Appeal dismissed for partial remand; vague restitution claim rejected; costs shared due to mixed success.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appeal against the First Instance judgment regarding the restitution of funds paid voluntarily. The appellants failed to specify the exact amounts paid to the defendants in the appeal request, rendering the claim for return of money inadmissible. Consequently, the court remanded the case for further proceedings to determine the specific sums owed while sharing the litigation costs between the parties.
Legislator headnote
AI generatedArticles 294, 297, 298, 299 of the Code of Civil Procedure; Article 579 of the Code of Civil Procedure: A vague request for restitution of voluntarily paid funds in an appeal is inadmissible due to lack of specificity and must be raised in the main proceedings after the specific debt is determined.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 604 / 2018 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 604/2018
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Κιουρκτσόγλου - Πετρουλάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Δημητρούλα Υφαντή, Χαράλαμπο Καλαματιανό, Ειρήνη Καλού και Γεώργιο Χοϊμέ, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 2 Φεβρουαρίου 2018, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1) Γ. Π., 2) Φ. συζ. Γ. Π.., κατοίκων ... και 3) ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "GENERALI HELLAS Ανώνυμος Ασφαλιστική Εταιρεία", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Σωτηρία Βελέντζα με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Σ. Μ. του Π., κατοίκου ..., 2) Σ. - Α. Δ. του Δ., κατοίκου ... και 3) Σ. Μ. του Π., κατοίκου ..., εκ των οποίων η 2η παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Παναγιώτη Τσονάκα και οι 1ος και 3η εκπροσωπήθηκαν από τον ίδιο πληρεξούσιο δικηγόρο τους Παναγιώτη Τσονάκα.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 12-10-2011 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 3098/2013 μη οριστική και 3306/2014 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 181/2016 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 11-7-2016 αίτησή τους. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγητή τον Αρεοπαγίτη Γεώργιο Χοϊμέ, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων ζήτησε την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 294, 297, 298 και 299 ΚΠολΔ προκύπτει ότι η αποδοχή της απόφασης, πριν από την άσκηση κάποιου ένδικου μέσου εναντίον της, η οποία υποδηλώνει παραίτηση από το δικαίωμα της άσκησής του, δεν υπόκειται σε ορισμένο διαδικαστικό τύπο, όπως εκείνη που γίνεται μετά την άσκηση του ένδικου μέσου, και μπορεί να γίνει είτε ρητά, με την τήρηση των διατυπώσεων που διαγράφονται στη διάταξη του άρθρου 297 ΚΠολΔ και, συγκεκριμένα, με δήλωση που καταχωρίζεται στα πρακτικά ή με δικόγραφο που επιδίδεται στον αντίδικο αυτού που παραιτείται, είτε σιωπηρά, με δηλώσεις ή πράξεις από τις οποίες συνάγεται αναγκαίως ο σκοπός για την αποδοχή της απόφασης (ΑΠ Ολομ. 15/2008, ΑΠ 914/2015, ΑΠ 51/2015).
Τέτοια σιωπηρή αποδοχή, πάντως, δεν ενέχει καθ' εαυτήν η εκούσια συμμόρφωση του αναιρεσείοντος προς το περιεχόμενο της αναιρεσιβαλλόμενης τελεσίδικης απόφασης, αφού αυτή γίνεται προς αποτροπή της αναγκαστικής εκτέλεσης, καθώς και των επαγόμενων από την ίδια απόφαση έννομων συνεπειών (ΑΠ 637/ 2014, πρβλ.
και ΑΠ 914/2015). Η νομότυπη αποδοχή της απόφασης έχει ως δικονομική έννομη συνέπεια την απόρριψη, ως απαραδέκτου, του ένδικου μέσου που ασκήθηκε κατ' αυτής, για έλλειψη έννομου συμφέροντος, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 68, 73, 553 παρ. 1 και 577 παρ. 1 και 2 ΚΠολΔ (ΑΠ Ολομ. 15/2008, ΑΠ 914/2015). Εξάλλου, για την αποδοχή της απόφασης, ρητή ή σιωπηρή, που ενέχει, όπως προαναφέρθηκε, παραίτηση από το δικαίωμα άσκησης ένδικου μέσου, απαιτείται, κατ' άρθρ. 98 εδάφ.
β' ΚΠολΔ, ειδική πληρεξουσιότητα του δικηγόρου που υπογράφει τη ρητή αποδοχή της απόφασης ή που προβαίνει στην πράξη από την οποία συνάγεται η σιωπηρή αποδοχή αυτής, διαφορετικά, η (ρητή ή σιωπηρή) αποδοχή της απόφασης και, συνακόλουθα, και η παραίτηση από το δικαίωμα άσκησης ένδικου μέσου κατ' αυτής είναι ανίσχυρη (ΑΠ 1817/2012, ΑΠ 1273/2009, ΑΠ 1247/2009).
Ειδικά, αν πρόκειται για νομικό πρόσωπο, η αποδοχή πρέπει να γίνει από πρόσωπο που ασκεί τη διοίκησή του ή είναι εφοδιασμένο με την ειδική εξουσία να ενεργεί πράξεις αποδοχής της κρίσιμης απόφασης, κατά τις διατάξεις των άρθρων 65, 67, 68 και 70 ΑΚ (ΑΠ 86/1997). Στην προκείμενη περίπτωση, οι αναιρεσίβλητοι με τις προτάσεις τους, που κατέθεσαν εμπρόθεσμα, σύμφωνα με το άρθρο 570 παρ. 1 ΚΠολΔ, προτείνουν την ένσταση του απαραδέκτου της ένδικης, από 11-7-2016, αίτησης αναιρέσεως, διότι οι αναιρεσείοντες, πριν από την άσκηση αυτής, αποδέχθηκαν την ήδη προσβαλλόμενη 181/2016 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.
Ειδικότερα, οι αναιρεσίβλητοι υποστηρίζουν ότι, αφού προηγήθηκαν συνεννοήσεις του τότε πληρεξούσιου δικηγόρου τους, αρχικά με την κοινή πληρεξούσια δικηγόρο των αντιδίκων τους και, μετέπειτα, καθ' υπόδειξή της, με τους νόμιμους εκπροσώπους της τρίτης αναιρεσείουσας - ασφαλιστικής εταιρείας, μεταξύ των οποίων και ο διευθυντής του "Τμήματος Ζημιών Αυτοκινήτων και Αποζημιώσεων" Γ., που ενεργούσαν και για λογαριασμό των ιδιωτών-πρώτου και δεύτερης των αναιρεσειόντων, κατά τις οποίες και οι δύο πλευρές δήλωσαν ότι δεν θα ασκήσουν αναίρεση, οι αναιρεσείοντες συμμορφώθηκαν πλήρως με το διατακτικό της εφετειακής απόφασης και κατέβαλαν σε αυτούς (αναιρεσιβλήτους) όλα τα ποσά που τους επιδικάστηκαν με την εν λόγω απόφαση (κεφάλαιο, τόκοι και δικαστική δαπάνη), όπως τούτο προκύπτει, κατά την άποψή τους, από τα τρία (3), από 19-2-2016, ιδιωτικά έγγραφα ("αποδείξεις εξόφλησης") που επικαλούνται και προσκομίζουν (που δεν περιέχουν, πάντως, σχετικές δηλώσεις των αναιρεσειόντων, ούτε φέρουν υπογραφές τους).
Κατ' αρχάς, οι αναιρεσίβλητοι δεν επικαλούνται, ούτε, άλλωστε, προκύπτει από τα έγγραφα που υπάρχουν στη δικογραφία ότι η δικηγόρος των αναιρεσειόντων και ο προαναφερόμενος διευθυντής, που προέβησαν στις πιο πάνω δηλωτικές σιωπηρής αποδοχής της απόφασης πράξεις, είχαν προς τούτο, η μεν πρώτη πληρεξουσιότητα, ο δε δεύτερος ειδική εξουσία να ενεργεί πράξεις αποδοχής, η οποία απαιτείται κατά τα διαλαμβανόμενα στην προηγηθείσα νομική σκέψη.
Εν πάση, όμως, περιπτώσει, η συμμόρφωση των αναιρεσειόντων στο διατακτικό της απόφασης που τους υποχρέωσε να καταβάλουν τα ποσά αυτά στους αναιρεσιβλήτους είναι προφανές ότι έγινε προς αποτροπή αναγκαστικής εκτέλεσης σε βάρος τους και, συνεπώς, δεν μπορεί να θεωρηθεί ως σιωπηρή παραίτησή τους από το δικαίωμά τους για άσκηση του ένδικου μέσου της αναίρεσης.
Κατά τα λοιπά, οι ισχυρισμοί των αναιρεσιβλήτων που εμπεριέχονται στην ίδια ένστασή τους, δηλαδή ότι υπήρξε (προφορική) συμφωνία των διαδίκων να μην ασκηθεί απ' αυτούς αναίρεση κατά της εφετειακής απόφασης και ότι, κατόπιν αυτών, η άσκηση της υπό κρίση αίτησης αναιρέσεως είναι και καταχρηστική, κατ' άρθρ. 281 ΑΚ, δεν αποδεικνύονται, στο παρόν στάδιο, με έγγραφο ή με δικαστική ομολογία, χωρίς να είναι δυνατό να ερευνηθούν περαιτέρω από το Δικαστήριο τούτο [ανεξάρτητα και από το ότι η άσκηση των δικονομικών δικαιωμάτων ή δυνατοτήτων δεν υπόκεινται στην κατ' άρθρ. 281 ΑΚ απαγόρευση άσκησής τους, διότι το άρθρο αυτό αναφέρεται στα δικαιώματα που στηρίζονται στις διατάξεις του ουσιαστικού δικαίου (ΑΠ 639/2012)].
Κατά συνέπεια, η ένσταση αυτή των αναιρεσιβλήτων είναι, σε κάθε περίπτωση, απορριπτέα ως ουσιαστικά αβάσιμη.
ΙΙ. Από τις διατάξεις των άρθρων 297, 298, 300, 330 εδάφ. β' και 914 ΑΚ συνάγεται ότι προϋπόθεση της ευθύνης για αποζημίωση από αδικοπραξία είναι η υπαιτιότητα του υπόχρεου, η οποία υπάρχει και στην περίπτωση της αμέλειας, δηλαδή όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια που απαιτείται στις συναλλαγές, η παράνομη συμπεριφορά του υπόχρεου σε αποζημίωση έναντι εκείνου που ζημιώθηκε και η ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της παράνομης συμπεριφοράς και της ζημίας.
Υπαιτιότητα είναι ο ψυχικός δεσμός του δράστη προς την αδικοπραξία. Αν η ζημία οφείλεται σε αποκλειστική υπαιτιότητα του παθόντος, δεν οφείλεται αποζημίωση, ενώ, αν διαπιστωθεί οικείο πταίσμα αυτού, το δικαστήριο μπορεί, σύμφωνα με το άρθρο 300 ΑΚ, να μην επιδικάσει αποζημίωση ή να μειώσει το ποσό της. Η παράνομη συμπεριφορά, ως όρος της αδικοπραξίας, μπορεί να συνίσταται όχι μόνο σε θετική πράξη, αλλά και σε παράλειψη, εφόσον στην τελευταία αυτή περίπτωση εκείνος που υπέπεσε στην παράλειψη ήταν υποχρεωμένος σε πράξη από το νόμο ή τη δικαιοπραξία ή από την καλή πίστη, κατά την κρατούσα κοινωνική αντίληψη.
Αιτιώδης συνάφεια υπάρχει, όταν η πράξη ή η παράλειψη του ευθυνόμενου προσώπου ήταν, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, ικανή και μπορούσε αντικειμενικά να επιφέρει, κατά τη συνηθισμένη και κανονική πορεία των πραγμάτων, το επιζήμιο αποτέλεσμα. Η ύπαρξη της υπαιτιότητας δεν αποκλείεται, κατ' αρχήν, από το γεγονός ότι στο επιζήμιο αυτό αποτέλεσμα συνετέλεσε και συντρέχον πταίσμα του ζημιωθέντος, εφόσον δεν διακόπτεται ο αιτιώδης σύνδεσμος, αλλά η ύπαρξη αυτού, προβαλλόμενη από τον υπαίτιο κατ' ένσταση, συνεπάγεται τη μη επιδίκαση από το δικαστήριο αποζημίωσης ή τη μείωση του ποσού της, κατά το πιο πάνω άρθρο 300 ΑΚ.
Η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας ότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, γενικώς λαμβανόμενα, μπορούν να θεωρηθούν αντικειμενικώς ως πρόσφορη αιτία της ζημίας που επήλθε υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, γιατί είναι κρίση νομική, αναγόμενη στην ορθή ή μη υπαγωγή από το δικαστήριο της ουσίας των διδαγμάτων της κοινής πείρας στην αόριστη νομική έννοια της αιτιώδους συνάφειας, ενώ η κρίση για το αν πράγματι στη συγκεκριμένη περίπτωση η πράξη ή η παράλειψη εκείνη αποτέλεσε την αιτία του ζημιογόνου αποτελέσματος δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, καθόσον ανάγεται σε εκτίμηση πραγματικού υλικού, σύμφωνα με το άρθρ. 561 παρ. 1 ΚΠολΔ.
Επίσης, οι έννοιες της υπαιτιότητας και της συνυπαιτιότητας είναι νομικές και, επομένως, η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, ως προς τη συνδρομή ή όχι υπαιτιότητας του ζημιώσαντος ή οικείου πταίσματος του ζημιωθέντος κατά την επέλευση της ζημίας, υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου κατά τις διατάξεις του άρθρου 559 αριθμ. 1 και 19 ΚΠολΔ, για ευθεία και εκ πλαγίου παράβαση κανόνων ουσιαστικού δικαίου, καθώς και για παραβίαση διδαγμάτων κοινής πείρας.
Εκφεύγει όμως του αναιρετικού ελέγχου η κρίση ως προς το βαθμό-τη βαρύτητα του πταίσματος και το ποσοστό, κατά το οποίο πρέπει να μειωθεί η αποζημίωση, διότι η κρίση αυτή σχηματίζεται από την κατ' άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ αναιρετικά ανέλεγκτη εκτίμηση των πραγματικών γεγονότων, χωρίς την υπαγωγή τους σε νομική έννοια.
Τα προαναφερόμενα έχουν εφαρμογή και στην περίπτωση του άρθρου 10 του ν. ΓΠΝ/1911, ως προς την υπαιτιότητα των οδηγών των αυτοκινήτων που συγκρούστηκαν, κατά το οποίο είναι εφαρμοστέα η διάταξη του άρθρου 914 ΑΚ, η οποία εφαρμόζεται σε κάθε περίπτωση ζημίας, άρα, και από αδικοπραξία κατά τις διατάξεις των άρθρων 914 επ.
ΑΚ, στις οποίες μπορεί να θεμελιωθεί και η ευθύνη για τη ζημία που προκαλείται κατά τη λειτουργία του αυτοκινήτου, κατ' άρθρ. 4 ν. ΓΠΝ/1911. Περαιτέρω, η παράβαση διατάξεων του ΚΟΚ δεν θεμελιώνει αυτή καθ' εαυτήν υπαιτιότητα στην επέλευση αυτοκινητικού ατυχήματος, αποτελεί όμως στοιχείο, η στάθμιση του οποίου από το δικαστήριο της ουσίας θα κριθεί σε σχέση με την ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συγκεκριμένης πράξης και του αποτελέσματος που επήλθε.
Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 1 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών... Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή.
Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται με βάση τα πραγματικά περιστατικά που ανέλεγκτα το δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν και την υπαγωγή τους στο νόμο και ιδρύεται αυτός ο λόγος αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παραβίαση.
Με το λόγο αυτόν δεν επιτρέπεται να πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, υπό την επίκληση ότι αυτή παραβίασε κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο κατά το άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ. Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο παρών λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία).
Για να είναι ορισμένος ο λόγος αυτός πρέπει να διαλαμβάνονται στο αναιρετήριο: α) οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης ή μνεία ότι αυτή δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, β) ο ισχυρισμός (αγωγικός, ένσταση) και τα περιστατικά που προτάθηκαν για τη θεμελίωσή του, ως προς τον οποίο η έλλειψη, η ανεπάρκεια ή η αντίφαση και η σύνδεσή του με το διατακτικό και γ) εξειδίκευση του σφάλματος του δικαστηρίου, δηλαδή, αν πρόκειται για παντελή έλλειψη αιτιολογίας, μνεία μόνο τούτου, αν πρόκειται για ανεπαρκή αιτιολογία, ποία επιπλέον περιστατικά έπρεπε να αναφέρονται ή ως προς τι υπάρχει έλλειψη νομικού χαρακτηρισμού και, αν πρόκειται για αντιφατικές αιτιολογίες, ποίες είναι αυτές, σε τι συνίσταται η αντίφαση και από πού προκύπτει.
Δεν έχει, όμως, εφαρμογή η εν λόγω διάταξη, όταν οι ελλείψεις ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων και, ιδίως, στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος που εξάγεται απ' αυτές, γιατί στην κρίση του αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανέλεγκτα κατά το άρθρο 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ, εκτός αν δεν είναι σαφές και πλήρες το πόρισμα και για το λόγο αυτόν γίνεται αδύνατος ο αναιρετικός έλεγχος.
Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή γιατί δεν αποδείχθηκε. Τα επιχειρήματα του δικαστηρίου που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές, με βάση τις οποίες διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και, συνεπώς, δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης, ώστε, στο πλαίσιο της υπόψη διάταξης του άρθρου 559 αριθμ. 19 του ΚΠολΔ, αυτή να επιδέχεται μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναίρεσης ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς, οπότε ο σχετικός λόγος αναίρεσης είναι απαράδεκτος.
Στην παρούσα περίπτωση, το Εφετείο, με την πληττόμενη απόφασή του, που εκδόθηκε κατά την ειδική διαδικασία των άρθρων 666, 667 και 670 έως 676 (681Α) ΚΠολΔ, όπως ίσχυαν τότε, δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη αναιρετικά, ως προς τα πραγματικά γεγονότα, κρίση του (άρθρ. 561 παρ. 1 ΚΠολΔ), σχετικά με τα ζητήματα των συνθηκών πρόκλησης του επίδικου τροχαίου ατυχήματος και της υπαιτιότητας ή μη των δύο οδηγών που είχαν εμπλοκή σε αυτό, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: [Το ένδικο τροχαίο ατύχημα έλαβε χώρα στις 6-6-2010 και περί ώρα 00.05' στην οδό Λ.
Κ. στις Αχαρνές Αττικής, αμέσως μετά τη διασταύρωση της οδού αυτής με την οδό Δ.. Η οδό Λ. Κ. στο σημείο αυτό είναι διπλής κατεύθυνσης, ήτοι κατευθύνεται προς τη Μεταμόρφωση και προς την Πάρνηθα, πριν δε από τη διασταύρωση με την οδό Δ. διαθέτει δύο λωρίδες κυκλοφορίας ανά κατεύθυνση, τα δύο ρεύματα κατεύθυνσης διαχωρίζονται με νησίδα, η οποία σταματά 4,50 μ.
πριν από τη διασταύρωση και το συνολικό πλάτος του οδοστρώματος ανέρχεται σε 16 μ., ήτοι 8 μ. για κάθε ρεύμα κατεύθυνσης. Μετά την παραπάνω διασταύρωση το συνολικό πλάτος του οδοστρώματος της οδού Λ. Κ. ανέρχεται σε 8 μ,, καθόσον περιορίζεται στο ρεύμα κατεύθυνσης προς την Πάρνηθα, στα δεξιά του οποίου υπάρχει χωμάτινο έρεισμα πλάτους 2,80 μ.
Έτσι ο κινούμενος στην οδό Λ. Κ. για να συνεχίσει την πορεία του στο έναντι της διασταύρωσης ρεύμα κατεύθυνσης προς την Πάρνηθα, πρέπει μετά τη διασταύρωση να κινηθεί διαγωνίως προς τ' αριστερά, γιατί, αν συνεχίσει σε ευθεία γραμμή την πορεία του, θα καταλήξει στο χωμάτινο έρεισμα. Είναι δε η οδός Λ. Κ. στο παραπάνω σημείο ευθεία και το ανώτατο επιτρεπόμενο όριο ταχύτητας, ενόψει του ότι πρόκειται περί κατοικημένης περιοχής, ελλείψει ειδικής σήμανσης, ανέρχεται σε 50 χιλ.
την ώρα, σύμφωνα με το άρθρο 20 παρ. 1 του ν. 2696/1999, ενώ η κυκλοφορία οχημάτων και πεζών στη διασταύρωση ρυθμίζεται με φωτεινούς σηματοδότες. Εξάλλου η οδός Δ. είναι και αυτή διπλής κατεύθυνσης, ήτοι κατευθύνεται προς το Κέντρο Αχαρνών και προς την Κηφισιά και το συνολικό πλάτος του οδοστρώματος ανέρχεται σε 10,60 μ.
Κατά τον ανωτέρω χρόνο η κατάσταση του οδοστρώματος των παραπάνω οδών ήταν ξηρά, επικρατούσε καλοκαιρία, η κυκλοφορία των οχημάτων ήταν πυκνή και των πεζών αραιή, η ορατότητα δεν περιοριζόταν και υπήρχε επαρκής τεχνητός φωτισμός... Κατά τον παραπάνω χρόνο ο πρώτος των εναγόντων και ήδη πρώτος των εφεσιβλήτων της πρώτης έφεσης και πρώτος των εκκαλούντων της δεύτερης έφεσης, οδηγώντας την υπ' αριθμ.
κυκλ. OAK 0222 μοτοσικλέτα που ανήκε στην ιδιοκτησία της τρίτης των εναγόντων και ήδη τρίτης των εφεσιβλήτων της πρώτης έφεσης και τρίτης των εκκαλούντων της δεύτερης έφεσης, στην οποία μοτοσικλέτα επέβαινε και η δεύτερη των εναγόντων και ήδη δεύτερη των εφεσιβλήτων της πρώτης έφεσης και δεύτερη των εκκαλούντων της δεύτερης έφεσης, εκινείτο στην οδό Λ.
Κ. με κατεύθυνση προς την Πάρνηθα. Φθάνοντας ο πρώτος των εναγόντων στη διασταύρωση με την οδό Δ., επειδή ο φωτεινός σηματοδότης που υπήρχε στην πορεία του έδειχνε πράσινο φως, διήλθε τη διασταύρωση και, κινούμενος διαγωνίως αριστερά, λόγω της προαναφερόμενης ιδιομορφίας της οδού, εισήλθε κατά λίγα μέτρα στο μετά από τη διασταύρωση ρεύμα κατεύθυνσης προς την Πάρνηθα.
Κατά τον ίδιο χρόνο ο πρώτος των εναγομένων και ήδη πρώτος των εκκαλούντων της πρώτης έφεσης και πρώτος των εφεσιβλήτων της δεύτερης έφεσης, ηλικίας τότε 76 ετών, οδηγώντας το υπ' αριθμ. κυκλ... Ι.Χ.Ε. αυτοκίνητο που ανήκε στην ιδιοκτησία της δεύτερης των εναγομένων και ήδη δεύτερης των εκκαλούντων της πρώτης έφεσης και δεύτερης των εφεσιβλήτων της δεύτερης έφεσης και ήταν ασφαλισμένο για την έναντι τρίτων αστική ευθύνη στην τρίτη των εναγομένων και ήδη τρίτη των εκκαλούντων της πρώτης έφεσης και τρίτη των εφεσιβλήτων της δεύτερης έφεσης ασφαλιστική εταιρία, εκινείτο στην οδό Λ.
Κ. με κατεύθυνση προς τη Μεταμόρφωση, στο έναντι της διασταύρωσης τμήμα της οδού από αυτό που εκινείτο αρχικά ο πρώτος των εναγόντων και με πρόθεση στη διασταύρωση να στρίψει αριστερά και να εισέλθει στον οδό Δ.. Όταν ο πρώτος των εναγομένων έφθασε μερικά μέτρα πριν από τη διασταύρωση και ενώ ο φωτεινός σηματοδότης που υπήρχε στην πορεία του έδειχνε κίτρινο φως που αναβόσβηνε (αναλάμπον), ακινητοποίησε προς στιγμήν το αυτοκίνητο που οδηγούσε στο μέσο του οδοστρώματος, στη συνέχεια όμως δεν συμμορφώθηκε με την παραπάνω ένδειξη του σηματοδότη, ώστε να προχωρήσει με ιδιαίτερη προσοχή και να παραχωρήσει προτεραιότητα στη μοτοσικλέτα που οδηγούσε ο πρώτος των εναγόντων, αλλά, αντιθέτως, κινήθηκε διαγωνίως αριστερά, εισερχόμενος στο ρεύμα κατεύθυνσης προς την Πάρνηθα, καταλαμβάνοντας το ήμισυ περίπου του ρεύματος αυτού και ευρισκόμενος σε σχεδόν οριζόντια θέση.
Με την κίνησή του αυτή όμως παρεμβλήθηκε στην πορεία της μοτοσικλέτας που οδηγούσε ο πρώτος των εναγόντων, η οποία, όπως προαναφέρθηκε, είχε εισέλθει πλέον στο μετά τη διασταύρωση ρεύμα κατεύθυνσης προς την Πάρνηθα της οδού Λ. Κ., με αποτέλεσμα να επιπέσει αυτή με το εμπρόσθιο μέρος της στο εμπρόσθιο μέρος του αυτοκινήτου που οδηγούσε ο πρώτος των εναγομένων.
Με τη σύγκρουση, που ήταν σφοδρή, η μοτοσικλέτα ανατράπηκε στο σημείο εκείνο, ενώ ο πρώτος και η δεύτερη των εναγόντων εκσφενδονίστηκαν προς τα εμπρός και δεξιά, διήλθαν πάνω από το αυτοκίνητο και κατέληξαν στο χωμάτινο έρεισμα σε απόσταση 7 μ. περίπου από το σημείο σύγκρουσης. Αποτέλεσμα της σύγκρουσης ήταν να τραυματιστούν ο πρώτος και η δεύτερη των εναγόντων και να υποστεί η μοτοσικλέτα της τρίτης των εναγόντων φθορές.
Υπό τις προαναφερόμενες συνθήκες αποκλειστικά υπαίτιος για το ένδικο ατύχημα και τις εντεύθεν συνέπειές του είναι ο πρώτος των εναγομένων. Ειδικότερα η αμέλειά του συνίσταται στο γεγονός ότι αυτός, από έλλειψη της προσοχής και επιμέλειας που όφειλε να καταβάλει, όπως θα έπραττε ο μέσος συνετός οδηγός, ευρισκόμενος υπό ανάλογες συνθήκες, δεν οδηγούσε με σύνεση και με διαρκώς τεταμένη την προσοχή του στην οδήγηση και επίσης δεν συμμορφώθηκε με την ένδειξη του φωτεινού σηματοδότη που υπήρχε στην πορεία του και έδειχνε κίτρινο φως που αναβόσβηνε (αναλάμπον), ώστε να προχωρήσει με ιδιαίτερη προσοχή και να παραχωρήσει προτεραιότητα στη μοτοσικλέτα που οδηγούσε ο πρώτος των εναγόντων, αλλά αντίθετα συνέχισε και εισήλθε στο ρεύμα κατεύθυνσης προς την Πάρνηθα, με αποτέλεσμα να προκαλέσει την ένδικη σύγκρουση (άρθρα 6 παρ. 1 περ.
δ' και 12 παρ. 1 του ν. 2696/1999). Οι εναγόμενοι επαναφέρουν με την έφεσή τους τον (αρνητικό) ισχυρισμό τους ότι αποκλειστικά υπαίτιος του ατυχήματος είναι ο πρώτος των εναγόντων και επίσης την προβληθείσα από τους ίδιους ένσταση ότι για την πρόκληση του ατυχήματος βαρύνεται με συντρέχον πταίσμα ο πρώτος των εναγόντων (άρθρο 300 ΑΚ), επικαλούμενοι ειδικότερα ότι, καίτοι το αυτοκίνητο που οδηγούσε ο πρώτος από αυτούς ήταν ακινητοποιημένο, ο πρώτος των εναγόντων, ο οποίος δεν είχε εφοδιαστεί με άδεια οδήγησης, εκινείτο με ταχύτητα τουλάχιστον 80 - 90 χιλ.
την ώρα, ήτοι με τέτοια που υπερέβαινε κατά πολύ την ανώτερη επιτρεπόμενη των 50 χιλ. την ώρα, όπως καταδεικνύει το γεγονός ότι αυτός και η δεύτερη των εναγόντων εκσφενδονίστηκαν από τη μοτοσικλέτα, η οποία (ταχύτητα) δεν του επέτρεψε με κατάλληλο ελιγμό να διέλθει από το εναπομένον ελεύθερο τμήμα του ρεύματος κατεύθυνσης προς την Πάρνηθα, το οποίο τμήμα επαρκούσε για τη διέλευση της μοτοσικλέτας.
Πλην όμως ουδόλως αποδείχτηκε ότι το αυτοκίνητο που οδηγούσε ο πρώτος των εναγομένων ήταν ακινητοποιημένο κατά τη στιγμή της σύγκρουσης... Ούτε περαιτέρω αποδείχτηκε ότι ο πρώτος των εναγόντων εκινείτο με ταχύτητα που υπερέβαινε κατά πολύ την ανώτερη επιτρεπόμενη των 50 χιλ. την ώρα, ενώ δεν καταδεικνύει το αντίθετο το γεγονός ότι αυτός και η δεύτερη των εναγόντων εκσφενδονίστηκαν από τη μοτοσικλέτα, αφού, ενόψει της αιφνίδιας κίνησης του πρώτου των εναγομένων, ο πρώτος των εναγόντων δεν είχε τα χρονικά περιθώρια τροχοπέδησης ή αποφευκτικού ελιγμού και έτσι η μοτοσικλέτα επέπεσε στο αυτοκίνητο με την ίδια ταχύτητα με την οποία εκινείτο.
Για τον ίδιο δε λόγο, της αιφνίδιας δηλαδή κίνησης του πρώτου των εναγομένων, ο πρώτος των εναγόντων δεν είχε τα χρονικά περιθώρια με κατάλληλο ελιγμό να κινηθεί στο εναπομένον ελεύθερο τμήμα του ρεύματος κατεύθυνσης προς την Πάρνηθα, το οποίο τμήμα πράγματι επαρκούσε για να διέλθει η μοτοσικλέτα. Ούτε περαιτέρω αποδείχτηκε ότι η ορατότητα του πρώτου των εναγομένων προς το έναντι της διασταύρωσης τμήμα της οδού Λ.
Κ. περιοριζόταν από τις υπάρχουσες επί της νησίδας κολώνες φωτισμού σε διάταξη και από το ότι πριν από τη μοτοσικλέτα που οδηγούσε ο πρώτος των εναγόντων εκινείτο αυτοκίνητο που έστριψε αριστερά προς την οδό Δ. και απέκρυβε τη μοτοσικλέτα. Σε κάθε περίπτωση, αν ο πρώτος των εναγομένων θεωρούσε ότι η ορατότητά του ήταν περιορισμένη, θα έπρεπε να είναι ακόμα πιο προσεκτικός και να μην μετακινηθεί πριν βεβαιωθεί ότι μπορεί να στρίψει αριστερά με ασφάλεια.
Τέλος είναι γεγονός ότι 0 πρώτος των εναγόντων κατά το χρόνο του ατυχήματος δεν ήταν εφοδιασμένος με άδεια οδήγησης μοτοσικλέτας, πλην όμως γνώριζε να οδηγεί, γιατί από το έτος 2007 ήταν κάτοχος άδειας οδήγησης αυτοκινήτου. Η παράβαση αυτή όμως του Κ.Ο.Κ. δεν συνδέεται αιτιωδώς με το αποτέλεσμα πού επήλθε, αφού μοναδική αιτία της σύγκρουσης ήταν η αμελής συμπεριφορά του πρώτου των εναγομένων.
Κατά συνέπεια, το πρωτοβάθμιο δικαστήριο που με την εκκαλούμενη οριστική απόφασή του έκρινε ότι αποκλειστικά υπαίτιος της πρόκλησης του ένδικου ατυχήματος και των εντεύθεν συνεπειών του είναι ο πρώτος των εναγομένων και απέρριψε τον ισχυρισμό των εναγομένων περί συνυπαιτιότητας του πρώτου των εναγόντων, δεν έσφαλε ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων και, ως εκ τούτου, πρέπει ν' απορριφθούν ως ουσιαστικά αβάσιμοι οι σχετικοί λόγοι της πρώτης έφεσης.
Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι αμέσως μετά το ατύχημα ο πρώτος των εναγόντων διακομίστηκε στο Γενικό Νοσοκομείο Αττικής "ΚΑΤ", όπου διαπιστώθηκε ότι είχε υποστεί εκτεταμένο εξωπεριτοναϊκό αιμάτωμα, αιμάτωμα στο κατώτερο πρόσθιο κοιλιακό τοίχωμα, διάσταση ηβικής σύμφυσης και κάταγμα αριστερού ηβικού κλάδου, επισκληρίδιο αιμάτωμα ινιακά δεξιά, αιμορραγικές θλάσεις μετωπιαία άμφω, κάταγμα ινιακά δεξιά και λιθοειδούς δεξιά και ωτορραγία δεξιά.
Αποδείχτηκε όμως ότι ο πρώτος των εναγόντων φορούσε προστατευτικό κράνος κατά το χρόνο του ατυχήματος... Επομένως, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο που με την εκκαλούμενη οριστική απόφασή του απέρριψε τον ισχυρισμό των εναγομένων περί συνυπαιτιότητας του πρώτου των εναγόντων στον τραυματισμό του λόγω μη χρήσης προστατευτικού κράνους, ορθά εκτίμησε τις αποδείξεις και, ως εκ τούτου, πρέπει ν' απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμος ο σχετικός λόγος της πρώτης έφεσης...].
Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο, με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφασή του, απέρριψε, ως αβάσιμους, τους συναφείς λόγους της από 31-10-2014 έφεσης των αναιρεσειόντων, με τους οποίους υποστηρίζονταν τα αντίθετα, επικυρώνοντας, κατά τούτο, την πρωτόδικη 3306/2014 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών που είχε κρίνει ομοίως επί της ένδικης, από 12-10-2011, αγωγής των αναιρεσιβλήτων, δεχόμενο ότι αποκλειστικά υπαίτιος της πρόκλησης του επίδικου τροχαίου ατυχήματος είναι ο οδηγός του ...
ΙΧΕ αυτοκινήτου πρώτος αναιρεσείων και απορρίπτοντας, ως ουσιαστικά αβάσιμη, τη σχετική ένσταση των αναιρεσειόντων για συνυπαιτιότητα του οδηγού της ... δίκυκλης μοτοσυκλέτας πρώτου αναιρεσιβλήτου. Κρίνοντας, έτσι, το Εφετείο δεν παραβίασε, ευθέως, με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή, ούτε εκ πλαγίου, τις παραπάνω, ουσιαστικού δικαίου, διατάξεις των άρθρων 914, 300 και 330 εδάφ.
β' ΑΚ, 6 παρ. 1 εδάφ. δ' και 12 παρ. 1 ν. 2696/1999 (ΚΟΚ), αλλά και 23 παρ. 2 του ίδιου νόμου, ούτε εκείνες (με τη μη εφαρμογή τους, ως προς τον οδηγό της μοτοσυκλέτας - πρώτο των αναιρεσιβλήτων) των άρθρων 12 παρ. 1, 19 παρ. 1-3, 20 παρ. 1 και 94 ν. 2696/1999, αλλά διέλαβε στην απόφασή του επαρκείς, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο για το αν οι διατάξεις αυτές εφαρμόστηκαν ορθά ή όχι και, ως εκ τούτου, δεν στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση.
Ειδικότερα, η προσβαλλόμενη απόφαση περιέχει παραδοχές που με σαφήνεια, επάρκεια και χωρίς αντιφάσεις καθιστούν σαφές ότι υπεύθυνος, αποκλειστικά, του τροχαίου ατυχήματος είναι ο οδηγός του ... ΙΧΕ αυτοκινήτου πρώτος αναιρεσείων. Οι αναιρετικά ανέλεγκτες παραδοχές αυτής 1) για την αιφνίδια κίνηση-παρεμβολή, από αριστερά, του αυτοκινήτου αυτού που οδηγούσε ο πρώτος αναιρεσείων στο ρεύμα πορείας προς Πάρνηθα της λεωφόρου Κ., όπου ο μοτοσυκλετιστής πρώτος αναιρεσίβλητος κινούνταν ήδη κανονικά, έχοντας εισέλθει "κατά λίγα μέτρα" σε αυτό μετά τη διασταύρωσή της με την οδό Δ., παρόλο μάλιστα που ο φωτεινός σηματοδότης ρύθμισης της κυκλοφορίας, ο οποίος υπήρχε στο ρεύμα πορείας του πρώτου αναιρεσείοντος, έδειχνε, εκείνη τη στιγμή, κίτρινο φως που αναβόσβηνε (αναλάμπον) με συνέπεια να δημιουργείται υποχρέωση του πρώτου αναιρεσείοντος να ανακόψει ταχύτητα, να προχωρήσει με ιδιαίτερη προσοχή και να παραχωρήσει προτεραιότητα στη μοτοσυκλέτα του πρώτου αναιρεσιβλήτου και 2) για την είσοδό του και κατάληψη του μισού περίπου του ρεύματος τούτου προς Πάρνηθα που είχε ως επακόλουθο να αποκόψει την πορεία της μοτοσυκλέτας του πρώτου αναιρεσιβλήτου, ο οποίος, εξαιτίας της αιφνίδιας κίνησης του πρώτου αναιρεσείοντος, δεν είχε τα χρονικά περιθώρια να τροχοπεδήσει ή να πραγματοποιήσει τον κατάλληλο αποφευκτικό ελιγμό με αποτέλεσμα να συγκρουστούν τα δύο οχήματα, στηρίζουν επαρκώς την κρίση του Εφετείου για την αποκλειστική υπαιτιότητα του πρώτου αναιρεσείοντος στην πρόκληση του τροχαίου ατυχήματος, ενώ, περαιτέρω, αναφέρεται ότι 1) η ταχύτητα της μοτοσυκλέτας του πρώτου αναιρεσιβλήτου, έστω και αν υπερέβαινε, όχι "κατά πολύ", την ανώτερη επιτρεπόμενη των 50 χιλιομέτρων ανά ώρα και 2) το γεγονός ότι ο τελευταίος οδηγούσε χωρίς να είναι εφοδιασμένος με άδεια ικανότητας οδήγησης μοτοσυκλέτας (παρά μόνο αυτοκινήτου) δεν συνδέονται αιτιωδώς με το ζημιογόνο αποτέλεσμα που επήλθε.
Επομένως, είναι αβάσιμες και απαράδεκτες, κατά τις διακρίσεις που παρατίθενται παρακάτω, οι από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ αιτιάσεις των αναιρεσειόντων, κατά τις οποίες το Εφετείο στην πληττόμενη απόφασή του 1) δεν αναφέρει ότι ο πρώτος αναιρεσίβλητος ανέκοψε, όπως ήταν υποχρεωμένος, κατ' άρθρ. 19 παρ. 3 ν. 2696/1999, την ταχύτητα της μοτοσυκλέτας του, αν και πλησίαζε τη διασταύρωση της λεωφόρου Κ.
με την οδό Δ., έστω και αν είχε προτεραιότητα, ενώ, αντίθετα, δέχεται ότι υπερέβη το ανώτατο επιτρεπόμενο όριο ταχύτητας, 2) δεν περιγράφει σε τι συνίσταται η αιφνίδια κίνηση του οδηγού του αυτοκινήτου του πρώτου αναιρεσείοντος και πώς αυτή συνδέεται αιτιωδώς με τη μη διενέργεια αποφευκτικού ελιγμού από τον οδηγό της μοτοσυκλέτας πρώτο αναιρεσίβλητο, αν και εναπέμενε ελεύθερο τμήμα του οδοστρώματος της λεωφόρου Κ.
στο ρεύμα πορείας προς Πάρνηθα που επαρκούσε για να διέλθει η μοτοσυκλέτα, 3) δεν συνεκτίμησε ότι ο τελευταίος δεν είχε άδεια ικανότητας οδήγησης μοτοσυκλέτας, άρα ήταν άπειρος ως προς την οδήγησή της και τούτο υπήρξε αιτία πρόκλησης του ατυχήματος, 4) δεν εκθέτει σε τι συνίσταται η αμελής συμπεριφορά του πρώτου αναιρεσείοντος και πώς αυτή δεν συνδέεται αιτιωδώς με την έλλειψη άδειας ικανότητας οδήγησης μοτοσυκλέτας του πρώτου αναιρεσιβλήτου, 5) δεν αιτιολογεί επαρκώς την κρίση του για το ότι ο τελευταίος φορούσε, κατά το χρόνο του ατυχήματος προστατευτικό κράνος, αν ληφθεί υπόψη το είδος και η φύση των τραυμάτων που υπέστη στην κροταφική χώρα (κρανιοεγκεφαλικές κακώσεις) και 6) δεν κρισιολόγησε το ότι η δεύτερη αναιρεσείουσα που, κατά την οικεία παραδοχή, δεν φορούσε προστατευτικό κράνος υπέστη παρεμφερείς κρανιοεγκεφαλικές κακώσεις και, άρα, από το γεγονός αυτό έπεται ότι και ο πρώτος αναιρεσίβλητος δεν φορούσε προστατευτικό κράνος.
Συγκεκριμένα, από τις αιτιάσεις αυτές, οι υπό αριθμητικά στοιχεία 1, 2 και 4 είναι αβάσιμες, διότι τα αξιούμενα από τους αναιρεσείοντες στοιχεία αναφέρονται στην απόφαση, ενώ, ειδικά, ως προς την αιτίαση ότι ο πρώτος αναιρεσίβλητος όφειλε να μειώσει την ταχύτητα της μοτοσυκλέτας του πριν από τη διασταύρωση των παραπάνω οδών, ανεξάρτητα από την προτεραιότητα που είχε (ΑΠ 39/2013), είναι και αλυσιτελής, επειδή έγινε, ανέλεγκτα, δεκτό ότι αυτός είχε ήδη διασχίσει τη διασταύρωση και κινούνταν πλέον στο ρεύμα πορείας, μετά τη διασταύρωση, προς Πάρνηθα της λεωφόρου Κ., έχοντας εισέλθει σε αυτό κατά λίγα, έστω, μέτρα.
Οι υπόλοιπες, υπό στοιχεία 3, 5 και 6 αιτιάσεις, είναι απαράδεκτες ως αλυσιτελείς, διότι ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων, στην ανάλυση και στάθμισή τους και την αιτιολόγηση του εξαγόμενου από αυτές πορίσματος, ως προς την αποκλειστική υπαιτιότητα του οδηγού του αυτοκινήτου - πρώτου αναιρεσείοντος στην πρόκληση του τροχαίου ατυχήματος και του, εξαιτίας τούτου, τραυματισμού του πρώτου αναιρεσιβλήτου (που, κατά τους ισχυρισμούς των αναιρεσειόντων, δεν φορούσε, κατά τον κρίσιμο χρόνο, προστατευτικό κράνος), το οποίο (πόρισμα) σαφώς εκτίθεται στην απόφαση και δεν ήταν αναγκαίο να εκτίθενται, επιπλέον, σ' αυτήν τα εν λόγω στοιχεία που οι αναιρεσείοντες παραθέτουν και θεωρούν ότι είναι απαραίτητα.
Ως εκ τούτου, ο παρών πρώτος λόγος της αναίρεσης είναι αβάσιμος και απαράδεκτος, κατά τις προαναφερόμενες διακρίσεις.
ΙΙΙ. Κατά τα άρθρα 298 και 914 ΑΚ, όποιος ζημιώσει άλλον παράνομα και υπαίτια έχει υποχρέωση να τον αποζημιώσει, ενώ η αποζημίωση περιλαμβάνει τη μείωση της υπάρχουσας περιουσίας του δανειστή - ζημιωθέντος (θετική ζημία), καθώς και το διαφυγόν κέρδος. Τέτοιο κέρδος λογίζεται εκείνο που προσδοκά κανείς με πιθανότητα σύμφωνα με τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων ή τις ειδικές περιστάσεις και ιδίως τα προπαρασκευαστικά μέτρα που έχουν ληφθεί.
Εξάλλου, κατά το άρθρο 929 παρ. 1 εδάφ. α' του ίδιου Κώδικα, σε περίπτωση βλάβης του σώματος ή της υγείας προσώπου, η αποζημίωση περιλαμβάνει, εκτός από τα νοσήλια και τη ζημία που έχει ήδη επέλθει, οτιδήποτε ο παθών θα στερείται στο μέλλον ή θα ξοδεύει επιπλέον εξαιτίας της αύξησης των δαπανών του. Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι αποκαθίσταται ως διαφυγόν κέρδος από αδικοπραξία και οι τακτικές - πάγιες παροχές που δίνονται στους αθλητές για έξοδα εξασφάλισης της άθλησής τους (ΑΠ 921/1998), οι οποίες δεν εξαρτώνται από την πραγματοποίηση της αντίστοιχης δαπάνης και ο δικαιούχος δεν είναι υποχρεωμένος να αποδίδει λογαριασμό (πρβλ.
ΑΠ 1182/2017, ΑΠ 1104/2017, ΑΠ 274/2015). Στην ερευνώμενη περίπτωση, το Εφετείο, με την πληττόμενη απόφασή του, δέχθηκε, μεταξύ των άλλων, και τα εξής: [Αποδείχτηκε ακόμα ότι ο πρώτος των εναγόντων (ήδη αναιρεσιβλήτων), ο οποίος γεννήθηκε το έτος 1987, κατά το χρόνο του ατυχήματος φοιτούσε στο Τμήμα Επιστήμης Φυσικής Αγωγής και Αθλητισμού της Σχολής Επιστήμης Φυσικής Αγωγής και Αθλητισμού του ..., στην οποία σχολή είχε εισαχθεί το έτος 2009.
Επίσης αυτός από το έτος 2002 ήταν αθλητής στίβου του Πανελληνίου Γυμναστικού Συλλόγου, με πολλές διακρίσεις στο ενεργητικό του και συμμετοχές στην Εθνική Ομάδα. Εξαιτίας του τραυματισμού του κατά το ένδικο ατύχημα απώλεσε αυτός τη δυνατότητα συμμετοχής στο Πανελλήνιο Πρωτάθλημα Ανδρών - Γυναικών, που διεξήχθη στην Πάτρα στις 12 και 13 Ιουνίου 2010, με αποτέλεσμα να απολέσει και την ευκαιρία πρόκρισης με την Εθνική Ομάδα Ανδρών για το Ευρωπαϊκό Πρωτάθλημα Ανδρών - Γυναικών Ανοιχτού Στίβου 2010.
Από τον παραπάνω σύλλογο ο πρώτος των εναγόντων αμειβόταν, κατόπιν συμφωνίας του με αυτόν, με το ποσό των 500 ευρώ το μήνα, προκειμένου να καλύψει τα έξοδα προετοιμασίας για τη συμμετοχή του σε αγώνες, καθώς και τις μηνιαίες ανάγκες του. Μετά από το ατύχημα ο πρώτος των εναγόντων, επειδή η κατάσταση της υγείας του δεν ήταν κατάλληλη για να συμμετέχει σε προπονήσεις, προκειμένου ν' αντεπεξέλθει στις υψηλές αγωνιστικές του υποχρεώσεις, έπαυσε να λαμβάνει το παραπάνω ποσό και έτσι απώλεσε έκτοτε και για δύο έτη το συνολικό ποσό των 12.000 ευρώ (ήτοι 500 ευρώ χ 24 μήνες), το οποίο θα ελάμβανε με πιθανότητα, κατά τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων, για το χρονικό αυτό διάστημα αν δεν είχε μεσολαβήσει ο τραυματισμός του.
Κατά συνέπεια, το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, που με την εκκαλούμενη οριστική απόφασή του απέρριψε την αγωγή κατά το παραπάνω κονδύλιο ως ουσιαστικά αβάσιμη, εσφαλμένα εκτίμησε τις αποδείξεις και, ως εκ τούτου, πρέπει να γίνει δεκτός ο σχετικός λόγος της δεύτερης έφεσης ως ουσιαστικά βάσιμος]. Επομένως, το Εφετείο, το οποίο έκρινε νόμιμη και επιδίκασε στον πρώτο αναιρεσίβλητο τακτική μηνιαία παροχή (αμοιβή) 500 ευρώ, που το αθλητικό σωματείο "ΠΑΝΕΛΛΗΝΙΟΣ ΓΥΜΝΑΣΤΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ", στο οποίο ανήκε ως αθλητής στίβου, έδινε παγίως σε αυτόν, κατά τη συμφωνία τους, ως αποζημίωση, για να καλύψει τα έξοδα προετοιμασίας του για τη συμμετοχή του στους αγώνες και τις μηνιαίες ανάγκες του, χωρίς να υπάρχει παραδοχή στην εφετειακή απόφαση ότι η εν λόγω παροχή εξαρτάται από την πραγματοποίηση της αντίστοιχης δαπάνης και ότι ο δικαιούχος είναι υποχρεωμένος να αποδίδει λογαριασμό, δεν παραβίασε, ευθέως, με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή, ούτε εκ πλαγίου, τις παραπάνω, ουσιαστικού δικαίου, διατάξεις, σύμφωνα και με όσα αναπτύχθηκαν στην αρχή της παρούσας σκέψης.
Γι' αυτό, ο δεύτερος, από το άρθρο 559 αριθμ. 1 και 19 ΚΠολΔ, λόγος αναίρεσης, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα, είναι αβάσιμος.
IV. Κατά τη διάταξη της παρ. 3 του άρθρου 930 ΑΚ, η αξίωση αποζημίωσης δεν αποκλείεται από το λόγο ότι κάποιος άλλος έχει την υποχρέωση να αποζημιώσει ή να διατρέφει αυτόν που αδικήθηκε. Ως άλλος, κατά την έννοια της διάταξης αυτής, θεωρείται και το Δημόσιο στην περίπτωση που αυτό καταβάλλει, ως φορέας κοινωνικής ασφάλισης, νοσήλια στον παθόντα από αδικοπραξία τρίτου.
Συνεπώς, ο παθών δικαιούται, κατ' εφαρμογή της ίδιας διάταξης, να αξιώσει και τα νοσήλια που του καταβλήθηκαν από το Δημόσιο και να επιδιώξει την αποζημίωση από τον ευθυνόμενο για τη σε βάρος του αδικοπραξία (ΑΠ 331/2014, ΑΠ 332/2011). Στην κρινόμενη περίπτωση, το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, έκρινε νόμιμη και επιδίκασε στον πρώτο αναιρεσίβλητο αποζημίωση, συνολικού ποσού 9.800 ευρώ, για αναγκαία δαπάνη φυσικοθεραπειών στις οποίες υποβλήθηκε κατά το χρονικό διάστημα Ιουλίου του έτους 2010 έως το Φεβρουάριο του έτους 2011, αφού, μεταξύ των άλλων, δέχθηκε, όπως, κατά λέξη, αναγράφεται, ότι "δεν αποδείχθηκε δε ότι ο πρώτος των εναγόντων (ήδη αναιρεσιβλήτων) είχε ασφαλιστική κάλυψη κατά το παραπάνω χρονικό διάστημα της διενέργειας των φυσικοθεραπειών από κάποιο ασφαλιστικό οργανισμό, ώστε να έλαβε ή να δικαιούται να λάβει χρήματα από τέτοιον οργανισμό για τη δαπάνη αυτή".
Ήδη, οι αναιρεσείοντες, με τον τρίτο, από το άρθρο 559 αριθμ. 1 και 19 ΚΠολΔ, λόγο αναίρεσης, μέμφονται την πληττόμενη απόφαση ότι εσφαλμένα δέχθηκε ότι ο πρώτος αναιρεσίβλητος δεν είχε ασφαλιστική κάλυψη από ασφαλιστικό οργανισμό στην πιο πάνω δαπάνη των φυσικοθεραπειών, αν ληφθεί υπόψη ότι και ο ίδιος ανέφερε στις πρωτόδικες, από 19-7-2014, προτάσεις του ότι ο πατέρας του ήταν συνταξιούχος του "ΝΙΜΙΤΣ" και είχε ασφάλιση Δημοσίου (τότε "ΕΟΠΥΥ") και, άρα, ο ίδιος ήταν εμμέσως ασφαλισμένος με την ιδιότητα αυτή αλλά και ως φοιτητής ΤΕΦΑΑ.
Ο λόγος αυτός (ανεξάρτητα από το ότι είναι και απαράδεκτος, αφού 1) δεν αναφέρεται στην αίτηση αναίρεσης ότι ο θεμελιωτικός ισχυρισμός του προβλήθηκε στο Εφετείο από τους αναιρεσείοντες (άρθρ. 562 παρ. 2 ΚΠολΔ), 2) δεν μνημονεύεται, με συγκεκριμένο και σαφή τρόπο, όπως απαιτείται, κατ' άρθρ. 930 παρ. 3 ΑΚ και 262 παρ. 1 ΚΠολΔ, ποίος ήταν, κατά τον κρίσιμο χρόνο, ο ασφαλιστικός οργανισμός που κάλυπτε τον παθόντα πρώτο αναιρεσίβλητο για την επίμαχη δαπάνη και 3) με την επίφαση της συνδρομής των προϋποθέσεων θεμελίωσής του στις παραπάνω διατάξεις, πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη εκτίμηση των πραγματικών γεγονότων από το Εφετείο, κατ' άρθρ. 561 παρ. 1 ΚΠολΔ), είναι, σε κάθε περίπτωση, και με την εκδοχή ότι ο πρώτος αναιρεσίβλητος καλύπτεται ασφαλιστικά από το Ταμείο υποχρεωτικής ασφάλισης του Δημοσίου, αβάσιμος, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 930 παρ. 3 ΑΚ που ισχύει και επί του Δημοσίου, όπως έχει προεκτεθεί, χωρίς να υπάρχει η εξαίρεση, από τη διάταξη αυτή, του άρθρου 18 ν. 1654/1986.
V. Σύμφωνα με το άρθρο 932 του ΑΚ, "Σε περίπτωση αδικοπραξίας, ανεξάρτητα από την αποζημίωση για την περιουσιακή ζημία, το δικαστήριο μπορεί να επιδικάσει εύλογη, κατά την κρίση του, χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης. Αυτό ισχύει ιδίως για εκείνον που έπαθε προσβολή της υγείας, της τιμής ή της αγνείας του ή στερήθηκε την ελευθερία του.
Σε περίπτωση θανάτωσης προσώπου η χρηματική ικανοποίηση μπορεί να επιδικαστεί στην οικογένεια του θύματος λόγω ψυχικής οδύνης". Κατά την έννοια του άρθρου αυτού, το δικαστήριο της ουσίας, αφού δεχθεί ότι συνεπεία αδικοπραξίας προκλήθηκε σε κάποιο πρόσωπο ηθική βλάβη ή ψυχική οδύνη, καθορίζει στη συνέχεια το ύψος της οφειλόμενης γι' αυτήν χρηματικής ικανοποίησης, με βάση τους κανόνες της κοινής πείρας και της λογικής, λαμβάνοντας ιδίως υπόψη, ως κριτήρια, το είδος της προσβολής, την έκταση της βλάβης, τις συνθήκες τέλεσης της αδικοπραξίας, τη βαρύτητα του πταίσματος του υπόχρεου, το τυχόν συντρέχον πταίσμα του δικαιούχου και την οικονομική και κοινωνική κατάσταση των διαδίκων μερών.
Ο προσδιορισμός του ποσού της εύλογης χρηματικής ικανοποίησης αφέθηκε στην ελεύθερη εκτίμηση του δικαστηρίου, η σχετική κρίση του οποίου δεν υπόκειται, κατ' αρχήν, σε αναιρετικό έλεγχο, αφού σχηματίζεται από την εκτίμηση των πραγματικών γεγονότων (άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ), χωρίς υπαγωγή του πορίσματος σε νομική έννοια, ώστε να μπορεί να κριθεί εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου, είτε ευθέως, είτε εκ πλαγίου, για έλλειψη νόμιμης βάσης.
Επιβάλλεται, όμως, σε κάθε περίπτωση, να τηρείται, κατά τον καθορισμό του ποσού που επιδικάζεται, η αρχή της αναλογικότητας, ως γενική νομική αρχή και μάλιστα αυξημένης τυπικής ισχύος, υπό την έννοια ότι η σχετική κρίση του δικαστηρίου δεν πρέπει να υπερβαίνει τα ακραία όρια της διακριτικής του ευχέρειας, πράγμα που, αν συμβαίνει, ελέγχεται ως παραβίαση της πιο πάνω γενικής νομικής αρχής, ήτοι ως πλημμέλειες του άρθρου 559 αριθμ. 1 και 19 ΚΠολΔ (ΑΠ Ολομ., 10/2017, 9/2015).
Και τούτο, διότι μία απόφαση, με την οποία επιδικάζεται ένα ευτελές ή υπέρμετρα μεγάλο ποσό, ως δήθεν εύλογο, κατά την ελεύθερη κρίση του δικαστηρίου, προς αποκατάσταση της ηθικής βλάβης ή της ψυχικής οδύνης, ευτελίζει, στην πρώτη περίπτωση (όσον αφορά τον δικαιούχο - παθόντα), το σεβασμό της αξίας του ανθρώπου και στη δεύτερη (όσον αφορά τον υπόχρεο), το δικαίωμα της περιουσίας του, αφού το δικαστήριο, επεμβαίνοντας στη διαφορά μεταξύ ιδιωτών, πρέπει να τηρεί μια δίκαιη ισορροπία ανάμεσα στα αντιτιθέμενα συμφέροντα, με παράλληλη προστασία των θεμελιωδών δικαιωμάτων (ΑΠ 747/2017).
Στην εξεταζόμενη περίπτωση, το Εφετείο, με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφασή του, σχετικά με το κεφάλαιο χρηματικής ικανοποίησης, λόγω ηθικής βλάβης, στους πρώτο και δεύτερη των αναιρεσιβλήτων, όπως προκύπτει από την παραδεκτή, κατ' άρθρ. 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπησή της, δέχθηκε τα εξής: [Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι αμέσως μετά το ατύχημα ο πρώτος των εναγόντων διακομίστηκε στο Γενικό Νοσοκομείο Αττικής "ΚΑΤ", όπου διαπιστώθηκε ότι είχε υποστεί εκτεταμένο εξωπεριτοναϊκό αιμάτωμα, αιμάτωμα στο κατώτερο πρόσθιο κοιλιακό τοίχωμα, διάσταση ηβικής σύμφυσης και κάταγμα αριστερού ηβικού κλάδου, επισκληρίδιο αιμάτωμα ινιακά δεξιά, αιμορραγικές θλάσεις μετωπιαία άμφω, κάταγμα ινιακά δεξιά και λιθοειδούς δεξιά και ωτορραγία δεξιά...
Στο παραπάνω νοσοκομείο ο πρώτος των εναγόντων νοσηλεύτηκε αρχικά στη Β' γενική χειρουργική κλινική και στις 8-6-2010 μεταφέρθηκε στη νευροχειρουργική κλινική, όπου υποβλήθηκε σε συντηρητική αγωγή και παρουσίασε ομαλή κλινική πορεία με πλήρη ύφεση της ωτορραγίας και εγκατάσταση πάρεσης προσωπικού δεξιά, η οποία αντιμετωπίστηκε και, αφού στις 18-6-2010 υποβλήθηκε σε αξονική τομογραφία εγκεφάλου, η οποία κατέδειξε ελάττωση του διάχυτου οιδήματος και αποδόμηση των αιμορραγικών βλαβών, εξήλθε την ίδια ημέρα με συστάσεις για παραμονή στο κρεβάτι για τρεις εβδομάδες και επανεξέταση στα εξωτερικά ιατρεία στις 5-7-2010 με ασθενοφόρο "ΕΚΑΒ", για λήψη φαρμακευτικής αγωγής, για αναρρωτική άδεια σαράντα πέντε ημερών και για νέα αξονική τομογραφία εγκεφάλου σε ένα μήνα.
Στις 13-7-2010 ο πρώτος των εναγόντων εξετάστηκε στο ίδιο νοσοκομείο εξαιτίας αδυναμίας βάδισης λόγω του κατάγματος ισχίου και υποβλήθηκε σε αξονική τομογραφία εγκεφάλου, η οποία κατέδειξε γλοιωτικά στοιχεία απότοκα παλαιών θλάσεων στο έδαφος των μετωπιαίων λοβών κυρίως αριστερά και μικρό επισκληρίδιο ύγρωμα με πιθανή αποτιτάνωση της σκληρός μήνιγγος στη δεξιά ινιακή χώρα.
Επίσης ο πρώτος των εναγόντων για τη διάσταση ηβικής σύμφυσης και το κάταγμα αριστερού ηβικού κλάδου ακολούθησε συντηρητική θεραπεία με κατάκλιση και μη φόρτιση για δύο μήνες, ενώ κατά την εξέτασή του στις 3-8-2010 από τον χειρουργό ορθοπαιδικό Γ. Τ. του συστήθηκε έγερση και εντατικοποιημένο πρόγραμμα φυσικοθεραπειών.
Στις 15-7-2010,
κατά την εξέταση του πρώτου των εναγόντων στο νοσοκομείο "ΝΙΜΙΤΣ", βρέθηκε πήγμα αίματος στον δεξιό ακουστικό του πόρο και τοπική φλεγμονή, ενώ ανέφερε αυτός και έντονες και συχνές ιλιγγικές κρίσεις. Εκεί του έγινε ωτομικροσκόπηση και μερικός καθαρισμός και του συστήθηκε φαρμακευτική αγωγή. Σε επανέλεγχο του πρώτου των εναγόντων μετά από δεκαπέντε ημέρες έγινε εκ νέου καθαρισμός και υποβλήθηκε αυτός σε ωτομικροσκόπηση, η οποία κατέδειξε ύπαρξη αιματοτυμπάνου, καθώς και σε τυμπανόγραμμα τύπου Β' δεξιά - ακοόγραμμα, το οποίο κατέδειξε ύπαρξη μέτριας βαρηκοΐας αγωγής δεξιά, ενώ και πάλι ανέφερε αυτός ιλιγγικές εμμένουσες κρίσεις, καθώς και πλήρη αγευσία και ανοσμία και του συστήθηκε φαρμακευτική αγωγή και έλεγχος σε ειδικό εργαστήριο του Γενικού Νοσοκομείου Αθήνας "Ο ΕΥΑΓΓΕΛΙΣΜΟΣ".
Έτσι στις 5-10-2010 ο πρώτος των εναγόντων υποβλήθηκε σε εξετάσεις στα εξωτερικά ωτορινολαρυγγολογικά ιατρεία του Γενικού Νοσοκομείου Αθήνας "Ο ΕΥΑΓΓΕΛΙΣΜΟΣ" και διαπιστώθηκε ανοσμία και υπογευσία, ενώ η μαγνητική τομογραφία, στην οποία υποβλήθηκε στις 2-12-2010 λόγω της ανοσμίας, κατέδειξε παθολογικής έντασης σήμα στην πρόσθια έλικα του αριστερού μετωπιαίου λοβού, το οποίο αποτελεί εικόνα μετραυματική (θλάση σε χρονιότητα), εικόνα παλαιού επισκληρίδιου αιματώματος και δεξιά ινιακά και εικόνα κενού τουρκικού εφιππίου.
Κατόπιν αυτών ο πρώτος των εναγόντων στις 5-1-2011 υποβλήθηκε από τον χειρουργό ωτορινολαρυγγολόγο Κ. Μ. σε τυμπανοτομή δεξιά λόγω της εμμένουσας μη παροχέτευσης του μέσου ωτός και εισρόφησης τυμπανικής μεμβράνης. Στις 5-2-2011 ο πρώτος των εναγόντων παρουσίασε εκ νέου ιλιγγική κρίση με εμέτους και του συστήθηκε από τον ως άνω ιατρό φαρμακευτική αγωγή και επιπλέον έλεγχος σε ωτονευρολογικό εργαστήριο για την ύπαρξη καλοήθους παροξυσμικού ιλίγγου θέσεως, ενώ κατά τον ακοολογικό έλεγχο στον οποίο υποβλήθηκε την ίδια ημέρα διαπιστώθηκε βελτίωση της βαρηκοΐας, αλλά ύπαρξη παρά ταύτα μικρού βαθμού αγωγής και του συστήθηκε επανέλεγχος ανά εβδομάδα και ασκήσεις για την ιλιγγική συνδρομή.
Στις 31-12-2011 και ενώ ο πρώτος των εναγόντων υπηρετούσε τη στρατιωτική του θητεία κατά τη διάρκεια του ύπνου έγινε τονικός χωρίς επίπεδο συνείδησης και εμφάνισε σπασμούς με σιελόρροια. Έτσι διακομίστηκε στο Γενικό Νοσοκομείο Χίου και στη συνέχεια στο νοσοκομείο 401 ΓΣΝΑ, όπου νοσηλεύτηκε έως 9-1-2012 με διάγνωση κρίσεις επιληψίας επί εδάφους κρανιοεγκεφαλικής κάκωσης, με ομόλογα νευροαπεικονιστικά ευρήματα υπό αντιεπιληπτική αγωγή και εξήλθε με οδηγίες για λήψη φαρμακευτικής αγωγής και επανεξέταση μετά τη λήξη της αναρρωτικής άδειας δέκα ημερών που έλαβε και με συστάσεις για αποφυγή νυκτερινής εργασίας, στέρησης ύπνου, εργασίας σε ύψος, χειρισμού επικίνδυνων συσκευών, οδήγησης, παρατεταμένης ορθοστασίας και έκθεσης σε ηλιοφάνεια, υπερβολικής σωματικής καταπόνησης και αλκοολούχων ποτών.
Στο ίδιο νοσοκομείο νοσηλεύτηκε ο πρώτος των εναγόντων και από 17-2-2012 έως 22-2-2012, οπότε εξήλθε με διάγνωση ιστορικό κρίσεων επιληψίας υπό αντιεπιληπτική αγωγή και παρακολούθηση και με οδηγίες για επανεξέταση σε δεκαπέντε ημέρες. Εξαιτίας μάλιστα των κρίσεων επιληψίας ο πρώτος των εναγόντων κρίθηκε με απόφαση της Επιτροπής Απαλλαγών Αθηνών του Γενικού Επιτελείου Στρατού ικανός τέταρτης κατηγορίας (Ι-4).
Η υγεία όμως του πρώτου των εναγόντων δεν αποκαταστάθηκε, καθόσον αυτός εξακολούθησε να παρουσιάζει εμμένουσες ιλιγγικές κρίσεις, καθώς και αγευσία και ανοσμία και έτσι στις 2-8-2012 υποβλήθηκε από τον χειρουργό ωτορινολαρυγγολόγο Κ. Μ. εκ νέου σε Hallpicke άσκηση, η οποία βρέθηκε θετική δεξιά, κάτι που είχε άμεση συσχέτιση με τον μετατραυματικό καλοήθη παροξυσμικό ίλιγγο θέσεως, καθώς και σε ακοολογικό έλεγχο, ο οποίος κατέδειξε ύπαρξη μικρού βαθμού αγωγής και του συστήθηκε η συνέχιση των ασκήσεων, η λήψη φαρμακευτικής αγωγής συμπτωματικά και εγκεφαλογράφημα μετά από ένα μήνα.
Στις 25-8-2012 ο πρώτος των εναγόντων, πάλι κατά τη διάρκεια του ύπνου, εμφάνισε επιληπτικό επεισόδιο με γενικευμένους τονικολογικούς σπασμούς και απώλεια συνείδησης μεγάλης διάρκειας και έτσι διακομίστηκε στο Αιγινήτειο Νοσοκομείο, όπου συνεχίστηκαν οι σπασμοί, ενώ διαπιστώθηκε και εμπύρετο και αναπνευστική οξέωση, λόγος για τον οποίο αυτός διασωληνώθηκε και διακομίστηκε στη μονάδα εντατικής θεραπείας του νοσοκομείου "ΣΩΤΗΡΙΑ".
Στις 27-8-2012 υποβλήθηκε σε αξονική τομογραφία εγκεφάλου, κατά την οποία δεν παρατηρήθηκε εικόνα υποεπισκληρίδιου αιματώματος ή ενδοεγκεφαλικής αιμορραγίας, αλλά επανελέγχθηκε υπόπυκνη περιοχή στον αριστερό μετωπιαίο λοβό και φλεγμονώδη στοιχεία οπίσθιου σφηνοειδούς κόλπου και οπίσθιων ηθμοειδών κυψελών, ενώ στις 28-8-2012 υποβλήθηκε σε μαγνητική τομογραφία εγκεφάλου, η οποία κατέδειξε γλοιωτικές και ποροεγκεφαλικές αλλοιώσεις στο πλαίσιο παλαιάς μετατραυματικής κατάστασης, οι οποίες απεικονίζονται στον αριστερό μετωπιαίο λοβό, στη βάση του δεξιού μετωπιαίου λοβού, στις έλικες του αριστερού κροταφικού λοβού και προσθίως του ιπποκάμπιου σχηματισμού.
Όμως στις 3-9-2012 ο πρώτος των εναγόντων εμφάνισε υψηλό πυρετό με λευκοκυττάρωση, που αποδόθηκαν σε πνευμονία από τον αναπνευστήρα και αντιμετωπίστηκε με αντιβιοτική αγωγή. Στις 7-9-2012 αυτός αποσωληνώθηκε, αλλά την επόμενη ημέρα εμφάνισε επεισόδιο κοιλιακής ταχυκαρδίας μικρής διάρκειας και εν τέλει στις 10-9-2012 επέστρεψε στο Αιγινήτειο Νοσοκομείο για περαιτέρω παρακολούθηση και ρύθμιση της αντιεπιληπτικής αγωγής.
Επειδή δε διαπιστώθηκε χαμηλός αιματοκρίτης μεταγγίστηκε με μία φιάλη συμπυκνωμένων ερυθρών, ενώ συνεχίστηκε η αντιβιοτική αγωγή, τέθηκε σε βρογχοδιασταλτικά και έγινε έναρξη φυσιοθεραπειών αναπνευστικού. Κατά τη νευρολογική δε εξέταση του πρώτου των εναγόντων διαπιστώθηκε υπογευσία, σημαντική μείωση ακουστικής ικανότητας από το δεξιό αυτί του και απώλεια όσφρησης, οριζοντιοκυκλικός νυσταγμός ακραίων θέσεων εξαντλούμενος, με αλλαγή φοράς και επίσης απίσχαση της τροφικότητας μυών εξ ανενεγερσίας και τελικά εξήλθε στις 19-9-2012 με βελτίωση της κλινικής και εργαστηριακής του εικόνας, χωρίς να επανεμφανίσει επιληπτική κρίση.
Στις 9-10-2012 ο πρώτος των εναγόντων εξετάστηκε από τη χειρουργό ωτορινολαρυγγολόγο Μ. Σ. και διαπιστώθηκε εκ νέου πλήρης ανοσμία και υποσμία. Εξαιτίας δε αυτής της κατάστασης της υγείας του ο πρώτος των εναγόντων εμφάνισε από το Σεπτέμβριο του έτους 2012 καταθλιπτική συνδρομή με συνεχείς αγχώσεις εκδηλώσεις, ποικίλα σωματικά συμπτώματα, αϋπνία και σοβαρό περιορισμό της λειτουργικότητάς του και επανένταξης στην ενεργό δραστηριότητα, λόγος για τον οποίο αυτός τέθηκε έκτοτε και έως το τέλος Ιανουαρίου του έτους 2013 υπό θεραπεία και παρακολούθηση από τον ψυχίατρο Ν.
Σ.. Σύμφωνα δε με την 102/3-4-2014 έκθεση πραγματογνωμοσύνης, την οποία (πραγματογνωμοσύνη) διενήργησε ο χειρουργός ορθοπαιδικός Α. Π., κατά την εξέταση στις 24-3-2014 του πρώτου των εναγόντων, διαπιστώθηκε ότι δεν υπήρχε διάσταση της ηβικής σύμφυσης, το κάταγμα του αριστερού ηβικού κλάδου είχε ήδη πωρωθεί, οι κινήσεις των αρθρώσεων των κάτω άκρων και τα τενόντια αντανακλαστικά είναι κατά φύση και μπορούσε αυτός να βαδίζει ελεύθερα και να ασκείται, χωρίς περιορισμό στις κινητικές του δραστηριότητες εξαιτίας του ορθοπαιδικού προβλήματος που αντιμετώπισε, διαπιστώσεις με τις οποίες συμφωνεί και ο τεχνικός σύμβουλος των εναγομένων χειρουργός ορθοπεδικός Μ.
Λ. με την από 24-3-2014 ιατρική έκθεσή του. Εξάλλου σύμφωνα με την 146/13-5- 2014 έκθεση πραγματογνωμοσύνης, την οποία (πραγματογνωμοσύνη) διενήργησε ο ειδικός ωτορινολαρυγγολόγος Α. Ε., κατά την εξέταση στις 28-3-2014 του πρώτου των εναγόντων, διαπιστώθηκε ότι αυτός παρουσίαζε νευροαισθητήριο βαρηκοΐα μικτού τύπου μεγάλου βαθμού στο δεξιό αυτί, βλάβη η οποία είναι μόνιμη, επιδεινούμενη και μη αναστρέψιμη και συνιστά αναπηρία 15%, ότι παρουσίαζε βλάβη στο σύστημα ισορροπίας, η οποία συνιστά αναπηρία 20%, ότι δεν είχε καθόλου ικανότητα για όσφρηση (ανοσμία) και ότι είχε.
μειωμένη γευστική δυνατότητα (υπογευσία), βλάβες που επίσης θεωρούνται μόνιμες και μη αναστρέψιμες, η δε αναπηρία εκ της ανοσμίας ανέρχεται σε 10% και ότι όλες οι παραπάνω βλάβες έχουν ως αποτέλεσμα την πλήρη αδυναμία του να επανέλθει στις πρότερες φυσιολογικές και αθλητικές του ενασχολήσεις. Με τις παραπάνω διαπιστώσεις του πραγματογνώμονα συμφωνεί εν μέρει ο τεχνικός σύμβουλος των εναγομένων ωτορινολαρυγγολόγος Σ.
Τ. με την από 28-3-2014 ιατρική έκθεσή του. Ειδικότερα αυτός εκτιμά ότι ο πρώτος των εναγόντων παρουσίαζε μέτρια βαρηκοΐα αγωγιμότητας δεξιού ωτός που πιθανόν να σχετίζεται με το ατύχημα, η οποία επηρεάζει λίγο την καθημερινή του ζωή και συνιστά αναπηρία σε ποσοστό 5% - 10%, ενώ τη βλάβη από την ανοσμία τη θεωρεί μόνιμη με ποσοστό αναπηρίας 10%.
Τέλος, σύμφωνα με την 141/9-5-2014 έκθεση πραγματογνωμοσύνης, την οποία (πραγματογνωμοσύνη) διενήργησε ο καθηγητής νευροχειρουργικής Ν. Π., κατά την εξέταση στις 3-4-2014 του πρώτου των εναγόντων, διαπιστώθηκε ότι η γενική νευρολογική του εξέταση ήταν χωρίς παθολογικά ευρήματα, με εξαίρεση τη σημαντική δυσχέρεια στη δοκιμασία κατά Ρόμπεργκ (η οποία εξετάζει από κλινικής άποψης τη λειτουργία του λαβυρίνθου) και στη δοκιμασία με βάδισμα, τοποθετώντας τον έναν άκρο πόδα ακριβώς έμπροσθεν του άλλου, ότι οι νευρολογικές συνέπειες των σωματικών κακώσεων που υπέστη κατά το ατύχημα είναι μείωση της ακοής δεξιά, ίλιγγος και αστάθεια κατά τη βάδιση, ο οποίος οφείλεται στη βλάβη του λαβυρίνθου, είναι σοβαρή αναπηρία και καθιστά τον πρώτο των εναγόντων ανίκανο προς εκτέλεση διαφόρων απασχολήσεων, όπως επαγγέλματα απαιτούντα βάδισμα ή εργασία σε ύψη ή κοντά σε μηχανήματα και φυσικά για αθλητικού τύπου δραστηριότητες, πλήρης ανοσμία (απώλεια της αίσθησης της όσφρησης), η οποία αποστερεί απ' αυτόν την ικανότητα ν' αντιλαμβάνεται και να απολαμβάνει ευχάριστες οσμές, όπως και ν' αντιλαμβάνεται και να αποφεύγει δυσάρεστες και εν δυνάμει επικίνδυνες οσμές, μερική αγευσία, η οποία αποστερεί απ' αυτόν την αισθητική ικανοποίηση από τη γεύση των τροφών και επιπλέον δύναται να καταστήσει τη λήψη της τροφής κοπιαστική και μετατραυματική επιληψία, η οποία είναι σοβαρή αναπηρία και απαιτεί χρόνια χρήση αντιεπιληπτικών φαρμάκων και τον καθιστά ανίκανο για εργασίες αντίστοιχες εκείνων που έχουν προαναφερθεί, καταλήγει δε ο ως άνω πραγματογνώμονας ότι ο πρώτος των εναγόντων εξαιτίας των ανωτέρω είναι ανίκανος για εργασία αθλητικού τύπου, όπως και για εργασία η οποία θα απαιτούσε βάδισμα, ορθοστασία, όπως και ναυτιλιακό επάγγελμα (υπηρεσία σε πλοίο), εργασία με μηχανήματα εν δυνάμει επικίνδυνα για την αρτιμέλεια ή τη ζωή και ότι η κατάσταση αυτή του πρώτου των εναγόντων είναι μόνιμη και μη αναστρέψιμη.
Με τις παραπάνω διαπιστώσεις του πραγματογνώμονα συμφωνεί στα κυριότερα σημεία και ο τεχνικός σύμβουλος των εναγομένων νευροχειρουργός Ι. Α. με την από 13-5-2014 ιατρική έκθεσή του. Ειδικότερα αυτός αναφέρει ότι οι σωματικές κακώσεις που υπέστη κατά το ατύχημα ο πρώτος των εναγόντων είναι συμβατές με μετατραυματικές επιληπτικές κρίσεις, με ίλιγγο και διαταραχή της ισορροπίας και με ανοσμία και με υπογευσία και καταλήγει ότι η ανοσμία και η υπογευσία θεωρούνται πιθανότατα μόνιμες βλάβες λόγω του μεγάλου χρονικού διαστήματος που έχει παρέλθει από το ατύχημα, με μικρές πιθανότητες βελτίωσης.
Περαιτέρω, αποδείχτηκε ότι ο πρώτος των εναγόντων δαπάνησε για φυσικοθεραπείες στις οποίες υποβλήθηκε κατά το χρονικό διάστημα από τον Ιούλιο του έτους 2010 έως το Φεβρουάριο του έτους 2011, κατά σύσταση του θεράποντος ιατρού του χειρουργού ορθοπαιδικού Γ. Τ., και οι οποίες ήταν αναγκαίες, καθόσον λόγω της δίμηνης περίπου κατάκλισης εξαιτίας των ορθοπαιδικών προβλημάτων του είχε υποστεί μεγάλη απώλεια σωματικού βάρους και μυϊκής μάζας και απώλεια δύναμης των μυών του, το ποσό των 9.800 ευρώ...
Τέλος, αποδείχτηκε ότι από την ψυχική στεναχώρια που δοκίμασε και την ταλαιπωρία που υπέστη ο πρώτος των εναγόντων λόγω του τραυματισμού του κατά το ένδικο ατύχημα, αυτός υπέστη ηθική βλάβη. Το Δικαστήριο, εκτιμώντας τις συνθήκες τέλεσης του ατυχήματος, την αποκλειστική υπαιτιότητα γι' αυτό του πρώτου των εναγομένων, την έκταση και τη σπουδαιότητα των σωματικών κακώσεων του πρώτου των εναγόντων, την εξ αυτών καθυστέρηση στις σπουδές του, καθόσον δεν έχει ακόμα αποφοιτήσει, την διακοπή της αθλητικής του δραστηριότητας, την ηλικία του, το χρόνο διάρκειας της νοσηλείας του στα νοσοκομεία, τη μη πλήρη αποκατάσταση της υγείας του και τη συνήθη και μέτρια κοινωνικοοικονομική κατάσταση αυτού και των πρώτου και δεύτερης των εναγομένων, κρίνει ότι η εύλογη χρηματική ικανοποίηση, η οποία πρέπει να επιδικαστεί σ' αυτόν για την αποκατάσταση της ηθικής του βλάβης, ανέρχεται στο ποσό των 70.030 ευρώ, εκ του οποίου ποσού πρέπει ν' αφαιρεθεί το ποσό των 30 ευρώ, το οποίο επιφυλάχτηκε να ζητήσει στο ποινικό δικαστήριο και να επιδικαστεί τελικώς το ποσό των 70.000 ευρώ.
Κατά συνέπεια το πρωτοβάθμιο δικαστήριο που με την εκκαλούμενη οριστική απόφασή του επιδίκασε για την ως άνω αιτία το μικρότερο ποσό των 40.000 ευρώ, εσφαλμένα στάθμισε τα κατά νόμο στοιχεία και, ως εκ τούτου, πρέπει ν' απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμος ο σχετικός λόγος της πρώτης έφεσης και να γίνει εν μέρει δεκτός ο σχετικός λόγος της δεύτερης έφεσης ως ουσιαστικά βάσιμος...
Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι αμέσως μετά το ατύχημα η δεύτερη των εναγόντων διακομίστηκε και αυτή στο Γενικό Νοσοκομείο Αττικής "ΚΑΤ" και την ίδια ημέρα παραπέμφθηκε στο 1ο Νοσοκομείο ΙΚΑ Αθηνών για αξονική τομογραφία εγκεφάλου, η οποία κατέδειξε μικρό υποσημαινόμενο υποσκληρίδιο αιμάτωμα μετωποβρεγματικά δεξιά, πολλαπλές ενδοεγκεφαλικές θλάσεις μετωπιαία αμφοτερόπλευρα και κροταφικά ιδίως δεξιά, εικόνα υπαραχνοειδούς αιμορραγίας, βαθμό εγκεφαλικού οιδήματος με ήπια ασαφοποίηση των περιμεσεγκεφαλικών δεξαμενών, εικόνα κατάγματος κροταφικά αμφοτερόπλευρα, κροταφοϊνιακά αριστερά, καθώς και στο δεξιό λιθοειδές οστό με συνοδό μερική κατάληψη των μαστοειδών κυψελών σύστοιχα, υποδόριο αιμάτωμα βρεγματικά οπισθίως αριστερά, καθώς και κροταφοβρεγματικά δεξιά.
Ωστόσο, στην έκταση και στη βαρύτητα του τραυματισμού της δεύτερης των εναγόντων στο κεφάλι συντέλεσε εν μέρει και η ίδια, διότι κατά το χρόνο του ατυχήματος δεν φορούσε προστατευτικό κράνος, όπως είχε υποχρέωση από τη διάταξη του άρθρου 12 παρ. 6 του ν. 2696/1999. Έτσι οι σωματικές βλάβες που υπέστη, οι οποίες περιορίζονται μόνο στο κεφάλι της, συναρτώνται αιτιωδώς με την ανωτέρω παράλειψή της.
Το παρόν Δικαστήριο εκτιμά ότι η παράλειψή της αυτή συντέλεσε κατά ποσοστό 20% στην έκταση των τραυμάτων της. Στο Γενικό Νοσοκομείο Αττικής "ΚΑΤ" τα τραύματα της δεύτερης των εναγόντων αντιμετωπίστηκαν συντηρητικά, ενώ κατά τη νέα αξονική τομογραφία εγκεφάλου στην οποία υποβλήθηκε αυτή στις 15-6-2010 επανελέγχθηκαν οι υπάρχουσες και στην προηγούμενη εξέταση ενδοεγκεφαλικές θλάσεις μετωπιαία άμφω και κροταφικά δεξιά σε φάση απορρόφησης, με αύξηση του περιοστικού οιδήματος.
Η δεύτερη των εναγόντων νοσηλεύτηκε στο παραπάνω νοσοκομείο έως 16-6-2010, οπότε εξήλθε με συστάσεις για λήψη φαρμακευτικής αγωγής. Στις 15-7-2010 η δεύτερη των εναγόντων εξετάστηκε στο νοσοκομείο "ΝΙΜΙΤΣ" λόγω συμπτωμάτων ιλιγγικής συνδρομής περιφερικής αιτιολογίας με έντονη ζάλη περιστροφικού τύπου και της συστήθηκε φαρμακευτική αγωγή και επανεκτίμηση μετά από δέκα ημέρες, ενώ για την αναφερόμενη ανοσμία και αγευσία της συστήθηκε έλεγχος σε κατάλληλο εργαστήριο του Γενικού Νοσοκομείου Αθήνας "Ο ΕΥΑΓΓΕΛΙΣΜΟΣ".
Στις 3-9-2010 η δεύτερη των εναγόντων υποβλήθηκε σε μαγνητική τομογραφία εγκεφάλου, η οποία κατέδειξε παθολογικής έντασης σήμα στην περιφέρεια - στο φλοιό του δεξιού μετωπιαίου λοβού, όπως και στην περιφέρεια του δεξιού κροταφικού λοβού, παθολογικής έντασης σήμα και στις ευθείες έλικες αμφοτερόπλευρα, το οποίο εύρημα χρήζει συνεκτίμησης με το ιστορικό και πιθανότατα αφορά σε εικόνα εγκεφαλικής θλάσης, ενώ εντός των βλαβών φαίνεται να ελέγχεται και αιμοσιδερίνη, εύρημα που συνηγορεί μάλλον υπέρ χρονιότητας της βλάβης.
Στις 5-10-2010 η δεύτερη των εναγόντων υποβλήθηκε σε εξετάσεις στα εξωτερικά ωτορινολαρυγγολογικά ιατρεία του Γενικού Νοσοκομείου Αθήνας "Ο ΕΥΑΓΓΕΛΙΣΜΟΣ" και διαπιστώθηκε ανοσμία και υπογευσία, ενώ στις 26-2-2011 υποβλήθηκε αυτή σε ηλεκτρονυσταγμογράφημα, τα ευρήματα του οποίου συνηγορούσαν υπέρ καλοήθους παροξυσμικού ιλίγγου θέσεως.
Στη συνέχεια υποβλήθηκε αυτή εκ νέου σε έλεγχο λαβυρίνθου από τον χειρουργό ωτορινολαρυγγολόγο Κ. Μ. και ευρέθη Hallpicke (+) δεξιά και εκτιμήθηκε, όπως και το αποτέλεσμα του ηλεκτρονυσταγμογραφήματος, ως μετατραυματικός ίλιγγος (ζάλη περιστροφής - περιφερική), που σχετίζεται με τις σωματικές κακώσεις που υπέστη στο κεφάλι της.
Η υγεία όμως της δεύτερης των εναγόντων δεν αποκαταστάθηκε, καθόσον στις 2-8-2012 παρουσίασε εκ νέου ιλιγγικό επεισόδιο με έντονη ζάλη περιστροφής και της συστήθηκε φαρμακευτική αγωγή και ασκήσεις, καθώς και εγκεφαλογράφημα επί εμμονής των συμπτωμάτων. Τέλος στις 9-10-2012 η δεύτερη των εναγόντων εξετάστηκε από τη χειρουργό ωτορινολαρυγγολόγο Μ.
Σ. και διαπιστώθηκε εκ νέου πλήρης ανοσμία και υπογευσία. Σύμφωνα δε με την 1447/13-5-2014 έκθεση πραγματογνωμοσύνης, την οποία (πραγματογνωμοσύνη) διενήργησε ο ειδικός ωτορινολαρυγγολόγος Α. Ε., κατά την εξέταση στις 28-3-2014 της δεύτερης των εναγόντων διαπιστώθηκε ότι αυτή παρουσίαζε βλάβη στο σύστημα ισορροπίας, η οποία συνιστά αναπηρία 20%, ότι δεν είχε ικανότητα για όσφρηση (ανοσμία) και ότι είχε μειωμένη γευστική δυνατότητα (υπογευσία), βλάβες που επίσης θεωρούνται μόνιμες και μη αναστρέψιμες, η δε αναπηρία εκ της ανοσμίας ανέρχεται σε 10% και ότι όλες οι παραπάνω βλάβες έχουν ως αποτέλεσμα την πλήρη αδυναμία της να επανέλθει στις πρότερες φυσιολογικές της ενασχολήσεις.
Με τις παραπάνω διαπιστώσεις του πραγματογνώμονα συμφωνεί εν μέρει ο τεχνικός σύμβουλος των εναγομένων ωτορινολαρυγγολόγος Σ. Τ. με την από 28-3-2014 ιατρική έκθεσή του. Ειδικότερα αυτός εκτιμά ότι οι αναφερόμενες εκ μέρους της δεύτερης των εναγόντων ανοσμία και υπογευσία δύνανται να έχουν σχέση με τις σωματικές κακώσεις που υπέστη κατά το ατύχημα, χωρίς να μπορεί αυτό να τεκμηριωθεί απολύτως γιατί βασίζεται σε δηλώσεις της και ότι, πάντως, η εμμένουσα μετά από τόσο χρονικό διάστημα ανοσμία θεωρείται μάλλον μόνιμη και συνιστά αναπηρία σε ποσοστό 10% και ότι η δεύτερη των εναγόντων δεν του ανέφερε πλέον ιλίγγους, ζάλη κ.λπ., που όμως αν αναφερθούν δεν δικαιολογούνται από την ωτορινολαρυγγολογία και θα μπορούσαν να εκτιμηθούν από νευρολόγο ιατρό.
Τέλος σύμφωνα με την 141/9-5-2014 έκθεση πραγματογνωμοσύνης, την οποία (πραγματογνωμοσύνη) διενήργησε ο καθηγητής νευροχειρουργικής Ν. Π., κατά την εξέταση στις 3-4-2014 της δεύτερης των εναγόντων διαπιστώθηκε ότι η γενική νευρολογική της εξέταση ήταν κατά φύση, εκτός από αδυναμία εκτέλεσης της δοκιμασίας κατά Ρόμπεργκ (η οποία εξετάζει από κλινικής άποψης τη λειτουργία του λαβυρίνθου) και ότι αυτή πάσχει από ίλιγγο εξαιτίας της κρανιοεγκεφαλικής κάκωσης και είναι ανίκανη για εργασία σε επαγγέλματα που απαιτούν αθλητική δραστηριότητα (συμπεριλαμβανομένου και του χορού), όπως και εργασίες που απαιτούν ορθοστασία ή απασχόληση με μηχανήματα εν δυνάμει επικίνδυνα για την αρτιμέλεια ή τη ζωή, ενώ ο τεχνικός σύμβουλος των εναγομένων νευροχειρουργός Ι.
Α. στην από 13-5-2014 ιατρική έκθεσή του αναφέρει ότι η κλινική εξέταση απ' αυτόν της δεύτερης των εναγόντων δεν ανέδειξε σαφή εικόνα ιλίγγου, νυσταγμού ή διαταραχής της ισορροπίας, αλλά είναι ενδεχομένως αποτέλεσμα της παροξυσμικής φάσης της νόσου, ενώ ο ίλιγγος μπορεί να είναι συμβατός με το ιστορικό της και τα απεικονιστικά ευρήματα και επίσης ότι η ανοσμία και η υπογευσία θεωρούνται πιθανότατα μόνιμες βλάβες λόγω του μεγάλου χρονικού διαστήματος που έχει παρέλθει από το ατύχημα, με μικρές πιθανότητες βελτίωσης.
Αποδείχτηκε ακόμα ότι η δεύτερη των εναγόντων, η οποία γεννήθηκε το έτος 1989 και κατά το χρόνο του ατυχήματος φοιτούσε στη σχολή χορού "...", εξαιτίας του τραυματισμού της κατά το ένδικο ατύχημα, απώλεσε την υποτροφία χορού που είχε κερδίσει και τη δυνατότητα συμμετοχής στις επαγγελματικές εξετάσεις για το δίπλωμα της καθηγήτριας χορού...
Τέλος αποδείχτηκε ότι από την ψυχική στεναχώρια που δοκίμασε και την ταλαιπωρία που υπέστη η δεύτερη των εναγόντων λόγω του τραυματισμού της κατά το ένδικο ατύχημα, αυτή υπέστη ηθική βλάβη. Το Δικαστήριο, εκτιμώντας τις συνθήκες τέλεσης του ατυχήματος, την αποκλειστική υπαιτιότητα γι' αυτό του πρώτου των εναγομένων, τη συνυπαιτιότητα της δεύτερης των εναγόντων στον τραυματισμό της, την έκταση και τη σπουδαιότητα των σωματικών κακώσεών της, την απώλεια της υποτροφίας και της δυνατότητας συμμετοχής στις επαγγελματικές εξετάσεις για το δίπλωμα της καθηγήτριας χορού, την ηλικία της, το χρόνο διάρκειας της νοσηλείας της στο νοσοκομείο, τη μη πλήρη αποκατάσταση της υγείας της και τη συνήθη και μέτρια κοινωνικοοικονομική κατάσταση αυτής και των πρώτου και δεύτερης των εναγομένων, κρίνει ότι η εύλογη χρηματική ικανοποίηση, η οποία πρέπει να επιδικαστεί σ' αυτήν για την αποκατάσταση της ηθικής της βλάβης, ανέρχεται στο ποσό των 25.030 ευρώ, εκ του οποίου ποσού πρέπει ν' αφαιρεθεί το ποσό των 30 ευρώ το οποίο επιφυλάχτηκε να ζητήσει στο ποινικό δικαστήριο και να επιδικαστεί τελικώς το ποσό των 25.000 ευρώ...].
Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο δέχθηκε, κατά το προαναφερόμενο κεφάλαιο, την από 10-11-2014 έφεση των αναιρεσιβλήτων (ως προς τον πρώτο απ' αυτούς) και την από 31-10-2014 έφεση των αναιρεσειόντων (ως προς τη δεύτερη αναιρεσίβλητη), κατά της πρωτόδικης 3306/2014 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών που είχε επιδικάσει, για την πιο πάνω αιτία, διαφορετικά ποσά, μικρότερο (40.000 ευρώ) και μεγαλύτερο (30.000 ευρώ), αντίστοιχα, εξαφανίζοντάς την κατά τούτο και, αφού κράτησε την υπόθεση και δίκασε κατ' ουσίαν, δέχθηκε την αγωγή για τα ποσά αυτά των 70.000 ευρώ και 25.000 ευρώ, αντίστοιχα.
Κρίνοντας, έτσι, το Εφετείο, δηλαδή με το να καθορίσει τη χρηματική ικανοποίηση του πρώτου των αναιρεσιβλήτων, λόγω ηθικής βλάβης, στο παραπάνω ποσό, παραβίασε την αρχή της αναλογικότητας και υπερέβη τα ακραία όρια της διακριτικής του ευχέρειας, δεδομένου ότι το ποσό αυτό, κατά την κοινή πείρα, τη δικαστηριακή πρακτική και τη συνείδηση για το δίκαιο, υπερτερεί, και μάλιστα καταφανώς, εκείνων που συνήθως επιδικάζονται σε παρόμοιες περιπτώσεις χρηματικής ικανοποίησης.
Επομένως, είναι βάσιμος ο σχετικός τέταρτος, από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, λόγος της αναίρεσης, με τον οποίο οι αναιρεσείοντες αποδίδουν στην πληττόμενη απόφαση τις αιτιάσεις ότι, κατά παράβαση της αρχής της αναλογικότητας και καθ' υπέρβαση των ακραίων ορίων της διακριτικής του ευχέρειας, το Εφετείο, κατά την εφαρμογή της, ουσιαστικού δικαίου, διάταξης του 932 του ΑΚ, επιδίκασε στον πρώτο αναιρεσίβλητο, ως εύλογη χρηματική του ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, από τον τραυματισμό του, το ποσό αυτό, το οποίο, όμως, είναι δυσανάλογα μεγάλο σε σχέση με αυτά που επιδικάζονται σε ανάλογες περιπτώσεις και προκύπτουν από τις συνθήκες της αδικοπραξίας (του τροχαίου ατυχήματος), με βάση τα αναφερόμενα στην απόφαση προσδιοριστικά κριτήρια για τον καθορισμό αυτής.
Σε σχέση, όμως, με την επιδίκαση του ποσού των 25.000 ευρώ στη δεύτερη αναιρεσίβλητη, ως χρηματική της ικανοποίηση, λόγω της ηθικής βλάβης που υπέστη από τον τραυματισμό της κατά το ίδιο τροχαίο ατύχημα, το Εφετείο, με την κρίση του αυτή, δεν παραβίασε την αρχή της αναλογικότητας, ούτε υπερέβη τα ακραία όρια της διακριτικής του ευχέρειας, δεδομένου ότι το εν λόγω ποσό, κατά την κοινή πείρα, τη δικαστηριακή πρακτική και τη συνείδηση για το δίκαιο, δεν υπερτερεί καταφανώς εκείνων που συνήθως επιδικάζονται σε παρόμοιες περιπτώσεις χρηματικής ικανοποίησης, με βάση τα αναφερόμενα στην απόφαση προσδιοριστικά κριτήρια για τον καθορισμό αυτής και, ως εκ τούτου, ο ίδιος (τέταρτος) λόγος, κατά το σκέλος του αυτό, είναι αβάσιμος.
VI. Η δαπάνη του κυρίου του αυτοκινήτου, που καταστράφηκε από τροχαίο ατύχημα, προς διενέργεια εξώδικης πραγματογνωμοσύνης και σύνταξη σχετικής έκθεσης, σχετικά με το είδος και ύψος των ζημιών του αυτοκινήτου, δεν συνιστά ζημία που πρέπει να αποκατασταθεί, κατά τα άρθρα 914, 929 και 298 ΑΚ, αλλά συνιστά εξώδικη δαπάνη, προς απόκτηση αποδεικτικού μέσου, η οποία αποκαθίσταται μόνο στο πλαίσιο του καθορισμού των δικαστικών εξόδων, κατά τη διάταξη του άρθρου 189 ΚΠολΔ, αν ήταν αναγκαία και δεν διενεργήθηκε από υπερβολική πρόνοια. Στην υπό κρίση περίπτωση, με τον πέμπτο, από το άρθρο 559 αριθμ. 1 ΚΠολΔ, λόγο αναίρεσης προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο παραβίασε, ευθέως, με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή, τις προαναφερόμενες διατάξεις, δεδομένου ότι έκρινε νόμιμη την αγωγή, κατά το μέρος που ζητήθηκε αποζημίωση, ποσού 79,95 ευρώ, την οποία και επιδίκασε στην τρίτη αναιρεσίβλητη, για τη δαπάνη που αυτή διενήργησε για τη σύνταξη εξώδικης ιδιωτικής έκθεσης πραγματογνωμοσύνης, αναφορικά με την εκτίμηση των ζημιών της μοτοσυκλέτας, κυριότητάς της, που οδηγούσε ο πρώτος αναιρεσίβλητος κατά το τροχαίο ατύχημα. Ο λόγος αυτός είναι βάσιμος, καθόσον η παραπάνω δαπάνη δεν αποτελεί ζημία, προερχόμενη από το ατύχημα, αλλά εξώδικη δαπάνη, που έγινε προς απόκτηση αποδεικτικού μέσου και, συνακόλουθα, κατατάσσεται στα δικαστικά έξοδα, όπως έχει προεκτεθεί.
VII. Ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 8 εδάφ. β' του άρθρου 559 ΚΠολΔ ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας, παρά το νόμο, δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα", κατά την έννοια της διάταξης αυτής, νοούνται οι νόμιμοι, παραδεκτοί, ορισμένοι και λυσιτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων, που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο και, συνακόλουθα, στηρίζουν το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ένστασης, αντένστασης ή λόγου έφεσης, όχι, όμως, και οι μη νόμιμοι, απαράδεκτοι, αόριστοι και αλυσιτελείς ισχυρισμοί, οι οποίοι δεν ασκούν επίδραση στην έκβαση της δίκης και στους οποίους το δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει.
Ο λόγος αυτός δεν ιδρύεται, αν το δικαστήριο που δίκασε έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό και τον απέρριψε για οποιονδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό (ΑΠ 250/2014, ΑΠ 1418/2013). Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 68 και 556 ΚΠολΔ προκύπτει ότι κύρια θετική προϋπόθεση για την άσκηση του ένδικου μέσου της αναίρεσης από τον διάδικο που συμμετείχε νομότυπα στη δίκη, κατά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, είναι να υπάρχει σε αυτόν (αναιρεσείοντα) έννομο συμφέρον που αναφέρεται σε κάποιο όφελος που αυτός προσδοκά από την εξαφάνιση της πιο πάνω απόφασης σε σχέση με το αντικείμενο της δίκης (ΑΠ 2004/2017).
Το έννομο συμφέρον κρίνεται από την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση και, εφόσον δεν θεμελιώνεται από τα εκτιθέμενα στο δικόγραφο της αναίρεσης και δεν προκύπτει από το διατακτικό της απόφασης που πλήττεται, ο αντίστοιχος λόγος αναίρεσης κρίνεται απαράδεκτος (ΑΠ 294/2015, ΑΠ 1619/2010). Τέλος, από τις διατάξεις του άρθρου 577 ΚΠολΔ συνάγεται ότι για να γίνει δεκτός λόγος αναίρεσης, από τους προβλεπόμενους στο άρθρο 559 του Κώδικα αυτού, πρέπει να είναι, κατ' αρχάς, παραδεκτός.
Έτσι είναι απαράδεκτος ο αλυσιτελής λόγος αναίρεσης, δηλαδή όταν η επικαλούμενη πλημμέλεια δεν επιδρά κατά νόμο στο διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης. Στην παρούσα περίπτωση, με τον έκτο λόγο αναίρεσης, κατ' εκτίμηση όσων διαλαμβάνονται σ' αυτόν, προσάπτεται στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό των αναιρεσειόντων που περιεχόταν σε σχετικό λόγο της έφεσής τους και, κατ' ακρίβεια, της τρίτης απ' αυτούς (ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρείας), για περιορισμό της ευθύνης της προς αποζημίωση των αναιρεσιβλήτων μέχρι το ποσό του ασφαλίσματος των 500.000 ευρώ που είχε προτείνει, παραδεκτά, στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, το οποίο και τον είχε, σιωπηρά, απορρίψει.
Ο λόγος αυτός, από τον αριθμ. 8β' και όχι από τους αριθμ. 1, 14 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ που αναγράφονται στο αναιρετήριο, είναι, προεχόντως, απαράδεκτος, ως αλυσιτελής, γιατί, ανεξάρτητα από την αοριστία του ισχυρισμού που θεμελιώνει τον εξεταζόμενο λόγο, αφού δεν μνημονεύεται ποία επίδραση θα είχε, αν ευδοκιμούσε, στο διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης και ποίο το όφελος που η τρίτη αναιρεσείουσα προσδοκά από την εξαφάνιση αυτής, το Εφετείο δεν είχε υποχρέωση να απαντήσει σε τέτοιον ισχυρισμό που δεν ασκούσε πλέον καμία νομική επιρροή και ήταν χωρίς αντικείμενο, μετά την επιδίκαση στους αναιρεσιβλήτους συνολικού ποσού 120.158,55 ευρώ (92.200 συν 25.000 συν 2.958,55 -αντίστοιχα) που δεν υπερέβαινε αυτό του ασφαλίσματος των 500.000 ευρώ.
Μάλιστα, ο λόγος αυτός της έφεσης λήφθηκε υπόψη από το Εφετείο και, σιωπηρά, απορρίφθηκε, όπως και οι ίδιοι αναιρεσείοντες αναφέρουν στην 58η σελίδα του αναιρετηρίου και, άρα, σε κάθε περίπτωση, δεν ιδρύεται ο σχετικός λόγος αναίρεσης.
VIII. Μετά από αυτά, αφού η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης γίνει δεκτή, κατά παραδοχή, ως βάσιμων, του τέταρτου λόγου της, ως προς τον πρώτο αναιρεσίβλητο και του πέμπτου λόγου της, ως προς την τρίτη αναιρεσίβλητη, ενώ παρέλκει η έρευνα του έβδομου (και τελευταίου) λόγου, αναφορικά με τη διάταξη της δικαστικής δαπάνης που αναγκαίως συναναιρείται ως προς τους αναιρεσιβλήτους αυτούς, οπότε καθίσταται αλυσιτελής η εξέτασή του, με την επισήμανση ότι δεν ελέγχεται αναιρετικά η απόφαση ως προς τη συνδρομή των προϋποθέσεων για το συμψηφισμό, κατ' άρθρ. 178 και 179 ΚΠολΔ, της δικαστικής δαπάνης ή την κατανομή της, πρέπει να αναιρεθεί η πληττόμενη απόφαση, ως προς τους διαδίκους και ως προς τα κεφάλαια που προαναφέρθηκαν, και να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, αφού είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλο δικαστή, εκτός από εκείνον που δίκασε προηγουμένως (άρθρ. 580 παρ. 3 ΚΠολΔ), ενώ πρέπει να διαταχθεί η επιστροφή του παραβόλου, που έχουν καταθέσει οι αναιρεσείοντες, σ' αυτούς (άρθρο 495 παρ. 3 εδάφ. ε' του ΚΠολΔ, όπως ισχύει και εφαρμόζεται στην παρούσα υπόθεση μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του ν. 4335/2015 που ισχύει, κατ' άρθρ. 1 άρθρο ένατο παρ. 2 και 4 αυτού, για τα ένδικα μέσα που κατατίθενται από 1-1-2016).
IX. Με το δικόγραφο της αναίρεσης, οι αναιρεσείοντες υποβάλλουν, κατά το άρθρο 579 παρ. 2 ΚΠολΔ, αίτηση, με την οποία ζητούν να διαταχθεί η επαναφορά των πραγμάτων στην κατάσταση που υπήρχε πριν από την εκτέλεση και να υποχρεωθούν προς τούτο οι αναιρεσίβλητοι να τους αποδώσουν τα αναφερόμενα ποσά, τα οποία τους κατέβαλαν προς εκούσια εκτέλεση, κατά κεφάλαιο, τόκους και δικαστική δαπάνη, της αναιρούμενης απόφασης, καθώς και της πρωτόδικης απόφασης, κατά το μέρος της που αυτή κηρύχθηκε προσωρινά εκτελεστή ως προς τους πρώτο και δεύτερη των αναιρεσιβλήτων και που, μετά την επικύρωσή της, κατά τούτο, από το Εφετείο, ενσωματώθηκε στην αναιρούμενη απόφαση.
Η αίτηση αυτή πρέπει να απορριφθεί, πρωτίστως, ως απαράδεκτη, εξαιτίας της αοριστίας της, καθόσον με την παρούσα αναιρείται η προσβαλλόμενη απόφαση μόνο εν μέρει και μόνο ως προς τον πρώτο και την τρίτη των αναιρεσιβλήτων. Κατά συνέπεια, η αξίωση των αναιρεσειόντων να τους επιστραφεί ό,τι κατέβαλαν στους αναιρεσιβλήτους, σε εκτέλεση των αποφάσεων αυτών, στηρίζεται στο νόμο αναφορικά μόνο με τα ποσά που κατέβαλαν, σε εκτέλεση του αναιρούμενου μέρους της εφετειακής απόφασης, στους πρώτο και τρίτη απ' αυτούς, τα οποία και θα έπρεπε να μνημονεύονται στην αίτηση για να είναι ορισμένη.
Τα ποσά όμως αυτά δεν προσδιορίζονται (χωριστά) στην αίτηση, με συνέπεια αυτή να είναι αόριστη και, γι' αυτό, απορριπτέα. Η επιστροφή των ποσών αυτών μπορεί να ζητηθεί κατά την εκδίκαση της υπόθεσης στο δικαστήριο της παραπομπής, μετά την εκκαθάριση των πράγματι οφειλομένων από τους αναιρεσείουντες στους πρώτο και τρίτη αναιρεσιβλήτους (ΑΠ 1207/2017, ΑΠ 1694/2009).
Χ. Τέλος, τα δικαστικά έξοδα της παρούσας αναιρετικής δίκης, μεταξύ των αναιρεσειόντων και των πρώτου και τρίτης των αναιρεσιβλήτων, πρέπει να συμψηφιστούν, μετά την εκατέρωθεν κατανομή τους, λόγω της μερικής νίκης και ήττας του καθενός, ενώ οι αναιρεσείοντες που νικήθηκαν στη δίκη έναντι της δεύτερης αναιρεσίβλητης πρέπει να καταδικαστούν στην πληρωμή των δικαστικών της εξόδων της, κατά το σχετικό βάσιμο αίτημά της που υπέβαλε και με τις προτάσεις της (άρθρ. 176, 178, 183, 189 παρ. 1, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την 181/2016 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, ως προς τα κεφάλαια και τους διαδίκους που αναφέρονται στο σκεπτικό της παρούσας.
Παραπέμπει την υπόθεση, κατά τα αναιρούμενα κεφάλαιά της, για περαιτέρω εκδίκαση στο Μονομελές Εφετείο Αθηνών, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλο δικαστή, πλην αυτού που εξέδωσε την παραπάνω απόφαση.
Διατάζει την επιστροφή στους αναιρεσείοντες του παραβόλου που έχουν καταθέσει.
Απορρίπτει την αίτηση επαναφοράς των πραγμάτων στην κατάσταση που υπήρχε πριν από την εκτέλεση της πιο πάνω αναιρούμενης απόφασης.
Συμψηφίζει, στο σύνολό τους, τα δικαστικά έξοδα της παρούσας δίκης μεταξύ των αναιρεσειόντων και των πρώτου και τρίτης των αναιρεσιβλήτων. Και
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα της δεύτερης αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ. ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 2 Μαρτίου 2018.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 23 Μαρτίου 2018.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ
Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ