Supreme Court dismisses appeal against insurance company's liability for moral damages in personal injury case.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's appeal against the First Instance Court's judgment awarding moral damages to a plaintiff injured by a third party. The appellant argued that the First Instance Court failed to consider specific medical reports and ignored evidence submitted, claiming procedural errors under Article 559 of the Code of Civil Procedure. The court rejected these claims, ruling that the First Instance Court had properly evaluated all medical evidence and documents, including the expert medical opinion, and that the determination of moral damages falls within the court's free evaluation of evidence without requiring detailed justification for each factor.
Legislator headnote
AI generatedArticles 932 of the Civil Code; Article 559 of the Code of Civil Procedure: The court's assessment of moral damages in personal injury cases is based on free evaluation of evidence and does not require detailed justification for each criterion, provided all submitted documents were considered.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 989 / 2018 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 989/2018
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ’ Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Κιουρκτσόγλου - Πετρουλάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ειρήνη Καλού, Σοφία Ντάντου, Χρήστο Βρυνιώτη και Γεώργιο Χοϊμέ, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 20 Απριλίου 2018, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Κ. Κ. του Π., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Βασιλική Νακοπούλου με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Της αναιρεσίβλητης: Ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "... ΑΕ", που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Σωτηρία Βελέντζα με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 10-7-2013 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος και της Α. Δ. του Κ., μη διαδίκου στην παρούσα δίκη, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάστηκε με την από 4-10-2013 παρεμπίπτουσα αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης.
Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 3480/2014 μη οριστική και 2503/2015 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 1146/2017 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.
Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 30-5-2017 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγητή τον Αρεοπαγίτη Γεώργιο Χοϊμέ, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Σύμφωνα με το άρθρο 932 του ΑΚ, "Σε περίπτωση αδικοπραξίας, ανεξάρτητα από την αποζημίωση για την περιουσιακή ζημία, το δικαστήριο μπορεί να επιδικάσει εύλογη, κατά την κρίση του, χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης. Αυτό ισχύει ιδίως για εκείνον που έπαθε προσβολή της υγείας, της τιμής ή της αγνείας του ή στερήθηκε την ελευθερία του.
Σε περίπτωση θανάτωσης προσώπου η χρηματική ικανοποίηση μπορεί να επιδικαστεί στην οικογένεια του θύματος λόγω ψυχικής οδύνης". Κατά την έννοια του άρθρου αυτού, το δικαστήριο της ουσίας, αφού δεχθεί ότι συνεπεία αδικοπραξίας προκλήθηκε σε κάποιο πρόσωπο ηθική βλάβη ή ψυχική οδύνη, καθορίζει στη συνέχεια το ύψος της οφειλόμενης γι’ αυτήν χρηματικής ικανοποίησης, με βάση τους κανόνες της κοινής πείρας και της λογικής, λαμβάνοντας ιδίως υπόψη, ως κριτήρια, το είδος της προσβολής, την έκταση της βλάβης, τις συνθήκες τέλεσης της αδικοπραξίας, τη βαρύτητα του πταίσματος του υπόχρεου, το τυχόν συντρέχον πταίσμα του δικαιούχου και την οικονομική και κοινωνική κατάσταση των διαδίκων μερών, πλην της περιουσιακής κατάστασης της εναγόμενης ασφαλιστικής εταιρείας, της οποίας η ευθύνη είναι εγγυητική (ΑΠ 838/2017, ΑΠ 405/2015), χωρίς να απαιτείται η ειδικότερη αιτιολόγηση καθενός στοιχείου (ΑΠ 838/2017, ΑΠ 1361/2013).
Ο προσδιορισμός του ποσού της εύλογης χρηματικής ικανοποίησης αφέθηκε στην ελεύθερη εκτίμηση του δικαστηρίου, η σχετική κρίση του οποίου δεν υπόκειται, κατ’ αρχήν, σε αναιρετικό έλεγχο, αφού σχηματίζεται από την εκτίμηση των πραγματικών γεγονότων (άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ), χωρίς υπαγωγή του πορίσματος σε νομική έννοια, ώστε να μπορεί να κριθεί εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου, είτε ευθέως, είτε εκ πλαγίου, για έλλειψη νόμιμης βάσης.
Επιβάλλεται, όμως, σε κάθε περίπτωση, να τηρείται, κατά τον καθορισμό του ποσού που επιδικάζεται, η αρχή της αναλογικότητας, ως γενική νομική αρχή και μάλιστα αυξημένης τυπικής ισχύος, υπό την έννοια ότι η σχετική κρίση του δικαστηρίου δεν πρέπει να υπερβαίνει τα ακραία όρια της διακριτικής του ευχέρειας, πράγμα που, αν συμβαίνει, ελέγχεται ως παραβίαση της πιο πάνω γενικής νομικής αρχής, ήτοι ως πλημμέλειες του άρθρου 559 αριθμ. 1 και 19 ΚΠολΔ (ΑΠ Ολομ., 10/2017, 9/2015).
Και τούτο, διότι μία απόφαση, με την οποία επιδικάζεται ένα ευτελές ή υπέρμετρα μεγάλο ποσό, ως δήθεν εύλογο, κατά την ελεύθερη κρίση του δικαστηρίου, προς αποκατάσταση της ηθικής βλάβης ή της ψυχικής οδύνης, ευτελίζει, στην πρώτη περίπτωση (όσον αφορά τον δικαιούχο - παθόντα), το σεβασμό της αξίας του ανθρώπου και στη δεύτερη (όσον αφορά τον υπόχρεο), το δικαίωμα της περιουσίας του, αφού το δικαστήριο, επεμβαίνοντας στη διαφορά μεταξύ ιδιωτών, πρέπει να τηρεί μια δίκαιη ισορροπία ανάμεσα στα αντιτιθέμενα συμφέροντα, με παράλληλη προστασία των θεμελιωδών δικαιωμάτων (ΑΠ 747/2017).
Εξάλλου, κατά το άρθρο 931 ΑΚ, η αναπηρία ή η παραμόρφωση που προξενήθηκε στον παθόντα λαμβάνεται ιδιαίτερα υπόψη κατά την επιδίκαση της αποζημίωσης, αν επιδρά στο μέλλον του. Από τη διάταξη αυτή συνάγεται ότι επιδικάζεται σε εκείνον που έχει υποστεί την αναπηρία ή την παραμόρφωση ένα εύλογο χρηματικό ποσό χωρίς σύνδεση με περιουσιακή ζημία, το ύψος του οποίου καθορίζεται με βάση ορισμένους προσδιοριστικούς παράγοντες, δηλαδή το είδος και τις συνέπειες της αναπηρίας ή της παραμόρφωσης, την ηλικία, το φύλο και τις κλίσεις του παθόντος, καθώς και με τη συνεκτίμηση του ποσοστού συνυπαιτιότητας του τελευταίου στην πρόκληση της αναπηρίας ή της παραμόρφωσης, όπως συμβαίνει και στην περίπτωση της κατά τη διάταξη του άρθρου 932 ΑΚ αξίωσης για επιδίκαση χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης ή ψυχικής οδύνης (ΑΠ 213/2017, ΑΠ 405/2015, ΑΠ 150/2015).
Τέλος, κρίσιμος χρόνος για τον υπολογισμό των εύλογων αυτών χρηματικών ποσών είναι ο χρόνος της συζήτησης της υπόθεσης ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, οπότε και λαμβάνεται υπόψη η τότε κατάσταση της υγείας του παθόντος (ΑΠ 213/2017). Στην προκείμενη περίπτωση, το Μονομελές Εφετείο Αθηνών, με την προσβαλλόμενη 1146/2017 απόφασή του, που εκδόθηκε κατά την ειδική διαδικασία των διαφορών για ζημίες από αυτοκίνητα και από τη σύμβαση ασφάλισης αυτοκινήτου, αφού προηγουμένως έκρινε, κατά το μη προσβαλλόμενο με την αναίρεση μέρος, ότι αποκλειστικά υπαίτιος του επίδικου τροχαίου ατυχήματος της 24-7-2011, κατά το οποίο τραυματίστηκε ο αναιρεσείων που οδηγούσε την ...
μοτοσυκλέτα, είναι ο οδηγός του ... ΙΧΕ αυτοκινήτου Ά. Χ. Π. (μη διάδικος), που καλυπτόταν ασφαλιστικά από την αναιρεσίβλητη ανώνυμη ασφαλιστική εταιρεία, σχετικά με τα κεφάλαια, που ενδιαφέρουν στην παρούσα αναιρετική δίκη, α) χρηματικής ικανοποίησης, λόγω ηθικής βλάβης και β) πρόσθετης χρηματικής παροχής, κατ’ άρθρα 932 και 931 ΑΚ, αντίστοιχα, που επιδικάστηκαν στον αναιρεσείοντα, δέχθηκε, όπως προκύπτει από την παραδεκτή, κατ’ άρθρ. 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπησή της, τα εξής: [...Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι μετά το ατύχημα, ο πρώτος ενάγων (δηλαδή ο ήδη αναιρεσείων) διακομίσθηκε με ασθενοφόρο στο νοσοκομείο "ΑΣΚΛΗΠΙΕΙΟ ΒΟΥΛΑΣ", όπου, αφού διασωληνώθηκε και υποβλήθηκε σε αιματολογικό και απεικονιστικό έλεγχο, διαπιστώθηκε ότι υπέστη ρήξη "μεσεντερίου αρτηρίας, αιμοπεριτόνειο, μεγάλο οπισθοπεριτοναϊκό αιμάτωμα".
Έγινε συρραφή της ρήξης και με διάγνωση από τον λοιπό εργαστηριακό έλεγχο α) του εγκεφάλου - υπαραχνοειδή αιμορραγία και παρουσία θρόμβων και αιματωμάτων σε πολλαπλούς εγκεφαλικούς χώρους, β) του σκελετού - κάταγμα στέρνου, κάταγμα άνω αρθρικής επιφάνειας της (ΑΡ) κνήμης και κάταγμα - εξάρθρημα (ΔΕ) κοτύλης και πτέρυγος (ΔΕ) λαγονίου οστού, διακομίσθηκε στην συνέχεια, λόγω της κρισιμότητας της κατάστασής του, στην Μονάδα Εντατικής Θεραπείας του νοσοκομείου "ΑΓΙΟΣ ΣΑΒΒΑΣ", όπου υποβλήθηκε σε χειρουργική επέμβαση εξωτερικής οστεοσύνθεσης για την αντιμετώπιση του κατάγματος της αριστερής κνήμης.
Στις 11-8-2011 με τραχειοστομία μεταφέρθηκε στο νοσοκομείο "ΕΥΑΓΓΕΛΙΣΜΟΣ" για περαιτέρω νοσηλεία. Στις 8-9-2011 έγινε αφαίρεση της εξωτερικής οστεοσύνθεσης από το (ΑΡ) κάτω άκρο με χειρουργική επέμβαση και έγινε τοποθέτηση ενδομυελικού ήλου με κοχλίες συμπιέσεως. Εξήλθε του νοσοκομείου, στις 20-9-2011, μεταφερόμενος στην οικία του, με οδηγίες για λήψη αντιεπιληπτικής αγωγής, απόλυτη κατάκλιση και παρακολούθησή του, ανά τακτά χρονικά διαστήματα, στα εξωτερικά ιατρεία του νοσοκομείου.
Λόγω της δυσλειτουργίας του δεξιού ισχίου και του αριστερού γόνατος, είχε προβλήματα στην προσπάθεια εγέρσεως και μετακινήσεως, παρά τη χρήση δύο βακτηριών, οπότε, στις 20-3-2012, εισήχθη στην ορθοπεδική κλινική του νοσοκομείου Νίκαιας, όπου υποβλήθηκε σε ολική αρθροπλαστική του (ΔΕ) ισχίου για την αντιμετώπιση του κατάγματος - εξαρθρήματος της (ΔΕ) κοτύλης.
Εξήλθε στις 20-3-2012 με οδηγία για λήψη αντιπηκτικής αγωγής και παρακολούθηση στα εξωτερικά ιατρεία του νοσοκομείου. Η αναρρωτική του άδεια παρατάθηκε διαδοχικώς έως τον Ιανουάριο του 2013, οπότε υποβλήθηκε σε αφαίρεση των υλικών οστεοσύνθεσης από την (ΔΕ) κνήμη... Αναφορικά με την εξέλιξη της κατάστασης της υγείας του πρώτου ενάγοντος, ο διορισθείς από το δικαστήριο πραγματογνώμονας Ι.
Γ., χειρουργός ορθοπεδικός, ο οποίος τον εξέτασε στις 15-1-2015 στο ιατρείο του, παρουσία του διορισθέντος από την εναγομένη ασφαλιστική εταιρία, τεχνικού συμβούλου, Μ. Λ., ιατρού ορθοπεδικού - χειρουργού, περιγράφει την κατάσταση της υγείας του ως εξής: 1) Δυσκαμψία (ΔΕ) ισχίου σε έδαφος ολικής αρθροπλαστικής (ΔΕ) ισχίου, συνεπεία μετατραυματικής αρθρίτιδας, 2) Μετατραυματική αρθρίτιδα (ΑΡ) γόνατος που χρήζει αντιμετώπισης με ολική αρθροπλαστική (ΑΡ) γόνατος, 3) Ανισοσκελία περίπου 2 cm συνεπεία των προηγούμενων παθήσεων, 4) Αρθρίτιδα της (ΑΡ) επιγονατιδομηριαίας άρθρωσης.
Συνεπεία των κακώσεων αυτών, έχει υποστεί μόνιμη αναπηρία. Εξαιτίας δε των παθήσεων αυτών, έχει επηρεαστεί η ικανότητα για εργασία του τεχνίτη χρυσοχόου, όπως και για κάθε άλλη εργασία που απαιτεί ορθοστασία ή άρση βαρών. Απαιτείται πλαστική επέμβαση για την αποκατάσταση των ουλών. Τέλος το ποσοστό αναπηρίας του ενάγοντα, σύμφωνα με τον κανονισμό αναπηρίας, είναι 67%, όπως ειδικότερα αναλύεται στην ανωτέρω έκθεση πραγματογνωμοσύνης.
Τα ανωτέρω ενισχύονται και από την από 3-4-2013 ιατρική γνωμάτευση του ορθοπεδικού χειρουργού Κ. Δ. και δεν αναιρούνται από την από 5-3-2015 έκθεση του τεχνικού συμβούλου, εκ μέρους της εναγομένης ασφαλιστικής εταιρίας, ορθοπεδικού χειρουργού Μ. Λ., ο οποίος, άλλωστε, γνωματεύει ότι ο ενάγων έχει υποστεί μόνιμη αναπηρία, πλην όμως αναγάγει αυτήν σε ποσοστό 45%.
Εξάλλου, όπως αποδεικνύεται από την υπ’ αρ. πρωτ. .../20-5-2015 βεβαίωση του ΟΑΕΕ και την υπ’ αρ. πρωτ. .../5-10-2016 βεβαίωση του ΕΟΠΠΥ, δεν έχει χορηγηθεί στον ενάγοντα καμμία παροχή εξαιτίας του ένδικου τραυματισμού του... Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι ο ενάγων, από την ημέρα εξόδου του από το νοσοκομείο στις 20-9-2011 και μέχρι το τέλος του έτους 2013, ήτοι για διάστημα 27 μηνών, αδυνατούσε να αυτοεξυπηρετηθεί και έχρηζε βοήθειας τρίτου προσώπου, προκειμένου να αντιμετωπίσει τις καθημερινές του ανάγκες που σχετίζονται με τη διατροφή του, την καθαριότητα, τις μετακινήσεις του κ.τ.λ....
Εξάλλου ο ενάγων στις 17-6-2013 εξετάσθηκε από τον πλαστικό χειρουργό Λ. Π., ο οποίος κατά την κλινική εξέταση, διαπίστωσε ουλές στην περιοχή του τριχωτού της κεφαλής, στην περιοχή του τραχήλου (από επέμβαση τραχειοστομίας) που δεν μπορεί να αποκρυβεί με τα ενδύματα. Επίσης, στην περιοχή της κοιλίας, ουλή 16 εκατοστών, καθώς και στο δεξιό ριζομήριο και τον πλάγιο έξω μηρό ουλή 26 εκατοστών, η οποία είναι επώδυνη και μονίμως κνησμώδης.
Επίσης διαπίστωσε ουλή στο αριστερό γόνυ, μήκους 11 εκατοστών. Στο ίδιο μέλος και, συγκεκριμένα, στον κατώτερο μηρό και στην κνήμη, παρατηρούνται έξι ακόμα εν συνόλω ουλές, διαστάσεις 2-5 εκατοστών. Ο ως άνω ιατρός αναφέρει ότι η επανορθωτική διαδικασία προϋποθέτει επιτέλεση υπό γενική αναισθησία αντιστοίχων προς τις υπάρχουσες ουλές επεμβάσεων.
Μετεγχειρητικώς θα χρησιμοποιηθεί η νέα τεχνολογία Laser προς περαιτέρω βελτίωση των ουλών, ενώ η συνολική δαπάνη της αποκατάστασης, ανέρχεται στο ποσό των 8.141 ευρώ... Οι διαπιστώσεις των ουλών που χρήζουν αποκατάστασης υπογραμμίζονται και στην προαναφερόμενη έκθεση του διορισθέντος από το δικαστήριο πραγματογνώμονα, καθώς και στην έκθεση του διορισθέντος από την εναγομένη τεχνικού συμβούλου...
Αποδείχθηκε ότι πριν τον τραυματισμό του, ο ενάγων, ηλικίας κατά τον χρόνο εκείνο 37 ετών, ήταν υγιέστατος και δραστήριος, πλην, όμως, εξαιτίας του άνω τραυματισμού του και των απορρεουσών από αυτόν σοβαρών συνεπειών, κατέστη αυτός μόνιμα μερικά ανάπηρος εφ’ όρου ζωής, κατά τα ειδικότερα εκτιθέμενα ανωτέρω.
Η αναπηρία του έχει επηρεάσει τις κοινωνικές συναναστροφές και δραστηριότητές του, καθώς και τη μελλοντική οικονομική και επαγγελματική του εξέλιξη. Η αναπηρία του διατάραξε ουσιωδώς την ψυχοσωματική του υπόσταση και είχε και θα έχει στο μέλλον δυσμενή επίδραση κυρίως στην επαγγελματική, οικονομική, κοινωνική και οικογενειακή του εξέλιξη.
Ο τραυματισμός του έχει επηρεάσει τις προσωπικές του σχέσεις με την οικογένεια και τους φίλους του, διακατέχεται από άγχος, αφού εμποδίζεται, λόγω της ευαίσθητης υγείας του, να έχει τις δραστηριότητες εκείνες στην προσωπική και επαγγελματική του ζωή, που έχει ο μέσος υγιής άνθρωπος της ηλικίας του. Η αναπηρία του αυτή, αποτελεί αρνητικό στοιχείο στο πλαίσιο του ανταγωνισμού και της επαγγελματικής - οικονομικής εξέλιξης και προαγωγής του.
Για τους λόγους αυτούς, δηλαδή τη μόνιμη μερική αναπηρία του και τις από αυτήν επιδράσεις στην προσωπική, κοινωνική, επαγγελματική και οικονομική του κατάσταση και εξέλιξη και, αφού συντρέχουν οι προϋποθέσεις εφαρμογής της διάταξης του άρθρ. 931 Α.Κ., πρέπει να επιδικασθεί στον ενάγοντα, ως αποζημίωση, το ποσό των 30.000 ευρώ.
Τέλος ενόψει των συνθηκών υπό τις οποίες έλαβε χώρα η ένδικη σύγκρουση, της αποκλειστικής υπαιτιότητας του οδηγού του ζημιογόνου αυτοκινήτου και της έλλειψης υπαιτιότητας εκ μέρους του ενάγοντος, της ηλικίας του, του άγχους και της αναστάτωσης που βίωσε και της ανασφάλειας που του δημιουργήθηκε, των σωματικών βλαβών που υπέστη, του σωματικού πόνου και της ταλαιπωρίας του, της μόνιμης μερικής αναπηρίας του, της στεναχώριας και της θλίψης του εξαιτίας της καταστροφής της μοτοσικλέτας του, καθώς και της κοινωνικής και οικονομικής κατάστασης των διαδίκων φυσικών προσώπων (η ευθύνη της ασφαλιστικής εταιρίας είναι εγγυητική), ο ενάγων Κ.
Κ. υπέστη ηθική βλάβη, προς αποκατάσταση της οποίας πρέπει να του επιδικασθεί, ως χρηματική ικανοποίηση, το ποσό των 40.000 ευρώ, το οποίο κρίνεται εύλογο, μετά τη στάθμιση των ως άνω κατά νόμον στοιχείων (άρθρ. 932 Α.Κ.). Από το ως άνω επιδικασθέν ποσό έχει αφαιρεθεί το ποσό των 50 ευρώ για την παράσταση του ενάγοντος στην ποινική δίκη ως πολιτική αγωγή...].
Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο, με την πληττόμενη απόφασή του, κατά το μέρος που ενδιαφέρει στην παρούσα αναιρετική δίκη, αναφορικά με τον αναιρεσείοντα - πρώτο ενάγοντα, δέχθηκε, ως ουσιαστικά βάσιμη, την από 30-9-2015 έφεση της αναιρεσίβλητης - δεύτερης εναγομένης και, αφού εξαφάνισε τις πρωτόδικες 3480/2014 (ως προς τις οριστικές της διατάξεις) και 2503/2015 αποφάσεις του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η δεύτερη από τις οποίες είχε κρίνει διαφορετικά, ως προς το ύψος των εύλογων χρηματικών ποσών της χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης και της πρόσθετης χρηματικής παροχής που επιδίκασε στον αναιρεσείοντα (200.000 ευρώ και 100.000 ευρώ, αντίστοιχα), κράτησε και δίκασε κατ’ ουσίαν την ένδικη, από 10-7-2013, αγωγή, την οποία και δέχθηκε, κατά ένα μέρος, ως προς τον αναιρεσείοντα, στον οποίο και επιδίκασε, για τις προαναφερόμενες αιτίες, τα (μικρότερα) ποσά των 40.000 ευρώ και 30.000 ευρώ, αντίστοιχα.
Κρίνοντας, έτσι, το Εφετείο, δηλαδή με το να καθορίσει, ως προς τον αναιρεσείοντα, τη χρηματική του ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης και την εύλογη χρηματική παροχή στα παραπάνω ποσά, δεν παραβίασε την αρχή της αναλογικότητας, ούτε υπερέβη τα ακραία όρια της διακριτικής του ευχέρειας, δεδομένου ότι τα ποσά αυτά, κατά την κοινή πείρα, τη δικαστηριακή πρακτική και τη συνείδηση για το δίκαιο, δεν υπολείπονται, και μάλιστα καταφανώς, εκείνων που συνήθως επιδικάζονται σε παρόμοιες περιπτώσεις χρηματικής ικανοποίησης και εύλογης χρηματικής παροχής.
Επομένως, είναι αβάσιμοι οι σχετικοί πρώτος και δεύτερος, από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, λόγοι της αναίρεσης, κατά τα οικεία σκέλη τους, με τα οποία ο αναιρεσείων αποδίδει στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση τις αιτιάσεις ότι, κατά παράβαση της αρχής της αναλογικότητας και καθ’ υπέρβαση των ακραίων ορίων της διακριτικής του ευχέρειας, το Εφετείο, κατά την εφαρμογή των διατάξεων, ουσιαστικού δικαίου, των άρθρων 932 και 931 του ΑΚ, καθώς και εκείνων των άρθρων 297, 298, 299, 330, 914 του ίδιου Κώδικα, 5 παρ. 1 και 25 παρ. 1 εδάφ.
δ’ του Συντάγματος, επιδίκασε σε αυτόν, ως εύλογη χρηματική του ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης και εύλογη χρηματική παροχή, από τον τραυματισμό του, τα ποσά αυτά, τα οποία, όμως, είναι δυσανάλογα μικρά σε σχέση με αυτά που επιδικάζονται σε ανάλογες περιπτώσεις και προκύπτουν από τις συνθήκες της αδικοπραξίας (του τροχαίου ατυχήματος), με βάση τα αναφερόμενα στην απόφαση προσδιοριστικά κριτήρια για τον καθορισμό αυτής.
ΙΙ. Ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 8 περ. β’ του άρθρου 559 ΚΠολΔ ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας, παρά το νόμο, δεν έλαβε υπόψη του πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα", κατά την έννοια της διάταξης αυτής, νοούνται οι νόμιμοι, παραδεκτοί, ορισμένοι και λυσιτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων, που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο και, συνακόλουθα, στηρίζουν το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ένστασης, αντένστασης ή λόγου έφεσης, όχι, όμως, και οι αιτιολογημένες αρνήσεις και οι ισχυρισμοί τους που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, τα οποία συνάγονται από την εκτίμηση των αποδείξεων, έστω και αν προτείνονται ως λόγοι έφεσης, αλλά ούτε και οι μη νόμιμοι, απαράδεκτοι, αόριστοι και αλυσιτελείς ισχυρισμοί, οι οποίοι δεν ασκούν επίδραση στην έκβαση της δίκης και στους οποίους το δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει (ΑΠ Ολομ. 14/2004, ΑΠ 87/2013).
Με βάση αυτά, δεν αποτελούν "πράγματα", με την παραπάνω έννοια, και τα επικαλούμενα από τους διαδίκους αποδεικτικά μέσα και, πολύ περισσότερο, η αξιολόγηση από το δικαστήριο του περιεχομένου των εγγράφων και των λοιπών αποδεικτικών μέσων αλλά ούτε και τα επιχειρήματα ή συμπεράσματα που διατυπώνονται κατά την εκτίμηση των αποδείξεων (ΑΠ 388/2018, ΑΠ 358/2017, ΑΠ 639 - 638/2016).
Ο λόγος αυτός δεν ιδρύεται, αν το δικαστήριο που δίκασε έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό που προτάθηκε και τον απέρριψε για οποιονδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό (ΑΠ 250/2014, ΑΠ 1418/2013), γεγονός που συμβαίνει και όταν η απόφαση περιέχει παραδοχές αντίθετες με τον ισχυρισμό (ΑΠ Ολομ. 11/1996, ΑΠ 1150/2011, ΑΠ 421 - 425/2009). Περαιτέρω, η εκτίμηση του δικαστηρίου της ουσίας ελέγχεται για πλημμέλεια από το άρθρο 559 αριθμ. 8 (ή 1) του ίδιου Κώδικα, αν για τον καθορισμό του ποσού της εύλογης χρηματικής ικανοποίησης ή της πρόσθετης χρηματικής παροχής των άρθρων 932 και 931 ΑΚ, αντίστοιχα, έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε στοιχεία που δεν ήταν επιτρεπτό να συνεκτιμήσει ή, αντίστροφα, αρνήθηκε ή παρέλειψε να λάβει υπόψη στοιχεία που έπρεπε να συνεκτιμήσει για την κρίση του αυτή και που επηρεάζουν το ύψος της χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης (ή ψυχικής οδύνης) και της εύλογης χρηματικής παροχής (ΑΠ 838/2017, ΑΠ 213/2017, ΑΠ 160/2017).
Για να είναι, όμως, ορισμένος ο λόγος αυτός, πρέπει να αναφέρεται στο αναιρετήριο ότι οι σχετικοί ισχυρισμοί που αφορούν τα κριτήρια καθορισμού προτάθηκαν παραδεκτά στο δικαστήριο της ουσίας (ΑΠ 838/2017, ΑΠ 1719/2008). Τέλος, κατά το άρθρο 559 αριθμ. 11 εδάφ. γ’ του ΚΠολΔ, συντρέχει λόγος αναίρεσης, αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη του αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν.
Από τη διάταξη αυτή, συνδυαζόμενη με εκείνες των άρθρων 335, 338 έως 340 και 346 του ίδιου Κώδικα, προκύπτει ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να σχηματίσει δικανική πεποίθηση για τη βασιμότητα των κρίσιμων γεγονότων ή πραγματικών ισχυρισμών των διαδίκων, δηλαδή λυσιτελών, που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, διαμορφώνοντας το διατακτικό της απόφασης (ΑΠ Ολομ. 42/2002, ΑΠ 343/2017, ΑΠ 176/2016, ΑΠ 677/2015, ΑΠ 1456/2014), οφείλει να λάβει υπόψη του τα αποδεικτικά μέσα που προσκομίστηκαν νόμιμα είτε για άμεση απόδειξη είτε για συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, εφόσον γίνεται σαφής και ορισμένη επίκλησή τους από τον διάδικο.
Δεν θεμελιώνεται, όμως, ο λόγος αυτός, αν προκύπτει από την απόφαση ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία προσκομίστηκαν με επίκληση. Αρκεί γι’ αυτό η γενική αναφορά του είδους του αποδεικτικού μέσου, χωρίς ανάγκη ειδικής αξιολόγησης του καθενός, εφόσον από τη γενική αυτή αναφορά, σε συνδυασμό με τις υπόλοιπες αιτιολογίες της, προκύπτει αναμφίβολα η λήψη υπόψη του αποδεικτικού μέσου.
Δεν συνάγεται ότι δεν έχει ληφθεί υπόψη έγγραφο από μόνο το γεγονός ότι μνημονεύονται στην πληττόμενη απόφαση όλα τα έγγραφα, εκτός από εκείνο στο οποίο αναφέρεται η αναιρετική αιτίαση. Πάντως, η γενική αυτή αναφορά της λήψης υπόψη όλων των αποδείξεων που με επίκληση προσκομίστηκαν δεν αποκλείει την ίδρυση του πιο πάνω λόγου αναίρεσης για κάποιο αποδεικτικό μέσο, όταν από το περιεχόμενο της απόφασης δεν καθίσταται απολύτως βέβαιο ότι τούτο έχει ληφθεί υπόψη.
Αρκεί και μόνο η ύπαρξη αμφιβολιών για την ίδρυση του παρόντος λόγου αναίρεσης (ΑΠ Ολομ., 8/2016, 2/2008). Στην ερευνώμενη περίπτωση, με τους ίδιους πιο πάνω πρώτο και δεύτερο λόγους της αναίρεσης, κατά τα σχετικά σκέλη τους, ο αναιρεσείων, κατ’ εκτίμηση όσων διαλαμβάνονται στους λόγους αυτούς, προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια ότι το Εφετείο, κατά τον καθορισμό του ύψους των προαναφερόμενων ποσών, κατά τις διατάξεις των άρθρων 932 και 931 ΑΚ, δεν έλαβε υπόψη τους συναφείς ισχυρισμούς του που παραδεκτά είχε προβάλει στα δικαστήρια ουσίας, αφενός μεν, για τη δυσμενή κατάσταση της υγείας του, όπως αυτή εξελίχθηκε μετά τον τραυματισμό του και μέχρι τη συζήτηση της αγωγής στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο (που ενδιαφέρει αναιρετικά, ως κρίσιμος χρόνος, σύμφωνα με όσα εκτέθηκαν στην προηγούμενη, υπό στοιχείο Ι, μείζονα σκέψη), αφετέρου δε, για την αναπηρία και την παραμόρφωση που του προξενήθηκαν και επιδρούν στο μέλλον του, με βάση και τις αναφερόμενες στο αναιρετήριο (σελίδες 24η έως και 31η, 45η έως και 47η) ιατρικές γνωματεύσεις και εκθέσεις, καθώς και την ιατρική πραγματογνωμοσύνη που διενεργήθηκε από τον ορθοπεδικό χειρουργό γιατρό Ι.
Π. Γ. που διορίστηκε πραγματογνώμονας με την 3480/2014 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και, έτσι, υπέπεσε στην αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθμ. 8 περ. β’ ΚΠολΔ. Οι λόγοι αυτοί, κατά τα επίμαχα σκέλη τους, είναι αβάσιμοι, γιατί το Εφετείο, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση του περιεχομένου της πληττόμενης απόφασής του, έλαβε υπόψη του τα αναγόμενα στο κρίσιμο χρονικό διάστημα περιστατικά, σχετικά με την κατάσταση της υγείας του αναιρεσείοντος, την αναπηρία και την παραμόρφωση που του προξενήθηκαν, καθώς και την επίδρασή τους στο μέλλον του, ως προσδιοριστικά στοιχεία για την επιδίκαση σε αυτόν της εύλογης χρηματικής ικανοποίησης και της εύλογης χρηματικής παροχής.
Αλλά και με την εκδοχή ότι πρόκειται για αναιρετικούς λόγους από τον αριθμό 11 εδάφ. γ’ του άρθρου 559 ΚΠολΔ, επειδή αυτοί αναφέρονται και σε μη λήψη υπόψη αποδεικτικών μέσων - εγγράφων που προσκομίστηκαν με επίκληση από τον αναιρεσείοντα και, κατ’ ακρίβεια, σε παραγνώριση της αποδεικτικής τους αξίας, και πάλι αυτοί είναι αβάσιμοι, κατά τα οικεία σκέλη τους, διότι από τη ρητή βεβαίωση που υπάρχει στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση (φύλλο 4ο - α’ όψη αυτής) ότι λήφθηκαν υπόψη και όλα τα έγγραφα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν, σε συνδυασμό και με όλο το περιεχόμενο αυτής, προκύπτει, χωρίς αμφιβολία, ότι το Εφετείο για να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα έλαβε υπόψη του και τα έγγραφα αυτά, ενώ, ειδικότερα, για την προαναφερόμενη δικαστική πραγματογνωμοσύνη που αποτελεί διαφορετικό αποδεικτικό μέσο από τα έγγραφα γίνεται ειδική ρητή μνεία στην κατ’ είδος αναφορά των αποδεικτικών μέσων και αξιολόγησή της στη συνέχεια στην πληττόμενη εφετειακή απόφαση.
ΙΙΙ. Μετά από αυτά, η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί και να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου, που έχει καταθέσει ο αναιρεσείων, στο δημόσιο ταμείο (άρθρο 495 παρ. 3 εδάφ. ε’ του ΚΠολΔ, όπως ισχύει και εφαρμόζεται στην παρούσα υπόθεση μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του ν. 4335/2015 που ισχύει, κατ’ άρθρ. 1 άρθρο ένατο παρ. 2 και 4 αυτού, για τα ένδικα μέσα που κατατίθενται από 1-1-2016). Τέλος, ο αναιρεσείων που νικήθηκε στη δίκη πρέπει να καταδικαστεί στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσίβλητης, που κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημά της (άρθρα 176, 183, 189 παρ. 1, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 30 Μαΐου 2017 και με αύξοντα αριθμό κατάθεσης ...-6-2017 αίτηση του Κ. Π. Κ. για αναίρεση της 1146/2017 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.
Διατάζει την εισαγωγή του παραβόλου, που έχει καταθέσει ο αναιρεσείων, στο δημόσιο ταμείο.
Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 18 Μαΐου 2018.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 25 Μαΐου 2018.
H ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ