Legislator Case Law & Legislation
892/2011 AI generated

Supreme Court annuls lower court judgment for insufficient reasoning regarding debt calculation and party identification.

Case Number 892/2011
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court annulled the Second Instance Court's judgment due to insufficient reasoning regarding the calculation of debts and the identification of parties involved. The appellants argued that the lower court failed to explain how the total debt increased from 91,092.50 euros to 93,200.08 euros and did not clarify which of the four debtors bore the expanded liability. Consequently, the court remanded the case for retrial by a different panel of judges.

Legislator headnote

AI generated

Art. 559 no. 19 of the Code of Civil Procedure; Art. 93 para. 3 of the Constitution: A judgment is annulled if it lacks sufficient reasoning to justify the legal conclusion drawn from the facts, particularly when the calculation of debts or the attribution of liability to specific parties is not clearly explained.

Keywords

AI generated
insufficient reasoning annulment of judgment debt calculation party identification remand for retrial Code of Civil Procedure constitutional requirement

Cited Legislation

AI generated
Art. 559 no. 19 of the Code of Civil Procedure
Art. 93 para. 3 of the Constitution
Art. 580 para. 3 of the Code of Civil Procedure
Art. 176 of the Code of Civil Procedure
Art. 183 of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
O. AP 1/1999

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 892 / 2011 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 892/2011

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

A1' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Βασίλειο Φούκα, Γεώργιο Χρυσικό, Ιωάννη Σίδερη και Νικόλαο Λεοντή, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 2 Μαΐου 2011, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1) Γ. Κ. Β., κατοίκου ..., 2) Κ. Γ. Σ., 3) Ι. Β. Κ., κατοίκων ..., 4) Ναυτικής Εταιρίας με την επωνυμία "Β. ΚΑΙ Ν. Κ. Ν.Ε.", που εδρεύει στο Πευκί Ιστιαίας Ευβοίας και εκπροσωπείται νόμιμα, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Κωνσταντίνο Παπασπύρου.

Της αναιρεσιβλήτου: Εταιρείας Περιορισμένης Ευθύνης με την επωνυμία "ΕΜΠΟΡΙΑ ΠΕΤΡΕΛΑΙΩΝ - ΠΕΤΡΕΛΕΥΣΕΙΣ ΠΛΟΙΩΝ ΒΕΝΟΥΣ ΕΠΕ", που εδρεύει στον Πειραιά και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Απόστολο Τσιάντη.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 1.11.2006 (2) αγωγές της ήδη αναιρεσίβλητης που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Χαλκίδας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 101/2008 και 103/2008 οριστικές του ιδίου Δικαστηρίου και 165/2009 του Εφετείου Αθηνών (Μεταβατικής έδρας Χαλκίδας). Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 7 Δεκεμβρίου 2009 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεώργιος Χρυσικός, ανέγνωσε την από 15 Απριλίου 2011 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή του μοναδικού λόγου της από 7.12.2009 αίτησης αναίρεσης και την αναίρεση της υπ' αριθμ. 165/2009 απόφασης του Εφετείου Αθηνών (Μεταβατικής έδρας Χαλκίδας).

Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος της αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παράγραφος 3 του Συντάγματος προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος απ' αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνηση του (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία) (Ολ.

ΑΠ 1/1999). Ο προβλεπόμενος από το άρθρο 559 αριθ. 19 λόγος αναίρεσης για έλλειψη νόμιμης βάσης με την έννοια της ανεπαρκούς αιτιολογίας αφoρά ελλείψεις αναγόμενες αποκλειστικά στη διατύπωση του αιτιολογικού πορίσματος αναφορικά με τη συνδρομή ή μη γεγονότων, που στη συγκεκριμένη περίπτωση συγκροτούν το πραγματικό του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, έτσι ώστε, από την ανεπαρκή ή αντιφατική έκθεση τους, να μην μπορεί να κριθεί αν η απόφαση στηρίζεται ή όχι νομικώς (Ολ.

ΑΠ 13/1995). Η ύπαρξη νόμιμης βάσης και η αντίστοιχη έλλειψη της πρέπει να προκύπτουν αμέσως από την προσβαλλόμενη απόφαση, ο δε Άρειος Πάγος διαπιστώνει την ύπαρξη ή την ανυπαρξία του προκειμένου λόγου αναίρεσης, ελέγχοντας μόνο την προσβαλλόμενη απόφαση και το αιτιολογικό της και όχι το περιεχόμενο άλλων εγγράφων ή αποφάσεων σε εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ.

Αντίθετα, δεν υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσης όταν πρόκειται για ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και μάλιστα στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του εξαγόμενου από αυτές πορίσματος, γιατί στην κρίση του αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανέλεγκτα, κατά το άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, εκτός αν δεν είναι σαφές το πόρισμα και για το λόγο αυτό γίνεται αδύνατος ο αναιρετικός έλεγχος.

Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 416 του ΑΚ η ενοχή αποσβένυται με καταβολή. Κατά δε τη διάταξη του άρθρου 422 του ΑΚ αν ο οφειλέτης έχει περισσότερα χρέη προς το δανειστή έχει το δικαίωμα να ορίσει κατά την καταβολή το χρέος που θέλει να εξοφληθεί. Αν δεν όρισε τίποτα η παροχή που έγινε καταλογίζεται πρώτα στο ληξιπρόθεσμο χρέος και αν υπάρχουν περισσότερα, σε εκείνο που παρέχει μικρότερη ασφάλεια για το δανειστή, αν υπάρχουν περισσότερα με ίση ασφάλεια στο επαχθέστερο για τον οφειλέτη αν υπάρχουν περισσότερα εξίσου επαχθή στο αρχαιότερο και αν όλα τα χρέη είναι σύγχρονα, ο καταλογισμός γίνεται σύμμετρα.

Από το συνδυασμό των πιο πάνω διατάξεων των άρθρων 416 και 422 του ΑΚ προκύπτει ότι ο οφειλέτης, εναγόμενος για την πληρωμή ορισμένων χρεών εάν ισχυρισθεί ότι αυτό έχει αποσβεσθεί με καταβολή, αρκεί να αποδείξει αυτήν την καταβολή, χωρίς να είναι ανάγκη να αποδείξει και ότι η καταβολή αφορά το επίδικο χρέος, γιατί τούτο εξυπακούεται, αφού σ' αυτό αναφέρεται η δίκη.

Μόνο δε αν ο δανειστής (εναγών) -αποδεχόμενος την καταβολή, αντιλέγει με αντένσταση, ισχυριζόμενος ότι η προσβαλλόμενη από τον οφειλέτη καταβολή αφορά όχι το επίδικο, αλλά το χρέος του οφειλέτη προς αυτόν από άλλη αιτία, τότε ο δανειστής επί τη αρνήσει του οφειλέτη υποχρεούται ν' αποδείξει την ύπαρξη του άλλου χρέους, οπότε στον οφειλέτη απόκειται περαιτέρω με αντένσταση να επικαλεσθεί και να αποδείξει ότι η καταβολή έγινε προς εξόφληση του επίδικου χρέους με μονομερή από αυτός καθορισμό του εξοφλητέου από τα περισσότερα χρέη βάσει του άρθρου 422 του ΑΚ.

Όπως όμως σε κάθε ένσταση, πρέπει από τον αντενιστάμενο δανειστή που επικαλείται τις προϋποθέσεις εφαρμογής της διάταξης του άρθρου 422 του ΑΚ να αναφέρονται πλήρη και αναλυτικά και τα παραγωγικά του άλλου ή των άλλων προς αυτόν χρεών του οφειλέτη γεγονότα, καθώς και το ύψος καθενός από αυτά επί περισσοτέρων, κατά τις διατάξεις των άρθρων 216 και 2,62 του Κ.Πολ.Δ.

τα στοιχεία δε αυτά, που συγκροτούν τον αντίστοιχο ισχυρισμό από τη διάταξη του αριθ. 422 του Α.Κ. του ενάγοντος (δανειστή), πρέπει να περιλαμβάνονται και στο αιτιολογικό της απόφασης που τον κρίνει βάσιμο κατ' ουσίαν και μέσω αυτού οδηγείται στην απόρριψη της ένστασης εξόφλησης. Περαιτέρω από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 416 και 417 ΑΚ συνάγεται ότι για την απόσβεση της ενοχής με καταβολή μπορεί η τελευταία να γίνει και όχι προσωπικά στον ίδιο τον δανειστή αλλά και στον αντιπρόσωπό του, που είναι εφοδιασμένος με σχετική πληρεξουσιότητα (αρ. 211 του ΑΚ) ή και σε τρίτο, ο οποίος όμως έχει εξουσιοδότηση του δανειστή για λήψη της παροχής, η οποία παρέχεται είτε με σχετική δήλωση του δανειστή προς τον τρίτο, είτε με δήλωση του δανειστή προς τον οφειλέτη είτε και με σχετική σύμβαση μεταξύ δανειστή και οφειλέτη.

Καταβολή που έγινε προς τρίτο, ο οποίος δεν έχει μια από τις παραπάνω ιδιότητες δεν ισχύει για τον δανειστή, εκτός αν αυτός την εγκρίνει ή ωφελείται απ' αυτήν. Ειδικότερα στην πρώτη των ανωτέρω περιπτώσεων, της εγκρίσεως της τοιαύτης καταβολής, απαιτείται σύμφωνα και με το αρ. 239 σε συνδυασμό και με το άρ. 236 του ΑΚ, έγκριση (συναίνεση) συνεπεία της οποίας επέρχεται ισχυροποίηση και εγκυροποίηση της διαθέσεως της παροχής και δη αυτοδικαίως και αναδρομικώς και συνακόλουθα (επέρχεται) και απόσβεση της ενοχής, όταν συναινέσει όμως ο δανειστής, στις περιπτώσεις μόνο που δεν ορίζει διαφορετικά και επιτρέπει τούτο ο νόμος ή αν αυτός (ως δικαιούχος) την εγκρίνει ενώ στη δεύτερη περίπτωση απαιτείται για την απόσβεση της ενοχής να ισχυριστεί και ν' αποδείξει ο οφειλέτης ως ενιστάμενος ότι, ο δανειστής της παροχής ωφελείται από την καταβολή αυτής στον τρίτο.

Τέλος, όπως προκύπτει από το αρ. 477 ΑΚ σωρευτική αναδοχή χρέους είναι η σύμβαση, που συνάπτεται μεταξύ του δανειστή και ενός τρίτου, με την οποία ο τρίτος αναλαμβάνει την υποχρέωση να εκπληρώσει ξένο χρέος, χωρίς όμως ν' απαλλάσσεται ο αρχικός οφειλέτης. Έτσι παράγεται μία πρόσθετη ενοχή αυτού που υποσχέθηκε να εκπληρώσει το ξένο χρέος, παράλληλη με την ενοχή του αρχικού οφειλέτη.

Στην προκειμένη περίπτωση, με την προσβαλλόμενη υπ'αριθ. 165/2009 απόφαση του Εφετείου Αθηνών (Μεταβατικής έδρας Χαλκίδας) έγιναν δεκτά τα ακόλουθα, κατά την ανέλεγκτη επί της ουσίας εκτίμηση των αποδείξεων: "Η ενάγουσα (και ήδη αναιρεσίβλητη)) εταιρεία περιορισμένης ευθύνης με την επωνυμία "ΕΜΠΟΡΙΑ ΠΕΤΡΕΛΑΙΩΝ - ΠΕΤΡΕΛΕΥΣΕΙΣ ΠΛΟΙΩΝ ΒΕΝΟΥΣ ΕΠΕ", η οποία ασχολείται με το εμπόριο καυσίμων, με διαδοχικές συμβάσεις πωλήσεως καυσίμων, που καταρτίστηκαν μεταξύ αυτής και του πρώτου εναγομένου στην πρώτη αγωγή Ι.

Κ., (και ήδη τρίτου αναιρεσείοντος) πώλησε σ' αυτόν και του παρέδωσε στους παρακάτω χρόνους τις κατωτέρω αναφερόμενες κατ' είδος και τιμή μονάδος ποσότητες καυσίμων κίνησης, για το αλιευτικό σκάφος "Α. Κ", του οποίου είναι πλοιοκτήτης, εκδόθηκαν δε τα κατωτέρω αναφερόμενα τιμολόγια πώλησης - δελτία αποστολής.

Ειδικότερα: 1) στις 29-9-2005 πώλησε και του παρέδωσε 19.000 λίτρα antomotive gass προς 0,565 ευρώ ανά λίτρο, συνολικής αξίας 10.735 ευρώ, εκδόθηκε δε το με αρ. ... τιμολόγιο δελτίο αποστολής, 2) στις 25 10-2005 του πώλησε και του παρέδωσε 20.000 λίτρα antomotive gass oil προς 0,525 ευρώ ανά λίτρο, συνολικής αξίας 10.500 ευρώ, εκδόθηκε δε το με αρ. ... τιμολόγιο -δελτίο αποστολής και 3) στις 17-11-2005 του πώλησε και του παρέδωσε 18.700 λίτρα antomotive gass oil προς 0,520 ευρώ ανά λίτρο, συνολικής αξίας 9.724 ευρώ, εκδόθηκε δε το με αρ. ...

τιμολόγιο - δελτίο αποστολής. Συνολικά δε πωλήθηκαν και παραδόθηκαν στον ως άνω εναγόμενο καύσιμα αξίας 30.954 ευρώ. Επίσης η ενάγουσα με διαδοχικές συμβάσεις πωλήσεως καυσίμων, που καταρτίστηκαν μεταξύ αυτής και του ίδιου ως άνω εναγομένου, που ενεργούσε ως εκπρόσωπος της δεύτερης εναγομένης ναυτικής εταιρίας με την επωνυμία "Β.

και Ν. Κ. Ν.Ε." (και ήδη τέταρτης αναιρεσείουσας), πώλησε στην τελευταία και της παρέδωσε στους παρακάτω χρόνους τις κατωτέρω αναφερόμενες ποσότητες καυσίμων κίνησης για το αλιευτικό σκάφος "Γ. Κ.", του οποίου η εν λόγω εταιρεία είναι πλοιοκτήτρια, εκδόθηκαν δε τα κατωτέρω τιμολόγια πώλησης - δελτία αποστολής.

Ειδικότερα: 1) την 1-10-2005 της πώλησε και της παρέδωσε 18.001 λίτρα antomotive gass oil προς 0,565 ευρώ ανά λίτρο, συνολικής αξίας 10.170,56 ευρώ, εκδόθηκε δε το με αρ.... τιμολόγιο - δελτίο αποστολής, 2) στις 2 4-10-2005 της πώλησε και της παρέδωσε 25.000 λίτρα antomotive gass oil προς 0,525 ευρώ ανά λίτρο, συνολικής αξίας 13.125 ευρώ, εκδόθηκε δε το με αρ. 3522/24-10-2005 τιμολόγιο - δελτίο αποστολής και 3) στις 1711.2005 της πώλησε και της παρέδωσε 20.000 λίτρα antomotive gass oil προς 0,520 ευρώ ανά λίτρο, συνολικής αξίας 10.400,52 ευρώ, εκδόθηκε δε το με αρ. ...

τιμολόγιο -δελτίο αποστολής. Συνολικά δε πωλήθηκαν και παραδόθηκαν από την ενάγουσα στην ως άνω εναγομένη καύσιμα αξίας 33.696,08 ευρώ. Οι παραπάνω πωλήσεις καθώς και η συνολική αξία των καυσίμων, που παραδόθηκαν από την ενάγουσα στους ως άνω εναγομένους συνομολογούνται από αυτούς. Εξάλλου η ενάγουσα, με διαδοχικές συμβάσεις, που καταρτίστηκαν μεταξύ αυτής και του πρώτου εναγομένου στη δεύτερη αγωγή Γ.

Β., πώλησε σ' αυτόν και του παρέδωσε στους παρακάτω χρόνους τις κατωτέρω αναφερόμενες κατ' είδος και τιμή μονάδος ποσότητες καυσίμων κίνησης για το αλιευτικό σκάφος "Κ. Β", του οποίου είναι πλοιοκτήτης, εκδόθηκαν δε τ' αντίστοιχα αναφερόμενα τιμολόγια πώλησης - δελτία αποστολής. Ειδικότερα: 1) στις 17.9.2005 του πώλησε και του παρέδωσε 15.000 λίτρα antomotive gass oil προς 0,540 ευρώ ανά λίτρο, συνολικής αξίας 8.100 ευρώ, εκδόθηκε δε το με αρ. 3395/17-9-2005, τιμολόγιο δελτίο αποστολής και 2) στις 18-10-2005 του πώλησε και του παρέδωσε 15.000 λίτρα antomotive gass oil προς 0,547 ευρώ ανά λίτρο, συνολικής αξίας 8.205 ευρώ, εκδόθηκε δε το με αρ. ...

τιμολόγιο δελτίο αποστολής. Συνολικά δε πωλήθηκαν και παραδόθηκαν στον ως άνω εναγόμενο καύσιμα αξίας 16.305 ευρώ. Επίσης η ενάγουσα με διαδοχικές συμβάσεις που καταρτίστηκαν μεταξύ αυτής και του δεύτερου εναγομένου στη δεύτερη αγωγή Κ. Σ. (και ήδη δεύτερου αναιρεσείοντος) πώλησε σ' αυτόν και του παρέδωσε στους παρακάτω χρόνους τις αναφερόμενες παρακάτω ποσότητες καυσίμων κίνησης για το αλιευτικό σκάφος "Ά.

Ι. Ρ.", του οποίου είναι πλοιοκτήτης, εκδόθηκαν δε τα κατωτέρω αναφερόμενα τιμολόγια πώλησης - δελτία αποστολής. Συγκεκριμένα: 1) στις 19-9-.2005 του πώλησε και του παρέδωσε 10.000 λίτρα antomotive gass oil προς 0,540 ευρώ ανά λίτρο, συνολικής αξίας 5.400 ευρώ, εκδόθηκε δε το με αρ. ... τιμολόγιο - δελτίο αποστολής και 2) στις 13-10-2005 του πώλησε και του παρέδωσε 12.000 λίτρα antomotive gass oil προς 0,570 ευρώ ανά λίτρο, συνολικής αξίας 6.840 ευρώ, εκδόθηκε δε το με αρ. ...

τιμολόγιο - δελτίο αποστολής. Συνολικά δε πωλήθηκαν και παραδόθηκαν στον ως άνω εναγόμενο καύσιμα αξίας 12.240 ευρώ. Οι παραπάνω πωλήσεις καθώς και η συνολική αξία των καυσίμων, που παραδόθηκαν από την ενάγουσα στους ως άνω εναγομένους συνομολογούνται επίσης από αυτούς. Συνεχίζει δε το Εφετείο ότι όλοι οι εναγόμενοι ισχυρίζονται ότι έχουν εξοφλήσει στην ενάγουσα την αξία των παραπάνω πωληθέντων σ' αυτούς ποσοτήτων καυσίμων, καταβάλλοντας τα αντίστοιχα ποσά, που όφειλε ο καθένας, στην Π.

Λ., που ενεργούσε ως αντιπρόσωπος της ενάγουσας στη Βόρεια Εύβοια. Από τα προαναφερόμενα αποδεικτικά στοιχεία αποδείχθηκε ότι η ενάγουσα, εκτός• από τις ως άνω επίδικες ποσότητες καυσίμων είχε πωλήσει και άλλες ποσότητες, κατά το προηγούμενο του επιδίκου διάστημα, στους ίδιους εναγομένους. Οι τελευταίοι δεν εξοφλούσαν το τίμημα των πωλουμένων σ' αυτούς ποσοτήτων καυσίμων, κατά την παράδοση, παρά το ότι της παραδίδονταν τ' αντίστοιχα τιμολόγια - δελτία αποστολής, αλλά, κατόπιν σχετικής συμφωνίας μεταξύ αυτών και της ενάγουσας, το τίμημα πιστωνόταν.

Συγκεκριμένα η ενάγουσα ήλθε σε επαφή με τον Ι. Χ., που είχε πρατήριο πωλήσεως υγρών καυσίμων στην Ιστιαία και της σύστησε τους εναγομένους. Μέσω αυτού και της Π. Λ., που ενεργούσε ως πράκτορας των αλιευτικών σκαφών της περιοχής, ήτοι διοχέτευε έγγραφες παραγγελίες των ιδιοκτητών των σκαφών αυτών, με σκοπό την τροφοδοσία, η ενάγουσα τροφοδοτούσε με πετρέλαιο κίνησης τα αλιευτικά σκάφη της περιοχής (Θ., Α.

Ι. Ρ., Δ. Β., Α. Α., Α., Κ. Β., Ν. Ν., Β. Κ., Ε. Ν., Δ. Α., Α. Κ., Γ. Κ.), από 8-6-2005 έως 20-12-2005. Από τα τιμολόγια που εκδόθηκαν από την ενάγουσα και αφορούν τις συνολικές πωλήσεις και τα οποία ανέρχονται στο συνολικό ποσό των 213.158,53 ευρώ, οι εναγόμενοι και οι λοιποί αγοραστές εξόφλησαν προηγούμενα των επιδίκων τιμολόγια, ύψους 122.066 ευρώ.

Οι πληρωμές αυτές έγιναν στην ενάγουσα είτε με μετρητά είτε με επιταγές, που της παρέδωσε ο Ι. Χ., εκδόσεως του πατέρα του Χ. Χ., στον οποίο οι εναγόμενοι είχαν παραδώσει μέρος των χρημάτων που της όφειλαν. Συγκεκριμένα παραδόθηκαν στην ενάγουσα επιταγές ύψους 4.515, 9.750, 13.000, 20.000, 40.000 και 20.300 ευρώ, εκδόσεως Χ.

Χ., πληρωτέες στην Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος, και συνολικά ύψους 107.565 ευρώ. Επίσης ο πρώτος εναγόμενος της πρώτης αγωγής Ι. Κ. απέστειλε στην ενάγουσα, έναντι των εκδοθέντων τιμολογίων, το ποσό των 14.500 ευρώ. Μετά τις ως άνω καταβολές, απέμεινε ανεξόφλητο υπόλοιπο, ύψους 91.092,5 ευρώ, το οποίο δεν εξόφλησαν οι εναγόμενοι, παρά τις επανειλημμένες οχλήσεις της ενάγουσας προς τούτο.

Τότε παρενέβη η Π. Λ. και προκειμένου να μην ασκήσει η ενάγουσα ασφαλιστικά μέτρα εναντίον των εναγομένων, εγγυήθηκε για την καταβολή των οφειλομένων. Η ενάγουσα ζήτησε την επέμβαση του Ι. Χ.υ, ο οποίος κατόπιν τούτου, παρέδωσε στην ενάγουσα τρεις επιταγές, εκδόσεως Χ. Χ., σε διαταγή Π. Λ., η οποία της οπισθογράφησε στην ενάγουσα, ποσού 24.850, 29.320 και 38.350 ευρώ αντίστοιχα, πληρωτέες στην Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος στις 16-6-2006, 22-6-2006 και 26-5-2006 αντίστοιχα.

Οι επιταγές αυτές αν και εμφανίστηκαν εμπρόθεσμα προς πληρωμή από την ενάγουσα, δεν πληρώθηκαν, λόγω μη υπάρξεως επαρκούς διαθεσίμου υπολοίπου στον λογ/σμό του εκδότη στην πληρώτρια Τράπεζα. Κατόπιν τούτου στις 3-8-2006 υπεγράφη, μεταξύ του νομίμου εκπροσώπου της ενάγουσας Γ. Β. και της Π. Λ., έγγραφο, το οποίο συνυπέγραψαν ο Ι.

και Χ. Χ.. Με το έγγραφο αυτό η Π. Λ., κατά λέξη, αναλαμβάνει την υποχρέωση σε σύντομο χρονικό διάστημα να εξοφλήσει την "ΒΕΝΟΥΣ ΕΠΕ", για το ποσό των 91.092,5 ευρώ, μη αφαιρουμένου όμως του δικαιώματος της "ΒΕΝΟΥΣ ΕΠΕ", να χρησιμοποιήσει όποτε αυτή θεωρήσει αναγκαίο, την νόμιμη απαίτηση των χρημάτων που της οφείλονται από τα αναγραφόμενα σκάφη (αλιευτικά).

Με το έγγραφο αυτό συνομολογήθηκε σωρευτική αναδοχή χρέους (αρ. 477 ΑΚ) εκ μέρους της Π. Λ., αφού αυτή αναλαμβάνει να καταβάλει ξένο χρέος. Αλλά ρητά η ενάγουσα επεφύλαξε στον εαυτό της το δικαίωμα να στραφεί και κατά των εναγομένων για- την καταβολή του χρέους. Συνεχίζει δε το Εφετείο ότι, προκειμένης σωρευτικής αποδοχής χρέους, κατά τα προαναφερόμενα, η ευθύνη των εναγομένων, ως αρχικών οφειλετών, απέναντι στην ενάγουσα, διατηρείται.

Από το έγγραφο αυτό αποδεικνύεται: 1) Ότι υπήρχε μία ανεξόφλητη οφειλή των εναγομένων προς την ενάγουσα, από την πώληση σ' αυτούς πετρελαίου κίνησης, κατά τη σύνταξη του στις 3-8-200 ύψους 91.092,5 ευρώ, 2) Ότι το τίμημα των πωλήσεων πιστωνόταν, αφού καταβαλλόταν σταδιακά εκδιδομένων και σχετικών αποδείξεων καταβολής (βλ.

ενδεικτικά 157/21-1-06 απόδειξη καταβολής ποσού 9.312 ευρώ από τον Ι. Κ. σε εξόφληση αντίστοιχου τιμολογίου). Άρα απορρίπτεται ως αβάσιμος ο ισχυρισμός των εναγομένων ότι αφού έχουν στα χέρια τους τα επίδικα τιμολόγια, έχουν εξοφλήσει και το τίμημα, 3) Ότι οι πληρωμές γίνονταν μέσω του Ι. Χ.υ, με επιταγές του πατέρα του Χ.

Χ. και μία πληρωμή, ύψους 14.500 ευρώ, έγινε απευθείας από τον Ι. Κ. στην ενάγουσα, με έμβασμα. Περαιτέρω από το έγγραφο αυτό αλλά και γενικά από τις λοιπές προσκομιζόμενες αποδείξεις, δεν αποδείχθηκε ότι η Π. Λ. ενεργούσε ως αντιπρόσωπος της ενάγουσας και ότι ήταν εξουσιοδοτημένη από την τελευταία να εισπράττει για λογαριασμό της το τίμημα από τους εναγομένους για τις πωλήσεις καυσίμων και να της το αποδίδει (βλ.

μεταξύ άλλων την 69/2007 ένορκη βεβαίωση του Ι. Χ.υ ενώπιον του Ειρηνοδίκη Πειραιά, ο οποίος άλλωστε, όπως προαναφέρθηκε, κατέβαλε, έναντι του τιμήματος, τα ποσά που του παρέδιδαν οι εναγόμενοι και οι λοιποί αγοραστές, στην ενάγουσα, με επιταγές εκδόσεως του πατέρα του Χ. Χ.). Ας σημειωθεί εξάλλου ότι δεν προσκομίζεται από τους εναγομένους έγγραφο, που να αφορά οποιαδήποτε καταβολή της Π.

Λ. προς την ενάγουσα, σε σχέση με τις προαναφερόμενες πωλήσεις και τα τιμολόγια που εκδόθηκαν γι' αυτές. Οι καταθέσεις των μαρτύρων των εναγομένων και της ίδιας της Π. Λ. ως προς το σημείο αυτό αντικρούονται από το περιεχόμενο του προαναφερόμενου από 3-8-2006 εγγράφου της σωρευτικής αναδοχής χρέους, την οποία σαφώς συνομολόγησε η Π.

Λ., αφού αναφέρεται ρητά σ' αυτό ότι η ενάγουσα διατηρεί το δικαίωμα να στραφεί και κατά των εναγομένων, σε περίπτωση που δεν ικανοποιηθεί από την προαναφερόμενη. Άλλωστε δεν υπήρχε λόγος, αν η Π. Λ. ήταν αντιπρόσωπος της ενάγουσας και εξουσιοδοτημένη από αυτή να εισπράττει από τους εναγομένους το τίμημα για τις πωλήσεις πετρελαίου και να της το αποδίδει, να υπογράψει την σωρευτική αναδοχή χρέους ούτε επιπλέον θ' αναφερόταν στο εν λόγω έγγραφο ότι η ενάγουσα διατηρεί ακέραιες τις αξιώσεις της από τους εναγομένους για τα οφειλόμενα από αυτούς ποσά.

Κατόπιν όλων αυτών, αφού δεν αποδείχθηκε ότι η Π. Λ. ήταν δεκτική καταβολής, κατά το άρθρο 417 ΑΚ, ήτοι ότι ενεργούσε ως αντιπρόσωπος της ενάγουσας ή ότι είχε εξουσιοδοτηθεί ως τρίτη από την τελευταία προς είσπραξη από τους εναγομένους της οφειλής, κατά τα προαναφερόμενα στη μείζονα σκέψη, δεν υπάρχει νόμιμη καταβολή του επιδίκου χρέους εκ μέρους των εναγομένων στην ενάγουσα και συνεπώς εξόφληση.

Επιπλέον ακόμη και αν έγινε καταβολή του οφειλομένου τιμήματος στην Π. Λ. ως τρίτη, αφού δεν αποδείχθηκε ότι αυτή έχει μία από τις παραπάνω ιδιότητες, δεν ισχύει ως νόμιμη καταβολή για την ενάγουσα, δεδομένου ότι η τελευταία δεν την εγκρίνει, ούτε εξάλλου η Π. Λ. απέδωσε τα ληφθέντα στην ενάγουσα, ώστε να ωφεληθεί η τελευταία από την τυχόν καταβολή, και να υπάρχει έτσι νόμιμος λόγος απόσβεσης της ενοχής, κατά τ' αναφερόμενα στη μείζονα σκέψη ειδικότερα.

Επομένως οι ενστάσεις των εναγομένων περί εξοφλήσεως του επιδίκου χρέους δεν αποδείχθηκαν και πρέπει ν' απορριφθούν ως αβάσιμες στην ουσία της. Οι εκκαλούμενες αποφάσεις, που δέχθηκαν ως βάσιμες στην ουσία τους τις ως άνω ενστάσεις και κατόπιν τούτου απέρριψαν ως ουσία αβάσιμες τις αγωγές, εσφαλμένως εφάρμοσαν το νόμο και εκτίμησαν τις αποδείξεις και κυρίως το περιεχόμενο του από 3-8-2005 εγγράφου σωρευτικής αναδοχής χρέους, γενομένων δεκτών ως βάσιμων των σχετικών δύο λόγων των εφέσεων".

Με τις πιο πάνω παραδοχές του αιτιολογικού της προσβαλλόμενης απόφασής του το Εφετείο, με τις οποίες δέχθηκε την έφεση της αναιρεσίβλητης κατά της πρωτόδικης απόφασης, με την οποία απορρίφθηκε η αγωγή της γιατί είχε γίνει δεκτή η ένσταση εξόφλησης των αναιρεσειόντων, παραβίασε εκ πλαγίου τις ίδιες πιο πάνω διατάξεις ουσιαστικού δικαίου των άρθρων 416, 417 του Α.Κ.

με αιτιολογίες ελλιπείς και ανεπαρκείς, ώστε δεν καθίσταται εφικτός ο έλεγχος από το Δικαστήριο τούτο ως προς το εάν εφαρμόστηκαν ορθά οι πιο πάνω διατάξεις κατά την έννοια που προαναφέρθηκε στη μείζονα σκέψη της παρούσας. Αντίθετα, από τις ίδιες παραδοχές δεν προκύπτει εκ πλαγίου παραβίαση της διάταξης του άρθρου 422 ΑΚ, αφού δεν προκύπτει η προς την αναιρεσίβλητη καταβολή του ένδικου ποσού ούτε ο εκ μέρους της καταλογισμός σε άλλη απαίτησής της.

Ειδικότερα, το Εφετείο, συνυπολογίζοντας τις ένδικες αγορές καυσίμων ενιαία στη συνολική συναλλακτική σχέση μεταξύ των διαδίκων αναφέρεται αορίστως σε άλλες οφειλές των αναιρεσειόντων ενιαία για όλους συνολικού ποσού 122.066 ευρώ, που καλύφθηκαν με ισόποσες καταβολές των αναιρεσειόντων με επιταγές πληρωθείσες με αποτέλεσμα να παραμείνουν ανεξόφλητες απαιτήσεις της αναιρεσίβλητης συνολικού ποσού 91.092,50 ευρώ.

Δεν εξειδικεύει όμως το Εφετείο ούτε τον αριθμό, ούτε τα στοιχεία των προγενεστέρων των επιδίκων πωλήσεων καυσίμων, ούτε και το χρόνο των επι μέρους καταβολών των αναιρεσειόντων μέσω των μνημονευομένων επιταγών, αλλά και τα πρόσωπα που αφορούσαν τα χρέη και οι καταβολές, αφού δεν επρόκειτο για ένα πρόσωπο οφειλέτη αλλά για τέσσερα, και δεν καθίσταται δυνατός ο αντιλογισμός μεταξύ των τεσσάρων οφειλών και των αντίστοιχων πιστώσεων μέσω καταβολών που δεν προσδιορίζονται για τον έλεγχο της ορθής εφαρμογής της διάταξης του αριθ. 416 Α.Κ.

Περαιτέρω, το Εφετείο ενώ δέχεται ότι από το συνολικό χρέος και των τεσσάρων αναιρεσειόντων ποσού 213.158,53 ευρώ, στο οποίο περιλαμβάνεται και το ένδικο, καταβλήθηκε συνολικά από αυτούς (αναιρεσείοντες) το ποσό των 122.056 ευρώ ώστε παρέμεινε οφειλόμενο υπόλοιπο 91.092,50 ευρώ για όλους, τελικά υποχρεώνει όλους να καταβάλουν στην αναιρεσίβλητη το ποσό των 93.200,08 ευρώ (30.959 + 33.696,08 + 16.305 + 12.240), με βάση τα αγωγικά αιτήματα των δύο αγωγών, χωρίς να διευκρινίσει και να δικαιολογεί το πώς τελικά η οφειλή που δέχεται των 91.092,56 ευρώ διευρύνθηκε σε επιδικαζόμενη οφειλή 93.200,08 ευρώ, αλλά και ποιους από τους αναιρεσείοντες οφειλέτες αφορά αυτή η διεύρυνση.

Αποβαίνει δε η ασάφεια αυτή περισσότερο έντονη από άλλη παραδοχή της προσβαλλόμενης ότι για την εξόφληση του επίδικου χρέους των αναιρεσειόντων ο Ι. Χ. παρέδωσε στην αναιρεσείουσα τρείς επιταγές έκδοσής του σε διαταγή Π. Λ., η οποία τις οπισθογράφησε στην αναιρεσείουσα ποσού συνολικού 92.520 ευρώ (24.850 + 29.320 + 38.350) που δεν πληρώθηκαν τελικά, που όμως δεν συμπίπτει ούτε με το οφειλόμενο υπόλοιπο 91.092,50 ευρώ, ούτε και με το επιδικασθέν ποσό των 93.200,08 ευρώ.

Τέλος, οι προαναφερθείσες ασάφειες αποβαίνουν περισσότερο έντονες από το γεγονός ότι δεν αιτιολογείται επαρκώς στην προσβαλλόμενη η προκύπτουσα αντίφαση μεταξύ της από 3.8.2006 εγγραφής σύμβασης με την οποία κατά την προσβαλλόμενη η Π. Λ. αναδέχθηκε σωρευτικά το ένδικο χρέος των αναιρεσειόντων συνολικού ποσού 91.092,50 ευρώ, και του γεγονότος ότι τα επίδικα τιμολόγια αντιπροσώπευαν απαίτηση συνολική 93.200,08 ευρώ, που επιδικάσθηκε με την προσβαλλόμενη και πως δικαιολογείται εντεύθεν η προκύπτουσα διαφορά, αλλά και για ποιο λόγο η αναδοχή χρέους αφορά μικρότερο ποσό της απαίτησης από εκείνη των τιμολογίων.

Επομένως, τα Όσα συναφώς υποστηρίζουν οι αναιρεσείοντες με το μοναδικό λόγο του αναιρετηρίου από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.δ. κρίνονται βάσιμα.

Μετά τα παραπάνω, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, αφού είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλους δικαστές ( άρθρο 580 § 3 Κ.Πολ.Δ) και να καταδικαστεί η αναιρεσίβλητη στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας ( άρθρα 176 και 183 Κ.Πολ.Δ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την αριθ. 165/2009 απόφαση του Εφετείου Αθηνών (μεταβατικής έδρας Χαλκίδας).

Παραπέμπει την υπόθεση, για περαιτέρω εκδίκαση, στο ίδιο Εφετείο, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές.

Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσειουσών που ορίζει σε τρείς χιλιάδες (3.000) ευρώ.

Κρίθηκε, αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 17 Μαίου 2011 και

Δημοσιεύθηκε, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριο του στην Αθήνα στις 2 Ιουνίου 2011.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ