Supreme Court dismisses appeal on evidence evaluation grounds, allowing partial appeal regarding insurance coverage amount.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellants' request to overturn the lower court's refusal to consider specific evidence, ruling that the appellate court properly evaluated the testimonies and documents. The court found the appellants' complaint regarding the non-examination of evidence to be unfounded, as the lower court had explicitly weighed the witnesses' sworn statements and other submitted documents. However, the court partially allowed the appeal concerning the insurance coverage amount, ordering the return of the security deposit and the allocation of legal costs based on the parties' respective success.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559(8), 559(10), 559(19) of the Code of Civil Procedure; The appellate court's evaluation of evidence is not subject to retrial, and a failure to specifically comment on evidence does not constitute a ground for appeal unless it violates the principle of equality of arms.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 95 / 2017 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 95/2017
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2’ Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δήμητρα Παπαντωνοπούλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χρυσόστομο Ευαγγέλου, Κωνσταντίνο Τσόλα, Ευφημία Λαμπροπούλου και Γεώργιο Κοντό, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 12 Οκτωβρίου 2015, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1) ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "... Α.Ε." και διακριτικό τίτλο "... Α.Ε." ως καθολικής διαδόχου της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "... Α.Ε." και διακριτικό τίτλο "...." δυνάμει του άρθρου 123 Ν.4001/2011, που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα και 2) Κ. Κ. του Δ., κατοίκου ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Νικόλαο Κριθαρά με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του ΚΠολΔ.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Β. Χ. και 2) Κ. Σ. Κ., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Θεόδωρο Τζαμαλούκα με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του ΚΠολΔ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 5-5-2004 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Λευκάδας.
Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 28/2005 του ίδιου Δικαστηρίου, 982/2007, 767/2010 μη οριστικές του Εφετείου Πατρών και 105/2014 του Τριμελούς Εφετείου Δυτικής Στερεάς Ελλάδας.
Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητάνε οι αναιρεσείοντες με την από 24-11-2014 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.
Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεώργιος Κοντός ανέγνωσε την από 3-9-2015 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή, οι ήδη αναιρεσίβλητοι, με την ένδικη αγωγή τους, ζήτησαν να αναγνωρισθεί ότι οι εναγόμενοι, "...", καθολική διάδοχος της οποίας είναι η πρώτη αναιρεσείουσα, και ο δεύτερος αναιρεσείων, έχουν υποχρέωση να καταβάλουν στην πρώτη εξ αυτών το ποσό των 978.003,9 ευρώ και στον δεύτερο το ποσό των 105.740 ευρώ, για την αποκατάσταση της περιουσιακής ζημίας και της ηθικής βλάβης που υπέστησαν από την καταστροφή της οικίας της πρώτης εξ αυτών και της οικοσκευής αμφοτέρων, συνεπεία πυρκαϊάς, οφειλομένης σε αμέλεια του, προστηθέντος από την πρώτη εναγομένη, δευτέρου εναγομένου.
Με την πρωτόδικη απόφαση η αγωγή έγινε εν μέρει δεκτή για ποσό 363.845,31 ευρώ ως προς την πρώτη των εναγόντων και 7.650 ευρώ ως προς τον δεύτερο. Κατά της αποφάσεως αυτής ασκήθηκαν εφέσεις παρ’ αμφοτέρων των διαδίκων μερών, επί των οποίων εκδόθηκαν αρχικώς μεν η υπ’ αριθμ. 982/2007και 767/2010 μη οριστικές αποφάσεις του Εφετείου Πατρών που διέταξαν η πρώτη την αναβολή της συζητήσεως μέχρι να περατωθεί τελεσιδίκως η εκκρεμούσα συναφής ποινική δίκη και η δεύτερη την αυτοπρόσωπη εμφάνιση των διαδίκων προς παροχήν διασαφήσεων και την επανεξέταση των μαρτύρων, εν συνεχεία δε η προσβαλλόμενη απόφαση, η οποία απέρριψε κατ’ ουσίαν και τις δύο εφέσεις.
Η τελευταία αυτή απόφαση πλήττεται με την κρινομένη αίτηση της καθολικής διαδόχου της πρώτης εναγομένης και του δευτέρου εναγομένου και για τους λόγους που αναλύονται ειδικότερα κατωτέρω. Για το σχηματισμό του αποδεικτικού του πορίσματος, το Εφετείο δέχθηκε με την προσβαλλομένη απόφασή του, κατά το ενδιαφέρον την αναιρετική διαδικασία μέρος τα εξής: "Η ενάγουσα (ήδη πρώτη αναιρεσίβλητη), δυνάμει του ...
αγοραπωλητηρίου συμβολαίου ... κατέστη κυρία... μιας οριζόντιας ιδιοκτησίας ήτοι του δεύτερου πάνω από το ισόγειο ορόφου καθώς και δυο αποθηκών του ισογείου αλλά και του πλυσταριού, μετά της αναλογίας αυτών επί του όλου οικοπέδου και επί των κοινόχρηστων και κοινόκτητων μερών ... σε ποσοστό 50% αδιαιρέτως, ...
επί οικοδομής ... εντός της πόλεως της Λευκάδας... Η ... οικοδομή ... είχε κηρυχθεί διατηρητέα ... , ενώ με το .... συμβόλαιο ... υπήχθη στις διατάξεις περί οριζόντιας ιδιοκτησίας, δημιουργήθηκαν δε σ’ αυτή δύο αυτοτελείς και ανεξάρτητες οριζόντιες ιδιοκτησίες, εκ των οποίων η πρώτη ανήκουσα στην ... ενάγουσα περιελάμβανε τα παραπάνω τμήματα του ισογείου και το δεύτερο πάνω από το ισόγειο όροφο.
Το έτος 2001 η τελευταία έλαβε ... άδεια επισκευής της παραπάνω οριζόντιας ιδιοκτησίας και των κοινοκτήτων και κοινοχρήστων μερών της ... οικοδομής .... Ακολούθως το κτίριο ανακαινίστηκε, οι εργασίες δε ... είχαν ολοκληρωθεί μέχρι το μήνα Ιανουάριο του έτους 2003. Μετά την ανακαίνιση το διαμέρισμα της ενάγουσας Β.
Χ. αποτελείτο από τρία δωμάτια ύπνου, σαλοτραπεζαρία, κουζίνα, δυο μπάνια, χώρο υποδοχής, διάδρομο και ξύλινο στεγασμένο λιακωτό ... Οι δύο αποθήκες και το πλυσταριό, όπως αναφέρθηκε, είχαν μετασκευαστεί σε διαμέρισμα εμβαδού 20,16 τ.μ. το οποίο η ενάγουσα .... από τις 7-1-2003 είχε χρησιδανείσει στον γιο της ενάγοντα...., προκειμένου αυτός να το χρησιμοποιήσει ως κατοικία.
Οι δυο πάνω από το ισόγειο όροφοι στηρίζονταν σε ξύλινο φέροντα οργανισμό, τα ταβάνια των ορόφων ήσαν ξύλινα, η εσωτερική τοιχοποιία ήταν επίσης, ξύλινη οι εξωτερικές επιφάνειες είχαν επενδυθεί με λαμαρίνες ενώ οι εσωτερικές, ήσαν ελαιοχρωματισμένες.... Στις 23-1-2003... συνεργείο της ..., αποτελούμενο από τον εναγόμενο ηλεκτρολόγο υπάλληλο αυτής και τον...εργάτη, με επικεφαλής και υπεύθυνο εκτελέσεως του παρακάτω έργου τον εναγόμενο, μετέβη στην παραπάνω οικοδομή προκειμένου να εκτελέσει προγραμματισμένη εργασία σύνδεσης της ηλεκτρικής παροχής με το δίκτυο της ....
Η εργασία αυτή συνίστατο στη σύνδεση με τα ... ηλεκτρικά καλώδια του στύλου τη ... με τους δύο μετρητές ηλεκτρικού ρεύματος (ρολόγια) της ...οικοδομής, οι οποίοι είχαν τοποθετηθεί εσωτερικά της κύριας εισόδου αυτής.,.Η ανωτέρω εργασία επιχειρήθηκε...χωρίς ο εναγόμενος να... διακόψει την παροχή ηλεκτρικού ρεύματος στην παραπάνω οικία, όπως...
ήταν υποχρεωμένος. Κατά την εκτέλεση της εν λόγω εργασίας το ...συνεργείο της ... επιχείρησε να περάσει τα... δύο καλώδια συνδέσεως του στύλου με τους μετρητές, στο σημείο που αυτά έφθαναν στην οικία, μέσα από χαλκοσωλήνα προστασίας τους, πάχους 30-40 χιλιοστών, ο οποίος ήταν τοποθετημένος για το σκοπό αυτό οριζόντια και εξωτερικά της οικίας, στο ύψος του ισόγειου ορόφου της...Προκειμένου να περάσουν τα καλώδια από το χαλκοσωλήνα οι ανωτέρω υπάλληλοι της ...
μόνωσαν τα άκρα των καλωδίων με μονωτική ταινία, τα έδεσαν με χάλκινο συρματόσχοινο (ατσαλίνα) και άρχισαν να τα περνάνε από τον χαλκοσωλήνα, τραβώντας την ατσαλίνα. Κατά το τράβηγμα, το εξωτερικό πλαστικό περίβλημα των καλωδίων, λόγω μεγάλης τάνυσης που υπέστη κατά την έλξη του και της επαφής του με τα εσωτερικά τοιχώματα του χαλκοσωλήνα, υπέστη φθορές (σχισίματα), με αποτέλεσμα τα εντός αυτών σύρματα διοχέτευσης του ηλεκτρικού ρεύματος, τα οποία προστάτευαν τα περιβλήματα αυτά, να έλθουν σε επαφή με τον χαλκοσωλήνα.
Παράλληλα για την ίδια ως άνω αιτία...η προαναφερθείσα μονωτική ταινία αποκολλήθηκε, με αποτέλεσμα όταν τα δύο άκρα των δύο ανωτέρω καλωδίων έφθασαν στην έξοδο του χαλκοσωλήνα, να μην είναι τυλιγμένα με την μονωτική ταινία. Κατά την έξοδό τους αυτή, τα εν λόγω καλώδια ήρθαν σε επαφή με την ... κάθετη εξ αλουμινίου υδρορροή, η οποία διέκοπτε στο σημείο εκείνο τον χαλκοσωλήνα.
Από τις αιτίες αυτές...προκλήθηκε βραχυκύκλωμα μεταξύ του εσωτερικού αγωγού φάσεως του καλωδίου και του συρμάτινου εξωτερικού περιβλήματος του ουδέτερου των καλωδίων της ..., με συνέπεια να λειώσουν οι αγωγοί και να τροφοδοτηθούν με ηλεκτρικό ρεύμα όλα ... τα αγώγιμα μεταλλικά στοιχεία του κτιρίου και στη συνέχεια όλα τα μεταλλικά μέρη των ηλεκτρικών συσκευών εσωτερικά του κτιρίου, τα οποία έρχονταν σε επαφή με τα μεταλλικά αυτά στοιχεία.
Από την αιτία αυτή καταστράφηκαν και οι ηλεκτρικές συσκευές του διαμερίσματος του δευτέρου ορόφου της...(θερμοσίφωνας, κλιματιστικό κτλ) με συνέπεια να εκδηλωθεί πυρκαγιά στον εν λόγω όροφο, ιδιοκτησίας της ενάγουσας..., η οποία... επεκτάθηκε σε όλο τον όροφο, τον οποίο κατέστρεφε ολοσχερώς, όπως και όλα τα εντός αυτού υπάρχοντα αντικείμενα, στη συνέχεια δε επεκτάθηκε στον πρώτο όροφο της ιδίας οικοδομής, ιδιοκτησίας της Γ.
Χ., στον οποίο προξένησε εκτεταμένες ζημίες...Κατά την κατάσβεση της εν λόγω πυρκαγιάς...καταστράφηκε ολοσχερώς η οικοσκευή του ενάγοντος Κ. Κ., ο οποίος διέμενε σε τμήμα του ισογείου ορόφου της οικοδομής. Κατ’ ακολουθία των παραπάνω, η πυρκαγιά και τα αποτελέσματά της...οφείλονται σε αμέλεια του εναγομένου...υπαλλήλου της ...
και επικεφαλής του συνεργείου... ο οποίος, κατά την εκτέλεση της ανατεθείσας σ’ αυτόν από την υπηρεσία του και αναγόμενης στα καθήκοντα του ως άνω εργασίας, δεν κατέβαλε την, κατ’ αντικειμενική κρίση, απαιτούμενη προσοχή, την οποία κάθε μετρίως συνετός και ευσυνείδητος άνθρωπος του ιδίου τομέα επαγγελματικής δραστηριότητας οφείλει ευρισκόμενος υπό τις προεκτεθείσες ειδικότερες περιστάσεις και συνθήκες....να καταβάλει, βάσει των νομικών κανόνων, της κρατούσας συνήθειας και της κοινής, κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων, πείρας και λογικής, και να προβλέψει το από την πράξη του επελθόν αποτέλεσμα, για να το αποφύγει.
Ειδικότερα, αυτός δεν μερίμνησε... να διακόψει την παροχή ηλεκτρικού ρεύματος προς την παραπάνω οικία των εναγόντων, ήτοι να μην εκτελέσει την εργασία αυτή υπό τάση, παρά το γεγονός ότι η παράλειψη του αυτή εγκυμονούσε, λόγω .... του...πλήθους των εξωτερικών μεταλλικών στοιχείων αυτής...τον κίνδυνο, σε περίπτωση προκλήσεως...
βραχυκυκλώματος, διοχετεύσεως του ηλεκτρικού ρεύματος, μέσω των στοιχείων αυτών, στην ανωτέρω οικοδομή, με συνέπεια την ανάφλεξη αυτής, όπως και, πράγματι συνέβη, όταν... προκλήθηκε το προαναφερθέν βραχυκύκλωμα. Σε κάθε περίπτωση ο εναγόμενος, κατά την εκτέλεση, υπό τάση, της παραπάνω εργασίας του, δεν μερίμνησε, για την κανονική και ακίνδυνη εκτέλεση αυτής και συγκεκριμένα, να εκτελέσει την εργασία του αυτή, κατά τέτοιο τρόπο, ώστε ούτε τα καλώδια να φθαρούν, κατά την επαφή τους με τα εσωτερικά τοιχώματα του χαλκοσωλήνα, αλλά και ούτε η μονωτική ταινία, με την οποία είχε περιτυλίξει τα άκρα των καλωδίων αυτών, να αφαιρεθεί κατά τη δίοδο των καλωδίων από τον παραπάνω σωλήνα.
Αποτέλεσμα των παραπάνω παραλείψεών του... ήταν να προκληθεί βραχυκύκλωμα από την επαφή των συρμάτων των καλωδίων με τον χαλκοσωλήνα και την προαναφερθείσα υδρορροή, με τις προεκτεθείσες συνέπειες. Τα γεγονότα δε αυτά, ήτοι της υπό τάση εκτέλεσης της ανωτέρω εργασίας και, σε κάθε περίπτωση, της υπό τάση μεν εκτέλεσης αυτής, χωρίς όμως, προσεκτική και ασφαλή διέλευση των καλωδίων από τον χαλκοσωλήνα προστασίας τους και μονώσεως των άκρων τους σε συνδυασμό με τις προεκτεθείσες συνθήκες της οικοδομής, ήτοι του ότι επρόκειτο για οικοδομή, στην οποία υπήρχε εξωτερικά πλήθος μεταλλικών στοιχείων, καλών αγωγών του ηλεκτρισμού, ενείχαν, κατά την κοινή πείρα και λογική, τον κίνδυνο, σε περίπτωση βραχυκυκλώματος μετάδοσης του ηλεκτρικού ρεύματος μέσω των μεταλλικών αντικειμένων, σε ολόκληρη την οικοδομή, με περαιτέρω συνέπεια, ενόψει της κατά τα ανωτέρω, ξύλινης ως επί το πλείστον, κατασκευής αυτής και των εντός αυτής εύφλεκτων οικιακών αντικειμένων, να προκληθεί ανάφλεξη της εν λόγω οικοδομής, όπως και πράγματι συνέβη και ο οποίος (κίνδυνος) και προνοητός ήταν για κάθε μετρίως συνετό και προσεκτικό άνθρωπο του ιδίου με τον εναγόμενο τομέα επαγγελματικής δραστηριότητας και να αποτραπεί μπορούσε με τις προεκτεθείσες ενέργειες, στις οποίες παρέλειψε να προβεί ο εναγόμενος.
Αναφορικά με τον ισχυρισμό των εκκαλούντων- εναγομένων ότι η εργασία που εκτέλεσε μπορεί να εκτελεστεί υπό τάση και ότι δεν ήταν υποχρεωμένος από την υπηρεσία του να προβεί προηγουμένως σε διακοπή της παροχής ηλεκτρικού ρεύματος, πρέπει να σημειωθεί, ότι και αν ακόμη αυτά ήσαν αληθινά, ο εναγόμενος ήταν υποχρεωμένος να προβεί στην ...
διακοπή της παροχής ηλεκτρικού ρεύματος δεδομένου ότι, στην συγκεκριμένη περίπτωση ενόψει της προαναφερθείσας εξωτερικής κατασκευής της ανωτέρω οικοδομής, δεν ήταν, άλλως, δυνατή η ασφαλής εκτέλεση της εν λόγω εργασίας και συνεπώς, ενόψει της αυτονόητης υποχρέωσης του να εκτελεί με ασφάλεια την εργασία του ή δεν έπρεπε, υπό τις ανωτέρω συνθήκες να εκτελέσει την εργασία αυτή, ενημερώνοντας σχετικώς την υπηρεσία του και αιτούμενος απ1 αυτήν άδεια διακοπής της παροχής ηλεκτρικού ρεύματος ή έπρεπε να προβεί ο ίδιος στην προηγούμενη διακοπή της παροχής ηλεκτρικού ρεύματος.
Σε κάθε περίπτωση, αφού ο εναγόμενος αποφάσισε την εκτέλεση της παραπάνω εργασίας του υπό τάση, όφειλε να εκτελέσει αυτή κατά τέτοιο τρόπο ώστε να αποτραπεί κάθε κίνδυνος πυρκαγιάς απ’ αυτή ήτοι να περάσει τα καλώδια από τον χαλκοσωλήνα κατά τέτοιο τρόπο, ώστε να μην προκύπτει φθορά αυτών και εφόσον αυτό ήταν αδύνατο ή να μην τα περάσει από το σωλήνα αυτό ή να απαιτήσει από τους ιδιοκτήτες της οικοδομής την προηγουμένη τοποθέτηση σωλήνα μεγαλυτέρου διαμετρήματος, καθώς επίσης και να μονώσει τα άκρα των εν λόγω καλωδίων κατά τέτοιο τρόπο ώστε κατά τη διέλευσή τους από τον χαλκοσωλήνα να μην αφαιρεθεί η μονωτική ταινία.
Τέλος, ο ισχυρισμός των εναγομένων- εκκαλούντων, που επαναλαμβάνεται με αυτοτελή λόγο έφεσης, ότι η πυρκαγιά δεν θα είχε συμβεί αν η οικοδομή των εναγόντων διέθετε την κατάλληλη εγκατάσταση γείωσης, πρέπει ν’ απορριφθεί ως αβάσιμος...Επομένως, πρέπει ν’ απορριφθεί ως ουσία αβάσιμη και η σχετική ένσταση των εναγομένων, που αποτελεί και το βασικό λόγο έφεσης, περί συνυπαιτιότητας των εναγόντων στην επέλευση της ζημίας τους...,για το λόγο ότι αυτοί είχαν προβεί σε προηγούμενο χρονικό διάστημα σε επεμβάσεις στην παροχή ηλεκτρικής ενέργειας στην παραπάνω οικοδομή και στην έλλειψη επαρκούς, πλήρους και τεχνικά άρτιας γείωσης και ισοδυναμικών συνδέσεων στην καταστραφείσα οικοδομή...
Γι’ αυτή την αξιόποινη πράξη του εμπρησμού από αμέλεια, ο δεύτερος εναγόμενος καταδικάστηκε με την υπ1 αριθ. 1316/2010 αμετάκλητη σήμερα απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Πατρών, σε ποινή φυλάκισης 12 μηνών...... Ακολούθως το Εφετείο, περιγράφει αναλυτικώς τις ζημίες που υπέστησαν οι ενάγοντες και καθορίζει τα ποσά της αποζημιώσεως και χρηματικής ικανοποιήσεως που αυτοί δικαιούνται, όπως και η πρωτόδικη απόφαση, απορρίπτοντας ως αβάσιμες τις συνεκδικασθείσες αντίθετες εφέσεις των διαδίκων.
Από τις διατάξεις των άρθρων 335 και 338 έως 341 του ΚΠολΔ συνάγεται ότι το δικαστήριο, για να σχηματίσει τη δικανική του πεποίθηση ως προς τη βασιμότητα ή μη των προβαλλόμενων από τους διαδίκους πραγματικών γεγονότων που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λαμβάνει υπ’ όψη όλα τα νόμιμα αποδεικτικά μέσα, που επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι για άμεση ή έμμεση απόδειξη.
Η παράβαση της υποχρέωσης αυτής ιδρύει τον αναιρετικό λόγο του άρθρου 559 αρ. 11 περ. γ’ ΚΠολΔ, υπό την αυτονόητη προϋπόθεση ότι το αποδεικτικό μέσο, το οποίο προβάλλεται ως μη ληφθέν υπόψη, απέβλεπε, σύμφωνα με τους ισχυρισμούς του αναιρεσείοντος, στην απόδειξη πραγματικού γεγονότος που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, διότι μόνο ένα τέτοιο γεγονός καθίσταται αντικείμενο αποδείξεως και δημιουργεί στο δικαστήριο της ουσίας την υποχρέωση να αξιολογήσει τα αποδεικτικά μέσα που ο διάδικος επικαλείται και προσκομίζει προς απόδειξή του (ΟλΑΠ 14/2005 και 2/2008).
Περαιτέρω, από τη διάταξη του άρθρου 14 παρ. 1 του Ν 2496/1997 (που αντικατέστησε το άρθρο 210 του ΕμπΝ), που ορίζει ότι εάν ο λήπτης της ασφάλισης έχει αξίωση προς αποκατάσταση της ζημίας κατά τρίτου, η αξίωση περιέρχεται στον ασφαλιστή στην έκταση του ασφαλίσματος που κατέβαλε, δηλαδή ο ασφαλιστής υποκαθίσταται στις αξιώσεις του ασφαλισμένου του έναντι του ζημιώσαντος τρίτου προσώπου, προκύπτει ότι ο ασφαλιστής, από τότε που θα καταβάλει το ασφάλισμα στον ασφαλισμένο, υποκαθίσταται στη θέση εκείνου και μπορεί να ενασκήσει κατά του υπαιτίου της ζημίας τρίτου, τις αξιώσεις του τελευταίου.
Η αξίωση, εξάλλου, περιέχεται στον ασφαλιστή στην έκταση του ασφαλίσματος που κατέβαλε. Επομένως, ο ασφαλιστής, που κατέβαλε το ασφάλισμα υποκαθίσταται στη θέση που βρισκόταν ο ασφαλισμένος έναντι του τρίτου, εναντίον του οποίου αυτός δικαιούται να στραφεί συνεπεία της από την επέλευση του ασφαλιστικού κινδύνου ζημίας.
Στην υποκατάσταση αυτή, που αποτελεί περίπτωση νόμιμης εκχωρήσεως, και επέρχεται από την καταβολή του ασφαλίσματος (άρθρο 462 ΑΚ), η απαίτηση μεταβιβάζεται με όλα τα πλεονεκτήματα και μειονεκτήματά της. Τέλος, από τις διατάξεις των άρθρων 68 και 73 Κ.Πολ,Δ. συνάγεται ότι, μεταξύ των διαδικαστικών προϋποθέσεων διεξαγωγής της δίκης, είναι, και η ενεργητική και παθητική νομιμοποίηση των διαδίκων, η ύπαρξη της οποίας ερευνάται σε κάθε στάση της δίκης και αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο με ελεύθερη απόδειξη.
Για τη νομιμοποίηση των διαδίκων αρκεί ο ισχυρισμός του ενάγοντος ότι αυτός και ο εναγόμενος είναι υποκείμενα της επίδικης έννομης σχέσης και η παράθεση στην αγωγή των περιστατικών που θεμελιώνουν τον ισχυρισμό του, η μη απόδειξη των οποίων συνεπάγεται την απόρριψη της αγωγής ως κατ’ ουσίαν αβάσιμης, η δε απόκρουση της νομιμοποίησης ή της συνδρομής εννόμου συμφέροντος από τον εναγόμενο αποτελεί άρνηση και όχι ένσταση.
Στην προκειμένη περίπτωση με τον πρώτο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως, προβάλλεται, κατ’ εκτίμηση, η αιτίαση ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη τα ακόλουθα έγγραφα που προσκόμισαν και επικαλέσθηκαν οι αναιρεσείοντες με τις προτάσεις τους κατά την ενώπιον του εφετείου συζήτηση της υποθέσεως, προς απόδειξη του ουσιώδους ισχυρισμού τους, περί ελλείψεως ενεργητικής νομιμοποίησης της πρώτης αναιρεσίβλητης, λόγω ασφαλιστικής υποκατάστασης κατ’ άρθρο 14 παρ. 1 του ν. 2496/1997 της ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "...", η οποία κατέβαλε στην ως άνω αναιρεσίβλητη ενάγουσα, σε εκτέλεση καταρτισθείσης μεταξύ τους συμβάσεως ασφαλίσεως της οικίας της το χρηματικό ποσό των 158.458,17 ευρώ, για την ως άνω ζημία, υποκατασταθείσα κατά το ποσό τούτο στα δικαιώματα της ίδιας έναντι των αναιρεσειόντων κατά των οποίων άσκησε σχετική αγωγή που εκκρεμεί ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, ήτοι α)την από 13-10-2009 εξώδικη δήλωση-πρόσκληση της ασφαλιστικής εταιρείας, β)την από 3-6-2003 εξοφλητική απόδειξη και γ)την από 7-1- 2008 αγωγή της ασφαλιστικής εταιρείας εναντίον της.
Από τα έγγραφα αυτά, αποδεικνύεται κατά τους ισχυρισμούς των αναιρεσειόντων, η καταβολή από την ως άνω ασφαλιστική εταιρεία στην αναιρεσίβλητη του προαναφερθέντος ποσού ως συμφωνηθέν ασφάλισμα, η εκχώρηση της σχετικής αξιώσεως της αναιρεσίβλητης στην ασφαλιστική εταιρεία και η αναγγελία της τελευταίας προς την πρώτη αναιρεσείουσα καθώς και η άσκηση της αγωγής εναντίον της πρώτης αναιρεσείουσας εκ της ασφαλιστικής υποκαταστάσεως.
Κατά την, κατά πλειοψηφία, κρίση του Δικαστηρίου αυτού, τον ουσιώδη αυτό ισχυρισμό που, όπως προαναφέρθηκε δεν συνιστά ένσταση άλλα άρνηση της αγωγής, προτείνεται σε κάθε στάση της δίκης και λαμβάνεται υπόψη και αυτεπαγγέλτως, το Εφετείο απέρριψε σιωπηρά, εφόσον, όπως προκύπτει από το περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης δεν περιέλαβε καθόλου παραδοχές περί αυτού, μολονότι, σε κάθε περίπτωση, τα θεμελιωτικά αυτού περιστατικά είχαν προτείνει οι αναιρεσείοντες και με το σχετικό λόγο της εφέσεώς τους.
Έτσι όμως δεν καθίσταται αναμφίβολα βέβαιο ότι το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη κατά το σχηματισμό του αποδεικτικού του πορίσματος, τα ως άνω έγγραφα και ο σχετικός λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθμ. 11 ΚΠολΔ, κατά το μέρος που αφορά την πρώτη αναιρεσίβλητη και κατά το μέρος που καλύπτεται από το επικαλούμενο ως καταβληθέν ασφάλισμα, είναι βάσιμος, παρελκούσης πλέον της έρευνας της από το άρθρο 559 αριθμ. 8 προβαλλόμενης με τον ίδιο λόγο και για τον ίδιο ισχυρισμό αιτίασης.
Εξάλλου, κατά την ίδια ως άνω κατά πλειοψηφία κρίση, ο δεύτερος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως, με τον οποίο προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό των αναιρεσειόντων και τα έγγραφα που επικαλέσθηκαν με τις προτάσεις τους προς απόδειξη αυτού, περί ελλείψεως ενεργητικής νομιμοποιήσεως της πρώτης αναιρεσίβλητης, διότι δεν είναι ιδιοκτήτρια της βλαβείσης οικίας, όπως αυτή διαμορφώθηκε μετά την εκδήλωση της πυρκαγιάς και πριν από την άσκηση της ένδικης αγωγής, με την τροποποίηση της ιδιοκτησίας της από οριζόντια σε κάθετη, ισχυρισμό τον οποίο πρόβαλαν για πρώτη φορά στο εφετείο με τις προτάσεις τους, είναι απαράδεκτος, διότι ο εν λόγω αρνητικός της αγωγής ισχυρισμός δεν ήταν νόμιμος, δοθέντος ότι επί παρανόμου βλάβης πράγματος κινητού ή ακινήτου, αξίωση αποζημιώσεως κατά του υπαιτίου, έχει πλην άλλων, ο κατά τον χρόνο της βλάβης κύριος αυτού, ιδιότητα την οποία δεν αμφισβητούν οι αναιρεσείοντες ότι είχε η πρώτη αναιρεσίβλητη κατά τον χρόνο που εκδηλώθηκε η πυρκαγιά.
Επομένως το Εφετείο που τον απέρριψε σιωπηρά και σε κάθε περίπτωση δεν τον έλαβε υπόψη δεν υπέπεσε στις επικαλούμενες από το άρθρο 559 αριθμ. 8 και 11 ΚΠολΔ πλημμέλειες. Κατά τη γνώμη όμως ενός μέλους του Δικαστηρίου και ειδικότερα του Εισηγητή Αρεοπαγίτη Γεωργίου Κοντού οι ως άνω λόγοι είναι απορριπτέοι για τους εξής λόγους:
Επειδή, κατά το άρθρο 559 αριθμ.8 του Κ.Πολ.Δ. αναίρεση επιτρέπεται "αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης". Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, ως "πράγματα" θεωρούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί, m θεμελιωτικοί, καταλυτικοί ή διακωλυτικοί ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, ασκούμενοι με αγωγή, ανταγωγή, ένσταση ή αντένσταση ή με λόγο εφέσεως ή αντεφέσεως, ο οποίος αφορά αυτοτελείς ισχυρισμούς ή άρνηση αυτοτελών ισχυρισμών (Α.Π. 62/2002), όχι δε οι αιτιολογημένες αρνήσεις ή οι ισχυρισμοί που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου από την εκτίμηση των αποδείξεων, έστω και αν αποτελούν περιεχόμενο λόγου εφέσεως, ούτε οι απαράδεκτοι ή αβάσιμοι ισχυρισμοί (Ολ.Α.Π. 3/1997) ή τα προσκομιζόμενα από τους διαδίκους αποδεικτικά μέσα και τα πραγματικά περιστατικά που προκύπτουν από αυτά (Α.Π. 185/2002).
Επίσης δεν στοιχειοθετείται ο λόγος αυτός αναιρέσεως, όταν το δικαστήριο έλαβε υπόψη προταθέντα ισχυρισμό και τον απέρριψε ευθέως για οποιοδήποτε λόγο τυπικό ή ουσιαστικό (Ολ. Α.Π. 12/1997) ή όταν αντιμετώπισε και απέρριψε στην ουσία εκ των πραγμάτων προβληθέντα ισχυρισμό, με την παραδοχή ως αποδειχθέντων γεγονότων αντιθέτων προς αυτά που τον συγκροτούν (Ολ.
Α.Π. 11/1996) ή παρέλειψε να απαντήσει σε ισχυρισμό αόριστο, μη νόμιμο ή αλυσιτελή, που δεν ασκούσε επίδραση στην έκβαση της δίκης (Ολ.Α.Π. 2/1989). Για την πληρότητα του συγκεκριμένου λόγου αναιρέσεως, πρέπει να αναφέρονται ποια ήταν τα "πράγματα", δηλαδή οι αυτοτελείς ισχυρισμοί, που παρά τον νόμο το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη, καίτοι προτάθηκαν παραδεκτώς ή έλαβε υπόψη, χωρίς να προταθούν καθώς και ποια επίδραση ασκούσαν αυτά στην έκβαση της δίκης (Α.Π. 1632/2007).
Εξάλλου, όπως προκύπτει από τις διατάξεις των άρθρων 520, 525 και 527 Κ.Πολ.Δ., οι ενστάσεις του εκκαλούντος εναγομένου, είτε είχαν προταθεί και απορριφθεί πρωτοδίκως, είτε είναι οψιγενείς, είτε συντρέχει ως προς αυτές λόγος, που συγχωρεί τη βραδεία προβολή τους, από τους αναγραφόμενους στο άρθρο 269 παρ.2 Κ.Πολ.Δ., πρέπει, εφόσον αποβλέπουν στην εξαφάνιση της πρωτοδίκου αποφάσεως, να προταθούν μόνο με το δικόγραφο της εφέσεως ή των προσθέτων λόγων (στις διαδικασίες που η άσκηση αυτών γίνεται με ιδιαίτερο δικόγραφο).
Άλλως, αν προταθούν με τις προτάσεις είναι απαράδεκτοι, εκτός εάν πρόκειται για ενστάσεις, που προτείνονται το πρώτον στο Εφετείο από τον εκκαλούντα - εναγόμενο, όχι προς εξαφάνιση της πρωτοδίκου αποφάσεως, αλλά προς απόρριψη της αγωγής, μετά την εξαφάνιση της συγκεκριμένης αποφάσεως, βάσει άλλου λόγου εφέσεως, και τη διακράτηση της υποθέσεως από το Εφετείο (Α.Π. 821/1998, 1308/2006, 1702/2009, 88/2011, 194/2012).
Την ανωτέρω απόφαση μέμφονται ήδη οι αναιρεσείοντες με την υπό κρίση αίτηση προσάπτοντες επάλληλες αιτιάσεις εκ του άρθρου 559 αριθμ. 8 Κ.Πολ.Δ.. Ειδικότερα, αυτοί ισχυρίζονται πρωτίστως ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη την προταθείσα ενώπιον του ένσταση περί ελλείψεως ενεργητικής νομιμοποιήσεως, αφ’ ενός μεν λόγω ασφαλιστικής υποκαταστάσεως, κατ’ άρθρο 14 παρ. 1 του ν. 2496/1997, της ασφαλιστική εταιρεία "...", η οποία κατέβαλε στην ενάγουσα, δυνάμει συμβάσεως ασφαλίσεως της οικίας της το χρηματικό ποσό των 158.458,17 ευρώ, υποκατασταθείσα κατά το ποσό τούτο στα δικαιώματα της ιδίας έναντι των αναιρεσειόντων κατά των οποίων άσκησε σχετική αγωγή που εκκρεμεί ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, αφ’ ετέρου δε, διότι οι ενάγοντες δεν είναι ιδιοκτήτες της καείσης οικίας, όπως αυτή διεμορφώθη μετά την εκδήλωση της πυρκαϊάς και προ της ασκήσεως της ενδίκου αγωγής, δια της τροποποιήσεώς της από οριζόντια σε κάθετη ιδιοκτησία, γεγονός που αναιρεί το δικαίωμα αποζημιώσεως των εναγόντων για την ζημία που υπέστησαν από την καταστροφή της εν λόγω οικίας.
Η ανωτέρω ένσταση, όπως προκύπτει από την επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων, εμμέσως δε και εξ αυτού του αναιρετηρίου, μολονότι αποσκοπούσε στην εξαφάνιση της πρωτοδίκου αποφάσεως δεν προεβλήθη παραδεκτώς ενώπιον του Εφετείου, με λόγο εφέσεως (κύριο ή πρόσθετο) αλλά με τις προτάσεις των αναιρεσειόντων κατά την συζήτηση των αντιθέτων εφέσεων.
Επομένως, η παράλειψη του Εφετείου να απαντήσει στην απαραδέκτως προβληθείσα ως άνω ένσταση των αναιρεσειόντων δεν στοιχειοθετεί την αποδιδομένη στην προσβαλλομένη απόφαση πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθμ. 8 Κ.Πολ.Δ. και ο αντίστοιχος λόγος αναιρέσεως τυγχάνει απαράδεκτος.
Περαιτέρω, οι αναιρεσείοντες για την θεμελίωση αιτιάσεων από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 8 ΚΠολΔ, ισχυρίζονται ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη την περί συνυπαιτιότητας των αναιρεσιβλήτων ένσταση αυτών που αφορούσε την νομιμότητα της κατασκευής και λειτουργίας της εσωτερικής ηλεκτρολογικής εγκαταστάσεως της οικίας των και δη την έλλειψη υπευθύνου δηλώσεως αδειούχου εγκαταστάτη, μετά την ανακατασκευή της οικίας κατά το έτος 2001, την ύπαρξη ενός μόνο μετρητού αντί των προβλεπομένων δύο, την τοποθέτηση ηλεκτρικών συσκευών, που απαιτούσαν ιδιαιτέρα προσοχή, από μη αδειούχο εγκαταστάτη και την έλλειψη επαρκούς, πλήρους και αρτίας τεχνικώς γειώσεως και ισοδυναμικών συνδέσεων.
Οι αιτιάσεις αυτές κατά την ομόφωνη γνώμη του Δικαστηρίου, τυγχάνουν αβάσιμες, διότι όπως σαφώς προκύπτει από το προεκτεθέν περιεχόμενο της προσβαλλομένης αποφάσεως, η ανωτέρω ένσταση των αναιρεσειόντων ελήφθη υπόψη από το Εφετείο και απερρίφθη στην ουσία εκ των πραγμάτων, με την παραδοχή ως αποδειχθέντων γεγονότων αντιθέτων προς εκείνα που προεβλήθησαν για την συγκρότησή της, και συγκεκριμένα ότι η πυρκαγιά οφείλεται σε αποκλειστική αμέλεια του δευτέρου των αναιρεσειόντων υπαλλήλου της ...
και επικεφαλής του συνεργείου, ο οποίος δεν μερίμνησε για την κανονική και ακίνδυνη, κατά τα εκτιθέμενα λεπτομερώς στην απόφαση, εκτέλεση της εργασίας ηλεκτροδοτήσεως της οικίας της πρώτης των αναιρεσιβλήτων και δεν συνδέεται αιτιωδώς με πλημμέλειες αναγόμενες στην εσωτερική εγκατάσταση της εν λόγω οικίας.
Επειδή, κατά το άρθρο 245 παρ.1 του Κ.Πολ.Δ., που εφαρμόζεται και στην κατ’ έφεση διαδικασία (άρθρ.524 παρ.1 Κ.Πολ.Δ.), "το δικαστήριο μπορεί αυτεπαγγέλτως ή ύστερα από αίτηση κάποιου διαδίκου να διατάξει οτιδήποτε μπορεί να συντελέσει στη διάγνωση της διαφοράς και ιδιαίτερα την αυτοπρόσωπη εμφάνιση των διαδίκων ή των νομίμων αντιπροσώπων τους στο ακροατήριο για την υποβολή ερωτήσεων και την παροχή διασαφήσεων σχετικών με την υπόθεση". Οι διασαφήσεις που παρέχονται από τους διαδίκους, κατά την αυτοπρόσωπη εμφάνισή τους στο ακροατήριο δεν αποτελούν ιδιαίτερο αποδεικτικό μέσο από τα περιοριστικώς αναφερόμενα στο άρθρο 339 του Κ.Πολ.Δ., αλλά υπόκεινται απλώς σε δικαστική αξιολόγηση σε συνδυασμό με τα άλλα νόμιμα μέσα και συνεπώς η μη λήψη υπόψη αυτών από το Δικαστήριο της ουσίας δεν ιδρύει τον υπό του άρθρου 559 αριθμ. 11 περ. γ’ Κ.Πολ,Δ. προβλεπόμενο λόγο αναιρέσεως (Α.Π. 917/2010, 1461/2012, 396/2011, 282/2010 , 380/2009). Επομένως ο λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο αποδίδεται στο Εφετείο η από το άρθρο 559 αριθ.
ΙΙ περ.γ’ Κ.Πολ.Δ πλημμέλεια, συνισταμένη στο ότι κατά την διαμόρφωση του αποδεικτικού του πορίσματος δεν έλαβε υπόψη την ενώπιον του κατάθεση της πρώτης αναιρεσίβλητης Β. Χ., τυγχάνει απαράδεκτος, διότι, όπως προκύπτει από την επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων, η εν λόγω κατάθεση δόθηκε, όχι στα πλαίσια εξετάσεως των διαδίκων σύμφωνα με το άρθρο 415 Κ.Πολ,Δ., αλλά παροχής διασαφήσεων από αυτούς, κατά το άρθρο 245 παρ.1 του ιδίου Κώδικος, διαταχθείσης με την προηγηθείσα της αναιρεσιβαλλομένης υπ’ αριθμ. 767/2010 απόφαση του Εφετείου Πατρών, και ως εκ τούτου δεν αποτελεί νόμιμο αποδεικτικό μέσο, ώστε η μη λήψη αυτής να ιδρύει τον προβαλλόμενο λόγο αναιρέσεως.
Όπως προαναφέρθηκε, κατά το άρθρο 559 αριθμ. 11 περ. γ’ του Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται "αν το δικαστήριο της ουσίας δεν έλαβε υπόψη του αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσεκόμισαν". Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, για την ίδρυση του σχετικού λόγου αναιρέσεως αρκεί και μόνη η ύπαρξη αμφιβολιών για τη λήψη υπόψη των προσκομισθέντων με επίκληση αποδεικτικών μέσων, τα οποία το δικαστήριο έχει υποχρέωση να λαμβάνει υπόψη κατά τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 335, 338, 339, 341 και 346 Κ.Πολ.Δ.
Ο ανωτέρω λόγος είναι αβάσιμος, αν αποδεικνύεται από την απόφαση ότι ελήφθησαν υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία προσκομίσθησαν και των οποίων έγινε επίκληση. Συνήθως αρκεί προς τούτο η γενική αναφορά του είδους του αποδεικτικού μέσου (μάρτυρες, έγγραφα κ.λ.π.), χωρίς ανάγκη ειδικής αξιολογήσεως καθενός και χωρίς διάκριση από ποια αποδεικτικά μέσα προκύπτει άμεση και από ποια έμμεση απόδειξη.
Μόνο αν από την γενική αναφορά σε συνδυασμό με το περιεχόμενο της αποφάσεως δεν προκύπτει κατά τρόπο αναμφισβήτητο ότι λήφθηκε υπόψη κάποιο συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο, στοιχειοθετείται ο αναιρετικός αυτός λόγος. Μη λήψη υπόψη, πάντως, δεν συνάγεται από μόνο το γεγονός ότι μνημονεύονται στην απόφαση ορισμένα μόνο από τα προσκομισθέντα με επίκληση έγγραφα όχι όμως και τα φερόμενα ως αγνοηθέντα τοιαύτα.
Επίσης, ο λόγος αυτός δεν ιδρύεται αν το δικαστήριο δεν προσέδωσε στο αποδεικτικό μέσο την αποδεικτική βαρύτητα που υποστηρίζει ο αναιρεσείων ότι αυτό έχει, αφού η σχετική εκτίμηση δεν υπόκειται, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ., στον έλεγχο του Αρείου Πάγου.
Στην προκειμένη περίπτωση οι αναιρεσείοντες προσάπτουν στην προσβαλλομένη απόφαση την εκ του άρθρου 559 αριθμ.11 γ’ του Κ.Πολ.Δ., πλημμέλεια, ισχυριζόμενοι επί λέξει ότι: "... δεν έλαβε υπόψη της αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν..., διότι κατά τρόπο κραυγαλέον, σιγή διήλθε και δεν έλαβε παντάπασι υπόψη κρίσιμα αποδεικτικά στοιχεία, πλην της κατάθεσης του μάρτυρος μας Κ.
Α., την οποία εσφαλμένα αξιολόγησε. Ούτω αγνόησε παντελώς και αδιστάκτως και δεν εσχολίασε στοιχειωδώς , ως μη έδει, τις προσαχθείσες και επανειλημμένα επικληθείσες τεχνικές εκθέσεις του κορυφαίου επιστήμονα του Ε.Μ.Π. κ. Π. Μ., τόσον την αρχική, όσον και τις συμπληρωματικές (21-11-2006, Νοεμβρίου 2007, 3-2-2008 και Ιανουάριου 2009), το περιεχόμενον των οποίων, το μεν επιβεβαίωνε με τρόπο υποδειγματικά επιστημονικόν, την βασιμότητα και το αληθές των ενστάσεων και ισχυρισμών μας, το δε αντέκρουε τους επιστημονικά και ουσιαστικά αβάσιμους ισχυρισμούς των τεχνικών συμβούλων και πραγματογνωμόνων της αντιδίκου πλευράς, την έκθεση όμως των οποίων έλαβε υπόψη και υιοθέτησε.
Είναι πλέον ή βέβαιον, ότι εάν η προσβαλλομένη ελάμβανε υπόψη τα ανωτέρω συντριπτικά αποδεικτικά στοιχεία, ασφαλώς θα έπρεπε να υιοθετήσει τους ισχυρισμούς μας και να απορρίψει την αγωγήν των αντιδίκων, δεδομένου ότι είχον ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Διότι αν η αναιρεσιβαλλομένη είχε λάβει υπόψη της τις προβληθείσες νομοτύπως ενστάσεις και ισχυρισμούς μας (πράγματα) και τα αποδεικτικά στοιχεία, τα οποία προσκομίσαμε, ασφαλώς θα είχε απορρίψει την αγωγήν, ως ανομιμοποίητο, σε κάθε περίπτωση όφειλε να θεωρήσει αποκλειστικά υπαιτίους, άλλως συνυπαιτίους ...
κατά ποσοστό 90% τους αναιρεσιβλήτους δια την πρόκληση της πυρκαϊάς, προκληθείσης από την παράνομη και επικίνδυνη εσωτερική ηλεκτρική εγκατάσταση...". Ο λόγος αυτός αναιρέσεως είναι απαράδεκτος, διότι, όπως σαφώς προκύπτει από το προεκτεθέν περιεχόμενο του, η αιτίαση που προσάπτεται δι’ αυτού στην αναιρεσιβαλλομένη απόφαση δεν είναι η μη λήψη υπόψη των προδιαληφθέντων αποδεικτικών μέσων, αλλά η παράλειψη του Εφετείου να σχολιάσει και να αξιολογήσει ιδιαιτέρως τα αποδεικτικά αυτά μέσα και να προσδώσει σ’ αυτά την αποδεικτική βαρύτητα που οι αναιρεσείοντες τους αποδίδουν, η οποία όμως (παράλειψη) δεν στοιχειοθετεί το συγκεκριμένο λόγο αναιρέσεως.
Εξάλλου από την ρητή σχετική βεβαίωση στην προσβαλλομένη απόφαση ότι ελήφθησαν υπόψη οι ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων των διαδίκων (αρχικές ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και συμπληρωματικές ενώπιον του), οι ένορκες βεβαιώσεις που μνημονεύονται ιδιαιτέρως και τα νομίμως προσκομισθέντα έγγραφα, αλλά και από το όλο περιεχόμενο της αποφάσεως και δη από τις σκέψεις και παραδοχές της που αφορούν τους ισχυρισμούς των αναιρεσειόντων, για την απόδειξη των οποίων επικαλούνται τα ως άνω αποδεικτικά μέσα, δεν καταλείπεται αμφιβολία ότι το Εφετείο κατά την διαμόρφωση του αποδεικτικού του πορίσματος έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε με τις λοιπές αποδείξεις και τα συγκεκριμένα αποδεικτικά μέσα.
Επομένως ο αυτός λόγος αναιρέσεως κατά το μέρος που μέμφεται την απόφαση για την μη λήψη υπόψη των ανωτέρω αποδεικτικών μέσων τυγχάνει αβάσιμος. Τέλος αξίζει να σημειωθεί ότι, όπως σαφώς προκύπτει από το περιεχόμενο του αναιρετηρίου, υπό την επίκληση της ρηθείσης αναιρετικής πλημμελείας αλλά των από το άρθρο 559 αριθμ. 8, 10 και 19 Κ.Πολ.Δ., τοιούτων πλήττεται στην πραγματικότητα απαραδέκτως η μη υποκειμένη σε αναιρετικό έλεγχο εκτίμηση των αποδείξεων και η βάσει αυτής διαμόρφωση του αποδεικτικού πορίσματος της προσβαλλομένης αποφάσεως.
Κατ’ ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί στο σύνολο της η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης ως προς τον δεύτερο αναιρεσίβλητο Κ. Κ. και ως προς την πρώτη αναιρεσίβλητη Β. Χ. για το, πέραν του ποσού του επικαλουμένου ασφαλίσματος επιδικασθέν ποσό, να αναιρεθεί εν μέρει ως προς την δεύτερη αναιρεσείουσα κατά το αναφερόμενο στο σκεπτικό κεφάλαιο της και ειδικότερα για το ποσό που φέρεται ότι καλύπτεται από το επικαλούμενο ασφάλισμα, να διαταχθεί η απόδοση του κατατεθέντος παραβόλου στους αναιρεσείοντες και να συμψηφισθούν στο σύνολο τους τα δικαστικά έξοδα κατανεμόμενα ανάλογα με την έκταση της νίκης και ήττας κάθε διάδικου μέρους, που παρέστη με κοινή εκπροσώπηση (άρθρο 179, 183, 191 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 24 Νοεμβρίου 2014 αίτηση των: 1)Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "... Α.Ε" και δ.τ "... Α.Ε" ως καθολικής διαδόχου της "... ΑΕ" και 2)Κ. Κ. για αναίρεση της υπ’ αριθμ. 105/2014 αποφάσεως του Εφετείου Δυτικής Ελλάδας, κατά το μέρος που αφορά τον αναιρεσίβλητο Κ. Κ..
Αναιρεί εν μέρει την ίδια ως άνω απόφαση κατά το μέρος που αφορά την αναιρεσίβλητη Β. Χ. κατά το αναφερόμενο στο σκεπτικό κεφάλαιο και δη κατά το μέρος που αφορά εκ του επιδικασθέντος κεφαλαίου το ποσό που καλύπτεται από το επικαλούμενο ασφάλισμα, απορρίπτει δε την αναίρεση κατά το υπόλοιπο μέρος της.
Διατάζει την απόδοση στους αναιρεσείοντες του κατατεθέντος παραβόλου. Και, Συμψηφίζει στο σύνολο τους τα δικαστικά έξοδα των διαδίκων.
ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 22 Μαρτίου 2016.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 16 Ιανουαρίου 2017.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ