Legislator Case Law & Legislation
668/2016 AI generated

Supreme Court dismisses appeal for lack of specific legal grounds and fails to cite substantive law rules.

Case Number 668/2016
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court of Greece dismissed the appellant's appeal against a labor court decision regarding an employee's termination. The appellant argued the lower court failed to provide sufficient reasoning for its ruling, but the Supreme Court rejected this claim because the appeal did not specify which substantive legal rule was violated or clearly state the factual assumptions relied upon. Consequently, the court held that the appeal was inadmissible for being vague and failed to meet the statutory requirements for challenging a judgment on grounds of insufficient reasoning.

Legislator headnote

AI generated

Articles 15 of Law 1483/1984 and Article 559(19) of the Code of Civil Procedure: An appeal based on insufficient reasoning is inadmissible if the appellant fails to specify the substantive legal rule violated, clearly state the factual assumptions of the challenged decision, and identify the missing elements or contradictions in the reasoning.

Keywords

AI generated
insufficient reasoning inadmissible appeal substantive law violation factual assumptions labor termination appeal procedure legal grounds

Cited Legislation

AI generated
Article 15 of Law 1483/1984
Article 10 of Presidential Decree 176/1997
Article 559(19) of the Code of Civil Procedure
Articles 176, 183 and 191(2) of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 668 / 2016 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 668/2016

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β2’ Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ασπασία Καρέλλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Νικόλαο Πάσσο, Παναγιώτη Κατσιρούμπα, Δήμητρα Κοκοτίνη και Γεώργιο Μιχολιά, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 27 Σεπτεμβρίου 2016, με την παρουσία και της γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Π. - Μ. Κ. του Γ., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Φωτεινή Λαδά, με δήλωση κατ’ άρθρο 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ. που κατέθεσε προτάσεις.

Της αναιρεσίβλητης: ομόρρυθμης εταιρείας με την επωνυμία "....", που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Σταυρούλα Γκούμα, με δήλωση κατ’ άρθρο 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., που κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 26/2/2010 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Λάρισας.

Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 18/2011 του ίδιου Δικαστηρίου και 80/2014 του Τριμελούς Εφετείου Λάρισας.

Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα εταιρεία με την από 5/6/2014 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.

Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Δήμητρα Κοκοτίνη ανέγνωσε την από 4/12/2015 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

1. Επειδή, κατά το άρθρο 15 παρ. 1 του ν. 1483/1984, "Προστασία και διευκόλυνση των εργαζομένων με οικογενειακές υποχρεώσεις", απαγορεύεται και είναι απόλυτα άκυρη η καταγγελία της σχέσης εργασίας εργαζομένης από τον εργοδότη της, τόσο κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης της, όσο και κατά το χρονικό διάστημα ενός έτους μετά τον τοκετό ή κατά την απουσία της για μεγαλύτερο χρόνο, λόγω ασθενείας της, που οφείλεται στην κύηση ή τον τοκετό, εκτός εάν υπάρχει σπουδαίος λόγος για καταγγελία.

Περαιτέρω, κατά το άρθρο 10 του π.δ. 176/1997 "Μέτρα για τη βελτίωση της ασφάλειας και της υγείας κατά την εργασία των εγκύων, λεχώνων και γαλουχουσών εργαζομένων σε συμμόρφωση με την οδηγία 95/85/ΕΟΚ (ΦΕΚ Α` 150). "1. Απαγορεύεται η καταγγελία της σχέσης εργασίας των εργαζομένων γυναικών, κατά την έννοια του άρθρου 2 (δηλαδή των εγκύων, λεχώνων, γαλουχουσών - όπως το άρθρο 2 τροποποιήθηκε με το άρθρο 2 παρ. 2 του π.δ. 41/2003) σύμφωνα με το άρθρο 15 του ν. 1483/1984. 2.

Σε περίπτωση καταγγελίας της σχέσης εργασίας, εφόσον υπάρχει σπουδαίος λόγος, σύμφωνα με το άρθρο 15 του ν. 1483/1984...". Ως σπουδαίος λόγος για την καταγγελία, θεωρούνται ένα ή περισσότερα περιστατικά, τα οποία, κατ` αντικειμενική κρίση, καθιστούν, κατά τη συναλλακτική καλή πίστη, μη ανεκτή από τον εργοδότη την εξακολούθηση της εργασιακής σχέσης, ανεξαρτήτως από την ύπαρξη ή ανυπαρξία πταίσματος εκείνου κατά του οποίου γίνεται η καταγγελία.

Σημειώνεται δε ότι η καλή πίστη δεν απαιτείται με κάθε τίμημα και θυσία ανοχή της εργαζόμενης μέχρι τη λήξη των παραπάνω προθεσμιών, αλλά θέτει ορισμένα όρια ανοχής, η υπέρβαση των οποίων δικαιολογεί την απαλλαγή από τη συμβατική δέσμευση. Το όριο της θυσίας το οποίο μπορεί ή δεν μπορεί ν` αξιωθεί ορίζεται από το δικαστήριο στη συγκεκριμένη περίπτωση, ύστερα από ειδική εκτίμηση των ειδικών συνθηκών και τη στάθμη των συγκρουόμενων συμφερόντων των μερών, αφού ληφθεί υπόψη ότι η σύμβαση εργασίας δημιουργεί σχέση προσωπικής συνεργασίας και αμοιβαίας εμπιστοσύνης, η έλλειψη των οποίων συνεπάγεται την ακαταλληλότητα της εργαζόμενης για την εργασία που συμφωνήθηκε.

Έτσι, η ουσιώδης παράβαση των υποχρεώσεων αποτελεί σπουδαίο λόγο καταγγελίας, χωρίς να απαιτείται αναγκαίως και υπαιτιότητα. Αρκεί και ένα μόνο περιστατικό, το οποίο αντικειμενικώς θεωρούμενο, κατά την καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη, καθιστά μη ανεκτή την περαιτέρω διατήρηση της εργασιακής σχέσης για τον εργοδότη.

Ως σπουδαίος λόγος δεν μπορεί σε καμία περίπτωση να θεωρηθεί ενδεχόμενη μείωση της απόδοσης της εργασίας της εγκύου, η οποία οφείλεται στην εγκυμοσύνη. Εξάλλου, κατά το άρθρο 7 εδ. α` του ν. 2112/1920 "πάσα μονομερής μεταβολή των όρων της υπαλληλικής συμβάσεως, βλάπτουσα τον υπάλληλον θεωρείται ως καταγγελία ταύτης, δι`ην ισχύουσιν οι διατάξεις του παρόντος νόμου".

Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, μονομερής μεταβολή θεωρείται κάθε τροποποίηση των όρων εργασίας από τον εργοδότη, που γίνεται κατ` αθέτηση της εργασιακής σύμβασης, άσχετα αν αυτή είναι επωφελής ή βλαπτική για τον εργαζόμενο. Για την εφαρμογή, όμως, της εν λόγω διάταξης απαιτείται η μονομερής μεταβολή των όρων εργασίας να είναι βλαπτική για τον εργαζόμενο, δηλαδή να προκαλεί σ` αυτόν άμεση ή έμμεση υλική ή ηθική ζημία.

Σε περίπτωση που η ανωτέρω μονομερής μεταβολή δεν είναι αντίθετη προς το νόμο και τους όρους της σύμβασης και γίνεται κατ` ενάσκηση του διευθυντικού δικαιώματος του εργοδότη, ο εργαζόμενος προστατεύεται μόνο από τη διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ, η οποία απαγορεύει την κατάχρηση δικαιώματος. Ειδικότερα, ο μονομερής προσδιορισμός των όρων εργασίας που επιχειρεί ο εργοδότης βάσει του διευθυντικού δικαιώματός του, πρέπει να υπηρετεί τους σκοπούς του δικαιώματος αυτού, δηλαδή την κατά το δυνατόν καλύτερη αξιοποίηση της εργασίας και την προσφορότερη οργάνωση της επιχείρησης.

Αν ο μονομερής προσδιορισμός της παροχής εργασίας δεν αποβλέπει στην πραγματοποίηση των παραπάνω σκοπών, αλλά άλλων, άσχετων με αυτούς, επιδιώξεων του εργοδότη, τότε δεν υπάρχει χρήση αλλά κατάχρηση του διευθυντικού δικαιώματος. Και τούτο γιατί η καλή πίστη επιβάλλει στο φορέα του δικαιώματος να λαμβάνει υπόψη κατά την άσκησή του και κατά το μέτρο που επιβάλλουν οι περιστάσεις τα δικαιολογημένα συμφέροντα και τις δικαιολογημένες προσδοκίες του άλλου μέρους.

Τούτο ιδίως επιβάλλεται επί συμβάσεως παροχής εξαρτημένης εργασίας, καθόσον το διευθυντικό δικαίωμα του εργοδότη για προσδιορισμό των όρων εκπλήρωσης της παροχής από το μισθωτό αποτελεί μονομερή εξουσία αυτού, η άσκηση της οποίας υπόκειται στους περιορισμούς που επιβάλλουν η καλή πίστη, τα χρηστά ήθη ο κοινωνικός ή ο οικονομικώς σκοπός του δικαιώματος, έστω και αν η εξουσία αυτού στηρίζεται στο νόμο ή στη συμφωνία των μερών.

Από την προαναφερόμενη διάταξη, σε συνδυασμό με τις διατάξεις των άρθρων 288, 648 και 652 ΑΚ, προκύπτει ότι στην περίπτωση της σύμβασης παροχής εξαρτημένης εργασίας αόριστου χρόνου, εάν ο εργοδότης προβεί σε μονομερή βλαπτική για το μισθωτό μεταβολή των όρων εργασίας ή, κατά την άσκηση του διευθυντικού δικαιώματός του, προβεί, κατά κατάχρηση αυτού, στον προσδιορισμό της παροχής εργασίας, ο μισθωτός έχει διαζευκτικώς τις εξής δυνατότητες:

α) Να αποδεχθεί τη μεταβολή, οπότε συνάπτεται νέα σύμβαση, τροποποιητική της αρχικής, η οποία είναι έγκυρη εφόσον δεν αντίκειται σε απαγορευτική διάταξη του νόμου ή στα χρηστά ήθη, β) Να θεωρήσει την πράξη αυτή του εργοδότη καταγγελία, εκ μέρους του, της εργασιακής σύμβασης και ν` απαιτήσει την καταβολή της αποζημίωσης, που προβλέπεται από το ν. 2112/1920 και γ) Να εμμείνει στην τήρηση των συμβατικών όρων, προσφέροντας τις υπηρεσίες του σύμφωνα με τους προ της μεταβολής όρους, οπότε, εάν ο εργοδότης δεν αποδεχθεί αυτή, καθίσταται υπερήμερος περί την αποδοχή της εργασίας και οφείλει μισθούς υπερημερίας, ή, εκφράζοντας την αντίθεσή του, να παράσχει τη νέα εργασία του και να προσφύγει στο δικαστήριο, ζητώντας να υποχρεωθεί ο εργοδότης του να τον απασχολεί σύμφωνα με τους προ της μεταβολής όρους (ΑΠ 77/2013, 746/2010).

Κρίσιμος χρόνος για το χαρακτηρισμό της μονομερούς μεταβολής των όρων της σύμβασης εργασίας ως βλαπτικής ή μη και δη για την κρίση ως προς το χαρακτήρα της νέας θέσης, στην οποία τοποθετείται ο εργαζόμενος από τον εργοδότη, ως υποδεέστερης ή μη, σε σχέση με αυτή που κατείχε προηγουμένως, είναι κατ’ αρχήν ο χρόνος πραγματοποιήσεως της μεταβολής αυτής, αφού κατά το χρόνο αυτό και με τα υπάρχοντα τότε δεδομένα καλείται ο εργαζόμενος να την αποδεχθεί ή να την αποκρούσει, εφόσον όμως η μεταβολή αυτή κατά το χρόνο της πραγματοποιήσεώς της είναι οριστική και μόνιμη και όχι όταν η τοποθέτηση του μισθωτού γίνεται σε θέση προσωρινά υποδεέστερη της προηγουμένως κατεχόμενης, με βεβαιότητα αναβαθμίσεώς του στο προσεχές μέλλον με την ανάθεση καθηκόντων ανάλογης σπουδαιότητας και κρίσιμων αρμοδιοτήτων για μεγάλο ή και απεριόριστο χρονικό διάστημα (ΑΠ 1.046/2012, 126/2011).

Περαιτέρω, κατά το άρθρο 559 αριθμός 1εδ.α’ ΚΠολΔ, παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που ιδρύει τον προβλεπόμενο από τη διάταξη αυτή λόγο αναίρεσης, υπάρχει όταν ο κανόνας δικαίου είτε ερμηνεύτηκε εσφαλμένα, δηλαδή το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σ` αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε δεν εφαρμόσθηκε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, είτε εφαρμόσθηκε, ενώ αυτές δεν συνέτρεχαν ή εφαρμόσθηκε εσφαλμένα (ΟλΑΠ 7/2014, 7/2006).

Συνεπώς, κατά τις παραπάνω διακρίσεις, η παράβαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που οδηγεί σε εσφαλμένο νομικό συλλογισμό και κατ` επέκταση σε εσφαλμένη εφαρμογή του δικαίου, εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου είτε ως εσφαλμένη υπαγωγή σ` αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης, που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού της απόφασης.

Έτσι, με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης, ο οποίος για να είναι ορισμένος πρέπει να καθορίζονται στο αναιρετήριο τόσο η διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάσθηκε όσο και το αποδιδόμενο στην προσβαλλόμενη απόφαση νομικό σφάλμα, ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής ή των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς, οπότε πρέπει να παρατίθενται στο αναιρετήριο και οι αντίστοιχες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά και υπό τα οποία συντελέσθηκε η επικαλούμενη παράβαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου (Ολ.ΑΠ 2/2013, 20/2005, ΑΠ 1.697/2012).

Εξάλλου, ως διδάγματα της κοινής πείρας θεωρούνται γενικές αρχές που συνάγονται επαγωγικά από την καθημερινή παρατήρηση της εμπειρικής πραγματικότητας, τη συμμετοχή στις συναλλαγές και τις γενικές τεχνικές ή επιστημονικές γνώσεις, οι οποίες έχουν γίνει κοινό κτήμα και χρησιμοποιούνται από το δικαστήριο για την εξειδίκευση των αόριστων νομικών εννοιών και για την έμμεση απόδειξη κρίσιμων γεγονότων ή την εκτίμηση της αποδεικτικής αξίας των αποδεικτικών μέσων που προσκομίστηκαν.

Κατά τη σαφή έννοια του άρθρου 559 αριθμός 1 εδ.β Κ.Πολ.Δ. η παραβίαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας ιδρύει λόγο αναιρέσεως μόνο αν αυτά χρησιμοποιήθηκαν εσφαλμένα από το δικαστήριο κατά την ερμηνεία κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή σ’ αυτούς των πραγματικών περιστατικών που αποδείχθηκαν και όχι προς έμμεση απόδειξη ή προς εκτίμηση της αποδεικτικής αξίας των αποδεικτικών μέσων που προσκομίστηκαν, γιατί στην περίπτωση αυτή πρόκειται για εκτίμηση πραγμάτων, η οποία είναι αναιρετικώς ανέλεγκτη (Ολ.Α.Π.2/2008, 10/2005, Α.Π. 224/2013, 160/2013, 960/2013).Για το ορισμένο του λόγου αυτού πρέπει να αναφέρεται στο αναιρετήριο ποια είναι τα διδάγματα της κοινής πείρας που παραβιάστηκαν, καθώς και ο κανόνας δικαίου, την ερμηνεία και εφαρμογή του οποίου τα διδάγματα αυτά αφορούν, γιατί αλλιώς καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος (ΑΠ 960/2013).

Τέλος, κατά το άρθρο 559 αριθμός 8 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως ‘ ‘ πράγματα’ ‘ δε νοούνται οι αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων, που τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ασκούμενου με την αγωγή δικαιώματος (Ολ ΑΠ 3/1997), δηλαδή οι ισχυρισμοί που, κατά το νόμο, διαμόρφωσαν ή ανάλογα ήταν ικανοί να διαμορφώσουν το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης (Ολ ΑΠ 2/1989).

Δεν αποτελούν ‘ ‘ πράγματα’ ‘ τα επικαλούμενα από τους διαδίκους αποδεικτικά μέσα και πολύ περισσότερο η αξιολόγηση από το δικαστήριο του περιεχομένου των εγγράφων και των λοιπών αποδεικτικών μέσων. Επομένως, δεν ιδρύεται ο ανωτέρω λόγος αναίρεσης αν δεν λήφθηκαν υπόψη επιχειρήματα ή συμπεράσματα από την εκτίμηση των αποδείξεων, έστω και αν προτείνονται ως λόγος έφεσης, όπως και οι νομικοί ισχυρισμοί ή η νομική επιχειρηματολογία των διαδίκων, ούτε οι ισχυρισμοί που ανάγονται στην κατ’ ορθή ερμηνεία έννοια του εφαρμοστέου νόμου (Ολ ΑΠ 3/1997).

Για το ορισμένο του λόγου αυτού δεν αρκεί να αναγράφεται στο αναιρετήριο ότι το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη τον τάδε ισχυρισμό, αλλά θα πρέπει να παρατίθενται και όλα τα στοιχεία από τα οποία προκύπτει ότι ο ισχυρισμός προτάθηκε παραδεκτά στο δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, ότι ήταν νόμω βάσιμος και ότι αν γινόταν δεκτός θα επηρέαζε ευνοϊκά για τον αναιρεσείοντα το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης (ΑΠ 1742/2006). 2.

Επειδή, στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο Λάρισας, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε ανελέγκτως τα ακόλουθα πραγματικά γεγονότα: Ότι, η εναγομένη ομόρρυθμη εταιρεία (ήδη αναιρεσίβλητη) διατηρεί βιοτεχνία επεξεργασίας ξύλου στη νέα ... από πολλών ετών. Ότι κατά τα τελευταία έτη απασχολεί πέντε άτομα ως εργατικό προσωπικό, επιπλέον δε από 20-11-2007 είχε προσλάβει την ενάγουσα (ήδη αναιρεσείουσα) ως υπάλληλο γραφείου.

Ότι περί τα μέσα Ιανουαρίου 2010, ενόψει των επικρατουσών οικονομικών συνθηκών, που έπληξαν καίρια και την εναγομένη εταιρεία, ο νόμιμος εκπρόσωπός της Δ. Ζ. ζήτησε από όλους τους εργαζόμενους της επιχείρησης να συναινέσουν στην εκ περιτροπής εργασία τους, υπό τη μορφή της παροχής εργασίας λιγότερες ημέρες την εβδομάδα και συγκεκριμένα να μην εργάζονται κατά την ημέρα της Δευτέρας, οπότε το εργοστάσιο θα παρέμενε κλειστό, με ανάλογη μείωση του μισθού τους.

Ότι όλοι οι εργαζόμενοι συναίνεσαν στην πρόταση της εργοδοσίας, πλην της ενάγουσας, η οποία, επικαλούμενη ότι βρισκόταν σε κατάσταση εγκυμοσύνης, δεν συναίνεσε στην άνω προτεινόμενη εκ περιτροπής εργασία της και αρνήθηκε στις 26-1-2010 να υπογράψει το έγγραφο, στο οποίο αναφέρονταν οι όροι της ατομικής σύμβασης εργασίας μερικής απασχόλησης, δηλαδή της παροχής εργασίας στο εξής κατά τις ημέρες από Τρίτη έως Παρασκευή, όπως έπραξαν όλοι οι λοιποί εργαζόμενοι της επιχείρησης.

Ότι έτσι, στον κατά την ίδια ημερομηνία υποβληθέντα στην Επιθεώρηση Εργασίας πίνακα προσωπικού εργαζομένων της επιχείρησης, εμφανίζεται η ενάγουσα να είναι η μόνη εργαζόμενη στη βιοτεχνία κατά τις Δευτέρες. Ότι το γεγονός αυτό, όπως ήταν φυσικό, δυσαρέστησε σε μεγάλο βαθμό το νόμιμο εκπρόσωπο της εναγομένης Δ.

Ζ., ο οποίος, προφανώς εξοργισμένος, αξίωσε από την ενάγουσα στο εξής να είναι συνεπής στην εκπλήρωση των καθηκόντων της, στηλιτεύοντας την κατά το παρελθόν αγενή συμπεριφορά της έναντι πελάτη της εταιρείας, αξιώνοντας την επακριβή τήρηση του ωραρίου εργασίας της και απαγορεύοντάς της, κατά τη διάρκεια του χρόνου εργασίας της, να επικοινωνεί επανειλημμένα τηλεφωνικά με το σύζυγό της και τη μητέρα της, που διαμένει στην Αθήνα, όπως αυτή έπραττε μέχρι τότε.

Ότι στις 12-2-2010 επιδόθηκε στο νόμιμο εκπρόσωπο της εναγομένης η από 9-2-2010 εξώδικη δήλωση με διαμαρτυρία της ενάγουσας, στην οποία αυτή, επικαλούμενη την εγκυμοσύνη της και ότι η εναγομένη δεν έχει δικαίωμα από το νόμο να την απολύσει, καλούσε το νόμιμο εκπρόσωπό της να παύσει να επιδεικνύει έναντι αυτής υβριστική και απειλητική συμπεριφορά.

Δέχεται στη συνέχεια το Εφετείο, ότι την ίδια ημέρα η ενάγουσα, αρνούμενη να εκτελέσει την εργασία που της ανέθεσε ο νόμιμος εκπρόσωπος της εναγομένης, αποχώρησε από την εργασία της με τη συνοδεία του συζύγου της και προσέφυγε στην Επιθεώρηση Εργασίας, έκτοτε δε δεν επανήλθε στην εργασία της. Ότι κατά την ενώπιον του Επιθεωρητή Εργασίας προσπάθεια επίλυσης της μεταξύ των διαδίκων μερών διαφοράς, στις 18-2-2010, όπως προκύπτει από το σχετικό δελτίο εργατικής διαφοράς που συντάχθηκε, η ενάγουσα ισχυρίσθηκε ότι εξαιτίας της άρνησής της να συναινέσει στην εκούσια αποχώρηση από την εργασία, όπως ο νόμιμος εκπρόσωπος της εναγομένης επανειλημμένα της ζήτησε όταν πληροφορήθηκε το γεγονός της εγκυμοσύνης της στο δεύτερο τέκνο της, αυτός έκτοτε κατέφυγε σε εξυβριστική και απειλητική έναντι αυτής συμπεριφορά, με αποτέλεσμα η συνέχιση παροχής της εργασίας της να είναι αδύνατη, διότι παρεμβάλλονταν εμπόδια ηθικής και ψυχολογικής φύσεως στη λειτουργία της εργασιακής της σχέσης, επιφυλασσόμενη παντός περαιτέρω νομίμου δικαιώματός της.

Ότι, επίσης, γνωστοποίησε ότι βρίσκεται σε αναρρωτική άδεια ενός μήνα, η οποία άρχιζε από 16-2-2010, πριν τη λήξη της οποίας και συγκεκριμένα στις 5-3-2010 επέδωσε στην εναγομένη την ένδικη αγωγή. Ότι η αντιπαράθεση μεταξύ του νομίμου εκπροσώπου της εναγομένης και της ενάγουσας προέκυψε εξαιτίας του ότι η τελευταία αρνήθηκε να αποδεχθεί τη μερική απασχόλησή της στην επιχείρηση της πρώτης, με την ανωτέρω εκτεθείσα μορφή της εκ περιτροπής εργασίας, που όλοι οι υπόλοιποι εργαζόμενοι αποδέχθηκαν και όχι, όπως η ίδια υποστηρίζει, εξαιτίας του ότι ο εργοδότης της, πληροφορηθείς τη δεύτερη εγκυμοσύνη της, αξίωσε να αποχωρήσει εκουσίως από την εργασία της, λαμβάνοντας το ποσό των χρημάτων που της πρόσφερε και αυτή αρνήθηκε.

Ότι, γεγονός είναι ότι η ενάγουσα, εξαιτίας της στάσης που τήρησε στο θέμα της εκ περιτροπής εργασίας, περιέπεσε στη δυσμένεια του εργοδότη της και στο εξής αυτός με έντονο ύφος της έκανε παρατηρήσεις για θέματα που προηγουμένως, όταν η συνεργασία τους ήταν αγαστή, δεν την επέκρινε, παρότι δεν του ήταν αρεστά.

Ότι ο νόμιμος εκπρόσωπος της εναγομένης δεν πρόσφερε χρήματα στην ενάγουσα για να αποχωρήσει εκούσια από την εργασία της λόγω της δεύτερης κυοφορίας της κατά το σύντομο χρονικό διάστημα του εργασιακού της βίου στη συγκεκριμένη επιχείρηση, όπως αυτή υποστηρίζει. Ότι αν το γεγονός αυτό ανταποκρίνονταν στην αλήθεια οπωσδήποτε θα έκανε και σχετική αναφορά στην από 9-2-2010 εξώδικη δήλωση- διαμαρτυρία της.

Ούτε περί μονομερούς βλαπτικής μεταβολής των όρων εργασίας της ενάγουσας μπορεί να γίνει λόγος, εξαιτίας του ότι ο νόμιμος εκπρόσωπος της εναγομένης σε έντονο ύφος της δήλωσε ότι στο εξής αυτή θα έχει επιπλέον καθήκοντα και συγκεκριμένα αυτά της καθαρίστριας, όπως αυτή υποστηρίζει και επιβεβαιώνει ο εξετασθείς ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου μάρτυρας- σύζυγός της και τούτο διότι κρίσιμος χρόνος για το χαρακτηρισμό της μονομερούς μεταβολής των όρων της σύμβασης εργασίας ως βλαπτικής ή μη και δη για την κρίση ως προς το χαρακτήρα της νέας θέσης, στην οποία τοποθετείται ο εργαζόμενος από τον εργοδότη, ως υποδεέστερης ή μη, σε σχέση με αυτή που κατείχε προηγουμένως, είναι ο χρόνος της πραγματοποίησης της μεταβολής αυτής και στην προκείμενη περίπτωση τέτοια μεταβολή δεν υλοποιήθηκε, αλλά παρέμεινε στο στάδιο της απειλής ανάθεσης υποδεέστερων καθηκόντων (της καθαρίστριας), αφού η ενάγουσα, την ίδια ημέρα που επιδόθηκε η εξώδικη δήλωση- διαμαρτυρία της στο νόμιμο εκπρόσωπο της εναγομένης, που προκάλεσε την οργή αυτού, αποχώρησε από την εργασία της και έκτοτε δεν επανήλθε, ακολούθως δε επέδωσε στην εναγομένη την υπό κρίση αγωγή.

Ότι δεν αποδείχθηκε ότι ο νόμιμος εκπρόσωπος της τελευταίας επέδειξε βάναυση, ανάρμοστη και υβριστική συμπεριφορά προς την ενάγουσα και γενικά μεταχείριση αυτής κατά τρόπο που προσβάλλει την ηθική και την αξιοπρέπειά της και σε βαθμό που να καθιστούν αδύνατη ή δυσχερή τη συνέχιση παροχής της εργασίας της, ώστε η ενάγουσα να θεωρήσει αυτή ως μονομερή βλαπτική μεταβολή των όρων της σύμβασης εργασίας της, που ισοδυναμεί προς καταγγελία και να παύσει να παρέχει τις υπηρεσίες της.

Ότι η ενάγουσα εκουσίως αποχώρησε από την εργασία της, αφού για οικογενειακούς λόγους είχε ήδη δρομολογηθεί η αποχώρηση αυτής με την οικογένειά της από τη Λάρισα και η εγκατάστασή τους στην Αθήνα, η δε εναγομένη, κατά τη συγκεκριμένη χρονική περίοδο, εκμεταλλευόμενη την εγκυμοσύνη της, καθώς και τη μεταστροφή της συμπεριφοράς του εργοδότη απέναντί της εξαιτίας του ανωτέρω εκτεθέντος λόγου, επικαλέσθηκε με την ένδικη αγωγή παράνομη και αντισυμβατική συμπεριφορά του εργοδότη της, προκειμένου να επιτύχει τα υπέρ αυτής οικονομικά ωφελήματα, που οι σχετικές διατάξεις προβλέπουν.

Ότι το γεγονός της αποχώρησης της ενάγουσας με την οικογένειά της από τη Λάρισα και η μόνιμη εγκατάστασή τους στο Πόρτο Ράφτη Αττικής, επιβεβαιώθηκε και από την ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου κατάθεση του εξετασθέντος ως μάρτυρα συζύγου της. Μετά τις παραδοχές αυτές το Εφετείο δέχθηκε κατ’ ουσία την έφεση της εναγομένης και ήδη αναιρεσίβλητης, εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση, η οποία δέχθηκε εν μέρει κατ’ ουσία την αγωγή, δεχόμενο ειδικότερα ότι η εκτιθέμενη σ’ αυτή συμπεριφορά της εναγομένης αποτελούσε μονομερή βλαπτική μεταβολή των όρων της σύμβασης εργασίας της ενάγουσας και ήδη αναιρεσείουσας και συνιστούσε καταγγελία της σύμβασής της, η οποία ήταν άκυρη για τους αναφερόμενους λόγους και ακολούθως, λόγω υπερημερίας της εναγομένης, επιδίκασε στην ενάγουσα ως μισθούς υπερημερίας το ποσό των 2.979 ευρώ και ως χρηματικά ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης το ποσό των 3.000 ευρώ, και απέρριψε (το Εφετείο) την ένδικη αγωγή ως ουσιαστικά αβάσιμη.

Με τον πρώτο λόγο αναίρεσης, κατά το πρώτο σκέλος, η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση τις αναιρετικές πλημμέλειες από τον αριθμό 1 εδ. α’ και β’ του άρθρου 559 ΚΠολΔ, δηλαδή ότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε το δικαστήριο της ουσίας, τα οποία, κατ’ αυτή, είναι τα αναφερόμενα στην αγωγή της, εσφαλμένα τα υπήγαγε στους κανόνες ουσιαστικού δικαίου που εφάρμοσε, τους οποίους αυτό, αν ερμήνευε σύμφωνα με τα διδάγματα της κοινής πείρας, θα κατέληγε στο αποδεικτικό πόρισμα ότι η συμπεριφορά της εναγομένης και ήδη αναιρεσίβλητης συνιστούσε μονομερή βλαπτική μεταβολή των όρων της εργασιακής της σύμβασης και καταγγελία αυτής, η οποία ήταν άκυρη λόγω του ότι έγινε σε χρόνο κατά τον οποίο αυτή κυοφορούσε το δεύτερο τέκνο της.

Ο λόγος αυτός, ως προς το παραπάνω σκέλος του, είναι απαράδεκτος, διότι δεν αναφέρονται στο αναιρετήριο: α) ποιες διατάξεις του ουσιαστικού δικαίου παραβιάστηκαν από το Εφετείο, β) οι πραγματικές παραδοχές του ίδιου δικαστηρίου, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ως αποδειχθέντα για να στηρίξει το αποδεικτικό του πόρισμα, γ) ποιο το αποδιδόμενο στην προσβαλλόμενη απόφαση νομικό σφάλμα και δ) τα πραγματικά περιστατικά που συγκροτούν την έννοια των διδαγμάτων της κοινής πείρας και επιπλέον τα αναφερόμενα δεν αφορούν στην ερμηνεία και εφαρμογή συγκεκριμένων κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή πραγματικών γεγονότων σ’ αυτούς, αλλά η χρησιμοποίηση των διδαγμάτων της κοινής πείρας γίνεται για τη διαπίστωση της υπάρξεως ή μη πραγματικών περιστατικών, η οποία, σύμφωνα με τα όσα εκτέθηκαν στην σκέψη υπ’ αριθ.1, δεν θεμελιώνει τον αναιρετικό λόγο από το άρθρο 559 παρ. 1 εδ.

β’ ΚΠολΔ. Περαιτέρω, με το δεύτερο σκέλος του πρώτου λόγου αναίρεσης, αλλά και το δεύτερο λόγο αναίρεσης, η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ. Ειδικότερα ισχυρίζεται ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη στοιχεία διαλαμβανόμενα στο αγωγικό της δικόγραφο, σχετικά με τη μονομερή βλαπτική μεταβολή των όρων της σύμβασης εργασίας της και την καταγγελία αυτής, αλλά αντίθετα έλαβε υπόψη του τον προταθέντα, το πρώτον με την έφεση της αναιρεσίβλητης, ισχυρισμό περί δήθεν οικειοθελούς αποχώρησης της αναιρεσείουσας από την εργασία της κατά το χρονικό διάστημα από 12-2-2010 έως και 16-2-2010, ο οποίος είναι ουσιώδης για το αποδεικτικό πόρισμα στο οποίο κατέληξε.

Ο λόγος αυτός πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος κατά το πρώτο σκέλος του, εφόσον από τις ως άνω ανέλεγκτες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη τους αγωγικούς ισχυρισμούς της αναιρεσείουσας και τους απέρριψε ‘ ‘ εν τοις πράγμασι’ ‘ , δεχόμενο ότι δεν υπήρξε μονομερής βλαπτική μεταβολή των όρων της σύμβασης εργασίας της και καταγγελία αυτής για τους αναφερόμενους σ’ αυτή λόγους, ενώ κατά το δεύτερο σκέλος του πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος, διότι ο ως άνω ισχυρισμός της αναιρεσίβλητης, που λήφθηκε υπόψη από το Εφετείο, δεν ιδρύει τον επικαλούμενο αναιρετικό λόγο, αφού δεν αποτελεί ένσταση, αλλά άρνηση της αποτελούσας στοιχείο της βάσης της αγωγής άκυρης καταγγελίας (με την αγωγή εζητείτο η αναγνώριση της ακυρότητας της καταγγελίας) και αυτή αποκρούσθηκε με τη ρητή παραδοχή ότι δεν έγινε καταγγελία από μέρους της εργοδότριας και ότι η ενάγουσα αποχώρησε οικειοθελώς από την εργασία της στις 12-2-2010, με συνέπεια να μη δικαιούται μισθούς υπερημερίας.

Επομένως, ο δεύτερος λόγος αναίρεσης είναι απορριπτέος για τους λόγους που προεκτέθηκαν. 3. Επειδή, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμός 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος απ` αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνηση της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία) (ΟλΑΠ 1/1999, 32/1996).

Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες. Εξ άλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες.

Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες. Περαιτέρω, τα επιχειρήματα του δικαστηρίου, που σχετίζονται με συνεκτίμηση των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης, ώστε στο πλαίσιο της ερευνώμενης διάταξης του άρθρου 559 αριθμός 19 ΚΠολΔ να επιδέχεται αυτή μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναίρεσης του αριθμού 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ ούτε εξ αιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα των διαδίκων, οπότε ο σχετικός λόγος αναίρεσης απορρίπτεται ως απαράδεκτος.

Για να είναι, όμως, ορισμένος ο λόγος αυτός πρέπει να αναφέρονται στο αναιρετήριο: α) ο κανόνας του ουσιαστικού δικαίου σε σχέση με την εφαρμογή του οποίου υπάρχει η έλλειψη νόμιμης βάσης της απόφασης, β) οι παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης με πληρότητα και σαφήνεια, ώστε να είναι εφικτή με βάση το περιεχόμενο του αναιρετηρίου η στοιχειοθέτηση του προβαλλόμενου λόγου αναίρεσης, γ) σε τι συνίσταται η ανεπάρκεια των αιτιολογιών, ποια, δηλαδή, στοιχεία αναγκαία για την επάρκειά τους λείπουν και σε τι συνίσταται η αντίφαση των αιτιολογιών και από ποια αντιτιθέμενα μέρη τους προκύπτει.

Τέλος, η αοριστία του λόγου αναιρέσεως δεν μπορεί να θεραπευθεί με παραπομπή σε άλλο διαδικαστικό έγγραφο (Ολ ΑΠ10/2005, 32/1996, ΑΠ 121/2014, 200/2013, 1.504/2011, 1.596/2011). Με τον τρίτο και τελευταίο λόγο αναίρεσης προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αιτίαση από το άρθρο 559 αριθμός 19 ΚΠολΔ, με την έννοια της ελλείψεως επαρκών αιτιολογιών, αλλά και της ύπαρξης αντιφατικών αιτιολογιών στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση.

Με το λόγο αυτό γίνεται από την αναιρεσείουσα αναφορά στην επιχειρηματολογία του δικαστηρίου της ουσίας κατά την αξιολόγηση του αποδεικτικού υλικού, χωρίς να παρατίθενται με πληρότητα, αλλά εντελώς επιλεκτικά και αποσπασματικά, οι ουσιαστικές παραδοχές του Εφετείου, δηλαδή τα γενόμενα δεκτά από εκείνο πραγματικά περιστατικά, με βάση τα οποία κατέληξε στη νομική του κρίση για τη συνδρομή των όρων των διατάξεων που εφάρμοσε.

Επομένως, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως αόριστος, διότι υπό τα εκτιθέμενα δεν μπορεί να ελεγχθεί η ορθότητα ή μη του διατακτικού της προσβαλλόμενης απόφασης από την άποψη της εκ πλαγίου παραβιάσεως των κανόνων ουσιαστικού δικαίου που εφάρμοσε. Ειδικότερα, η αοριστία του ως άνω λόγου έγκειται στο ότι:

α) δεν εκτίθεται στο αναιρετήριο ο κανόνας του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάσθηκε, σε σχέση με την εφαρμογή του οποίου υπάρχει η έλλειψη νόμιμης βάσης της προσβαλλόμενης απόφασης, β) δεν γίνεται αναφορά των παραδοχών της απόφασης αυτής με πληρότητα και σαφήνεια, γ) δεν αναφέρεται ποια στοιχεία ήταν αναγκαία για την επάρκεια της αιτιολογίας και δ) επίσης δεν εκτίθεται σε τι συνίσταται η αντίφαση των αιτιολογιών και από ποια αντιτιθέμενα μέρη αυτών προκύπτει.

Επομένως, ο ως άνω αναιρετικός λόγος από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος.

Κατ’ ακολουθία των ανωτέρω πρέπει η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης να απορριφθεί και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα που ηττήθηκε στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης (άρθρα 176, 183 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 5-6-2014 αίτηση της Π.-Μ. Κ. για αναίρεση της 80/2014 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Λάρισας. Και

Επιβάλλει σε βάρος της αναιρεσείουσας τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1.800) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 8 Νοεμβρίου 2016.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 24 Νοεμβρίου 2016.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ