Supreme Court dismisses appeal on procedural grounds for failing to cite specific facts regarding alleged trial errors.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellants' request to overturn the Second Instance Court's labor dispute decision. The appellants alleged procedural errors, claiming the court failed to address their arguments regarding job transfer and dismissal legality. The court rejected these claims because the appeal petition did not specify the critical factual assumptions underlying the alleged violations.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559(8) and 577(3) of the Code of Civil Procedure; An appeal must cite specific factual assumptions and cannot rely on vague allegations of non-examination of arguments.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 1114 / 2021 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1114/2021
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Δήμητρα Κοκοτίνη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αρετή Παπαδιά, Πελαγία Ακάσογλου, Δήμητρα Ζώη και Ιωάννα Μαργέλλου-Μπουλταδάκη, αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 3η Νοεμβρίου 2020, με την παρουσία και της γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1) Β. Τ. του Γ., 2) Ι. Κ. συζύγου Σ. Τ. και 3) Σ. (Μ.) Γ. του Κ., κατοίκων …., που παραστάθηκαν δια της πληρεξουσίας δικηγόρου Χρυσάνθης Υφαντή, η οποία κατέθεσε προτάσεις.
Της αναιρεσίβλητης: ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "Πόρτο Καρράς Ανώνυμη Τουριστική Τεχνική Βιομηχανική Εταιρία" με το διακριτικό τίτλο "Πόρτο Καρράς ΑΕ", όπως εκπροσωπείται νόμιμα, που εδρεύει στον Πειραιά και διατηρεί υποκατάστημα στο Νέο Μαρμαρά Χαλκιδικής, εντός του συγκροτήματος Πόρτο Καρράς, και παραστάθηκε δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ. 2) του πληρεξουσίου δικηγόρου Χρήστου Κούκλη, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 28-3-2013 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Χαλκιδικής. Εκδόθηκαν η 59/2013 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, η 407/2018 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας, ζητούν οι αναιρεσείουσες με την από 17-5-2019 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Εισηγητής ορίσθηκε η αρεοπαγίτης Ιωάννα Μαργέλλου-Μπουλταδάκη. Η πληρεξούσια των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στα δικαστικά έξοδα.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την από 17.5.2019 και με αριθμ, καταθ. 2035/240/12-7-2019 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η με αριθμ. 407/2018 oριστική απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, που εκδόθηκε, αντιμωλία των διαδίκων, κατά τη διαδικασία των εργατικών διαφορών, κατόπιν άσκησης της από 28.7.2014 (αριθμ. εκθ. καταθ. 115/2014) εφέσεως των εναγουσών και ήδη αναιρεσειουσών κατά της εναγομένης ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "Πόρτο Καρράς Ανώνυμη Τουριστική Τεχνική Βιομηχανική Εταιρεία" και το διακριτικό τίτλο "Πόρτο Καρράς ΑΕ" και ήδη αναιρεσίβλητης και κατά της υπ' αριθμ. 59/2013 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Χαλκιδικής, με την οποία απορρίφθηκε κατ' ουσίαν η από 27.3.2013 και με αριθμό κατάθεσης 585/28.3.2013 αγωγή των εναγουσών. Η αίτηση αναιρέσεως έχει ασκηθεί νομοτύπως και εμπροθέσμως (άρθρα 552, 553, 556 παρ. 1, 558, 564, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ), είναι παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο. 577 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ).
Κατά το άρθρο 15 παρ. 1 του ν. 1483/1984, "Προστασία και διευκόλυνση των εργαζομένων με οικογενειακές υποχρεώσεις", όπως ίσχυε πριν την τελευταία τροποποίησή του με το άρθρο 48 παρ. 4 του ν. 4808/2021, '' απαγορεύεται και είναι απόλυτα άκυρη η καταγγελία της σύμβασης ή σχέσης εργασίας εργαζομένης από τον εργοδότη της, τόσο κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης της, όσο και κατά το χρονικό διάστημα δέκα οκτώ (18) μηνών μετά τον τοκετό ή κατά την απουσία της για μεγαλύτερο χρόνο, λόγω ασθενείας της, που οφείλεται στην κύηση ή τον τοκετό, εκτός εάν υπάρχει σπουδαίος λόγος για καταγγελία''.
Περαιτέρω, κατά το άρθρο 10 του π.δ. 176/1997 "Μέτρα για τη βελτίωση της ασφάλειας και της υγείας κατά την εργασία των εγκύων, λεχώνων και γαλουχουσών εργαζομένων σε συμμόρφωση με την οδηγία 95/85/ΕΟΚ (ΦΕΚ Α' 150). "1. Απαγορεύεται η καταγγελία της σχέσης εργασίας των εργαζομένων γυναικών, κατά την έννοια του άρθρου 2 (δηλαδή των εγκύων, λεχώνων, γαλουχουσών - όπως το άρθρο 2 τροποποιήθηκε με το άρθρο 2 παρ. 2 του π.δ. 41/2003) σύμφωνα με το άρθρο 15 του ν. 1483/1984. 2.
Σε περίπτωση καταγγελίας της σχέσης εργασίας, εφόσον υπάρχει σπουδαίος λόγος, σύμφωνα με το άρθρο 15 του ν. 1483/1984, ο εργοδότης οφείλει να αιτιολογήσει δεόντως την καταγγελία γραπτώς....." Σπουδαίο λόγο, κατά την έννοια της διάταξης του άρθρου 672 ΑΚ, για την καταγγελία, αποτελεί κυρίως η ουσιώδης παράβαση των συμβατικών υποχρεώσεων, αλλά και άλλα πραγματικά περιστατικά, τα οποία, σύμφωνα με την καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη, κατ' αντικειμενική κρίση, καθιστούν στη συγκεκριμένη περίπτωση μη ανεκτή για τον καταγγέλλοντα την εξακολούθηση της εργασιακής σχέσης, ανεξαρτήτως από την ύπαρξη ή ανυπαρξία πταίσματος εκείνου κατά του οποίου γίνεται η καταγγελία.
Αρκεί δε και ένα μόνο περιστατικό, το οποίο αντικειμενικώς θεωρούμενο, κατά την καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη, να καθιστά μη ανεκτή την περαιτέρω διατήρηση της εργασιακής σχέσης για τον εργοδότη(Ολ ΑΠ 10/1995, ΑΠ 1468/2019, ΑΠ 284/2018). Ως σπουδαίος λόγος δεν μπορεί σε καμία περίπτωση να θεωρηθεί ενδεχόμενη μείωση της απόδοσης της εργασίας της εγκύου, η οποία οφείλεται στην εγκυμοσύνη.
Εξάλλου, κατά το άρθρο 7 εδ. α' του ν. 2112/1920, "πάσα μονομερής μεταβολή των όρων της υπαλληλικής συμβάσεως, βλάπτουσα τον υπάλληλον θεωρείται ως καταγγελία ταύτης, δι' ην ισχύουσιν οι διατάξεις του παρόντος νόμου". Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, ''μονομερής μεταβολή'' θεωρείται κάθε τροποποίηση των όρων εργασίας από τον εργοδότη, που γίνεται χωρίς ο τελευταίος να έχει δικαίωμα για την προποποίηση αυτή από το νόμο, την ατομική σύμβαση εργασίας ή τον κανονισμό εργασίας ούτε να ανήκει στην από το διευθυντικό του δικαίωμά του απορρέουσα εξουσία να ρυθμίζει όλα τα θέματα που ανάγονται στην οργάνωση και λειτουργία της επιχειρήσεώς του ή γίνεται κατά κατάχρηση του διευθυντικού δικαιώματος (άρθρο 281 ΑΚ).
Για την εφαρμογή, όμως, της εν λόγω διάταξης δεν αρκεί η μεταβολή των όρων εργασίας να είναι μονομερής αλλά απαιτείται επιπλέον να είναι βλαπτική για τον εργαζόμενο, δηλαδή να προκαλεί σ` αυτόν άμεση ή έμμεση υλική ή ηθική ζημία. Ειδικότερα, ο μονομερής προσδιορισμός των όρων εργασίας που επιχειρεί ο εργοδότης βάσει του διευθυντικού δικαιώματός του, πρέπει να υπηρετεί τους σκοπούς του δικαιώματος αυτού, δηλαδή την κατά το δυνατόν καλύτερη αξιοποίηση της εργασίας και την προσφορότερη οργάνωση της επιχείρησης.
Αν ο μονομερής προσδιορισμός της παροχής εργασίας δεν αποβλέπει στην πραγματοποίηση των παραπάνω σκοπών, αλλά άλλων, άσχετων με αυτούς, επιδιώξεων του εργοδότη, τότε δεν υπάρχει χρήση αλλά κατάχρηση του διευθυντικού δικαιώματος. Και τούτο γιατί η καλή πίστη επιβάλλει στο φορέα του δικαιώματος να λαμβάνει υπόψη κατά την άσκησή του και κατά το μέτρο που επιβάλλουν οι περιστάσεις τα δικαιολογημένα συμφέροντα και τις δικαιολογημένες προσδοκίες του άλλου μέρους.
Από την προαναφερόμενη διάταξη του άρθρου 7 εδ. α' του ν. 2112/1920, σε συνδυασμό με τις διατάξεις των άρθρων 288, 648 και 652 παρ. 1 και 656 παρ. 1 ΑΚ, προκύπτει ότι στην περίπτωση της σύμβασης παροχής εξαρτημένης εργασίας αόριστου χρόνου, αν ο εργοδότης προβεί σε μονομερή βλαπτική για το μισθωτό μεταβολή των όρων εργασίας ή, κατά την άσκηση του διευθυντικού δικαιώματός του, προβεί, κατά κατάχρηση αυτού, στον προσδιορισμό της παροχής εργασίας, ο μισθωτός έχει διαζευκτικώς τις εξής δυνατότητες:
α) να αποδεχθεί τη μεταβολή, οπότε συνάπτεται νέα σύμβαση, τροποποιητική της αρχικής, η οποία είναι έγκυρη εφόσον δεν αντίκειται σε απαγορευτική διάταξη του νόμου ή στα χρηστά ήθη, β) να θεωρήσει την πράξη αυτή του εργοδότη ως καταγγελία εκ μέρους του της εργασιακής σύμβασης και ν' απαιτήσει την καταβολή της αποζημίωσης, που προβλέπεται από το ν. 2112/1920 και γ) να εμμείνει στην τήρηση των συμβατικών όρων, προσφέροντας τις υπηρεσίες του σύμφωνα με τους προ της μεταβολής όρους, οπότε, αν ο εργοδότης δεν αποδεχθεί αυτή, καθίσταται υπερήμερος περί την αποδοχή της εργασίας και οφείλει μισθούς υπερημερίας, ή, δ) εκφράζοντας την αντίθεσή του, να παράσχει τη νέα εργασία του και να προσφύγει στο δικαστήριο, ζητώντας να υποχρεωθεί ο εργοδότης του να τον απασχολεί σύμφωνα με τους προ της μεταβολής όρους (ΑΠ 657/2018, ΑΠ 77/2013, ΑΠ 746/2010).
Κρίσιμος χρόνος για το χαρακτηρισμό της μονομερούς μεταβολής των όρων της σύμβασης εργασίας ως βλαπτικής ή μη και δη για την κρίση ως προς το χαρακτήρα της νέας θέσης, στην οποία τοποθετείται ο εργαζόμενος από τον εργοδότη, ως υποδεέστερης ή μη, σε σχέση με αυτή που κατείχε προηγουμένως, είναι κατ' αρχήν ο χρόνος πραγματοποιήσεως της μεταβολής αυτής, αφού κατά το χρόνο αυτό και με τα υπάρχοντα τότε δεδομένα καλείται ο εργαζόμενος να την αποδεχθεί ή να την αποκρούσει, εφόσον όμως η μεταβολή αυτή κατά το χρόνο της πραγματοποιήσεώς της είναι οριστική και μόνιμη και όχι όταν η τοποθέτηση του μισθωτού γίνεται σε θέση προσωρινά υποδεέστερη της προηγουμένως κατεχόμενης, με βεβαιότητα αναβαθμίσεώς του στο προσεχές μέλλον με την ανάθεση καθηκόντων ανάλογης σπουδαιότητας και κρίσιμων αρμοδιοτήτων για μεγάλο ή και απεριόριστο χρονικό διάστημα (ΑΠ 668/2016, ΑΠ 1046/2012, ΑΠ 126/2011).
Επί απολύσεων που οφείλονται σε οικονομικοτεχνικούς λόγους, σκοπός των οποίων είναι η προσαρμογή του προσωπικού στις ανάγκες της επιχείρησης ή/και η αναδιοργάνωση των υπηρεσιών της με την αλλαγή του τρόπου λειτουργίας της επιχείρησης ή η μείωση του προσωπικού για καλύτερη απόδοσή της (απαλλαγή από το πλεονάζον προσωπικό) ή η μείωση του μισθολογικού κόστους προκειμένου ν' αποφευχθεί η διακοπή της λειτουργίας αυτής, λόγω της επαπειλούμενης συσσώρευσης ζημιών, η απόφαση (η επιλογή) του εργοδότη να ανταπεξέλθει με τον τρόπο αυτό στη διαφαινόμενη οικονομική κρίση της επιχείρησης δεν ελέγχεται από τα δικαστήρια.
Η στάθμιση αυτή ανήκει στον εργοδότη, που έχει υπόψη όλα τα στοιχεία της επιχείρησής του και τις συνθήκες λειτουργίας της αγοράς (ΑΠ 606/2017, ΑΠ 31/2013, ΑΠ 397/2004, ΑΠ 597/2002, ΑΠ 297/1996). Το γεγονός ότι οι οικονομοτεχνικοί λόγοι προέρχονται από τη σφαίρα ευθύνης του εργοδότη και όχι του εργαζομένου, με συνέπεια μέσω της καταγγελίας των συμβάσεων εργασίας μισθωτών ο κίνδυνος των λόγων αυτών να επιρρίπτεται σε τελική ανάλυση σε βάρος των εργαζομένων, οι οποίοι δεν φέρουν καμία απολύτως ευθύνη για τη δημιουργία του συγκεκριμένου λόγου, δεν ασκεί έννομη επιρροή, καθόσον η έννομη τάξη δεν αναγνωρίζει ένα δικαίωμα του εργαζομένου στη θέση εργασίας, με την έννοια της απόλυτης προστασίας αυτού από την απόλυση, ανεξαρτήτως των συνθηκών υπό τις οποίες δραστηριοποιείται η επιχείρηση στην οποία εργάζεται.
Ελέγχονται όμως από τα δικαστήρια αφ' ενός ο αιτιώδης σύνδεσμος της επιλογής αυτής και της καταγγελίας της σύμβασης εργασίας συγκεκριμένου εργαζομένου, ως εσχάτου μέσου αντιμετώπισης των προβλημάτων της επιχείρησης (ultima ratio) και αφ' ετέρου ο τρόπος επιλογής του εν λόγω εργαζομένου ως απολυτέου, η οποία (επιλογή) πρέπει να πραγματοποιείται με αντικειμενικά κριτήρια, όπως επιβάλλουν η καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη (ΑΠ 595/2015, ΑΠ 31/2013, ΑΠ 597/2002, ΑΠ 279/1996).
Τέτοια λιγότερο επαχθή σε σχέση με την απόλυση μέτρα συνιστούν η εκ μέρους του εργοδότη παροχή της δυνατότητας στο μισθωτό που πρόκειται να απολυθεί, για την απασχόλησή του σε άλλη κενή θέση, έστω και κατώτερη εκείνης που αυτός κατείχε, εφόσον βεβαίως υπάρχει τέτοια κενή θέση στην επιχείρησή του και ο υπό απόλυση μισθωτός είναι κατάλληλος να εργασθεί σε αυτή (ΑΠ 539/2018, ΑΠ 606/2017, ΑΠ 64/2015, ΑΠ 1404/2014, ΑΠ 31/2013, ΑΠ 922/2010) ή η πρόταση σε αυτόν ν' απασχοληθεί υπό καθεστώς μερικής απασχόλησης (ΑΠ 539/2018, ΑΠ 595/2015) ή με μειωμένες αποδοχές (ΑΠ 397/2004), υπό την αυτονόητη προϋπόθεση ότι αυτές δεν θα υπολείπονται των κατά τις τυχόν ισχύουσες συλλογικές συμβάσεις εργασίας ή κατά το νόμο ελαχίστων ορίων.
Επομένως ο εργοδότης, ασκώντας νομίμως το διευθυντικό του δικαίωμα (άρθ. 652 του ΑΚ), μπορεί, προκειμένου να αποδεσμευθεί από τους δυσμενείς γι' αυτόν όρους της εργασιακής σύμβασης, να συνδέσει την καταγγελία αυτής με τη μη αποδοχή εκ μέρους του μισθωτού των προτάσεών του για μεταβολή των όρων αυτών (τροποποιητική καταγγελία).
Η καταγγελία όμως αυτή, που ακολουθεί την άρνηση του μισθωτού να δεχθεί τη μεταβολή, δεν είναι καταχρηστική από μόνο το γεγονός ότι αιτία της ήταν η άρνηση του μισθωτού να συναινέσει στη μεταβολή, αλλά υπόκειται σε κρίση ως προς τους όρους της με βάση το άρθρο 281 του ΑΚ, δηλαδή ελέγχεται με αντικειμενικά κριτήρια αν το δικαίωμα του εργοδότη να καταγγείλει τη σύμβαση εργασίας, επειδή ο μισθωτός δεν συναίνεσε στη μεταβολή των όρων της αρχικής σύμβασης, αντίκειται στους όρους της άνω διάταξης (άρθ. 281 του ΑΚ) και κυρίως ελέγχεται εάν η αξίωση του για μεταβολή των όρων της αρχικής σύμβασης δικαιολογείται ή όχι από τις συνθήκες και τις ανάγκες της επιχείρησης και εκμετάλλευσης και ειδικότερα αν συνέτρεχαν πράγματι οικονομοτεχνικοί προς τούτο λόγοι ή άλλοι λόγοι που σχετίζονται με το πρόσωπο του μισθωτού (ΑΠ 1162/2019, ΑΠ 944/2005, ΑΠ 1199/2002).
Και τούτο διότι ο εργαζόμενος έχει ένα άξιο προστασίας δικαίωμα για τη διατήρηση των όρων εργασίας που έχει συμφωνήσει (pacta sunt servanda), το οποίο υποχωρεί οσάκις συντρέχουν λόγοι ικανοί να θεμελιώσουν από πλευράς εργοδότη ένα αντικειμενικό συμφέρον για τη μεταβολή του περιεχομένου της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας.
Διαφορετικά η τροποποιητική καταγγελία θα λειτουργούσε ανεξέλεγκτα ως ένα μέσο απαλλαγής του εργοδότη από τις συμβατικές του υποχρεώσεις. Επομένως, στην περίπτωση που αποφασισθεί εκ μέρους του εργοδότη η μείωση των αποδοχών των εργαζομένων στην επιχείρηση, προκειμένου να βελτιωθεί η οικονομική της θέση για να αποφευχθεί η δημιουργία ή/και η σώρευση ζημιών που θα καθιστούσαν αναπόφευκτες τις απολύσεις ή ακόμη που θα είχαν ως συνέπεια την παύση της λειτουργίας της επιχείρησης με απώλεια όλων των θέσεων εργασίας, ο δικαστικός έλεγχος περιλαμβάνει το κατά πόσο η προταθείσα μείωση των αποδοχών δικαιολογείται από την ένταση των οικονομοτεχνικών λόγων που επικαλέσθηκε ο εργοδότης και προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία σε συνδυασμό με τη δυνατότητα ή μη λήψης και άλλων μέτρων εκ μέρους του εργοδότη για τη μείωση του κόστους λειτουργίας αυτής (ΑΠ 698/2018).
Περαιτέρω, κατά το άρθρο 5 παρ. 3 εδ. α' του ν. 3198/1955, η καταγγελία της αορίστου χρόνου εργασιακής συμβάσεως, που πραγματοποιείται σύμφωνα με τις διατάξεις του νόμου αυτού και των άρθρων 1 και 3 του ν. 2112/1920 και 669 ΑΚ, θεωρείται έγκυρη εφόσον γίνει εγγράφως και καταβληθεί η οφειλόμενη αποζημίωση, σε συνδυασμό και με τη διάταξη του άρθρου 74 παρ. 3 του Ν. 3863/2010 "Νέο ασφαλιστικό σύστημα και συναφείς διατάξεις, ρυθμίσεις στις εργασιακές σχέσεις" (ΦΕΚ Α 115), με την οποία μειώθηκε τόσο το ποσό της αρχικής δόσης, όσο και το ποσό των μεταγενεστέρων δόσεων.
Με την τελευταία αυτή διάταξη ορίζεται όταν η αποζημίωση λόγω καταγγελίας της σύμβασης εργασίας υπερβαίνει τις αποδοχές δύο (2) μηνών, ο εργοδότης υποχρεούται να καταβάλει κατά την απόλυση μέρος της αποζημίωσης που αντιστοιχεί στις αποδοχές δύο (2) μηνών. Το υπόλοιπο ποσό καταβάλλεται σε διμηνιαίες δόσεις, καθεμία από τις οποίες δεν μπορεί να είναι κατώτερη από τις αποδοχές δύο (2) μηνών, εκτός και αν το ποσό που υπολείπεται για την εξόφληση του συνόλου της αποζημιώσεως είναι μικρότερο.
Ως χρόνος καταβολής της αποζημιώσεως ορίζεται κατ' αρχήν, με τη ρητή διάταξη του άρθρου 2 παρ. 1 εδ α' του ίδιου νόμου 3198/1955, η ημέρα της λύσεως της συμβάσεως, εκτός αν η αποζημίωση υπερβαίνει τις αποδοχές έξι μηνών, οπότε ο εργοδότης υποχρεούται να καταβάλει στον απολυόμενο μισθωτό το μέχρι των αποδοχών έξι μηνών μέρος της αποζημιώσεως, το δε υπόλοιπο σε τριμηνιαίες δόσεις, κατά τα οριζόμενα ειδικότερα στο εδ β' της άνω παρ. 1 του άρθρου 2 του ν. 3198/1955.
Από τις διατάξεις αυτές συνάγεται σαφώς ότι εάν δεν καταβληθεί η αποζημίωση ή το μέχρι των αποδοχών έξι μηνών μέρος της, κατά περίπτωση, την ίδια ημέρα με την επίδοση της έγγραφης καταγγελίας στον απολυόμενο μισθωτό, η καταγγελία είναι άκυρη, η δε ακυρότητα δεν θεραπεύεται από τη μεταγενέστερη καταβολή της αποζημίωσης.
Από τις ίδιες διατάξεις συνάγεται ακόμη ότι η καταβολή της αποζημιώσεως πρέπει να είναι πραγματική και δεν αρκεί η απλή προσφορά αυτής, σε περίπτωση όμως αρνήσεως του μισθωτού να την εισπράξει, οφείλει ο εργοδότης να προβεί στη δημόσια κατάθεσή της μέσα σε εύλογο χρόνο από την ατελεσφόρητη προσφορά, ώστε να αποτρέψει τη ακυρότητα.
Ο προσδιορισμός του εύλογου χρόνου στην προαναφερόμενη περίπτωση είναι συνάρτηση των κρατούντων συναλλακτικών ηθών (ο ελάχιστος κατά κανόνα για τη συντέλεση των απαιτούμενων διατυπώσεων), και των συντρεχόντων σε κάθε περίπτωση περιστατικών, όπως συμπεριφορά του εργαζομένου, η οποία να δικαιολογεί την κατάθεση, ή τυχόν απεργία των υπαλλήλων του ΤΠΔ (ΑΠ 2028/2017, ΑΠ 105/2009).
Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 1 παρ. 1 και 2, 2, 3 παρ. 1 και 6 παρ. 1 του Ν. 1387/1983, με τον οποίο έχει ενσωματωθεί στην ελληνική έννομη τάξη η Οδηγία 75/129 του Συμβουλίου της 17ης Δεκεμβρίου 1975 "περί προσεγγίσεως των νομοθεσιών των κρατών - μελών που αφορούν τις ομαδικές απολύσεις", όπως η παράγραφος 2 του άρθρου 1 έχει αντικατασταθεί με το άρθρο 74 παρ. 1 Ν. 3863/2010, ορίζονται αντιστοίχως τα εξής: "Ομαδικές απολύσεις θεωρούνται όσες γίνονται από επιχειρήσεις ή εκμεταλλεύσεις που απασχολούν περισσότερους από είκοσι εργαζόμενους για λόγους, που δεν αφορούν το πρόσωπο των απολυομένων και υπερβαίνουν κάθε ημερολογιακό μήνα τα όρια της επόμενης παραγράφου", "Τα όρια, πέρα από τα οποία οι απολύσεις θεωρούνται ομαδικές, καθορίζονται από τον αριθμό του προσωπικού που απασχολείται στην αρχή του μήνα και είναι τα εξής:
α) Μέχρι έξι (6) εργαζόμενους για επιχειρήσεις ή εκμεταλλεύσεις που απασχολούν είκοσι (20) έως εκατόν πενήντα (150) εργαζόμενους, β) Ποσοστό πέντε τοις εκατό (5%) του προσωπικού και μέχρι τριάντα (30) εργαζόμενους για επιχειρήσεις ή εκμεταλλεύσεις, που απασχολούν πάνω από εκατόν πενήντα (150) εργαζόμενους. Το ποσοστό αυτό καθορίζεται για κάθε ημερολογιακό εξάμηνο και ανάλογα με τις συνθήκες της αγοράς εργασίας με απόφαση του Υπουργού Εργασίας, η οποία εκδίδεται μετά από γνώμη του Ανωτάτου Συμβουλίου Εργασίας και δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως .....Ο εργοδότης, πριν προχωρήσει σε ομαδικές απολύσεις, οφείλει να προέλθει σε διαβουλεύσεις με τους εκπροσώπους των εργαζομένων με σκοπό να ερευνηθεί η δυνατότητα αποφυγής ή μείωσης των απολύσεων και των δυσμενών συνεπειών τους και ομαδικές απολύσεις, που γίνονται κατά παράβαση των διατάξεων του νόμου αυτού, είναι άκυρες".
Από τις προπαρατεθείσες διατάξεις του Ν. 1387/1983 συνάγεται ότι κρίσιμο χρονικό σημείο, βάσει του οποίου καθορίζεται το ως άνω όριο, καθ' υπέρβαση του οποίου οι απολύσεις των επί σχέσει εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου εργαζομένων, τις οποίες επιχειρεί ο εργοδότης στα πλαίσια οικονομοτεχνικών μεταβολών, κατά την άσκηση της επιχειρηματικής του δραστηριότητος, θεωρούνται ομαδικές, είναι η αρχή του μηνός, κατά τον οποίο ο εργοδότης εξωτερικεύει την πρόθεσή του να προβεί σε απολύσεις και όχι του μηνός, κατά τον οποίο θα υλοποιηθούν τελικώς οι απολύσεις και θα λυθούν οι καταγγελθείσες συμβάσεις εργασίας.
Η εξωτερίκευση της βουλήσεως του εργοδότη γίνεται είτε όταν προέλθει σε διαβουλεύσεις με τους εκπροσώπους των εργαζομένων σχετικώς με τις σχεδιαζόμενες απολύσεις, είτε, εάν δεν προέλθει προηγουμένως σε διαπραγματεύσεις, όταν περιέλθουν στους εργαζομένους τα καταγγελτήρια των συμβάσεών τους εργασίας, τούτο δε ισχύει και εάν οι καταγγελίες των συμβάσεων εργασίας γίνονται υπό προειδοποίηση συμφώνως προς την προπαρατεθείσα διάταξη του άρθρου 1 εδ.
α' Ν. 2112/1920, αφού η κοινοποίηση στον εργαζόμενο της καταγγελίας της συμβάσεώς του εργασίας αποτελεί την έκφραση της αποφάσεως περί διακοπής της σχέσεως εργασίας, η δε εν τοις πράγμασι λήξη της εν λόγω σχέσεως μετά την παρέλευση της προθεσμίας προειδοποιήσεως συνιστά απλώς και μόνον το αποτέλεσμα της εν λόγω αποφάσεως.
Περαιτέρω, κατά τις διατάξεις του άρθρου 38 παρ. 1 εδ. α' και 3 εδ. δ' Ν. 1892/1990, όπως έχει αντικατασταθεί με το άρθρο 2 Ν. 2639/1998, "Κατά την κατάρτιση της σύμβασης εργασίας ή κατά τη διάρκειά της ο εργοδότης και ο μισθωτός μπορούν με έγγραφη ατομική σύμβαση να συμφωνήσουν, ημερήσια ή εβδομαδιαία ή δεκαπενθήμερη ή μηνιαία εργασία, για ορισμένο ή αόριστο χρόνο, η οποία θα είναι μικρότερης διάρκειας από την κανονική (μερική απασχόληση)",... "Αν περιοριστούν οι δραστηριότητές του ο εργοδότης μπορεί, αντί καταγγελίας της σύμβασης εργασίας, να επιβάλει σύστημα εκ περιτροπής απασχόλησης στην επιχείρησή του, η διάρκεια της οποίας δεν επιτρέπεται να υπερβαίνει τους εννέα (9) μήνες στο ίδιο ημερολογιακό έτος, μόνο εφόσον προηγουμένως προβεί σε ενημέρωση και διαβούλευση με τους νόμιμους εκπροσώπους των εργαζομένων, σύμφωνα με τις διατάξεις του π.δ. 240/2006 και του ν. 1767/1988", κατά δε τις διατάξεις των άρθρων 2 Π.Δ. 240/2006 (Φ.Ε.Κ.
Α' 252/2006), το οποίο έχει εκδοθεί δυνάμει νομοθετικής εξουσιοδοτήσεως των άρθρων 3, 4 και 5 Ν. 1338/1983, όπως έχουν τροποποιηθεί με τα άρθρα 6 παρ. 4 και 5 Ν. 1440/1984, 65 Ν. 1892/1990 και 22 Ν. 2789/2000, και 38 παρ. 4 Ν. 1892/1990, όπως έχει αντικατασταθεί με το άρθρο 2 Ν. 3846/2010. Από τις προπαρατεθείσες διατάξεις προκύπτει ότι η εκ περιτροπής απασχόληση, η επιβαλλομένη από τον εργοδότη, προϋπόθεση έχει τον περιορισμό της οικονομικής δραστηριότητος αυτού και την προηγουμένη ενημέρωση των εργαζομένων και την διαβούλευση μετά της πλέον αντιπροσωπευτικής εργατικής συνδικαλιστικής οργανώσεως και ελλείψει αυτής μετά του συνόλου των εργαζομένων, χωρίς να είναι αναγκαίο να καταλήξουν τα μέρη σε συμφωνία, εφαρμόζεται δε αντί της καταγγελίας της συμβάσεως εργασίας και επί εργαζομένων τελούντων σε επίσχεση εργασίας και δεν αποτελεί μονομερή βλαπτική μεταβολή των συμβατικών όρων εργασίας, αφού γίνεται κατ' ενάσκηση νομίμου δικαιώματος, ενώ, αντιθέτως, εάν δεν έχουν τηρηθεί οι τασσόμενοι όροι και προϋποθέσεις, συνιστά μονομερή μεταβολή δυναμένη να θεωρηθεί ως καταγγελία των συμβάσεων εργασίας των εργαζομένων κατά την προαναφερθείσα διάταξη του άρθρου 7 εδ.
α' Ν. 2112/1920. (ΑΠ 354/2019).
Στην προκειμένη περίπτωση οι ενάγουσες και ήδη αναιρεσείουσες με την από 27-3- 2013 αγωγή τους ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Χαλκιδικής, ισχυρίστηκαν ότι η εναγομένη και ήδη αναιρεσίβλητη, η οποία έχει ως αντικείμενο δραστηριότητας την εκμετάλλευση καζίνο, που λειτουργεί στο ξενοδοχειακό συγκρότημα ΠΟΡΤΟ ΚΑΡΡΑΣ, προσλήφθηκαν κατά τις αναφερόμενες σε αυτή ημερομηνίες από την αναιρεσίβλητη με συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου, οι οποίες μετατράπηκαν στη συνέχεια σε συμβάσεις αορίστου χρόνου για να εργαστούν με τις αναφερόμενες ιδιότητες.
Ότι από την πρόσληψή τους προσέφεραν τις υπηρεσίες τους στην αναιρεσίβλητη μέχρι τις 28.12.2012, οπότε η τελευταία, με πρόσχημα την αναδιάρθρωση της επιχείρησης με σκοπό τη μείωση του μισθολογικού κόστους, κατήγγειλε τις μεταξύ τους εργασιακές συμβάσεις και επανέλαβε την καταγγελία της στις 23.1.2013. Ότι οι ως άνω καταγγελίες είναι άκυρες για τους εξής λόγους:α) διότι κατά το χρόνο της καταγγελίας οι αναιρεσείουσες ήταν σε κατάσταση εγκυμοσύνης και βρίσκονταν σε αναρρωτική άδεια λόγω κύησης, β) διότι πραγματοποιήθηκαν κατά παράβαση του νόμου περί ομαδικών απολύσεων, καθόσον υπερέβαιναν το ανώτερο όριο των έξη ατόμων ανά μήνα, γ) διότι είναι καταχρηστικές, καθώς υπαγορεύθηκαν από διάθεση εκδίκησης της διοίκησης της αναιρεσίβλητης, με σκοπό την άσκηση πίεσης στους εργαζομένους, ώστε να υπογράψουν νέα επιχειρησιακή ΣΣΕ με τους όρους που υπαγόρευε αυτή, χωρίς να συντρέχουν οικονομοτεχνικοί λόγοι που τις επέβαλαν, δ) διότι καθυστέρησε στην καταβολή της αποζημίωσης απόλυσης, άλλως διότι παραβιάσθηκε η αρχή της αναλογικότητας.
Με το ιστορικό αυτό ζήτησαν: α) να αναγνωριστεί η ακυρότητα των καταγγελιών της σύμβασης εργασίας καθεμίας από αυτές, β) να υποχρεωθεί η εναγομένη να τις απασχολεί πραγματικά, με τις ίδιες συνθήκες, στην ίδια θέση και με την ίδια ειδικότητα και τα ίδια καθήκοντα, αφού η εκ μέρους της άρνηση των παρεχομένων από αυτές υπηρεσιών, προσβάλλει το δικαίωμά τους στην ελεύθερη ανάπτυξη της προσωπικότητάς τους, γ) να καταδικαστεί η εναγομένη σε χρηματική ποινή ύψους 300 ευρώ, για κάθε η μέρα άρνησής της να απασχολεί την καθεμία από αυτές, δ) να υποχρεωθεί η εναγομένη να τους καταβάλλει μισθούς υπερημερίας έως τη συζήτηση της αγωγής τα αναφερόμενα ειδικότερα ποσά και ε) να υποχρεωθεί η εναγομένη να καταβάλει σε κάθε μία από αυτές το ποσό των 5000 ευρώ για χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης που τους προκάλεσε η εναγομένη από τις άκυρες απολύσεις.
Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο απέρριψε την αγωγή ως ουσιαστικά αβάσιμη. Κατά της απόφασης αυτής άσκησαν έφεση οι ενάγουσες και ήδη αναιρεσείουσες, επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση με αριθμό 407/2018, η οποία έκανε τυπικά δεκτή την έφεση και απέρριψε αυτή κατ' ουσίαν.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 1 εδ. α του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται μόνο, αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, ήτοι εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013, ΟλΑΠ 7/2006).
Με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του ανωτέρω δικαστηρίου κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Στην τελευταία δε περίπτωση, η παραβίαση του κανόνα αυτού ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο αποκλειστικώς και μόνο με βάση τα πραγματικά περιστατικά που δέχεται το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν ή ότι δεν αποδείχθηκαν (ΑΠ 19/2020, ΑΠ 319/2017, ΑΠ 130/2016, ΑΠ 1420/2013).
Στην περίπτωση της κατ' ουσίαν έρευνας της υπόθεσης από το δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, για το ορισμένο του ανωτέρω από τον αριθμό 1 εδ. α' του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγου αναίρεσης, πρέπει να διαλαμβάνονται στο αναιρετήριο: α) η διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάσθηκε και το περιεχόμενο αυτής, β) οι παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά (ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού) και θεμελίωσαν την κρίση του δικαστηρίου ως προς τη βασιμότητα ή μη της αγωγής ή του ισχυρισμού και υπό τα οποία συντελέσθηκε η επικαλουμένη παράβαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, γ) το αποδιδόμενο στην προσβαλλομένη απόφαση νομικό σφάλμα ως προς την ερμηνεία ή την εφαρμογή του ουσιαστικού νόμου, ήτοι η αποδιδομένη με τον λόγο αναίρεσης πλημμέλεια και η διαγνωσθείσα βάση αυτής έννομη συνέπεια (ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013, ΟλΑΠ 20/2005, ΟλΑΠ 27/1998).
Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 εδ.
α του Συντάγματος που επιτάσσει ότι κάθε δικαστική απόφαση πρέπει να είναι ειδικά και εμπεριστατωμένα αιτιολογημένη, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά "έλλειψη αιτιολογίας", ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της "ανεπαρκής αιτιολογία" ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους "αντιφατική αιτιολογία" (ΟλΑΠ 1/1999).
Ειδικότερα αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά που αναγράφονται σε αυτήν και στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων που τείνει στη θεμελίωση ή κατάλυση του επιδίκου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της συγκεκριμένης ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης.
Αντίστοιχα ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση στη συγκεκριμένη περίπτωση της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε, είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι όμως όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση των αποδείξεων εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα (ΟλΑΠ 15/2006).
Το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες. Ελλείψεις αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες.
Για να είναι δε ορισμένος ο πιο πάνω αναιρετικός λόγος πρέπει να διαλαμβάνονται στο δικόγραφο της αναίρεσης: α) η διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάσθηκε και το περιεχόμενο αυτής, β) οι ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης, γ) ο ισχυρισμός και τα περιστατικά, οι οποίοι προτάθηκαν για τη θεμελίωσή του, ως προς τον οποίο η έλλειψη, η ανεπάρκεια ή αντίφαση και η σύνδεσή του με το διατακτικό, εφόσον αυτή δεν είναι αυτονόητη, δ) η εξειδίκευση της πλημμέλειας του δικαστηρίου της ουσίας, αν πρόκειται, δηλαδή για παντελή έλλειψη αιτιολογίας ή ποίες είναι οι ανεπάρκειες ή οι αντιφάσεις που προσάπτονται στις ως άνω παραδοχές, δηλαδή να διαλαμβάνεται ποίες επιπλέον αιτιολογίες έπρεπε να περιλαμβάνει η απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας ή που εντοπίζονται οι αντιφάσεις (ΟλΑΠ 20/2005, ΑΠ 109/2020, ΑΠ 638/2019, ΑΠ 550/2017, ΑΠ 1184/2015, ΑΠ 121/2014).
Σε αμφότερες τις περιπτώσεις, δεν αρκεί η μνεία αποσπασματικών παραδοχών της αναιρεσιβαλλομένης απόφασης κατ' επιλογή του αναιρεσείοντος, αλλά πρέπει να αναφέρεται το σύνολο των πραγματικών περιστατικών που έγιναν δεκτά με την προσβαλλόμενη απόφαση, έστω και κατά τρόπο συνοπτικό, με βάση τα οποία η προσβαλλόμενη κατέληξε σε δυσμενές για τον αναιρεσείοντα συμπέρασμα (ΟλΑΠ 28/1998, ΑΠ 19/2020, ΑΠ 93/2020, ΑΠ 319/2017, ΑΠ 901/2010, ΑΠ 2173/2007).
Συνακόλουθα, η ευθεία ή εκ πλαγίου παραβίαση του κανόνα του ουσιαστικού δικαίου (άρθ. 559 αριθ. 1 και 19 του ΚΠολΔ), οσάκις το δικαστήριο ερεύνησε την υπόθεση κατ' ουσία, πρέπει να προκύπτει από τη διατυπωθείσα προς στήριξη του διατακτικού της προσβαλλομένης απόφασης ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού αυτής, δηλαδή από τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης του δικαστηρίου της ουσίας επί των ζητημάτων που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και με βάση τις οποίες το δικαστήριο, ως αναγκαίες, κατέληξε στην κρίση περί παραδοχής ή απόρριψης της αγωγής, της ένστασης ή της αντένστασης (ΑΠ 1420/2013) και κατά τούτο συνιστούν, κατά τα ήδη προεκτεθέντα, στοιχεία του ορισμένου του προβαλλομένου στο αναιρετήριο σχετικού λόγου αναίρεσης.
Η κατά τα άνω αοριστία του αναιρετικού λόγου δεν μπορεί να θεραπευθεί με παραπομπή σε άλλα διαδικαστικά έγγραφα της δίκης (ΟλΑΠ 27/1998, ΟλΑΠ 32/1996), ούτε και με τις πριν τη συζήτηση της αναίρεσης κατατεθείσες προτάσεις του αναιρεσείοντος (ΑΠ 109/2020, ΑΠ 19/2020).
Στην προκειμένη περίπτωση με τους πρώτο, δεύτερο, τρίτο, τέταρτο και πέμπτο λόγους αναίρεσης, οι αναιρεσείουσες προσάπτουν στην προσβαλλομένη απόφαση τις παρακάτω, από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, πλημμέλειες και συγκεκριμένα: α) με τον πρώτο λόγο αναίρεσης, αφενός μεν ότι με τις παραδοχές ότι καίτοι οι αναιρεσείουσες - ενάγουσες ήταν εγκυμονούσες κατά το χρόνο της καταγγελίας των συμβάσεων εργασίας τους, παρ' όλα αυτά ήταν έγκυρη η καταγγελία αυτών εκ μέρους της αναιρεσίβλητης ανώνυμης εταιρείας, διότι συνέτρεχε ο επιβαλλόμενος κατά την παρ. 1 του άρθρου 15 του Ν. 1483/1984 και του άρθρου 10 του ΠΔ 176/1997 σπουδαίος λόγος (οικονομοτεχνικός λόγος), τον οποίο η αναιρεσίβλητη δεν ανέφερε στο έγγραφο της καταγγελίας, αφ' ετέρου δε ότι η καταγγελία των συμβάσεων εργασίας τους και συγκεκριμένα η μεταβολή της θέσης και της ειδικότητάς τους, σύμφωνα με την από 1.11.2012 εξώδικη δήλωση, καθώς και η εκ περιτροπής εργασία μετά την από 23.1.2013 εξώδικη καταγγελία, δεν συνιστά βλαπτική μεταβολή και συνακόλουθα ότι δεν ήταν καταχρηστική η καταγγελία των συμβάσεων εργασίας τους, εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε τις προαναφερθείσες ως άνω διατάξεις καθώς και αυτή του άρθρου 281ΑΚ, β) με το δεύτερο λόγο της αιτήσεως, προσάπτουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια ότι εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε τις αναφερόμενες διατάξεις του νομοθετικού πλαισίου της εκ περιτροπής εργασίας, συνεπεία των οποίων εσφαλμένα απέρριψε τον αγωγικό ισχυρισμό τους περί ακυρότητας της καταγγελίας των συμβάσεων εργασίας τους, καθόσον δεν επιτρέπεται από τις διατάξεις αυτές η απόλυση εργαζομένου που έχει ήδη τεθεί σε σύστημα εκ περιτροπής απασχόλησης, καθώς και ότι η απόλυσή τους είναι αντίθετη προς την αρχή της αναλογικότητας, γ) με τον τρίτο λόγο της αιτήσεως προσάπτουν την πλημμέλεια ότι το Εφετείο εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε τις διατάξεις του άρθρου 5 παρ.3 εδ.
α του Ν. 3198/1955, των άρθρων 1 και 3 του Ν. 2112/1920 και 669 ΑΚ, ενώ έπρεπε να δεχθεί ακυρότητα της καταγγελίας συνεπεία καθυστερημένης καταβολής της 2ης δόσης της οφειλόμενης αποζημίωσης απόλυσης, την οποία κατέβαλε στις 8-4-2013, δ) με τον τέταρτο λόγο της αιτήσεως οι αναιρεσείουσες αιτιώνται ότι εσφαλμένα το δευτεροβάθμιο δικαστήριο εφάρμοσε τη διάταξη του άρθρου 1 παρ. 1 του ν. 1387/1983 περί ομαδικών απολύσεων, αφού η καταγγελία των συμβάσεων εργασίας τους ήταν άκυρη λόγω υπέρβασης του ανωτάτου επιτρεπτού ορίου απολύσεων και ε) με τον πέμπτο λόγο της αιτήσεως οι αναιρεσείουσες προσάπτουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια ότι εσφαλμένα το Εφετείο ερμήνευσε και εφάρμοσε τη διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ, με την κρίση του ότι δεν είναι καταχρηστική η άσκηση του δικαιώματος της καταγγελίας από μέρους της αναιρεσίβλητης, αν και έγιναν από εχθρότητα προς αυτές με σκοπό να ασκηθεί πίεση για να αποδεχθούν οι αναιρεσείουσες εκουσίως δυσμενή τη δυσμενή μεταβολή των όρων και των συνθηκών εργασίας τους.
Με το περιεχόμενο αυτό οι ως άνω λόγοι αναίρεσης είναι αόριστοι και συνακόλουθα απαράδεκτοι, διότι στην ένδικη αίτηση αναίρεσης δεν διαλαμβάνονται οι κρίσιμες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου επί ζητημάτων που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε το εν λόγω δικαστήριο ως θεμελιωτικά της κρίσης του α) για την εγκυρότητα της καταγγελίας των συμβάσεων εργασίας τους, β) για το ότι οι επίδικες απολύσεις δεν προσβάλλουν την αρχή της αναλογικότητας, γ) περί μη ακυρότητας της καταγγελίας λόγω μη εμπρόθεσμης καταβολής της 2ης δόσης της οφειλόμενης αποζημίωσης, δ) περί μη υπέρβασης του ανωτάτου επιτρεπτού ορίου των ομαδικών απολύσεων και ε) για το ότι οι επίδικες απολύσεις δεν ασκήθηκαν καταχρηστικά από λόγους έχθρας, εκδίκησης και εμπάθειας των εκπροσώπων της αναιρεσίβλητης σε βάρος των εναγουσών, υπό τα οποία συντελέσθηκε η επικαλούμενη παραβίαση των ως άνω κανόνων ουσιαστικού δικαίου, ούτως ώστε να ερευνηθεί η συνδρομή ή μη των εκ του αριθμού 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ αναιρετικών πλημμελειών.
Ειδικότερα, οι αναιρεσείουσες περιορίζονται στο να διαλάβουν στο αναιρετήριο μόνο το κατά την εκδοχή αυτών πραγματικό μέρος της υπόθεσης, το συμπέρασμα της ουσιαστικής κρίσης του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου και το αποδιδόμενο στο δικαστήριο νομικό σφάλμα, που ανάγεται στην εσφαλμένη εφαρμογή των πιο πάνω επικαλουμένων διατάξεων ουσιαστικού δικαίου, χωρίς να αναφέρουν, έστω και κατά τρόπο συνοπτικό, τις κρίσιμες ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, που οδήγησαν το δικαστήριο της ουσίας στο ανωτέρω συμπέρασμα.
Επιπλέον δεν προσδιορίζεται στο αναιρετήριο σε τι συνίσταται το υπαγωγικό σφάλμα σε σχέση με την ερμηνεία και εφαρμογή των ως άνω διατάξεων.
Με τον έκτο λόγο αναίρεσης προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αιτίαση από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με την έννοια της ελλείψεως επαρκών αιτιολογιών, αλλά και της ύπαρξης αντιφατικών αιτιολογιών στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση. Ειδικότερα επικαλούνται οι αναιρεσείουσες ότι αυτή δεν έχει παραδοχές για τη μονομερή βλαπτική μεταβολή των συνθηκών εργασίας που επικαλέσθηκαν με την αγωγή τους και συγκεκριμένα αν υπάρχει διαφορά μεταξύ της ειδικότητας που είχαν και των υποστηρικτικών θέσεων που τους πρότεινε η εναγομένη, τι αποδοχές ελάμβαναν ως κρουπιέρηδες και τι θα ελάμβαναν με την προτεινόμενη αλλαγή ειδικότητας, το ωράριο που θα εργάζονταν στη νέα θέση σε σχέση με το παλιό, αν τα φιλοδωρήματα που ελάμβαναν ως κρουπιέρηδες θα τα είχαν και στη νέα θέση, αν η διακοπή λειτουργίας του τμήματος που εργάζονταν ήταν οριστική ή προσωρινή, αν στο τμήμα εργάζονταν άλλα άτομα, αν αυτές επιβάρυναν την περίοδο αυτή το τμήμα και το κόστος της μισθοδοσίας τους.
Επίσης, στην προσβαλλόμενη απόφαση περιέχονται, κατά τις αναιρεσείουσες, και αντιφατικές αιτιολογίες, από την παραδοχή της προσβαλλόμενης ότι '' οι ενάγουσες, κατά την περίοδο της καταγγελίας της σύμβασής τους, τελούσαν σε νόμιμη αναρρωτική άδεια λόγω κύησης'', η οποία εμπεριέχει παραδοχή για μονομερή βλαπτική μεταβολή, με το τελικό συμπέρασμα ότι δεν υπήρξε στην προκείμενη περίπτωση τέτοια μεταβολή.
Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος λόγω αοριστίας, διότι με το λόγο αυτό γίνεται από την αναιρεσείουσα αναφορά στην επιχειρηματολογία του δικαστηρίου της ουσίας κατά την αξιολόγηση του αποδεικτικού υλικού, καθώς και στη δική τους εκδοχή για την υπόθεση, χωρίς να παρατίθενται με πληρότητα, αλλά εντελώς επιλεκτικά και αποσπασματικά, οι ουσιαστικές παραδοχές του Εφετείου, δηλαδή τα γενόμενα δεκτά από εκείνο πραγματικά περιστατικά, με βάση τα οποία κατέληξε στη νομική του κρίση για τη συνδρομή των όρων των διατάξεων που εφάρμοσε.
Επίσης, στο αναιρετήριο δεν επικαλούνται οι αναιρεσείουσες ποιες διατάξεις ουσιαστικού δικαίου παραβιάσθηκαν εκ πλαγίου. Λόγω των ελλείψεων αυτών δεν μπορεί να ελεγχθεί η ορθότητα ή μη του διατακτικού της προσβαλλόμενης απόφασης από την άποψη της εκ πλαγίου παραβιάσεως των κανόνων ουσιαστικού δικαίου που εφάρμοσε.
Επομένως, ο ως άνω αναιρετικός λόγος από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι απαράδεκτος. Εξάλλου, κατά το άρθρο 559 αριθμός 8 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Ως "πράγματα" δε νοούνται οι αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων, που τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ασκούμενου με την αγωγή δικαιώματος (Ολ ΑΠ 3/1997), δηλαδή οι ισχυρισμοί που, κατά το νόμο, διαμόρφωσαν ή ανάλογα ήταν ικανοί να διαμορφώσουν το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης (Ολ ΑΠ 2/1989).
Δεν αποτελούν "πράγματα" τα επικαλούμενα από τους διαδίκους αποδεικτικά μέσα και πολύ περισσότερο η αξιολόγηση από το δικαστήριο του περιεχομένου των εγγράφων και των λοιπών αποδεικτικών μέσων. Επομένως, δεν ιδρύεται ο ανωτέρω λόγος αναίρεσης αν δεν λήφθηκαν υπόψη επιχειρήματα ή συμπεράσματα από την εκτίμηση των αποδείξεων, έστω και αν προτείνονται ως λόγος έφεσης, όπως και οι νομικοί ισχυρισμοί ή η νομική επιχειρηματολογία των διαδίκων, ούτε οι ισχυρισμοί που ανάγονται στην κατ' ορθή ερμηνεία έννοια του εφαρμοστέου νόμου (Ολ ΑΠ 25/2003, 3/1997, 11/1996).
Για το ορισμένο του λόγου αυτού δεν αρκεί να αναγράφεται στο αναιρετήριο ότι το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη κάποιον ισχυρισμό, αλλά θα πρέπει να παρατίθενται και όλα τα στοιχεία από τα οποία προκύπτει ότι ο ισχυρισμός προτάθηκε παραδεκτά στο δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, ότι ήταν νόμω βάσιμος και ότι αν γινόταν δεκτός θα επηρέαζε ευνοϊκά για τον αναιρεσείοντα το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης Αν δε το δικαστήριο της ουσίας εξέτασε στην ουσία την υπόθεση, πρέπει να αναφέρονται στο αναιρετήριο και οι κρίσιμες σχετικές παραδοχές, υπό τις οποίες έγινε η επικαλούμενη παραβίαση (ΑΠ 81/2020, ΑΠ 892/2011, ΑΠ 668/2016, ΑΠ 1742/2006).
Στην προκείμενη περίπτωση οι αναιρεσείουσες, με τον έβδομο λόγο αναίρεσης, προσάπτουν την από αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, η οποία συνίσταται στο ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο έλαβε υπ' όψη τον ισχυρισμό της αναιρεσίβλητης ότι η μεταβολή της ειδικότητάς τους δεν ήταν βλαπτική, καίτοι ο ισχυρισμός αυτός δεν προτάθηκε από την αναιρεσίβλητη.
Ο λόγος αυτός είναι πρωτίστως απορριπτέος ως απαράδεκτος, διότι δεν ιδρύεται τέτοιος λόγος αναίρεσης προκειμένου για μη αυτοτελή ισχυρισμό, όπως εν προκειμένω, αλλά και αόριστος, διότι δεν αναφέρονται στο αναιρετήριο οι κρίσιμες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, υπό τις οποίες συντελέσθηκε η επικαλούμενη παραβίαση.
Τέλος, με τον όγδοο λόγο αναίρεσης, ομοίως από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, οι αναιρεσείουσες προσάπτουν την αιτίαση ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο με την προσβαλλόμενη απόφασή του α) δεν απάντησε στον πρώτο λόγο έφεσης, στον οποίο επικαλούντο: 1) ότι η προτεινόμενη αλλαγή ειδικότητας ήταν βλαπτική, 2) ότι η προτεινόμενη αλλαγή ειδικότητας συνιστούσε τροποποιητική καταγγελία, εδραζόμενη στο ότι οι αναιρεσείουσες είχαν χαμηλότερη απόδοση, που συνιστούσε μη νόμιμο λόγο καταγγελίας, 3) ότι οι τροποποιητικές καταγγελίες που έλαβαν χώρα την 1.11.2012 αποτελούσαν μη επιτρεπτές ομαδικές απολύσεις, επί των οποίων δεν θα μπορούσε να στηριχθεί η νομιμότητα του επικαλούμενου για την απόλυσή τους σπουδαίου λόγου, 4) ότι στην 1η καταγγελία δεν υπήρχε σπουδαίος λόγος που να δικαιολογούσε την απόλυσή τους, γεγονός που επιφέρει ακυρότητα της καταγγελίας, ενώ στη 2η καταγγελία αναφέρθηκε ως σπουδαίος λόγος η έλλειψη αντικειμένου εργασίας και β) ότι δεν απάντησε στο δεύτερο λόγο της έφεσής τους, με τον οποίο είχαν επικαλεσθεί κακή εκτίμηση των αποδείξεων όσον αφορά το ουσιώδες για την έκβαση της δίκης ζήτημα των ομαδικών απολύσεων.
Ο ανωτέρω λόγος, ανεξάρτητα από την αοριστία του, εφόσον δεν αναφέρονται στο αναιρετήριο οι κρίσιμες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης σχετικά με τα ανωτέρω ζητήματα, υπό τις οποίες έγινε η επικαλούμενη παραβίαση και του ότι με την επίφαση αναιρετικής πλημμέλειας προβάλλονται αιτιάσεις για την αναιρετικά ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων από το Εφετείο, είναι και αβάσιμος διότι, όπως προκύπτει από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, όλοι οι ανωτέρω αγωγικοί ισχυρισμοί των αναιρεσειουσών ελήφθησαν υπ' όψη από το Εφετείο και απορρίφθηκαν στην ουσία.
Κατ' ακολουθία των ανωτέρω πρέπει η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης να απορριφθεί και να καταδικασθούν οι αναιρεσείουσες που ηττήθηκαν στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης (άρθρα 176, 183 και 191 παρ. 2 ΚπολΔ),που κατέθεσε προτάσεις, όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 17.5.2019 αίτηση των 1) Β. Τ. κλπ. (σύν. 3) για αναίρεση της 407/2018 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Και
Επιβάλλει σε βάρος των αναιρεσειουσών τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1.800) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 2 Φεβρουαρίου 2021
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 14 Σεπτεμβρίου 2021.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ