Supreme Court dismisses appeal against absent party while allowing partial review of liability for labor accident.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court declared the appeal inadmissible regarding the absent seventh appellant and the first respondent, while annulling the lower court's decision on the second respondent's liability. The court found the first respondent's absence prevented a proper hearing, whereas the second respondent's liability was upheld as not exceeding legal discretion. Consequently, the case was remitted for further trial on the liability issue, with costs assigned to the second respondent.
Legislator headnote
AI generatedArt. 260(1) KPolD; Art. 576(1)-(2) KPolD; Art. 559(1) KPolD; Art. 559(20) KPolD; Art. 580(3) KPolD; Art. 178(1), 183, 191(2) KPolD; If a party is absent from the hearing, the discussion is voided for them, but the court may examine the merits of other claims and remand the case for further trial if the absence does not preclude a decision on the remaining issues.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 747 / 2020 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 747/2020
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β1 Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τις δικαστές, Δήμητρα Κοκοτίνη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Μαρία Νικολακέα, Αρετή Παπαδιά, Σοφία Τζουμερκιώτη και Καλλιόπη Πανά, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 17η Δεκεμβρίου 2019, με την παρουσία και της γραμματέα Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: (ΣΥΝΟΛΟ 6 ) κατοίκου/κατοίκων … , οι οποίοι παραστάθηκαν δια του πληρεξουσίου δικηγόρου Ιωάννη Ηλιάδη, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις για τους πρώτο, δεύτερη, τρίτο και έκτη των αναιρεσειόντων, και 7) Ζ. του Ζ. (Z. S. του Z.), κατοίκου … , η οποία δεν παραστάθηκε.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Α. Β., κατοίκου … , ο οποίος δεν παραστάθηκε, και 2) Ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "… " και το διακριτικό τίτλο "… ", όπως εκπροσωπείται νόμιμα, που εδρεύει στο 19ο χιλιόμετρο της … και διατηρεί υποκατάστημα στο 5ο χιλιόμετρο … , η οποία παραστάθηκε δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) του πληρεξουσίου δικηγόρου Χρυσοστόμου Βελάκη, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 21-12-2011 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων και την από 4-1-2013 προσεπίκληση σε αναγκαστική παρέμβαση με την ενωμένη παρεμπίπτουσα αγωγή αποζημίωσης της ήδη δεύτερης αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Λάρισας με αριθμούς 29/11-1-2011 και 7/7-1-2013, αντίστοιχα. Εκδόθηκαν η 555/2013 απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και, κατόπιν άσκησης αντιθέτων εφέσεων κατ' αυτής, η 393/2017 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Λάρισας. Την αναίρεση της τελευταίας ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 20-1-2019 και με αριθμό κατάθεσης 4/28-1-2019 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.
Εισηγήτρια ορίσθηκε η αρεοπαγίτης, Σοφία Τζουμερκιώτη.
Ο πληρεξούσιος των παρισταμένων αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη των αναιρεσιβλήτων στα δικαστικά έξοδα.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
1.Σύμφωνα με το άρθρο 260 παρ.1 ΚΠολΔ, που εφαρμόζεται, κατά το άρθρο 573 του ιδίου Κώδικα, και στη διαδικασία της δίκης για την αναίρεση, αν κατά την εκφώνηση της υπόθεσης δεν εμφανίζονται όλοι οι διάδικοι ή εμφανίζονται, αλλά δεν μετέχουν κανονικά στη συζήτηση, η συζήτηση ματαιώνεται. Στην προκειμένη περίπτωση, κατά την εκφώνηση της υπόθεσης με τη σειρά της από το οικείο πινάκιο, δεν εμφανίσθηκαν η έβδομη αναιρεσείουσα και ο πρώτος αναιρεσίβλητος και, συνεπώς, ως προς αυτούς πρέπει να κηρυχθεί ματαιωμένη η συζήτηση της ένδικης αίτησης αναίρεσης.
2.Από τη διάταξη του άρθρου 576 παρ.1 και 2 ΚΠολΔ, συνάγεται ότι, αν κάποιος από τους διαδίκους δεν εμφανισθεί κατά τη συζήτηση της υπόθεσης ή εμφανισθεί αλλά δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως ποιός επισπεύδει τη συζήτηση. Αν την επισπεύδει ο αντίδικος του απολειπομένου ή μη παρισταμένου με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος διαδίκου, τότε ερευνάται αν ο τελευταίος κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα από τον επισπεύδοντα και, σε καταφατική περίπτωση, το δικαστήριο προχωρεί στη συζήτηση, παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί.
Περαιτέρω, κατά το άρθρο 94 παρ.1 ΚΠολΔ, στα πολιτικά δικαστήρια οι διάδικοι έχουν υποχρέωση να παρίστανται με πληρεξούσιο δικηγόρο, κατά δε το άρθρο 96 παρ.1 του ίδιου Κώδικα, η πληρεξουσιότητα δίνεται είτε με συμβολαιογραφική πράξη, είτε με προφορική δήλωση που καταχωρίζεται στα πρακτικά, ενώ με το άρθρο 63 του ν. 4509/2017 (ΦΕΚ Α' 201/22-12-2017) προστέθηκε στην παρ.3 του ως άνω άρθρου δεύτερο εδάφιο, με το οποίο ορίζεται ότι ειδικά για τις εργατικές διαφορές η πληρεξουσιότητα μπορεί να δίνεται και με ιδιωτικό έγγραφο, με βεβαιωμένο το γνήσιο της υπογραφής.
Η δοθείσα πληρεξουσιότητα παρέχει στον δικηγόρο, σύμφωνα με το άρθρο 97 παρ.1 του ίδιου Κώδικα, το δικαίωμα να εκπροσωπεί στο δικαστήριο εκείνον που την έδωσε και να ενεργεί όλες τις κύριες ή παρεπόμενες πράξεις που αφορούν τη διεξαγωγή της δίκης, στις οποίες περιλαμβάνεται, πλην άλλων, και η άσκηση ενδίκων μέσων, κατά δε το άρθρο 104 του ίδιου Κώδικα, για τις προπαρασκευαστικές πράξεις και κλήσεις έως τη συζήτηση στο ακροατήριο θεωρείται ότι υπάρχει η πληρεξουσιότητα, ενώ για τη συζήτηση στο ακροατήριο απαιτείται ρητή πληρεξουσιότητα και, αν δεν υπάρχει, κηρύσσονται άκυρες όλες οι πράξεις, ακόμη και εκείνες που είχαν γίνει προηγουμένως, το δε δικαστήριο εξετάζει και αυτεπαγγέλτως, σε κάθε στάση της δίκης, την έλλειψη πληρεξουσιότητας, καθώς και την υπέρβασή της.
Από το συνδυασμό των ανωτέρω διατάξεων συνάγεται ότι, εάν ο αναιρεσείων είναι εκείνος που επισπεύδει τη συζήτηση και απουσιάζει ο ίδιος ή παρίσταται, αλλά δεν αποδεικνύει την ύπαρξη ρητής πληρεξουσιότητας, αυτός θεωρείται δικονομικά απών και κηρύσσεται άκυρη η κλήση αυτού, με την οποία εμφανίζεται ως επιμελούμενος τη συζήτηση, με αποτέλεσμα να μη χωρεί εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 576 παρ.1 ΚΠολΔ για συζήτηση της υπόθεσης από τον Άρειο Πάγο σαν να ήταν παρόντες όλοι οι διάδικοι (ΟλΑΠ 39/2005, ΟλΑΠ 9/2003).
Στην περίπτωση αυτή, εάν δεν προκύπτει άλλοθεν κλήτευση του απολειπομένου ή μη προσηκόντως παρισταμένου διαδίκου, η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης κηρύσσεται απαράδεκτη ως προς αυτόν (ΑΠ 1374/2017, ΑΠ 526/2016). Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 576 παρ.3 εδ. β' ΚΠολΔ, όπως το εδάφιο αυτό προστέθηκε με το άρθρο 62 του ν. 4139/2013, σε περίπτωση απλής ομοδικίας, εάν κάποιος δεν εκπροσωπηθεί από πληρεξούσιο δικηγόρο, η υπόθεση χωρίζεται και η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης χωρεί νομίμως ως προς όσους εκπροσωπούνται από πληρεξούσιο δικηγόρο ή έχουν κλητευθεί νομίμως και κηρύσσεται απαράδεκτη ως προς τους λοιπούς.
3.Στην προκειμένη περίπτωση, από την 9829/19-4-2019 έκθεση επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας της περιφέρειας του Εφετείου … Ε. Β., που με επίκληση προσκομίζουν οι επισπεύδοντες τη συζήτηση αναιρεσείοντες, προκύπτει ότι ακριβές αντίγραφο της από 20-1-2019 και με αριθμό κατάθεσης 4/28-1-2019 αίτησης αναίρεσης, με πράξη ορισμού ως αρμοδίου του ανωτέρω Β1 τμήματος και πράξη ορισμού δικασίμου την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας (17-12-2019), καθώς και κλήση προς συζήτηση για τη δικάσιμο αυτή, επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα προς τον πρώτο των αναιρεσιβλήτων Α.
Β. Ο τελευταίος, όμως, δεν εμφανίσθηκε στο ακροατήριο κατά την εκφώνηση της υπόθεσης από τη σειρά του πινακίου της ανωτέρω δικασίμου ούτε κατέθεσε, κατ' άρθρο 242 παρ.2 ΚΠολΔ, δήλωση μη παράστασης κατά τη δικάσιμο αυτή. Επομένως, ενόψει του ότι αυτός κλητεύθηκε νόμιμα κατά την ορισθείσα ως άνω δικάσιμο, πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση της υπόθεσης παρά τη δικονομική απουσία του (ΚΠολΔ 568 παρ.4 και 576 παρ.2).
Όσον αφορά την έβδομη αναιρεσείουσα, η οποία δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο, από τα στοιχεία της δικογραφίας δεν αποδεικνύεται η παροχή ρητής πληρεξουσιότητας στον δικηγόρο Ιωάννη Ηλιάδη εκ μέρους αυτής, προκειμένου να επισπεύσει και για λογαριασμό της τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης, ούτε προκύπτει άλλοθεν κλήτευση αυτής για να παραστεί στη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης, κατά την ορισθείσα ως άνω δικάσιμο, καθόσον δεν προσκομίζεται σχετική έκθεση επίδοσης.
Κατά συνέπεια, ακύρως επισπεύδεται η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης ως προς αυτήν, κατά το μέρος που στρέφεται κατά της δεύτερης αναιρεσίβλητης. Επομένως, υφισταμένης απλής ομοδικίας μεταξύ των αναιρεσειόντων, πρέπει να χωρισθεί η υπόθεση ως προς την ανωτέρω διάδικο, να κηρυχθεί απαράδεκτη η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης ως προς αυτήν και να προχωρήσει η συζήτηση της υπόθεσης ως προς τους λοιπούς διαδίκους, που παρίστανται νομίμως και του πρώτου αναιρεσιβλήτου, ο οποίος κλητεύθηκε νόμιμα, κατά τα ανωτέρω.
4.Από τις διατάξεις των άρθρων 34 παρ.2, 60 παρ.3 του α.ν. 1846/1951 "περί Κοινωνικών Ασφαλίσεων", σε συνδυασμό με το άρθρο 16 παρ.1, 3 του ν. 551/1915 "περί ευθύνης προς αποζημίωσιν των εξ ατυχήματος εν τη εργασία παθόντων εργατών ή υπαλλήλων", όπως κωδικοποιήθηκε με το β.δ. της 24-7/25-8-1920 και διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 38 εδ.
α' του ΕισΝΑΚ, συνάγεται ότι, αν ο θανατωθείς από ατύχημα, που έγινε έπειτα από βίαιο συμβάν κατά την εκτέλεση της εργασίας του ή εξ αφορμής αυτής, υπαγόταν στην ασφάλιση του ΙΚΑ (η ασφάλιση του ΙΚΑ επεκτάθηκε σε όλη την επικράτεια με το άρθρο τρίτο του ν. 1305/1982), ο εργοδότης απαλλάσσεται από κάθε υποχρέωση για αποζημίωση των προσδιοριζόμενων στο άρθρο 6 του ν. 551/1915 συγγενών του.
Οι τελευταίοι έχουν κατά του εργοδότη αξίωση για εύλογη χρηματική ικανοποίηση, λόγω ψυχικής οδύνης, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 914 και 932 ΑΚ, εφόσον το ατύχημα οφείλεται σε πταίσμα του εργοδότη ή των προστηθέντων από αυτόν προσώπων, υπό τις προϋποθέσεις του άρθρου 922 ΑΚ. Κατά την έννοια της τελευταίας αυτής διάταξης, για να υπάρχει σχέση πρόστησης θα πρέπει να υπάρχει εξάρτηση, έστω και χαλαρή, ανάμεσα στον προστήσαντα και στον προστηθέντα, ώστε ο πρώτος να μπορεί να δίνει στον προστηθέντα εντολές ή οδηγίες και να τον ελέγχει ή επιβλέπει κατά την εκτέλεση της υπηρεσίας που του ανέθεσε.
Εξάλλου, από τα άρθρα 681, 688 έως 691 και 698 ΑΚ συνάγεται ότι ο εργολάβος δεν θεωρείται, καταρχήν, προστηθείς του εργοδότη, όταν όμως ο εργοδότης επιφύλαξε για τον εαυτό του, ρητώς ή σιωπηρώς, τη διεύθυνση και την επίβλεψη της εκτέλεσης του έργου και μάλιστα το δικαίωμα παροχής οδηγιών προς τον εργολάβο, ο τελευταίος θεωρείται ότι βρίσκεται σε σχέση πρόστησης προς τον εργοδότη (ΑΠ 1361/2013, ΑΠ 280/2009).
5.Περαιτέρω, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 1, 3, 4 και 5 του ν. 1396/1983, που αφορούν αποκλειστικά στη λήψη και τήρηση των κατά νόμο μέτρων ασφαλείας για την προστασία των εργαζομένων ή τρίτων κατά την εκτέλεση οικοδομικών και λοιπών τεχνικών έργων, πλην των δημοσίων, ο εργολάβος ολοκλήρου του έργου, ανεξάρτητα εάν αυτό εκτελείται ολικά ή κατά τμήματα με υπεργολάβους, είναι συνυπεύθυνος και υποχρεούται:
α) να λαμβάνει και να τηρεί όλα τα μέτρα ασφαλείας που αφορούν ολόκληρο το έργο, β) να τηρεί, σύμφωνα με τους κανόνες της επιστήμης και της τέχνης, τις οδηγίες του επιβλέποντος, όπως προβλέπονται στο άρθρο 7 του εν λόγω νόμου και γ) να εφαρμόζει, σύμφωνα με τους κανόνες της επιστήμης και της τέχνης, τη μελέτη μέτρων ασφαλείας, που ορίζεται στο άρθρο 6 του εν λόγω νόμου.
Ακόμη, σύμφωνα με τα άρθρα 1 και 21 παρ.1 του π.δ. 778/1980, που εφαρμόζονται επί εργασιών ανέγερσης, κατεδάφισης, επισκευής, διακόσμησης, χρωματισμού οικοδομών, ως και των πάσης φύσεως μεταλλικών, μηχανουργικών, μηχανολογικών και ηλεκτρονικών εργασιών, που εκτελούνται σε αυτές, οι εγκαταστάσεις ή διατάξεις ασφαλείας πρέπει να κατασκευάζονται έτσι, ώστε να αντιστοιχούν στην προς εκτέλεση εργασία και να διασφαλίζουν τον εργαζόμενο από τους κινδύνους, τους οποίους διατρέχει κατά την εκτέλεσή της.
Από τις διατάξεις αυτές συνάγεται ότι η υποχρέωση ως προς τη λήψη και τήρηση των κατά νόμο μέτρων ασφαλείας και, κατά συνέπεια, η ευθύνη έναντι των εργαζομένων που απασχολούνται σε οικοδομικό έργο ή τρίτων προσώπων, σε περίπτωση ατυχήματος οφειλομένου σε παράλειψη ως προς τα μέτρα αυτά, βαρύνει, κατ' αρχήν, το πρόσωπο που αναλαμβάνει την εκτέλεση ολοκλήρου του έργου, ως εργολάβος.
Στην περίπτωση αυτή, ο κύριος του έργου, ως εργοδότης (ΑΚ 681, 688 έως 691 και 698) δεν υπέχει ευθύνη, εκτός εάν επιφύλαξε για τον εαυτό του, ρητώς ή σιωπηρώς, τη διεύθυνση και την επίβλεψη της εκτέλεσης του έργου και, μάλιστα, το δικαίωμα παροχής οδηγιών προς τον εργολάβο, οπότε αυτός θεωρείται ότι βρίσκεται προς τον εργοδότη σε σχέση πρόστησης (ΑΚ 922), επί της οποίας θεμελιώνεται η εις ολόκληρον ευθύνη του τελευταίου (ΑΠ 374/2018, ΑΠ 1158/2012, ΑΠ 1210/2006).
6.Με τη διάταξη του άρθρου 559 αρ.20 ΚΠολΔ ορίζεται ότι αναίρεση επιτρέπεται και εάν το δικαστήριο παραμόρφωσε το περιεχόμενο εγγράφου με το να δεχθεί πραγματικά γεγονότα προφανώς διαφορετικά από εκείνα που αναφέρονται στο έγγραφο αυτό. Ο ανωτέρω αναιρετικός λόγος ιδρύεται μόνο όταν το δικαστήριο της ουσίας υπέπεσε, ως προς το έγγραφο, σε διαγνωστικό λάθος, αναγόμενο στην ανάγνωση του εγγράφου, με την παραδοχή ότι περιέχει περιστατικά προδήλως διαφορετικά από εκείνα που πράγματι το έγγραφο αυτό περιελάμβανε, όχι δε και όταν από το περιεχόμενο του εγγράφου, το οποίο σωστά ανέγνωσε, συνάγει αποδεικτικό πόρισμα διαφορετικό από εκείνο που ο αναιρεσείων θεωρεί ορθό.
Στην τελευταία περίπτωση πρόκειται για παράπονο αναφερόμενο στην εκτίμηση πραγματικών γεγονότων, που εκφεύγει, κατά το άρθρο 561 παρ.1 του ιδίου Κώδικα, του αναιρετικού ελέγχου. Για να θεμελιωθεί, όμως, ο λόγος αυτός δεν αρκεί μόνο η εσφαλμένη ανάγνωση του εγγράφου, αλλά απαιτείται επιπλέον το δικαστήριο της ουσίας να έχει στηρίξει το αποδεικτικό του πόρισμα επί του ουσιώδους ισχυρισμού, προς απόδειξη ή ανταπόδειξη του οποίου χρησιμοποιήθηκε το έγγραφο, αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο στο έγγραφο αυτό, το περιεχόμενο του οποίου φέρεται ότι παραμορφώθηκε, όχι δε και όταν το έχει απλώς συνεκτιμήσει με άλλα αποδεικτικά έγγραφα, χωρίς να εξαίρει το έγγραφο, αναφορικά με το πόρισμα στο οποίο κατέληξε για την ύπαρξη ή μη του αποδεικτέου γεγονότος (ΟλΑΠ 2/2008).
7.Στην προκειμένη περίπτωση, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο προκειμένου να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα ότι δεν υπέχει ευθύνη η δεύτερη εναγομένη εταιρία (ήδη δεύτερη αναιρεσίβλητη) για την επέλευση του εργατικού ατυχήματος και τον, συνεπεία αυτού, θανάσιμο τραυματισμό του συγγενούς των εναγόντων (ήδη αναιρεσειόντων), δέχθηκε, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, τα ακόλουθα:
Ότι την 17-5-2010 καταρτίσθηκε εργολαβική σύμβαση μεταξύ (όπως σαφώς προκύπτει από τις παραδοχές) του πρώτου εναγομένου (Α. Β. ), ο οποίος διατηρεί ατομική επιχείρηση με αντικείμενο δραστηριότητας την κατασκευή τεχνικών έργων και έδρα το … , και της δεύτερης εναγομένης ανώνυμης εταιρίας, η οποία διατηρεί εργοστάσιο στο 5ο χιλιόμετρο της επαρχιακής οδού … .
Ότι, ειδικότερα, συμφωνήθηκε η αποξήλωση των ψαλιδιών, μηκίδων και τεγίδων της νέας αποθήκης, που βρίσκεται εντός του χώρου του εργοστασίου της δεύτερης εναγομένης, στη… , αντί συμφωνηθείσας αμοιβής ποσού 5.900 ευρώ. Ότι, σύμφωνα με την προαναφερόμενη σύμβαση, ο Α. Β. ανέλαβε την υποχρέωση να εκτελέσει τις προαναφερόμενες εργασίες, σύμφωνα με τους κανόνες της επιστήμης και της τέχνης, τις οδηγίες του εργοδότη- δεύτερης εναγομένης, να εκτελέσει το έργο με δικά του συνεργεία, αποτελούμενα από εργάτες- τεχνίτες διαφόρων ειδικοτήτων, να λαμβάνει τα απαραίτητα μέτρα προστασίας των εργαζομένων του, των υπεργολάβων του και των λοιπών εργαζομένων στο έργο, το οποίο όφειλε να παραδώσει μέχρι και την 19 Μαΐου 2010, ήτοι εντός δύο ημερών.
Ότι από όλα τα ανωτέρω αποδεικνύεται ότι η δεύτερη εναγομένη δεν είχε επιφυλάξει για τον εαυτό της το δικαίωμα συνεπίβλεψης του έργου, ως ευχερώς προκύπτει από το ως άνω από 17-5-2010 ιδιωτικό συμφωνητικό. Ότι, ειδικότερα, προέκυψε ότι η δεύτερη εναγομένη ανέθεσε με εντολή της την εκτέλεση του έργου στον πρώτο εναγόμενο με σύμβαση μίσθωσης έργου, χωρίς να επιφυλάξει για τον εαυτό της τη διεύθυνση και επίβλεψη αυτού, ούτως ώστε να θεμελιώνεται ευθύνη της ως προστήσασα τον υπαίτιο εργολάβο.
Ότι, άλλωστε, η ίδια, όπως αποδείχθηκε, δεν είχε αναθέσει σε υπάλληλό της ή σε άλλο μηχανικό την επίβλεψη του έργου, γεγονός που έμμεσα ενισχύει την άποψη ότι ο πρώτος είχε αναλάβει τη διεύθυνση του έργου, χωρίς να ευθύνεται η δεύτερη εναγομένη ως προστήσασα για τις παράνομες πράξεις ή παραλείψεις του εργολάβου.
Ότι ο μη εφοδιασμός αυτής με σχετική άδεια κατεδάφισης, επισύρει πιθανόν διοικητικές ή ποινικές κυρώσεις, πλην όμως δεν τελεί σε αιτιώδη συνάφεια μεταξύ του ζημιογόνου γεγονότος και του επιζήμιου αποτελέσματος, δεδομένου ότι η πράξη ή παράλειψη της δεύτερης εναγομένης δεν ήταν επαρκώς ικανή (πρόσφορη) να επιφέρει το επιζήμιο αποτέλεσμα στη συγκεκριμένη περίπτωση.
Ότι, συνεπώς, "η δεύτερη εναγομένη δεν είχε διατηρήσει το δικαίωμα εργολαβίας και ως εκ τούτου δεν ευθύνεται για το ένδικο ατύχημα", ο δε σχετικός λόγος έφεσης των εναγόντων πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος, όπως ορθώς κρίθηκε πρωτοδίκως. Όμως, όπως προκύπτει από την με ημερομηνία 17-5-2010 σύμβαση υπεργολαβίας, που με επίκληση προσκομίζεται από τους αναιρεσείοντες, στο μεν άρθρο 1 παρ.1.2 αυτής ορίζεται ότι "Όλες οι εργασίες θα εκτελεσθούν σύμφωνα με τους κανόνες της επιστήμης και της τέχνης, τις οδηγίες του εργοδότη και τα συμβατικά στοιχεία της παρούσας...", στο δε άρθρο 4 παρ.4.2 και 4.3 αυτής ορίζεται ότι "Το προσωπικό που θα απασχολήσει ο υπεργολάβος για το αντικείμενο της παρούσας, ανεξαρτήτως ειδικότητας, πρέπει να είναι ικανό, ειδικευμένο, έμπιστο, συνεργάσιμο, να έχει όλα τα προσόντα και τις προϋποθέσεις που προβλέπονται από την ελληνική νομοθεσία και τους σχετικούς κανονισμούς και να συμμορφώνεται με τις οδηγίες και υποδείξεις των υπευθύνων του εργοδότη [...].
Ο υπεργολάβος είναι υπεύθυνος για τη συμπεριφορά του προσωπικού του προς τον εργοδότη/ κύριο του έργου ή προς οποιονδήποτε τρίτο. Σε περίπτωση που το προσωπικό, το οποίο απασχολεί ο υπεργολάβος, δίνει αφορμές για δικαιολογημένα παράπονα, ο υπεργολάβος υποχρεούται να ελέγχει τα εν λόγω παράπονα και να λαμβάνει τα κατάλληλα μέτρα, ακόμη και να αντικαθιστά το προσωπικό αυτό με άλλο της αυτής ειδικότητας.
Δικαίωμα απομάκρυνσης και αντικατάστασης οποιουδήποτε μέλους του προσωπικού έχει και ο εργοδότης σε περίπτωση που διαπιστώσει ότι το συγκεκριμένο μέλος δεν ανταποκρίνεται στους όρους και το σκοπό της παρούσας σύμβασης". Κατά συνέπεια, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, με το να δεχθεί τα ανωτέρω, παραμόρφωσε το περιεχόμενο του πιο πάνω εγγράφου, το οποίο εξήρε στο σκεπτικό του και επί του οποίου κυρίως βάσισε την κρίση του, δεχθέν ότι η δεύτερη εναγομένη δεν επιφύλαξε για τον εαυτό της τη διεύθυνση και επίβλεψη της εκτέλεσης του έργου δια της παροχής οδηγιών προς τον (υπ)εργολάβο και, ως εκ τούτου, δεν θεμελιώνεται ευθύνη αυτής ως προστήσασα τον (υπ)εργολάβο, ενώ, σύμφωνα με τα προαναφερόμενα, γίνεται ρητή αναφορά στην επίμαχη σύμβαση υπεργολαβίας ότι ο εργοδότης επιφύλαξε για τον εαυτό του το δικαίωμα της παροχής εντολών και οδηγιών για την εκτέλεση του έργου.
Επομένως, ο περί τούτου πρώτος λόγος της αίτησης, κατά το μέρος που αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ.20 ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι παραμόρφωσε το περιεχόμενο του από 17-5-2010 ιδιωτικού συμφωνητικού σύμβασης υπεργολαβίας, δεχόμενη πραγματικά γεγονότα προφανώς διαφορετικά από τα αναφερόμενα σε αυτό, είναι βάσιμος.
Μετά την παραδοχή του λόγου αυτού, η αναιρετική εμβέλεια του οποίου καλύπτει το σύνολο του κεφαλαίου που αφορά την απόρριψη της αγωγής ως προς τη δεύτερη εναγομένη, καθίσταται αλυσιτελής η εξέταση του ίδιου (πρώτου λόγου) κατά το υπόλοιπο μέρος του, με το οποίο προβάλλονται πλημμέλειες από τους αριθμούς 1, 8, 11 και 12 του άρθρου 559 ΚΠολΔ.
8.Στο άρθρο 25 παρ.1 του Συντάγματος, όπως αυτό ισχύει μετά την αναθεώρησή του με το από 6/17-4-2001 Ψήφισμα της Ζ' Αναθεωρητικής Βουλής των Ελλήνων, ορίζεται ότι "Τα δικαιώματα του ανθρώπου ως ατόμου και ως μέλους του κοινωνικού συνόλου και η αρχή του κοινωνικού κράτους δικαίου τελούν υπό την εγγύηση του Κράτους.
Όλα τα κρατικά όργανα υποχρεούνται να διασφαλίζουν την ανεμπόδιστη και αποτελεσματική άσκησή τους. Τα δικαιώματα αυτά ισχύουν και στις σχέσεις μεταξύ ιδιωτών στις οποίες προσιδιάζουν. Οι κάθε είδους περιορισμοί που μπορούν κατά το Σύνταγμα να επιβληθούν στα δικαιώματα αυτά, πρέπει να προβλέπονται είτε απευθείας από το Σύνταγμα είτε από το νόμο, εφόσον υπάρχει επιφύλαξη υπέρ αυτού και να σέβονται την αρχή της αναλογικότητας".
Σύμφωνα με την αληθινή έννοια των διατάξεων αυτών, όπως αποτυπώθηκε ερμηνευτικά στην απόφαση της ΟλΑΠ 9/2015, στην "αρχή της αναλογικότητας" προσδόθηκε ρητώς "συνταγματική υφή" έτσι, ώστε στο πλαίσιο του κράτους δικαίου η απόλαυση των ατομικών δικαιωμάτων ενός προσώπου να μην περιορίζεται, ούτε από την κρατική εξουσία ούτε από τη δικαιοδοτική λειτουργία, περισσότερο από όσο είναι αναγκαίο για την προστασία είτε των δημοσίων συμφερόντων είτε των ατομικών δικαιωμάτων άλλου προσώπου.
Ειδικότερα, όταν τα δικαστήρια επιλαμβάνονται ιδιωτικών διαφορών, πρέπει να εφαρμόζουν τις προσήκουσες διατάξεις ουσιαστικού δικαίου υπό το πρίσμα της αρχής της αναλογικότητας. Με άλλα λόγια, πρέπει να επιλύουν τις ιδιωτικές διαφορές με τρόπο που να εξασφαλίζει μία δίκαιη ισορροπία ανάμεσα στα αντιτιθέμενα συμφέροντα, χάριν αποτελεσματικής προστασίας των εκατέρωθεν θεμελιωδών δικαιωμάτων.
Πράγμα που σημαίνει ότι το είδος ή τα μέσα του δικαστικού καταναγκασμού και οι έννομες συνέπειες, που από αυτόν επέρχονται υπέρ του δικαιούχου ή σε βάρος του υποχρέου, πρέπει να είναι α) πρόσφορα, ήτοι απολύτως κατάλληλα για την πραγμάτωση του επιδιωκόμενου σκοπού, β) αναγκαία, ήτοι να τηρούν το μέτρο, σε σχέση με άλλα δυνάμενα να ληφθούν μέσα δικαστικού καταναγκασμού, το οποίο επιφέρει τον ελάχιστο δυνατό περιορισμό των δικαιωμάτων του διαδίκου σε βάρος του οποίου απαγγέλλονται και γ) αναλογικά, ήτοι να τελούν σε ανεκτή σχέση με τον επιδιωκόμενο σκοπό, προκειμένου η ωφέλεια που επιφέρουν στο δικαιούχο να μην υπολείπεται της βλάβης που προκαλούν στον υπόχρεο.
Η εκ μέρους του δικαστηρίου της ουσίας παραβίαση της αρχής της αναλογικότητας, που εκδηλώνεται και με την εκ μέρους αυτού υπέρβαση των ακραίων ορίων της διακριτικής του ευχέρειας, όπου αυτή προβλέπεται, ελέγχεται ευθέως ως αναιρετική πλημμέλεια σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 559 αρ.1 ή/και αρ.19 ΚΠολΔ.
9.Στο άρθρο 932 εδ. α' ΑΚ ορίζεται ότι "Σε περίπτωση αδικοπραξίας, ανεξάρτητα από την αποζημίωση για την περιουσιακή ζημία, το δικαστήριο μπορεί να επιδικάσει εύλογη κατά την κρίση του χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης", στο δε εδ. γ' του ίδιου άρθρου ορίζεται ότι "Σε περίπτωση θανάτωσης προσώπου, η χρηματική αυτή ικανοποίηση μπορεί να επιδικαστεί στην οικογένεια του θύματος, λόγω ψυχικής οδύνης".
Οι διατάξεις αυτές αποβλέπουν σε μία υπό ευρεία έννοια αποκατάσταση ενός προσώπου για την ηθική βλάβη (ανεξάρτητα από την αντίστοιχη περιουσιακή), η οποία επήλθε σε αυτό από την αδικοπρακτική συμπεριφορά ενός άλλου προσώπου έτσι, ώστε ο δικαιούχος να απολαύσει μία επαρκή ανακούφιση του συναισθηματικού βάρους, το οποίο προκάλεσε σε αυτόν η αδικοπραξία.
Παράλληλα, όμως, οι ίδιες διατάξεις οριοθετούν την αποκατάσταση στο κατά την αντικειμενική κρίση του δικαστηρίου "εύλογο" μέτρο, αποβλέποντας στο να μην "εμπορευματοποιείται η προσβληθείσα ηθική αξία", με την έννοια ότι η αξία αυτή δεν πρέπει ούτε να συρρικνώνεται, αλλά ούτε και να "επεκτείνεται υπέρμετρα" ως προς το ύψος της χρηματικής ικανοποίησης, με αφορμή το γεγονός ότι πρόκειται για "βλάβη ηθική", ήτοι τοιαύτης φύσεως που, ενώ "δεν μπορεί να αποτιμηθεί επακριβώς σε χρήμα", είναι ευεπίφορη σε υποκειμενική στάθμιση (οι εντός εισαγωγικών περικοπές είναι από σκέψη της ΟλΑΠ 9/2015).
Η εκ μέρους του δικαστηρίου της ουσίας αναζήτηση του ποσού, το οποίο σε συγκεκριμένη περίπτωση πρέπει να θεωρηθεί "εύλογο" ως χρηματική ικανοποίηση της ηθικής βλάβης συγκεκριμένου δικαιούχου, γίνεται με τη συνεκτίμηση μίας σειράς από περιστάσεις, οι οποίες, χωρίς να είναι αναγκαίο να προβληθούν μία προς μία από τους διαδίκους, προκύπτουν από το σύνολο των αποδεικτικών στοιχείων που αυτοί επικαλούνται και προσκομίζουν.
Τέτοιες περιστάσεις είναι, κυρίως και ενδεικτικώς, το είδος και η βαρύτητα της ηθικής προσβολής, η προσωπική, κοινωνική και περιουσιακή κατάσταση των μερών, η βαρύτητα του πταίσματος του υπαιτίου (στο μέτρο που επηρεάζει την ένταση της ηθικής βλάβης του δικαιούχου), η βαρύτητα του τυχόν συντρέχοντος πταίσματος του παθόντος (που λειτουργεί διαφορετικά στην περίπτωση της χρηματικής ικανοποίησης, από ότι στην αξίωση αποκατάστασης της περιουσιακής ζημίας, πρβλ.
ΟλΑΠ 1115/1986), οι ειδικότερες συνθήκες τέλεσης της συγκεκριμένης αδικοπραξίας κλπ. Οι περιστάσεις αυτές πρέπει να οδηγήσουν το δικαστήριο στο σχηματισμό τής, κατά το άρθρο 932 ΑΚ, κρίσης ως προς το "εύλογο" της χρηματικής ικανοποίησης που πρέπει να επιδικάσει, με χρήση της διακριτικής ευχέρειας που παρέχει προς αυτό ο νόμος.
Κατά τη χρήση, όμως, της ευχέρειας αυτής, το δικαστήριο δεν νομιμοποιείται να κινηθεί ανεξέλεγκτα, υπακούοντας μόνο στις υποκειμενικές αντιλήψεις του δικάζοντος δικαστή, αλλά οφείλει να εφαρμόσει το μέτρο που αντικειμενικά θα εφάρμοζε και ο νομοθέτης, αν έθετε ο ίδιος τον κανόνα αποκατάστασης της ηθικής βλάβης στην ατομική περίπτωση, σύμφωνα με την αρχή της αναλογικότητας.
Ως εκ τούτου, η ως προς το "εύλογο" κρίση του δικαστηρίου της ουσίας δεν πρέπει να υπερβαίνει τα όρια, τα οποία, σύμφωνα με τις κατ' ιδίαν περιστάσεις (ως προς τις οποίες και μόνο, οι παραδοχές του παραμένουν αναιρετικώς ανέλεγκτες), διαπιστώνονται σε συνδυασμό με τα διδάγματα της κοινής πείρας και λογικής και την περί δικαίου συνείδηση του μέσου κοινωνικού ανθρώπου σε ορισμένο τόπο και χρόνο, όπως τα όρια αυτά αποτυπώνονται στη συνήθη πρακτική των δικαστηρίων (ΟλΑΠ 9/2015).
Η υπέρβαση των κατά τα ανωτέρω ακραίων ορίων της διακριτικής ευχέρειας του δικαστηρίου της ουσίας ελέγχεται αναιρετικώς για ευθεία ή εκ πλαγίου παράβαση κανόνος δικαίου (ΚΠολΔ 559 αρ.1 ή/και αρ.19).
10.Στην προκείμενη περίπτωση, το Μονομελές Εφετείο Λάρισας, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη 393/2017 απόφασή του, πέραν των όσων ήδη αναφέρθηκαν σε σχέση με την καταρτισθείσα μεταξύ των εναγομένων σύμβαση υπεργολαβίας, δέχθηκε τα εξής ουσιώδη ως προς τις συνθήκες του βιοτικού συμβάντος που συγκροτεί το ένδικο εργατικό ατύχημα:
Ότι την 18-5-2010, ο Α.Β. (πρώτος εναγόμενος) προσήλθε στις εγκαταστάσεις της δεύτερης εναγομένης μαζί με το συνεργείο του, αποτελούμενο από τέσσερα άτομα, που ήταν το μόνιμο προσωπικό του και επειδή το έργο έπρεπε να ολοκληρωθεί σε σύντομο χρονικό διάστημα, απασχολήθηκαν στην εκτέλεση αυτού, πλην του μονίμου προσωπικού, και οι D.
S. και I. S. (αδέλφια), καθώς και οι P. B. και S. E., αντί ημερομισθίου 50 ευρώ για κάθε ημέρα απασχόλησης. Ότι οι εργαζόμενοι, προκειμένου να διενεργήσουν τις αναγκαίες εργασίες, ανέβηκαν σε μία εξέδρα και από αυτήν στο πάνω μέρος της στέγης, περίπου εννέα (9) μέτρα από το έδαφος και, στη συνέχεια, στηριζόμενοι στα υπάρχοντα επ' αυτής σίδερα, αφαιρούσαν τα ψαλίδια.
Ότι είχαν αφαιρέσει ήδη τρία ψαλίδια- ζευκτά και τεγίδες, όταν ο συγγενής των εναγόντων (I. S. ), περί ώρα 18:00 περίπου, ενώ βρισκόταν στα ψαλίδια της οροφής και προσπαθούσε να αφαιρέσει την τελευταία βίδα από τις τεγίδες του αριστερού τμήματος, που συνέδεαν τα δύο ψαλίδια, αποσυνδέθηκε η τεγίδα και έπεσε, με αποτέλεσμα την πρόκληση έντονου κραδασμού και του εμπρόσθιου ψαλιδιού και ευρισκόμενος πάνω σε αυτό, χωρίς να είναι προσδεμένος ή να βρίσκεται πάνω σε εξέδρα, απώλεσε την ισορροπία του και έπεσε σε σκυροδετημένο δάπεδο, με αποτέλεσμα να υποστεί βαριές κρανιοεγκεφαλικές κακώσεις, κατάγματα θώρακος και κακώσεις κοιλίας.
Ότι μετά τον τραυματισμό του μεταφέρθηκε και νοσηλεύθηκε επί δεκαπενθήμερο στη μονάδα εντατικής θεραπείας του Πανεπιστημιακού Γενικού Νοσοκομείου … , όπου τελικά, εξαιτίας των πολλαπλών τραυμάτων που υπέστη, επήλθε ο θάνατος αυτού (την 2-6-2010). Ότι το ως άνω ατύχημα και οι εξ αυτού συνέπειες οφείλονται αποκλειστικά σε αμελή συμπεριφορά του πρώτου εναγομένου, ο οποίος πριν την έναρξη των οικοδομικών εργασιών δεν έλαβε τα απαιτούμενα προστατευτικά μέτρα για την πρόληψη ατυχημάτων, καθόσον εκτελούσαν τις εργασίες χωρίς να γίνεται χρήση ζωνών ασφαλείας ή άλλης μεθόδου ασφαλείας με αγκύρωση, όπως άλλωστε προκύπτει ευχερώς από την … έκθεση αυτοψίας που διενεργήθηκε από τους τεχνικούς επιθεωρητές του Υπουργείου Εργασίας και Κοινωνικής Ασφάλισης.
Ότι, ειδικότερα, παρέλειψε να λάβει οποιοδήποτε μέτρο ασφαλείας για την αποφυγή ατυχήματος και δη πτώσης κάποιου εργαζομένου από ύψος, με τη χρήση εξέδρας ή δικτύων προστασίας ή ζωνών ασφαλείας ή άλλης μεθόδου ασφαλείας με αγκύρωση, ούτε έλαβε τα απαραίτητα μέτρα, δεδομένου ότι οι εργασίες αποξήλωσης της μεταλλικής στέγης θα έπρεπε να γίνουν σε μεγάλο ύψος και υπήρχε κίνδυνος πτώσης για τους εργαζομένους.
Ότι η ανωτέρω συμπεριφορά του πρώτου εναγομένου συνιστά παράβαση νομικών διατάξεων επιτακτικού χαρακτήρα, που προβλέπονται από τις σχετικές με τη λήψη μέτρων ασφαλείας στους χώρους εργασίας διατάξεις και φανερώνει έλλειψη καταβολής της επιμέλειας του μέσου συνετού ανθρώπου, εντός του κύκλου της επαγγελματικής του δραστηριότητας, αντικειμενικά και αφηρημένα λαμβανόμενης και εμπίπτει στην έννοια της αμέλειας.
Ότι αποδείχθηκε, περαιτέρω, ότι ο θανών, ο οποίος γεννήθηκε την 21-2-1986, ήταν υιός των δύο πρώτων εναγόντων (γεννηθέντων την 22-8-1942 και 20-2-1953, αντίστοιχα), αδελφός των τρίτου έως και έκτης (γεννηθέντων την 21-2-1978, 29-9-1980, 22-5-1984 και 9-7-1988, αντίστοιχα) και εγγονός της έβδομης των εναγόντων, γεννηθείσας την 12-4-1923 (ως προς την οποία δεν ερευνάται η υπόθεση).
Ότι οι ενάγοντες, κάτοικοι … , κατά το χρόνο του ατυχήματος, συνδέονταν στενά με τον θανόντα με αμοιβαίες σχέσεις στοργής και αγάπης, ο δε βίαιος και αιφνίδιος θάνατός του άφησε σε όλα τα μέλη της οικογένειάς του δυσαναπλήρωτο κενό. Ότι, εξαιτίας του θανάτου του, οι ενάγοντες υπέστησαν ψυχική οδύνη, για την άμβλυνση της οποίας και προς ανακούφιση της ηθικής δοκιμασίας τους, πρέπει να τους επιδικασθεί εύλογη χρηματική ικανοποίηση.
Ότι το ύψος του ποσού της χρηματικής ικανοποίησης, λόγω ψυχικής οδύνης, λαμβανομένων υπόψη των συνθηκών και περιστάσεων υπό τις οποίες έλαβε χώρα το ατύχημα, του βαθμού του πταίσματος του υπαιτίου, λόγω της μη λήψης μέτρων αποφυγής του ατυχήματος, της έλλειψης οποιασδήποτε υπαιτιότητας του θανόντος στην επέλευση του θανάτου του, της εγγύτητας της συγγένειας και του στενού οικογενειακού δεσμού που διατηρούσαν με αυτόν, της ηλικίας των εναγόντων και του θανόντος, της κοινωνικής και οικονομικής κατάστασης των διαδίκων (που είναι η συνήθης, αφού δεν γίνεται επίκληση ιδιαίτερης περιουσίας ή εισοδημάτων), πρέπει να ορισθεί στο ποσό των 45.000 ευρώ για καθένα από τους γονείς και στο ποσό των 30.000 ευρώ για καθένα από τα τέσσερα αδέλφια (πλέον ενός ποσού 44 ευρώ για καθένα των τριών πρώτων εναγόντων, για να ασκηθεί η αντίστοιχη αξίωση ενώπιον του αρμοδίου ποινικού δικαστηρίου).
Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο απέρριψε ως ουσία αβάσιμες τις αντίθετες εφέσεις των διαδίκων (εναγόντων και πρώτου εναγομένου), επικυρώνοντας κατά τούτο την εκεί εκκαλουμένη απόφαση, που είχε αποφανθεί ομοίως.
11.Με την κρίση αυτή, το Μονομελές Εφετείο Λάρισας, καθορίζοντας τη χρηματική ικανοποίηση, λόγω ψυχικής οδύνης, για τους γονείς και τα αδέλφια του θανόντος στα ποσά που αναφέρθηκαν πιο πάνω, δεν παραβίασε την αρχή της αναλογικότητας ως προς το ύψος των ποσών που επιδικάσθηκαν και ως προς την ισορροπία που η επιδίκασή τους πρέπει να εξασφαλίζει ανάμεσα στο όφελος του δικαιούχου και στο βάρος του υποχρέου και δεν υπερέβη τα ακραία όρια της διακριτικής του ευχέρειας, αφού τα εν λόγω ποσά, κατά την κοινή πείρα, την δικαστηριακή πρακτική και την περί δικαίου συνείδηση, δεν υπολείπονται και μάλιστα καταφανώς των συνήθως επιδικαζόμενων σε παρόμοιες περιπτώσεις.
Συνεπώς, ο δεύτερος λόγος της αίτησης, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ.1 ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι παραβίασε ευθέως τις διατάξεις των άρθρων 932 ΑΚ και 25 παρ.1 του Συντάγματος, είναι αβάσιμος.
12.Σύμφωνα με τις σκέψεις αυτές και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος αναίρεσης, πρέπει, κατά παραδοχή του ως άνω από τον αριθμό 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ μέρους του πρώτου λόγου της αίτησης, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση κατά το μέρος που έκρινε ότι η δεύτερη εναγομένη δεν ευθύνεται για το ένδικο εργατικό ατύχημα και επικύρωσε την πρωτόδικη απόφαση κατά τη διάταξή της που απέρριψε ως ουσία αβάσιμη την ένδικη αγωγή των έξι πρώτων εναγόντων και ήδη έξι πρώτων αναιρεσειόντων ως προς τη δεύτερη εναγομένη εταιρία και ήδη δεύτερη αναιρεσίβλητη και να παραπεμφθεί η υπόθεση, κατά το αναιρεθέν μέρος, προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, του οποίου είναι εφικτή η συγκρότηση από άλλο δικαστή, εκτός από εκείνον που δίκασε προηγουμένως (ΚΠολΔ 580 παρ.3), ενώ πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης των έξι πρώτων αναιρεσειόντων ως προς τον πρώτο αναιρεσίβλητο. Τέλος, πρέπει να καταδικασθεί η δεύτερη αναιρεσίβλητη στη μερική πληρωμή των δικαστικών εξόδων των έξι πρώτων αναιρεσειόντων, που παραστάθηκαν και οι εξ αυτών 1ος, 2η, 3ος και 6η κατέθεσαν προτάσεις, κατά το μέρος της ήττας της (ΚΠολΔ 178 παρ.1, 183 και 191 παρ.2), ενώ για τον πρώτο αναιρεσίβλητο, ο οποίος δεν παραστάθηκε στην αναιρετική δίκη, δεν τίθεται ζήτημα επιβολής δικαστικών εξόδων σε βάρος των ηττηθέντων ως προς αυτόν αναιρεσειόντων.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Κηρύσσει ματαιωμένη τη συζήτηση της από 20-1-2019 και με αριθμό κατάθεσης 4/28-1-2019 αίτησης αναίρεσης ως προς την έβδομη αναιρεσείουσα Ζ. Σ. του Ζ. και τον πρώτο αναιρεσίβλητο Α. Β.
Διατάσσει το χωρισμό της υπόθεσης όσον αφορά την ως άνω έβδομη αναιρεσείουσα κατά τα λοιπά.
Κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση της από 20-1-2019 και με αριθμό κατάθεσης 4/28-1-2019 αίτησης αναίρεσης ως προς την ως άνω έβδομη αναιρεσείουσα, κατά το μέρος που στρέφεται κατά της δεύτερης αναιρεσίβλητης ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "… ".
Απορρίπτει την από 20-1-2019 και με αριθμό κατάθεσης 4/28-1-2019 αίτηση αναίρεσης των έξι πρώτων αναιρεσειόντων ως προς τον πρώτο αναιρεσίβλητο Α. Β.
Αναιρεί την 393/2017 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Λάρισας, κατά το μέρος που αναφέρεται στο σκεπτικό της παρούσας απόφασης.
Παραπέμπει την υπόθεση, κατά το αναιρεθέν μέρος, στο ίδιο δικαστήριο, του οποίου είναι εφικτή η συγκρότηση από άλλο δικαστή, προς περαιτέρω εκδίκαση.
Καταδικάζει τη δεύτερη αναιρεσίβλητη στην πληρωμή χιλίων διακοσίων (1.200) ευρώ, για μέρος των δικαστικών εξόδων των έξι πρώτων αναιρεσειόντων.
Κρίθηκε, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, την 24η Ιουνίου 2020. -Και
Δημοσιεύθηκε σε έκτακτη, δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, την 30η Ιουνίου 2020.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ