική ευθύνη της έναντι των εναγόντων.

Την απόφαση αυτή προσβάλλουν οι τελευταίοι με την υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως. Κατά το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται "αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών". Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (ΟλΑΠ 14/2015, ΟλΑΠ 7/2006, ΟλΑΠ 4/2005).

Με το λόγο αυτό ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κλπ, ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν.

Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν εμφανή την παράβαση.

Τούτο συμβαίνει όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (ΟλΑΠ 8/2018, ΟλΑΠ 27/1998).

Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα, που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της παραβάσεως του άρθρου 93 παρ.3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναιρέσεως ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία), δηλαδή όταν τα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης, με αποτέλεσμα να μην μπορεί να ελεγχθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόσθηκε. (Ολ.ΑΠ 1/1999).

Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες. Εξάλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος προτάσεως προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της αποφάσεως στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες.

Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες. Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (ΟλΑΠ 2/2019, ΟλΑΠ 18/2008, ΟλΑΠ 15/2006).

Τα νομικά ή πραγματικά επιχειρήματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, που συνέχονται με την ερμηνεία του νόμου ή την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές διαμορφωτικές του αποδεικτικού πορίσματος του δικαστηρίου και, επομένως, αιτιολογία της απόφασης ικανή να ελεγχθεί αναιρετικά με τον παραπάνω λόγο για ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα, ούτε ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν το δικαστήριο της ουσίας δεν ανέλυσε ιδιαιτέρως ή διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς τους (ΑΠ 50/2020, ΑΠ 2/2019, ΑΠ 708/2017).

Περαιτέρω, κατά το άρθ. 914 ΑΚ, όποιος ζημίωσε άλλον παράνομα και υπαίτια έχει υποχρέωση να τον αποζημιώσει, κατά τα οριζόμενα ειδικότερα στα άρθ. 297 και 298 ΑΚ. Από τις διατάξεις των παραπάνω άρθρων, συνδυαζόμενες και με τις διατάξεις των άρθ. 330 ΑΚ και 15 ΠΚ, συνάγεται ότι παράνομη είναι κάθε προσβολή στα δικαιώματα ή συμφέροντα άλλου που προστατεύονται από το νόμο.

Η παράνομη συμπεριφορά ως όρος της αδικοπραξίας, μπορεί να συνίσταται σε θετική πράξη ή παράλειψη, εφόσον στην τελευταία περίπτωση υπήρχε ιδιαίτερη νομική υποχρέωση προφύλαξης του προσβληθέντος δικαιώματος ή συμφέροντος και αποτροπής του ζημιογόνου αποτελέσματος. Αυτό συμβαίνει όταν υφίσταται από το νόμο ή από δικαιοπραξία ή από την καλή πίστη κατά την κρατούσα κοινωνική αντίληψη και το γενικό πνεύμα του δικαίου υποχρέωση προστασίας και ειδικότερα όταν με προηγούμενη πράξη του δημιούργησε κάποιος κατάσταση επικινδυνότητας, χωρίς να έχει λάβει τα αναγκαία μέτρα για την αποτροπή του κινδύνου (ΑΠ 174/2005, ΑΠ 996/2004, ΑΠ 906/2001).

Τέτοια υποχρέωση προστασίας υπάρχει και όταν επιχείρηση έχει απευθύνει στο κοινό πρόσκληση να επισκέπτεται ή να χρησιμοποιεί ορισμένο χώρο της, οπότε οφείλει να έχει λάβει κάθε μέτρο αναγκαίο και πρόσφορο για την ασφάλεια των επισκεπτών (ΑΠ 5/2001). Ο ειδικότερος προσδιορισμός των μέτρων αυτών με αντικειμενικά αξιολογικά κριτήρια, ώστε να ισχύουν αορίστως σε περισσότερες όμοιες περιπτώσεις, αποτελεί εξειδίκευση (ερμηνεία) της αόριστης νομικής έννοιας της παράνομης συμπεριφοράς ως όρου της αδικοπραξίας, στην οποία θα πρέπει να μπορούν να υπαχθούν τα πραγματικά περιστατικά της ατομικής περίπτωσης για να θεμελιώνεται αντίστοιχη αδικοπρακτική ευθύνη.

Στο πλαίσιο αυτό η υπ` αριθ. 3015/30/3-δ/4.4.1997 απόφαση του Υπουργού Δημόσιας Τάξης (ΦΕΚ 276 Β/ 8.4.1997) "Καθορισμός όρων ασφαλείας καταστημάτων των πιστωτικών ιδρυμάτων του άρθρου 2 του Ν. 2076/1992 και των ανταλλακτηρίων συναλλάγματος", που εκδόθηκε κατ` εξουσιοδότηση του άρθρου 12 παρ. 9 του ν. 1481/1984 και ίσχυε κατά τον επίδικο χρόνο (28.6.2007), πριν την κατάργησή της από 23.3.2009 με την με αριθ. 3015/30/6/23.3.2009 (ΦΕΚ Β 536/23.3.2009) όμοια Υ.Α., που αντικατέστησε αυτή, ορίζει, μεταξύ άλλων, και τα ακόλουθα:

ΑΡΘΡΟ 1: "Οι διατάξεις της παρούσας απόφασης εφαρμόζονται σε όλα τα καταστήματα των πιστωτικών ιδρυμάτων, όπως αυτά καθορίζονται στο άρθ. 2 του ν. 2076/1992, και των ανταλλακτηρίων συναλλάγματος που λειτουργούν ή πρόκειται να λειτουργήσουν σε ολόκληρη την επικράτεια". ΑΡΘΡΟ 2 παράγραφος 1: "Ως όροι ασφάλειας για την εφαρμογή των διατάξεων της παρούσας απόφασης νοούνται τα μέτρα φυσικής και τεχνικής προστασίας των καταστημάτων του προηγούμενου άρθρου, τα οποία υποχρεούνται να λάβουν οι φορείς στους οποίους ανήκουν τα εν λόγω καταστήματα προς πρόληψη εγκληματικών πράξεων κατά της περιουσίας, του προσωπικού και της πελατείας των εν λόγω καταστημάτων.

Τα μέτρα αυτά είναι: α. Η εγκατάσταση και λειτουργία σύγχρονου και ασφαλούς συστήματος συναγερμού (σιωπηλού), ο οποίος συνδέεται με την τοπική αστυνομική αρχή για την άμεση ειδοποίηση της στις περιπτώσεις ληστειών ή διαρρήξεων, β. Η χρήση χρηματοκιβωτίων κατασκευασμένων από ανθεκτικό υλικό και εφοδιασμένων με σύστημα χρονοκαθυστέρησης ή άλλο ανάλογο, ώστε το άνοιγμα τους ή η με οποιονδήποτε τρόπο παραλαβή χρημάτων από αυτά, να αποκλείεται πριν την πάροδο ορισμένου χρόνου.

Η λειτουργία των ανωτέρω συστημάτων χρονοκαθυστέρησης γνωστοποιείται με την ανάρτηση σε εμφανή σημεία του καταστήματος και επί του χρηματοκιβωτίου ανάλογων πινακίδων, γ. Η εγκατάσταση και λειτουργία σε κατάλληλες θέσεις συστήματος συνεχούς καταγραφής σκηνών, όλες τις ώρες λειτουργίας των καταστημάτων του άρθρου 1 της παρούσας, δ.

Η εγκατάσταση θυρών εισόδου-εξόδου διπλών ή περιστρεφόμενων υψηλής ασφάλειας με δυνατότητα αυτόματης λειτουργίας τους, εξοπλισμένων με σύγχρονα ηλεκτρονικά μηχανήματα ανίχνευσης μετάλλων, ώστε να παρεμποδίζεται η είσοδος στο κατάστημα ατόμων που φέρουν πυροβόλα όπλα ή άλλα μεταλλικά αντικείμενα που μπορούν να χρησιμοποιηθούν ως όπλα.

Το μέτρο αυτό είναι υποχρεωτικό μόνο σε περίπτωση που το κατάστημα στο οποίο αφορούν αποτέλεσε στόχο ληστείας δύο (2) τουλάχιστον φορές κατά το τελευταίο έτος. ε. Η προαιρετική εγκατάσταση αλεξίσφαιρων υαλοπινάκων προστατευτικών των χώρων των ταμείων (γκισέ)". ΑΡΘΡΟ 2 παράγραφος 2: "Επιπλέον των ανωτέρω μέτρων, οι διοικήσεις των πιστωτικών ιδρυμάτων και των επιχειρήσεων ανταλλακτηρίων συναλλάγματος, καθώς και οι διευθυντές και υπεύθυνοι καταστημάτων των ως άνω ιδρυμάτων και επιχειρήσεων μεριμνούν για την υλοποίηση της συνολικής πολιτικής ασφάλειας του καταστήματος, η οποία περιλαμβάνει:

α) Τη σωστή εγκατάσταση, λειτουργία, συντήρηση και χρήση των συστημάτων ασφαλείας, β) Την προστασία των απορρήτων στοιχείων των συστημάτων ασφαλείας και των σχετικών διαδικασιών λειτουργίας τους, γ) Την παροχή οδηγιών στο προσωπικό, σχετικά με τις ενέργειες και την συμπεριφορά που πρέπει να έχει κατά τον χρόνο που διαπράττεται ληστεία ή άλλη παράνομη πράξη και αμέσως μετά από αυτές, δ) Τη συνεχή και στην κατάλληλη θέση παρουσία του προσωπικού ασφαλείας και την αποκλειστική απασχόληση στα ειδικά καθήκοντά του, εφόσον στο κατάστημα έχει διατεθεί τέτοιο προσωπικό".

Από το περιεχόμενο της παραπάνω κανονιστικής υπουργικής απόφασης συνάγεται ότι με θετικές διατάξεις καθορίστηκαν λεπτομερώς συγκεκριμένα μέτρα ασφάλειας για την προστασία αορίστως όλων των πιστωτικών καταστημάτων, του προσωπικού και των πελατών τους και επομένως ούτε κατά την καλή πίστη υπό την αντικειμενική αυτής έννοια που απαιτείται κατά τα άρθρα 200, 281 και 288 ΑΚ, δηλαδή τη συναλλακτική ευθύτητα που οφείλει να επιδεικνύει κάθε συνετός και εχέφρων συναλλασσόμενος, μπορούν να αξιωθούν πρόσθετα μέτρα ασφάλειας, όπως η διάθεση ατόμου (φρουρού) για τη φύλαξη του πιστωτικού καταστήματος και η εγκατάσταση και λειτουργία σ` αυτό των περιγραφόμενων στην υπουργική απόφαση θυρών υψηλής ασφάλειας, μολονότι το οικείο πιστωτικό κατάστημα δεν αποτέλεσε στόχο ληστείας δυο τουλάχιστον φορές κατά το τελευταίο έτος πριν από την ισχύ της απόφασης (ΑΠ 1415/2018, ΑΠ 1629/2010).

Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο Αθηνών, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, μετά από συνεκτίμηση των αποδεικτικών στοιχείων που αναφέρει, δέχθηκε, κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος, τα εξής: "Στις 26-6-2007 και περί ώρα 10.00 πμ., ο Β. Α.... μετέβη στο υποκατάστημα της εναγομένης, που βρίσκεται στο ..., επί της ..., προκειμένου να διεκπεραιώσει κάποια τραπεζική του εργασία.

Εισερχόμενος στο ανωτέρω τραπεζικό κατάστημα, περίμενε τη σειρά του για να εξυπηρετηθεί στο χώρο αριστερά της εισόδου, όπου υπήρχαν καρέκλες για να κάθονται οι πελάτες, μέχρι να εξυπηρετηθούν. Μετά από λίγη ώρα και συγκεκριμένα, στις 10,05 ώρα, δύο άγνωστοι δράστες, φορώντας κράνη, εισήλθαν οπλισμένοι στο ως άνω Υποκατάστημα της εναγομένης και αφού ακινητοποίησαν, με την απειλή όπλων, τους πελάτες και υπαλλήλους που βρίσκονταν εντός του καταστήματος, ο, μεν, ένας παρέμεινε στον προθάλαμο της τράπεζας επιτηρώντας το χώρο μέσα και έξω του καταστήματος, ενώ ο άλλος πέρασε εσωτερικά των τριών ταμείων, από τα οποία αφαίρεσε το χρηματικό ποσό των 17.964,93 ευρώ.

Στη συνέχεια και ενώ ο δράστης, που πήγε στα ταμεία, κατευθύνθηκε προς την έξοδο του Υποκαταστήματος, διαπληκτίστηκε φραστικά με τον ανωτέρω πελάτη της Τράπεζας Β. Α., ο οποίος του απεύθυνε τη φράση "τι πράγματα είναι αυτά". Τότε, ο δράστης πυροβόλησε στον αέρα προς εκφοβισμό, με αποτέλεσμα να θρυμματιστεί το τζάμι της πόρτας της εισόδου, να εξοστρακιστεί σφαίρα και να τραυματίσει στο πόδι την ευρισκόμενη στο βάθος του καταστήματος υπάλληλο της τράπεζας Α.

Κ.. Ενώ έφευγαν οι δράστες, ο δεύτερος εξ αυτών, απευθύνθηκε προς το Β. Α. και με τεταμένο το όπλο του είπε "θα σου ρίξω, δεν είναι ψεύτικο", πυροβολώντας συγχρόνως, εναντίον του, εντός του καταστήματος, τέσσερις φορές... Το θύμα, πληγωμένο βγήκε από την τράπεζα και κάνοντας λίγα μέτρα σωριάστηκε στο πεζοδρόμιο εκτός του υποκαταστήματος...

Ως αποτέλεσμα των πληγμάτων που δέχθηκε ο Β. Α., από το πυροβόλο όπλο του δράστη, ήταν να τραυματιστεί θανάσιμα, το πτώμα του οποίου τελικά βρέθηκε στο πεζοδρόμιο, όπου σωριάστηκε νεκρός, σε διαγώνια απόσταση τριών (3) μέτρων από την είσοδο της τράπεζας, δεξιά αυτής και 7,5 μέτρα από την απόληξη του πεζοδρομίου, προς τη συμβολή των οδών ......

Υπαίτιοι του θανάσιμου τραυματισμού του προσφιλούς προσώπου των εναγόντων είναι οι ανωτέρω δράστες. Όμως, οι ενάγοντες, ισχυρίζονται ότι, εκτός των δραστών, υπαίτια για το θάνατο του ανωτέρω, είναι και η εναγομένη και οι προστηθέντες από αυτήν υπεύθυνοι του ανωτέρω Υποκαταστήματος, οι οποίοι από αμέλειά τους παρέλειψαν να λάβουν τα επιβαλλόμενα από την αρχή της καλής πίστης μέτρα ασφαλείας, ώστε να αποφευχθεί η ληστεία και ο συνεπεία αυτής θανατηφόρος τραυματισμός του συγγενούς τους.

Όσον αφορά το ζήτημα της ευθύνης της εναγομένης, η οποία είναι πιστωτικό ίδρυμα, ενώ στην έννοια του τραπεζικού Υποκαταστήματος υπάγεται το Υποκατάστημά της, στο οποίο συνέβη το ανωτέρω τραγικό γεγονός, κατά το χρόνο που συνέβη αυτό, ίσχυε, όσον αφορά τους όρους ασφαλείας που έπρεπε αυτή να τηρεί, η με αριθμό 3015/30/3-δ/4.4.1997 απόφαση του Υπουργού Δημόσιας Τάξης (ΦΕΚ 276 Β/ 8.4.1997), που εκδόθηκε κατ` εξουσιοδότηση των ν. 1481/1984 και 2076/1992.

Σύμφωνα με την ως άνω Υπουργική Απόφαση, τα μέτρα ασφαλείας, τα οποία υποχρεούνταν να λάβουν οι φορείς των ανωτέρω καταστημάτων προς πρόληψη εγκληματικών πράξεων κατά της περιουσίας, του προσωπικού και της πελατείας των ήταν: α) Η εγκατάσταση και λειτουργία σύγχρονου και ασφαλούς συστήματος συναγερμού (σιωπηλού), ο οποίος συνδέεται με την τοπική αστυνομική αρχή για την άμεση ειδοποίησή της στις περιπτώσεις ληστειών ή διαρρήξεων, β) Η χρήση χρηματοκιβωτίων κατασκευασμένων από ανθεκτικό υλικό και εφοδιασμένων με σύστημα χρονοκαθυστέρησης ή άλλο ανάλογο, ώστε το άνοιγμά τους ή η με οποιονδήποτε τρόπο παραλαβή χρημάτων από αυτά, να αποκλείεται πριν την πάροδο ορισμένου χρόνου.

Η λειτουργία των ανωτέρω συστημάτων χρονοκαθυστέρησης γνωστοποιείται με την ανάρτηση σε εμφανή σημεία του καταστήματος και επί του χρηματοκιβωτίου αναλόγων πινακιδίων, γ) Η εγκατάσταση και λειτουργία σε κατάλληλες θέσεις συστήματος συνεχούς καταγραφής σκηνών, όλες τις ώρες λειτουργίας των καταστημάτων του άρθρου 1 της παρούσας.

δ) Η εγκατάσταση θυρών εισόδου - εξόδου διπλών ή περιστρεφομένων, υψηλής ασφαλείας με δυνατότητα αυτόματης λειτουργίας τους, εξοπλισμένων με σύγχρονα ηλεκτρονικά μηχανήματα ανίχνευσης μετάλλων, ώστε να παρεμποδίζεται η είσοδος στο κατάστημα ατόμων που φέρουν πυροβόλα όπλα ή άλλα μεταλλικά αντικείμενα που μπορούν να χρησιμοποιηθούν ως όπλα.

Το μέτρο αυτό είναι υποχρεωτικό μόνο σε περίπτωση που το κατάστημα στο οποίο αφορούν αποτέλεσε στόχο ληστείας δύο (2) τουλάχιστον φορές κατά το τελευταίο έτος. ε) Η προαιρετική εγκατάσταση αλεξίσφαιρων υαλοπινάκων προστατευτικών των χώρων των ταμείων (γκισέ). Στην προκείμενη περίπτωση, αποδείχθηκε ότι από τους αναφερόμενους, στην ως άνω με αριθμό 3015/30/3-δ/4.4.1997 Υπουργική Απόφαση, τηρούνταν τα ακόλουθα μέτρα:

α) Η εγκατάσταση και κανονική λειτουργία σιωπηλού συστήματος συναγερμού, που μάλιστα ενεργοποιήθηκε από το Διευθυντή του Υποκαταστήματος της εναγομένης, μετά την έξοδο των ληστών από το κατάστημα..., β) το σύστημα συνεχούς καταγραφής σκηνών... και γ) χρηματοκιβωτίου με σύστημα χρονοκαθυστέρησης... Δεν υπήρχε, όμως, όπως αποδείχθηκε η εγκατάσταση θυρών εισόδου - εξόδου διπλών ή περιστρεφομένων, υψηλής ασφάλειας, με δυνατότητα αυτόματης λειτουργίας τους, εξοπλισμένων με σύγχρονα ηλεκτρονικά μηχανήματα ανίχνευσης μετάλλων, ώστε να παρεμποδίζεται η είσοδος στο κατάστημα ατόμων, που φέρουν πυροβόλα όπλα ή άλλα μεταλλικά αντικείμενα, τα οποία μπορούν να χρησιμοποιηθούν ως όπλα.

Το μέτρο αυτό, όμως, καθίσταται, υποχρεωτικό, σύμφωνα με την ανωτέρω Υπουργική Απόφαση, μόνο σε περίπτωση που το κατάστημα, στο οποίο αφορούν, αποτέλεσε στόχο ληστείας δύο (2) τουλάχιστον φορές, κατά το τελευταίο έτος, και το εν λόγω Υποκατάστημα της εναγομένης, που βρίσκεται στο ..., επί της ..., δεν είχε αποτελέσει στόχο ληστείας, κατά το τελευταίο έτος, πριν το επίδικο συμβάν.

Εξάλλου, όσον αφορά τον όρο υπό στοιχείο δ, της 2ης παραγράφου της ως άνω Υπουργικής Απόφασης, που όριζε ότι οι υπεύθυνοι των πιστωτικών ιδρυμάτων θα πρέπει μεταξύ άλλων, να μεριμνούν για τη συνεχή και στην κατάλληλη θέση παρουσία του προσωπικού ασφαλείας και την αποκλειστική απασχόληση στα ειδικά καθήκοντά του, εφόσον στο κατάστημα έχει διατεθεί τέτοιο προσωπικό, το οποίο στην προκείμενη περίπτωση, επίσης, όπως αποδείχθηκε, δεν υπήρχε, κατά το χρόνο της ληστείας, δεν προέκυψε ότι τέτοιο προσωπικό είχε διατεθεί στην εναγομένη, ώστε η τήρηση του ως άνω όρου να καθίσταται υποχρεωτικά για αυτήν.

Συνεπώς, τα ανωτέρω μέτρα ασφαλείας, που, όπως αποδείχθηκε, δεν τηρούνταν από την εναγομένη στο εν λόγω υποκατάστημα ήτοι, σύστημα ελέγχου θυρών εισόδου - εξόδου υψηλής ασφαλείας του Υποκαταστήματος, με σύστημα εντοπισμού όπλων και μεταλλικών αντικειμένων και προσωπικό ασφαλείας του Υποκαταστήματος, το οποίο, είτε δια της παρουσίας του θα απέτρεπε τη ληστεία είτε θα προέβαινε σε αμυντικές ενέργειες κατά των ληστών, δεν ήταν υποχρεωτικά, για την εναγομένη.

Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, η ληστεία, που άγνωστα άτομα διέπραξαν με την απειλή πυροβόλου όπλου, στις 28-06-2007 και ο συνεπεία αυτής θανατηφόρος τραυματισμός του συγγενούς των εναγόντων, (ήδη εκκαλούντων) ενώ αυτός βρισκόταν εντός του τραπεζικού Υποκαταστήματος της εναγομένης (ήδη εφεσίβλητης), δεν συνδέεται με παράνομη παράλειψη των οργάνων και υπαλλήλων αυτής, σε σχέση με ενέργεια επιβαλλόμενη είτε από το νόμο είτε από την καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη και συνεπώς, δεν θεμελιώνεται αντίστοιχη αδικοπρακτική ευθύνη της έναντι των εναγόντων (ήδη εκκαλούντων), αφού, ναι μεν, δεν υπήρχε εγκατεστημένο στο ως άνω Υποκατάστημά της, σύστημα θυρών εισόδου - εξόδου υψηλής ασφάλειας, όμως, η εγκατάσταση και λειτουργία του συστήματος αυτού δεν ήταν, κατά τα οριζόμενα στην προαναφερθείσα Υπουργική Απόφαση υποχρεωτική, επειδή το Υποκατάστημα αυτό δεν υπήρξε στόχος άλλης ληστείας, κατά το τελευταίο έτος.

Αντίθετα, τηρούνταν στο Υποκατάστημα της εναγομένης, οι προβλεπόμενοι από την παραπάνω Υπουργική Απόφαση λοιποί όροι ασφάλειας, δηλαδή η εγκατάσταση και κανονική λειτουργία σιωπηλού συστήματος συναγερμού, που μάλιστα ενεργοποιήθηκε, καθώς, επίσης, συστήματος συνεχούς καταγραφής σκηνών και χρηματοκιβωτίου με σύστημα χρονοκαθυστέρησης.

Εξ άλλου στα επιβαλλόμενα από το νόμο και την καλή πίστη μέτρα ασφάλειας για το Υποκατάστημα της εναγομένης, δεν συμπεριλαμβανόταν και η διάθεση ατόμου για τη φύλαξη του Υποκαταστήματος αυτού, επομένως, η έλλειψη τέτοιου μέτρου, ήτοι η έλλειψη ένοπλου φρουρού στο Υποκατάστημα της εναγομένης (εφεσίβλητης), στη συγκεκριμένη περίπτωση, δεν συνιστά παράνομη, θεμελιωτική αδικοπρακτικής ευθύνης της εναγομένης.

Τα ανωτέρω μέτρα, δεν ήταν μεταξύ αυτών, που υποχρεούτο να λάβει η εναγομένη, με βάση την ισχύουσα, κατά τον χρόνο εκείνο και εφαρμοστέα Υ.Α. 3015/30/3-δ/4-7-1997 για τον καθορισμό των όρων ασφαλείας καταστημάτων των πιστωτικών ιδρυμάτων και των ανταλλακτηρίων συναλλάγματος, αφού η, μεν, απασχόληση προσωπικού ασφαλείας δεν προβλεπόταν, ως υποχρεωτική από την εν λόγω Υ.Α., η, δε, εγκατάσταση θυρών ασφαλείας στο κατάστημα ήταν, κατά το άρθρο 2 παρ. 1δ αυτής, υποχρεωτική, μόνον, σε περίπτωση, που αυτό είχε αποτελέσει στόχο ληστείας δύο (2) τουλάχιστον φορές, κατά το τελευταίο έτος, γεγονός, που δεν συνέτρεχε στην προκειμένη περίπτωση.

Μέσω της ως άνω Υπουργικής Απόφασης, που καθορίζει τα υποχρεωτικά μέτρα ασφαλείας για την προστασία όλων των πιστωτικών καταστημάτων, του προσωπικού και των πελατών τους, προσδιοριζόμενα με αντικειμενικά αξιολογικά κριτήρια, ώστε να ισχύουν αορίστως σε περισσότερες όμοιες περιπτώσεις, εξειδικεύεται στο συγκεκριμένο πεδίο η αρχή της καλής πίστης και η κατά το γενικό πνεύμα δικαίου υποχρέωση προστασίας...

Ως εκ τούτου, δεν υπάρχει, εν προκειμένω, έδαφος διεύρυνσης της ιδιαίτερης νομικής υποχρέωσης της εναγομένης για αποτροπή του ανωτέρω τραγικού αποτελέσματος, με εφαρμογή της γενικής ρήτρας του άρθρου 288 ΑΚ, με την αξίωση των προαναφερομένων πρόσθετων μέτρων, όπως υποστηρίζουν οι ενάγοντες, μη συντρεχόντων των σχετικών προϋποθέσεων.

Συνεπώς, εξ όλων των ανωτέρω συνάγεται ότι η έλλειψη των αναφερομένων στην αγωγή μέτρων ασφαλείας δεν συνιστά παράνομη παράλειψη, θεμελιωτική αδικοπρακτικής ευθύνης της εναγομένης έναντι των εναγόντων. Ως εκ τούτου, η υπό κρίση αγωγή, πρέπει να απορριφθεί, ως αβάσιμη από ουσιαστική άποψη...". Με βάση τις παραπάνω παραδοχές του, το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφαση του, απέρριψε ως ουσία αβάσιμη την αγωγή των αναιρεσειόντων.

Έτσι που έκρινε το Εφετείο, δεν παραβίασε ευθέως, με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή, τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 914, 200, 281, 288 ΑΚ και της υπ' αριθ. 3015/30/3-δ/8.4.1997 Υ.Α., καθώς και την ερειδόμενη στη διάταξη του άρθρου 25 παρ. 1 του Συντάγματος αρχή της αναλογικότητας, καθόσον, υπό τα ως άνω ανελέγκτως δεκτά γενόμενα πραγματικά περιστατικά, δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής των διατάξεων αυτών και δη παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά εκ μέρους της αναιρεσίβλητης, και, ως εκ τούτου, δεν καταφάσκεται υποχρέωση αυτής για καταβολή στους αναιρεσείοντες χρηματικής ικανοποίησης λόγω της ψυχικής οδύνης που υπέστησαν από το θάνατο του άνω συγγενούς τους.

Ειδικότερα, εφόσον με την άνω κανονιστική Υ.Α. καθορίσθηκαν με θετικές διατάξεις λεπτομερώς συγκεκριμένα μέτρα ασφάλειας για την προστασία αορίστως όλων των καταστημάτων των πιστωτικών ιδρυμάτων προς πρόληψη εγκληματικών πράξεων κατά της περιουσίας, του προσωπικού και της πελατείας των καταστημάτων αυτών, δεν μπορεί να αξιωθεί από το πιστωτικό ίδρυμα η τήρηση πρόσθετων μέτρων ασφάλειας μη προβλεπομένων στην απόφαση αυτή ή σε άλλη ειδική διάταξη για τη θεμελίωση παράνομης συμπεριφοράς αυτού, ως στοιχείου της αστικής ευθύνης του, κατ` εφαρμογή της αρχής της καλής πίστης υπό την αντικειμενική της έννοια, ήτοι της συναλλακτικής ευθύτητας που οφείλει να επιδεικνύει κάθε συνετός συναλλασσόμενος, κατ' εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 200, 281 και 288 του ΑΚ.

Συνεπώς, ο πρώτος λόγος της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα και αποδίδεται στην εφετειακή απόφαση η πλημμέλεια από το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμος και απορριπτέος. Εξάλλου, το Εφετείο, υπό τις προεκτεθείσες παραδοχές του, δεν στέρησε την προσβαλλόμενη απόφασή του από νόμιμη βάση, αφού με σαφείς, επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο περί συνδρομής ή μη των νομίμων όρων και προϋποθέσεων των διατάξεων των άρθρων 914, 200, 281, 288 ΑΚ και της υπ' αριθ. 3015/30/3-δ/8.4.1997 Υ.Α., αλλά και 25 παρ. 1 του Συντάγματος, κατέληξε στο αποδεικτικό του πόρισμα ότι η ληστεία, που άγνωστα άτομα διέπραξαν με την απειλή πυροβόλου όπλου, στις 28-06-2007 και ο συνεπεία αυτής θανατηφόρος τραυματισμός του συγγενούς των αναιρεσειόντων, ενώ αυτός βρισκόταν εντός του τραπεζικού υποκαταστήματος της αναιρεσίβλητης, δεν συνδέεται με παράνομη παράλειψη των οργάνων και υπαλλήλων της τελευταίας, σε σχέση με ενέργεια επιβαλλόμενη είτε από το νόμο είτε από την καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη και συνεπώς, δεν θεμελιώνεται αντίστοιχη αδικοπρακτική ευθύνη της έναντι των αναιρεσειόντων.

Ειδικότερα, το Εφετείο με σαφήνεια δέχεται α) ότι η εγκατάσταση και λειτουργία στο υποκατάστημα της αναιρεσίβλητης συστήματος θυρών υψηλής ασφάλειας κατά τον κρίσιμο χρόνο δεν ήταν, κατά τα οριζόμενα στην προαναφερθείσα Υ.Α., υποχρεωτική, επειδή το υποκατάστημα αυτό δεν υπήρξε στόχος άλλης ληστείας, κατά το τελευταίο έτος, β) ότι τηρούνταν στο υποκατάστημα της αναιρεσίβλητης οι προβλεπόμενοι από την παραπάνω Υ.Α.

λοιποί όροι ασφάλειας, δηλαδή η εγκατάσταση και κανονική λειτουργία σιωπηλού συστήματος συναγερμού, που μάλιστα ενεργοποιήθηκε, καθώς, επίσης, συστήματος συνεχούς καταγραφής σκηνών και χρηματοκιβωτίου με σύστημα χρονοκαθυστέρησης και γ) ότι στα επιβαλλόμενα από το νόμο και την καλή πίστη μέτρα ασφάλειας για το υποκατάστημα της αναιρεσίβλητης, δεν συμπεριλαμβανόταν και η διάθεση ατόμου για τη φύλαξη του υποκαταστήματος αυτού, καθόσον δεν προέκυψε ότι τέτοιο προσωπικό είχε διατεθεί στην εναγομένη, ώστε η τήρηση του ως άνω όρου να καθίσταται υποχρεωτική γι' αυτήν, βάσει δε αυτών έκρινε εν τέλει ότι η έλλειψη των άνω μέτρων στη συγκεκριμένη περίπτωση δεν συνιστά παράνομη παράλειψη, θεμελιωτική αδικοπρακτικής ευθύνης της αναιρεσίβλητης έναντι των αναιρεσειόντων.

Συνεπώς, είναι αβάσιμος και ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως, από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο οι αναιρεσείοντες προσάπτουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την έλλειψη νόμιμης βάσης, λόγω ανεπαρκών και αντιφατικών αιτιολογιών.

Κατόπιν αυτών και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος αναιρέσεως προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση αναιρέσεως και να διαταχθεί η εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του κατατεθέντος για την άσκησή της παραβόλου (άρθρο 495 παρ. 4 ΚΠολΔ). Τα δικαστικά έξοδα πρέπει να συμψηφισθούν μεταξύ των διαδίκων, κατά το άρθρο 179 ΚΠολΔ, διότι η ερμηνεία των κανόνων δικαίου που εφαρμόσθηκαν ήταν ιδιαίτερα δυσχερής.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 18 Ιουλίου 2018 αίτηση των: 1) Σ. θυγ. Β. Α., 2) Ε. συζ. Δ. Σ., 3) Γ. Α., 4) Δ. Σ. και Ε. συζ. Δ. Σ., ως ασκούντων τη γονική μέριμνα των ανηλίκων τέκνων τους α) Ι. Σ. και β) Δ. Σ., 5) Ε. Σ. και 6) Δ. Σ., για αναίρεση της με αριθ. 5546/2017 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Διατάσσει την εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του κατατεθέντος, για την άσκηση της ένδικης αίτησης αναίρεσης, παραβόλου. Και Συμψηφίζει τα δικαστικά έξοδα στο σύνολό τους μεταξύ των διαδίκων.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 12 Απριλίου 2022.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 16 Μαΐου 2022.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ

Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ