Supreme Court dismisses appeal on labor dispute damages, ruling no violation of proportionality principle occurred.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the labor court's award of 50,000 euros for moral damages. The court found the lower court's decision did not violate the principle of proportionality or exceed judicial discretion given the specific circumstances of the accident and the plaintiff's permanent disability. Consequently, the appeal was rejected, and the appellant was ordered to pay the respondent's legal costs.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559(1)(a), 577(1), 577(3) of the Code of Civil Procedure; An appeal is admissible only if a substantive law rule was violated, which occurs if the court failed to apply a rule where conditions existed, applied it where they did not, or applied it incorrectly, including erroneous interpretation or application to facts.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1109 / 2022 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1109/2022
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Λουκά Μόρφη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Δήμητρα Ζώη, Ιωάννα Μαργέλλου-Μπουλταδάκη, Ιωάννη Δουρουκλάκη και Δημητρία Στρούζα-Ξένου, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 11 Ιανουαρίου 2022, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Ν. Κ. του Ι., κατοίκου ..., που παραστάθηκε δια του πληρεξουσίου δικηγόρου Παναγιώτη Μουργή, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.
Του αναιρεσίβλητου: Κ. Ν. του Μ., κατοίκου ..., που παραστάθηκε δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) του πληρεξουσίου δικηγόρου Αθανάσιου Ηλιόπουλου, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 31-12-2009 αγωγή του ήδη αναιρεσίβλητου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Καλαμάτας. Εκδόθηκαν η 44/2013 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, η 52/2017 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Καλαμάτας. Την αναίρεση της τελευταίας, ζητεί ο αναιρεσείων με την από 22-9-2017 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Εισηγήτρια ορίσθηκε η Αρεοπαγίτης Δήμητρα Ζώη. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στα δικαστικά έξοδα.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την υπό κρίση από 22-9-2017 αίτηση διώκεται η αναίρεση της εκδοθείσας αντιμωλία των διαδίκων κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών υπ' αριθμ. 52/2017 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Καλαμάτας. Η εν λόγω αίτηση έχει ασκηθεί νομίμως και εμπροθέσμως, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 552, 553, 556, 558, 564 παρ.3, 566 παρ.1 ΚΠολΔ και ως εκ τούτου είναι παραδεκτή (άρθ. 577 παρ.1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθ. 577 παρ.3 ΚΠολΔ).
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 παρ.1 εδ. α' του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται μόνο, αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, ήτοι εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (ΟλΑΠ 1/2016, 2/2013, 7/2006).
Με τον παραπάνω λόγο αναιρέσεως ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του ανωτέρω δικαστηρίου κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Στην τελευταία δε περίπτωση, η παραβίαση του κανόνα αυτού ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο αποκλειστικώς και μόνο με βάση τα πραγματικά περιστατικά που δέχεται το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν ή ότι δεν αποδείχθηκαν (ΑΠ 130/2016, 1420/2013).
Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παράγραφος 3 του Συντάγματος προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος απ` αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή του (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία (Ολ.
ΑΠ 1/1999, 6/2019, 9/2019). Για να είναι ορισμένος ο λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η έλλειψη νόμιμης βάσης (άρθρο 559 αρ. 19 ΚΠολΔ) απαιτείται να αναφέρεται στο αναιρετήριο, εκτός των άλλων, εφόσον η υπόθεση κρίθηκε στην ουσία, οι κρίσιμες πραγματικές παραδοχές της προσβαλλομένης αποφάσεως, πλήρως και όχι αποσπασματικά και επιλεκτικά (ΑΠ 887/2019, 658/2019, 1454/2014), καθώς και οι φερόμενοι ως παραβιασθέντες κανόνες ουσιαστικού δικαίου, προκειμένου να ελεγχθεί αναιρετικώς εάν παραβιάσθηκαν οι κανόνες αυτοί ή εάν υπάρχει σχετικά με την εφαρμογή τους έλλειψη αιτιολογιών ή αντίφαση ή ανεπάρκεια αυτών, ενόψει του ότι ο Άρειος Πάγος δεν μπορεί να προβεί σε αυτεπάγγελτη θεμελίωση αυτών βάσει της αρχής jura novit curia, η οποία δεν εφαρμόζεται στην αναιρετική διαδικασία (Ολομ.
ΑΠ. 20/2005, ΑΠ 357/2018, 1022/2017, 1184/2015). Τέλος, ο λόγος αναίρεσης του άρθρου 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ ιδρύεται, όταν το δικαστήριο, παρά το νόμο, έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη του πράγματα, που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα" νοούνται οι αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων, που τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, που ασκείται με την αγωγή, ανταγωγή, ένσταση ή αντένσταση, όχι, όμως και οι ισχυρισμοί που συνιστούν άρνηση της αγωγής ή ένστασης ή επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου από την εκτίμηση των αποδείξεων (ΑΠ 247/2012).
Δεν ιδρύεται, επίσης, ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν το δικαστήριο έλαβε μεν υπόψη του τον κρίσιμο ισχυρισμό, πλην τον απέρριψε, ρητά ή σιωπηρά, για οποιονδήποτε τυπικό ή ουσιαστικό λόγο (ΑΠ 50/2015). Από την επισκόπηση της προσβαλλομένης αποφάσεως (άρθρ. 561 παρ.2 ΚΠολΔ), προκύπτει ότι το Εφετείο, επιλαμβανόμενο της από 17-9-2014 εφέσεως των εναγομένων (στους οποίους περιλαμβάνεται και ο αναιρεσείων), συνεκδικάζοντας αυτή με την από 3-7-2014 έφεση του ενάγοντος και ήδη αναιρεσιβλήτου, κατά της υπ' αριθμ. 44/2013 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Καλαμάτας, με την οποία είχε γίνει εν μέρει δεκτή η από 31-12-2009 αγωγή του αναιρεσιβλήτου, με την οποία αυτός, επικαλούμενος ότι, από υπαιτιότητα των εναγομένων, ομορρύθμων μελών και νομίμων εκπροσώπων της πρώτης εναγομένης εταιρείας, στις βιομηχανικές εγκαταστάσεις της οποίας απασχολείτο ως ηλεκτροσυγκολλητής με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, προκλήθηκε το περιγραφόμενο ατύχημα, συνεπεία του οποίου υπέστη σοβαρό τραυματισμό, ζήτησε την επιδίκαση του αναφερομένου ποσού ως χρηματική ικανοποίηση λόγω της ηθικής βλάβης που υπέστη, δέχθηκε ως προς την υπαιτιότητα των εναγομένων στην επέλευση του ένδικου ατυχήματος και την έκταση των συνεπειών του, καθώς και την ένσταση περί συνυπαιτιότητας του ενάγοντος στην πρόκληση του τραυματισμού του, που προέβαλαν οι εναγόμενοι παραδεκτά στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο και επανέφεραν στο Εφετείο με την ως άνω έφεσή τους, που ενδιαφέρουν εν προκειμένω, και κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του, τα ακόλουθα κρίσιμα πραγματικά περιστατικά:
Ο ενάγων προσλήφθηκε από την πρώτη εναγομένη εταιρία με την επωνυμία "….ΟΕ", της οποίας ομόρρυθμα εταίροι και νόμιμοι εκπρόσωποι αυτής είναι οι δεύτερος, τρίτος, πέμπτος και έκτη των εναγομένων, στις 1-7-1990, με σύμβαση εξηρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, προκειμένου να εργαστεί με την ειδικότητα του ηλεκτροσυγκολλητή.
Στις 22-9-2007, ο ενάγων εκτελώντας εντολές του δευτέρου των εναγομένων, Β. Κ., απασχολήθηκε στις βιομηχανικές εγκαταστάσεις της εταιρείας στο Ασπρόχωμα Καλαμάτας μαζί με τον συνάδελφο του, Π. Χ., ο οποίος είχε την ίδια με αυτόν ειδικότητα, αυτή του ηλεκτροσυγκολλητή, με αντικείμενο τη μετατροπή μιας μεταλλικής δεξαμενής νερού, η οποία στη συνέχεια θα έπρεπε να τοποθετηθεί επάνω σε μπετονιέρα σε ειδική θέση πίσω από την καμπίνα της θέσης του οδηγού σε ύψος περίπου 2,5 μέτρων από το έδαφος.
Προκειμένου δε να τοποθετηθεί η δεξαμενή νερού στη θέση αυτή, η οποία είχε διαστάσεις περίπου 1,5 μέτρα ύψος, 70 εκατοστά διάμετρο βάσης και 200 κιλά βάρος, θα έπρεπε να φορτωθεί σε ανυψωτικό μηχάνημα -κλαρκ, το οποίο οδηγούσε ο Π. Χ., χωρίς την απαιτούμενη άδεια ικανότητας οδηγού. Κατά την προσπάθειά τους όμως να τοποθετήσουν τη δεξαμενή από το κλαρκ στο όχημα-μπετονιέρα και ενώ είχε ανυψωθεί στο σημείο τοποθέτησης, αυτή γλίστρησε από τα πιρούνια του κλαρκ και έπεσε κάτω.
Το εργατικό αυτό ατύχημα οφείλεται στην αποκλειστική υπαιτιότητα (αμέλεια) των εναγομένων, οι οποίοι από έλλειψη της προσοχής την οποία όφειλαν από τις περιστάσεις και μπορούσαν να καταβάλουν, ως μέσοι, συνετοί άνθρωποι δεν έλαβαν τα προσήκοντα μέτρα ασφαλείας, που απαιτούνται για την προστασία της υγείας και τη σωματική ακεραιότητα των εργαζομένων.
Ειδικότερα οι εναγόμενοι, σύμφωνα με το άρθρο 3 παρ. 2 του ΠΔ 395/1994 όφειλαν να έχουν λάβει τα αναγκαία μέτρα ώστε ο εξοπλισμός εργασίας, να είναι κατάλληλος προς εκτέλεση της εργασίας, ώστε να διασφαλίζεται η υγεία των εργαζομένων και να είναι διαθέσιμος ανά πάσα στιγμή, λαμβάνοντας υπόψη τις συνθήκες και τα χαρακτηριστικά της εργασίας.
Επίσης, δεν υπήρχε τεχνικός ασφαλείας, ο οποίος να επιβλέπει την όλη επιχείρηση και να δίνει οδηγίες για τον τρόπο που θα γίνει η πρόσδεση με ασφάλεια της δεξαμενής. Προκειμένου, λοιπόν να μεταφερθεί και τοποθετηθεί η ως άνω δεξαμενή στην μπετονιέρα, δόθηκε εντολή από τον Β. Κ. να φορτωθεί στο περονοφόρο ανυψωτικό μηχάνημα-κλαρκ και ακολούθως ο ίδιος έδωσε εντολή στον Π.
Χ. να χειριστεί το κλαρκ της επιχείρησης, ο οποίος όπως ήδη προαναφέρθηκε δεν είχε άδεια για το χειρισμό του. Στη συνέχεια η δεξαμενή φορτώθηκε επάνω στα "πιρούνια" του περονοφόρου ανυψωτικού μηχανήματος-κλαρκ, χωρίς όμως να προσδεθεί, όπως έπρεπε, αφού δεν υπήρχαν ιμάντες για την πρόσδεση της. Ακολούθως ο ενάγων, κατόπιν εντολών του άνω εργοδότη του ανέβηκε επάνω στον αριστερό τροχό του οχήματος-μπετονιέρας (που επρόκειτο να τοποθετηθεί η δεξαμενή) πίσω από την καμπίνα του οδηγού και κρατιόταν από το ένα χέρι στο όχημα, ενώ με το άλλο χέρι, θα έπρεπε να κατευθύνει τη δεξαμενή στο κατάλληλο σημείο τοποθέτησης, σύμφωνα με τις εντολές του εργοδότη του.
Τη στιγμή δε κατά την οποία ο ενάγων βρισκόταν στην άνω θέση και ο συνάδελφος του χειριζόταν το κλαρκ για να ανυψώσει τη δεξαμενή στο ύψος της θέσης της μπετονιέρας που έπρεπε να τοποθετηθεί, όταν έφθασε στο ύψος αυτό, γλίστρησε από τα πιρούνια του κλαρκ και έπεσε κάτω, ο δε ενάγων έπεσε στο έδαφος, αλλά δεν κατάφερε να αποφύγει το χτύπημα, αφού η δεξαμενή τον χτύπησε, με αποτέλεσμα να τραυματιστεί πολύ σοβαρά στο δεξί του πόδι και να διακομιστεί αμέσως στο Γενικό Νοσοκομείο Καλαμάτας.
Ο δε τραυματισμός του ενάγοντος και η συνεπεία αυτού επελθούσα κατάσταση συνδέεται αιτιωδώς με το ατύχημα και την συμπεριφορά των εναγομένων, διότι όλες οι μετατραυματικές επιπλοκές που παρουσιάστηκαν στον ενάγοντα, μετά το χειρουργείο στο οποίο υποβλήθηκε οφείλονται στο ατύχημα... Περαιτέρω το Εφετείο, αναφορικά με τον τραυματισμό του ενάγοντος, δέχθηκε τα ακόλουθα:
Αμέσως μετά το ατύχημα, ο ενάγων μεταφέρθηκε στην Ορθοπεδική Κλινική του Γενικού Νοσοκομείου Καλαμάτας, όπου διαπιστώθηκε ότι είχε υποστεί κάταγμα κάτω 3 μορίου κνήμης-περόνης (ΔΕ) με σύνθλιψη δέρματος μαλακών μορίων ανοικτό 2ου βαθμού το οποίο αντιμετωπίστηκε με χειρουργική αποκατάσταση, με εξωτερική οστεοσύνθεση κνήμης και τοποθέτηση μοσχεύματος.
Τέθηκε σε αντιβίωση και αντιπηκτική αγωγή. Κατά την ανάνηψη από την γενική αναισθησία είχε βυθιότητα, εκτελούσε παραγγέλματα, αλλά αδυνατούσε να μιλήσει ευκρινώς. Ακολούθως διαπιστώθηκε μερική ανάκτηση μερική ανάκτηση του επιπέδου συνειδήσεως και αδυναμία εκπομπής λόγου, οπότε διαπιστώθηκε ότι έπασχε από δεξιά ημιπληγία, με αποτέλεσμα να γίνει έλεγχος με υπολογιστική τομογραφία εγκεφάλου ανέδειξε υπόπυκνες περιοχές στην αριστερή έσω κάψα και βρεγματοϊνιακή χώρα καθώς και στο αριστερό ημισφαίριο της παρεγκεφαλίδας.
Έτσι μεταφέρθηκε στη Β' παθολογική κλινική του ως άνω Νοσοκομείου, όπου αργότερα εμφάνισε αναπνευστική δυσχέρεια με υποξαιμία και εμπύρετο. Εξαιτίας της σοβαρότητας της κατάστασης του μεταφέρθηκε στις 24-9-2007 στο Γενικό Νοσοκομείο Νίκαιας-Πειραιά "Άγιος Παντελεήμων", όπου κατά την νευρολογική εξέταση εισόδου διαπιστώθηκε να φέρει πτώση γωνία στόματος δεξιά, βρισκόταν σε εγρήγορση, εκτελούσε απλά λεκτικά παραγγέλματα και εμφάνιζε ημιπληγία ομότιμη σε άνω και κάτω άκρο.
Στο ως άνω νοσοκομείο παρέμεινε νοσηλευόμενος για 22 ημέρες μέχρι και την 16-10-2007 και στη συνέχεια μεταφέρθηκε στην Α' Κλινική Φυσιατρικής-Αποκατάστασης του Εθνικού Ιδρύματος Αποκατάστασης Αναπήρων στις 29-10-2007, όπου και παρέμεινε νοσηλευόμενος μέχρι τις 13-2-2008 πάσχων από ΑΕΕ/ΔΕ ημιπληγία, δυσφασία καθώς και κάταγμα κνήμης (ΔΕ).
Κατά την έξοδό του από την ως άνω κλινική η συνείδηση -επικοινωνία ήταν καλή, το δεξί άνω άκρο ήταν μη λειτουργικό και παρόλο που το δεξί κάτω άκρο παρουσίαζε ικανοποιητική κινητικότητα, εν τούτοις εμφάνιζε έλλειμμα κατά την κίνηση και η βάδιση γινόταν με την βοήθεια βακτηρίας. Του συνεστήθη παρακολούθηση από ορθοπεδικό και εκτίμηση σε επίπεδο τακτικής ιατρικής παρακολούθησης.
Στις 23-3-2008 υποβλήθηκε σε χειρουργική επέμβαση στο Γενικό Νοσοκομείο Καλαμάτας για την αφαίρεση της εξωτερικής οστεοσύνθεσης και στις 27-5-2008 εισήχθη στο Γενικό Νοσοκομείο Αττικής (ΚΑΤ) όπου και υποβλήθηκε εκ νέου σε χειρουργική αποκατάσταση με εσωτερική οστεοσύνθεση και τοποθέτηση μοσχεύματος. Εξήλθε από το νοσοκομείο στις 31-5-2008 με οδηγίες για επανεξέταση και αφαίρεση ραμμάτων σε 20 ημέρες.
Με την υπ' αριθμ. 50/27-2-2008 γνωμάτευση της Αβάθμιας υγειονομικής επιτροπής διαπιστώθηκε ότι ο ενάγων παρουσίαζε καθυστερημένη πώρωση κατάγματος κάτω τριτημορίου κνήμης και περόνης, τοποθέτηση συστήματος εξωτερικής οστεοσύνθεσης, (ΔΕ) ημιπληγία λόγω ισχαιμικού ΑΕΕ, έντονη σπαστικότητα και δυσχρησία (ΔΕ) ημιμορίου, κρίθηκε ανίκανος για εργασία και του αναγνωρίστηκε ποσοστό αναπηρίας 80 %.
Εν συνεχεία, δυνάμει της υπ' αριθμ. 597/15-4-2008 απόφασης του Διευθυντή του Περιφερειακού Καταστήματος ΙΚΑ Καλαμάτας του χορηγήθηκε σύνταξη βαριάς αναπηρίας από εργατικό ατύχημα με ποσό ίσο με το πλήρες ποσό. Με την εν λόγω κρίση του και υπό τις ως άνω παραδοχές, το Εφετείο, ουδόλως παραβίασε με τη μη εφαρμογή της, τη διάταξη του άρθρου 300 ΑΚ, αναφορικά με την ένσταση περί συνυπαιτιότητας του ενάγοντος στην πρόκληση του ένδικου ατυχήματος, που είχαν προβάλει παραδεκτά στο Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο οι εναγόμενοι και επανέφερε στο Εφετείο με την έφεσή του, για τη θεμελίωση της οποίας, όπως προκύπτει από την επισκόπηση των προτάσεών του ενώπιον του Πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, είχε ισχυρισθεί ότι ο ενάγων ήταν συνυπαίτιος για την πρόκληση του τραυματισμού του, καθόσον δεν είχε φροντίσει να γίνει κατάλληλη περίδεση της δεξαμενής από κρίκο, ο οποίος υπάρχει γι' αυτό το σκοπό στο κλαρκ, με αποτέλεσμα να γλιστρήσει αυτή από τα πηρούνια του κλάρκ και να πέσει στο έδαφος, καθώς στο ότι ο ενάγων είχε λάβει εσφαλμένη θέση στον τροχό της μπετονιέρας.
Επίσης το Εφετείο, με το να δεχθεί, αντιθέτως προς τα επικαλούμενα για τη θεμελίωση της ως άνω ενστάσεως περιστατικά, ότι δεν υπήρχε τεχνικός ασφαλείας για να επιβλέπει την όλη επιχείρηση και να δίνει οδηγίες για τον τρόπο που θα γίνει η πρόσδεση με ασφάλεια της δεξαμενής, ότι η φόρτωση της δεξαμενής επάνω στα πιρούνια του περονοφόρου ανυψωτικού μηχανήματος -κλαρκ έγινε χωρίς πρόσδεση, όπως έπρεπε γιατί δεν υπήρχαν ιμάντες για την πρόσδεσή της και ότι ο ενάγων κατόπιν εντολών του εργοδότη του ανέβηκε πάνω στον αριστερό τροχό του οχήματος-μπετονιέρας, πίσω από την καμπίνα του οδηγού και κρατιόταν από το ένα χέρι στο όχημα και με το άλλο θα έπρεπε να κατευθύνει τη δεξαμενή στο κατάλληλο σημείο, απορρίπτοντας ως αβάσιμους τους σχετικούς λόγους της έφεσης του εναγομένου κατά της αποφάσεως του Πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, το οποίο είχε δεχθεί τα ίδια ως άνω σχετικά με την ύπαρξη αποκλειστικής υπαιτιότητας του εναγομένου στην επέλευση του ένδικου ατυχήματος και της έκτασης των συνεπειών αυτού, καθώς και της ύπαρξης αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ του ένδικου ατυχήματος και της μετεγχειρητικής εξέλιξης της υγείας του ενάγοντος, ουδόλως παραβίασε εκ πλαγίου με ανεπαρκείς αιτιολογίες την προαναφερόμενη διάταξη του άρθρου 300 ΑΚ, ούτε στέρησε την απόφασή του νόμιμης βάσης, αφού διέλαβε σ' αυτή σαφείς και επαρκείς αιτιολογίες, ως προς τα κρίσιμα ζητήματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και ειδικότερα, ως προς το κρίσιμο ζήτημα της υπαιτιότητας των νομίμων εκπροσώπων της εναγομένης εργοδότριας εταιρίας, για τον τραυματισμό του ενάγοντος εργαζομένου, καθώς και του αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της αμελούς συμπεριφοράς αυτών και του επελθόντος ζημιογόνου αποτελέσματος, όσο και ως προς το ζήτημα της έλλειψης συνυπαιτιότητας του ενάγοντος στην πρόκληση του ένδικου ατυχήματος, που αφενός ασκούν ουσιώδη επίδραση στην επιδίκαση ή μη χρηματικής ικανοποιήσεως λόγω ηθικής βλάβης στον ενάγοντα και επιπλέον αυτές (αιτιολογίες) στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμα του δικαστηρίου και επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθή ή μη εφαρμογή της προαναφερθείσας διάταξης του ουσιαστικού δικαίου.
Επιπλέον το Εφετείο, με το να δεχθεί ότι ο ενάγων κατά την ανάνηψη από την γενική αναισθησία είχε βυθιότητα, αδυνατούσε να μιλήσει ευκρινώς... έπασχε από δεξιά ημιπληγία, ....εμφάνισε αναπνευστική δυσχέρεια με υποξαιμία ...κατά την νευρολογική εξέταση εισόδου στο Γενικό Νοσοκομείο Νίκαιας -Πειραιά "Άγιος Παντελεήμων", διαπιστώθηκε να φέρει πτώση γωνία στόματος δεξιά, βρισκόταν σε εγρήγορση, εκτελούσε απλά λεκτικά παραγγέλματα και εμφάνιζε ημιπληγία ομότιμη σε άνω και κάτω άκρο, περιέλαβε στην απόφασή του σαφείς και πλήρεις αιτιολογίες αναφορικά με την ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ του ένδικου ατυχήματος και της έκτασης του επελθόντος τραυματισμού του ενάγοντος.
Επομένως ο δεύτερος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως, με τον οποίο ο αναιρεσείων προβάλλει κατά το πρώτο, δεύτερο και τρίτο σκέλος του, τις από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλειες της προσβαλλομένης αποφάσεως, είναι αβάσιμοι και πρέπει να απορριφθούν. Ο ίδιος λόγος αναιρέσεως κατά το τέταρτο σκέλος του, με το οποίο ο αναιρεσείων προβάλλει αιτιάσεις επίσης από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ισχυριζόμενος ότι το Εφετείο, δε διέλαβε στην απόφασή του επαρκείς αιτιολογίες ως προς το ζήτημα της υπαιτιότητας του ιδίου (αναιρεσείοντος) για την πρόκληση του ένδικου ατυχήματος, δεδομένου ότι ουδέποτε υπήρξε νόμιμος εκπρόσωπος της πρώτης εναγομένης ομόρρυθμης εταιρείας, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος λόγω της αοριστίας του, καθόσον δεν εκτίθενται στο αναιρετήριο οι φερόμενοι ως παραβιασθέντες κανόνες ουσιαστικού δικαίου, προκειμένου να ελεγχθεί αναιρετικώς εάν παραβιάσθηκαν οι κανόνες αυτοί ή εάν υπάρχει σχετικά με την εφαρμογή τους ανεπάρκεια αιτιολογιών.
Περαιτέρω, ο αναιρεσείων με τον πρώτο κατά το πρώτο σκέλος του λόγο αναιρέσεως, αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση, την από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, συνιστάμενη στο ότι το Εφετείο, με το να απορρίψει την πρωτοδίκως προταθείσα ένστασή τους "περί καταχρηστικής ασκήσεως του από τον ενάγοντα ασκηθέντος δικαιώματος, για το λόγο ότι έχει ήδη καταβληθεί σ' αυτόν το ποσό των 29.347,02 ευρώ, δυνάμει συμβάσεως ασφαλίσεως που είχε συνάψει η πρώτη εναγομένη εταιρεία με την ασφαλιστική εταιρεία "….", παραβίασε την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ, την οποία δεν εφάρμοσε, ενώ με το δεύτερο σκέλος του ίδιου ως άνω πρώτου λόγου, προβάλει την από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, συνιστάμενη στο ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη πράγματα προταθέντα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, όπως την ως άνω ένσταση καταχρηστικής ασκήσεως δικαιώματος.
Ο ως άνω λόγος περιέχει δύο σκέλη, από τον αριθμό 1 και τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τα οποία προβάλλονται αιτιάσεις που είναι αντιφατικές μεταξύ τους, αφού δεν είναι δυνατόν το Δικαστήριο της ουσίας, ταυτόχρονα, και να μην έλαβε υπόψη του τον ως άνω αυτοτελή ισχυρισμό του αναιρεσείοντος περί καταχρηστικής ασκήσεως του δικαιώματος του ενάγοντος κατ' άρθρ. 281 ΑΚ, ώστε να ψέγεται η απόφασή του για παράβαση του άρθρου 559 αριθμ. 8 ΚΠολΔ, και να παραβίασε συγχρόνως με εσφαλμένη μη εφαρμογή την ίδια διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ, κρίνοντας ότι, με βάση τα πιο πάνω αποδειχθέντα περιστατικά, δεν είναι καταχρηστική η άσκηση του δικαιώματος του ενάγοντος, όπως ορθά δέχθηκε και το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, το οποίο απέρριψε την ένσταση αυτή, ώστε να ψέγεται η απόφασή του για παράβαση του άρθρου 559 αριθμ. 1 ΚΠολΔ.
Επομένως, ο ως άνω λόγος, κατά τα δύο σκέλη του είναι απορριπτέος. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 11 περ. γ' ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης παρέχεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν. Εξάλλου από τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 335 και 338 έως και 340 ΚΠολΔ προκύπτει ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να σχηματίσει την κρίση του για τους πραγματικούς ισχυρισμούς των διαδίκων που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λαμβάνει υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα τα οποία νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι, χωρίς να επιβάλλεται να γίνεται ειδική αναφορά και χωριστή αξιολόγηση καθενός από αυτά, αρκεί να καθίσταται απολύτως βέβαιο από όλο το περιεχόμενο της αποφάσεως ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα νομίμως προσκομισθέντα με επίκληση από τους διαδίκους αποδεικτικά μέσα (Α.Π. 817/2024, 295/2011).
Στην προκειμένη περίπτωση ο αναιρεσείων με τον τρίτο λόγο αναιρέσεως αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την από τον αριθμό 11 γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, συνιστάμενη στο ότι το Εφετείο δέχθηκε τις ως άνω παραδοχές σχετικά με την υπαιτιότητα των εναγομένων για την πρόκληση του ένδικου ατυχήματος, χωρίς αποδείξεις και ειδικότερα χωρίς να λάβει υπόψη του την επικληθείσα και προσκομισθείσα νομίμως από τον ίδιο (αναιρεσείοντα) από 8-7-2008 ένορκη εξέταση του ενάγοντος ενώπιον του πταισματοδίκη Καλαμάτας, στα πλαίσια της διενεργηθείσας προκαταρκτικής εξέτασης, καθώς και της υπ' αριθμ. 20/2015 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Καλαμάτας ( με την απόφαση αυτή κηρύχθηκαν ένοχοι...........) , στο σκεπτικό της οποίας αναφέρεται ότι δεν υπήρχε κανείς άλλος μπροστά τότε στο ατύχημα, εκτός από τον Χ., τις οποίες την οποία αν λάμβανε υπόψη θα έπρεπε να δεχθεί τον ισχυρισμό του περί συνυπαιτιότητας του ενάγοντος.
Ο ως άνω λόγος αναιρέσεως είναι αβάσιμος, καθόσον από τη διαλαμβανόμενη στην προσβαλλόμενη απόφαση βεβαίωση, ότι το δικαστήριο για τη διαμόρφωση του αποδεικτικού του πορίσματος έλαβε υπόψη και "τα έγγραφα, τα οποία οι διάδικοι προσκόμισαν και επικαλέστηκαν", χωρίς να είναι αναγκαίο να γίνει ειδική αναφορά και χωριστή αξιολόγηση καθενός από τα αποδεικτικά στοιχεία που λήφθηκαν υπόψη, σε συνδυασμό προς το όλο περιεχόμενο της αποφάσεως και τις εκτεθείσες παραδοχές της, δεν καταλείπεται αμφιβολία ότι το Εφετείο συνεκτίμησε, με τις λοιπές αποδείξεις και τα φερόμενα ως μη ληφθέντα υπόψη ως άνω έγγραφα.
Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 932 του ΑΚ, σε περίπτωση αδικοπραξίας, ανεξάρτητα από την αποζημίωση για την περιουσιακή ζημία, το δικαστήριο μπορεί να επιδικάσει εύλογη, κατά την κρίση του, χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης. Κατά την έννοια του άρθρου αυτού, το δικαστήριο της ουσίας, αφού δεχθεί ότι συνεπεία αδικοπραξίας προκλήθηκε σε κάποιο πρόσωπο ηθική βλάβη, καθορίζει στη συνέχεια το ύψος της οφειλόμενης γι` αυτήν χρηματικής ικανοποίησης, με βάση τους κανόνες της κοινής πείρας και της λογικής, λαμβάνοντας ιδίως υπόψη, ως κριτήρια, το είδος της προσβολής, την έκταση της βλάβης, τις συνθήκες τέλεσης της αδικοπραξίας, τη βαρύτητα του πταίσματος του υπόχρεου, το τυχόν συντρέχον πταίσμα του δικαιούχου - θύματος και την οικονομική και κοινωνική κατάσταση των διαδίκων μερών, χωρίς να απαιτείται η ειδικότερη αιτιολόγηση καθενός στοιχείου (ΑΠ 1414/2019, 838/2017, 1361/2013).
Ο προσδιορισμός του ποσού της εύλογης χρηματικής ικανοποίησης αφέθηκε στην ελεύθερη εκτίμηση του δικαστηρίου, η σχετική κρίση του οποίου δεν υπόκειται, κατ` αρχήν, σε αναιρετικό έλεγχο, αφού σχηματίζεται από την εκτίμηση των πραγματικών γεγονότων (άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ), χωρίς υπαγωγή του πορίσματος σε νομική έννοια, ώστε να μπορεί να κριθεί εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου, είτε ευθέως, είτε εκ πλαγίου, για έλλειψη νόμιμης βάσης.
Αντίθετα, η εκτίμηση του δικαστηρίου της ουσίας ελέγχεται για πλημμέλεια από το άρθρο 559 αριθμ. 1 (ή 8) του ίδιου Κώδικα, αν για τον προσδιορισμό του ύψους της χρηματικής ικανοποίησης έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε στοιχεία που δεν ήταν επιτρεπτό να συνεκτιμήσει ή, αντίστροφα, αρνήθηκε ή παρέλειψε να λάβει υπόψη στοιχεία που έπρεπε να συνεκτιμήσει για την κρίση του αυτή και που επηρεάζουν το ύψος της χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης (ΑΠ 838/2017, 213/2017, 1278/2015, 757/2015).
Επιβάλλεται, όμως, σε κάθε περίπτωση, να τηρείται, κατά τον καθορισμό του ποσού που επιδικάζεται, η αρχή της αναλογικότητας, ως γενική νομική αρχή και μάλιστα αυξημένης τυπικής ισχύος, υπό την έννοια ότι η σχετική κρίση του δικαστηρίου δεν πρέπει να υπερβαίνει τα ακραία όρια της διακριτικής του ευχέρειας, πράγμα που, αν συμβαίνει, ελέγχεται ως παραβίαση της πιο πάνω γενικής νομικής αρχής, ήτοι ως πλημμέλειες του άρθρου 559 αριθμ. 1 και 19 ΚΠολΔ (ΑΠ Ολομ., 10/2017, 9/2015).
Και τούτο, διότι μία απόφαση, με την οποία επιδικάζεται ένα ευτελές ή υπέρμετρα μεγάλο ποσό, ως δήθεν εύλογο, κατά την ελεύθερη κρίση του δικαστηρίου, προς αποκατάσταση της ηθικής βλάβης, ευτελίζει, στην πρώτη περίπτωση (όσον αφορά τον δικαιούχο - παθόντα), το σεβασμό της αξίας του ανθρώπου και στη δεύτερη (όσον αφορά τον υπόχρεο), το δικαίωμα της περιουσίας του, αφού το δικαστήριο, επεμβαίνοντας στη διαφορά μεταξύ ιδιωτών, πρέπει να τηρεί μια δίκαιη ισορροπία ανάμεσα στα αντιτιθέμενα συμφέροντα, με παράλληλη προστασία των θεμελιωδών δικαιωμάτων (ΑΠ 747/2020, 548/2020, 1414/2019, 989/2018, 604/2018).
Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του ως προς το κεφάλαιο της επιδίκασης της εύλογης χρηματικής ικανοποίησης, λόγω ηθικής βλάβης, κατ' άρθρο 932 ΑΚ, δέχθηκε ότι, ενόψει όλων των προαναφερθέντων (σχετικά με την πρόκληση του ατυχήματος και τον τραυματισμό του ενάγοντος) και λαμβάνοντας υπόψη τις συνθήκες νοσηλείας του ενάγοντος στο νοσοκομείο, όσο και κατά το μετέπειτα χρονικό διάστημα, που η κατάσταση της υγείας του δεν ήταν καλή, τις επιπτώσεις που η συγκεκριμένη βλάβη είχε στη ζωή του και ειδικότερα τη μόνιμη αναπηρία που του προκάλεσε, την ηλικία του (50 ετών), σε συνδυασμό και με την κοινωνική θέση και την οικονομική κατάσταση των διαδίκων, πρέπει να επιδικασθεί σ' αυτόν ως χρηματική ικανοποίηση το ποσό των 50.000 ευρώ το οποίο, μετά τη στάθμιση των κατά νόμο στοιχείων, σύμφωνα με τους κανόνες της ανθρώπινης εμπειρίας και λογικής, κρίνεται εύλογο, τηρουμένης κατά τον καθορισμό του και της αρχής της αναλογικότητας ως γενικής νομικής αρχής αυξημένης τυπικής ισχύος (αρθρ. 2 παρ.1 και 25 του Συντάγματος), με την έννοια ότι η σχετική κρίση του Δικαστηρίου δεν πρέπει να υπερβαίνει τα όρια όπως αυτά διαπιστώνονται από τα δεδομένα της κοινής πείρας και την κοινή περί δικαίου συνείδηση σε ορισμένο τόπο και χρόνο, που αποτυπώνονται στη συνήθη πρακτική των δικαστηρίων.
Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο δέχθηκε, κατά το κεφάλαιο τούτο, την έφεση των εναγομένων και αφού εξαφάνισε την εκκαλούμενη απόφαση κατά το μέρος που αφορούσε τον προσδιορισμό και μόνο του ύψους της χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης και δίκασε επί της αγωγής, έκανε εν μέρει δεκτή αυτή ως βάσιμη κατ' ουσίαν και επιδίκασε στον ενάγοντα το ως άνω ποσό.
Κρίνοντας έτσι το Εφετείο, δηλαδή με το να καθορίσει τη χρηματική ικανοποίηση του αναιρεσιβλήτου λόγω ηθικής βλάβης στο ποσό αυτό, δεν παραβίασε την αρχή της αναλογικότητας, ούτε υπερέβη τα ακραία όρια της διακριτικής του ευχέρειας, δεδομένου ότι το ποσό αυτό, κατά την κοινή πείρα, τη δικαστηριακή πρακτική και τη συνείδηση για το δίκαιο, δεν υπολείπεται, και μάλιστα καταφανώς, εκείνων που συνήθως επιδικάζονται σε παρόμοιες περιπτώσεις χρηματικής ικανοποίησης, ενώ περιέλαβε στην απόφασή του σαφείς και επαρκείς αιτιολογίες που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο.
Επομένως ο σχετικός τέταρτος κατά τα δύο σκέλη του από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, λόγος αναιρέσεως, είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί. Κατόπιν αυτών και εφόσον δεν υπάρχει άλλος λόγος προς έρευνα, πρέπει η ένδικη αναίρεση να απορριφθεί στο σύνολό της. Τέλος, πρέπει να καταδικαστεί ο αναιρεσείων, λόγω της ήττας του (άρθρα 176, 183 , 191 παρ.2 ΚΠοΛΔ), στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, ο οποίος παραστάθηκε και κατέθεσε προτάσεις.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 22-9-2017 αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθμ. 52/2017 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Καλαμάτας. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα να πληρώσει στον αναιρεσίβλητο για τα δικαστικά του έξοδα, το ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 3 Μαΐου 2022.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 21 Ιουνίου 2022.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ