Supreme Court dismisses appeal against final judgment in voluntary enforcement case, upholding bank's seizure rights.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the National Bank of Greece's appeal against a final judgment from the Peace Court of Naxos regarding the seizure of a debtor's property. The court held that the lower court correctly applied the combined criteria of income and living needs to determine the monthly payment amount, rather than strictly adhering to the 80% value threshold. Consequently, the appeal was rejected as baseless, and the appeal bond was returned to the state treasury.
Legislator headnote
AI generatedArticles 8(2) and 9(2) of Law 3869/2010; The Supreme Court must evaluate both the debtor's income and living needs alongside the objective value of the primary residence when determining monthly payments, rejecting the argument that the 80% value limit is absolute.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1103 / 2023 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1103/2023
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μυρσίνη Παπαχίου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γεωργία Κατσιμαγκλή, Ασπασία Μεσσηνιάτη - Γρυπάρη, Αλεξάνδρα Αποστολάκη και Σωκράτη Πλαστήρα, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 27 Ιανουαρίου 2023, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ ΑΕ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία δεν παραστάθηκε.
Του αναιρεσιβλήτου: Ε. Β. του Γ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Ειρήνη Θεοχάρη με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 9-7-2013 αίτηση του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Νάξου.
Εκδόθηκε η 138/2015 απόφαση του Ειρηνοδικείου Νάξου, την αναίρεση της οποίας ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 29-12-2020 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγητή τον Αρεοπαγίτη Σωκράτη Πλαστήρα, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκε μόνο ο αναιρεσίβλητος όπως σημειώνεται πιο πάνω.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 577 του ΚΠολΔ "το δικαστήριο πρώτα συζητεί για το παραδεκτό της αναίρεσης" (παρ. 1). Αν η αναίρεση δεν ασκήθηκε νόμιμα ή λείπει κάποια προϋπόθεση για να είναι παραδεκτή, ο Άρειος Πάγος την απορρίπτει και αυτεπαγγέλτως, (παρ. 2). Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι το εμπρόθεσμο της ασκηθείσας αναίρεσης αποτελεί προϋπόθεση του παραδεκτού αυτής, τη συνδρομή της οποίας εξετάζει ο Άρειος Πάγος και αυτεπαγγέλτως, με βάση τα υποβληθέντα αποδεικτικά έγγραφα στοιχεία της δικογραφίας.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 553 παρ. 1 του ΚΠολΔ, "αναίρεση επιτρέπεται μόνο κατά των αποφάσεων που δεν μπορούν να προσβληθούν με ανακοπή ερημοδικίας και έφεση...", ενώ κατά τη διάταξη του άρθρου 321 του ίδιου Κώδικα "όσες οριστικές αποφάσεις των πολιτικών δικαστηρίων δεν μπορούν να προσβληθούν με ανακοπή ερημοδικίας και έφεση είναι τελεσίδικες και αποτελούν δεδικασμένο".
Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι για να προσβληθεί με το ένδικο μέσο της αναίρεσης απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου (πολιτικού), που εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων, πρέπει να είναι τελεσίδικη. Η πρωτόδικη απόφαση, η οποία υπόκειται σε έφεση γίνεται τελεσίδικη για κάποια αιτία που έχει επέλθει π.χ.
διότι έχει παρέλθει η προθεσμία για έφεση ή διότι ο διάδικος έχει παραιτηθεί, από την έφεση που επρόκειτο να γίνει ή διότι αυτός έχει παραιτηθεί από το δικόγραφο της γενόμενης έφεσης, εφόσον στην τελευταία περίπτωση δεν υπάρχει πλέον προθεσμία προς άσκησή της. Ο διάδικος, έτσι, δεν υποχρεούται να διέλθει η υπόθεσή του και τους δύο βαθμούς δικαιοδοσίας, αλλά μπορεί να προσβάλει απευθείας με αναίρεση την απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, μόλις αυτή καταστεί τελεσίδικη, κατά τους άνω τρόπους (Ολ.ΑΠ 1113/1986, ΑΠ 460/2022, ΑΠ 330/2022, ΑΠ 788/2021).
Κατά το άρθρο 518 παρ. 2 του ΚΠολΔ, όπως ίσχυε πριν την τροποποίησή του με το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του ν. 4335/2015, αν δεν επιδοθεί η απόφαση, η προθεσμία της έφεσης είναι τρία χρόνια, που αρχίζει από τη δημοσίευση της απόφασης που περατώνει τη δίκη. Μετά δε την ως άνω τροποποίηση του άρθρου αυτού, η καταχρηστική προθεσμία της έφεσης ορίστηκε σε δύο έτη.
Από τη μεταβατική διάταξη του άρθρου ένατου, άρθρο 1 παρ.2 του ν. 4335/2015, που ορίζει ότι "οι διατάξεις για τα ένδικα μέσα και τις ειδικές διαδικασίες των άρθρων 591 - 645 εφαρμόζονται για τα κατατιθέμενα από 1-1-2016 ένδικα μέσα και αγωγές, ενώ στην παρ. 4 του ίδιου άρθρου ορίζεται ότι "κατά τα λοιπά, εφόσον δεν ορίζεται διαφορετικά σε επιμέρους διατάξεις, η ισχύς του νόμου αυτού αρχίζει από 1-1-2016", σε συνδυασμό με τη διάταξη του άρθρου 24 παρ.1 Εισ.Ν.
του ΚΠολΔ που ορίζει ότι το παραδεκτό των ενδίκων μέσων, το παραδεκτό των προβαλλόμενων λόγων και ο χρόνος άσκησης κρίνονται σύμφωνα με το νόμο που ισχύει κατά το χρόνο που δημοσιεύεται η απόφαση, προκύπτει ότι ως προς τις δημοσιευόμενες πριν την έναρξη ισχύος του ν. 4335/2015 αποφάσεις, που είχαν εκδοθεί αντιμωλία των διαδίκων και δεν είχαν επιδοθεί και καταστεί τελεσίδικες ή αμετάκλητες, εξακολουθεί να ισχύει η τριετής καταχρηστική προθεσμία προσβολής τους με έφεση ή αναίρεση (Ολ.ΑΠ 10/2018, ΑΠ 254/2022, ΑΠ 460/2022, ΑΠ 817/2020, ΑΠ 111/2019).
Κατά συνέπεια, εφ` όσον πρόκειται για απόφαση που δημοσιεύτηκε πριν την έναρξη ισχύος του ν. 4335/2015, αν αυτή δεν επιδοθεί, η προθεσμία της έφεσης σύμφωνα με το άρθρο 518 παρ. 2 του ΚΠολΔ, είναι τρία χρόνια, που αρχίζει από τη δημοσίευση της απόφασης που περατώνει τη δίκη, τελειώνει δε η προθεσμία αυτή όταν παρέλθουν τα τρία χρόνια, οπότε η απόφαση, εφ` όσον δεν υπόκειται πλέον σε έφεση, γίνεται τελεσίδικη και τότε παραδεκτά προσβάλλεται με αναίρεση.
Η προθεσμία, εξ άλλου, της αναίρεσης, που ηρεμεί όσο διαρκεί η προθεσμία της έφεσης, δηλαδή αρχίζει αυτή αφού περάσει η προθεσμία της έφεσης, στην ίδια περίπτωση που δεν επιδόθηκε η πρωτόδικη απόφαση, είναι, κατά το άρθρο 564 παρ.3 του ΚΠολΔ, τρία χρόνια και αρχίζει, όπως ορίζει το άρθρο αυτό, από τη δημοσίευση της απόφασης που περατώνει τη δίκη, δηλαδή είναι συνολικά έξη (6) χρόνια, τρία για να περάσει η προθεσμία της έφεσης και να γίνει τελεσίδικη η απόφαση και άλλα τρία χρόνια από την ημέρα που η απόφαση έγινε τελεσίδικη, για να ασκηθεί μέσα στα χρόνια αυτά αναίρεση και συνολικά έξη χρόνια (ΑΠ 460/2022, ΑΠ 330/2022, ΑΠ 397/2018, ΑΠ 810/2018).
Η τριετής αυτή προθεσμία είναι καταχρηστική και η έναρξή της, σε αντίθεση με την προθεσμία της παρ. 1 του ίδιου άρθρου, δεν συνδέεται με οποιαδήποτε πρωτοβουλία ή ενέργεια του διαδίκου, συμπληρώνεται δε με την πάροδο τριών ετών από τη δημοσίευση της απόφασης, εκτός αν προηγηθεί της τριετίας επίδοση της απόφασης, οπότε η τελεσιδικία θα επέλθει με την εκπνοή της προθεσμίας της παρ.1 του ίδιου άρθρου (ΑΠ 460/2022, ΑΠ 330/2022, ΑΠ 363/2021, 1181/2019).
Στην ερευνώμενη υπόθεση, με την υπό κρίση, από 29-12-2020 (αριθμ. εκθ. κατάθ. ../2020), αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η με αριθμ. 138/2015 απόφαση του Ειρηνοδικείου Νάξου, η οποία εκδόθηκε, αντιμωλία των διαδίκων, κατά την ειδική διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας των άρθρων 739 επ. του ΚΠολΔ (με την οποία δικάζονται, σύμφωνα με το άρθρο 3 του ν. 3869/2010, οι υποθέσεις για τη ρύθμιση των οφειλών υπερχρεωμένων φυσικών προσώπων), με την οποία έγινε δεκτή κατ' ουσία η από 9-7-2013 αίτηση του αιτούντος.
Από κανένα στοιχείο της δικογραφίας δεν προκύπτει ότι η προσβαλλόμενη απόφαση κοινοποιήθηκε από την αναιρεσείουσα-καθής η αίτηση ανώνυμη τραπεζική εταιρία με την επωνυμία "Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος ΑΕ" στον αναιρεσίβλητο-αιτούντα. Εξάλλου, εφόσον η απόφαση δημοσιεύτηκε στις 29-10-2015, η τριετής καταχρηστική προθεσμία της έφεσης (άρθρ. 518 παρ. 2 του ΚΠολΔ, όπως ίσχυε) άρχισε (άρθρ. 144 παρ. 1 του ΚΠολΔ) την επομένη (30-10-2015) και έληγε στις 30-10-2018.
Την επομένη άρχισε η τριετής καταχρηστική προθεσμία της αναίρεσης (άρθρ. 564 παρ. 3 του ΚΠολΔ, όπως ίσχυε), που λήγει στις 31-10-2021. Η ένδικη αίτηση αναίρεσης έχει ασκηθεί, με την κατάθεσή της στο δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση (άρθρ. 495 παρ. 1 του ΚΠολΔ), στις 31-12-2020 δηλαδή εμπρόθεσμα, πριν την πάροδο της (καταχρηστικής) τριετούς προθεσμίας από την ως άνω ημερομηνία που κατέστη τελεσίδικη η προσβαλλόμενη απόφαση.
Συνεπώς, έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρ. 553, 556, 558, 564 αριθ. 3, όπως ίσχυε, 566 παρ. 1 του ΚΠολΔ), είναι παραδεκτή (άρθρ. 577 παρ. 1 του ΚΠολΔ) και πρέπει να εξεταστεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρ. 577 αρ. 3 ΚΠολΔ). Κατά την διάταξη του άρθρου 576 παρ. 2 του ΚΠολΔ, αν κατά την συζήτηση της αναίρεσης δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί αλλά δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος κάποιος από τους διαδίκους, ο Άρειος Πάγος ερευνά αυτεπαγγέλτως αν ο απολειπόμενος διάδικος επέσπευσε εγκύρως τη συζήτηση, οπότε συζητεί την υπόθεση σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι ή, αν τη συζήτηση επέσπευσε ο αντίδικος του απολειπόμενου διαδίκου, οπότε εξετάζει αυτεπαγγέλτως αν αυτός (απολειπόμενος διάδικος) κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα.
Αν η κλήση για συζήτηση δεν επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα, ο Άρειος Πάγος κηρύσσει απαράδεκτη την συζήτηση και η υπόθεση επαναφέρεται για συζήτηση με νέα κλήτευση. Στην αντίθετη περίπτωση, προχωρεί στη συζήτηση, παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί. Στην ερευνώμενη υπόθεση, όπως προκύπτει από τα διαδικαστικά έγγραφα της παρούσας δίκης εισάγεται για συζήτηση, για την παρούσα (27-1-2023), με επίσπευση της αναιρεσείουσας ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας, όπως εμφαίνεται από την από 17-11-2021 επισημείωση της δικαστικής επιμελήτριας Κ.
Ψ. στην επιδιδόμενη στον αναιρεσίβλητο προσβαλλόμενης απόφασης, η ως άνω, από 29-12-2020, αίτηση για αναίρεση της με αριθμ. 138/2015 απόφασης του Ειρηνοδικείου Νάξου. Κατά την εκφώνηση της υπόθεσης με την οικεία σειρά του πινακίου στην ως άνω δικάσιμο, η αναιρεσείουσα δεν εμφανίσθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου, ούτε κατέθεσε δήλωση κατ` άρθρο 242 παρ. 2 του ΚΠολΔ, που εφαρμόζεται, κατά τη διάταξη του άρθρου 573 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα και στην διαδικασία της αναιρετικής δίκης,.
Επομένως, πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση, παρά την απουσία της τελευταίας (άρθρο 576 παρ. 2 ΚΠολΔ).
Στην ερευνώμενη υπόθεση, από την παραδεκτή, κατ` άρθρο 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ, επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων, προκύπτει ότι ο αιτών και ήδη αναιρεσίβλητος, με την ενώπιον του Ειρηνοδικείου Νάξου, από 9-7-2013 (αριθμ. εκθ. κατάθ. …/2013), αίτησή του κατά της καθής-αναιρεσείουσας πιστώτριας τράπεζας, ζήτησε, για τους λόγους που αναφέρονται σ' αυτήν, την υπαγωγή του στο ν. 3869/2010, όπως αυτός τροποποιήθηκε με το ν. 4161/2013.
Επί της αίτησης εκδόθηκε η καταστάσα τελεσίδικη με αριθμ. 138/2015 απόφαση του Ειρηνοδικείου Νάξου, το οποίο δέχθηκε αυτή κατ' ουσία και ρύθμισε τις οφειλές του αιτούντα έναντι της καθής, ενώ εξαίρεσε από την εκποίηση την κύρια κατοικία του. Με τη διάταξη της παραγράφου 1 του άρθρου 1 του ν. 3869/2010, όπως ίσχυε και εφαρμόζεται στην προκείμενη υπόθεση πριν αντικατασταθεί με το άρθρο 1 παρ.1 της ΥΠΟΠΑΡ.Α.4 του άρθρου 2 του ν. 4336/2015 (ΦΕΚ 94/Α/14-8-2015) που καταλαμβάνει, σύμφωνα με την παρ. 5 του άρθρου 2 της ΥΠΟΠΑΡ.Α.4 του άρθρου 2 του ίδιου νόμου, τις αιτήσεις που υποβάλλονται μετά την έναρξη ισχύος του, ορίζεται ότι "φυσικά πρόσωπα που δεν έχουν πτωχευτική ικανότητα και έχουν περιέλθει, χωρίς δόλο, σε μόνιμη αδυναμία πληρωμής ληξιπρόθεσμων χρηματικών οφειλών τους (εφεξής οφειλέτες) δικαιούνται να υποβάλουν στο αρμόδιο δικαστήριο την αίτηση που προβλέπεται στην παράγραφο 1 του άρθρου 4 για τη ρύθμιση των οφειλών τους και απαλλαγή.
Την ύπαρξη δόλου αποδεικνύει ο πιστωτής". Αδυναμία πληρωμών σημαίνει ανικανότητα του οφειλέτη να εξοφλήσει τους πιστωτές του, εξαιτίας έλλειψης ρευστότητας, δηλαδή έλλειψης όσων χρημάτων απαιτούνται για να μπορεί ο οφειλέτης να ανταποκρίνεται στα ληξιπρόθεσμα χρέη του, έστω και αν έχει ακίνητη ή άλλη περιουσία, η οποία, όμως, δεν μπορεί να ρευστοποιηθεί αμέσως.
Για τον προσδιορισμό της ρευστότητας λαμβάνεται υπόψη το εισόδημα του οφειλέτη. Ειδικότερα, η αδυναμία του οφειλέτη να αντεπεξέλθει στις οφειλές του κρίνεται συνολικά με βάση τη σχέση ρευστότητάς του προς τις ληξιπρόθεσμες οφειλές του και αφού ληφθούν υπόψη, εφόσον το ορίζει ο νόμος, οι απαιτούμενες δαπάνες για την κάλυψη των βιοτικών αναγκών του ίδιου και των προστατευόμενων μελών της οικογένειάς του.
Αν η σχέση αυτή είναι αρνητική, με την έννοια ότι η ρευστότητά του δεν του επιτρέπει να ανταποκριθεί στον όγκο των οφειλών του και στην κάλυψη των βιοτικών αναγκών του, υπάρχει μόνιμη αδυναμία πληρωμής. Για την αξιολόγηση της σχέσης ρευστότητας, ληξιπρόθεσμων οφειλών και βιοτικών αναγκών λαμβάνεται υπόψη τόσο η παρούσα κατάσταση ρευστότητας του οφειλέτη όσο και αυτή που διαμορφώνεται κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων.
Επισημαίνεται ότι η επίμαχη αδυναμία πληρωμών πρέπει να εξετάζεται υπό το πρίσμα της αξιοπρεπούς διαβίωσης του οφειλέτη και της οικογένειάς του, δηλαδή η μεγαλύτερη δυνατή ικανοποίηση των πιστωτών πρέπει να συνδυάζεται με τη βασική προστασία της προσωπικής αξιοπρέπειας και, συνακόλουθα, τη διατήρηση - εξασφάλιση ενός στοιχειώδους επιπέδου διαβίωσης του οφειλέτη και των προστατευόμενων μελών της οικογένειάς του (ΑΠ 1173/2022, ΑΠ 1173/2022, ΑΠ 208/2020, ΑΠ 641/2019, ΑΠ 1208/2017).
Περαιτέρω, η μόνιμη αδυναμία πληρωμής του οφειλέτη, που πρέπει να υπάρχει κατά το χρονικό σημείο της κατάθεσης της αίτησης και η κατάσταση αυτή να διατηρείται μέχρι και τη συζήτηση στο ακροατήριο, μπορεί να οφείλεται σε διάφορα αίτια. Η αδυναμία πληρωμής, κατά κανόνα, είναι πραγματικό ζήτημα, το οποίο δύναται να κριθεί από τη συνολική κατάσταση του οφειλέτη, από τη συνολική συμπεριφορά των πιστωτών του στο κρίσιμο χρονικό σημείο και την αναμενόμενη εξέλιξη στο μέλλον (ΑΠ 1173/2022, ΑΠ 552/2020, ΑΠ 640/2020, ΑΠ 1379/2019).
Κατά τη διάταξη του άρθρου 14 του ν. 3869/2010 οι αποφάσεις του δικαστηρίου υπόκεινται σε έφεση και αναίρεση σύμφωνα με το άρθρο 560 του ΚΠολΔ. Έτσι, κατά τη διάταξη του άρθρου 560 αριθμ. 1 εδ. α` του ΚΠολΔ, όπως ίσχυε, τόσο πριν, όσο και μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του ν. 4335/2015, κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των πρωτοδικείων, που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, επιτρέπεται αναίρεση αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών.
Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.ΑΠ 31/2009, ΑΠ 655/2022, ΑΠ 59/2021).
Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ` ουσία, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται με βάση τα πραγματικά περιστατικά που ανέλεγκτα το δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν και την υπαγωγή τους στο νόμο και ιδρύεται αυτός ο λόγος αναιρέσεως αν οι πραγματικές παραδοχές της αποφάσεως καθιστούν φανερή την παραβίαση(Ολ.ΑΠ 3/2020, ΑΠ 164/2021).
Με το λόγο αυτόν δεν επιτρέπεται να πλήττεται η προσβαλλομένη απόφαση κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, υπό την επίκληση ότι αυτή παραβίασε κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο κατά το άρθρο 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ (ΑΠ 3/2021, ΑΠ 257/2020, ΑΠ 508/2020, ΑΠ 52/2019).
Στην ερευνώμενη υπόθεση, το Ειρηνοδικείο Νάξου, που δίκασε κατά την διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας (άρθρα 3 εδάφ. β'του ν. 3869/2010, 739 επ. του ΚΠολΔ), με την προσβαλλόμενη, τελεσίδικη, απόφασή του, δέχθηκε τα ακόλουθα, κρίσιμα για την έρευνα των συναφών αναιρετικών λόγων, πραγματικά περιστατικά:'' .........
ο αιτών (ήδη αναιρεσίβλητος) στερείται της πτωχευτικής ικανότητας, αφού δεν έχει την εμπορική ιδιότητα και έχει περιέλθει χωρίς δική του υπαιτιότητα σε μόνιμη αδυναμία πληρωμής ληξιπρόθεσμων οφειλών του, λόγω υπερχρέωσης. Διαθέτει στην κυριότητά του μία οριζόντια ιδιοκτησία-διαμέρισμα του Α πάνω από το ισόγειο ορόφου οικοδομής σε οικόπεδο που βρίσκεται στη θέση "Άγιος …." της πόλης της Νάξου, έκτασης 182)405 τ.μ εντός ορίων οικισμού, άρτιου και οικοδομήσιμου και συνορεύοντος, βόρεια με δημόσια οδό.
πλάτους 4 μέτρων, νότια με δημόσια οδό πλάτους 5 μέτρων, ανατολικά με ιδιοκτησία Α. Κ. και δυτικά με δημόσια οδό πλάτους 4 μέτρων. Η υπό στοιχεία Ο οριζόντια ιδιοκτησία έχει επιφάνεια 115,14 τ.μ έχει τρία (3) δωμάτια, δύο (2) λουτρά, σαλόνι-κουζίνα, μία (1) ασκεπή βεράντα και τρείς (3) εξώστες και συνορεύει, βόρεια με ακάλυπτο χώρο του οικοπέδου στον οποίο έχει εξώστη και με τον κοινόχρηστο χώρο του οικοπέδου και πέραν αυτών με δημόσιο δρόμο πλάτους 4 μέτρων, νότια με ακάλυπτο χώρο του οικοπέδου στον οποίο έχει δύο (2) εξώστες και πέραν αυτού με δημόσια οδό πλάτους 5 μέτρων, ανατολικά με ιδιοκτησία Α.
Κ. και δυτικά με δημόσια οδό πλάτους 4 μέτρων. Η ως άνω οριζόντια ιδιοκτησία-διαμέρισμα αποτελεί τη μοναδική και κυρία κατοικία του αιτούντος και η αξία της ανέρχεται περίπου σε 47.000 ευρώ. Επίσης διαθέτει στην κυριότητά του 1) το υπ' αριθμ. κυκλοφορίας ….., Μ….. 2000 cc, έτους κυκλοφορίας 1998, αξίας 2.000 ευρώ περίπου και 2) την υπ' αριθμ.
κυκλοφορίας ….. μοτοσικλέτα 50 cc, μάρκας ….., κατασκευής έτους 2005, τα οποία λόγω της παλαιότητάς τους, της μικρής αξίας τους, της αμοιβής του εκκαθαριστή και των εξόδων για τη ρευστοποίησή τους, είναι ασύμφορα εκποίησης. Εργάζεται ως πολιτικός μηχανικός, αλλά λόγω της οικονομικής κρίσης κερδίζει 400 ευρώ περίπου το μήνα και δεν έχει κανένα άλλο εισόδημα και στερείται καταθέσεων ή άλλων περιουσιακών στοιχείων.
Οι μηνιαίες δαπάνες διαβίωσής του ανέρχονται σε 800 ευρώ. Οι ληξιπρόθεσμες οφειλές του αιτούντα προς την καθ' ης ανέρχονται σε 3.482,52 ευρώ και 297.382,90 CHF και συγκεκριμένα: α) οφειλή από πιστωτική κάρτα ύψους 3.482,52 ευρώ, β) από την υπ' αριθμ. 4226104765 σύμβαση στεγαστικού δανείου ύψους 96.093,09 CHF, γ) από την υπ' αριθμ. 4226126513 σύμβαση στεγαστικού δανείου ύψους 201.289,81 CHF.
Τα χρέη αυτά δεν μπορούν να εξυπηρετηθούν από τον αιτούντα γιατί στερείται ικανών εισοδημάτων και επαγγελματικής δραστηριότητας για ανάπτυξη εργασιακών σχέσεων για να αντιπαρέλθει στις αναγκαίες δαπάνες διαβίωσης και στις επαγγελματικές και κοινωνικές του υποχρεώσεις, υπό καθεστώς οικονομικής κρίσης.
Επειδή λοιπόν ο αιτών αδυνατεί ανυπαίτια να εξυπηρετήσει τις οφειλές του και η καθ' ης δεν υπέβαλλε έγγραφες παρατηρήσεις επί του προτεινομένου σχεδίου οφειλών, πρέπει να γίνει δεκτή η αίτηση ως και κατ' ουσία βάσιμη και να ορισθούν για τα χρέη αυτά μηνιαίες μηδενικές καταβολές από μέρους του αιτούντα και η εξαίρεση του ακινήτου του από τη ρευστοποίηση, αφού πληρώθηκαν οι νόμιμες προϋποθέσεις για τις μηδενικές καταβολές, χωρίς να ρυθμισθεί η ικανοποίηση των επιδίκων απαιτήσεων της καθής, μέχρι του νομίμου ποσοστού επί της εμπορικής του αξίας, για την αντιμετώπιση στοιχειωδών βιοτικών αναγκών του, κατά το άρθρο 8 παρ. 5 του Ν. 3869/2010.. ''.
Με βάση τις παραδοχές αυτές, το δικαστήριο έκρινε ότι συντρέχουν στο πρόσωπο του αιτούντος οι προϋποθέσεις για την υπαγωγή του στη ρύθμιση του ν. 3869/2010 και ειδικότερα αυτή του άρθρου 8 παρ. 2 και αυτή του άρθρου 9 παρ. 2. Με τον πρώτο λόγο της αίτησης αναίρεσης, η αναιρεσείουσα τραπεζική εταιρία αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια εκ του άρθρου 560 αριθμ. 1 περ.
α' του ΚΠολΔ, με τη αιτίαση ότι κατ' εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή της ουσιαστικού κανόνα δικαίου διάταξης του άρθρου 5 του ν. 3869/2010, όπως ισχύει μετά την αντικατάστασή της από τον ν. 4161/2013, την οποία παραβίασε ευθέως, ''έκρινε ότι η παράλειψη εκ μέρους της (καθής) να υποβάλλει παρατηρήσεις επί του προτεινόμενου εκ μέρους του αιτούντος σχεδίου διευθέτησης οφειλών, είχε ως συνέπεια να θεωρηθεί εσφαλμένα από το δικαστήριο η παράλειψή της αυτή, ως συμφωνία με το σχέδιο διευθέτησης οφειλών, ρύθμιση η οποία ίσχυε σύμφωνα με το άρθρο 5 παρ. 2 του ν. 3869/2010 προ της τροποποίησής του με το άρθρο 13 του ν. 4161/2013, ενώ σύμφωνα με το ισχύον, κατά το χρόνο συζήτησης της αίτησης ενώπιον του Ειρηνοδικείου, νομοθετικό καθεστώς, η παράλειψη εκ μέρους πιστωτή να υποβάλλει παρατηρήσεις επί του σχεδίου διευθέτησης οφειλών δεν συνεπάγεται συμφωνία του με το προτεινόμενο εκ μέρους του οφειλέτη σχέδιο διευθέτησης των οφειλών του''.
Ο λόγος αυτός κρίνεται απορριπτέος ως αλυσιτελής διότι η επίμαχη αναφορά ότι "η καθής δεν υπέβαλλε έγγραφες παρατηρήσεις επί του προτεινόμενου σχεδίου οφειλών", εκ περισσού διατυπώθηκε δηλαδή είναι πλεοναστική (ΑΠ 755/2018, ΑΠ 1207/2017), καθόσον, σύμφωνα με τις ως άνω παραδοχές, το δικαστήριο, για να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα, περί υπαγωγής του αιτούντος, χωρίς υπαιτιότητά του, σε μόνιμη αδυναμία πληρωμής των ληξιπρόθεσμων χρηματικών οφειλών του προς την καθής και συνακόλουθα περί υπαγωγής του στις προστατευτικές διατάξεις του άρθρου 1 του ν. 3869/2010, έλαβε υπόψη του, το ύψος των οφειλών αυτού (δύο στεγαστικά δάνεια), τα εισοδήματά του και την προοδευτική μείωση αυτών λόγω της οικονομικής κρίσης της χώρας, την έλλειψη καταθέσεων και περιουσιακών στοιχείων, καθώς επίσης και το κόστος διαβίωσής του.
Από τα παραπάνω σαφώς συνάγεται ότι για την κατ' ουσία παραδοχή της αίτησης δεν λήφθηκε υπόψη, πλέον των ανωτέρω παραδοχών και η μη υποβολή έγγραφων παρατηρήσεων της καθής η αίτηση και ήδη αναιρεσείουσας πιστώτριας επί του προτεινόμενου σχεδίου οφειλών από τον αιτούντα, όπως προέβλεπε η παρ. 2 εδ. 3 και 4 του ν. 3869/2010 πριν την τροποποίησή του με το άρθρο 13 του ν. 4161/2013, η δε σχετική αναφορά στην προσβαλλόμενη απόφαση "ότι η καθής δεν υπέβαλλε έγγραφες παρατηρήσεις επί του προτεινόμενου σχεδίου οφειλών" αποτελεί επισήμανση περί της μη υποβολής παρατηρήσεων επί του προτεινόμενου σχεδίου οφειλών, η οποία, ως και εκ του χρόνου συζήτησης της αίτησης (28-9-2015), δεν απαιτούνταν κατά το άρθρο 5 παρ. 2 του ν. 3869/2010, μετά την τροποποίησή του με το άρθρο 13 του ν. 4161/2013.
Το άρθρο 9 παρ. 1 του ν. 3869/2010 ορίζει ότι "...εφόσον υπάρχει ρευστοποιήσιμη περιουσία η εκποίηση της οποίας κρίνεται απαραίτητη για την ικανοποίηση των πιστωτών... ορίζεται εκκαθαριστής". Κατά τη διάταξη του άρθρου 9 παρ. 2 εδάφ. α` και β` του ν. 3869/2010 ("Ρύθμιση των οφειλών υπερχρεωμένων φυσικών προσώπων..."), όπως το δεύτερο εδάφιο αντικαταστάθηκε με το άρθρο 17 παρ. 1 του ν. 4161/2013 και ισχύει, άμεσα και χωρίς εξαιρέσεις, από τη δημοσίευσή του στην Εφημερίδα της Κυβέρνησης (ΦΕΚ 143/Α`/14-6-2013), κατ` άρθρο 24 αυτού, δηλαδή κατά το χρόνο συζήτησης της αίτησης ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου (28-9-2015), ορίζεται ότι "...ο οφειλέτης μπορεί να υποβάλει στο δικαστήριο πρόταση εκκαθάρισης ζητώντας να εξαιρεθεί από την εκποίηση βεβαρημένο ή μη με εμπράγματη ασφάλεια ακίνητο, που χρησιμεύει ως κύρια κατοικία του, εφόσον τούτο δεν υπερβαίνει το προβλεπόμενο από τις ισχύουσες διατάξεις όριο αφορολόγητης απόκτησης πρώτης κατοικίας, προσαυξημένο κατά πενήντα τοις εκατό.
Στην περίπτωση αυτή το δικαστήριο ρυθμίζει την ικανοποίηση απαιτήσεων των πιστωτών σε συνολικό ποσό που μπορεί να ανέρχεται μέχρι και στο ογδόντα τοις εκατό (80%) της αντικειμενικής αξίας του ακινήτου της κύριας κατοικίας. Η ρύθμιση μπορεί να προβλέπει και περίοδο χάριτος. Η περίοδος τοκοχρεωλυτικής εξόφλησης...
πάντως δεν μπορεί να υπερβεί τα είκοσι έτη...". Από τη σαφή έννοια της ανωτέρω διάταξης συνάγεται ότι η εξαίρεση της βεβαρημένης κύριας κατοικίας του οφειλέτη από τη ρευστοποίηση εκπορεύεται κατ` αρχήν από την ανάγκη προστασίας του υπερχρεωμένου οφειλέτη, ώστε να αποκατασταθεί γενικά η κοινωνική συνοχή (που αποτελεί πάντοτε σκοπό του τεθειμένου δικαίου), η οποία έχει διαρραγεί, λόγω του μεγάλου αριθμού ιδιωτών οφειλετών στο κοινωνικό πεδίο των συμβατικών εννόμων σχέσεων προς πιστωτικά ιδρύματα, αλλά και ειδικά, ώστε να παρασχεθεί η δυνατότητα σε έκαστο υπερχρεωμένο κοινωνό (φυσικό πρόσωπο), να αποτελέσει εκ νέου δυναμικό παράγοντα της οικονομικής-συναλλακτικής κοινωνίας.
Εκπορεύεται, όμως, ειδικότερα και από την ανάγκη προστασίας της κύριας κατοικίας του από τη ρευστοποίηση, που ανάγεται και σε προστασία ως κοινωνικού αγαθού συνταγματικά προστατευμένου ως τέτοιου, κατ` άρθρο 21 του Συντάγματος, της οικογένειας και της οικογενειακής στέγης. Από τη γραμματική και μόνο διατύπωση της ανωτέρω διάταξης του άρθρου 9 παρ. 2 του νόμου, όπως ίσχυε κατά τη 2η έκδοση αυτού, υπό την οποία δημοσιεύτηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, συνάγεται ευθέως ότι το ποσό των απαιτήσεων που μπορεί με τον τρόπο αυτό να ικανοποιηθεί, ως αντάλλαγμα, δύναται να ανέρχεται σε ποσοστό 80% της αντικειμενικής αξίας της κύριας κατοικίας κατ` ανώτατο ύψος και όχι κατά κατώτατο.
Επομένως, το ποσό των απαιτήσεων που μπορεί με τον τρόπο αυτό να ικανοποιηθεί, ως αντάλλαγμα, δύναται να ανέρχεται και σε ποσοστό κατώτερο του 80% της αντικειμενικής αξίας του ακινήτου της κύριας κατοικίας, το δε εν συνεχεία ανακύπτον κενό αναφορικά με τα κριτήρια για τον καθορισμό του ύψους των μηνιαίων καταβολών δέον, όπως καλυφθεί με ανάλογη εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 8 παρ. 5 του ν. 3869/2010.
Με τη διάταξη του άρθρου 9 παρ. 2 του ν. 3869/2010 παρέχεται η δυνατότητα στον οφειλέτη να υποβάλει πρόταση στο Δικαστήριο για να εξαιρεθεί η κύρια κατοικία του από την εκποίηση. Όταν υπάρχει αίτημα εξαίρεσης από την εκποίηση της κύριας κατοικίας η εξόφληση των χρεών του οφειλέτη γίνεται με συνδυασμένες καταβολές στα πλαίσια των άρθρων 8 παρ. 2 και 9 παρ. 2 του ν. 3869/2010 αφού ναι μεν ο νόμος δεν παραθέτει ειδικά κριτήρια για τον καθορισμό του ύψους των μηνιαίων καταβολών για το χρέος αυτό, που επιβάλλεται στον οφειλέτη ως πρόσθετο, ώστε να επωφεληθεί από την εξαίρεση της εκποίησης της κύριας κατοικίας, πλην όμως τα κριτήρια αυτά συνάγονται με συστηματική ερμηνεία από την ανάλογη ρύθμιση του άρθρου 8 παρ. 5 του ν. 3869/2010 και είναι ιδίως, η χρόνια ανεργία χωρίς υπαιτιότητα του οφειλέτη, σοβαρά προβλήματα υγείας, ανεπαρκές εισόδημα για την κάλυψη στοιχειωδών βιοτικών αναγκών του οφειλέτη ή άλλοι λόγοι ίδιας τουλάχιστον βαρύτητας (ΑΠ 302/2022).
Προηγούνται οι καταβολές του άρθρου 8 παρ. 2 και ακολουθούν οι καταβολές του άρθρου 9 παρ. 2 και το Δικαστήριο είναι υποχρεωμένο να εφαρμόσει τον ανωτέρω συνδυασμό μηνιαίων καταβολών, με παράλληλη εφαρμογή τους, την οποία δεν μπορεί να παρακάμψει, δηλαδή η ρύθμιση του άρθρου 8 παρ. 2 και 5 συνδυάστηκε με την προβλεπόμενη από τη διάταξη του άρθρου 9 παρ. 2 ρύθμιση (διάσωση κατοικίας οφειλέτη).
Κατά τον προσδιορισμό των μηνιαίων καταβολών του άρθρου 8 παρ. 2 προηγείται ο προσδιορισμός του ποσού, που χρειάζεται για την κάλυψη των βιοτικών αναγκών του αιτούντος και των προστατευομένων μελών της οικογένειάς του και στην απόφαση του Δικαστηρίου πρέπει, είτε ρητώς, είτε σιωπηρώς να προσδιορίζεται τέτοιο ποσό και κατόπιν να καθορίζεται το ύψος των μηνιαίων καταβολών.
Η συνδρομή των προϋποθέσεων του άρθρου 9 παρ. 2 δεν έχει ως αποτέλεσμα τον αυτόματο καθορισμό των μηνιαίων καταβολών από την πλευρά του οφειλέτη και του συνολικού χρονικού διαστήματος αυτών. Παρεμβάλλεται αναγκαίως το Δικαστήριο, το οποίο θα διαπιστώσει τη συνδρομή των όρων του νόμου και θα καθορίσει το ύψος και τη διάρκεια των καταβολών, οι οποίες μπορεί να είναι και μηδενικές.
Από το όλο πνεύμα της διάταξης του άρθρου 9 παρ. 2 προκύπτει, ότι εφόσον συντρέχουν οι προϋποθέσεις του νόμου η εξαίρεση της κύριας κατοικίας από την εκποίηση είναι υποχρεωτική για το Δικαστήριο και όχι δυνητική (ΑΠ 802/2021, ΑΠ 834/2021, ΑΠ 488/2021, ΑΠ 681/2020, ΑΠ 120/2020, ΑΠ 494/2020). Στην ερευνώμενη υπόθεση, με το δεύτερο λόγο της αίτησης αναίρεσης η αναιρεσείουσα τραπεζική εταιρία αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια εκ του άρθρου 560 αριθμ. 1 περ.
α' του ΚΠολΔ, με τη αιτίαση, ότι ''έθεσε ως βάση για τον υπολογισμό του ποσού που θα έπρεπε να καταβάλει ο αναιρεσίβλητος για την ικανοποίηση των απαιτήσεών της προκειμένου να εξαιρεθεί από την ρευστοποίηση η κύρια κατοικία του, το οποίο όρισε μηδενικό, την εμπορική αξία του ακινήτου χωρίς να του επιβάλει την υποχρέωση να καταβάλει ποσό ίσο με το 80% της αντικειμενικής αξίας της κύριας κατοικίας του, δεδομένου ότι η αντιμετώπιση στοιχειωδών βιοτικών αναγκών που επικαλείται ο αναιρεσίβλητος συνδέεται αποκλειστικά και μόνο με τις καταβολές του άρθρου 8 και ουδόλως με την ρύθμιση του άρθρου 9 παρ. 2 για την εξαίρεση της κύριας κατοικίας''.
Δηλαδή με το να εξαιρέσει από την ρευστοποίηση την κύρια κατοικία του αναιρεσιβλήτου, εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε την ουσιαστικού κανόνα δικαίου διάταξη του άρθρου 9 παρ. 2 του ν. 3869/2010, όπως ισχύει μετά την αντικατάστασή της από τον ν. 4161/2013, την οποία παραβίασε ευθέως, διότι, κατά την άποψη της αναιρεσείουσας τράπεζας: (Α) το προβλεπόμενο από την ανωτέρω διάταξη αντίτιμο της διάσωσης της κύριας κατοικίας δεν συνδέεται με τα εισοδήματα και τις βιοτικές ανάγκες του οφειλέτη, αλλά με την αξία της κατοικίας και (Β) το Δικαστήριο δεν έχει τη δυνατότητα να καθορίσει το ανωτέρω ποσό σε ποσοστό μικρότερο από το 80% της αντικειμενικής αξίας της κύριας κατοικίας του οφειλέτη, αφού η φράση "μέχρι συνολικό ποσό που ανέρχεται στο 80%" κατά την άποψη της αναιρεσείουσας τράπεζας, αναφέρεται όχι σε δυνατότητα του Δικαστηρίου να προσδιορίσει το ποσοστό αυτό, αλλά στο ανώτατο όριο της πρόσθετης αυτής επιβάρυνσης.
Με τις ως άνω παραδοχές όμως το Δικαστήριο, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε την ουσιαστικού κανόνα δικαίου διάταξη του άρθρου 9 παρ. 2 του ν. 3869/2010, όπως ισχύει μετά την αντικατάστασή της με το ν. 4161/2013, με ορθή υπαγωγή στο πραγματικό αυτής των πραγματικών περιστατικών, που ανελέγκτως αναιρετικά δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, την οποία επομένως δεν παραβίασε ευθέως, εφόσον σύμφωνα με όσα ορίζει η ανωτέρω διάταξη, το σύνολο των απαιτήσεων που μπορεί με τον τρόπο αυτό να ικανοποιηθεί ως αντάλλαγμα μπορεί να ανέρχεται σε ποσοστό 80% της αντικειμενικής αξίας της κύριας κατοικίας, κατ' ανώτατο όμως όριο και όχι κατά κατώτατο.
Εξάλλου, προς το σκοπό αυτό το Δικαστήριο είναι υποχρεωμένο να εφαρμόσει τον συνδυασμό των μηνιαίων καταβολών των άρθρων 8 παρ. 2 και 9 παρ. 2 του ν. 3869/2010, με παράλληλη εφαρμογή, την οποία δεν μπορεί να παρακάμψει και μάλιστα προηγείται ο προσδιορισμός των μηνιαίων καταβολών του άρθρου 8 παρ. 2, κατά τον οποίο το Δικαστήριο λαμβάνει υπόψη του τα εισοδήματα και τις βιοτικές ανάγκες του οφειλέτη ορίζοντας αυτές και μηδενικές και στη συνέχεια ακολουθεί η ρύθμιση του άρθρου 9 παρ. 2, κατ' ανάλογη ρύθμιση των κριτηρίων της παραγράφου 5 του άρθρου 8 του ν. 3869/2010.
Συνεπώς, το Δικαστήριο για την κρίση του περί συνδρομής εξαιρετικών λόγων οι οποίοι επιτάσσουν τη μείωση του προβλεπόμενου στο άρθρο 9 παρ. 2 του ν. 3869/2010 ορίου του 80% της αντικειμενικής αξίας του ακινήτου που, αποτελεί την κύρια κατοικία, αξιολογεί και τα ανωτέρω κριτήρια (εισοδήματα, βιοτικές ανάγκες) και όχι μόνο την αντικειμενική αξία της κύριας κατοικίας, εφόσον, όπως προεκτέθηκε, είναι υποχρεωμένο να εφαρμόσει τη διάταξη του άρθρου 9 παρ. 2 του ν. 3869/2010, παράλληλα με την διάταξη του άρθρου 8 παρ. 2 του ανωτέρω νόμου (ΑΠ 802/2021, ΑΠ 681/2020).
Επομένως, όσα αντίθετα υποστηρίζει η αναιρεσείουσα τράπεζα, με τον δεύτερο λόγο της αναίρεσης για την ευθεία παραβίαση της ουσιαστικής διάταξης του άρθρου 9 παρ.2 του ν. 3869/2010, διότι όπως υποστηρίζει εσφαλμένα το Δικαστήριο προσδιόρισε για τη διάσωση της κύριας κατοικίας την αξία της σε ποσοστό κατώτερο του 80%, συνεκτιμώντας τα εισοδήματα και τις βιοτικές ανάγκες του αναιρεσίβλητου-οφειλέτη της, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμα, καθόσον το Δικαστήριο είχε τέτοιο νόμιμο δικαίωμα, σύμφωνα με όσα έχουν εκτεθεί προηγουμένως.
Σε ακολουθία των παραπάνω και μη υπάρχοντος άλλου αναιρετικού λόγου για να ερευνηθεί, πρέπει η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης να απορριφθεί στο σύνολό της. Επίσης, πρέπει να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου, που έχει καταθέσει η αναιρεσείουσα στο Δημόσιο Ταμείο (άρθρο 495 παρ. 3 του ΚΠολΔ, όπως ισχύει και εφαρμόζεται στην προκειμένη υπόθεση μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του ν. 4335/2015 που ισχύει, κατ' άρθρο 1 άρθρο ένατο παρ. 2 και 4 αυτού, για τα ένδικα μέσα που κατατίθενται από 1-1-2016).
Διάταξη περί δικαστικών εξόδων δεν ορίζεται, έστω και εάν πρόκειται για υπόθεση που κρίνεται κατά τους κανόνες της εκουσίας δικαιοδοσίας (άρθρο 3 εδ. β` του ν. 3869/2010), διότι η δικαστική διαδικασία του εν λόγω νόμου δεν επιτρέπει την εφαρμογή του άρθρου 746 του ΚΠολΔ, καθόσον επικρατεί η ειδικότερη ρύθμιση, που προβλέπει η διάταξη του άρθρου 8 παρ. 6 εδ.
β` του ν. 3869/2010, κατά την οποία "δικαστική δαπάνη δεν επιδικάζεται..." και το οποίο εφαρμόζεται και στην αναιρετική δίκη (ΑΠ 1513/2022, ΑΠ 59/2021, ΑΠ 52/2019).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την, από 29-12-2020 (αριθμ. εκθ. κατάθ…./2020), αίτηση για αναίρεση της με αριθμ. 138/2015, τελεσίδικης, απόφασης του Ειρηνοδικείου Νάξου, η οποία εκδόθηκε κατά την ειδική διαδικασία της εκουσίας δικαιοδοσίας. Διατάσσει την εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του παραβόλου, που έχει κατατεθεί για την άσκηση της αίτησης αναίρεσης.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 6 Απριλίου 2023.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 11 Ιουλίου 2023.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ