Legislator Case Law & Legislation
1183/2022 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on grounds that lower court properly considered and rejected defendant's defense regarding invalid promissory notes.

Case Number 1183/2022
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the first-instance judgment regarding a construction contract dispute. The appellant argued that the lower court failed to consider defense claims that promissory notes were issued without valid cause due to undervalued work. The court found these arguments had been explicitly examined and rejected by the lower court based on the assumption that the note amounts corresponded to actual payment for completed works.

Legislator headnote

AI generated

Articles 681 and 694 of the Civil Code; Articles 1, 12, 14, 22, and 28 of Law 5960/1933: A party may raise a defense against a payment order based on the underlying legal relationship, but the lower court's explicit rejection of such arguments does not constitute a procedural error warranting appeal.

Keywords

AI generated
construction contract dispute payment order defense invalid cause of debt procedural error appeal lower court review civil procedure law contractual obligation

Cited Legislation

AI generated
Articles 681 and 694 of the Civil Code
Articles 1, 12, 14, 22, and 28 of Law 5960/1933
Article 495 of the Code of Civil Procedure
Articles 176, 183, and 191 of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1183 / 2022 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1183/2022

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

A2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Θεόδωρο Κανελλόπουλο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αικατερίνη Κρυσταλλίδου, Μαρία Ανδρικοπούλου, Κυριάκο Μπαμπαλίδη και Μαρί Δεργαζαριάν - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 13 Δεκεμβρίου 2021, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "...", που εδρεύει στη ... …. και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Φώτιο Κωστόπουλο, ο οποίος ανακάλεσε την από 10-12-2021 δήλωσή του για παράσταση με το άρθρο 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ. και παραστάθηκε στο ακροατήριο. Της αναιρεσιβλήτου: ομόρρυθμης εταιρείας με την επωνυμία "....", που εδρεύει στη Ρόδο και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Εμμανουήλ Μαργωμένο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 19-4-2013 ανακοπή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Ρόδου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 23/2015 του ίδιου Δικαστηρίου και 209/2017 του Μονομελούς Εφετείου Δωδεκανήσου. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 6-11-2017 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος της αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 681 και 694 ΑΚ προκύπτει ότι με τη σύμβαση έργου ο ένας συμβαλλόμενος, που καλείται εργολάβος, αναλαμβάνει την υποχρέωση να εκτελέσει το έργο και ο αντισυμβαλλόμενος, που καλείται εργοδότης, να καταβάλει τη συμφωνημένη αμοιβή με την παράδοση του έργου. Εξάλλου, από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 1, 12 παρ. 1, 14, 22 και 28 του ν. 5960/1933 "περί επιταγής" προκύπτει, ότι η ενοχή από επιταγή είναι αναιτιώδης, αφού η αιτία έκδοσής της δεν αποτελεί στοιχείο της επιταγής και συνεπώς ούτε της αγωγής προς πληρωμή της, ο καλούμενος, όμως, σε πληρωμή οφειλέτης, μπορεί να επικαλεσθεί την εσωτερική (βασική) έννομη σχέση και να προβάλει κατά του κομιστή, εφόσον διατελεί σε προσωπική σχέση με αυτόν, ότι η αιτία για την οποία είχε εκδοθεί η επιταγή ήταν ανύπαρκτη ή ελαττωματική ή ότι εξέλιπε, επειδή δεν πληρώθηκε η αναβλητική αίρεση, υπό την οποία, βάσει σχετικής μεταξύ αυτών συμφωνίας, τελούσε η ενέργεια της ενοχής από την επιταγή και έτσι να ελευθερωθεί (ΑΠ 1710/2008).

Η ανυπαρξία, δηλαδή, ή το ελάττωμα της αιτίας υπογραφής της επιταγής δεν επιδρά στο κύρος της αντίστοιχης υποχρέωσης από την επιταγή, επιτρέπει όμως στον οφειλέτη να εναντιωθεί με ανακοπή κατά της διαταγής πληρωμής, που εκδόθηκε σε βάρος του με βάση την επιταγή (άρθρα 632, 633 ΚΠολΔ), και να αντιτάξει, ότι ο κομιστής της επιταγής, σε διαταγή του οποίου χωρίς νόμιμη αιτία την εξέδωσε, έχει αποκτήσει από αυτόν περιουσιακό στοιχείο, που συνεπάγεται αδικαιολόγητο πλουτισμό εις βάρος του.

Για την προβολή όμως της έλλειψης υποκείμενης αιτίας, δεν αρκεί ο ισχυρισμός του υπογραφέα, ότι χωρίς αιτία υπέγραψε την επιταγή, αλλά χρειάζεται να προσδιορίζεται και σε περίπτωση αμφισβήτησης να αποδεικνύεται, ότι ο υπογραφέας αναδέχθηκε την υποχρέωση από τον τίτλο της επιταγής για ορισμένη αιτία και ότι αυτή είναι ανύπαρκτη (ΑΠ 334/2019, ΑΠ 354/2015).

Τέτοια ένσταση συνιστά και ο ισχυρισμός του οφειλέτη ότι η επιταγή επέχει θέση εγγυοδοσίας και εκδόθηκε για ασφάλεια μελλοντικής απαίτησης του κομιστή, ο οποίος δεσμεύεται να μην κάνει πρόωρη χρήση αυτής (καταπιστευτική επιταγή). Η ένσταση από την καταπιστευτική επιταγή είναι προσωπική και υπόκειται στον περιορισμό του άρθρου 22 του νόμου 5960/1933.

Η σύμβαση εγγυοδοσίας, η οποία διαφέρει από τη σύμβαση εγγύησης (ΑΠ 1261/2004), παρέχεται από τον ίδιο τον οφειλέτη. Αποτελεί εξασφαλιστική σύμβαση με την οποία ένα πρόσωπο, ο εγγυοδότης, δίνει προς άλλο πρόσωπο, τον εγγυολήπτη, την υπόσχεση, ότι θα ευθύνεται απέναντί του από την επιταγή, παρέχοντάς του μια πρόσθετη, και ανεξάρτητη από την ασφαλιζόμενη απαίτηση, αξίωση, για την περίπτωση που πραγματοποιηθεί κάποιος κίνδυνος, αναλαμβάνει δε με αυτήν κύρια, και όχι παρεπόμενη, όπως στην εγγύηση, υποχρέωση, που ρυθμίζεται από τους όρους της σύμβασης, κατά το άρθρο 361 ΑΚ.

Με την έκδοση και παράδοση της επιταγής αυτής, προσπορίζεται μεν η νομική θέση δικαιούχου του τίτλου, συγχρόνως όμως συμφωνείται ότι ο δικαιούχος αυτής, κατά ορισμένο μόνο τρόπο και υπό ορισμένες προϋποθέσεις, θα είναι δυνατό να ενασκήσει το δικαίωμά του από τον τίτλο της επιταγής. Συμφωνείται, δηλαδή, μεταξύ των ενδιαφερομένων, ότι ο αντισυμβαλλόμενος θα δικαιούται να εισπράξει τον τίτλο υπό την προϋπόθεση ότι εκπληρώθηκαν ορισμένοι όροι από την αιτιώδη σχέση, ή θα έχει πληρωθεί κάποια άλλη αίρεση ακόμη, όταν η επιταγή επέχει θέση εγγυοδοσίας και εκδίδεται για ασφάλεια μελλοντικής απαίτησης του κομιστή ο οποίος δεσμεύεται να μην κάνει πρόωρη χρήση αυτής, αλλά μόνο εάν αποκτήσει αξίωση από τη βασική σχέση (ΑΠ 354/2015, ΑΠ 353/2015).

Η αιτία από την έκδοση αυτής της επιταγής, είναι νόμιμη και δεν συνιστά αδικαιολόγητο πλουτισμό (κατά την έννοια του άρθρου 904 ΑΚ) του κομιστή της επιταγής. Αν ο κομιστής αποκτήσει αξίωση από τη βασική σχέση, μπορεί να εισπράξει την επιταγή, χωρίς να καθίσταται πλουσιότερος από μη νόμιμη αιτία, αφού η κτήση του πλουτισμού του καλύπτεται από την περιουσιακή απώλεια που έπαθε από τη μη εκτέλεση της κύριας σύμβασης, για την εξασφάλιση της μελλοντικής απαίτησης της οποίας δόθηκε η εγγυοδοσία.

Έτσι, αν ο οφειλέτης της επιταγής, ισχυριστεί και αποδείξει, ότι αυτή έχει δοθεί προς εξασφάλιση απαίτησης και ότι ο κομιστής της επιταγής δεν έχει αποκτήσει από τη βασική σχέση ληξιπρόθεσμη αξίωση ή ότι δεν έχει αποκτήσει αξίωση από την συγκεκριμένη σχέση, απαλλάσσεται από την πληρωμή της επιταγής (ΑΠ 631/2020).

Τέλος, κατά το άρθρο 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ ιδρύεται λόγος αναίρεσης και αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και, ιδίως, αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Έλλειψη νόμιμης βάσης, κατά την έννοια της διάταξης αυτής, υπάρχει όταν από το αιτιολογικό της απόφασης, που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν προκύπτουν κατά τρόπο πλήρη, σαφή και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία σύμφωνα με τον νόμο είναι αναγκαία για την κρίση στη συγκεκριμένη περίπτωση, ότι συντρέχουν οι όροι της διάταξης που εφαρμόσθηκε ή ότι δεν συντρέχουν οι όροι της εφαρμογής της.

Ιδρύεται, δηλαδή, ο λόγος αυτός, όταν από τις παραδοχές της απόφασης δημιουργούνται αμφιβολίες για το αν παραβιάστηκε ή όχι ορισμένη ουσιαστική διάταξη νόμου και αναφέρεται σε πλημμέλειες αναγόμενες στη διατύπωση του αποδεικτικού πορίσματος, ενώ δεν ιδρύεται όταν υπάρχουν ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος που έχει εξαχθεί από αυτές, αρκεί τούτο να εκτίθεται σαφώς, πλήρως και χωρίς αντιφάσεις.

Ως ζητήματα, τέλος, των οποίων η μη αιτιολόγηση ή η αιτιολόγηση κατά τρόπο ανεπαρκή ή αντιφατικό στερεί από την απόφαση τη νόμιμη βάση, νοούνται μόνο οι ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη, που τείνουν δηλαδή στη θεμελίωση ή κατάλυση του δικαιώματος που ασκήθηκε, είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο, όχι όμως και τα πραγματικά ή νομικά επιχειρήματα που συνέχονται με την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, για τα οποία η έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας δεν ιδρύει λόγο αναίρεσης (ΟλΑΠ 2/2019, ΑΠ 23/2021 ΑΠ10/2021).

Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο δέχθηκε, με την προσβαλλομένη απόφασή του, μετ` ανέλεγκτη αναιρετικώς εκτίμηση των αποδείξεων, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Κατόπιν της από 19-3-2013 αίτησης της ομόρρυθμης εταιρείας με την επωνυμία "...." (αναιρεσίβλητης) εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 262/2013 διαταγή πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ρόδου, σε βάρος της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "..." (αναιρεσείουσα), με βάση τέσσερις (4) επιταγές έκδοσης της καθ' ης η αίτηση σε διαταγή της αιτούσας, οι οποίες δεν πληρώθηκαν κατά τη νόμιμη και εμπρόθεσμη εμφάνισή τους στις πληρώτριες τράπεζες.

Πρόκειται συγκεκριμένα για τις [1] υπ' αριθμ... επιταγή της ..., ποσού 64.000 ευρώ με ημερομηνία έκδοσης 30-8-2013, [2] ... επιταγή της ..., ποσού 75.000 ευρώ με ημερομηνία έκδοσης 28-12-2013, [3] υπ' αριθμ. ... επιταγή της ..., ποσού 75.000 ευρώ με ημερομηνία έκδοσης 30-11-2014 και [4] υπ' αριθμ. ... επιταγή της Συνεταιριστικής Τράπεζας Δωδεκανήσου, ποσού 80.000 ευρώ με ημερομηνία έκδοσης …...

Αποδείχθηκε περαιτέρω, ότι οι επιταγές αυτές δόθηκαν στην καθ' ης η ανακοπή εταιρεία, ως μέρος της συνολικής οφειλής της ανακόπτουσας για την εκτέλεση οικοδομικών εργασιών που εκτέλεσε η καθ' ης η ανακοπή, σε ξενοδοχεία ιδιοκτησίας και εκμετάλλευσης της ανακόπτουσας. Η τελευταία, δραστηριοποιείται μεταξύ άλλων και στην εκμετάλλευση ξενοδοχειακών μονάδων στην περιοχή της .........

Στο πλαίσιο της επιχειρηματικής της αυτής δραστηριότητας, συνήψε τα από 1-9-2006, 2-4-2007, 1-10-2008 και 1-11-2008 ιδιωτικά συμφωνητικά, δυνάμει των οποίων ανέθεσε στον εργολάβο οικοδομών Β. Β. την εκτέλεση των οικοδομικών εργασιών που αναφέρονταν σε αυτά, τόσο στα υπό ανέγερση ξενοδοχεία της με τους διακριτικούς τίτλους "..." και "... ...", όσο και στα ξενοδοχεία "..." και "...", τα οποία ήταν μισθωμένα από την ανακόπτουσα.

Εκτός των ανωτέρω, υπογράφηκε και το από 5-1-2009 ιδιωτικό συμφωνητικό με το ίδιο αντικείμενο, στο οποίο αντισυμβαλλόμενη της ανακόπτουσας ήταν η ομόρρυθμη εταιρεία με την επωνυμία "....", νόμιμος εκπρόσωπος της οποίας είναι ο .... Στο πλαίσιο των ανωτέρω εργολαβικών συμβάσεων, η εκτέλεση των οποίων διήρκεσε από το 2006 έως το 2010, εκδόθηκαν από την ως άνω εταιρεία και τον εκπρόσωπο αυτής τα υπ' αριθμ. 29/1-3-2007 (ποσού 81.400 ευρώ), 32/27-6-2007 (ποσού 78.375 ευρώ), 33/4-12-2007 (ποσού 107.305 ευρώ), 37/20-3- 2008 (ποσού 318.450 ευρώ), 46/9-10-2008 (ποσού 219.560 ευρώ), 48/5-12- (ποσού 78.650 ευρώ), 49/30-12-2008 (ποσού 195.250 ευρώ), 50/31-3-2009 (ποσού 358.337,10 ευρώ), 4/12-6-2009 (ποσού 134.400 ευρώ) και 11/26-12-2009 (ποσού 89.644,80 ευρώ) τιμολόγια παροχής υπηρεσιών, συνολικού ποσού 1.661.371,90 ευρώ.

Η εξόφληση των τιμολογίων αυτών, γινόταν με κατάθεση μετρητών και παράδοση επιταγών από την ανακόπτουσα, σύμφωνα δε με το σχετικό κατάλογο που επισυνάπτει στο δικόγραφο της ανακοπής, την ακρίβεια του οποίου δεν αμφισβητεί ειδικά η καθ' ης η ανακοπή (άρθρο 261 ΚΠολΔ), το συνολικό ποσό που εισπράχθηκε με τους παραπάνω τρόπους, ανέρχεται σε 1.671.927 ευρώ.

Η ανακόπτουσα ισχυρίζεται, με τον πρώτο λόγο της ανακοπής, ότι η απαίτηση της καθ' ης από τις εν λόγω επιταγές έχει πλήρως εξοφληθεί, διότι οι εκτελεσθείσες εργασίες στα ξενοδοχεία της ήταν σημαντικά μικρότερης αξίας από το σύνολο των χρημάτων και επιταγών που κατέβαλε στην καθ' ης. Επιχειρεί δε να θεμελιώσει τον παραπάνω ισχυρισμό, προσκομίζοντας με επίκληση την από μηνός Φεβρουάριου 2013 τεχνική έκθεση της πολιτικού μηχανικού ..., σύμφωνα με την οποία, κατόπιν επιμέτρησης που διενήργησε στα ξενοδοχεία ..., ... ...

και ..., κατέληξε ότι η συνολική αξία των εργασιών ανέρχεται σε 975.092,84 ευρώ. Η παραπάνω έκθεση όμως, η οποία εκτιμάται ελεύθερα από το παρόν Δικαστήριο (390 ΚΠολΔ, ΟλΑΠ 12/2005, ΑΠ 151/2017,), δεν μπορεί να δημιουργήσει δικανική πεποίθηση περί της συνολικής αξίας των εκτελεσθέντων εργασιών, και τούτο για τους ακόλουθους λόγους: 1] Όπως αναγράφεται στην έκθεση, αλλά και στο δικόγραφο της ανακοπής, η εκεί αναφερόμενη επιμέτρηση αφορά μόνο στις εργασίες που εκτελέστηκαν στα τρία (3) ξενοδοχεία που αναφέρθηκαν αμέσως παραπάνω.

Παρά το γεγονός αυτό, σε αυτήν περιλαμβάνονται στοιχεία επιμέτρησης μόνο για τα ξενοδοχεία ... ... όχι δε και για το ξενοδοχείο και .... Πέραν αυτού όμως, αποδείχθηκε ότι οι οικοδομικές εργασίες που εκτέλεσε η καθ' ης η ανακοπή (και πριν την ίδρυσή της ο νόμιμος εκπρόσωπός της, ...), έγιναν σε έξι ξενοδοχεία, σύμφωνα με την κατάθεση του μάρτυρα της καθ' ης που εξετάστηκε στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, η οποία άλλωστε επιβεβαιώθηκε, ως προς το σημείο αυτό, από την κατάθεση του μάρτυρα της ανακόπτουσας.

Ο τελευταίος, κατέθεσε μεν ότι οι εργασίες που εκτελέστηκαν στα άλλα ξενοδοχεία δεν ξεπερνούν το 5% του συνόλου, πλην όμως το σχετικό ποσοστό δεν βασίζεται σε αντικειμενικά στοιχεία, καθόσον όπως ανέφερε στη συνέχεια της κατάθεσής του, ο ίδιος δεν πήγε να κάνει επιμέτρηση στα συγκεκριμένα ξενοδοχεία. Αντίθετα, ο μάρτυρας της καθ' ης η ανακοπή, ο οποίος ήταν υπεύθυνος εργασιών και εργαζόταν καθημερινά στα έργα, κατέθεσε ότι η αξία των εκτελεσθέντων εργασιών στα υπόλοιπα ξενοδοχεία ήταν σχεδόν ισάξια της αξίας των εργασιών στα δύο πρώτα ξενοδοχεία. 2] Η προσκομιζόμενη από την ανακόπτουσα επιμέτρηση, συντάχθηκε μονομερώς από την υπογράφουσα αυτήν Δ.

Π. (η οποία τυγχάνει σύζυγος του διευθύνοντος συμβούλου και εκ των εκπροσώπων της ανακόπτουσας X. Π.), ήτοι χωρίς την παρουσία εκπροσώπου της καθ' ης η ανακοπή, ή κάποιου μέλους του Τ.Ε.Ε., γεγονός που μειώνει την αποδεικτική της αξία. Επισημαίνεται σχετικά, το γεγονός ότι η εν λόγω τεχνική έκθεση συντάχθηκε, όπως αναφέρθηκε, τον Φεβρουάριο του 2013.

Στο χρονικό αυτό σημείο, είχε ήδη επέλθει διατάραξη των σχέσεων μεταξύ των διαδίκων, δεδομένου ότι είχε εκδοθεί κατόπιν αίτησης της καθ' ης η ανακοπή, η υπ' αριθμ. ... διαταγή πληρωμής σε βάρος της ανακόπτουσας, με βάση μία επιταγή ποσού 30.000 ευρώ, η οποία επιδόθηκε προς την τελευταία δύο φορές ....

Συνεπώς, κατά το συγκεκριμένο χρονικό σημείο, εφόσον η ανακόπτουσα είχε επιφυλάξεις ως προς την αξία των εργασιών, θα έπρεπε να διενεργήσει την επιμέτρηση με τη σύμπραξη είτε της καθ' ης, είτε ενός αντικειμενικού, τρίτου προσώπου, μέλους πιστοποιημένου φορέα. 3] Η επιμέτρηση αυτή, σύμφωνα με την κατάθεση του μάρτυρα της ανακόπτουσας (ο οποίος κατέθεσε ότι έγινε "βάσει σχεδίων και επί τόπου στοιχείων"), δεν είναι πλήρης, έστω και ως προς τα δύο μόνο ξενοδοχεία στα οποία αφορά, καθόσον δεν περιλαμβάνεται σε αυτή το κόστος των "αφανών" εργασιών, εκείνων δηλαδή που δεν φαίνονται και δεν είναι δυνατή η επιμέτρησή τους μετά την εκτέλεση των τελικών εργασιών και την παράδοση του έργου (ενδεικτικά:

μπάζωμα, σενάζια, κρυφές κολώνες, επιστρώσεις πριν την τοποθέτηση κυβόλιθου κλπ.). Δεν αναφέρεται επίσης στην επιμέτρηση, εάν περιλαμβάνονται και οι υπερβάσεις που έγιναν σε σχέση με τα αρχικά σχέδια (αυθαίρετες κατασκευές), οι οποίες υπήχθησαν στη ρύθμιση του Ν. 4178/2013, μετά τη ρύθμιση των οποίων η δυναμικότητα του ξενοδοχείου ...

αυξήθηκε από 120 κλίνες σε 244 κλίνες (σχετ. η υπ' αριθμ. ΟΙΚ 61996/14-9-2015 απόφαση του Τμήματος Περιβάλλοντος και Χωρικού Σχεδιασμού Δωδεκανήσου της Αποκεντρωμένης Διοίκησης Αιγαίου). Πρέπει εξάλλου να σημειωθεί, ότι από τη συνεκτίμηση των ως άνω αποδεικτικών μέσων, δεν αποδείχθηκε ότι σε οποιοδήποτε χρονικό σημείο στο παρελθόν η ανακόπτουσα είχε αμφισβητήσει το ύψος των εργασιών που εκτελούσε η καθ' ης καθ' όλο το διάστημα που αυτές διήρκεσαν, ούτε εξάλλου αμφισβητήθηκε ποτέ το ύψος των τιμολογίων που εξέδιδε η καθ' ης για τις εργασίες που εκτελούσε.

Ενδεικτικό της παραπάνω κρίσης, είναι και το γεγονός ότι παρόλο που η ως άνω αναφερόμενη (... ...) διαταγή πληρωμής επιδόθηκε δύο φορές προς την ανακόπτουσα, η τελευταία δεν άσκησε κατά αυτής διαταγή πληρωμής (ορθό ανακοπή), αλλά προέβη στην τμηματική εξόφληση της οφειλόμενης επιταγής (σχετ. οι προσκομιζόμενες με επίκληση αποδείξεις είσπραξης του πληρεξουσίου δικηγόρου της καθ' ης).

Το γεγονός αυτό, ήτοι η εξόφληση της παραπάνω επιταγής, χωρίς την άσκηση ανακοπής κατά της, βάσει αυτής εκδοθείσας, διαταγής πληρωμής, καταρρίπτει τον ισχυρισμό της ανακόπτουσας ότι οι επιταγές που δόθηκαν μετά την αποπεράτωση των εργασιών, δόθηκαν με την επίκληση της τελικής επιμέτρησης, καθώς εάν ήθελε υποτεθεί ως αληθής ο ισχυρισμός αυτός, η ανακόπτουσα δεν θα προέβαινε στην εξόφληση της επιταγής, αλλά θα ανέμενε την έκβαση της επιμέτρησης, έστω και υπό το βάρος της εκδοθείσας διαταγής πληρωμής, την οποία θα ανέκοπτε, βάλλοντας (όπως με την ένδικη ανακοπή) κατά της αιτίας έκδοσης.

Είναι δε βέβαιο, ότι στην περίπτωση αυτή (που ήταν αληθής δηλαδή ο παραπάνω ισχυρισμός), η επιμέτρηση θα ολοκληρωνόταν πολύ νωρίτερα (δεδομένου ότι το έργο παραδόθηκε από την καθ' ης εντός του 2010), ώστε να επέλθει εκκαθάριση της σχετικής εκκρεμότητας. Η επικαλούμενη από την ανακόπτουσα αμφισβήτηση περί της αξίας των εργασιών, εκδηλώθηκε για πρώτη φορά προς το τέλος του έτους 2012 (με βάση το χρόνο σύνταξης της επιμέτρησης), όχι όμως εξαιτίας κάποιου συγκεκριμένου αντικειμενικού γεγονότος, αλλά στο πλαίσιο της προσπάθειας της ανακόπτουσας να μειώσει το κόστος των οφειλομένων εργασιών και συνακόλουθα τοιν οικονομικών της υποχρεώσεων, εξαιτίας της δεινής οικονομικής κατάστασης στην οποία είχε περιέλθει, με την έκδοση ικανού αριθμού διαταγών πληρωμής σε βάρος της.

Η κρίση αυτή του δικαστηρίου, ενισχύεται από την υπογραφή, μεταξύ των διαδίκων, του από 24-1-2012 ιδιωτικού συμφωνητικού, αναγνώρισης χρέους, για το οποίο έγινε λόγος παραπάνω. Με το συμφωνητικό αυτό, η ανακόπτουσα, νομίμως εκπροσωπούμενη από τον διευθύνοντα αυτής σύμβουλο ..., αναγνώρισε ότι με βάση τις εκτελεσθείσες εργασίες εκ μέρους της καθ' ης η ανακοπή, οφείλει σε αυτήν το ποσό των 564.000 ευρώ, για την εξόφληση του οποίου εκδόθηκαν οι εκεί αναφερόμενες επιταγές, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνονται και οι επιταγές με βάσει τις οποίες εκδόθηκε η προσβαλλόμενη διαταγή πληρωμής.

Επιπλέον, ρυθμίστηκε ο τρόπος εξόφλησης της παραπάνω οφειλής, με τμηματικές καταβολές εκ μέρους της ανακόπτουσας, καθώς και με τη συναινετική αλλαγή του χρόνου έκδοσης τεσσάρων (4) εκ των επτά (7) επιταγών, για διάστημα που κυμαινόταν από δέκα (10) μήνες έως δύο (2) έτη. Ο λόγος που έγινε η συγκεκριμένη ρύθμιση, ήταν, σύμφωνα με τα αναφερόμενα στο συμφωνητικό, το γεγονός ότι η ανακόπτουσα αντιμετώπιζε πρόσκαιρη οικονομική αδυναμία να πληρώσει τις επιταγές, οφειλόμενη στη μη καταβολή των προκαταβολών που είχαν συμφωνηθεί με τα τουριστικά πρακτορεία για την τουριστική περίοδο 2012.

Η υπογραφή συνεπώς του συγκεκριμένου συμφωνητικού, σε χρονικό σημείο που είχε ήδη εκδοθεί η προαναφερόμενη διαταγή πληρωμής, καταλύει τον ισχυρισμό της ανακόπτουσας περί αμφισβήτησης της οφειλής της, καθώς και αυτόν της καταπιστευτικής μεταβίβασης των επιταγών προς την καθ' ης, ενόψει της επικείμενης "τελικής επιμέτρησης", καθώς καμία τέτοια επιφύλαξη δεν διατυπώθηκε στο συμφωνητικό.

Ανεξάρτητα δε, της κατά τα ως άνω, απόρριψης των αντίστοιχων λόγων ανακοπής, για τους λόγους που προαναφέρθηκαν, πρέπει, κατόπιν των σχετικών ισχυρισμών που προβάλει η ανακόπτουσα αναφορικά με το κύρος του συμφωνητικού και για την επεξεργασία του συνόλου των εκατέρωθεν προβαλλομένων ισχυρισμών, να σημειωθούν τα εξής: [α] Ο ..., κατά το χρόνο κατάρτισης του συμφωνητικού (αλλά και εκδόσεως των επιταγών, για την υπογραφή των οποίων δεν προβλήθηκε ανάλογος ισχυρισμός από την ανακόπτουσα), ήταν διευθύνων σύμβουλος της τελευταίας έως την 30-6-2013, την οποία εκπροσωπούσε μεμονωμένα, όπως προκύπτει από το με αριθμό 13094/14-11- 2007 ΦΕΚ (τ.

Α.Ε. & Ε.Π.Ε.). Αποτελεί συνεπώς καταστατικό όργανο της εταιρείας με αυτοτελή εξουσία εκπροσώπησής της, όπως ορίστηκε με τη σχετική απόφαση της Γενικής Συνέλευσης των μετόχων της, οι δε πράξεις του δεσμεύουν την εταιρεία χωρίς απαιτούμενη έγκρισή τους (άρθρο 18 Ν. 2190/1920, ΑΠ 472/2016, ΑΠ 1244/2012), [β] Με βάση τις περιστάσεις, υπό τις οποίες υπογράφηκε το ως άνω συμφωνητικό, οι ισχυρισμοί της ανακόπτουσας περί εκβίασης και απειλής, που οδήγησαν στη σύνταξή του, είναι προδήλως αβάσιμες.

Ειδικότερα, δοθέντος ότι το συμφωνητικό υπογράφηκε στο γραφείο του πληρεξούσιου δικηγόρου των ανακόπτουσας Φ. Κ., παρουσία του τότε δικηγόρου της καθ' ης, και των δύο κυρίων μετόχων της ανακόπτουσας, δεν μπορεί να νοηθεί η ύπαρξη εκβίασης. Τυχόν αποδοχή του ισχυρισμού αυτού, θα καθιστούσε τους παριστάμενους δικηγόρους, συμμέτοχους της, επικαλούμενης από την ανακόπτουσα, παράνομης πράξης του νομίμου εκπροσώπου της καθ' ης η ανακοπή.

Περαιτέρω, η επικαλούμενη από την ανακόπτουσα απειλή, η οποία σύμφωνα με τους ισχυρισμούς της, επηρέασε τη βούληση του νομίμου εκπροσώπου της, συνίσταται στο ενδεχόμενο σφράγισης των επιταγών και της συνακόλουθης καταχώρισης της ανακόπτουσας στη βάση δεδομένων "ΤΕΙΡΕΣΙΑΣ". Ο ισχυρισμός όμως αυτός είναι απορριπτέος, πρωτίστως ως μη νόμιμος, διότι μεταξύ των προϋποθέσεων για την ακύρωση δικαιοπραξίας λόγω απειλής (ΑΚ 150-152), απαιτείται η απειλή να είναι παράνομη ή αντίθετη προς τα χρηστά ήθη.

Πρέπει δηλαδή το εξαγγελλόμενο κακό, ή να αντίκειται σε απαγορευτική διάταξη νόμου, ή, να μην τελεί σε συνάφεια με την εκδιωκόμενη δήλωση βούλησης, ενώ στην περίπτωση, ειδικότερα, της απειλής άσκησης αγωγής ή χρησιμοποίησης άλλων εννόμων βοηθημάτων, μπορεί να στοιχειοθετηθεί αντίθεση στα χρηστά ήθη, όταν ο απειλών με τη χρησιμοποίηση αυτών, αποβλέπει σε άλλα πλεονεκτήματα, ουσιαστικά άσχετα προς εκείνα στα οποία, εξ αντικειμένου, τείνουν τα εν λόγω έννομα βοηθήματα (ΑΠ 909/2015, ΑΠ 1517/2014, ΑΠ 834/2011).

Εν προκειμένω όμως, στην επικαλούμενη εξαγγελία σφράγισης των επιταγών, ούτε αντίθεση σε απαγορευτικό κανόνα δικαίου υπάρχει, ούτε έλλειψη συνάφειας με την επιδιωκόμενη δήλωση βούλησης. Ως εκ περισσού δε, ο ισχυρισμός αυτός είναι και ουσιαστικά αβάσιμος, αφού όπως αναφέρεται στο ίδιο το συμφωνητικό, είχε ήδη σφραγιστεί μία επιταγή της ανακόπτουσας και είχε ήδη εκδοθεί διαταγή πληρωμής (..., όπως αναφέρθηκε παραπάνω), επομένως η απειλή ήταν ουσιαστικά ανύπαρκτη.

Πέραν των ανωτέρω, πρέπει να σημειωθεί ότι δεν ευσταθεί ο ισχυρισμός της ανακόπτουσας ότι για πρώτη φορά έγινε επιμέτρηση το έτος 2013, ήτοι επτά (6) ολόκληρα χρόνια από την έναρξη των εργασιών, κατά το διάστημα των οποίων κατέβαλε σημαντικά χρηματικά ποσά στην καθ' ης η ανακοπή, όπως προεκτέθηκε. Αυτή η εκδοχή, όχι μόνο έρχεται σε ευθεία σύγκρουση με την κοινή λογική και τα συναλλακτικά ήθη, αλλά καταρρίπτεται και από το υπ' αριθμ. 21259/4-6-2015 έγγραφο της ……, που προσκομίζει με επίκληση η καθ' ης η ανακοπή, στο οποίο αναφέρεται ότι η ανακόπτουσα έλαβε τις εκεί αναφερόμενες επιστροφές Φόρου Προστιθέμενης Αξίας για τα υπ' αριθμ. ...

και ... τιμολόγια, για τις οποίες συνυποβλήθηκαν επιμετρήσεις εργασιών ... . Από τα παραπάνω, αποδείχθηκε ότι οι επιταγές επί τη βάσει των οποίων εκδόθηκε η προσβαλλόμενη διαταγή πληρωμής, αφενός ενσωμάτωναν υπαρκτή απαίτηση της καθ' ης η ανακοπή, αφετέρου, δεν δόθηκαν στην τελευταία ως εξασφάλιση τυχόν μελλοντικών της απαιτήσεων, υπό την αίρεση ότι η αξία των εργασιών θα αντιστοιχούσε στην αξία των επιταγών, όπως αβάσιμα υποστηρίζει η ανακόπτουσα.

Κατά συνέπεια, οι πρώτος και δεύτερος λόγος της ανακοπής πρέπει να απορριφθούν ως ουσιαστικά αβάσιμοι. Σημειώνεται, αναφορικά με το αίτημα της ανακόπτουσας για διεξαγωγή πραγματογνωμοσύνης, ότι με βάση το αποδεικτικό υλικό που λήφθηκε υπόψη από το παρόν δικαστήριο, δεν είναι απαραίτητη η συμπλήρωση των αποδείξεων με τη διενέργεια πραγματογνωμοσύνης.

Ως εκ περισσού δε, πρέπει να σημειωθεί ότι με βάση τις περιστάσεις που συνοδεύουν την ένδικη υπόθεση (όπως είναι ιδίως ο διαδρομών χρόνος ένδεκα [11] ετών από την έναρξη των εργασιών και επτά [7] ετών από την ολοκλήρωσή τους, η ύπαρξη αφανών εργασιών που δεν έχουν αποτυπωθεί σε έγγραφο, η μεσολάβηση και ετέρου συνεργείου μετά τις εργασίες που εκτέλεσε η καθ' ης η ανακοπή - ...), η τυχόν διεξαγωγή πραγματογνωμοσύνης θα απέβαινε ουσιαστικά ανέφικτή και αλυσιτελής.

Περαιτέρω, ως ουσιαστικά αβάσιμος πρέπει να απορριφθεί και ο πέμπτος λόγος της ανακοπής, διότι, σύμφωνα με τα όσα έγιναν παραπάνω δεκτά, οι επιταγές που προσκομίστηκαν για την έκδοση της προσβαλλόμενης διαταγής πληρωμής ήταν καθ' όλα έγκυρες και αντιπροσώπευαν πραγματική απαίτηση της αιτούσας, συνεπώς ουδεμία παραπλάνηση του Δικαστή που την εξέδωσε έλαβε χώρα.

Κατ' ακολουθία όλων των προαναφερομένων, επειδή δεν υπάρχει άλλος λόγος ανακοπής προς έρευνα, πρέπει η κρινόμενη ανακοπή να απορριφθεί και να επικυρωθεί η προσβαλλόμενη διαταγή πληρωμής..." Με βάση τις παραδοχές του αυτές το Εφετείο, απέρριψε τους λόγους της ανακοπής τους οποίους είχε επαναφέρει νομίμως ενώπιόν του η αναιρεσείουσα, με αντίστοιχους λόγους έφεσης, και με τους οποίους η αναιρεσείουσα προέβαλε ότι αχρεωστήτως και χωρίς νόμιμη αιτία εκδόθηκαν οι επίδικες επιταγές, καθόσον αυτές είχαν εκδοθεί ως καταπιστευτικές προς εξασφάλιση της αναιρεσίβλητης για μελλοντικές εργασίες και δεν αντιστοιχούσαν σε υπαρκτή απαίτηση της τελευταίας, ακολούθως δε, απέρριψε την έφεση της αναιρεσείουσας κατά της πρωτόδικης απόφασης.

Με αυτά που δέχθηκε και έτσι που έκρινε, το Εφετείο δεν στέρησε την προσβαλλομένη απόφασή του από νόμιμη βάση, καθόσον διέλαβε σ' αυτήν την απαιτουμένη αιτιολογία, που ανταποκρίνεται στο πραγματικό των προδιαληφθεισών ουσιαστικού δικαίου διατάξεων των άρθρων 1, 12 παρ. 1, 14, 22 και 28 του ν. 5960/1933 "περί επιταγής", σε συνδυασμό με αυτές των άρθρων 681 και 694 ΑΚ, και καθιστά εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο περί της ορθής εφαρμογής αυτών, τις οποίες έτσι δεν παραβίασε ούτε εκ πλαγίου.

Τούτο δε, διότι αναφέρονται στην απόφαση, με σαφήνεια, επάρκεια και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που θεμελιώνουν το σαφώς διατυπούμενο αποδεικτικό της πόρισμα και καλύπτουν, χωρίς να είναι αναγκαία οποιαδήποτε άλλη περαιτέρω παραδοχή, το πραγματικό των εφαρμοστέων πιο πάνω κανόνων ουσιαστικού δικαίου, αναφορικά με το ουσιώδες για την έκβαση της δίκης ζήτημα, ότι οι επίδικες τραπεζικές επιταγές αντιστοιχούσαν σε πραγματική οφειλή της αναιρεσείουσας προς την αναιρεσίβλητη από τις συμβάσεις έργου που είχαν καταρτίσει, γεγονός καθοριστικό για την ενέργεια της ενοχής από τις επιταγές αυτές, και δεν εκδόθηκαν για ανύπαρκτη αιτία, όπως προέβαλε η αναιρεσείουσα, με τις υποστηρίζουσες την κρίση αυτή παραδοχές:

α) ότι οι επιταγές αυτές δόθηκαν στην αναιρεσίβλητη, ως μέρος της συνολικής οφειλής της αναιρεσείουσας για την εκτέλεση οικοδομικών εργασιών από την αναιρεσίβλητη σε ξενοδοχεία της, οι οποίες πραγματοποιήθηκαν στο πλαίσιο των αναφερόμενων ιδιωτικών συμφωνητικών, και δεν εξοφλήθηκαν, β) ότι με το από 24-1-2012 ιδιωτικό συμφωνητικό η αναιρεσείουσα, νομίμως εκπροσωπούμενη από τον διευθύνοντα αυτής σύμβουλο ..., αναγνώρισε ότι με βάση τις εκτελεσθείσες εργασίες εκ μέρους της αναιρεσίβλητης, οφείλει σε αυτήν το ποσό των 564.000 ευρώ, για την εξόφληση του οποίου εκδόθηκαν, μεταξύ άλλων, και ένδικες με βάση τις οποίες εκδόθηκε η προσβαλλόμενη διαταγή πληρωμής, γ) ότι οι επιταγές αυτές ενσωμάτωναν υπαρκτή απαίτηση της αναιρεσίβλητης και δεν δόθηκαν στην τελευταία ως εξασφάλιση τυχόν μελλοντικών της απαιτήσεων, υπό την αίρεση ότι η αξία των εργασιών θα αντιστοιχούσε στην αξία των επιταγών.

Αρκούσαν δε οι παραπάνω παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης για τον καθορισμό της νόμιμης αξίωσης της αναιρεσίβλητης, κομίστριας των επίδικων επιταγών. Το γεγονός της απόρριψης περισσοτέρων λόγων της ανακοπής με ενιαία αιτιολογία δεν καθιστά αυτήν ανεπαρκή, αφού με βάση τις προεκτεθείσες σαφείς παραδοχές η αξία των επιταγών αντιστοιχούσε σε πραγματική οφειλή της αναιρεσείουσας από την προαναφερομένη αιτία, αναλύοντας το Εφετείο με πολλαπλά επιχειρήματα για το πως κατέληξε στην κρίση αυτή.

Επομένως, ο δεύτερος λόγος του αναιρετηρίου, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, είναι αβάσιμος, ανεξαρτήτως της αοριστίας του, αφού δεν παρατίθενται στο αναιρετήριο οι σχετικές ουσιαστικές διατάξεις που παραβιάστηκαν από την προσβαλλόμενη και για την μη εφαρμογή των οποίων δεν περιέχονται αιτιολογίες ή οι παρατιθέμενες αιτιολογίες είναι αντιφατικές.

Ο ίδιος λόγος, κατά το μέρος που πλήττεται με αυτόν η από το δικαστήριο της ουσίας εκτίμηση πραγματικών γεγονότων είναι απαράδεκτος (άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ), όπως απαράδεκτες είναι και οι λοιπές αιτιάσεις, με τις οποίες πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση ως προς τα επιχειρήματα του δικαστηρίου της ουσίας σχετικά με την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, που δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο, αφού δεν συνιστούν παραδοχές διαμορφωτικές του αποδεικτικού πορίσματος και επομένως αιτιολογία της απόφασης ικανή να ελεγχθεί αναιρετικά με τον παραπάνω λόγο για ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα.

Ομοίως, απαράδεκτος είναι και ο πρώτος, κατά το δεύτερο σκέλος, από τον αρ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, λόγος της αίτησης αναίρεσης, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια της έλλειψης νόμιμης βάσης λόγω ανεπαρκών και αντιφατικών αιτιολογιών όσον αφορά την απόρριψη των λόγων ανακοπής ως προς την εγκυρότητα του από 24-1-2012 ιδιωτικού συμφωνητικού, καθόσον, ενόψει του ότι η διαταγή πληρωμής εκδόθηκε με βάση τις προαναφερόμενες επιταγές, το εν λόγω συμφωνητικό εκτιμήθηκε αποκλειστικά ως αποδεικτικό έγγραφο και το περιεχόμενό του χρησιμοποιήθηκε από το δικαστήριο ως επιχείρημα προς ενίσχυση της κρίσης του για το υπαρκτό της οφειλής της αναιρεσείουσας, ο ανωτέρω όμως αναιρετικός λόγος δεν δημιουργείται, όταν πρόκειται για ελλείψεις της απόφασης, αναγόμενες στην ανάλυση, στάθμιση ή αξιολόγηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από αυτές, όπως στην προκειμένη περίπτωση, εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα, ούτε συνιστούν "ζητήματα", κατά την έννοια του ίδιου άρθρου, τα επιχειρήματα ή οι κρίσεις του δικαστηρίου, που αναφέρονται στην απόφαση και σχετίζονται με την εκτίμηση απλώς των αποδείξεων.

Σε κάθε περίπτωση, ο λόγος είναι αβάσιμος, αφού το Εφετείο απέρριψε με σχετική σαφή παραδοχή, τους ισχυρισμούς της αναιρεσείουσας ότι το πιο πάνω ιδιωτικό συμφωνητικό είναι προϊόν εκβίασης και απειλής.

Κατά το άρθρο 559 αρ. 8 περ. α` ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται και όταν το δικαστήριο παρά τον νόμο δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα" κατά την έννοια της διάταξης αυτής, νοούνται οι πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και συγκροτούν την ιστορική βάση και επομένως στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης, ή αντένστασης (ΑΠ 95/2017, ΑΠ 1/2016).

Έτσι, "πράγματα", κατά την έννοια της διατάξεως αυτής αποτελούν και οι λόγοι ανακοπής (ενστάσεις) κατά διαταγής πληρωμής (ΑΠ 368/2019).Στοιχείο ενός αυτοτελούς ισχυρισμού είναι κάθε περιστατικό το οποίο, αφηρημένως λαμβανόμενο, οδηγεί κατά νόμο στη γέννηση ή στην κατάλυση του δικαιώματος που ασκείται με την αγωγή ή την ένσταση.

Δεν στοιχειοθετείται, όμως, ο λόγος αυτός αναίρεσης αν ο αυτοτελής πραγματικός ισχυρισμός λήφθηκε υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας και απορρίφθηκε ρητά για οποιοδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό (ΑΠ 69/2016, ΑΠ 725/2012), αλλά και όταν το δικαστήριο αντιμετώπισε και απέρριψε στην ουσία εκ των πραγμάτων προβληθέντα ισχυρισμό, με την παραδοχή ως αποδειχθέντων γεγονότων αντίθετων προς αυτά που τον συγκροτούν και τούτο συνάγεται από το περιεχόμενο της απόφασης (ΟλΑΠ 11/1996, ΑΠ 1386/2015).

Με τον πρώτο, κατά το πρώτο σκέλος, λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως η αναιρεσείουσα προσάπτει την από τον αρ. 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια ότι δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, αναφερόμενη στους ισχυρισμούς που περιέχονται στην ανακοπή και στην έφεση, ήτοι ότι οι ένδικες επιταγές δεν κάλυπταν υπαρκτή απαίτηση της αναιρεσίβλητης, καθόσον ήσαν καταπιστευτικές, αφού εκδόθηκαν υπό την αίρεση ότι η αξία αυτών θα αντιστοιχούσε στην αξία, με βάση την τελική επιμέτρηση, των εκτελεσθεισών εργασιών, η οποία τελικώς όμως ήταν υποδεέστερη, με αποτέλεσμα να καταστεί η αναιρεσίβλητη αδικαιολόγητα πλουσιότερη χωρίς νόμιμη αιτία σε βάρος της περιουσίας της.

Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, εφόσον από το προπαρατιθέμενο περιεχόμενο της αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεως προκύπτει ότι οι ισχυρισμοί αυτοί ελήφθησαν υπόψη από το δικαστήριο και απορρίφθηκαν με τις αντίθετες παραδοχές, ότι οι ένδικες τραπεζικές επιταγές, δεν εκδόθηκαν για ανύπαρκτη αιτία, αλλά τα ενσωματούμενα σ` αυτές ποσά αντιστοιχούσαν σε αμοιβή της αναιρεσίβλητης από την εκτέλεση των οικοδομικών εργασιών στα αναφερόμενα ξενοδοχεία.

Κατόπιν των ανωτέρω εκτεθέντων, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης. Περαιτέρω, πρέπει να διαταχθεί, κατά το άρθρο 495 ΚΠολΔ, η εισαγωγή του παράβολου, που καταβλήθηκε από την αναιρεσείουσα, στο Δημόσιο Ταμείο. Τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, που κατέθεσε προτάσεις, πρέπει, κατά το σχετικό αίτημά της, να επιβληθούν σε βάρος της αναιρεσείουσας, λόγω της ήττας της, όπως ειδικότερα αναφέρεται στο διατακτικό (άρθ. 176, 183, 191 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 6-11-2017 αίτηση της ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "...." για αναίρεση της υπ` αριθ. 209/2017 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Δωδεκανήσου.

ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την εισαγωγή του παράβολου που καταβλήθηκε από την αναιρεσείουσα στο Δημόσιο Ταμείο.

ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 11 Μαΐου 2022.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 27 Ιουνίου 2022.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ

Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ