Legislator Case Law & Legislation
862/2020 AI generated

Supreme Court dismisses appeals on breach of contract claims, ruling breach does not constitute tort without independent illegality.

Case Number 862/2020
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court of Greece dismissed two concurrent appeals challenging a lower court's decision on a breach of contract dispute. The appellant argued that the seller's conduct constituted a tort under Article 914 of the Civil Code, but the appellate court held that mere contractual breach by a party does not create a tort liability unless the act would be illegal even without the contract. Consequently, the Supreme Court upheld the lower court's rejection of the tort claim and ordered the appellant to pay the respondent's legal costs.

Legislator headnote

AI generated

Articles 914, 919, 932, 198 of the Civil Code; A contractual breach by a party does not constitute a tort unless the act would be illegal and harmful even if performed without the contractual relationship.

Keywords

AI generated
breach of contract tort liability independent illegality Article 914 Civil Code concurrent appeals legal costs contractual fault

Cited Legislation

AI generated
Article 914 of the Civil Code
Article 919 of the Civil Code
Article 932 of the Civil Code
Article 198 of the Civil Code
Article 176 of the Code of Civil Procedure
Article 183 of the Code of Civil Procedure
Article 246 of the Code of Civil Procedure
Article 573 of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 862 / 2020 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 862/2020

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Κοντό, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Θεόδωρο Κανελλόπουλο, Μαρία Βασδέκη, Κωνσταντίνα Μαυρικοπούλου και Αικατερίνη Κρυσταλλίδου - Μωρέση - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 9 Δεκεμβρίου 2019, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει τις υποθέσεις μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος - αναιρεσιβλήτου: Χ. Λ. του Κ., κατοίκου .... Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αλέξανδρο Λάμπρου. Του αναιρεσιβλήτου - αναιρεσείοντος: Κ. Σ. του Α., κατοίκου .... Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Χρήστο Κούκλη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 21-7-2014 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος - αναιρεσιβλήτου Κ. Σ., που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Γυθείου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 8/2016 του ίδιου Δικαστηρίου και 36/2018 του Τριμελούς Εφετείου Καλαμάτας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης, συμπροσβαλλομένης και της υπ' αριθ. 8/2016 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Γυθείου ζητεί ο αναιρεσείων Χ. Λ. με την από 13-9-2018 αίτησή του και την αναίρεση της υπ' αριθ. 36/2018 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Καλαμάτας ζητεί ο αναιρεσείων Κ. Σ. με την από 7-9-2018 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση των αιτήσεων αυτών, που εκφωνήθηκαν από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος - αναιρεσιβλήτου Χ. Λ. ζήτησε την παραδοχή της αίτησής του, την απόρριψη της αίτησης του αντιδίκου και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με τις υπό κρίση αντίθετες αιτήσεις αναιρέσεως, που πρέπει να ενωθούν και να συνεκδικασθούν (άρθρα 246, 573 ΚΠολΔ) προς διευκόλυνση και επιτάχυνση της διεξαγωγής της δίκης και μείωση των εξόδων (ΑΠ1379/2014), προσβάλλεται η 36/2018 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Καλαμάτας, κατάληξη της ακόλουθης διαδικαστικής διαδρομής κατ' επιτρεπτήν εκτίμηση των διαδικαστικών εγγράφων: Ο αναιρεσείων Κ. Σ. άσκησε την από 21-7-2014 αγωγή ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Γυθείου, με την οποίαν ζήτησε να του αποδοθούν, λόγω της εκ νομικού ελαττώματος ματαιώσεως καταρτίσεως των οριστικών συμβάσεων πωλήσεως των περιγραφομένων σ' αυτή ακινήτων, α) τα προκαταβληθέντα με την υπογραφή των οικείων προσυμφώνων έναντι του συμφωνηθέντος τιμήματος χρηματικά ποσά καθώς και β) οι δαπάνες στις οποίες υποβλήθηκε με την προοπτική καταρτίσεως εκάστου των συμβολαίων μεταβιβάσεως των εν λόγω ακινήτων. Επικουρικώς ζήτησε τα υπό στοιχείο α) ποσά ως αποζημίωση από την εκ των διαπραγματεύσεων ευθύνη, άλλως τα υπό στοιχείο α) ποσά και μέρος των υπό στοιχείο β) ποσών κατά τις διατάξεις του αδικαιολογήτου πλουτισμού. Επικαλούμενος τέλος τη συνδρομή και αδικοπρακτικής ευθύνης του εναγομένου, ζήτησε την επιδίκαση χρηματικής ικανοποιήσεως λόγω ηθικής βλάβης.

Εκδόθηκε η υπ' αριθ. 8/2016 οριστική απόφαση του ανωτέρω δικαστηρίου, με την οποία η αγωγή έγινε εν μέρει δεκτή κατά την κυρία βάση της και απορρίφθηκε ως μη νόμιμη κατά την εξ αδικοπραξίας τοιαύτη. Ακολούθως, με την υπ' αριθ. 36/2018 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Καλαμάτας απορρίφθηκαν οι εφέσεις αμφοτέρων των διαδίκων κατά της ως άνω αποφάσεως.

Με τις υπό κρίση αιτήσεις αναιρέσεως και με τους λόγους που ερευνώνται κατωτέρω, προσβάλλεται από αμφοτέρους τους διαδίκους η προαναφερόμενη απόφαση του Εφετείου. H από 13-9-2018 αίτηση αναιρέσεως όμως κατά το μέρος που στρέφεται κατά της 8/2016 αποφάσεως του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου είναι απαράδεκτη διότι η έφεση του αναιρεσείοντος Χ.Λ.

απορρίφθηκε κατ' ουσίαν και η πρωτόδικη απόφαση ενσωματώθηκε στην προσβαλλομένη απόφαση του Εφετείου (ΟλΑΠ40/1996). Επί της από 13-9-2018 αιτήσεως αναιρέσεως του Χ. Λ.: Σύμφωνα με το άρθρο 166ΑΚ, το προσύμφωνο είναι η σύμβαση με την οποία τα μέρη αναλαμβάνουν την υποχρέωση να συνάψουν ορισμένη σύμβαση, σύμφωνα με τους όρους που έχουν καθορισθεί και υπόκειται στον τύπο που ο νόμος ορίζει για τη σύμβαση που πρέπει να συναφθεί.

Πρόκειται για τελεία, αυθύπαρκτη και αυτοτελή σύμβαση, που δημιουργεί την υποχρέωση για κατάρτιση της οριστικής συμβάσεως. Εφ` όσον το ως άνω άρθρο δεν διαλαμβάνει ειδικές διατάξεις, που να διέπουν το προσύμφωνο, για την ταυτότητα του νομικού λόγου εφαρμόζονται αναλογικώς επί των σχέσεων που πηγάζουν από αυτό, οι κανόνες των άρθρων 380-382 ΑΚ που αφορούν όλες τις συμβάσεις (ΑΠ590/2017) ή οι διατάξεις της ειδικής κατηγορίας στην οποία υπάγεται ορισμένη σύμβαση (ΑΠ 568/2014, ΑΠ 772/2014, ΑΠ 2356/2009).

Έτσι σε περίπτωση προσυμφώνου πωλήσεως έχουν εφαρμογή τόσον οι γενικές διατάξεις για την πλημμελή εκπλήρωση της παροχής, όσο και οι ειδικές διατάξεις της συγκεκριμένης συμβάσεως, όπως εκείνες που αφορούν στην ευθύνη του πωλητή για νομικά ή πραγματικά ελαττώματα και για έλλειψη συνομολογημένων ιδιοτήτων κατά τα άρθρα 515 και 534 - 537ΑΚ οπότε ο εκ προσυμφώνου αγοραστής έχει τα παρεχόμενα από τα άρθρα 516 και 540 και 543 δικαιώματα (ΑΠ 708/2016).

Εξάλλου, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 166 και 201ΑΚ προκύπτει ότι, σε περίπτωση που καταρτίστηκε προσύμφωνο, απ` το οποίο γεννάται ενοχική αξίωση του δικαιούχου μέρους κατά του άλλου, για σύμπραξη στην κατάρτιση της σκοπουμένης με τη σύναψη αυτού οριστικής συμβάσεως, τα συμβαλλόμενα μέρη μπορούν να συνδέσουν τη σύναψη της συμβάσεως αυτής, από` την προηγούμενη πλήρωση αναβλητικής αιρέσεως που τέθηκε απ' αυτά, οπότε η σύναψη της οριστικής σύμβασης θα χωρήσει, αφού πληρωθεί η παρεμβληθείσα αίρεση (ΑΠ 811/87).

Επειδή, κατά τη διάταξη του αρθρ. 559 αρ.1 του ΚΠολΔικ αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του ή αν εφαρμοσθεί ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με εσφαλμένη εφαρμογή, (Ολ.ΑΠ 7/2006, και Ολ.ΑΠ 4/2005).

Στους κανόνες του ουσιαστικού δικαίου η παραβίαση των οποίων ιδρύει τον από τη διάταξη αυτή προβλεπόμενο λόγο περιλαμβάνονται όπως προεκτέθηκε, και οι ερμηνευτικοί κανόνες των άρθρων 173 και 200 ΑΚ, με τους οποίους ορίζεται ότι κατά την ερμηνεία της δήλωσης βουλήσεως αναζητείται η αληθινή βούληση χωρίς προσήλωση στις λέξεις, και ότι οι συμβάσεις ερμηνεύονται όπως απαιτεί η καλή πίστη, αφού ληφθούν υπόψη και τα συναλλακτικά ήθη και οι οποίοι εφαρμόζονται σε κάθε περίπτωση κατά την οποία υπάρχει κενό στη δικαιοπραξία ή γεννιέται αμφιβολία για τη δήλωση βουλήσεως.

Μέσα από την εφαρμογή των διατάξεων αυτών θα ανευρεθεί και θα κατανοηθεί το πραγματικό περιεχόμενο μιας δικαιοπραξίας, κατά τρόπο ώστε τούτο να ανταποκρίνεται στην πραγματική θέληση των δικαιοπρακτούντων. Η προσφυγή στις διατάξεις αυτές προϋποθέτει την ύπαρξη κενού ή ασάφειας στη δικαιοπραξία, που διαπιστώνεται ανελέγκτως από το δικαστήριο (ΑΠ896/2019) έστω και έμμεσα, οπότε, σε περίπτωση μη αναζήτησης του αληθινού περιεχομένου της δικαιοπραξίας βάσει των διατάξεων αυτών, ιδρύεται ο ως άνω λόγος αναίρεσης ( ΟλΑΠ26/2004, ΑΠ60/2019, ΑΠ208/2019, ΑΠ654/2014).

Ο ίδιος λόγος επίσης ιδρύεται και όταν με τη δοθείσα ερμηνεία παραβιάζονται οι αρχές της καλής πίστεως και των συναλλακτικών ηθών (ΑΠ338/2016, ΑΠ355/2011, ΑΠ604/2011) ως κριτήρια συμπεριφοράς επιβαλλόμενης στις συναλλαγές κατά την κρίση χρηστού και εχέφρονος ανθρώπου, όταν, δηλαδή, το ερμηνευτικό πόρισμα δεν είναι σύμφωνο προς την καλή πίστη, αφού ληφθούν υπόψη και τα συναλλακτικά ήθη (ΑΠ 495/13).

Για τη διαμόρφωση της σχετικής κρίσης, το δικαστήριο λαμβάνει υπόψη τα συμφέροντα των μερών και ιδίως εκείνου την ιδιαίτερη προστασία του οποίου επιδιώκει ο ερμηνευόμενος όρος (ΑΠ 737/2000, ΑΠ 337/2000), το δικαιοπρακτικό σκοπό, τις συνήθειες και τις άλλες συνθήκες, υπό τις οποίες έγιναν οι δηλώσεις βούλησης, τη φύση της σύμβασης, τις διαπραγματεύσεις και την προηγούμενη συμπεριφορά των μερών.

Το δικαστήριο, όταν ερμηνεύει, κατά τα άνω, τη δήλωση βουλήσεως α) δεν είναι ανάγκη να αναλύσει και να εξειδικεύσει τις αρχές αυτές β) δεν δεσμεύεται από τους ισχυρισμούς των διαδίκων (ΑΠ 211/11) και γ) δεν είναι υποχρεωμένο να αρκεστεί μόνο στο περιεχόμενο της σύμβασης. Επειδή, από τη διάταξη του αριθμού 19 του άρθρου 59 ΚΠολΔικ αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην, έκβαση της δίκης.

Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ.3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης, ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνηση της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία).

Εξάλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος προτάσεως προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες (ΑΠ 179/2013, ΑΠ 495/2013, ΑΠ 467/2013).

Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 14 του ν.998/1979 (παρ.1,2 και 3) για τον χαρακτηρισμό μιάς εκτάσεως ως δασικής ή μη, θεσπίζεται ειδική ενδικοφανής διαδικασία προς τον σκοπό της επιλύσεως του σχετικού ζητήματος κατά τρόπο δεσμευτικό τόσο των διοικητικών αρχών, ενώπιον των οποίων προβάλλει ως πρόκριμα ο εν λόγω χαρακτήρας της εκτάσεως, όσο και των ενδιαφερομένων ιδιωτών.

Ενόψει του χαρακτήρα και των συνεπειών της, η απόφαση του Δασάρχη ή η απόφαση της Πρωτοβαθμίου Επιτροπής που εκδίδεται επί των αντιρρήσεων κατ' αυτής ή η απόφαση της Δευτεροβαθμίου Επιτροπής που εκδίδεται επί προσφυγής κατά της τελευταίας είναι αμετάκλητες (Σ.Ε. 688/1996, 1148/1988, 2266/1984, 5018/1984 κ.ά.). Εξάλλου, κατά την έννοια του αυτού ως άνω άρθρου με την πάροδο απράκτου της τριμήνου προθεσμίας που τάσσεται από την παράγραφο 3 αυτού για την έκδοση της σχετικής αποφάσεως της Πρωτοβαθμίου και της Δευτεροβαθμίου Επιτροπής τεκμαίρεται σιωπηρά απόρριψη των σχετικών αντιρρήσεων ή της προσφυγής από την οικεία επιτροπή, η προθεσμία όμως αυτή δεν έχει ανατρεπτικό χαρακτήρα και συνεπώς, με την συμπλήρωσή της, δεν εξαντλείται η κατά χρόνον αρμοδιότητα των παραπάνω επιτροπών, οι οποίες μπορούν να αποφανθούν και μετά τη λήξη του εν λόγω τριμήνου (Πρβλ.

Σ.Ε. 1641/1998). Aπό τις ίδιες διατάξεις, ερμηνευόμενες ενόψει του επιδιωκομένου από το νομοθέτη σκοπού της ταχείας επιλύσεως των σχετικών αμφισβητήσεων, ο οποίος σχετίζεται αφενός με την συνταγματική επιταγή για προστασία των δασικών οικοσυστημάτων και αφετέρου, σε περίπτωση ιδιωτικών εκτάσεων, με την αποσαφήνιση των ορίων της εξουσίας του ιδιοκτήτη, συνάγεται ότι, εάν δεν εκδοθεί απόφαση εντός της ανωτέρω τριμήνου προθεσμίας, η οικεία (Πρωτοβάθμιος ή Δευτεροβάθμιος) Επιτροπή, ύστερα από αίτηση του ενδιαφερομένου, οφείλει να χορηγήσει εντός τριμήνου από την υποβολή της αιτήσεως αυτής, βεβαίωση περί της σιωπηράς απορρίψεως των αντιρρήσεων ή της προσφυγής εκτός εάν αποφανθεί εντός του ανωτέρω τριμήνου από την υποβολή της αιτήσεως επί των εκκρεμών αυτών αντιρρήσεων ή προσφυγής.

Μετά την έκδοση της παραπάνω βεβαιώσεως και, σε κάθε περίπτωση, μετά την πάροδο τριμήνου από την υποβολή αιτήσεως ενδιαφερομένου περί χορηγήσεως βεβαιώσεως, τόσο η Πρωτοβάθμιος όσο και η Δευτεροβάθμιος Επιτροπή δεν δύναται πλέον να επιληφθεί της υποθέσεως και να αποφανθεί επί του ενώπιόν της ασκηθέντος ενδικοφανούς μέσου.

Τέλος, η άρνηση, ρητή ή σιωπηρά, της Πρωτοβαθμίου ή Δευτεροβαθμίου Επιτροπής να χορηγήσει την ανωτέρω βεβαίωση υπόκειται σε προσβολή με αίτηση ακυρώσεως στο Συμβούλιο της Επικρατείας(ΣτΕ1608/2008, ΣτΕ1518/2010). Εξάλλου από τις διατάξεις των άρθρων 12 παρ. 1 και 3 και 21 παρ. 8 του ν.3208/2003 σε συνδυασμό με την παράγραφο 5 του άρθρου 12 του ίδιου νόμου, η οποία προστέθηκε με το άρθρο 36 παρ. 1 του ν. 3698/2008 (ΦΕΚ Α' 198/2-10-2008) συνάγεται ότι η διαδικασία εξετάσεως του ζητήματος εντάξεως μιας εκτάσεως στη ρύθμιση του άρθρου 12 παρ. 1 του ν.3208/2003 με αποτέλεσμα να μην εφαρμόζεται επ' αυτής η δασική νομοθεσία, συνδέεται στενά με την ειδική ενδικοφανή διαδικασία για το χαρακτηρισμό μιας έκτασης ως δασικής ή μη, του άρθρου 14 του ν.998/1979.

Η απόφαση δε περί εφαρμογής του ως άνω άρθρου 12 του ν.3208/2003 μπορεί να εκδοθεί μόνο μετά την τελεσιδικία της πράξης χαρακτηρισμού μιας έκτασης και μόνον εφόσον η έκταση αυτή έχει χαρακτηρισθεί ως μη δασική, δεδομένου ότι η εν λόγω διάταξη εφαρμόζεται μόνο επί εκτάσεων που δεν απέκτησαν, με οποιονδήποτε τρόπο, μετά το 1960 δασικό χαρακτήρα.

Η εξέταση συνεπώς του ζητήματος εντάξεως μιας εκτάσεως στη ρύθμιση του άρθρου 12 παρ. 1 του ν.3208/2003 συνδέεται αρρήκτως με την πράξη χαρακτηρισμού της εκτάσεως ως δασικής ή μη, η δε έκδοση αποφάσεως περί εφαρμογής του ως άνω άρθρου έχει ως προϋπόθεση την τελεσιδικία του χαρακτηρισμού της εκτάσεως ως μη δασικής με αρμοδιότητα (ως προς την εκδίκαση αιτήσεων ακυρώσεως ατομικών διατακτικών πράξεων που αφορούν τον χαρακτηρισμό εκτάσεων κατά το άρθρο 14 του ν. 998/1979), εκείνη του τριμελούς διοικητικού εφετείου, (άρθ. 1 παρ. 1 περ.

ιδ του ν.702/1977, όπως η παράγραφος αυτή αντικαταστάθηκε αρχικώς με το άρθρο 29 παρ. 1 του ν.2721/1999 και, ακολούθως, με το άρθρο 1 παρ. 1 του ν.2944/2001, στη συνέχεια δε τροποποιήθηκε με το άρθρο 49 παρ. 1 έως 4 του ν.3659/2008 και συμπληρώθηκε με το άρθρο 47 παρ. 1 του ν.3900/2010). H ανωτέρω ρύθμιση καταλαμβάνει κατά το άρθρο 50 του ν.3900/2010 και τις εκκρεμείς κατά την ημερομηνία ενάρξεως της ουσιαστικής ισχύος του άνω νόμου (1-1-2011) υποθέσεις (ΣΤΕ2274/2014).

Σε κάθε περίπτωση η διαδικασία του άρθρου 14ν.998/1979 αφορά τη διαπίστωση αν μια έκταση αποτελεί ή όχι δασικό οικοσύστημα και δεν σχετίζεται με το ιδιοκτησιακό καθεστώς (ΣτΕ4970/2014, ΣτΕ2937/2014,ΣτΕ454/2010) το οποίο επιχειρούν να ρυθμίσουν οι ανωτέρω διατάξεις (άρθρ. 12 και 21 του ν.3208/2003).

Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο με την προσβαλλομένη απόφασή του δέχθηκε κατά το ενδιαφέρον την παρούσα αναιρετική διαδικασία μέρος τα εξής: "Ο ενάγων Κ. Σ. έχει συνάψει ως συμβαλλόμενος αγοραστής δια της ενεργούσας για λογαριασμό του ειδικής πληρεξουσίας Μ. Σ. με αντισυμβαλλόμενό του τον εναγόμενο Χ.

Λ. ως πωλητή πέντε συμβολαιογραφικά προσύμφωνα πώλησης και μεταβίβασης της κυριότητας, έναντι των συμφωνηθέντων για καθένα από αυτά κατωτέρω εκτιθεμένων τμημάτων, ισάριθμων αγροτικών ακινήτων. Δυνάμει των: υπ' αριθμ..../8-5-2006, .../29-5-2006, .../29-9-2006, .../17-11-2006, και .../27-11-2007 προσυμφώνων συμβολαίων του συμβ/φου Νεαπόλεως Βοιών Θ.

Τ., ο εναγόμενος ανέλαβε την υποχρέωση να πωλήσει και να μεταβιβάσει στον ενάγοντα πέντε αγρούς ...4,5 περίπου στρεμμάτων,... 4.430,32τ.μ,... 4.500τ.μ,...4.850τ.μ,...4.010τ.μ... αντιστοίχως που βρίσκονται στη θέση "..." της κτηματικής περιφέρειας της κοινότητας (νυν Δήμου) Ελαφονήσου Βοιών Λακωνίας... Σύμφωνα με τον όρο 1 (των ως άνω προσυμφώνων) το τίμημα πώλησης (των αγροτεμαχίων) ορίστηκε από τους συμβαλλόμενους στο ποσό των 88.563 ευρώ (για το πρώτο)...στο ποσό των 91.000 ευρώ (για το δεύτερο)...

στο ποσό των 92.443,14 ευρώ (για το τρίτο)...στο ποσό των 99.667,50 ευρώ (για το τέταρτο)...στο ποσό των 82.205 ευρώ (για το πέμπτο)... Από το ποσό αυτό ο εναγόμενος πωλητής έλαβε τοις μετρητοίς από την ανωτέρω εντολοδόχο του ενάγοντος αγοραστή ως αρραβώνα (προκαταβολή) το ποσό των 30.000 ευρώ για την μεταβίβαση, (του πρώτου ακινήτου),...το ποσό των 50.000 ευρώ ( για το δεύτερο ακίνητο),...

το ποσό των 80.000 ευρώ (για το τρίτο ακίνητο),... το ποσό των 90.000 ευρώ (για το τέταρτο ακίνητο),...το ποσό των 30.000 ευρώ (για το πέμπτο ακίνητο),... ενώ το υπόλοιπο ποσό που ανέρχεται σε 58.563 ευρώ (για το πρώτο ακίνητο),... 41.000 ευρώ (για το δεύτερο ακίνητο), ... 12.443,14 ευρώ για το τρίτο ακίνητο),... 9.667,50 ευρώ (για το τέταρτο ακίνητο),... 52.205 ευρώ (για το πέμπτο ακίνητο),...

δέχθηκε να λάβει ο εναγόμενος πωλητής κατά τη σύνταξη του οριστικού συμβολαίου. Σύμφωνα με τον όρο 2 (εκάστου των ανωτέρω πέντε προσυμφώνων) το οριστικό συμβόλαιο θα συνταχθεί στον ως άνω συμβολαιογράφο ή στο νόμιμο αναπληρωτή του εντός 15 ημερών από της εκδόσεως της σχετικής βεβαιώσεως από το Δασαρχείο ...

ή από οποιαδήποτε άλλη δημόσια υπηρεσία ακόμη και από δικαστική αρχή ή επιτροπή περί του μη δασικού χαρακτήρα του προπεριγραφέντος αγρού, δηλαδή 15 ημέρες το αργότερο από την έκδοση της σχετικής βεβαιώσεως και αφού προηγούμενα τακτοποιηθούν όσα είναι απαραίτητα για την έγκυρη κατάρτισή του (πληρωμή φόρου, έκδοση πιστοποιητικών κ.λπ) μετά από έγγραφη πρόσκληση για τούτο του εναγόμενου πωλητή από τον ενάγοντα αγοραστή που θα κοινοποιηθεί στον πωλητή με δικαστικό επιμελητή τρείς (3) ημέρες νωρίτερα από την υπογραφή στη διεύθυνση που κατοικεί και η οποία δηλώθηκε εδώ στην αρχή.

Σύμφωνα με τον όρο 3 του ίδιου προσυμφώνου σε περίπτωση μετάνοιας του πωλητή θεωρούμενης ως τέτοιας και της μη εμφάνισής του στο συμβολαιογραφείο μετά από την παραπάνω πρόσκλησή του από τον αγοραστή για την υπογραφή του οριστικού συμβολαίου που θα αποδεικνύει σχετική συμβολαιογραφική πράξη, είναι υποχρεωμένος να πληρώσει στον αγοραστή ως ποινική ρήτρα αποζημίωση την οποίαν οι συμβαλλόμενοι τη θεωρούν δίκαιη και εύλογη και που μπορεί να εξαναγκαστεί ο πωλητής να την πληρώσει και μόνο με εκτέλεση της πράξης αυτής την οποία από τώρα οι συμβαλλόμενοι, όπως εδώ παρίστανται και εκπροσωπούνται, την κηρύσσουν τίτλο εκτελεστό και εκκαθαρισμένο, τον αρραβώνα (προκαταβολή) διπλασιασμένο, ήτοι 60.000 ευρώ (για το πρώτο ακίνητο),...100.000 ευρώ (για το δεύτερο ακίνητο),...160.000 ευρώ (για το τρίτο ακίνητο),...180.000 ευρώ (για το τέταρτο ακίνητο),...60.000 ευρώ ( για το πέμπτο ακίνητο)...

Τα αμέσως ανωτέρω περιγραφόμενα δεν θα ισχύουν και ο πωλητής δεν θα καταβάλει τον αρραβώνα (προκαταβολή) στο διπλάσιο εάν εντός προθεσμίας τριών ετών από σήμερα (για το πρώτο και δεύτερο ακίνητο)... και επτά ετών (για το τρίτο, τέταρτο και πέμπτο ακίνητο) δεν εκδοθεί από το Δασαρχείο ή από όπου αλλού χρειαστεί η προαναφερθείσα σχετική βεβαίωση.

Σε περίπτωση που δεν εκδοθεί η παραπάνω βεβαίωση εντός της προθεσμίας των τριών ετών ( για τα δύο πρώτα ως άνω ακίνητα και αντιστοίχως των επτά ετών για τα υπόλοιπα τρία ακίνητα) από σήμερα, τότε με την πάροδο της προθεσμίας αυτής ο πωλητής θα επιστρέφει ατόκως το ποσό που έλαβε σήμερα ή το συνολικό ποσό που θα έχει λάβει και επίσης τα δύο μέρη συμφωνούν (δια των προσυμφώνων) ότι σε περίπτωση που η σχετική βεβαίωση του Δασαρχείου αποδεικνύει ότι η καθαρή έκταση (των προπεριγραφέντων αγρών) μειώνεται, τότε εναπόκειται στην κρίση του αγοραστή η σύνταξη οριστικού συμβολαίου και αν όχι, ο πωλητής θα του επιστρέφει το ποσό που έλαβε σήμερα (...κατά τη σύνταξη του προσυμφώνου) και μάλιστα ατόκως ή τυχόν οποιοδήποτε ποσό που έχει λάβει.

Επίσης συμφωνείται δια του παρόντος ότι θα καταβληθεί ως συνολική αγοραία αξία (ήτοι ο προαναφερθείς αρραβώνας συν υπόλοιπο τίμημα) το παραπάνω (συμφωνηθέν για ένα έκαστο ακίνητο) τίμημα... υπό την προϋπόθεση ότι η βεβαίωση του Δασαρχείου θα καλύπτει άνευ ουδενός προβλήματος ολόκληρη την έκταση ..., διαφορετικά καταβάλλεται ως συνολική αγοραία αξία το γινόμενο που προκύπτει από την καθαρά εναπομείνασα έκταση πολλαπλασιαζόμενο επί την αξία ανά τετραγωνικό μέτρο ήτοι επί 19,58 ευρώ (για το πρώτο ακίνητο),...20,54 ευρώ (για το δεύτερο και τρίτο ακίνητο),... 20,55 ευρώ (για το τέταρτο ακίνητο),... 20,50 ευρώ (για το πέμπτο ακίνητο)...

Σε περίπτωση όμως μετάνοιας του ενάγοντος αγοραστή χάνει αυτός κάθε ποσό που πληρώθηκε για αρραβώνα (προκαταβολή)..., ή τέλος πάντων οποιοδήποτε ποσό που θα έχει καταβάλει, χωρίς ο πωλητής να έχει δικαίωμα αξιώσεως περαιτέρω καταβολής χρηματικού ποσού. Τα έξοδα σύνταξης (των προσυμφώνων αυτών) θα βαρύνουν τον αγοραστή όπως και τα λοιπά έξοδα κατά τη σύνταξη του οριστικού συμβολαίου εκτός από την αμοιβή του δικηγόρου του πωλητή.

Τέλος σύμφωνα με τον όρο 4 (των ίδιων προσυμφώνων) ο παραπάνω τρόπος σύνταξης και υπογραφής του οριστικού συμβολαίου δεν είναι υποχρεωτικός για τον αγοραστή , γι' αυτό όπως ρητά συμφωνείται, ο αγοραστής , όπως εδώ (...κατά τη σύνταξη του προσυμφώνου) παρίσταται και εκπροσωπείται, μπορεί να έχει το δικαίωμα μέχρι την οριζόμενη ανωτέρω ημερομηνία, ήτοι εντός δεκαπέντε ημερών από της εκδόσεως της σχετικής βεβαιώσεως περί του μη δασικού χαρακτήρα (των προπεριγραφέντων αγρών), να υπογράφει και μόνος του το οριστικό συμβόλαιο με αυτοσύμβαση, σύμφωνα με το άρθρο 235ΑΚ, με εντολή και πληρεξουσιότητα που από τώρα του δίδει ο πωλητής κατά τη δήλωσή του και μάλιστα ανέκκλητη, αφού δίδεται για το συμφέρον του αγοραστή και δεν παύει να ισχύει ούτε και κατά τις περιπτώσεις των άρθρων 223 και 725 του ΑΚ, με την υποχρέωση όμως του αγοραστή να καταθέσει στον ως άνω συμβολαιογράφο ή το νόμιμο αναπληρωτή του κάθε έγγραφο απαραίτητο για τη σύνταξη του συμβολαίου και ιδία την ανωτέρω σχετική βεβαίωση ως και φυσικά κάθε έγγραφο αποδεικτικό της ολοσχερούς καταβολής του υπολοίπου τιμήματος αγοραπωλησίας, αλλά ακόμη και απλή απόδειξη με θεωρημένο όμως το γνήσιο της υπογραφής του πωλητή εκ του οποίου θα αποδεικνύεται η ολοσχερής εξόφληση του υπολοίπου τιμήματος που πιστώθηκε...". ( Επίσης το Εφετείο, όσον αφορά το πέμπτο προσύμφωνο δέχθηκε ότι): "...σύμφωνα με τον όρο 5 του ίδιου προσυμφώνου ανεξαρτήτως των ανωτέρω αναγραφομένων θα είναι δυνατή η σύνταξη του οριστικού συμβολαίου και χωρίς την έκδοση της προαναφερθείσας βεβαιώσεως του δασαρχείου εάν τούτο θελήσει ο αγοραστής ή ο πληρεξούσιος αυτού και εμφανιστούν από κοινού ενώπιον του ως άνω συμβολαιογράφου για σύνταξη και υπογραφή του οριστικού συμβολαίου, αλλά όχι πέραν της δεκαετίας από σήμερα (...από την υπογραφή του προσυμφώνου)". (Εν συνεχεία, το Εφετείο δέχθηκε ότι): " ...

Από την ερμηνεία των ανωτέρω συμβατικών όρων κατά τα προβλεπόμενα από τις διατάξεις των άρθρων 173 και 200ΑΚ, δηλαδή όπως απαιτεί η καλή πίστη, λαμβανομένων υπόψη και των συναλλακτικών ηθών, άνευ προσήλωσης στις λέξεις και με αναζήτηση της βούλησης του αντιπροσωπευομένου ενάγοντος αγοραστή στο πρόσωπο της ως άνω αντιπροσώπου του και ιδίως με γνώμονα τα κατατιθέμενα από την ίδια ως μάρτυρα στο ακροατήριο του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, κατ' ανάλογη εφαρμογή του άρθρου 214ΑΚ, συνάγεται ότι σε όλα ανεξαιρέτως τα ανωτέρω πέντε προσύμφωνα συμπεριελήφθη όρος 1 με περιεχόμενο τη διαφοροποιημένη μόνο ως προς το ύψος του ποσού και όμοια κατά τα λοιπά υποχρέωση του αγοραστή να προκαταβάλει μέρος του συμφωνηθέντος για καθένα από τα αγροτεμάχια τιμήματος ως αρραβώνα.

Ειδικότερα η τύχη των διδομένων ως αρραβώνα προκαταβολών συμφωνήθηκε να εξαρτηθεί από τη σύναψη των οριστικών συμβολαίων. Σύμφωνα με τον συμπεριλαμβανόμενο σε όλα ανεξαιρέτως τα ανωτέρω πέντε προσύμφωνα όρο 2 το οριστικό συμβόλαιο θα συνταχθεί και θα υπογραφεί ενώπιον του ως άνω συμβολαιογράφου ή του νόμιμου αναπληρωτή του εντός 15 ημερών από της εκδόσεως σχετικής βεβαιώσεως περί του μη δασικού χαρακτήρα εκάστου των ανωτέρω περιγραφομένων ακινήτων.

Τούτο, ενόψει του ότι ο δασικός χαρακτήρας των ακινήτων, ανεξάρτητα από το γενόμενο εκ μέρους των συμβαλλομένων χαρακτηρισμό τους ως αγροτεμαχίων θα καθιστούσε αμφισβητήσιμη την κυριότητα επ' αυτών του εναγομένου δικαιοπαρόχου τους, επιδρώντας στην εγκυρότητα της μεταβίβασής της στον ενάγοντα δια της σύναψης των οριστικών συμβολαίων, αφού για τις δασικές εκτάσεις ισχύει κατά κανόνα το προβλεπόμενο από το πρώτο εδάφιο του άρθρου 62 ν.998/1979 τεκμήριο κυριότητας υπέρ του Ελληνικού Δημοσίου, καθώς για την ...

δεν ισχύει η εξαίρεση του δευτέρου εδαφίου του ίδιου άρθρου, αφού δεν υπάγεται στις περιφέρειες των Πρωτοδικείων των Ιονίων Νήσων, αλλά στην περιφέρεια του Πρωτοδικείου Γυθείου. Πέραν τούτου, ακόμη κι αν ανατρεπόταν το τεκμήριο κυριότητας του ελληνικού Δημοσίου με απόδειξη περί του ότι ο εναγόμενος είχε αποκτήσει την κυριότητα με νόμιμο τρόπο, όπως ιδίως με έκτακτη χρησικτησία μέχρι και τις 11-9-1915, με τους όρους του προϊσχύσαντος βυζαντινορωμαϊκού δικαίου, μόνη η εγκυρότητα σε τέτοια περίπτωση της μεταβίβασης των πωληθέντων ακινήτων, ελλείψει νομικού ελαττώματος, δε θα συνεπαγόταν και την εξαίρεση εφαρμογής ως προς αυτά των προβλεπομένων από τη δασική νομοθεσία περιορισμών, με συνέπεια την ύπαρξη πραγματικού ελαττώματος.

Εύλογα λοιπόν, τόσο η ως άνω αντιπρόσωπος του ενάγοντος μέλλοντος αγοραστή όσο και ο εναγόμενος-μέλλων πωλητής εξάρτησαν τη σύνταξη των οριστικών συμβολαίων από τον τελεσίδικα μη δασικό χαρακτήρα των πωληθέντων ακινήτων. Αν οι συμβαλλόμενοι αρκούνταν για τη σύναψη των οριστικών συμβολαίων σε δυνάμενες να ανατραπούν πράξεις της διοίκησης περί του μη δασικού χαρακτήρα των ακινήτων δε θα μνημόνευαν πέραν μελλουσών να εκδοθούν βεβαιώσεων περί του χαρακτήρα τους από το Δασαρχείο ...

ή από οποιαδήποτε άλλη αρμόδια Δασική υπηρεσία και περί αποφάσεων επιτροπών, υπονοώντας τις επιλαμβανόμενες στο πλαίσιο άσκησης είτε ενδικοφανούς προσφυγής είτε παραπομπής, Πρωτοβάθμιες και Δευτεροβάθμιες Επιτροπές Επίλυσης Δασικών Αμφισβητήσεων.

Συνεπώς, μόνη η έκδοση βεβαίωσης από το Δασαρχείο ... ή άλλη υπηρεσία περί του μη δασικού χαρακτήρα των πωληθέντων ακινήτων, ενόσω δεν βεβαιώνεται η τελεσιδικία του χαρακτηρισμού των δε συνεπάγεται την πλήρωση της προβλεπομένης για την υπογραφή οριστικών συμβολαίων προϋπόθεσης της έκδοσης σχετικής βεβαίωσης περί του μη δασικού χαρακτήρα τους.

Περαιτέρω από το συνδυασμό των όρων 2 και 4 συνάγεται ότι σε περίπτωση έκδοσης σχετικής τελεσίδικης βεβαίωσης ως προς το πωληθέν ακίνητο ο ενάγων αγοραστής δικαιούται, ανεξάρτητα από το χρόνο έκδοσής της, διαζευκτικά είτε εντός 15 ημερών από την έκδοσή της να προσκαλέσει τον εναγόμενο πωλητή προς σύνταξη οριστικού συμβολαίου με επίδοση έγγραφης πρόσκλησης είτε να υπογράψει με αυτοσύμβαση τούτο, ενώ δικαιώματα με τέτοιο περιεχόμενο δεν προβλέφθηκαν υπέρ του πωλητή.

Με τον δε όρο 3 ρυθμίζεται μεταξύ άλλων, η τύχη του αρραβώνα σε περίπτωση μετάνοιας των συμβαλλομένων, μολονότι εκδόθηκε σχετική τελεσίδικη βεβαίωση. Πρώτα ρυθμίζεται η περίπτωση μετάνοιας του πωλητή να συμπράξει στην υπογραφή του οριστικού συμβολαίου, μολονότι εκδόθηκε η σχετική τελεσίδικη βεβαίωση περί του μη δασικού χαρακτήρα της έκτασης των πωληθέντων αγροτεμαχίων, εντός 3 ετών για τα ανωτέρω περιγραφόμενα στο πρώτο και στο δεύτερο προσύμφωνα και εντός 7 ετών για τα ανωτέρω περιγραφόμενα στο τρίτο, στο τέταρτο και στο πέμπτο προσύμφωνα.

Σε τέτοια περίπτωση παραλείπεται η υποχρέωση του πωλητή να επιστρέψει τον αρραβώνα που καταβλήθηκε στο πλαίσιο κάθε προσυμφώνου διπλασιασμένο. Έπειτα από την παρεμβολή τριών παραγράφων που ρυθμίζουν τη διάφορη περίπτωση μη έκδοσης βεβαίωσης, μετά από την παρέλευση κατά την άνω διάκριση 3 και 7 ετών από τη σύναψη των προσυμφώνων ρυθμίζεται η περίπτωση μετάνοιας του αγοραστή να συμπράξει στην υπογραφή του οριστικού συμβολαίου, μολονότι εκδόθηκε η σχετική τελεσίδικη βεβαίωση περί του μη δασικού χαρακτήρα της έκτασης των πωληθέντων αγροτεμαχίων εντός των ίδιων προθεσμιών.

Αποκλειστικά και μόνον σε τέτοια περίπτωση (μετάνοιας παρόλη την έκδοση της σχετικής βεβαίωσης εντός 3 ή 7 ετών κατά την ως άνω διάκριση) προβλέπεται η απώλεια του αρραβώνα που καταβλήθηκε από τον αγοραστή, χωρίς πάντως να υποχρεούται σε καταβολή και επιπλέον χρηματικού ποσού. Οι με το ανωτέρω περιεχόμενο προβλεπόμενες στα προσύμφωνα απόλυτα συμβατές με την προοριζόμενη εξασφαλιστική λειτουργία του αρραβώνα ρυθμίσεις για την τύχη του σε περίπτωση εμπρόθεσμης συνδρομής των προϋποθέσεων για τη σύναψη των οριστικών συμβολαίων δε θα μπορούσαν να ισχύσουν σε περίπτωση μη συνδρομής τους.

Για το λόγο αυτό τα μέρη προέβλεψαν ρητώς ρυθμίσεις για την περίπτωση μη έκδοσης βεβαίωσης, μετά από την παρέλευση κατά την ως άνω διάκριση 3 και 7 ετών από τη σύναψη των προσυμφώνων. Κατά την αληθή βούληση της ως άνω αντιπροσώπου του ενάγοντος αγοραστή και του εναγόμενου πωλητή, οι προθεσμίες για την υπογραφή των οριστικών συμβολαίων δεν είναι διαλυτικές, ενόψει του ότι από την παρέλευσή τους εξαρτάται μόνο η τύχη των εκάστοτε προκαταβληθέντων ως αρραβώνα ποσών, χωρίς να προβλέπεται ρητά ως έννομη συνέπεια της παρέλευσής τους η αποδέσμευση των συμβαλλομένων από την υποχρέωση να συνάψουν τις οριστικές συμβάσεις.

Η ερμηνευτική αυτή εκδοχή επιρρωνύεται και από την πρόβλεψη αποκλειστικά στο πέμπτο προσύμφωνο του όρου 5 με περιεχόμενο τη δυνατότητα υπογραφής οριστικού συμβολαίου κατόπιν συμφωνίας των διαδίκων ακόμη κι αν δεν εκδοθεί η βεβαίωση περί του μη δασικού χαρακτήρα του ακινήτου μετά την παρέλευση 7 ετών, όχι όμως πέραν της παρέλευσης 10 ετών από την υπογραφή του.

Από τη διατύπωση του όρου συνάγεται ότι η παρέλευση προθεσμίας 7 ετών χωρίς να έχει εκδοθεί βεβαίωση δεν είναι ούτε ως προς το πέμπτο προσύμφωνο διαλυτική, αφού παραμένει δυνατή η σύνταξη οριστικού συμβολαίου με συμφωνία των συμβαλλομένων εφόσον δεν εκδοθεί σχετική βεβαίωση και με τους προβλεπόμενους από τους όρους 2 και 4 τρόπους εφόσον εκδοθεί τέτοια, σε αντίθεση με την εξ αντιδιαστολής προβλεπόμενη να καταστήσει αδύνατη τη σύνταξή του παρέλευση διαλυτικής προθεσμίας 10 ετών από την υπογραφή του πέμπτου προσυμφώνου χωρίς να έχει εκδοθεί βεβαίωση.

Σε περίπτωση λοιπόν μη έκδοσης βεβαίωσης παρά την παρέλευση κατά την ως άνω διάκριση 3 ετών από τη σύναψη του πρώτου και δεύτερου προσυμφώνων και 7 ετών από τη σύναψη των τρίτου, τετάρτου και πέμπτου προσυμφώνου με περιεχόμενο τον εξ ολοκλήρου δασικό χαρακτήρα του ακινήτου ο πωλητής θα υποχρεούται σε άτοκη επιστροφή του εκάστοτε προκαταβληθέντος ποσού, ανεξάρτητα από την απεριόριστη, με την επιφύλαξη της εικοσαετούς παραγραφής, ως προς τα τέσσερα πρώτα προσύμφωνα και περιωρισμένη, μέχρι την παρέλευση δεκαετίας από την υπογραφή του, ως προς το πέμπτο προσύμφωνο, μη επίδραση του γεγονότος της μη έκδοσης τελεσιδίκων βεβαιώσεων περί του μη δασικού χαρακτήρα των ακινήτων στην αξίωση του αγοραστή και όχι του πωλητή προς υπογραφή οριστικών συμβολαίων σε περίπτωση εν τέλει έκδοσής τους, υπό την προϋπόθεση καταβολής του αναλογούντος στην επιφάνεια της τελεσίδικα χαρακτηρισμένης ως μη δασικής έκτασης συμφωνηθέντος τιμήματος.

Εξ άλλου σε περίπτωση έκδοσης βεβαίωσης με περιεχόμενο τον εν μέρει δασικό και εν μέρει μη δασικό χαρακτήρα του ακινήτου ο αγοραστής δικαιούται κατά την ελεύθερη κρίση του να επιλέξει ανάμεσα στην πρόσκληση του πωλητή για την υπογραφή του οριστικού συμβολαίου ή την υπογραφή του χωρίς τη σύμπραξη αυτού με αυτοσύμβαση, αφού προηγουμένως καταβάλει το ανάλογο με την αξία του μέρους της χαρακτηρισμένης ως μη δασικής έκτασης τίμημα, υπολογισμένο κατά την προσυμφωνημένη τιμή μονάδας και στην άτοκη επιστροφή του εκάστοτε προκαταβληθέντος ποσού, οπότε ο πωλητής υποχρεούται, όπως κατά τα ομοίως προβλεπόμενα σε περίπτωση χαρακτηρισμού του ακινήτου ως εξ ολοκλήρου δασικού να του το επιστρέψει.

Περαιτέρω αποδεικνύεται ότι ως προς το αγροτεμάχιο με έκταση 4549,21 τ.μ, για το οποίο υπογράφηκε το ως άνω πρώτο προσύμφωνο, ο Δασάρχης ... εξέδωσε την με αριθμό ...05/03-07-2007 πράξη χαρακτηρισμού, δια της οποίας η έκτασή του χαρακτηρίστηκε εξ ολοκλήρου ως δασική, ενώ στο πλαίσιο της παράλληλης και κατά το τότε ισχύον νομοθετικό καθεστώς ανεξάρτητης διαδικασίας για την υπαγωγή του στο άρθρο 12 ν.3208/2003, εκδόθηκε η με αριθμό .../03-07-2007 απάντηση του Δασάρχη ...

ότι δεν πληρούνται οι προβλεπόμενες από το νόμο προϋποθέσεις υπαγωγής. Κατά της ως άνω πράξης χαρακτηρισμού ασκήθηκαν αντιρρήσεις ενώπιον της Πρωτοβάθμιας Επιτροπής Επίλυσης Δασικών Αμφισβητήσεων Ν.Λακωνίας, ενώ κατά της απάντησης του Δασάρχη ιεραρχική προσφυγή ενώπιον του Διευθυντή Δασών Λακωνίας.

Η ιεραρχική προσφυγή έγινε δεκτή και έτσι αποφασίστηκε η ένταξη του ως άνω αγροτεμαχίου στο άρθρο 12ν.3208/2003 με την με αριθμό .../2274/16-11-2007 απόφαση του Διευθυντή Δασών Λακωνίας. Εν τούτοις δεν αναγράφηκε κατά τον ίδιο χρόνο σε βεβαίωση τελεσιδικίας του χαρακτηρισμού του η υπαγωγή του ακινήτου με έκταση 4549,21 τ.μ στο άρθρο 12 ν.3208/2003, κατά τα προβλεπόμενα από την εγκύκλιο-οδηγία .../26-10-2004, μολονότι κατά τη βούληση της αντιπροσώπου του ενάγοντος και του εναγομένου συνιστούσε προϋπόθεση για την υπογραφή του οριστικού συμβολαίου ο τελεσίδικα μη δασικός χαρακτήρας του.

Πέραν του ότι δεν προσκομίζεται από τους διαδίκους βεβαίωση τελεσιδικίας αναγόμενη στο χρόνο έκδοσης της ως άνω απόφασης του Διευθυντή Δασών Ν.Λακωνίας κρίνεται ότι δεν θα μπορούσε να εκδοθεί τέτοια καθώς ακόμη εκκρεμούσαν οι ως άνω αντιρρήσεις κατά της με αριθμό ...05/03-07-2007 πράξης χαρακτηρισμού του ακινήτου ως δασικού.

Επακολούθησε δε η ανάκληση της ως άνω απόφασης του Διευθυντή Δασών Ν.Λακωνίας με την με αριθμό .../5262/26-06-2008 απόφαση του Γενικού Γραμματέα της Περιφέρειας Πελοποννήσου, ενόσω ακόμη δεν είχαν εξεταστεί οι ως άνω αντιρρήσεις. Τελικά επ' αυτών εκδόθηκε η με αριθμό …02-11-2012 απόφαση της Πρωτοβάθμιας Επιτροπής Επίλυσης Δασικών Αμφισβητήσεων Ν.Λακωνίας, δυνάμει της οποίας απορρίφθηκαν ως εκπρόθεσμες οι αντιρρήσεις κατά της πράξης χαρακτηρισμού του Δασάρχη ..., που είχε κρίνει ως δασική κατά το χρόνο έκδοσής της την εμφαινόμενη στην αεροφωτογραφία του έτους 1945 ως έχουσα αγροτική μορφή έκταση με επιφάνεια 4.549,21 τ.μ.

Τελικά, σε ακόμη μεταγενέστερο χρόνο, μετά από την παρέλευση τριετούς προθεσμίας από την υπογραφή του ως άνω προσυμφώνου, εκδόθηκε το πρώτον η με αριθμό ...17-05-2013 βεβαίωση τελεσιδικίας υπαγωγής ολόκληρης της έκτασης του ακινήτου στην παράγραφο 1 του άρθρου 12 του ν.3208/2003, συνεπαγόμενη την εξαίρεσή της από την εφαρμογή της δασικής νομοθεσίας.

Συνεπώς, εφόσον έστω και μετά από την παρέλευση μη έχουσας διαλυτική για την ισχύ του προσυμφώνου τριετούς προθεσμίας επήλθε με την έκδοση τελεσίδικης βεβαίωσης η πλήρωση της προβλεπόμενης από τον όρο 2 του προσυμφώνου προϋπόθεσης για την υπογραφή του οριστικού συμβολαίου, ο ενάγων δικαιούνταν αντί να επιδιώξει τη μονομερή υπογραφή του με αυτοσύμβαση να προσκαλέσει τον αντισυμβαλλόμενο του εναγόμενο με εξώδικη δήλωση προς υπογραφή του.

Πράγματι, δυνάμει της με ημερομηνία 14-6-2013 εξώδικης πρόσκλησης, που επιδόθηκε στον εναγόμενο στις 20-6-2013 (βλ. την με αριθμό ...'/20-6-2013 έκθεση επίδοσης του Δικαστικού Επιμελητή στο Πρωτοδικείο Γυθείου Ν. Β.) ο ενάγων κάλεσε τον εναγόμενο να συμπράξει εντός μηνός στην υπογραφή του οριστικού συμβολαίου ενώπιον του ίδιου ως άνω συμβολαιογράφου, συνάμα δε σε περίπτωση που δεν ανταποκριθεί στην πρόσκληση σύμπραξης να του επιστρέψει τα προκαταβληθέντα και δαπανηθέντα εκ μέρους του για τοεν λόγω ακίνητο ποσά.

Ελλείψει δε επίκλησης και προσκόμισης οριστικού συμβολαίου αποδεικνύεται η μη ανταπόκριση του εναγομένου στη σχετική πρόσκληση του ενάγοντος. Εφόσον λοιπόν αποδεικνύεται ότι δεν εκπληρώθηκε η υποχρέωση του εναγομένου να συμπράξει στην υπογραφή του οριστικού συμβολαίου, χωρίς να αποδεικνύεται εκ μέρους του ότι δεν είναι υπαίτιος της μη σύμπραξής του σε αυτή, ο ενάγων δικαιούται κατ' άρθρα 166, 380, 382 ΑΚ αποζημίωσης για την αποκατάσταση της θετικής ζημίας που υπέστη από την αντισυμβατική συμπεριφορά του.

Ειδικότερα ο ενάγων δικαιούται τα αποδεικνυόμενα ως προκαταβληθέντα έναντι του συμφωνηθέντος τιμήματος ποσά των 30.000 ευρώ με μετρητά κατά την ως άνω ημερομηνία υπογραφής του προσυμφώνου μέσω της ως άνω αντιπροσώπου του, των 15.000 ευρώ με κατάθεση στον τηρούμενο στην Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος με αριθμό ...

λογαριασμό του εναγόμενου στις 11-52006, των 10.000 ευρώ με κατάθεση στον ίδιο τραπεζικό λογαριασμό στις 13-6-2006, των 5.000 ευρώ με κατάθεση στον ίδιο τραπεζικό λογαριασμό στις 5-10-2006 και των 15.000 ευρώ με μετρητά στις 27-3-2008 μέσω της ως άνω αντιπροσώπου του, δηλαδή το ανερχόμενο συνολικά σε 75.000 ευρώ προκαταβληθέν έναντι του συμφωνηθέντος τιμήματος του ως άνω αγροτεμαχίου ποσό.

Επίσης συνομολογείται από τον εναγόμενο ότι ο ενάγων δαπάνησε το ποσό των 2.500 ευρώ για εκτέλεση εργασιών περιτοίχισης τμήματος του αγροτεμαχίου, το ποσό των 2.320 ευρώ για αγορά των αναγκαίων προς εκτέλεση των εργασιών αυτών υλικών οικοδομής, το ποσό των 280,84 ευρώ ως συμμετοχή του στη δαπάνη ηλεκτροδότησης, το ποσό των 1.200 ευρώ για παροχή ηλεκτρικού ρεύματος, το ποσό των 350 ευρώ ως δαπάνη τοποθέτησης κολώνας ΔΕΗ και το ποσό των 1.459 ευρώ για διάφορες ηλεκτρολογικές εργασίες.

Επομένως δικαιούται επιπλέον και το συνολικά καταβαλλόμενο για τις αιτίες αυτές ποσό, ανερχόμενο σε 8.109,84 ευρώ. Ακόμη αποδεικνύεται ότι ως προς το αγροτεμάχιο με έκταση 4.430,32 τ.μ, για το οποίο υπογράφηκε το ως άνω δεύτερο προσύμφωνο, ο Δασάρχης ... εξέδωσε την με αριθμό .../04-07-2007 πράξη χαρακτηρισμού, δια της οποίας ευρύτερη έκταση με επιφάνεια 4.527,58 τ.μ, χαρακτηρίστηκε εξ ολοκλήρου ως δασική, ενώ στο πλαίσιο της παράλληλης και κατά το τότε ισχύον νομοθετικό καθεστώς ανεξάρτητης διαδικασίας για υπαγωγή του στο άρθρο 12ν.3208/2003, εκδόθηκε η με αριθμό .../03-07-2007 απάντηση του Δασάρχη ...

περί του ότι δεν πληρούνται οι προβλεπόμενες από το νόμο προϋποθέσεις υπαγωγής. Κατά της ως άνω πράξης χαρακτηρισμού ασκήθηκαν αντιρρήσεις ενώπιον της Πρωτοβάθμιας Επιτροπής επίλυσης Δασικών αμφισβητήσεων Νομού Λακωνίας, ενώ κατά της ως άνω απάντησης του Δασάρχη ιεραρχική προσφυγή ενώπιον του διευθυντή Δασών Λακωνίας.

Η ιεραρχική προσφυγή έγινε δεκτή και έτσι αποφασίστηκε η ένταξη του ως άνω αγροτεμαχίου στο άρθρο 12 ν.3208/2003 με την με αριθμό .../2273/16-11-2007 απόφαση του Διευθυντή Δασών Λακωνίας. Εν τούτοις, δεν αναγράφηκε κατά τον ίδιο χρόνο σε βεβαίωση τελεσιδικίας του χαρακτηρισμού του η υπαγωγή έκτασης 4527,58 τ.μ στο άρθρο 12 ν.3208/2003, κατά τα προβλεπόμενα από την εγκύκλιο-οδηγία .../26-10-2004, μολονότι συνιστούσε προϋπόθεση για την υπογραφή του οριστικού συμβολαίου ο τελεσίδικα μη δασικός χαρακτήρας του.

Πέραν του ότι δεν προσκομίζεται από τους διαδίκους βεβαίωση τελεσιδικίας αναγομένη στο χρόνο έκδοσης της ως άνω απόφασης του Διευθυντή Δασών Λακωνίας κρίνεται ότι δεν θα μπορούσε να έχει εκδοθεί τέτοια, καθώς ακόμη εκκρεμούσαν οι ως άνω αντιρρήσεις κατά της με αριθμό .../04-07-2007 πράξης χαρακτηρισμού του ακινήτου ως δασικού.

Επακολούθησε δε η ανάκληση της ως άνω απόφασης του Διευθυντή Δασών Λακωνίας με την με αριθμό .../5262/26-06-2008 απόφαση του Γενικού γραμματέα της Περιφέρειας Πελοποννήσου, ενόσω ακόμη δεν είχαν εξεταστεί οι ως άνω αντιρρήσεις. Τελικά, επ' αυτών εκδόθηκε η με αριθμό 59/02-11-2012 απόφαση της Πρωτοβάθμιας Επιτροπής Επίλυσης Δασικών Αμφισβητήσεων Ν.Λακωνίας, δυνάμει της οποίας απορρίφθηκαν ουσιαστικά οι αντιρρήσεις κατά της πράξης χαρακτηρισμού του Δασάρχη ..., που είχε κρίνει ως δασική κατά το χρόνο έκδοσής της την εμφαινόμενη στην αεροφωτογραφία του έτους 1945 ως έχουσα αγροτική μορφή έκταση με επιφάνεια 4.527,58 τ.μ.

Σε ακόμη μεταγενέστερο χρόνο, μετά από την παρέλευση τριετούς προθεσμίας από την υπογραφή του ως άνω δευτέρου προσυμφώνου, ήδη κριθείσας ως μη διαλυτικής για την ισχύ του, εκδόθηκε το πρώτον το με αριθμό ...661/17-12-2013 έγγραφο του Δασάρχη ... περί μη δυνατότητας υπαγωγής ολόκληρης της έκτασης με επιφάνεια 4.527,58 τ.μ στην παράγραφο 1 του άρθρου 12ν.3208/2003, συνεπαγομένη την εξαίρεσή του από την εφαρμογή της δασικής νομοθεσίας, ενόσω ακόμη εκκρεμεί προσφυγή του ενάγοντος ενώπιον της Δευτεροβάθμιας Επιτροπής Επίλυσης Δασικών Αμφισβητήσεων του Εφετείου Καλαμάτας κατά της ανωτέρω με αριθμό 59/2012 απόφασης της Πρωτοβάθμιας Επιτροπής Επίλυσης Δασικών Αμφισβητήσεων Ν.Λακωνίας.

Συνεπώς εφόσον παρόλη την παρέλευση μη έχουσας διαλυτική για την ισχύ του προσυμφώνου τριετούς προθεσμίας δεν είχε επέλθει ακόμη με την έκδοση τελεσίδικης βεβαίωσης η πλήρωση της προβλεπόμενης από τον όρο 2 του προσυμφώνου προϋπόθεσης για την υπογραφή του οριστικού συμβολαίου, ο ενάγων δικαιούνταν έστω κι αν εξ αιτίας δικής του προσφυγής εκκρεμούσε η διοικητική διαδικασία χαρακτηρισμού της έκτασης, να αξιώσει την επιστροφή των προκαταβληθέντων εκ μέρους του ποσών, σύμφωνα με τον όρο 3 του προσυμφώνου.

Εφόσον είχε παρέλθει η τριετής προθεσμία χωρίς να έχει εκδοθεί τελεσίδικη βεβαίωση περί του μη δασικού χαρακτήρα της έκτασης δε συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις απώλειας των προκαταβληθέντων εξ αιτίας του ενάγοντος ως αγοραστή να συμπράξει στη σύνταξη του οριστικού συμβολαίου. Αντίθετα, ο τελευταίος δικαιούνταν να αξιώσει την άτοκη επιστροφή τους, ανεξάρτητα από την απεριόριστη, με την επιφύλαξη της εικοσαετούς παραγραφής, μη επίδραση του γεγονότος τη μη έκδοσης τελεσίδικης βεβαίωσης στην αξίωση του ίδιου ως αγοραστή και όχι του εναγόμενου πωλητή προς υπογραφή οριστικού συμβολαίου σε περίπτωση εντέλει έκδοσής της, υπό την προϋπόθεση καταβολής του αναλογούντος στην επιφάνεια της τελεσίδικα χαρακτηρισμένης ως μη δασικής έκτασης συμφωνηθέντος τιμήματος.

Δυνάμει δε της με ημερομηνία 14-6-2013 εξώδικης πρόσκλησης που επιδόθηκε προς τον εναγόμενο στις 20-6-2013, κατά τα ανωτέρω αποδεικνυόμενα κάλεσε τον εναγόμενο σε εκ του περισσού, εφόσον κατά την κρινόμενη από το Δικαστήριο των όρων του διατηρούσε την ισχύ του, ανανέωση του δεύτερου προσυμφώνου, με σύμπραξη σε νομικά αδόκιμη "ανανέωση της σύνταξής του", άλλως σε διαφορετική περίπτωση να του επιστρέψει τα προκαταβληθέντα για το εν λόγω ακίνητο ποσά.

Η με τέτοιο περιεχόμενο πρόσκληση δικαίως αγνοήθηκε κατά το πρώτο σκέλος της από τον εναγόμενο, χωρίς όμως τούτο να αναιρεί την απευθυνόμενη όχληση του ενάγοντα να του επιστραφούν τα δικαιούμενα προκαταβληθέντα ποσά. Ειδικότερα, ο τελευταίος δικαιούται τα αποδεικνυόμενα ως προκαταβληθέντα έναντι του συμφωνηθέντος τιμήματος ποσά των 50.000 ευρώ με μετρητά κατά την ως άνω ημερομηνία υπογραφής του προσυμφώνου μέσω της ως άνω αντιπροσώπου του, των 10.000 ευρώ με κατάθεση στον τηρούμενο στην Εθνική τράπεζα της Ελλάδος με αριθμό ...

λογαριασμό του εναγόμενου στις 3-10-2006 και των 15.000 ευρώ με μετρητά στις 27-3-2008 μέσω της ως άνω αντιπροσώπου του, δηλαδή το ανερχόμενο συνολικά σε 75.000 ευρώ προκαταβληθέν έναντι του συμφωνηθέντος τιμήματος του ως άνω αγροτεμαχίου ποσό. Επίσης αποδεικνύεται ότι ως προς το αγροτεμάχιο με έκταση 4.500 τ.μ για το οποίο υπογράφηκε το ως άνω τρίτο προσύμφωνο, ο Δασάρχης ...

εξέδωσε την με αριθμό .../06-11-2009 πράξη χαρακτηρισμού, δια της οποίας ευρύτερη έκταση με επιφάνεια 205.842 τ.μ χαρακτηρίστηκε εξ ολοκλήρου ως δασική. Κατά της άνω πράξης χαρακτηρισμού ασκήθηκαν αντιρρήσεις ενώπιον της Πρωτοβάθμιας Επιτροπής Επίλυσης Δασικών Αμφισβητήσεων Ν.Λακωνίας επί των οποίων εκδόθηκε η με αριθμό 140/06-09-2013 απόφασή της.

Με την απόφαση αυτή απορρίφθηκαν οι αντιρρήσεις ως προς την επίδικη έκταση.

Συνεπώς εφόσον παρόλη την παρέλευση μη έχουσας διαλυτική για την ισχύ του προσυμφώνου επταετούς προθεσμίας δεν είχε επέλθει ακόμη με την έκδοση τελεσίδικης βεβαίωσης η πλήρωση της προβλεπόμενης από τον όρο 2 του προσυμφώνου προϋπόθεσης για την υπογραφή του οριστικού συμβολαίου, ο ενάγων δικαιούνταν να αξιώσει την επιστροφή του προκαταβληθέντος εκ μέρους του ποσού, σύμφωνα με τον όρο 3 του προσυμφώνου.

Εφόσον είχε παρέλθει η επταετής προθεσμία χωρίς να έχει εκδοθεί τελεσίδικη βεβαίωση περί του μη δασικού χαρακτήρα της έκτασης δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις απώλειας του προκαταβληθέντος εξαιτίας μετάνοιας του ενάγοντος ως αγοραστή να συμπράξει στη σύνταξη του οριστικού συμβολαίου. Αντίθετα ο τελευταίος δικαιούνταν να αξιώσει την άτοκη επιστροφή του ανεξάρτητα από την απεριόριστη, με την επιφύλαξη της εικοσαετούς παραγραφής, μη επίδραση του γεγονότος της μη έκδοσης τελεσίδικης βεβαίωσης στην αξίωση του ίδιου ως αγοραστή και όχι του εναγόμενου πωλητή προς υπογραφή οριστικού συμβολαίου σε περίπτωση εν τέλει έκδοσής της, υπό την προϋπόθεση καταβολής του αναλογούντος στην επιφάνεια της τελεσίδικα χαρακτηρισμένης ως μη δασικής έκτασης συμφωνηθέντος τιμήματος.

Δυνάμει δε της με ημερομηνία 14-06-2013 εξώδικης πρόσκλησης που επιδόθηκε προς τον εναγόμενο στις 20-6-2013 κατά τα ανωτέρω αποδεικνυόμενα ο ενάγων κάλεσε τον εναγόμενο σε εκ του περισσού, εφόσον κατά την κρινόμενη από το Δικαστήριο ερμηνεία των όρων του διατηρούσε την ισχύ του, ανανέωση του τρίτου προσυμφώνου, με σύμπραξη σε νομικά αδόκιμη "ανανέωση της σύνταξής του", άλλως σε διαφορετική περίπτωση να του επιστρέψει το προκαταβληθέν για το εν λόγω ακίνητο ποσό.

Η με τέτοιο περιεχόμενο πρόσκληση δικαίως αγνοήθηκε κατά το πρώτο σκέλος της από τον εναγόμενο χωρίς όμως τούτο να αναιρεί την απευθυνόμενη όχληση του ενάγοντος να του επιστραφεί το δικαιούμενο προκαταβληθέν ποσό. Ειδικότερα ο τελευταίος δικαιούται το αποδεικνυόμενο ως προκαταβληθέν έναντι του συμφωνηθέντος τιμήματος ποσό των 80.000 ευρώ με μετρητά κατά την ως άνω ημερομηνία υπογραφής του προσυμφώνου μέσω της ως άνω αντιπροσώπου του.

Επί πλέον αποδεικνύεται ότι ως προς το αγροτεμάχιο με έκταση 4.850 τ.μ, για το οποίο υπογράφηκε το ως άνω τέταρτο προσύμφωνο ο Δασάρχης ... εξέδωσε την με αριθμό .../06-11-2009 πράξη χαρακτηρισμού, δια της οποίας ευρύτερη έκταση με επιφάνεια 205.842 τ.μ χαρακτηρίστηκε εξ ολοκλήρου ως δασική. Κατά της άνω πράξης χαρακτηρισμού ασκήθηκαν αντιρρήσεις ενώπιον της Πρωτοβάθμιας Επιτροπής Επίλυσης Δασικών Αμφισβητήσεων Ν.Λακωνίας επί των οποίων εκδόθηκε η με αριθμό 138/0509-2013 απόφασή της.

Με την απόφαση αυτή απορρίφθηκαν οι αντιρρήσεις ως προς την επίδικη έκταση.

Συνεπώς εφόσον παρόλη την παρέλευση μη έχουσας διαλυτική για την ισχύ του προσυμφώνου επταετούς προθεσμίας δεν είχε επέλθει ακόμη με την έκδοση τελεσίδικης βεβαίωσης η πλήρωση της προβλεπόμενης από τον όρο 2 του προσυμφώνου προϋπόθεσης για την υπογραφή του οριστικού συμβολαίου, ο ενάγων δικαιούνταν να αξιώσει την επιστροφή του προκαταβληθέντος εκ μέρους του ποσού, σύμφωνα με τον όρο 3 του προσυμφώνου.

Εφόσον είχε παρέλθει η επταετής προθεσμία χωρίς να έχει εκδοθεί τελεσίδικη βεβαίωση περί του μη δασικού χαρακτήρα της έκτασης δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις απώλειας του προκαταβληθέντος εξαιτίας μετάνοιας του ενάγοντος ως αγοραστή να συμπράξει στη σύνταξη του οριστικού συμβολαίου. Αντίθετα ο τελευταίος δικαιούνταν να αξιώσει την άτοκη επιστροφή του ανεξάρτητα από την απεριόριστη, με την επιφύλαξη της εικοσαετούς παραγραφής, μη επίδραση του γεγονότος της μη έκδοσης τελεσίδικης βεβαίωσης στην αξίωση του ίδιου ως αγοραστή και όχι του εναγόμενου πωλητή προς υπογραφή οριστικού συμβολαίου σε περίπτωση εν τέλει έκδοσής της, υπό την προϋπόθεση καταβολής του αναλογούντος στην επιφάνεια της τελεσίδικα χαρακτηρισμένης ως μη δασικής έκτασης συμφωνηθέντος τιμήματος.

Δυνάμει δε της με ημερομηνία 14-06-2013 εξώδικης πρόσκλησης που επιδόθηκε προς τον εναγόμενο στις 20-6-2013 κατά τα ανωτέρω αποδεικνυόμενα ο ενάγων κάλεσε τον εναγόμενο σε εκ του περισσού, εφόσον κατά την κρινόμενη από το Δικαστήριο ερμηνεία των όρων του διατηρούσε την ισχύ του, ανανέωση του τετάρτου προσυμφώνου, με σύμπραξη σε νομικά αδόκιμη "ανανέωση της σύνταξής του", άλλως σε διαφορετική περίπτωση να του επιστρέψει το προκαταβληθέν για το εν λόγω ακίνητο ποσό.

Η με τέτοιο περιεχόμενο πρόσκληση δικαίως αγνοήθηκε κατά το πρώτο σκέλος της από τον εναγόμενο χωρίς όμως τούτο να αναιρεί την απευθυνόμενη όχληση του ενάγοντος να του επιστραφεί το δικαιούμενο προκαταβληθέν ποσό. Ειδικότερα ο τελευταίος δικαιούται το αποδεικνυόμενο ως προκαταβληθέν έναντι του συμφωνηθέντος τιμήματος ποσό των 90.000 ευρώ με μετρητά κατά την ως άνω ημερομηνία υπογραφής του προσυμφώνου μέσω της ως άνω αντιπροσώπου του.

Επιπρόσθετα αποδεικνύεται ότι ως προς το αγροτεμάχιο με έκταση 4.500 τ.μ και με νεώτερη μέτρηση 4.010 τ.μ για το οποίο υπογράφηκε το ως άνω πέμπτο προσύμφωνο, ο Δασάρχης ... εξέδωσε την με αριθμό .../06-11-2009 πράξη χαρακτηρισμού, δια της οποίας ευρύτερη έκταση με επιφάνεια 205.842 τ.μ. χαρακτηρίστηκε εξ ολοκλήρου ως δασική.

Κατά της άνω πράξης χαρακτηρισμού ασκήθηκαν αντιρρήσεις ενώπιον της Πρωτοβάθμιας Επιτροπής Επίλυσης Δασικών Αμφισβητήσεων Ν.Λακωνίας επί των οποίων εκδόθηκε η με αριθμό 141/06-09-2013 απόφασή της. Με την απόφαση αυτή απορρίφθηκαν οι αντιρρήσεις ως προς την επίδικη έκταση.

Συνεπώς εφόσον παρόλη την παρέλευση μη έχουσας διαλυτική για την ισχύ του προσυμφώνου επταετούς προθεσμίας δεν είχε επέλθει ακόμη με την έκδοση τελεσίδικης βεβαίωσης η πλήρωση της προβλεπόμενης από τον όρο 2 του προσυμφώνου προϋπόθεσης για την υπογραφή του οριστικού συμβολαίου, ο ενάγων δικαιούνταν να αξιώσει την επιστροφή του προκαταβληθέντος εκ μέρους του ποσού, σύμφωνα με τον όρο 3 του προσυμφώνου.

Εφόσον είχε παρέλθει η επταετής προθεσμία χωρίς να έχει εκδοθεί τελεσίδικη βεβαίωση περί του μη δασικού χαρακτήρα της έκτασης δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις απώλειας του προκαταβληθέντος εξαιτίας μετάνοιας του ενάγοντος ως αγοραστή να συμπράξει στη σύνταξη του οριστικού συμβολαίου. Αντίθετα ο τελευταίος δικαιούνταν να αξιώσει την άτοκη επιστροφή του ανεξάρτητα από την περιορισμένη, μέχρι τη συμπλήρωση δεκαετίας από την υπογραφή του προσυμφώνου, μη επίδραση του γεγονότος της μη έκδοσης εντός δεκαετίας τελεσίδικης βεβαίωσης στην αξίωση του ίδιου ως αγοραστή και όχι του εναγόμενου πωλητή προς υπογραφή οριστικού συμβολαίου σε περίπτωση εν τέλει έκδοσής της, υπό την προϋπόθεση καταβολής του αναλογούντος στην επιφάνεια της τελεσίδικα χαρακτηρισμένης ως μη δασικής έκτασης συμφωνηθέντος τιμήματος.

Δυνάμει δε της με ημερομηνία 14-06-2013 εξώδικης πρόσκλησης που επιδόθηκε προς τον εναγόμενο στις 20-6-2013 κατά τα ανωτέρω αποδεικνυόμενα ο ενάγων κάλεσε τον εναγόμενο να ανανεώσει το πέμπτο προσύμφωνο ούτως ώστε να επιμηκυνθεί η δεκαετής διαλυτική προθεσμία του σε περίπτωση μη έκδοσης τελεσίδικης βεβαίωσης , άλλως σε διαφορετική περίπτωση να του επιστρέψει τα προκαταβληθέντα για το εν λόγω ακίνητο ποσά.

Εν τούτοις η με τέτοιο περιεχόμενο πρόσκληση του ενάγοντος αγνοήθηκε από τον εναγόμενο. Έτσι ο ενάγων δικαιούται το αποδεικνυόμενο ως προκαταβληθέν έναντι του συμφωνηθέντος τιμήματος ποσό των 30.000 ευρώ με μετρητά κατά την ως άνω ημερομηνία υπογραφής του προσυμφώνου μέσω της ως άνω αντιπροσώπου του. Τέλος ο ενάγων δικαιούται σε επιστροφή του δαπανηθέντος για συμβολαιογραφικά έξοδα συνολικού ποσού των 10.400 ευρώ, το οποίο αποδεικνύεται ότι καταβλήθηκε τμηματικά βάσει των προσκομιζομένων αποδείξεων που εκδόθηκαν από τον ως άνω Συμβολαιογράφο.

Συγκεκριμένα στις 08-06-2006 του καταβλήθηκε το ποσό των 700 ευρώ, στις 29-09-2006 του καταβλήθηκε το ποσό των 1.400 ευρώ, στις 16-11-2006 του καταβλήθηκε το ποσό των 7,700 ευρώ και στις 27-112007 το ποσό των 600 ευρώ, καθόσον συνιστά θετική ζημία του, ανεξάρτητα από τη συμπερίληψη όρων στα προσύμφωνα περί επιβάρυνσης του ενάγοντος αγοραστή με τα εν λόγω έξοδα.

Αντίθετα, ελλείψει επίκλησης και προσκόμισης αποδείξεων μηχανικών δεν αποδεικνύεται η δαπάνη εκ μέρους του ενάγοντος ποσού 4.800 ευρώ για σύνταξη τοπογραφικών διαγραμμάτων. Για την ταυτότητα του λόγου δεν αποδεικνύεται η δαπάνη εκ μέρους του ποσού 2.300 ευρώ για δικηγορικές αμοιβές με αιτία τη μη διεκδίκηση των πωληθέντων αγροτεμαχίων..." Με βάση τις ανωτέρω παραδοχές το Εφετείο απέρριψε τις εφέσεις αμφοτέρων των διαδίκων κατά της 8/2016 οριστικής αποφάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Γυθείου που δέχθηκε εν μέρει την από 21-72014 αγωγή του αναιρεσιβλήτου-αναιρεσείοντος.

Κρίνοντας έτσι το Εφετείο, δεν παρεβίασε τις διατάξεις των άρθρων 173 και 200ΑΚ με εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή αυτών, καθόσον μετά την (έμμεση) διαπίστωση της υπάρξεως ασάφειας ως προς την αληθή έννοια της δηλώσεως βουλήσεως των συμβαλλομένων μερών στα επίδικα προσύμφωνα σε σχέση με το κρίσιμο ζήτημα της πληρώσεως των όρων από τους οποίους εξαρτήθηκε η κατάρτιση των οριστικών συμβολαίων και δή:

α) περί της "τελεσιδικίας" ή μη του χαρακτηρισμού ως μη δασικών των επιδίκων ακινήτων και β) περί του χαρακτήρος των τεθεισών προς τούτο προθεσμιών ως διαλυτικών ή μη, ορθώς προσέφυγε στους ανωτέρω κανόνες για να ερμηνεύσει τις ένδικες συμβάσεις, με τη δοθείσα δε ερμηνεία, η οποία είναι σύμφωνη με τις αρχές της καλής πίστεως και τα συναλλακτικά ήθη, αφού έλαβε υπόψη τη φύση τους και το σκοπό στον οποίο απέβλεπαν τα μέρη, ορθά εφήρμοσε αυτούς, παραθέτοντας στην απόφασή του τα πραγματικά εκείνα περιστατικά από τα οποία προκύπτει η εφαρμογή τους.

Συνεπώς ο δεύτερος αναιρετικός λόγος κατά το πρώτο σκέλος και καθ'ο μέρος προσάπτεται στην προσβαλλομένη απόφαση η πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθμ. 1 ΚΠολΔ, συνισταμένη στο ότι προσέφυγε στην εφαρμογή των άρθρων 173 και 200ΑΚ χωρίς να υφίσταται κενό ή αμφιβολία ως προς τη δικαιοπρακτική βούληση των μερών είναι απαράδεκτος, διότι η διαπίστωση περί της υπάρξεως κενού ή αμφιβολίας δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο.

Καθ'ό μέρος δε με τον ίδιο ως άνω λόγο, αλλά και με το πρώτο σκέλος του τετάρτου αναιρετικού λόγου προσάπτεται η αυτή ως άνω πλημμέλεια (εκ του αρθ.559 αρ.1ΚΠολΔ), με την αιτίαση ότι εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε τις διατάξεις των άρθρων 173 και 200ΑΚ διότι α) προσέδωσε στον όρο 2 των προσυμφώνων το νόημα ότι η βεβαίωση τελεσιδικίας του χαρακτηρισμού των επιδίκων ακινήτων ως μη δασικών ήταν αποδεκτή μόνο με τη διαδικασία εκ του άρθρου 14 του ν. 998/1979 και όχι με εκείνη εκ των άρθρων 12 και 21 του ν.3208/2003 και β) δέχθηκε ότι η τεθείσα προθεσμία συνάψεως των οριστικών συμβολαίων δεν ήταν διαλυτική, οι ανωτέρω λόγοι τυγχάνουν αβάσιμοι.

Επίσης το Εφετείο με τις ανωτέρω παραδοχές ότι η κατάρτιση των οριστικών συμβολαίων εξαρτήθηκε από πλήρωση αντιστοίχου αιρέσεως σε όλα τα προσύμφωνα πωλήσεως των επιδίκων ακινήτων, συνισταμένης στην "τελεσιδικία" του χαρακτηρισμού τους ως μη δασικών, η οποία για μεν το πρώτο και το δεύτερο πληρώθηκε εκπροθέσμως (μετά την παρέλευση της μη έχουσας διαλυτική για την ισχύ των προσυμφώνων προθεσμίας), για δε τα λοιπά ουδέποτε πληρώθηκε λόγω του χαρακτηρισμού τους τελεσιδίκως ως δασικών και ότι ο εναγόμενος κληθείς και αρνηθείς να συμπράξει (για τα δύο πρώτα) έχει υποχρέωση να επιστρέψει στο σύνολό τους τα εισπραχθέντα έναντι του τιμήματος όλων των ακινήτων χρηματικά ποσά δεν παραβίασε τις διατάξεις των άρθρων 166,201, 380-382, 513,516,540-543 ΑΚ, αλλά ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε αυτές, παραθέτοντας στην προσβαλλομένη απόφαση εκείνα τα πραγματικά περιστατικά από τα οποία προκύπτει η εφαρμογή τους, ενώ δεν παραβίασε τις διατάξεις των άρθρων 12 παρ.1, 21 παρ.8 τουν.3208/2003, 10 , 14,67 του ν.998/1979 και 24 ν.2690/1999, οι οποίες δεν ήταν εφαρμοστέες, σύμφωνα με όσα αναπτύχθηκαν στην οικεία μείζονα σκέψη, όπως εσφαλμένα υπολαμβάνει ο αναιρεσείων με τον πρώτο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως κατά το πρώτο σκέλος του, διότι σύμφωνα με τις προπαρατεθείσες παραδοχές της αποφάσεως το κρίσιμο ζήτημα αποτελεί η πλήρωση ή μη της διαληφθείσας στα επίδικα προσύμφωνα αιρέσεως περί της λήψεως τελεσιδίκου βεβαιώσεως του μη δασικού χαρακτήρα των επιδίκων ακινήτων ως προϋποθέσεως για την κατάρτιση των οριστικών συμβολαίων και όχι ο τρόπος ή το είδος της ακολουθητέας διαδικασίας για την επέλευση του ως άνω εννόμου αποτελέσματος.

Συνεπώς ο λόγος αυτός με τον οποίον προσάπτεται στην πληττόμενη απόφαση η αιτίαση ότι υπέπεσε στην πλημμέλεια του αρ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με την παραδοχή ότι η τεθείσα στα επίδικα προσύμφωνα αίρεση λήψεως τελεσιδίκου βεβαιώσεως περί του μη δασικού χαρακτήρα των προς πώληση ακινήτων ως προϋπόθεση για τη μεταβίβασή τους δεν πληρώθηκε εντός της προβλεπομένης σ' αυτά προθεσμίας, συνισταμένη στο ότι:

έλαβε υπόψη τις εκκρεμούσες αντιρρήσεις κατά της ...5-3-2007 πράξεως χαρακτηρισμού του ακινήτου ως δασικού του Δασάρχη ... και την μετά την εκπνοή της προβλεπομένης με το προσύμφωνο τριετούς προθεσμίας εκδοθείσα ...17-5-2013 βεβαίωση τελεσιδικίας και δεν αρκέσθηκε στην προγενέστερη (από 16-11-2007) "αμετάκλητη" απόφαση του Δ/ντή Δασών του ν.Λακωνίας περί υπαγωγής του πρώτου ακινήτου στις διατάξεις του ν.3208/2003, παρότι η τελευταία ήταν ανεξάρτητη της διαδικασίας χαρακτηρισμού του άρθρου 14ν.998/1979 και παρά το γεγονός ότι η μεταγενέστερη ανάκληση αυτής με απόφαση του ΓΓ της Περιφέρειας δεν ασκούσε κατά τον κρίσιμο χρόνο που ίσχυσε έννομη επιρροή, ενώ στηρίχθηκε ως προς την αναγκαιότητα της ως άνω βεβαιώσεως στην με αριθμό .../26-10-2004 εγκύκλιο, παρότι η τελευταία δεν αποτελεί διάταξη νόμου, είναι αλυσιτελής και εντεύθεν απαράδεκτος, διότι στηρίζεται επί εσφαλμένης προϋποθέσεως.

Εξ άλλου, ο ανωτέρω (πρώτος) λόγος κατά το δεύτερο σκέλος του με το οποίο προσάπτεται στην προσβαλλομένη απόφαση ότι υπέπεσε στην πλημμέλεια του αρ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, διότι στερείται νομίμου βάσεως για ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, αλλά και ο τρίτος λόγος αναιρέσεως κατά το δεύτερο σκέλος του με το οποίο προσάπτεται η αυτή πλημμέλεια στην προσβαλλομένη απόφαση συνισταμένη στο ότι σιγή και χωρίς αιτιολογία απέρριψε "ένστασή του περί απαλλαγής του από την υποχρέωση επιστροφής των ληφθεισών έναντι τιμήματος πωλήσεως των επιδίκων ακινήτων προκαταβολών από υπαιτιότητα του αναιρεσιβλήτου αγοραστή" είναι προεχόντως αόριστος, διότι δεν επισημαίνεται στο αναιρετήριο με βάση τις σχετικές κρίσιμες παραδοχές σε τί συνίσταται η έλλειψη νομίμου βάσεως, ποιές δηλαδή είναι οι κατά τον αναιρεσείοντα υπάρχουσες ανεπάρκειες ή αντιφάσεις των αιτιολογιών της προσβαλλομένης αποφάσεως, ούτως ώστε να ερευνηθεί η συνδρομή ή μη του εκ του άρθρου 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ λόγου αναιρέσεως.

Υπό δε την επίκληση της διατάξεως του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ και μάλιστα με αναφορά σε επί μέρους αποδεικτικά μέσα πλήττεται η επί της ουσίας ανέλεγκτη κρίση του Εφετείου και επομένως, σε κάθε περίπτωση, ο λόγος αυτός αναιρέσεως είναι απαράδεκτος (άρθρο 561 παρ.1 του ΚΠολΔ). Σε κάθε δε περίπτωση οι ανωτέρω λόγοι είναι και αβάσιμοι διότι υπό τις προπαρατεθείσες παραδοχές της προσβαλλομένης περί της μη πληρώσεως εντός των ταχθεισών προθεσμιών της συμφωνηθείσας δια των προσυμφώνων αιρέσεως εν σχέσει με τον τελεσίδικο μη δασικό χαρακτήρα των ενδίκων ακινήτων ως αναγκαίου όρου για τη σύναψη των οριστικών συμβολαίων πωλήσεως, τα οποία εκ του λόγου αυτού δεν καταρτίστηκαν, γεννώντας την υποχρέωση του εναγομένου να αποδώσει τις ληφθείσες προκαταβολές, διέλαβε στην απόφασή του, ως προς τα κρίσιμα ως άνω ζητήματα επαρκείς, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, οι οποίες στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά του και καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχό της, ως προς την ορθή εφαρμογή των ως άνω διατάξεων.

Περαιτέρω, κατά το άρθρο 559 αρ.9 περ. γ' του Κ.Πολ.Δ. αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο άφησε αίτηση αδίκαστη. Ως "αίτηση", κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, νοείται κάθε αυτοτελής αίτηση των διαδίκων, με την οποία ζητείται η παροχή εννόμου προστασίας, υπό οποιαδήποτε έννομη μορφή αυτής, που δημιουργεί αντίστοιχη εκκρεμοδικία.

Τέτοια αίτηση είναι, ιδίως, η αγωγή, η ανταγωγή , η κυρία παρέμβαση, η αυτοτελής πρόσθετη παρέμβαση , η ανακοπή ή τριτανακοπή και τα ένδικα μέσα. Η σιωπή του δικαστηρίου περί τοιαύτης αυτοτελούς αιτήσεως, στο σκεπτικό και στο διατακτικό της αποφάσεώς του, στοιχειοθετεί τον συγκεκριμένο λόγο αναιρέσεως, ο οποίος όμως, για να είναι ορισμένος, πρέπει να προσδιορίζει επακριβώς την αίτηση που έμεινε αδίκαστη και να αναφέρει το περιεχόμενό της (Α.Π. 156/2012, 115/2011, 135/2010).

Ως "αίτηση" δεν νοείται και ο λόγος εφέσεως, που περιέχει παράπονο κατά της εκκαλουμένης αποφάσεως, το οποίο αφορά σε πραγματικές ή νομικές αυτής πλημμέλειες, αναφορικώς με ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, ο οποίος μπορεί να συνιστά "πράγμα", κατά την έννοια της διατάξεως του άρθρου 559 αριθ.8 Κ.Πολ.Δ., η μη λήψη υπόψη του οποίου θεμελιώνει τον από τη διάταξη αυτή προβλεπόμενο αναιρετικό λόγο (AΠ1486/2017, ΑΠ1304/2014, ΑΠ483/2011).

Στην προκειμένη περίπτωση, ο αναιρεσείων με τον τρίτο λόγο αναιρέσεως κατά το πρώτο σκέλος του προσάπτει στην προσβαλλομένη απόφαση την εκ της ανωτέρω διατάξεως του άρθρου 559 αριθμ. 9 Κ.Πολ.Δ. πλημμέλεια, ισχυριζόμενος ότι το Εφετείο άφησε αδίκαστη , την προταθείσα πρωτοδίκως με την προσθήκη των προτάσεών του και επαναφερθείσα με σχετικό λόγο της εφέσεώς του "ένσταση περί της απαλλαγής του από την υποχρέωση επιστροφής των καταβληθέντων για τα τρία τελευταία προσύμφωνα εξ αιτίας ενεργειών" του αναιρεσιβλήτου ενάγοντος.

Ο λόγος αυτός αναιρέσεως είναι, σύμφωνα με την προεκτεθείσα σχετική νομική σκέψη, απαράδεκτος, καθόσον ο περιεχόμενος στον φερομένο ως αγνοηθέντα λόγο εφέσεως ισχυρισμός περί νομικών και πραγματικών πλημμελειών της πρωτοδίκου αποφάσεως δεν συνιστά "αίτηση" υπό την προεκτεθείσα του όρου τούτου έννοια και συνεπώς η μη λήψη υπόψη αυτών από το Εφετείο δεν στοιχειοθετεί την αντίστοιχη αναιρετική πλημμέλεια.

Εξάλλου ο ίδιος λόγος αναιρέσεως τυγχάνει αβάσιμος διότι από την επισκόπηση της προσβαλλομένης αποφάσεως, προκύπτει σαφώς ότι ο φερόμενος ως αγνοηθείς λόγος εφέσεως ερευνήθηκε από το Εφετείο και απερρίφθη, εκ των πραγμάτων, με την παραδοχή ως αποδειχθέντων γεγονότων αντιθέτων προς αυτά που τους συγκροτούν.

Αξίζει δ' επί πλέον να λεχθεί ότι υπό την επίκληση της ως άνω αναιρετικής πλημμελείας, ο συγκεκριμένος λόγος αναιρέσεως, όπως άλλωστε και οι αμέσως κατωτέρω ερευνώμενοι συναφείς αναιρετικοί λόγοι, πλήττουν απαραδέκτως την εκτίμηση των αποδείξεων και την ουσιαστική κρίση του Εφετείου που δεν υπόκεινται σε αναιρετικό έλεγχο.

Ο λόγος αναιρέσεως από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας, παρά το νόμο, έλαβε υπ' όψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα", κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, νοούνται οι νόμιμοι, παραδεκτοί, ορισμένοι και λυσιτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων, που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο και, συνακόλουθα, στηρίζουν το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως, αντενστάσεως ή λόγου εφέσεως, όχι, όμως, και οι μη νόμιμοι, απαράδεκτοι, αόριστοι και αλυσιτελείς ισχυρισμοί, οι οποίοι δεν ασκούν επίδραση στην έκβαση της δίκης και στους οποίους το δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει, ούτε οι αιτιολογημένες αρνήσεις και οι ισχυρισμοί που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, τα οποία συνάγονται από την εκτίμηση των αποδείξεων, έστω και αν προτείνονται ως λόγοι εφέσεως (ΟλΑΠ 14/2004, ΑΠ 87/2013, ΑΠ 94/2008), καθώς και περιστατικά επουσιώδη ή που εκ περισσού εκτίθενται, ούτε η λήψη υπ' όψη από το δικαστήριο διευκρινιστικών απλώς περιστατικών που προέκυψαν από τις αποδείξεις, μολονότι δεν είχαν περιληφθεί στο δικόγραφο της αγωγής κλπ., εφ' όσον δεν επέρχεται μεταβολή της ιστορικής της βάσεως, (ΑΠ 1530/2008, ΑΠ 559/2008).

Επίσης, δεν αποτελούν "πράγματα" και τα επικαλούμενα από τους διαδίκους αποδεικτικά μέσα και, πολύ περισσότερο, η αξιολόγηση από το δικαστήριο του περιεχομένου των εγγράφων και των λοιπών αποδεικτικών μέσων (ΑΠ 1455/2009, ΑΠ 94/2008). Ο λόγος αυτός δεν ιδρύεται, αν το δικαστήριο που δίκασε έλαβε υπ' όψη τον ισχυρισμό και τον απέρριψε για οποιονδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό (ΑΠ 250/2014, ΑΠ 1418/2013), γεγονός που συμβαίνει και όταν η απόφαση περιέχει παραδοχές αντίθετες με τον ισχυρισμό (ΟλΑΠ 11/1996, ΑΠ 841/2017, ΑΠ 118/2017).

Εν προκειμένω, με τον τέταρτο λόγο της αναιρέσεως, κατά το δεύτερο σκέλος του προσάπτεται στην πληττομένη απόφαση η αιτίαση ότι έλαβε υπόψη "πράγματα" (ισχυρισμούς) που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, αλλά δεν προτάθηκαν από τον αναιρεσίβλητο με την αγωγή είτε με τις προτάσεις του, παρά το πρώτον απαραδέκτως στο Εφετείο και συγκεκριμένα ότι "οι δήθεν προθεσμίες πλήρωσης της αίρεσης των προσυμφώνων συμφωνήθηκαν ως μη διαλυτικές" μολονότι τα περιστατικά αυτά δεν είχαν προταθεί από την ενάγουσα ούτε με την αγωγή, ούτε με τις προτάσεις της.

Ο λόγος αυτός είναι, προεχόντως, απαράδεκτος, καθ' όσον δεν προσάπτεται πλημμέλεια για λήψη υπ' όψη αυτοτελούς, κατά την προαναφερόμενη έννοια, ισχυρισμού αλλά το Εφετείο, κατόπιν εκτιμήσεως των περιστατικών που προέκυψαν από τις αποδείξεις και ερμηνείας κατά τα άρθρα 173 και 200ΑΚ των όρων των συναφθέντων προσυμφώνων, έστω και αν αυτά δεν διαλαμβάνονται ή δεν συμπίπτουν πλήρως προς τα εκτιθέμενα στην ιστορική βάση της ένδικης αγωγής, δέχθηκε τα προπαρατεθέντα, αναφορικώς προς τους διαλαμβανόμενους στα επίδικα προσύμφωνα όρους (αιρέσεις).

Δηλαδή, τα περιστατικά αυτά, τα οποία το Εφετείο δέχθηκε ως αποδειχθέντα, αφορούν σε περαιτέρω διευκρίνιση και πληρέστερο προσδιορισμό των όρων (αιρέσεων) των εν λόγω προσυμφώνων που δεν πληρώθηκαν εντός της συμφωνηθείσας προθεσμίας και θεμελιώνουν την αξίωση του ενάγοντος προς αναζήτηση των καταβληθεισών έναντι του τιμήματος πωλήσεως προκαταβολών έστω και αν τα εν λόγω περιστατικά δεν συμπίπτουν πλήρως προς τα εκτιθέμενα στους αγωγικούς ισχυρισμούς ενόψει του ότι, αφορούν στην υπό του δικαστηρίου αξιολόγηση των αποδεικτικών μέσων.

Τέλος, ο λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 559 αρ. 11γ ΚΠολΔ ιδρύεται, αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα, που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν. Με τη διάταξη αυτή, που αποτελεί εκδήλωση της αρχής της συζητήσεως (άρθρο 106 ΚΠολΔ), διασφαλίζεται η συμμόρφωση προς τα άρθρα 335, 338, 339, 340, 341 και 346 ΚΠολΔ, ώστε να λαμβάνονται υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία νομίμως προσκομίζουν και επικαλούνται οι διάδικοι και μόνον αυτά.

Ο λόγος όμως είναι αβάσιμος, αν αποδεικνύεται από την προσβαλλόμενη απόφαση ότι το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι προς απόδειξη των ισχυρισμών τους. Προς τούτο αρκεί η γενική αναφορά του είδους του αποδεικτικού μέσου (μάρτυρες, έγγραφα κλπ), που έλαβε υπόψη το δικαστήριο, χωρίς την ανάγκη ειδικής μνείας και αξιολογήσεως εκάστου και χωρίς διάκριση από ποια αποδεικτικά μέσα προκύπτει άμεση και από ποια έμμεση απόδειξη (ΑΠ581/2017, ΑΠ14/2016).

Στην προκειμένη περίπτωση, ο αναιρεσείων, με τον δεύτερο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως κατά το δεύτερο σκέλος του και τον τέταρτο λόγο αυτής κατά το τρίτο σκέλος του προσάπτει στην προσβαλλομένη απόφαση την πλημμέλεια εκ του άρθρου 559 αρ.11γ ΚΠολΔ (και όχι από το άρθρο 559 αρ. 12 ΚΠολΔ κατά τη νοηματική του εκτίμηση), με την αιτίαση ότι κατά το σχηματισμό του αποδεικτικού του πορίσματος αναφορικά με την ερμηνεία κατά τα άρθρα 173 και 200ΑΚ των συμβατικών όρων των ενδίκων προσυμφώνων δεν έλαβε υπόψη τα νομίμως ενώπιόν του επικληθέντα και προσκομισθέντα αποδεικτικά μέσα που αποδεικνύουν τη βασιμότητα του ισχυρισμού του περί εσφαλμένης ερμηνείας αυτών και ειδικότερα:

α) Την κατάθεση στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο του δασολόγου Γ.Μ., β) τις δικαστικές ομολογίες του ενάγοντος αντιδίκου του που διαλαμβάνονται στην ένδικη αγωγή, στις από 29-10-2014 πρωτόδικες και ενώπιον του Εφετείου προτάσεις του αλλά και την 42/2014 αίτησή του ασφαλιστικών σε βάρος του μέτρων, καθώς και την εξώδικη ομολογία του ιδίου που διαλαμβάνεται στην από 20-6-2013 εξώδικη δήλωσή του, γ) την ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου κατάθεση της αντιπροσώπου του Μ.Σ., δ) τις με αριθμούς ...24-10-2014 και ...24-10-2014 ένορκες βεβαιώσεις των Α.

Κ. και Δ. Σ. ενώπιον του Συμβ/φου Αθηνών Χ.Μ.. Ο λόγος αυτός τυγχάνει αβάσιμος, διότι από τη βεβαίωση του Εφετείου στην προσβαλλομένη απόφασή του ότι στην περί πραγμάτων κρίση του κατέληξε αφού έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε τις καταθέσεις των μαρτύρων και όλα τα έγγραφα που επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι, σε συνδυασμό με τις σκέψεις και το σύνολο των αποδεικτικών αναλύσεων που περιέχει στο αιτιολογικό της, ουδεμία καταλείπεται αμφιβολία, αλλά αντιθέτως καθίσταται απολύτως βέβαιο ότι για το σχηματισμό του αποδεικτικού του πορίσματος, ελήφθησαν υπόψη και τα προαναφερόμενα αποδεικτικά στοιχεία που φέρονται ως αγνοηθέντα, ενώ δεν ήταν αναγκαία η ειδική μνεία ή χωριστή αξιολόγηση του ενός εκάστου εξ αυτών.

Συμπερασματικά και σε ακολουθία με όλα τα ανωτέρω η από 13-9-2018 αίτηση αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί, να διαταχθεί δε η εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο και να επιβληθούν σε βάρος του αναιρεσείοντος που ηττάται τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου (άρθρο 176, 183ΚΠολΔ) κατά τα ειδικότερα στο διατακτικό διαλαμβανόμενα.

Εξάλλου, καθόσον αφορά την συνεκδικαζομένη αίτηση αναιρέσεως του Κ. Σ., πρέπει να λεχθούν ειδικότερα τα εξής: Η παραβίαση σύμβασης με υπαίτια ζημιογόνο πράξη ή παράλειψη ενός των συμβαλλομένων , μπορεί, πέραν της αξίωσης από τη σύμβαση, να θεμελιώσει και αξίωση από αδικοπραξία, τότε μόνο όταν η ζημιογόνος πράξη ή παράλειψη και χωρίς τη συμβατική σχέση θα ήταν παράνομη, ως αντικειμένη στο γενικό καθήκον που επιβάλλεται με το άρθρο 914 ΑΚ, του να μη ζημιώνει κάποιος άλλον υπαιτίως (ΟλΑΠ967/1973, ΑΠ 496/2015, ΑΠ 1115/2015).

Σε μία τέτοια περίπτωση υπάρχει συρροή συμβατικής και αδικοπρακτικής ευθύνης, ο δε δανειστής έχει το δικαίωμα να στηρίζει την αξίωσή του για αποζημίωση, είτε στη σύμβαση είτε στην αδικοπραξία, είτε επιβοηθητικά και στις δύο. Επί συρροής δε των αξιώσεων, που αποβλέπουν στον ίδιο σκοπό, δηλαδή στην ίδια παροχή, είναι δυνατή η παράλληλη άσκηση όλων των αξιώσεων, όχι όμως και η ικανοποίηση αυτών, αφού η ικανοποίηση της μιάς έχει ως αποτέλεσμα την απόσβεση της άλλης, εκτός αν με αυτή ζητείται κάτι περισσότερο, όπως χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης από την αδικοπραξία (άρθρα 299,932 ΑΚ) οπότε σώζεται μόνον ως προς αυτό (ΑΠ 652/2011, ΑΠ 1703/2013 AΠ1381/2013).

Ειδικότερα, από την ως άνω διάταξη του άρθρου 914 ΑΚ, σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 297, 298, 299, 330 του ιδίου Κώδικα, προκύπτει, ότι προϋποθέσεις της ευθύνης για αποζημίωση από αδικοπραξία είναι: α) ζημιογόνος συμπεριφορά (πράξη ή παράλειψη), β) παράνομος χαρακτήρας της πράξης ή της παράλειψης, γ) υπαιτιότητα, που περιλαμβάνει το δόλο και την αμέλεια, η οποία υπάρχει όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια που απαιτείται στις συναλλαγές, δ) πρόσφορη αιτιώδης συνάφεια μεταξύ ζημιογόνου συμπεριφοράς και αποτελέσματος, δηλαδή της ζημίας (ΑΠ725/2013).

Για την κατάφαση της παρανομίας δεν απαιτείται παράβαση συγκεκριμένου κανόνα δικαίου, αλλά αρκεί η αντίθεση της συμπεριφοράς στο γενικότερο πνεύμα του δικαίου ή στις επιταγές της έννομης τάξης. Έτσι, παρανομία συνιστά και η παράβαση της γενικής υποχρέωσης πρόνοιας και ασφάλειας στο πλαίσιο της συναλλακτικής και γενικότερα της κοινωνικής δραστηριότητας των ατόμων, δηλαδή η παράβαση της κοινωνικώς επιβεβλημένης και από τη θεμελιώδη δικαιική αρχή της συνεπούς συμπεριφοράς απορρέουσας υποχρέωσης λήψης ορισμένων μέτρων επιμέλειας για την αποφυγή πρόκλησης ζημίας σε έννομα αγαθά τρίτων προσώπων.

Ο χαρακτηρισμός της παράλειψης, ως παράνομης συμπεριφοράς προϋποθέτει την ύπαρξη νομικής υποχρέωσης για επιχείρηση της παραλειφθείσας θετικής ενέργειας, η οποία (υποχρέωση) μπορεί να απορρέει από το νόμο, την δικαιοπραξία, την καλή πίστη, τις κρατούσες κοινωνικές αντιλήψεις και συναλλακτικές αντιλήψεις, από προηγηθείσα συμπεριφορά του υπαιτίου ή από το γενικό πνεύμα του δικαίου, κατά τις διατάξεις των άρθρων 200, 281, 288 ΑΚ (ΑΠ 1115/2015).

Όσον αφορά την υπαιτιότητα, ο ενάγων πρέπει να επικαλεσθεί υπαίτια συμπεριφορά με τον χαρακτηρισμό είτε του δόλου είτε της αμέλειας, το δε δικαστήριο προβαίνει στον ειδικότερο προσδιορισμό της υπαιτιότητας στην συγκεκριμένη περίπτωση από την εκτίμηση των αποδείξεων, χωρίς να επέρχεται μεταβολή της βάσης της αγωγής.

Αιτιώδης δε συνάφεια υπάρχει, όταν η πράξη ή η παράλειψη του ευθυνομένου προσώπου, ήταν, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, ικανή και μπορούσε αντικειμενικά να επιφέρει κατά τη συνηθισμένη και κανονική πορεία των πραγμάτων και επέφερε πράγματι στην συγκεκριμένη περίπτωση το επιζήμιο αποτέλεσμα (ΑΠ 1563/2012, ΑΠ 1452/2007).

Περαιτέρω, κατά το άρθρο 919ΑΚ όποιος με πρόθεση ζημίωσε άλλον κατά τρόπο αντίθετο προς τα χρηστά ήθη, έχει υποχρέωση να τον αποζημιώσει. Από τη διάταξη αυτή, η οποία είναι ειδική και συμπληρώνει εκείνη του άρθρου 914ΑΚ, αφού επεκτείνει την αδικοπρακτική ευθύνη και στις περιπτώσεις κατά τις οποίες ευθέως δεν προσβλήθηκε ορισμένο δικαίωμα ή προστατευόμενο συμφέρον, σαφώς προκύπτει ότι προϋποθέσεις εφαρμογής της είναι: 1) Συμπεριφορά του δράστη (πράξη ή παράλειψη) αντικειμένη στα χρηστά ήθη, τέτοια δε συμπεριφορά υπάρχει όταν, κατ` αντικειμενική κρίση, σύμφωνα με τις αντιλήψεις του χρηστώς και εμφρόνως σκεπτόμενου κοινωνικού ανθρώπου, η συμπεριφορά του δράστη αντίκειται στην κοινωνική ηθική και στις θεμελιώδεις αρχές του δικαίου πάνω στις οποίες στηρίζεται το θετικό δίκαιο. 2) Η συμπεριφορά να συνοδεύεται από πρόθεση, έστω και με τη μορφή του ενδεχομένου δόλου, προξενήσεως ζημίας, δηλαδή δεν είναι απαραίτητο ο δράστης να προέβη στη ζημιογόνο πράξη ή παράλειψη με μόνο σκοπό τη ζημιά του άλλου, αλλά αρκεί να γνώριζε ότι με τη συμπεριφορά του αυτή ήταν δυνατή η επέλευση ζημίας στον άλλο και παρά ταύτα αυτός δεν θέλησε να αποστεί από αυτήν. 3) Να προκλήθηκε όντως ζημία σε άλλον. 4) Να υπάρχει αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ της συμπεριφοράς του δράστη και της ζημίας ( ΑΠ 212/2018, ΑΠ 419/2018, ΑΠ294/2018).

Προδήλως όμως δεν ενεργεί εναντίον των χρηστών ηθών ο απλώς και μόνον αθετών την σύμβασιν οφειλέτης. Διάφορη είναι η ευθύνη που προκύπτει σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 197, 198 ΑΚ κατά το στάδιο των διαπραγματεύσεων, το οποίο διαρκεί μέχρι τη νομότυπη κατάρτιση της συμβάσεως ή την οριστική ματαίωση της.

Κατά το στάδιο αυτό, σύμφωνα με το άρθρο 197 ΑΚ, τα μέρη οφείλουν αμοιβαία να τηρούν τη συμπεριφορά που επιβάλλουν η καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη, ενώ κατά το άρθρο 198 παρ. 1 ΑΚ, όποιος κατά τις διαπραγματεύσεις από πταίσμα του προξενήσει στον άλλο ζημία, υποχρεούται να την ανορθώσει και αν δεν καταρτίσθηκε η σύμβαση.

Ως πταίσμα, νοείται η μη τήρηση της συμπεριφοράς που επιβάλλουν η καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη. Ως ζημία νοείται το καλούμενο αρνητικό της συμβάσεως διαφέρον ή διαφέρον εμπιστοσύνης, δηλαδή η ζημία που υπέστη ο διαπραγματευόμενος επειδή πίστεψε στην κατάρτιση της συμβάσεως και την οποία θα είχε αποφύγει αν από την αρχή τηρούσε αρνητική στάση και όχι το διαφέρον εκπληρώσεως ή το διαφυγόν κέρδος από τη μη σύναψη της συμβάσεως, αφού τα μέρη δεν είχαν νομική υποχρέωση για τη σύναψη της.

Επομένως, αποκαθίσταται μεταξύ άλλων και η ζημία που αυτός υπέστη, γιατί, πιστεύοντας δικαιολογημένα ότι επίκειται η κατάρτιση της συμβάσεως, υποβλήθηκε σε δαπάνες η απέκρουσε άλλη ευκαιρία προς σύναψη παρόμοιας συμβάσεως με τους αυτούς ή ευνοϊκότερους όρους. Η αθέτηση των υποχρεώσεων που επιβάλλουν οι διατάξεις των άρθρων 197-198 ΑΚ δημιουργεί υποχρέωση για την καταβολή του αρνητικού διαφέροντος ή διαφέροντος εμπιστοσύνης, που αναφέρθηκε παραπάνω, όχι όμως και για την καταβολή χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης, γιατί η ευθύνη του υπαιτίου δεν είναι από αδικοπραξία αλλά από αθέτηση ειδικής ενοχής που υπάρχει από το νόμο (ΑΠ 741/2018, ΑΠ347/2018, ΑΠ1610/2009 ).

Με τον μοναδικό λόγο της ως άνω αναιρέσεως αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η εκ του αρ.1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια συνισταμένη στο ότι, απορρίπτοντας ως νομικώς αβάσιμο το αίτημά του περί επιδικάσεως χρηματικής ικανοποιήσεως λόγω ηθικής βλάβης, εσφαλμένα δεν εφάρμοσε τις διατάξεις των άρθρων 914, 919, 932,197,198 ΑΚ.

Από την κατ` άρθρο 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ επισκόπηση του δικογράφου της ενδίκου αγωγής του ως άνω αναιρεσείοντος προκύπτει ότι ο τελευταίος ιστορούσε τα ακόλουθα: ότι έχει συνάψει ως συμβαλλόμενος αγοραστής δια της συγκεκριμένης κατονομαζομένης ενεργούσας για λογαριασμό του ειδικής πληρεξουσίας, με τον εναγόμενο ως πωλητή πέντε συμβολαιογραφικά προσύμφωνα πωλήσεως και μεταβιβάσεως της κυριότητας ισαρίθμων και ειδικότερα περιγραφομένων στο δικόγραφο της αγωγής, αγροτικών ακινήτων έναντι του συμφωνηθέντος για έκαστον εξ αυτών τιμήματος, καταβάλοντας και τα συμφωνηθέντα με τα εν λόγω προσύμφωνα, αλλά και κατά τις ειδικότερες μεταξύ των διαδίκων προφορικές συμφωνίες, χρηματικά ποσά ως προκαταβολή (αρραβώνα) καθώς και τις περιγραφόμενες σ' αυτή δαπάνες εν όψει της μεταβιβάσεως.

Ότι η κατάρτιση όλων των οριστικών συμβάσεων μεταβιβάσεως και ο χρόνος αυτών εξαρτήθηκε από την έκδοση αρμοδίως σχετικής βεβαιώσεως περί του μη δασικού χαρακτήρος των προς πώληση ακινήτων κατά τους διαλαμβανομένους σε ένα έκαστο των προσυμφώνων όρους, καταλείποντας στην κρίση του αγοραστή την επιλογή καταρτίσεως τελικώς του οριστικού συμβολαίου στην περίπτωση που η προς πώληση έκταση λόγω του άνω χαρακτηρισμού θα μειωνόταν κατά τα αναλυτικώς εκτιθέμενα στην αγωγή.

Ότι μολονότι παρήλθαν οι συμφωνηθείσες ως άνω προθεσμίες δεν εκδόθηκαν (με εξαίρεση το πρώτο ακίνητο εκπροθέσμως) οι απαραίτητες για το μη δασικό χαρακτήρα των επιδίκων ακινήτων βεβαιώσεις αλλά εκκρεμούν ακόμη, κατά τα αναφερόμενα στο οικείο δικόγραφο, οι αντίστοιχες για έκαστο αυτών διοικητικές διαδικασίες.

Ότι (ο ενάγων) κάλεσε στις 14-6-2013 τον εναγόμενο ως προς μεν το πρώτο ακίνητο παρά την παρέλευση της 3ετούς προθεσμίας να συμπράξει στην κατάρτιση του οριστικού συμβολαίου, για δε τα υπόλοιπα ακίνητα τον προσκάλεσε να προβούν στην από κοινού μετάθεση σε μεταγενέστερο χρόνο των ταχθεισών αρχικώς προθεσμιών, άλλως να του επιστρέψει τις καταβληθείσες έναντι του τιμήματος προκαταβολές, χωρίς ο τελευταίος να ανταποκριθεί στην ως άνω πρόσκληση.

Ως εκ τούτου ζήτησε να του αποδοθούν, λόγω της εκ νομικού ελαττώματος ματαιώσεως καταρτίσεως των οριστικών συμβάσεων πωλήσεως των περιγραφομένων σ' αυτή ακινήτων, α) τα προκαταβληθέντα με την υπογραφή των οικείων προσυμφώνων έναντι του συμφωνηθέντος τιμήματος χρηματικά ποσά καθώς και β) τις δαπάνες στις οποίες υποβλήθηκε με την προοπτική καταρτίσεως εκάστου των συμβολαίων μεταβιβάσεως των εν λόγω ακινήτων.

Επικουρικώς ζήτησε τα υπό στοιχείο α) ποσά ως αποζημίωση από την εκ των διαπραγματεύσεων ευθύνη, άλλως τα υπό στοιχείο α) ποσά και μέρος των υπό στοιχείο β) ποσών κατά τις διατάξεις του αδικαιολογήτου πλουτισμού. Επικαλούμενος τέλος τη συνδρομή και αδικοπρακτικής ευθύνης του εναγομένου ζήτησε την επιδίκαση της προσδιοριζομένης στην αγωγή χρηματικής ικανοποιήσεως λόγω ηθικής βλάβης.

Ειδικότερα όσον αφορά την αποδιδόμενη στον εναγόμενο εξωσυμβατική ευθύνη αλλά και εκείνη εκ των διαπραγματεύσεων ισχυρίσθηκε επί λέξει τα εξής: "... κατά τις συναλλακτικές επαφές προς υπογραφή εκάστου των εν λόγω προσυμφώνων αλλά και κατά τις μετέπειτα συζητήσεις τους, ο εναγόμενος ως μόνιμος κάτοικος της περιοχής, ιδιοκτήτης σημαντικών ακινήτων και γνώστης των τοπικών συνθηκών τον διαβεβαίωνε εσφαλμένα, ότι ήταν ζήτημα χρόνου και τυπικής διαδικασίας η έκδοση των αναγκαίων για την υπογραφή των οριστικών συμβολαίων βεβαιώσεων αποχαρακτηρισμού των επιδίκων ακινήτων (ως δασικών) παραβιάζοντας το κατά τις αρχές της καλής πίστεως και των συναλλακτικών ηθών καθήκον ενημέρωσης και οδηγώντας τον στην απόφαση να του προκαταβάλει με προφανή ζημία του ασυνήθιστα μεγάλο μέρος του τιμήματος πωλήσεως και ως εκ τούτου υπέχει, κατά συρροή συμβατικής και εξωσυμβατικής ευθύνης υποχρέωση προς αποζημίωση ίση προς το ποσό των προκαταβολών που ανέρχεται σε 350.000 ευρώ..." Το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφαση έκρινε ως αβάσιμη κατά νόμον την υπό το προεκτεθέν περιεχόμενο και αίτημα αγωγή περί επιδικάσεως χρηματικής ικανοποιήσεως λόγω αδικοπραξίας με την αιτιολογία, ότι μόνη η παραβίαση της ενοχικής συμβάσεως από κάποιον από τους συμβαλλομένους και όταν αυτή οφείλεται σε υπαιτιότητά του δεν συνιστά αδικοπραξία και δεν γεννά πέραν των αξιώσεων του αντισυμβαλλομένου από τη σύμβαση και αξίωση αποζημιώσεως αυτού κατά το άρθρο 914ΑΚ, εκτός αν η παραβίαση της σύμβασης έγινε με πράξη ή παράλειψη, η οποία αν γινόταν και χωρίς τη συμβατική σχέση, θα ήταν παράνομη ως αντικείμενη στο επιβαλλόμενο από το δίκαιο και δη στο κατ' άρθρο 914ΑΚ καθήκον να μην ζημιώνει άλλον υπαίτια.

Έτσι που έκρινε το Εφετείο ορθώς δεν εφήρμοσε τις προαναφερόμενες διατάξεις του άρθρου 914 ΑΚ, αφού η αναφερόμενη στην αγωγή συμπεριφορά του πωλητή διεπράχθη στο πλαίσιο της καταρτίσεως των προσυμφώνων πωλήσεως και θεμελιώνεται στα αυτά πραγματικά περιστατικά. Όσον αφορά δε την αιτίαση περί εσφαλμένης μη εφαρμογής των διατάξεων των άρθρων 197-198ΑΚ ορθώς δεν εφαρμόσθηκαν, αφού δεν γεννάται εξ αυτών υποχρέωση για καταβολή χρηματικής ικανοποιήσεως λόγω ηθικής βλάβης, διότι η ευθύνη του υπαιτίου δεν γεννάται από αδικοπραξία αλλά από αθέτηση ειδικής ενοχής που υπάρχει εκ του νόμου.

Επομένως ο ως άνω λόγος αναιρέσεως όσον αφορά την πλημμέλεια της παραβιάσεως του άρθρου 914, 919, 932, 198 ΑΚ είναι αβάσιμος. Τέλος ο ως άνω λόγος ότι εσφαλμένως δεν εφήρμοσε ειδικότερα τη διάταξη του άρθρου 919ΑΚ τυγχάνει και απαράδεκτος διότι υπό τα προεκτεθέντα δεν περιελήφθη στην ένδικη αγωγή επίκληση λόγου ευθύνης του εναγομένου εκ δόλου συνισταμένου σε ψευδείς και παραπλανητικές διαβεβαιώσεις του τελευταίου, αλλά προεβλήθη το πρώτον απαραδέκτως με τις προτάσεις του ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου.

Μη υπάρχοντος άλλου λόγου προς έρευναν, η κρινομένη αίτηση αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί, να διαταχθεί δε η εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο και να επιβληθούν σε βάρος του αναιρεσείοντος, που ηττάται, τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου (άρθρο 176, 183ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Διατάσσει την ένωση και συνεκδίκαση: 1) της από 13-9-2018 αιτήσεως του Χ. Λ. και 2) της από 7-9-2018 αιτήσεως του Κ. Σ. για αναίρεση της υπ' αρ. 36/2018 αποφάσεως του Εφετείου Καλαμάτας.

Απορρίπτει την από 13-9-2018 αίτηση του Χ. Λ. για αναίρεση της 36/2018 αποφάσεως του Εφετείου Καλαμάτας.

Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στην πληρωμή της δικαστικής δαπάνης του αναιρεσιβλήτου την οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.

Απορρίπτει την από 7-9-2018 αίτηση του Κ. Σ. για αναίρεση της 36/2018 αποφάσεως του Εφετείου Καλαμάτας.

Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στην πληρωμή της δικαστικής δαπάνης του αναιρεσιβλήτου την οποίαν ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ. ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 3 Ιουνίου 2020.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 29 Ιουλίου 2020.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ