Supreme Court dismisses appeal for inadmissibility due to vague facts and lack of specific grounds in the appeal request.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's appeal against the Athens Court of Appeal's final judgment. The appellant argued that the lower court's findings of fact were insufficient to support a claim of breach of good faith under Article 672 of the Civil Code. The court rejected this claim as inadmissible because the appeal request failed to specify which additional facts were missing from the lower court's reasoning to establish the alleged breach. Consequently, the appeal was rejected in its entirety, and the appellant was ordered to pay the respondent's legal costs.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559(8)(a) and 559(19) of the Code of Civil Procedure; An appeal is inadmissible if the grounds are vague and fail to specify which additional facts were missing from the lower court's reasoning to establish the alleged legal breach.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 899 / 2019 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 899/2019
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Λέκκα Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αθανάσιο Καγκάνη, Αλτάνα Κοκκοβού, Αγγελική Τζαβάρα και Χρήστο Τζανερρίκο - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 21 Μαΐου 2018, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Εταιρείας Περιορισμένης Ευθύνης με την επωνυμία "... ΕΠΕ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Παναγιώτη Ζαχόπουλο με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και δεν κατέθεσε προτάσεις. Του αναιρεσιβλήτου: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, κατοικοεδρεύοντα στην Αθήνα, ως ειδικού διαδόχου της Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "... Α.Ε.", το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον Αναστάσιο Ράλλη, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 18/12/2000 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 5382/2002 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 364/2007 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησε η ήδη αναιρεσείουσα με την από 12/4/2007 αίτησή της και τους από 12/10/2007 πρόσθετους λόγους αυτής, επί των οποίων εκδόθηκε η 1076/2009 απόφαση του Αρείου Πάγου που αναίρεσε την 364/2007 απόφαση του Εφετείου Αθηνών και παρέπεμψε την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο συντιθέμενο από άλλους δικαστές. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1517/2011 μη οριστική και 4131/2015 οριστική του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 23/6/2016 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Κατά το άρθρο 559 αριθ. 8 περ. α` ΚΠολΔ, επιτρέπεται αναίρεση αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα", κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, νοούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί, οι οποίοι τείνουν σε θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του δικαιώματος, που ασκείται με την αγωγή, την ένσταση ή αντένσταση.
Προς τους μη προταθέντες ισχυρισμούς, εξομοιώνονται και εκείνοι που προτείνονται μη νομίμως και ειδικώς απαραδέκτως. Η ερμηνεία αυτή δεν αποκλείεται από το ότι η διάταξη του αριθμού 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ ανάγει σε ιδιαίτερο λόγο αναιρέσεως και την από το δικαστήριο παρά το νόμο μη κήρυξη απαραδέκτου, διότι η διάταξη αυτή, που καλύπτει πολλές περιπτώσεις δικονομικών απαραδέκτων, άσχετων προς την διάταξη του αριθμού 8 του ίδιου άρθρου, συμπορεύεται με την τελευταία στην περίπτωση, κατά την οποία έχουν ληφθεί υπόψη πράγματα, που προτάθηκαν απαραδέκτως, δεδομένου ότι δεν υπάρχει κανένας λόγος να αποκλειστεί η παράλληλη εφαρμογή και των δύο λόγων αναιρέσεως στην περίπτωση αυτή (ΑΠ 128/2008).
Εξάλλου, κατά το άρθρο 562 παρ. 2 του ΚΠολ.Δ, είναι απαράδεκτος λόγος αναίρεσης, που στηρίζεται σε ισχυρισμό, ο οποίος δεν προτάθηκε νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται: α) για παράβαση που δεν μπορεί να προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας β) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση γ) για ισχυρισμό που αφορά τη δημόσια τάξη.
Η διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί εκδήλωση της θεμελιώδους αρχής ότι ο Άρειος Πάγος ελέγχει τη νομιμότητα της απόφασης του δικαστηρίου της ουσίας, με βάση την πραγματική και νομική κατάσταση, που όφειλε να λάβει υπόψη του ο ουσιαστικός δικαστής, καθιερώνει ειδική προϋπόθεση του παραδεκτού των λόγων αναίρεσης, η συνδρομή της οποίας πρέπει να προκύπτει από το αναιρετήριο.
Πρέπει δηλαδή να αναφέρεται στο αναιρετήριο ότι ο ισχυρισμός που στηρίζει το λόγο αναίρεσης είχε προταθεί στο δικαστήριο, το οποίο εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, και μάλιστα ότι είχε προταθεί νομίμως (ΟλΑΠ 43/1990, ΑΠ 30/2006, ΑΠ 760/2004, 539/2003).
Στην προκειμένη περίπτωση, η αναιρεσείουσα, με τους πρώτο και δεύτερο λόγους της αίτησής της προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση αιτιάσεις από το άρθρο 559 αριθμ. 8 εδ. α' και 14 του ΚΠολΔ, αντίστοιχα, ισχυριζόμενη ότι το Εφετείο με το να δεχθεί, ως βάσιμο, τον από την διάταξη του άρθρου 673 του ΑΚ ισχυρισμό (ένσταση) του αναιρεσιβλήτου περί συνδρομής σπουδαίου λόγου για την εκ μέρους του καταγγελία της μεταξύ τους ένδικης συμβάσεως παροχής ανεξαρτήτων υπηρεσιών ορισμένου χρονικού διαστήματος, τα θεμελιωτικά περιστατικά του οποίου προβλήθηκαν απαραδέκτως, με την "προσθήκη - αντίκρουση" των προτάσεών του στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο και, κατά παραδοχή της έφεσης του τελευταίου, να απορρίψει την εναντίον του αγωγή της, με την οποία αυτή ζητούσε τη συμφωνηθείσα αμοιβή της για το μετά την καταγγελία της σύμβασης και μέχρι το συμφωνηθέντα χρόνο λήξη της, υπέπεσε στις από το άνω άρθρο 559 αριθ. 14 και 8 περ.
α' του ΚΠολΔ, αντίστοιχα, αναιρετικές πλημμέλειες. Και οι δύο αυτοί αναιρετικοί λόγοι είναι απορριπτέοι, ως απαράδεκτοι, διότι η αναιρεσείουσα δεν είχε προτείνει, ως εφεσίβλητη, τον παραπάνω ισχυρισμό της, περί απαραδέκτου της προβολής της ως άνω ενστάσεως του αναιρεσιβλήτου, με νόμιμο τρόπο, στο Εφετείο, ήτοι με τις, από 19-02-2014 προτάσεις της, τις οποίες υπέβαλε κατά τη συζήτηση σ' αυτό της έφεσης του αντιδίκου της, μετά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, όπως προκύπτει τούτο, από την, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση αυτών.
ΙΙ. Ο προβλεπόμενος από την διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως για ευθεία παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου είναι ορισμένος, αν στο αναιρετήριο προσδιορίζεται, εκτός από τα λοιπά στοιχεία για τα οποία ήδη δεν πρόκειται, και το αποδιδόμενο στην προσβαλλόμενη απόφαση σφάλμα κατά την ερμηνεία ή εφαρμογή του νόμου (ΟλΑΠ 1/1995, ΟλΑΠ 57/1990).
Με τον τρίτο, από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, λόγο αναιρέσεως, η αναιρεσείουσα, αφού στην αρχή του αναιρετηρίου εκθέτει, διεξοδικώς, τις παραδοχές της προσβαλλόμενης αποφάσεως επί του πραγματικού της υποθέσεως, στη συνέχεια μέμφεται το Εφετείο ότι με την παραδοχή της εφέσεως του αναιρεσιβλήτου και την απόρριψη, ύστερα από εξαφάνιση της πρωτοβάθμιας αποφάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, της ένδικης αγωγής της αναιρεσείουσας, "παραβίασε την ως άνω ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 672 ΑΚ, την οποία ψευδώς ερμήνευσε και εφάρμοσε, αφού και αληθή υποτιθέμενα τα περιστατικά αυτά, δεν είναι τέτοιας φύσης, ώστε να δικαιολογούν την εν λόγω καταγγελία και να επιφέρουν έτσι τη λύση της επίδικης σύμβασής μας, όπως (ορθά) δέχθηκε και το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, εφόσον τα περιστατικά αυτά δεν είναι τέτοιας αντισυμβατικής εκ μέρους μας φύσης, ώστε να καθιστούν μη ανεκτή και αδύνατη τη συνέχιση της λειτουργίας της συμβάσεως αυτής, με δεδομένο μάλιστα ότι, από την έναρξη της ισχύος αυτής (συμβάσεως) υπήρξε αρμονική συνεργασία μεταξύ μας και ουδέποτε είχε εκφρασθεί εκ μέρους του αντιδίκου παράπονο εναντίον μας, σχετικά με την εκπλήρωση των συμβατικών υποχρεώσεών μου...".
Υπό τα δεδομένα αυτά, όμως, στον υπόψη αναιρετικό λόγο διαλαμβάνεται μόνο η έννοια την οποία, κατά την αναιρεσείουσα, έχει ο όρος "σπουδαίος λόγος", που χρησιμοποιείται στην ουσιαστικού δικαίου διάταξη, που φέρεται ότι παραβιάστηκε (άρθρο 672 ΑΚ) και η οποία είναι αυτή που δέχθηκε το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, χωρίς, περαιτέρω, να εκτίθεται, όπως απαιτείται για την θεμελίωσή του, σε τι συνίσταται το σφάλμα του Εφετείου, ως προς την υπαγωγή στην αόριστη αυτή νομική έννοια των πραγματικών περιστατικών που δέχθηκε.
Επομένως, ο προαναφερθείς λόγος αναιρέσεως, σύμφωνα με όσα έχουν ήδη συναφώς αναπτυχθεί, είναι αόριστος και, συνακόλουθα, κρίνεται απορριπτέος ως απαράδεκτος, όπως, επίσης είναι απαράδεκτος και κατά τις περαιτέρω προβαλλόμενες αιτιάσεις του, περί αρμονικής συνεργασίας μεταξύ της αναιρεσείουσας και του αντιδίκου της και έλλειψης διατυπώσεως παραπόνων, από το τελευταίο, σχετικά με την εκπλήρωση των συμβατικών της υποχρεώσεων, αφού αυτές αποτελούν επιχειρήματα αυτής (αναιρεσείουσας) εξαγόμενα από τις αποδείξεις και, έτσι, υπό την επίφαση της παραβάσεως της επίμαχης διατάξεως, πλήττεται, αποκλειστικά, η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας πραγματικών γεγονότων, που, καθεαυτή, δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου (άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ).
ΙΙΙ. Περαιτέρω, κατά την έννοια του άρθρου 559 αρ. 19 του ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως για έλλειψη νόμιμης βάσης της αποφάσεως ιδρύεται, όταν από τις αιτιολογίες της δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά, που είναι αναγκαία για να κριθεί, αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συντρέχουν οι νόμιμοι όροι της ουσιαστικής διατάξεως, που εφαρμόσθηκε ή δεν συντρέχουν, ώστε να αποκλείεται η εφαρμογή της, καθώς και όταν η απόφαση έχει ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες, ως προς το νομικό χαρακτηρισμό των περιστατικών, που έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης (Ολ.ΑΠ 1/1999, 28/1997, 12/1995). Για να είναι, όμως, ορισμένος αυτός ο αναιρετικός λόγος, πρέπει στο αναιρετήριο να αναφέρεται σε τι συνίσταται η ανεπάρκεια ή η αντίφαση των αιτιολογιών, δηλαδή ποιες επιπλέον αιτιολογίες έπρεπε να περιλαμβάνει η απόφαση ή πού εντοπίζονται οι αντιφάσεις της (Ολ.Α.Π. 16/2006, 20/2005).
Με τον τέταρτο και τελευταίο αναιρετικό λόγο, η αναιρεσείουσα αποδίδει στο Εφετείο την από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, ισχυριζομένη ότι: "....τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε με την προσβαλλόμενη απόφασή του ως αποδεδειγμένα, δεν είναι ικανά να θεμελιώσουν την από το άρθρο 672 ΑΚ ένσταση, ήτοι της συνδρομής σπουδαίου λόγου, για την καταγγελία της επίδικης σύμβασής μας, αφού, κατά την καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη, δεν είναι ικανά να καταστήσουν μη ανεκτή τη συνέχιση της σύμβασης για το αντίδικο και αδύνατη τη λειτουργία αυτής, αφού δεν εκτίθενται περαιτέρω περιστατικά τέτοιας μορφής, ώστε να προκύπτει αβίαστα η εναντίον της καλής πίστης και των συναλλακτικών ηθών παραβίαση εκ μέρους μου των συμβατικών υποχρεώσεών μου, με δεδομένο μάλιστα ότι η επίδικη σύμβαση είχε λειτουργήσει κατά τρόπο άψογο και υποδειγματικό και εγώ εκπλήρωνα πλήρως τις από τη σύμβαση υποχρεώσεις μου προς το εναγόμενο...". Ο λόγος αυτός κρίνεται απορριπτέος ως απαράδεκτος, λόγω της αοριστίας του, διότι σ' αυτόν δεν αναφέρεται σε τι συνίσταται η ανεπάρκεια των αιτιολογιών της προσβαλλομένης αποφάσεως, δηλαδή ποια, επιπλέον, περιστατικά έπρεπε ν' αναφέρονται, συγκεκριμένα, στην προσβαλλομένη απόφαση, για την επάρκεια της αιτιολογίας της, τα οποία λείπουν, από αυτή.
ΙV. Επομένως, αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος προς έρευνα, πρέπει η κρινόμενη αίτηση να απορριφθεί στο σύνολό της, να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου σε βάρος της αναιρεσείουσας, λόγω της ήττας της, κατά παραδοχή σχετικού αιτήματος του πρώτου, που υποβλήθηκε με τις προτάσεις, που κατέθεσε (άρθρα 106, 176, 183, 191§2 ΚΠολΔ), μειωμένα, όμως, κατ' άρθρο 22 του Ν. 3693/1957, όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό. Και, τέλος, να διαταχθεί η εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του κατατεθέντος για την άσκηση της ένδικης αναιρέσεως παραβόλου (άρθρο 495 παρ. 3 Β δ' ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 23/06/2016 αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθμόν 4131/2015 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.
Επιβάλλει στην αναιρεσείουσα τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, τα οποία προσδιορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ.
Διατάσσει την εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του κατατεθέντος, για την άσκηση της ένδικης αίτησης αναιρέσεως, παραβόλου.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 5 Νοεμβρίου 2018.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 23 Ιουλίου 2019.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ
Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ