Legislator Case Law & Legislation
681/2020 AI generated

Supreme Court allows appeal against bank's refusal to grant 30% home rescue loan under Greek law.

Case Number 681/2020
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court allowed the appeal filed by National Bank of Greece against a First Instance Court order requiring the bank to grant a 30% home rescue loan. The bank argued the order violated the law by setting a minimum percentage rather than a maximum, while the debtor claimed the ruling was necessary for financial survival. The Court rejected the bank's argument, ruling that the statute permits up to 80% of the home's value, making the 30% order legally correct and dismissing the appeal on that ground.

Legislator headnote

AI generated

Articles 3, 9, 739 et seq. of the Civil Procedure Code; Article 3 of Law 3869/2010; The Supreme Court held that the First Instance Court correctly interpreted the mandatory provision allowing up to 80% of the primary residence's value for debt rescue, thereby validating the order to grant a 30% loan and rejecting the appeal based on alleged violation of the maximum limit.

Keywords

AI generated
home rescue loan bankruptcy proceedings civil procedure code mandatory provision debt restructuring supreme court appeal primary residence value

Cited Legislation

AI generated
Article 3 of Law 3869/2010
Article 739 et seq. of the Civil Procedure Code
Article 9 paragraph 2 of Law 3869/2010
Article 9 paragraph 1 of Law 3869/2010
Article 580 number 3 of the Civil Procedure Code
Article 495 paragraph 3 item B' of the Civil Procedure Code
Article 8 paragraph 6 item B' of Law 3869/2010

Cited Case Law

AI generated
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 681 / 2020 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 681/2020

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Καλού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γεώργιο Χοϊμέ, Κωστούλα Φλουρή - Χαλεβίδου, Μαρία Τζανακάκη και Αντώνιο Τσαλαπόρτα, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 8 Νοεμβρίου 2019, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ ΑΕ", που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Σταμάτιο Μισαηλίδη με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Γ. Μ. του Σ., κατοίκου ..., 2) υπό ειδική εκκαθάριση ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "ΑΓΡΟΤΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ ΑΕ", που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα από την ειδική εκκαθαρίστρια ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "... ΑΕ", που εδρεύει στο ... και εκπροσωπείται νόμιμα, 3) ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ EUROBANK ERGASIAS ΑΕ", που εδρεύει στην …. και εκπροσωπείται νόμιμα και 4) ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "ALPHA ΤΡΑΠΕΖΑ ΑΕ", που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, εκ των οποίων ο 1ος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Εμμανουήλ Εμμανουηλίδη με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, η 3η εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αντώνιο Χονδρόπουλο, ενώ οι 2η και 4η δεν παραστάθηκαν.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 5-2-2014 αίτηση του ήδη 1ου των αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Μεσολογγίου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2/2017 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 155/2017, όπως αυτή διορθώθηκε με την 186/2017, του Μονομελούς Πρωτοδικείου Μεσολογγίου. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 28-8-2018 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγήτρια την Αρεοπαγίτη Μαρία Τζανακάκη, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκαν μόνο η αναιρεσείουσα και οι 1ος και 3η των αναιρεσιβλήτων όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος της 3ης αναιρεσίβλητης ζήτησε την παραδοχή της αίτησης αναίρεσης.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Η κρινόμενη από 28-8-2018 (αρ. κατ. 5/2018) αίτηση αναίρεσης της πιστώτριας τραπεζικής εταιρείας απευθύνεται κατά του 1ου αναιρεσιβλήτου, αιτούντος την υπαγωγή του στις ευεργετικές διατάξεις του Ν. 3869/2010 και κατά των λοιπών 2ης έως 4ης των αναιρεσιβλήτων τραπεζικών εταιρειών, παραδεκτά, ως αναγκαίων ομοδίκων της αναιρεσείουσας Τράπεζας, λόγω της φύσης της υπόθεσης, που μπορεί να δημιουργήσει αντιδικία μεταξύ των αναγκαίων ομοδίκων (ΑΠ Ολ. 15/1996) και προσβάλλει την υπ' αριθμ. 155/2017 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Μεσολογγίου, στην οποία έχει σημειωθεί η υπ' αριθμ. 186/2017 διορθωτική απόφαση του ίδιου ως άνω Δικαστηρίου και η οποία εκδόθηκε με την ειδική διαδικασία της εκουσίας δικαιοδοσίας (άρθρο 3 του Ν. 3869/2010 σε συνδ. με άρθρ. 739 επ. ΚΠολΔ), ερήμην της τότε 4ης εφεσίβλητης τραπεζικής εταιρείας, με την επωνυμία ALPHA ΤΡΑΠΕΖΑ ΑΕ και ήδη 4ης αναιρεσίβλητης.

Συνεπώς, για την παραδεκτή άσκηση της αίτησης αναίρεσης πρέπει να ερευνηθεί το ζήτημα της τελεσιδικίας της προσβαλλόμενης απόφασης ως προς την ανωτέρω τραπεζική εταιρεία, που δικάστηκε ερήμην στο δευτοβάθμιο Δικαστήριο.

Κατά τη διάταξη του άρθρ. 553 παρ. 1 περ. β' ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται μόνο κατά των οριστικών αποφάσεων, που δεν μπορούν να προσβληθούν με ανακοπή ερημοδικίας και έφεση και περατώνουν όλη τη δίκη ή μόνο τη δίκη για την αγωγή ή την ανταγωγή. Έτσι η ύπαρξη ερήμην απόφασης, δηλαδή απόφασης που εκδόθηκε με την απουσία, πραγματική ή πλασματική, ενός των διαδίκων, έστω και αν δεν στηρίχθηκε στη συναγωγή δυσμενών συνεπειών από την ερημοδικία του (ΟλΑΠ 15/2001), ενεργοποιεί αυτόματα τη δυνατότητα άσκησης κατ` αυτής ανακοπής ερημοδικίας από τον ερημοδικασθέντα (άρθρ. 502 ΚΠολΔ), με συνέπεια, όσο διαρκεί η προθεσμία της ανακοπής ερημοδικίας, να αποκλείεται η άσκηση κατά της ερήμην απόφασης αίτησης αναίρεσης, η οποία, αν παρόλα αυτά ασκηθεί, είναι απορριπτέα αυτεπαγγέλτως ως απαράδεκτη (άρθρ. 577 παρ. 1 ΚΠολΔ), αφού, σε σχέση με την αναίρεση, δεν υπάρχει διάταξη όμοια με τη διάταξη του άρθρ. 513 παρ. 1εδ.

β' περ. β' ΚΠολΔ, που ορίζει ότι κατά των ερήμην αποφάσεων επιτρέπεται έφεση ήδη από τη δημοσίευσή τους. Αντίθετα δηλαδή, με την καθιερούμενη με τη διάταξη αυτή συμπόρευση των προθεσμιών της έφεσης και της ανακοπής ερημοδικίας, η αναίρεση κατά ερήμην απόφασης είναι επιτρεπτή, μόνον εφόσον δεν συγχωρείται κατ` αυτής ανακοπή ερημοδικίας ή αναλόγως έφεση (Ολ.ΑΠ 11/1998), δηλαδή καθιερώνεται η αρχή της διαδοχικής άσκησης των προβλεπόμενων ένδικων μέσων (ΑΠ 632/2019, ΑΠ 154/2017, ΑΠ 1049/2017, ΑΠ 180/2014, ΑΠ 12/2011).

Στην προκειμένη περίπτωση από την προσβαλλόμενη απόφαση, που επιτρεπτά επισκοπείται (άρθρο 561 αρ. 2 ΚΠολΔ) για την έρευνα του ανωτέρω δικονομικού ζητήματος, το οποίο αποτελεί προϋπόθεση για την παραδεκτή άσκηση της αίτησης αναίρεσης, ως δικογράφου (άρθρ. 577 παρ.1, σε συνδ. με άρθρ. 553 παρ. 1 ΚΠολΔ) προκύπτει, ότι η προσβαλλόμενη απόφαση εκδόθηκε ερήμην της τότε 4ης εφεσίβλητης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία ΑLPHA ΤΡΑΠΕΖΑ ΑΕ και ήδη 4η αναιρεσίβλητη, η οποία, σύμφωνα με τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης (βλ. σελ. 1β αυτής) είχε κληθεί νόμιμα και εμπρόθεσμα για να παρασταθεί στη δικάσιμο της 15-6-2017 ενώπιον του ως Εφετείου δικάσαντος Μονομελούς Πρωτοδικείου Μεσολογγίου και ότι η συζήτηση της υπόθεσης (στην ανωτέρω δικάσιμο) χώρησε σαν να ήταν και αυτή παρούσα (άρθρ. 764 παρ. 2 ΚΠολΔ, όπως ίσχυε μετά την τροποποίησή του με τον Ν. 4335/2015, που ισχύει από 1-1-2016). Επομένως, ως προς την ανωτέρω τραπεζική εταιρεία, (η οποία είχε κλητευθεί νόμιμα και εμπρόθεσμα) και ήδη 4η αναιρεσίβλητη, η προσβαλλόμενη απόφαση έχει καταστεί πλέον τελεσίδικη, εφόσον, σύμφωνα με το άρθρο 14 του Ν. 3869/2010, δεν υπόκειται σε ανακοπή ερημοδικίας. Συνακόλουθα, η αίτηση αναίρεσης έχει ασκηθεί παραδεκτά, ως δικόγραφο, κατά τελεσίδικης απόφασης (κατ' άρθρ. 553 παρ. 1, σε συνδ. με άρθρ. 741 και 769 ΚΠολΔ), ως προς την ανωτέρω 4η αναιρεσίβλητη και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς αυτήν.

Κατά την έννοια του άρθρου 576 παρ. 2 ΚΠολΔ, αν κατά τη συζήτηση της αναίρεσης δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί αλλά δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος κάποιος από τους διαδίκους, ο Άρειος Πάγος ερευνά αυτεπαγγέλτως αν ο απολειπόμενος διάδικος επέσπευσε εγκύρως τη συζήτηση, οπότε συζητεί την υπόθεση σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι, ή, αν τη συζήτηση επέσπευσε ο αντίδικος του απολειπομένου διαδίκου, οπότε εξετάζει αυτεπαγγέλτως αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα. Αν η κλήση για συζήτηση δεν επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα ο Άρειος Πάγος κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση και η υπόθεση επαναφέρεται για συζήτηση με νέα κλήτευση. Στην αντίθετη περίπτωση προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί (ΑΠ 1753/2017, ΑΠ 1545/2017, ΑΠ 242/2015).

Στην προκειμένη περίπτωση η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης προσδιορίστηκε για να συζητηθεί στη σημερινή δικάσιμο, ημέρα Παρασκευή και ώρα 09:30' με αριθμό πινακίου …, σύμφωνα με την κάτω από αυτήν Πράξη της Προέδρου του Δ' Πολιτικού Τμήματος του Αρείου Πάγου (άρθρο 568 παρ. 2-4 ΚΠολΔ) και ορίσθηκε προθεσμία κοινοποίησης αυτής προ εξήντα (60) ημερών.

Εξάλλου, από τις υπ' αρ. .../9-1-2019 εκθέσεις επίδοσης του αρμόδιου δικαστικού επιμελητή του Εφετείου Αθηνών, Α. Κ., τις οποίες προσκομίζει και επικαλείται νόμιμα η αναιρεσείουσα προκύπτει ότι, μετά από έγγραφη παραγγελία του Σταμάτη Μισαηλίδη, πληρεξουσίου δικηγόρου της αναιρεσείουσας, η οποία επισπεύδει τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης, αυτή κοινοποιήθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα, κατ' άρθρο 129 παρ. 1 ΚΠολΔ, στη 2η και στην 4η των αναιρεσιβλήτων τραπεζικών εταιρειών.

Ωστόσο, όπως προκύπτει από τα πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης του Δικαστηρίου τούτου, κατά την εκφώνηση της υπόθεσης στη σειρά της από το πινάκιο, δεν εμφανίστηκαν οι 2η και 4η των αναιρεσιβλήτων, ούτε κατέθεσαν δήλωση μη παράστασης κατ' άρθρ. 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, αλλά παραστάθηκαν νομίμως και προσηκόντως η επισπεύδουσα τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης αναιρεσείουσα, ο 2ος αναιρεσίβλητος-αιτών την υπαγωγή του στο Ν. 3869/2010 και η 3η αναιρεσίβλητη πιστώτρια τραπεζική εταιρεία.

Επομένως, αφού οι 2η και 4η των αναιρεσιβλήτων δεν εμφανίστηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου, αν και κλητεύτηκαν νόμιμα και εμπρόθεσμα, πρέπει, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 576 παρ. 2 περ. γ' ΚΠολΔ, να προχωρήσει η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης ως προς τους λοιπούς διαδίκους, που εκπροσωπούνται νόμιμα από πληρεξούσιο δικηγόρο και παρά την απουσία αυτών.

Κατόπιν τούτου, η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς τη νομική και ουσιαστική βασιμότητα των κατ' ιδίαν λόγων αυτής (άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).

Από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης και των λοιπών διαδικαστικών εγγράφων αναφορικά με το διαδικαστικό ιστορικό της υπόθεσης προκύπτει ότι ο ήδη 1ος αναιρεσίβλητος άσκησε την από 5-2-2014 (αρ. κατ. 38/2014) αίτηση, με την οποία επικαλούμενος έλλειψη πτωχευτικής ικανότητας και μόνιμη αδυναμία να πληρώσει τις ληξιπρόθεσμες οφειλές του προς τις καθών η αίτηση πιστώτριές του ζήτησε τη ρύθμιση των χρεών του, σύμφωνα με το προτεινόμενο από αυτόν σχέδιο διευθέτησης και, αφού ληφθεί υπόψη η οικογενειακή και περιουσιακή του κατάσταση με σκοπό την απαλλαγή του από αυτά, ζήτησε συγχρόνως να εξαιρεθεί από την εκποίηση η περιγραφόμενη κύρια κατοικία του και ειδικότερα ένα οροφοδιαμέρισμα επιφάνειας 122,85 Μ2, που βρίσκεται στη θέση ..., καθώς επίσης, να εξαιρεθούν από τη ρευστοποίηση τα περιγραφόμενα επίσης στην αίτηση λοιπά περιουσιακά του στοιχεία.

Επί της αίτησης αυτής εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 2/2017 οριστική απόφαση του Ειρηνοδικείου Μεσολογγίου, η οποία, κατά ουσιαστική παραδοχή της ένστασης των παρισταμένων τότε 1ης και 3ης των εφεσιβλήτων περί δόλιας περιέλευσης του αιτούντος σε μόνιμη και γενική αδυναμία εξόφλησης των ληξιπροθέσμων οφειλών του, κατέγνωσε στον αιτούντα και ήδη 1ο αναιρεσίβλητο άμεσο δόλο κρίνοντας ότι αυτός περιήλθε σε δόλια αδυναμία πληρωμής γνωρίζοντας και αποδεχόμενος, ότι αδυνατεί να εξοφλήσει τα χρέη που αναλάμβανε.

Κατόπιν τούτου απέρριψε την αίτησή του περί υπαγωγής του στις ευεργετικές διατάξεις του Ν. 3869/2010 ως ουσιαστικά αβάσιμη. Ο αιτών, στη συνέχεια, άσκησε την από 23-3-2017 (αρ. κατ. 48/2017) έφεση κατά της απόφασης του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη οριστική απόφαση του ως Εφετείου δικάσαντος Μονομελούς Πρωτοδικείου Μεσολογγίου, όπως αυτή διορθώθηκε με την υπ' αριθμ. 186/2017 απόφαση του ίδιου ως άνω Δικαστηρίου, η οποία δέχθηκε κατ' ουσίαν την έφεση.

Ειδικότερα, το ως Εφετείο δικάσαν Δικαστήριο, κατά συνοπτική ανάπτυξη των παραδοχών του, δέχτηκε ότι ο εκκαλών-αιτών την υπαγωγή του στο Ν. 3869/2010 δεν τελούσε σε δόλο (άμεσο ούτε ενδεχόμενο) κατά την ανάληψη των δανειακών του υποχρεώσεων, διότι δεν μπορούσε να προβλέψει τις συνέπειες της οικονομικής κρίσης και με επάλληλη αιτιολογία δέχτηκε, ότι και αν ακόμη ήθελε γίνει δεκτό, ότι αυτός είχε προβεί σε υπερβολικό δανεισμό, δυσανάλογο προς τις οικονομικές του δυνατότητες και στην περίπτωση αυτή, βαρύνεται με ενσυνείδητη αμέλεια, διότι, στον υπερβολικό δανεισμό του συνέβαλαν και οι πιστώτριες τράπεζες, οι οποίες, αν και γνώριζαν την οικονομική του κατάσταση και πάντως ήταν εφικτός ο έλεγχός της, χορήγησαν σε αυτόν με ευκολία τα δάνεια και έτσι τον ενέπλεξαν σε υπερβολικό δανεισμό.

Κατόπιν αυτών το ως Εφετείο δικάσαν Δικαστήριο εξαφάνισε την εκκαλουμένη απόφαση και, αφού διακράτησε την υπόθεση, δέχτηκε ουσιαστικά την αίτηση του 1ου αναιρεσιβλήτου για την υπαγωγή του στο Ν. 3869/2010 και ρύθμισε τις οφειλές του σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 8 παρ. 5 και 9 παρ. 2 του Ν.3869/2010. Ειδικότερα, προσδιόρισε μηδενικές καταβολές προς τις πιστώτριες τράπεζες για χρονικό διάστημα πέντε ετών κρίνοντας επί πλέον, ότι τα λοιπά ακίνητα περιουσιακά του στοιχεία δεν είναι ρευστοποιήσιμα και ικανά να αποφέρουν εισόδημα για την εξυπηρέτηση των χρεών του.

Εκτός τούτου εξαίρεσε από την εκποίηση την κύρια κατοικία αυτού υποχρεώνοντας τον αιτούντα υπερχρεωμένο οφειλέτη να καταβάλει για τη διάσωσή της το συνολικό ποσό των 6.063,40 ευρώ εντός δεκαετίας, αρχής γενομένης πέντε έτη μετά τη δημοσίευση της προσβαλλόμενης απόφασης, ποσό που αντιστοιχεούσε στο 30% της αντικειμενικής της αξίας, με ισόποσες 120 μηνιαίες δόσεις, ποσού 50,52 ευρώ καθεμιά και ειδικότερα 45,97 ευρώ μηνιαίως στην ήδη 2η αναιρεσίβλητη και 4,55 ευρώ μηνιαία στην ήδη αναιρεσείουσα.

Κατά το άρθρο 1 παρ. 1 του Ν. 3869/2010, όπως αυτό διαμορφώθηκε με το άρθρο 85 στ. Α' εδ. 1 του Ν. 3996/2011 και το άρθρο 20 παρ. 15 του Ν. 4019/2011 (για τη ρύθμιση οφειλών υπερχρεωμένων φυσικών προσώπων), ορίζεται ότι "φυσικά πρόσωπα που δεν έχουν πτωχευτική ικανότητα και έχουν περιέλθει, χωρίς δόλο, σε μόνιμη αδυναμία πληρωμής ληξιπροθέσμων χρηματικών οφειλών τους δικαιούνται να υποβάλουν στο αρμόδιο δικαστήριο την αίτηση που προβλέπεται στην παράγραφο 1 του άρθρου 4 για τη ρύθμιση των οφειλών αυτών και την απαλλαγή.

Την ύπαρξη δόλου αποδεικνύει ο πιστωτής". Σύμφωνα με την παραπάνω διάταξη του άρθρου 1 παρ. 1 του Ν. 3869/201 απαραίτητη προϋπόθεση για την υπαγωγή στο ρυθμιστικό πεδίο εφαρμογής του Ν. 3869/2010 είναι ο οφειλέτης να έχει περιέλθει χωρίς δόλο σε μόνιμη αδυναμία πληρωμής των ληξιπροθέσμων χρηματικών οφειλών του.

Ο νόμος 3869/2010 θεωρεί δεδομένη την έννοια του δόλου από την γενική θεωρεία του αστικού δικαίου. Στο πεδίο του τελευταίου, ο δόλος, ως μορφή πταίσματος προβλέπεται στην διάταξη του άρθρου 330 του Α.Κ., με την οποία ορίζεται ότι "ο οφειλέτης ενέχεται, αν δεν ορίσθηκε κάτι άλλο, για κάθε αθέτηση της υποχρέωσής του από δόλο ή αμέλεια, δική του ή των νομίμων αντιπροσώπων του.

Αμέλεια υπάρχει όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια που απαιτείται στις συναλλαγές". Η παραπάνω διάταξη παρέχει γενικό ορισμό της έννοιας του πταίσματος, έχει δε εφαρμογή, τόσο στις συμβάσεις, όσο και στις αδικοπραξίες, δηλαδή, σε κάθε περίπτωση, όπου γίνεται λόγος για υπαιτιότητα. Η ίδια διάταξη θεσπίζει δύο μορφές πταίσματος, το δόλο και την αμέλεια.

Ενώ, όμως, δίνει ορισμό της αμέλειας, τον προσδιορισμό του δόλου αφήνει στην επιστήμη και τη νομολογία. Η έννοια του δόλου, όπως γίνεται δεκτή στο πεδίο του αστικού δικαίου, συμπίπτει με εκείνη του άρθρου 27 παρ. 1 του Π.Κ., που ορίζει ότι "Με δόλο (πρόθεση) πράττει όποιος θέλει την παραγωγή των περιστατικών που κατά το νόμο απαρτίζουν την έννοια κάποιας αξιόποινης πράξης.

Επίσης όποιος γνωρίζει ότι από την πράξη του ενδέχεται να παραχθούν αυτά τα περιστατικά και το αποδέχεται". Η τελευταία αυτή διάταξη διακρίνει τον δόλο σε άμεσο και ενδεχόμενο. Ορίζει δε, ότι με άμεσο δόλο πράττει αυτός που "θέλει" την παραγωγή του εγκληματικού αποτελέσματος, καθώς και εκείνος που δεν επιδιώκει μεν αυτό, προβλέπει όμως, ότι τούτο αποτελεί αναγκαία συνέπεια της πράξεώς του και, παρά ταύτα, δεν εγκαταλείπει την πράξη του.

Αντίθετα, με ενδεχόμενο δόλο πράττει εκείνος που προβλέπει το εγκληματικό αποτέλεσμα ως δυνατή συνέπεια της πράξεώς του και το "αποδέχεται" (Ολ.ΑΠ 4/2010, Ολ.ΑΠ 8/2005, ΑΠ 297/2007). Η διάταξη αυτή ισχύει και για τις ενοχές άλλων κλάδων του ενοχικού δικαίου και έτσι αποκτά γενικότερη σημασία που ξεπερνά τα πλαίσια της ευθύνης από προϋφιστάμενη ενοχή (ΑΠ 677/2010).

Δόλο κατά συνέπεια συνιστά η περίπτωση εκείνη του δράστη κατά την οποία επιδοκιμάζει, δηλαδή προβλέπει, το αποτέλεσμα ως ενδεχόμενο και τελικά το αποδέχεται. Ο δόλος σχετίζεται και αφορά πάντα πράξη και αυτή θα είναι η απαγορευμένη από το δίκαιο στον δράστη αθέτηση ενοχικής υποχρεώσεως ή γενικότερα αδικοπραξία κ.λπ.

Μεταξύ των εννοιολογικών στοιχείων του δόλου είναι και η πρόβλεψη του δράστη ότι η συμπεριφορά του θα προκαλέσει καθυστέρηση στην εκπλήρωση της υποχρεώσεώς του ή θα προκαλέσει το γεγονός της αδυναμίας παροχής του, συνείδηση, δηλαδή του δράστη για τον κίνδυνο επελεύσεως των αποτελεσμάτων αυτών. Για τα ανωτέρω αρκεί και απαιτείται η πρόβλεψη και η αποδοχή του παρανόμου αποτελέσματος σε γενικές γραμμές και κατά τα γενικά ουσιώδη γνωρίσματά του.

Η ακριβής έκταση της ζημίας, οι λεπτομέρειες ή οι ιδιότητες του προσβαλλόμενου αγαθού και οι λοιπές περιστάσεις που καθορίζουν το μέγεθος της προσβολής δεν απαιτείται να προβλέπονται σαφώς, τουλάχιστον στον βαθμό που δεν ανάγονται από το νόμο σε κρίσιμα για την ύπαρξη της ευθύνης περιστατικά. Στην περίπτωση του Ν. 3869/2010 ο νόμος χρησιμοποιεί την έννοια του δόλου και την συνδέει με μια πραγματική κατάσταση, που είναι η μόνιμη αδυναμία πληρωμής ληξιπροθέσμων χρηματικών οφειλών.

Περαιτέρω από την διατύπωση της παρ. 1 εδ. α' του Ν. 3869/2010, προκύπτει ότι το στοιχείο του δόλου αναφέρεται στην "περιέλευση" του οφειλέτη σε κατάσταση μόνιμης αδυναμίας πληρωμών. Επομένως, το στοιχείο του δόλου δύναται να συντρέχει, τόσον κατά τον χρόνο αναλήψεως της οφειλής, όσον και κατά τον χρόνο μετά την ανάληψη της τελευταίας.

Ο δόλος αντιμετωπίζεται κατά τον ίδιο τρόπο, είτε είναι αρχικός, είτε είναι μεταγενέστερος. Το κρίσιμο ζήτημα είναι το περιεχόμενο του δόλου και όχι ο χρόνος που αυτός εκδηλώθηκε. Στην περίπτωση της παρ. 1 του άρθρου 1 του Ν. 3869/2010 ο οφειλέτης ενεργεί δολίως, όταν με τις πράξεις ή παραλείψεις του επιδιώκει την αδυναμία των πληρωμών του ή προβλέπει ότι οδηγείται σε αδυναμία πληρωμών και δεν αλλάζει συμπεριφορά, αποδεχόμενος το αποτέλεσμα αυτό.

Ειδικότερα, πρόκειται για τον οφειλέτη εκείνο, ο οποίος καρπούται οφέλη από την υπερχρέωσή του με την απόκτηση κινητών ή ακινήτων, πλην όμως, είτε γνώριζε, κατά την ανάληψη των χρεών, ότι είναι αμφίβολη η εξυπηρέτησή τους, είτε από δική του υπαιτιότητα βρέθηκε μεταγενέστερα σε κατάσταση αδυναμίας πληρωμών.

Επομένως η συνεπεία του δόλου μόνιμη αδυναμία του οφειλέτη δεν είναι αναγκαίο να εμφανισθεί μετά την ανάληψη του χρέους, αλλά μπορεί να υπάρχει και κατά την ανάληψη αυτού, όταν δηλαδή ο οφειλέτης ήδη από την αρχή, αναλαμβάνοντας το χρέος γνωρίζει ότι, ενόψει των εισοδημάτων του και των εν γένει αναγκών του, δεν μπορεί να το εξυπηρετήσει.

Περίπτωση ενδεχομένου δόλου συντρέχει όταν ο οφειλέτης συμφωνεί με ικανό αριθμό πιστωτικών ιδρυμάτων την απόλαυση μεγάλου αριθμού τραπεζικών προϊόντων, προβλέποντας ως ενδεχόμενο ότι ο υπερδανεισμός του με βάση τις υφιστάμενες ή ευλόγως αναμενόμενες μελλοντικές οικονομικές του δυνατότητες, σε συνδυασμό με το ύψος των οφειλών του, θα τον οδηγούσε σε κατάσταση αδυναμίας πληρωμών και παρά ταύτα αποδέχθηκε το αποτέλεσμα αυτό.

Ειδικότερα, σε μία δανειακή σύμβαση υφίσταται κατ' ουσίαν αποδοχή από τον δανειολήπτη της προβλεπόμενης αδυναμίας του να αποπληρώσει το ειλημμένο δάνειο, όταν έχοντας γνώση της πρόδηλης αναντιστοιχίας των εισοδημάτων του προς τις οφειλές, την αποπληρωμή των οποίων με ιδία πρωτοβουλία αναλαμβάνει και σταθμίζοντας την διακινδύνευση των οικονομικών συμφερόντων, τόσο του ιδίου, όσο και του πιστωτή του, με το επιδιωκόμενο όφελος, το οποίο θα καρπωθεί, εφόσον πραγματοποιηθεί ο κίνδυνος, προβαίνει στη σύναψη της σχετικής δανειακής συμβάσεως, επειδή κρίνει ότι η σκοπούμενη γι' αυτόν ωφέλεια από την χρήση των δανειακών κεφαλαίων σαφώς υπερέχει των συνεπειών που επαπειλούνται από την επέλευση του κινδύνου.

Αξίωση πρόσθετων στοιχείων για την συγκρότηση του δόλου στο πρόσωπο του οφειλέτη κατά την ανάληψη του χρέους, όπως είναι η εξαπάτηση των υπαλλήλων του πιστωτικού ιδρύματος, όπως επίσης και η παράλειψη του πιστωτικού ιδρύματος να προβεί στις αναγκαίες έρευνες της πιστοληπτικής ικανότητας του δανειολήπτη, δεν ανταποκρίνεται στο πνεύμα του νόμου.

Ο δόλος του οφειλέτη στη μόνιμη αδυναμία πληρωμής ληξιπρόθεσμων χρηματικών χρεών του περιορίζεται στην πρόθεση του οφειλέτη και μόνο, δηλαδή σε ένα υποκειμενικό στοιχείο, χωρίς ανάγκη προσθήκης και άλλων αντικειμενικών στοιχείων, όπως είναι η εξαπάτηση των υπαλλήλων του πιστωτικού ιδρύματος και η παράλειψη από την πλευρά των τελευταίων να ενεργήσουν την αναγκαία έρευνα, πριν χορηγήσουν την πίστωση, της πιστοληπτικής ικανότητας του δανειολήπτη, πράγμα το οποίο άλλωστε, δεν ανταποκρίνεται στο πνεύμα το νόμου.

Εξ άλλου, όπως προκύπτει από την πρόβλεψη του τελευταίου εδαφίου της παρ. 1 του άρθρου 1 του Ν. 3869/2010, σύμφωνα με την οποία την ύπαρξη του δόλου επικαλείται και αποδεικνύει ο πιστωτής, η νομοθετική αυτή ρύθμιση τάσσεται προς το συμφέρον των πιστωτών. Επομένως, την ύπαρξη του δόλου ερευνά το επιλαμβανόμενο της υποθέσεως δικαστήριο, όχι αυτεπαγγέλτως, αλλά μετά από πρόταση πιστωτή, ο οποίος πρέπει να προτείνει τον σχετικό ισχυρισμό κατ' ένσταση και βαρύνεται με την απόδειξη αυτής (ΑΠ 1446/2018, ΑΠ 286/2017, ΑΠ 65/2017, ΑΠ 153/2017).

Περαιτέρω, το άρθρο 9 παρ. 1 του Ν.3869/2010 ορίζει ότι "...εφόσον υπάρχει ρευστοποιήσιμη περιουσία η εκποίηση της οποίας κρίνεται απαραίτητη για την ικανοποίηση των πιστωτών...".Κατά δε την παρ. 2 του ίδιου άρθρου του Ν. 3869/2010, όπως ίσχυε, μετά την τροποποίησή της με το άρθρο 17 παρ. 1 Ν. 4161/2013 και ισχύει από 14-6-2013, δηλαδή κατά το χρόνο συζήτησης της αίτησης ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου ( 4-11-2016) και συνεπώς εφαρμοζόταν κατά το χρόνο δημοσίευσης της προσβαλλόμενης απόφασης (άρθρο 533 παρ. 2 ΚΠολΔ), ορίζεται ότι "...ο οφειλέτης μπορεί να υποβάλει στο δικαστήριο πρόταση εκκαθάρισης ζητώντας να εξαιρεθεί από την εκποίηση βεβαρημένο ή μη με εμπράγματη ασφάλεια ακίνητο, που χρησιμεύει ως κύρια κατοικία του, εφόσον τούτο δεν υπερβαίνει το προβλεπόμενο από τις ισχύουσες διατάξεις όριο αφορολόγητης απόκτησης πρώτης κατοικίας, προσαυξημένο κατά πενήντα τοις εκατό.

Στην περίπτωση αυτή το δικαστήριο ρυθμίζει την ικανοποίηση απαιτήσεων των πιστωτών σε συνολικό ποσό που μπορεί να ανέρχεται μέχρι και στο ογδόντα τοις εκατό (80%) της αντικειμενικής αξίας του ακινήτου της κύριας κατοικίας. Η ρύθμιση μπορεί να προβλέπει και περίοδο χάριτος. Η περίοδος τοκοχρεωλυτικής εξόφλησης...

πάντως δεν μπορεί να υπερβεί τα είκοσι έτη...". Από τη σαφή έννοια της ανωτέρω διάταξης συνάγεται ότι η εξαίρεση της βεβαρημένης κύριας κατοικίας του οφειλέτη από τη ρευστοποίηση εκπορεύεται κατ` αρχήν από την ανάγκη προστασίας του υπερχρεωμένου οφειλέτη, ώστε να αποκατασταθεί γενικά η κοινωνική συνοχή (που αποτελεί πάντοτε σκοπό του τεθειμένου δικαίου), η οποία έχει διαρραγεί, λόγω του μεγάλου αριθμού ιδιωτών οφειλετών στο κοινωνικό πεδίο των συμβατικών εννόμων σχέσεων προς πιστωτικά ιδρύματα, αλλά και ειδικά, ώστε να παρασχεθεί η δυνατότητα σε έκαστο υπερχρεωμένο κοινωνό (φυσικό πρόσωπο), να αποτελέσει εκ νέου δυναμικό παράγοντα της οικονομικής - συναλλακτικής κοινωνίας.

Εκπορεύεται, όμως, ειδικότερα και από την ανάγκη προστασίας της κύριας κατοικίας του από τη ρευστοποίηση, που ανάγεται και σε προστασία ως κοινωνικού αγαθού συνταγματικά προστατευμένου ως τέτοιου, κατ` άρθρο 21 του Συντάγματος, της οικογένειας και της οικογενειακής στέγης. Από τη γραμματική και μόνο διατύπωση της ανωτέρω διάταξης του άρθρου 9 παρ. 2 του νόμου, όπως ίσχυε κατά τη 2η έκδοση αυτού, υπό την οποία δημοσιεύτηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, συνάγεται ευθέως ότι το ποσό των απαιτήσεων που μπορεί με τον τρόπο αυτό να ικανοποιηθεί, ως αντάλλαγμα, δύναται να ανέρχεται σε ποσοστό 80% της αντικειμενικής αξίας της κύριας κατοικίας κατ' ανώτατο ύψος και όχι κατά κατώτατο.

Με την διάταξη του άρθρου 9 παρ. 2 του Ν. 3869/2010 παρέχεται η δυνατότητα στον οφειλέτη να υποβάλει πρόταση στο Δικαστήριο για να εξαιρεθεί η κύρια κατοικία του από την εκποίηση. Όταν υπάρχει αίτημα εξαίρεσης από την εκποίηση της κύριας κατοικίας η εξόφληση των χρεών του οφειλέτη γίνεται με συνδυασμένες καταβολές στα πλαίσια των άρθρων 8 παρ. 2 και 9 παρ. 2 του Ν. 3869/2010.

Προηγούνται οι καταβολές του άρθρου 8 παρ. 2 και ακολουθούν οι καταβολές του άρθρου 9 παρ. 2 και το Δικαστήριο είναι υποχρεωμένο να εφαρμόσει τον ανωτέρω συνδυασμό μηνιαίων καταβολών, με παράλληλη εφαρμογή τους, την οποία δεν μπορεί να παρακάμψει. Κατά τον προσδιορισμό των μηνιαίων καταβολών του άρθρου 8 παρ. 2 προηγείται ο προσδιορισμός του ποσού, που χρειάζεται για την κάλυψη των βιοτικών αναγκών του αιτούντος και των προστατευομένων μελών της οικογένειάς του και στην απόφαση του Δικαστηρίου πρέπει, είτε ρητώς, είτε σιωπηρώς να προσδιορίζεται τέτοιο ποσό και κατόπιν να καθορίζεται το ύψος των μηνιαίων καταβολών.

Η συνδρομή των προϋποθέσεων του άρθρου 9 παρ. 2 δεν έχει ως αποτέλεσμα τον αυτόματο καθορισμό των μηνιαίων καταβολών από την πλευρά του οφειλέτη και του συνολικού χρονικού διαστήματος αυτών. Παρεμβάλλεται αναγκαίως το Δικαστήριο, το οποίο θα διαπιστώσει τη συνδρομή των όρων του νόμου και θα καθορίσει το ύψος και τη διάρκεια των καταβολών.

Η επιβαλλόμενη στον οφειλέτη με τη δικαστική απόφαση πρόσθετη υποχρέωση μπορεί να προβλέπει και "περίοδο χάριτος", δηλαδή χρονική συνήθως αρχική περίοδο, κατά την οποία ο οφειλέτης δεν καταβάλει κανένα ποσό οφειλής στο πλαίσιο του άρθρου 9 παρ. 2 του νόμου. Πάντως για τη χορήγηση περιόδου χάριτος δεν απαιτείται οπωσδήποτε αίτημα του οφειλέτη.

Η διάρκεια της χάριτος δεν προβλέπεται στο νόμο, αλλά αφήνεται στην εύλογη κρίση του Δικαστηρίου και θεωρείται σκόπιμο να χορηγείται στον οφειλέτη περίοδος χάριτος τόσης διάρκειας, ώστε ο οφειλέτης να μπορεί να εξυπηρετήσει τις υποχρεώσεις, τόσο του άρθρου 8 παρ. 2 του νόμου, όσο και τις υποχρεώσεις με βάση το άρθρο 9 παρ. 2 του νόμου και να μην επιβαρύνεται συγχρόνως με καταβολές και από τις δύο πηγές.

Από το όλο πνεύμα της διάταξης του άρθρου 9 παρ. 2 προκύπτει, ότι εφόσον συντρέχουν οι προϋποθέσεις του νόμου η εξαίρεση της κύριας κατοικίας από την εκποίηση είναι υποχρεωτική για το Δικαστήριο και όχι δυνητική, ενώ αντιθέτως, η περίοδος χάριτος εναπόκειται στην εύλογη κρίση του Δικαστηρίου (ΑΠ 632/2019).

Κατά την διάταξη του άρθρ. 560 αριθμ. 1 εδ. α' του Κ.Πολ.Δικ., όπως ίσχυε, τόσο πριν όσο και μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του Ν. 4335/2015, κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των πρωτοδικείων, που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, επιτρέπεται αναίρεση αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών.

Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.ΑΠ 31/2009, ΑΠ 757/2015).

Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται με βάση τα πραγματικά περιστατικά που ανέλεγκτα το δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν και την υπαγωγή τους στο νόμο και ιδρύεται αυτός ο λόγος αναιρέσεως αν οι πραγματικές παραδοχές της αποφάσεως καθιστούν φανερή την παραβίαση.

Με τον λόγο αυτόν δεν επιτρέπεται να πλήττεται η προσβαλλομένη απόφαση κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, υπό την επίκληση ότι αυτή παραβίασε κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο κατά το άρθρο 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ (ΑΠ 551/2018, ΑΠ 1753/2017, ΑΠ 849/2007).

Κατά τη διάταξη του άρθρου 560 αρ. 6 ΚΠολΔ, που είναι ταυτόσημη με τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παράγραφος 3 του Συντάγματος προκύπτει, ότι ο προβλεπόμενος απ` αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία) (Ολ.ΑΠ 1/1999).

Δεν υπάρχει, όμως, ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες. Εξάλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες.

Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες (Ολ.ΑΠ 861/1984). Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς, και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε.

Τα επιχειρήματα δε του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης, ώστε στο πλαίσιο της ερευνώμενης διάταξης του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ ή, αναλόγως ,του άρθρου 560 αρ. 6 ΚΠολΔ, να επιδέχεται αυτή μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναίρεσης του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ ή αναλόγως του άρθρου 560 αρ. 6 ΚΠολΔ, ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα των διαδίκων, οπότε ο σχετικός λόγος αναίρεσης απορρίπτεται ως απαράδεκτος (ΑΠ 174/2015, ΑΠ 198/2015, ΑΠ 845/2012, ΑΠ 1351/2011).

Επίσης, από τη διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ προκύπτει, ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφόσον δεν παραβιάστηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, ή εφόσον η εκτίμησή τους δεν ιδρύει λόγους αναίρεσης από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, είναι από τον Άρειο Πάγο ανέλεγκτη, ο δε αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, εκ του περιεχομένου του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις απορρίπτεται ως απαράδεκτος, εφόσον πλέον πλήττεται η ουσία της υπόθεσης που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο (ΑΠ 1384/2018, ΑΠ 198/2015).

Με τον 1ο λόγο της αίτησης αναίρεσης, κατά το Α' σκέλος αυτού, η αναιρεσείουσα πιστώτρια τράπεζα αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια εκ του άρθρου 560 αρ. 1α ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι το ως Εφετείο δικάσαν Δικαστήριο με το να εξαιρέσει από την εκποίηση την κύρια κατοικία του 1ου αναιρεσιβλήτου (όπως και όλη την λοιπή ακίνητη περιουσία διότι δήθεν δεν θα προκληθεί αγοραστικό ενδιαφέρον) υποχρεώνοντας αυτόν να καταβάλει για τη διάσωσή της το συνολικό ποσό των 6.063,04 ευρώ, που αντιστοιχεί στο 30% της αντικειμενικής της αξίας και όχι στο 80% αυτής, εντός χρονικού διαστήματος δέκα ετών αρχής γενομένης μετά την πάροδο της περιόδου χάριτος των πέντε ετών, καταβλητέο σε 120 μηνιαίες δόσεις, δηλαδή σε δέκα αντί είκοσι έτη, ποσού καθεμιά 50,52 ευρώ, που αντιστοιχεί σε 45,97 ευρώ για την 2η αναιρεσίβλητη τράπεζα και σε 4.55 ευρώ για την αναιρεσείουσα τράπεζα, παραβίασε ευθέως με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή, όπως ορθά εκτιμάται, την ουσιαστικού κανόνα δικαίου διάταξη του άρθρου 9 παρ. 2 του Ν. 3869/2010 αξιώνοντας περισσότερα στοιχεία, από όσα απαιτεί ο νόμος για την εφαρμογή της.

Επίσης, με το συναφές Β' σκέλος του ίδιου 1ου αναιρετικού λόγου η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση και την πλημμέλεια εκ του άρθρου 560 αρ. 6 ΚΠολΔ της εκ πλαγίου παραβίασης της ίδιας ως άνω ουσιαστικής διάταξης νόμου, όπως ορθά εκτιμάται, με την αιτίαση ότι το ως Εφετείο δικάσαν Δικαστήριο για να καταλήξει στο ανωτέρω αποδεικτικό του πόρισμα διέλαβε ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες και ειδικότερα ότι εξαιρώντας από την εκποίηση την κύρια κατοικία (όπως και όλη την λοιπή ακίνητη περιουσία) του 1ου αναιρεσιβλήτου, στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση, διότι δεν είναι εφικτός ο αναιρετικός έλεγχος, εάν τα περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν πληρούσαν το πραγματικό της διάταξης του άρθρου 9 παρ. 2 του Ν.3869/2010.

Με τον επίσης συναφή 2ο αναιρετικό λόγο η αναιρεσείουσα τράπεζα αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση και την πλημμέλεια εκ του άρθρου 560 αρ. 1 ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι το ως Εφετείο δικάσαν Δικαστήριο, με το να δεχθεί ότι δήθεν ο 1ος αναιρεσίβλητος αιτών την υπαγωγή του στο Ν. 3869/2010 δεν έχει περιέλθει από δόλο σε μόνιμη αδυναμία πληρωμής των ληξιπροθέσμων οφειλών του, απορρίπτοντας την παραδεκτά από αυτήν προταθείσα σχετική ένσταση δόλου, παραβίασε ευθέως την ουσιαστικού κανόνα δικαίου διάταξη του άρθρου 1 παρ. 1 περ.

α' του Ν. 3869/2010 σε συνδ. με άρθρ. 330 ΑΚ και 27 ΠΚ, αν και θα έπρεπε, κατά την άποψη της αναιρεσείουσας, να καταγνωσθεί σε βάρος του άμεσος δόλος λόγω του υπέρμετρου δανεισμού του, είτε ως πιστούχου, είτε ως εγγυητή για την εξυπηρέτηση καταναλωτικών, επιχειρηματικών και στεγαστικών αναγκών για να διατηρήσει ένα υψηλό επίπεδο διαβίωσης, αν και γνώριζε ότι το μηνιαίο εισοδήμά του, που δεν υπερέβαινε το ποσό των 1.400 ευρώ, δεν του επέτρεπε να εξυπηρετήσει τις υπέρμετρες δανειακές του υποχρεώσεις, συνολικού ποσού 732.900,52 ευρώ, αδιαφορώντας για τις δυσμενείς συνέπειες προς τους πιστωτές του.

Ο ανωτέρω 2ος αναιρετικός λόγος, ας σημειωθεί, ότι κρίνεται αρκούντως ορισμένος παρά την μη αριθμητική αναφορά των παραβιασθεισών ευθέως ουσιαστικών ως άνω διατάξεων, εφόσον από το όλο περιεχόμενο του αναιρετηρίου προκύπτει χωρίς αμφιβολία το πραγματικό αυτών (ΑΠ 425/2019, ΑΠ 200/2018, ΑΠ 146/2018). Τέλος, με τον 3ο αναιρετικό λόγο, που επίσης είναι συναφής με τους προηγούμενους αναιρετικούς λόγους, η αναιρεσείουσα τράπεζα αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια εκ του άρθρου 560 αρ. 1 ΚΠολΔ της ευθείας παραβίασης του άρθρου 9 παρ. 1 του Ν. 3869/2010, με την ειδικότερη αιτίαση, ότι το ως Εφετείο δικάσαν Δικαστήριο, με το να μη διατάξει την εκποίηση του συνόλου της σημαντικής ακίνητης περιουσίας του 1ου αναιρεσιβλήτου, διότι δήθεν, σύμφωνα με τις παραδοχές του, τα περιουσιακά στοιχεία του οφειλέτη δεν θα αποφέρουν εισόδημα από την εκμετάλλευσή τους για την εξυπηρέτηση των οφειλών του, διότι αυτά (πλην της κύριας κατοικίας του) δήθεν δεν είναι ρευστοποιήσιμα, εφόσον δεν θα προκαλέσουν αγοραστικό ενδιαφέρον, ούτε θα αποφέρουν δήθεν αξιόλογο τίμημα για την ικανοποίηση των οφειλών του, συνολικού ποσού 732.960,52 ευρώ, αρκέστηκε σε λιγότερα στοιχεία, από όσα απαιτούνται για την εφαρμογή της ανωτέρω ουσιαστικής διάταξης, καθόσον τα περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν αρκούσαν για να πληρωθεί το πραγματικό αυτής.

Από την προσβαλλόμενη απόφαση, που επιτρεπτά επισκοπείται για τις ανάγκες των ερευνώμενων ως άνω αναιρετικών λόγων (άρθρο 561 αρ. 2 ΚΠολΔ) προκύπτει ότι το ως Εφετείο δικάσαν Δικαστήριο αναφορικά με την μη κατάγνωση δόλιας συμπεριφοράς στον 1ο αναιρεσίβλητο - αιτούντα και στην συνέχεια για την ουσιαστική παραδοχή της αίτησής του και τη ρύθμιση των χρεών του με μηδενικές καταβολές για πέντε έτη με την εξαίρεση από την εκποίηση της κύριας κατοικίας του, δέχτηκε τα ακόλουθα: "...Ο αιτών και ήδη εκκαλών, κάτοικος ..., είναι ηλικίας 68 ετών και είναι έγγαμος με την Σ.

Μ., θυγατέρα Α. Τ. και πατέρας τεσσάρων ενήλικων τέκνων, εκ των οποίων τα δύο έγγαμα και τα άλλα δύο άγαμες θυγατέρες. Η μία η Β., απόφοιτη ΤΕΙ, άνεργη, η δε άλλη τελειόφοιτη ΤΕΙ, συνοικούσες με τον αιτούντα στην κύρια κατοικία τους στο .... Ο αιτών απασχολούνταν ως μισθωτός αλιέας και το μηνιαίο οικογενειακό του φορολογικό εισόδημα ανέρχονταν στο ποσό των 689 ευρώ, όπως προκύπτει από την 4-8-2015 βεβαίωση αποδοχών ή συντάξεων και το εκκαθαριστικό σημείωμα φόρου εισοδήματος του έτους 2014, ενώ κατά τα προηγούμενα έτη εκμεταλλεύονταν και επιχείρηση καφενείου.

Επίσης, κατά τα προηγούμενα έτη, το δηλωθέν φορολογητέο οικογενειακό του εισόδημα, όπως προκύπτει από τα εκκαθαριστικά σημειώματα φόρου εισοδήματος ανέρχονταν για τα οικονομικά έτη 2012, 2013 και 2014 στο ποσό των 16.763,31 ευρώ, 16.196,33 ευρώ και 5.221,48 ευρώ αντίστοιχα. Επίσης, πρέπει ν' αναφερθεί ότι πριν την έλευση της οικονομική κρίσης, το εισόδημα του αιτούντος ανερχόταν στο ποσό των 4.047,70 ευρώ, ήτοι 1.047,70 ευρώ από την εκμετάλλευση καφενείου, πλέον 2.000 ευρώ από άτυπη συνεισφορά του υιού του για την αλιεργασία και πλέον 1.000 ευρώ από τεκμαρτό εισόδημα από την ατομική αλιεία ως παραγωγός.

Πριν την υποβολή της αιτήσεως το μηνιαίο εισόδημα του αιτούντος μειώθηκε στο ποσό των 1.754,05 ευρώ και από τις 16-7-2015 το εισόδημά του είναι μηδενικό καθότι λόγω των προβλημάτων υγείας που αντιμετωπίζει δεν εργάζεται. Ειδικότερα, αδυνατεί ν' ανεύρει εργασία, πέραν της επικρατούσας οικονομικής κρίσης στη Χώρα από το έτος 2015, ιδίως λόγω των σοβαρών προβλημάτων υγείας του, που συνεπάγονται αδυναμία άσκησης έντονης σωματικής εργασίας, δοθέντος ότι υπεβλήθη σε επέμβαση διπλής αορτοστεφανιαίας παράκαμψης bybass με εξωσωματική κυκλοφορία στο Νοσοκομείο ΥΓΕΙΑ στις 14-5-2012, ως προκύπτει από την από 10-9-2013 ιατρική βεβαίωση του Νοσοκομείου (βλ.

επίσης το από 10-4-2012 έγγραφο του Πανεπιστημιακού Νοσοκομείου Πατρών, τα υπ' αριθμ. .../17-10-2013, .../30-9-2013 και ...3-10-2013 πιστοποιητικά του Γενικού Νοσοκομείου Μεσολογγίου "..." και την υπ' αριθμ. .../18-11-2013 βεβαίωση του Πανεπιστημιακού Νοσοκομείου Ιωαννίνων). Από τις 16- 7-2015 αποχώρησε από την εργασία του καθότι πάσχει από αναπηρία σε ποσοστό 80%, όπως προκύπτει από τα 14-7-2015, 25-1-2016 και 25-8-2016 έγγραφα της Διεύθυνσης Αναπηρίας και Ιατρικής Εργασίας του ΙΚΑ.

Με το παραπάνω αναφερθέν ποσό υποχρεούται να καλύψει τις βιοτικές ανάγκες τόσο του εαυτού του όσο και της συζύγου του, αλλά και των ενηλίκων, άγαμων και άτεκνων θυγατέρων του, σύμφωνα με τα άρθρα 1389, 1390, 1486 παρ. 2, 1492 και 1493 ΑΚ. Οι δε θυγατέρες του εκκαλούντος, παρότι έχουν ολοκληρώσει τις σπουδές τους και είναι πτυχιούχες ΤΕΙ, εντούτοις, υπό τις παρούσες δυσχερείς οικονομικές συνθήκες στη Χώρα, αδυνατούν να ανεύρουν εργασία.

Επομένως, δεν διαθέτουν εισόδημα από εργασία ή από οποιαδήποτε άλλη πηγή και συνοικούν με τους γονείς τους στην οικογενειακή τους στέγη, διατρεφόμενες από τον αιτούντα και ήδη εκκαλούντα πατέρα τους. Με τα παραπάνω δεδομένα, το ποσό που αναγκάζεται ο εκκαλών να δαπανά μηνιαίως για την κάλυψη των βιοτικών αναγκών του ίδιου και των ως άνω μελών της οικογενείας του (διατροφή, ένδυση, υπόδηση, αυξημένη ιατροφαρμακευτική περίθαλψη για την αντιμετώπιση των παραπάνω προβλημάτων υγείας του, λειτουργικά έξοδα κατοικίας, επισκευή και συντήρηση οικιακού εξοπλισμού, είδη οικιακής κατανάλωσης και ατομικής φροντίδας, ενημέρωση και μόρφωση, δαπάνες εστίασης, φορολογικές υποχρεώσεις κ.λπ.), με δεδομένο το γεγονός της μη καταβολής ενοικίου, καθώς διαμένει με την οικογένειά του σε ιδιόκτητη οικία, ανέρχεται στο ποσό των 1.300 ευρώ, το οποίο άλλωστε ανταποκρίνεται στην απαίτηση διατήρησης του ελάχιστου ορίου αξιοπρεπούς διαβίωσης αυτού και των ανωτέρω μελών της οικογένειάς του (άρθρο 2 παρ. 1 Συντ.), λαμβανομένου, όμως, υπόψη ότι ο οφειλέτης, ο οποίος αιτείται την υπαγωγή του στις ευεργετικές ρυθμίσεις του ν. 3869/2010, πρέπει από την πλευρά του να μειώσει στο ελάχιστο τις δαπάνες του, δηλαδή μόνο στις απολύτως απαραίτητες για το προβλεπόμενο από το νόμο χρονικό διάστημα των τριών έως πέντε ετών.

Το παραπάνω ποσό δεν καλύπτεται από το προμνημονευθέν μηνιαίο εισόδημα του εκκαλούντος το οποίο ως αναφέρθηκε από τις 16-7-2015 είναι μηδενικό. Περαιτέρω, αποδείχτηκε ότι σε χρόνο προγενέστερο του έτους από την κατάθεση της αίτησης, ο αιτών είχε αναλάβει τα παρακάτω χρέη, τα οποία κατά πλάσμα του νόμου, θεωρούνται με την κοινοποίηση της αίτησης ληξιπρόθεσμα και υπολογίζονται με την τρέχουσα αξία τους κατά το χρόνο αυτόν, με εξαίρεση τα εμπραγμάτως ασφαλισμένα δάνεια, των οποίων ο εκτοκισμός τους συνεχίζεται με το επιτόκιο ενήμερης οφειλής μέχρι το χρόνο έκδοσης της πρωτόδικης απόφασης (άρθρο 6 παρ. 3 του Ν. 3869/2010).

Οι φερόμενες προς ρύθμιση οφειλές του αιτούντος και ήδη εκκαλούντος προς τις πιστώτριες τράπεζες οι οποίες υπολογίζονται όπως εισφέρθηκαν με την αίτηση (βάσει των αναλυτικών καταστάσεων οφειλών που απέστειλαν οι πιστώτριες τράπεζες σε αυτόν, μετά από σχετικό αίτημά του), σύμφωνα με το άρθρο 6 παρ. 3 ν. 3869/10, είναι οι ακόλουθες: 1) Από την υπό ειδική εκκαθάριση Αγροτική Τράπεζα της Ελλάδος του χορηγήθηκαν τα εξής δάνεια:

με την την ... σύμβαση ενός επενδυτικού δανείου για επισκευή-ανακαίνιση επαγγελματικής στέγης, από το οποίο οφείλει το ποσό των 21.147,65 ευρώ, με την ... σύμβαση ένα δάνειο από το οποίο οφείλει ως συνοφειλέτης ποσό 2.136,79 ευρώ, με την ... σύμβαση ένα δάνειο αποπεράτωσης οικίας από το οποίο οφείλει ως συνοφειλέτης ποσό 206.964,53 ευρώ, με την ...

σύμβαση ένα επενδυτικό δάνειο από το οποίο οφείλει ως οφειλέτης το ποσό των 68.749,02 ευρώ, με την ... σύμβαση ένα καταναλωτικό δάνειο από το οποίο οφείλει ως οφειλέτης ποσό 26.798,22 ευρώ, με την ... σύμβαση ένα δάνειο για την αγορά αλιευτικού σκάφους από το οποίο οφείλει ως εγγυητής ποσό 163.858,99 ευρώ, με την ... σύμβαση ένα δάνειο από το οποίο οφείλει ως εγγυητής το ποσό των 2.383,80 ευρώ, με την ...

σύμβαση ένα δάνειο αγοράς οικοπέδου και επισκευή οικίας από το οποίο οφείλει ως εγγυητής το ποσό των 123.214,85 ευρώ και με την ... σύμβαση ένα δάνειο από το οποίο οφείλει ως εγγυητής το ποσό των 45.677,41 ευρώ, ενώ του έχει χορηγηθεί η με αριθμό ... πιστωτική κάρτα, από την οποία οφείλει ποσό 1.830,15 ευρώ και επομένως η οφειλή του αιτούντος ανέρχεται στο ποσό των 662.761,41 ευρώ, 2) από την Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος του έχει χορηγηθεί με την ...

σύμβαση ένα καταναλωτικό δάνειο από το οποίο οφείλει συνολικώς ποσό 6.367,82 ευρώ και με την ... σύμβαση ένα επιχειρηματικό/δάνειο από το οποίο οφείλει ποσό 32.351,86 ευρώ και επομένως η συνολική του οφειλή ανέρχεται στο ποσό των 38.719,68 ευρώ, 3) από την Τράπεζα Eurobank Ergasias του έχει χορηγηθεί με την ... σύμβαση ένα δάνειο από το οποίο οφείλει συνολικώς ποσό 23.277,45 ευρώ και 4) από την Τράπεζα ALPHA BANK του έχει χορηγηθεί με την ...

σύμβαση ένα δάνειο από το οποίο οφείλει ποσό 8.201,98 ευρώ. Επομένως, το σύνολο των οφειλών του εκκαλούντος ανέρχεται στο ποσό των 732.960,52 ευρώ. Τα εισοδήματα του αιτούντος συγκρινόμενα με τις ληξιπρόθεσμες οφειλές του από τις παραπάνω δανειακές συμβάσεις, δεν του επιτρέπουν να ανταποκριθεί στην εξυπηρέτηση του κύριου όγκου των χρεών του, η δε αρνητική αυτή σχέση μεταξύ της ρευστότητας και των οφειλών του κατά την τρέχουσα χρονική περίοδο, αλλά και το εγγύς μέλλον δεν αναμένεται να βελτιωθεί, λόγω και της οικονομικής κρίσης, η οποία μαστίζει τη χώρα τα τελευταία χρόνια και έχει πλήξει κάθε τομέα της ελληνικής αγοράς, ενώ παράλληλα οι δανειακές του υποχρεώσεις αυξάνονται συνεχώς λόγω της επιβάρυνσης των δανείων με τόκους υπερημερίας.

Συνεπώς συντρέχει στην προκειμένη περίπτωση μόνιμη και διαρκής πραγματική αδυναμία του αιτούντος πληρωμής του κύριου όγκου ληξιπρόθεσμων οφειλών του προς τις μετέχουσες-εφεσίβλητες πιστώτριες. Πέραν αυτών, θα πρέπει να σημειωθεί ότι δεν συντρέχει δόλια συμπεριφορά και στην περίπτωση που εξωγενείς παράγοντες, ακόμη και παράγοντες εντός της σφαίρας επιρροής του οφειλέτη, που όμως δεν μπορούσε να προβλέψει και αποτρέψει συνέτειναν στην αδυναμία πληρωμών...

Ένας τέτοιος παράγοντος είναι η μεταγενέστερη της κατάρτισης των δανειακών συμβάσεων εντελώς απρόβλεπτη ακόμη και για τους πλέον ειδικούς οικονομική κρίση, η οποία μαστίζει τη χώρα τα τελευταία χρόνια, και έχει πλήξει κάθε τομέα της ελληνικής αγοράς, όπως αυτόν της απασχόλησης (απώλεια χιλιάδων θέσεων εργασίας με απολύσεις άμεσες ή εξαναγκαστικές και μείωση των αποδοχών και στον ιδιωτικό τομέα), καθώς και κάθε κλάδο απασχολουμένων στο δημόσιο και ιδιωτικό τομέα με τη δραματική μείωση των αποδοχών και συντάξεων.

Οι συνέπειες της οικονομικής κρίσης, την οποία βέβαια δεν μπορούσε να προβλέψει κατά το χρόνο ανάληψης των δανειακών του υποχρεώσεων, έπληξε και τον αιτούντα, ο οποίος έχει υποστεί μειώσεις στα εισοδήματά του, το πρόβλημα δε επιτάθηκε τα τελευταία χρόνια, γεγονός που τον οδήγησε (αιτούντα) σε αδυναμία να εκπληρώσει τις δανειακές του υποχρεώσεις, οι οποίες διογκώθηκαν λόγω και των υψηλών επιτοκίων και συνετέλεσε στην περιέλευσή του σε μόνιμη αδυναμία να ανταποκριθεί στην εξυπηρέτηση των δανείων του.

Συνεπώς και εξ αυτού του λόγου δε συντρέχει στο πρόσωπο του αιτούντος ούτε ενδεχόμενος δόλος, αφού δεν είχε τη δυνατότητα πρόβλεψης, κατά το χρόνο ανάληψης των χρεών του, με βάση τα οικονομικά και κοινωνικά δεδομένα της εποχής, ότι θα περιέρχονταν σε τέτοια δεινή οικονομική κατάσταση ώστε να μην μπορεί να ανταποκριθεί στη εκπλήρωση των δανειακών του υποχρεώσεων.

Αλλά και αν ακόμη ήθελε γίνει δεκτό ότι ο αιτών προέβη σε υπερβολικό δανεισμό δυσανάλογο της οικονομικής του δυνατότητας και πάλι δεν μπορεί να θεμελιωθεί δόλια συμπεριφορά του, τέτοια που να δικαιολογεί τη μη ένταξή του στις ευνοϊκές ρυθμίσεις του νόμου 3869/10, ο οποίος δεν αρκείται σε αμέλεια ακόμα και βαρειά ή συνειδητή.

Και αυτό γιατί, στο δανεισμό του συνέβαλαν αποφασιστικά και οι μετέχουσες τράπεζες και ήδη εφεσίβλητες, οι οποίες παρότι γνώριζαν την οικονομική του κατάσταση από τα οικονομικά του στοιχεία που έθεσε υπόψη τους και πάντως ήταν ευχερής σ' αυτές ο έλεγχός τους, τα οποία μπορούσαν να ζητήσουν αρνούμενες τη χορήγηση των δανείων, όχι μόνο δεν τον απέτρεψαν, αλλά αντίθετα, υπό το κλίμα πιστωτικής εφορίας της εποχής, με ευκολία του χορήγησαν τα παραπάνω δάνεια, προκαλώντας του την πεποίθηση και αισιοδοξία ότι θα μπορέσει να ανταποκριθεί στην εξυπηρέτησή τους, και έτσι τον ενέπλεξαν σε υπερβολικό δανεισμό και σε εξάρτησή του απ' αυτόν, συμβάλλοντας σε σημαντικό βαθμό στο οικονομικό του αδιέξοδο.

Με τα δεδομένα αυτά μόνο ενσυνείδητη αμέλεια μπορεί να αποδοθεί στον αιτούντα για τον υπερδανεισμό του αν ήθελε θεωρηθεί ότι υπήρχε τέτοιος κατά το χρόνο σύναψης των συμβάσεων, την οποία ο νόμος δεν θεωρεί αρκετή για τη μη ένταξή του στις ρυθμίσεις του. Στην προκειμένη δε περίπτωση αποδείχθηκε, κατά τα προρρηθέντα, ότι οι συνολικές οφειλές του αιτούντος προς τις μετέχουσες έχουν διαμορφωθεί σε δυσανάλογα προς τα εισοδήματά του επίπεδα με συνέπεια την υπερχρέωσή του, η οποία καθιστά αναγκαία τη μείωσή τους ώστε να εξασφαλιστεί σ' αυτόν ένα ελάχιστο επίπεδο διαβίωσης και να μπορέσει να επανενταχθεί στην οικονομική και κοινωνική δραστηριότητα, που αποτελεί σκοπό του νόμου και εξυπηρετεί το γενικότερο συμφέρον, που υπερτερεί αυτού των πιστωτριών τραπεζών.

Με βάση τα προαναφερόμενα συντρέχουν στο πρόσωπο του αιτούντος οι προϋποθέσεις για την υπαγωγή του στη ρύθμιση του Ν. 3869/2010 και ειδικότερα σε αυτή των άρθρων 8 § 2 και 9 του νόμου, λαμβανομένων υπόψη των προεκτεθέντων εισοδημάτων του, των προπεριγραφέντων βιοτικών αναγκών και των περιουσιακών του στοιχείων, καθώς, όπως έχει ήδη αναφερθεί, ο αιτών-εκκαλών έχει περιέλθει σε μόνιμη και διαρκή αδυναμία να πληρώνει τις ληξιπρόθεσμες οφειλές του, η δε αδυναμία του αυτή δεν οφείλεται σε δόλο.

Συνεπώς, συντρέχει στην περίπτωσή του αιτούντος μόνιμη και διαρκής αδυναμίας πληρωμής των ληξιπρόθεσμων οφειλών του προς τις πιστώτριες τράπεζες, για το λόγο δε αυτόν, το πρωτοβάθμιο δικαστήριο εσφαλμένα το νόμο εφάρμοσε και εκτίμησε τις ενώπιόν του αποδείξεις. Ας σημειωθεί, όπως αναφέρθηκε ανωτέρω, ότι, το οικογενειακό εισόδημα του εκκαλούντος συμπληρωνόταν και από την άτυπη συνεισφορά του υιού του για την αλλιεργασία, ενώ από τις 16-7-2015 αυτός τυγχάνει άνεργος, με μηδενικά εισοδήματα, όπως προαναφέρθηκε.

Με βάση τα παραπάνω, το εισόδημα του εκκαλούντος, συγκρινόμενο με τις ληξιπρόθεσμες οφειλές του, δεν του επιτρέπει πλέον να ανταποκριθεί στην εξυπηρέτηση των χρεών του. Παράλληλα, αποδείχτηκε ότι, ο αιτών διαθέτει περιουσιακά στοιχεία, για τα οποία, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρ. 8 παρ. 2 εδ. α' και 9 παρ. 1, προβλέπεται η διάθεση για την ικανοποίηση των απαιτήσεων των πιστωτών, εφόσον κριθούν από το δικαστήριο επιδεκτικά ρευστοποίησης, εφόσον δηλαδή πρόκειται να προκαλέσουν αγοραστικό ενδιαφέρον και να αποφέρουν αξιόλογο τίμημα για την ικανοποίηση των πιστωτών.

Επίσης, πρέπει να σημειωθεί ότι η δεύτερη ρύθμιση αφορά την τύχη της περιουσίας του, η οποία σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρ. 8 παρ. 2 εδ. α' και 9 παρ. 1 και 2, προβλέπεται να διατεθεί για την ικανοποίηση των απαιτήσεων των πιστωτών. Η διάθεση αυτή της περιουσίας του οφειλέτη γίνεται μέσω της προβλεπόμενης από τις διατάξεις των παρ. 1 και 2 του άρθρ. 9 του νόμου διαδικασίας, η πρώτη από τις οποίες αναφέρεται στην εκποίηση των περιουσιακών στοιχείων, που θα κριθούν από το δικαστήριο ως ρευστοποιήσιμα, η δε δεύτερη στην εξαίρεση από την εκποίηση της κύριας κατοικίας έναντι όμως ανταλλάγματος, που εκπληρώνεται με μηνιαίες καταβολές, επειδή ακριβώς πρόκειται για ρευστοποιήσιμο περιουσιακό στοιχείο, ώστε να εξισορροπηθεί η απώλεια των πιστωτών του προϊόντος της εκποίησής της.

Γι' αυτό και το προβλεπόμενο από τη διάταξη του άρθρ. 9 παρ. 2 του νόμου αντίτιμο της διάσωσης δε συνδέεται με τα εισοδήματα και τις βιοτικές ανάγκες του οφειλέτη, όπως οι μηνιαίες καταβολές της ρύθμισης του άρθρ. 8 παρ. 2 του νόμου, αλλά με την αξία της κατοικίας, έτσι ώστε η αντιμετώπιση των πιστωτών μέσω των μηνιαίων καταβολών για τη διάσωσή της να είναι ανάλογη αυτής επί ρευστοποίησής της κατά τη διάταξη την παρ. 1 του άρθρ. 9 του νόμου.

Ωστόσο ορθώς επισημαίνεται ότι καθόσον αφορά το κριτήριο των περιουσιακών στοιχείων του οφειλέτη στα πλαίσια του άρθρου 8 παρ. 2 όπως τροποποιήθηκε με το Ν. 4336/2015 η διατύπωση είναι ατυχής. Και τούτο διότι τα περιουσιακά στοιχεία του οφειλέτη στα πλαίσια του άρθρου 8 παρ. 2 του νόμου ενδιαφέρουν μόνο αν είναι προσοδοφόρα.

Αποδείχτηκε ότι ο εκκαλών - αιτών έχει στην πλήρη κυριότητά του ένα οροφοδιαμέρισμα, εμβαδσού 122,85 τ.μ. που βρίσκεται στο .... Η αντικειμενική αξία του εν λόγω διαμερίσματος ανέρχεται στο ποσό των 20.210,16 ευρώ σύμφωνα με τη δήλωση ΕΝΦΙΑ και 27.431,39 ευρώ σύμφωνα με το έντυπο Κ1 υπολογισμός αξίας κτισμάτων με αντικειμενικά κριτήρια της Συμβολαιογράφου Μεσολογγίου Μ.

Σ. Επίσης, έχει την επικαρπία καταστήματος, εμβαδού 122,85 τ.μ. κείμενο στο ισόγειο της κύριας ως άνω κατοικίας του, έχει στην πλήρη κυριότητά του μια ισόγεια αποθήκη, έχει τη χρήση μιας συνεχόμενης αποθήκης, εμβαδού 38,27 τ.μ. και ενός μικρού αυθαίρετου κτίσματος 8,66 τ.μ., ενώ κατέχει ιδανικό μερίδιο οικίας, ήτοι 1/2 εξ αδιαιρέτου οικοπέδου 1.109 τ.μ.

με ισόγεια οικία, εμβαδού 77,19 τ.μ., στη θέση ...", εκτός οικισμού ... ..., αντικειμενικής αξίας 8.696 ευρώ και έχει την πλήρη κυριότητα ενός αγρού (περιβολιού με πορτοκαλιές), εκτάσεως 8.611 τ.μ. στη θέση ... της κτηματικής περιφέρειας ..., αντικειμενικής αξίας 21.080 ευρώ. Μοναδικό αξιόλογο περιουσιακό στοιχείο του εκκαλούντος που μπορεί να ρευστοποιηθεί είναι το οροφοδιαμέρισμα, εμβαδού 122,85 τ.μ.

που βρίσκεται στο .... Η αντικειμενική αξία του εν λόγω διαμερίσματος ανέρχεται στο ποσό των 20.210,16 ευρώ σύμφωνα με τη δήλωση ΕΝΦΙΑ (βλ. άρθρο 9 παρ. 2 εδ. β' του Ν. 3869/2010, όπως τροποποιήθηκε και την προσκομιζόμενη από τον εκκαλούντα δήλωση ΕΝΦΙΑ) και 27.431,39 ευρώ σύμφωνα με το έντυπο Κ1 υπολογισμός αξίας κτισμάτων με αντικειμενικά κριτήρια της Συμβολαιογράφου Μεσολογγίου Μ.

Σ. Αποτελεί δε την κύρια κατοικία του εκκαλούντος και της οικογένειάς του, της οποίας ζητείται η εξαίρεση. Τα υπόλοιπα ακίνητα όμως αυτά, ενόψει της αντικειμενικής και εμπορικής τους αξίας και της θέσης τους, κρίνονται ότι δεν πρόκειται να προκαλέσουν αγοραστικό ενδιαφέρον και να αποφέρουν αξιόλογο τίμημα τέτοιο που να ικανοποιήσει μέρος των απαιτήσεων των πιστωτών του αιτούντος.

Και τούτο διότι ανεξαρτήτως της πραγματικής εμπορικής αξίας τους και ανεξαρτήτως της τοποθεσίας τους, πλέον είναι αμφίβολο το κατά πόσον κρίνεται πρόσφορο να προκαλέσουν αγοραστικό ενδιαφέρον αλλά και να αποφέρουν κάποιο αξιόλογο τίμημα για την ικανοποίηση των πιστωτών, λαμβανομένου υπόψη και των εξόδων της διαδικασίας εκποίησης (αμοιβή εκκαθαριστή, έξοδα δημοσιεύσεως κ.λπ.), η οποία άλλωστε είναι και χρονοβόρα.

Άλλωστε, τα ανωτέρω ακίνητα μπορεί να αποφέρουν κάποιο εισόδημα στον αιτούντα από την εκμετάλλευσή τους (λ.χ. εκμίσθωση αυτών) το οποίο θα του παράσχει τη δυνατότητα για την εξυπηρέτηση των οφειλών του. Μετά τις παραδοχές αυτές, κρίνεται ότι τα περιουσιακά στοιχεία του εκκαλούντος δεν είναι επαρκή για την ικανοποίηση των πιστωτριών του, ενώ αυτός συγκεντρώνει τις προϋποθέσεις για την υπαγωγή του στη ρύθμιση του ν. 3869/2010 και ειδικότερα στα άρθρα 8 παρ. 5 και 9 παρ. 2.

Εν προκειμένω πρέπει να τύχει εφαρμογής η διάταξη του άρθρου 8 παρ. 5 του Ν. 3869/2010 καθότι ο νομοθέτης για την εφαρμογή της ανωτέρω διατάξεως λαμβάνει υπ' όψιν την πραγματική αδυναμία καταβολών το οποίο μπορεί να συμβεί σε περίπτωση χρόνιας χωρίς υπαιτιότητα του οφειλέτη ανεργίας, σοβαρών προβλημάτων υγείας του ή άλλου μέλους της οικογένειάς του, ανεπαρκούς εισοδήματος για την κάλυψη στοιχειωδών αναγκών ή άλλων λόγων ισοδύναμης βαρύτητας...

Συγκεκριμένα, λόγω των εξαιρετικών περιστάσεων που συντρέχουν στην προκείμενη περίπτωση και αναλύθηκαν προηγουμένως, ήτοι του ανεπαρκούς εισοδήματος για την κάλυψη στοιχειωδών βασικών αναγκών του ιδίου και της οικογένειάς του, μεταξύ των οποίων και τα έξοδα για την απαραίτητη ιατροφαρμακευτική περίθαλψή του λόγω σοβαρών προβλημάτων υγείας του, όπως αυτά προεκτέθηκαν, πρέπει, για τη ρύθμιση των χρεών του εκκαλούντος, να οριστούν μηδενικές μηνιαίες καταβολές προς τις πιστώτριές του για χρονικό διάστημα πέντε ετών, όπως επιβάλλεται και από το άρθρο 2 παρ. 1 του Συντάγματος, που θεσπίζει την πρωταρχική υποχρέωση της Πολιτείας να προστατεύει την αξία του ανθρώπου και θέτει ως όριο κάθε πολιτειακής πράξης, όπως είναι και η δικαστική απόφαση, τη διατήρηση εκείνων των συνθηκών διαβίωσης του πολίτη, που θα του επιτρέπουν να ζει με αξιοπρέπεια, ενώ σε διαφορετική περίπτωση, αν το Δικαστήριο στερήσει αυτή τη δυνατότητα στην εκκαλούντα, τότε, σε αντίθεση με την παραπάνω θεμελιώδη συνταγματική διάταξη, που διαπνέει το δίκαιο και την ερμηνεία του, προκρίνει έναντι της αξίας του ανθρώπου την ικανοποίηση περιουσιακών δικαιωμάτων.

Εξάλλου, δεν κρίνεται αναγκαίος ο ορισμός νέας δικασίμου για τον επαναπροσδιορισμό των μηνιαίων καταβολών του εκκαλούντος, καθόσον δεν κρίνεται πιθανή, κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων, η ουσιώδης βελτίωση της οικονομικής κατάστασής του εντός του απώτατου ορίου του χρονικού διαστήματος που προβλέπεται στο άρθρο 8 παρ. 2 του ν. 3869/2010, ήτοι των πέντε ετών.

Άλλωστε, τέτοιος ορισμός νέας δικασίμου δεν επιβάλλεται από την παρ. 5 του άρθρου 8 του ν. 3869/2010, αλλά προβλέπεται ως δυνητικός και επαφίεται στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου. Ωστόσο, οι εφεσίβλητες δεν στερούνται του δικαιώματος να ζητήσουν την τροποποίηση της απόφασης αυτής, εφόσον τούτο δικαιολογείται από μεταγενέστερα γεγονότα ή μεταβολές της περιουσιακής κατάστασης και των εισοδημάτων του οφειλέτη τους...

Ακολούθως, η παραπάνω ρύθμιση θα συνδυαστεί με την αντίστοιχη της διάταξης της παρ. 2 του άρθρου 9 ν. 3869/2010, εφόσον με τις μηδενικές καταβολές τα πέντε έτη της ρύθμισης δεν επέρχεται εξόφληση των πιστωτριών και προβάλλεται αίτημα εξαίρεσης της κατοικίας του εκκαλούντος από την εκποίηση, η ικανοποίηση του οποίου είναι υποχρεωτική για το Δικαστήριο, δεδομένου ότι η αξία αυτής δεν υπερβαίνει το προβλεπόμενο από τις ισχύουσες διατάξεις όριο αφορολόγητης απόκτησης πρώτης κατοικίας, προσαυξημένο κατά 50% (βλ.

άρθρο 1 ν. 1078/1980). Έτσι θα πρέπει να οριστούν μηνιαίες καταβολές για τη διάσωση της κύριας κατοικίας του εκκαλούντος, για την οποία αυτή, λαμβανομένων υπόψη των οικονομικών και βιοτικών συνθηκών του ιδίου και της οικογένειάς του και ιδίως των εξαιρετικών συνθηκών που προαναφέρθηκαν και οι οποίες δικαιολόγησαν την εφαρμογή της παρ. 5 του άρθρου 8 του ν. 3869/2010, σύμφωνα και με τα διαλαμβανόμενα στη μείζονα σκέψη που προηγήθηκε, θα πρέπει να καταβάλει ποσό που ανέρχεται σε ποσοστό 30% της αντικειμενικής αξίας της, ήτοι το ποσό των 6.063,04 ευρώ (20.210,16 ευρώ χ 30%).

Η αποπληρωμή του ποσού αυτού θα γίνει εντόκως, χωρίς ανατοκισμό, με το μέσο επιτόκιο στεγαστικού δανείου με σταθερό επιτόκιο που ισχύει για ανάλογη της ρύθμισης περίοδο, όπως προκύπτει από το στατιστικό δελτίο της Τράπεζας της Ελλάδος. Θα ξεκινήσει πέντε (5) έτη μετά τη δημοσίευση της παρούσας απόφασης, επειδή κρίνεται ότι πρέπει να παρασχεθεί στον εκκαλούντα η ως άνω περίοδος χάριτος, ο δε χρόνος εξόφλησής του πρέπει να οριστεί σε 10 έτη (120 μηνιαίες δόσεις), λαμβανομένων υπόψη της διάρκειας των δανειακών συμβάσεων, του συνόλου των χρεών του εκκαλούντος, της οικονομικής του δυνατότητας και της ηλικίας του.

Η μηνιαία, επομένως, δόση που θα καταβάλλει αυτός, κατά το πρώτο πενθήμερο εκάστου μήνα, σ' αυτό το στάδιο της ρύθμισης, θα ανέρχεται στο ποσό των 50,52 (6.063,04/120) ευρώ, αρχής γενομένης από το πρώτο πενθήμερο του πρώτου μήνα πέντε (5) έτη μετά τη δημοσίευση της παρούσας, τα οποία ορίζονται ως περίοδος χάριτος. Από το σκέλος αυτό της ρύθμισης θα ικανοποιηθούν συμμέτρως οι ανέγγυες πιστώτριές τους, εφεσίβλητες.

Ωστόσο, από τις καταβολές αυτές για τη διάσωση της κύριας κατοικίας θα ικανοποιηθεί πρωτίστως προνομιακά η απαίτηση της πρώτης εφεσίβλητης υπό ειδική εκκαθάριση τελούσας ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία "ΑΓΡΟΤΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ" ποσού 326.231,29 ευρώ και ακολούθως η απαίτηση της δεύτερης εφεσίβλητης πιστώτριας, ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία "Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος Α.Ε." ποσού 32.351,86 ευρώ, οι οποίες είναι εξοπλισμένες, κατά τα προεκτεθέντα με διαδοχικές υποθήκες, που προηγούνται χρονολογικά.

Με βάση τα προλεχθέντα στην πρώτη πιστώτρια, ο εκκαλών υποχρεούται να καταβόλει για το ανωτέρω χρονικό διάστημα μηνιαίως το ποσό των 22,48 ευρώ και μετά τη διόρθωση της προσβαλλόμενης, 45.97 ευρώ και το ποσό των 2,22 ευρώ και μετά τη διόρθωση 4,55 ευρώ στη δεύτερη εξ αυτών. Ωστόσο το υπόλοιπο ποσό των απαιτήσεων των καθ' ων, που δεν θα καλυφθεί από τις παραπάνω ρυθμίσεις, δεν μπορεί να ικανοποιηθεί και απαλλάσσεται ο αιτών και ήδη εκκαλών ( άρθρο 11 παρ. 1 του Ν. 3860/2010), εφόσον από το νόμο δεν μπορεί να επιβληθεί άλλη υποχρέωση στον αιτούντα και ήδη εκκαλούντα, υπό τον όρο, όμως της κανονικής εκτέλεσης των υποχρεώσεών του, κατά τα οριζόμενα στο διατακτικό της παρούσας...".

Κρίνοντας έτσι το ως Εφετείο δικάσαν Δικαστήριο για να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα, ότι συντρέχουν στο πρόσωπο του 1ου αναιρεσιβλήτου, αιτούντος την υπαγωγή του στο Ν. 3869/2010, οι νόμιμες προϋποθέσεις για τις ευεργετικές διατάξεις του ανωτέρω νόμου και ακολούθως να μην καταγνώσει σε βάρος του άμεσο δόλο (αλλά ούτε και ενδεχόμενο) εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε την ουσιαστικού κανόνα δικαίου διάταξη του άρθρ. 1 παρ. 1 περ.

α' του Ν. 3869/2010, διότι τα περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν ήταν αρκετά για να πληρωθεί το πραγματικό της ανωτέρω διάταξης ως προς τη θεμελίωση ενδεχόμενου δόλου και έτσι αξίωσε περισσότερα στοιχεία για την εφαρμογή της, από όσα ο νόμος απαιτεί παραβιάζοντας ευθέως τον ανωτέρω κανόνα δικαίου με τη μη εφαρμογή του.

Πιο συγκεκριμένα, σύμφωνα με τις ανέλεγκτα αναιρετικά παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης το ως Εφετείο δικάσαν Δικαστήριο δέχτηκε αναφορικά με το κρίσιμο για την έκβαση της δίκης ζήτημα της ανυπαρξίας δόλιας συμπεριφοράς του 1ου αναιρεσιβλήτου 1) ότι αυτός πριν την οικονομική κρίση είχε εισόδημα 4.047,70 ευρώ μηνιαία, ενώ ότι πριν την υποβολή της αίτησής του για την υπαγωγή του στο Ν. 3869/2010, το μηνιαίο εισόδημά του είχε μειωθεί σε 1.754,05 ευρώ και ότι από 16-7-2015 ήταν μηδενικό, διότι αυτός, λόγω προβλημάτων υγείας, που τον έχουν καταστήσει ανάπηρο σε ποσοστό 80%, αποχώρησε οικειοθελώς από την εργασία του ως μισθωτός αλιέας, χωρίς όμως συγχρόνως να προκύπτει από τις παραδοχές, εάν ο 1ος αναιρεσίβλητος ελάμβανε σύνταξη αναπηρίας ή όχι, 2) ότι αυτός βαρύνεται με τη διατροφή της συζύγου του και των δύο ενηλίκων άγαμων και άνεργων θυγατέρων του, χωρίς επίσης να προκύπτει από τις παραδοχές, εάν αυτές είχαν περιουσία, με δεδομένο ότι, κατ' άρθρ. 1486 παρ. 1 ΑΚ, το ενήλικο τέκνο για να δικαιούται διατροφή από τον ανιόντα του οφείλει να αναλώσει προηγουμένως την περιουσία που τυχόν έχει (ΑΠ 155/2011), 3) ότι σε προγενέστερο από την αίτησή του χρονικό διάστημα είχε αναλάβει σημαντικού ύψους δανειακές υποχρεώσεις για την κάλυψη στεγαστικών και επιχειρηματικών αναγκών, είτε ως πρωτοφειλέτης, είτε ως εγγυητής και εντελώς ενδεικτικά η προσβαλλόμενη αναφέρει ότι:

Α) προς την 2η αναιρεσίβητη τράπεζα οφείλει για επενδυτικό δάνειο για την ανακαίνιση επαγγελματικής στέγης 21.147,65 ευρώ, για επενδυτικό επίσης δάνειο για αποπεράτωση οικίας 68.749,02 ευρώ και ως εγγυητής για την αγορά αλιευτικού σκάφους 163.858,99 ευρώ, για την αγορά οικοπέδου και επισκευή οικίας 123.214,85 ευρώ και 45.677,41 ευρώ και ότι πλέον των ανωτέρω δανειακών υποχρεώσεων οι ληξιπρόθεσμες οφειλές του προς τη 2η αναιρεσίβλητη τράπεζα ανέρχονται συνολικά σε 662.761,41 ευρώ, Β) προς την αναιρεσείουσα τράπεζα οφείλει το ποσό των 38.719,68 ευρώ και για επιχειρηματικό δάνειο 32.351,86 ευρώ, Γ) στην 3η αναιρεσίβλητη τράπεζα οφείλει 23.277,45 ευρώ και Δ) στην 4η αναιρεσίβλητη τράπεζα οφείλει 8.201,98 ευρώ και ότι συνολικά οι ληξιπρόθεσμες δανειακές υποχρεώσεις του 1ου αναιρεσιβλήτου ανέρχονταν κατά την άσκηση της αίτησής του στο ιδιαίτερο σημαντικό ποσό των 732.960,52 ευρώ, 4) ότι ο 1ος αναιρεσίβλητος τελεί σε μόνιμη και διαρκή αδυναμία να εξυπηρετήσει τα χρέη του ενόψει του εισοδήματος και των οικογενειακών του υποχρεώσεων και τέλος 5) ότι αυτός δεν μπορούσε να προβλέψει κατά το χρόνο ανάληψης των δανειακών του υποχρεώσεων τις συνέπειες από την οικονομική κρίση, που μείωσαν δραστικά το εισόδημά του και ότι συνεπώς δεν τον βαρύνει άμεσος, αλλά ούτε ενδεχόμενος δόλος.

Εξάλλου, το ως Εφετείο δικάσαν Δικαστήριο με επάλληλη αιτιολογία δέχτηκε ότι, σε κάθε περίπτωση, εάν ήθελε γίνει δεκτό ότι αυτός είχε προβεί σε υπερβολικό δανεισμό, τούτο οφείλεται σε ενσυνείδητη αμέλεια αυτού (που δεν αποκλείει την υπαγωγή του στις ευεργετικές διατάξεις του Ν. 3869/2010) διότι, σύμφωνα με τις παραδοχές, στον υπερδανεισμό συνέβαλαν αποφασιστικά οι μετέχουσες τράπεζες, οι οποίες, αν και γνώριζαν την οικονομική του κατάσταση,από τα στοιχεία που είχε θέσει υπόψη τους των οποίων ο έλεγχος εκ μέρους αυτών ήταν ευχερής, όχι μόνο δεν αρνήθηκαν να του χορηγήσουν τα δάνεια, αλλά ότι αντίθετα τα χορήγησαν με ευκολία και ότι έτσι τον ενέπλεξαν σε υπερβολικό δανεισμό δημιουργώντας σ' αυτόν την αισιόδοξη πεποίθηση, ότι θα ανταποκριθεί στην εξυπηρέτηση των δανειακών του υποχρεώσεων.

Με τις ανωτέρω όμως παραδοχές του το ως Εφετείο δικάσαν Δικαστήριο απαίτησε περισσότερα στοιχεία, από όσα απαιτεί η ουσιαστική διάταξη του άρθρου 1 παρ. 1 περ. α' Ν. 3869/2010 ως προς την περιέλευση του 1ου αναιρεσιβλήτου από ενδεχόμενο δόλο σε μόνιμη και γενική αδυναμία πληρωμής των ληξιπροθέσμων υποχρεώσεών του, διότι τα ανωτέρω πραγματικά περιστατικά, που η προσβαλλόμενη απόφαση ανελέγκτως αναιρετικά δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, αρκούσαν για να πληρωθεί το πραγματικό της ουσιαστικής ως άνω διάταξης αναφορικά τουλάχιστον με τον ενδεχόμενο δόλο.

Και τούτο διότι η έννοια του ενδεχόμενου δόλου περιορίζεται στην πρόθεση του οφειλέτη και μόνο, δηλαδή σε ένα υποκειμενικό στοιχείο, χωρίς την ανάγκη προσθήκης και άλλων αντικειμενικών στοιχείων, όπως είναι η παράλειψη των υπαλλήλων της Τράπεζας να ενεργήσουν την αναγκαία έρευνα της πιστοληπτικής ικανότητας του δανειολήπτη, πριν να χορηγήσουν την πίστωση.

Στην ένδικη υπόθεση, σύμφωνα με τις παραδοχές, ο 1ος αναιρεσίβλητος μπορούσε να προβλέψει κατά την ανάληψη των ιδιαίτερα υψηλών δανειακών του υποχρεώσεων, ότι τα μηνιαία εισοδήματά του και η μικρής αξίας, κατ' αντικειμενικό προσδιορισμό ακίνητη περιουσία του, σύμφωνα με τις παραδοχες (δηλαδή 27.431,99 ευρώ η αξία της κύριας κατοικίας και 20.210,16 ευρώ η αξία της λοιπής ακίνητης περιουσίας) βρίσκονταν σε πρόδηλη αναντιστοιχία προς τα χρέη, που ανέλαβε, είτε ως πρωτοφειλέτης, είτε ως εγγυητής και ότι είναι ενδεχόμενο, κατ' αντικειμενική κρίση μέσου συνετού δανειολήπτη, ότι ο υπερδανεισμός του με βάση τις υφιστάμενες ή τις ευλόγως αναμενόμενες οικονομικές μελλοντικές του δυνατότητες θα τον οδηγούσε σε κατάσταση αδυναμίας πληρωμών και παρά ταύτα αποδέχθηκε το αποτέλεσμα αυτό συνεχίζοντας τον αλόγιστο υπέρμετρο δανεισμό του με πολλαπλά καταναλωτικά, επιχειρηματικά και στεγαστικά δάνεια και συνολικά, σύμφωνα με τις παραδοχές 13 δάνεια και 1 δάνειο από πιστωτική κάρτα, με ιδία αυτού πρωτοβουλία, είτε ως πρωτοφειλέτης είτε ως εγγυητής, αδιαφορώντας συγχρόνως για τις επιζήμιες συνέπειες προς τους πιστωτές του.

Τα περιστατικά αυτά αρκούσαν για να θεμελιωθεί η νομική έννοια του ενδεχόμενου δόλου κατά την ανάληψη των δανειακών υποχρεώσεων του 1ου αναιρεσιβλήτου. Επομένως, το ως Εφετείο δικάσαν Δικαστήριο, που δέχτηκε τα αντίθετα, αξίωσε περισσότερα στοιχεία από όσα απαιτεί η διάταξη του άρθρου 1 παρ. 1 περ. α' Ν. 3869/2010, την οποία παραβίασε ευθέως με εσφαλμένη ερμηνεία και μη υπαγωγή των αποδειχθέντων περιστατικών στην έννοια του ενδεχόμενου δόλου.

Συνεπώς ιδρύεται η αναιρετική πλημμέλεια εκ του άρθρου 560 αρ. 1 ΚΠολΔ και ο 2ος σχετικός αναιρετικός λόγος πρέπει να γίνει δεκτός ως ουσιαστικά βάσιμος και να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση.

Περαιτέρω, ο 1ος αναιρετικός λόγος, κατ' αμφότερα τα σκέλη του, για την ευθεία και εκ πλαγίου παραβίαση του ουσιαστικής διάταξης του άρθρ. 9 παρ. 2 Ν. 3869/2010, πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμος, διότι, σύμφωνα με όσα αναπτύχθηκαν στη νομική σκέψη της παρούσας απόφασης, το ποσό των απαιτήσεων που μπορεί να ικανοποιηθεί με την εξαίρεση από την εκποίηση της κύριας κατοικίας κατ' άρθρ. 9 παρ. 2 Ν. 3869/2010, ως αντάλλαγμα, δύναται να ανέρχεται σε ποσοστό μέχρι και στο 80% της αντικειμενικής αξίας της κύριας κατοικίας, κατ' ανώτατο ύψος και όχι κατά κατώτατο.

Συνεπώς, το ως Εφετείο δικάσαν Δικαστήριο υποχρεώνοντας τον 1ο αναιρεσίβλητο οφειλέτη, να καταβάλει για τη διάσωση της κύριας κατοικίας του ποσοστό 30% της αντικειμενικής αξίας αυτής, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε την ανωτέρω ουσιαστική διάταξη νόμου, ενώ επίσης διέλαβε σαφή και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που στηρίζουν το διατακτικό της απόφασής του. Επίσης, και ο 3ος αναιρετικός λόγος για την ευθεία παραβίαση της ουσιαστικής διάταξης του άρθρου 9 παρ. 1 Ν. 3869/2010, πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος, διότι υπό την επίφαση της ανωτέρω αναιρετικής πλημμέλειας η αναιρεσείουσα τράπεζα επιδιώκει να πλήξει την αναιρετικά ανέλεγκτη περί των πραγμάτων κρίση του Δικαστηρίου ουσίας ως προς το ρευστοποιήσιμο ή όχι της λοιπής ακίνητης περιουσίας του 1ου αναιρεσιβλήτου - δανειολήπτη και την επάρκεια αυτής να ικανοποιήσει τις οφειλές του προς τις πιστώτριες τράπεζες.

Συμπερασματικά, κατόπιν όλων αυτών, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση για να ερευνηθεί περαιτέρω στο Δικαστήριο, που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, του οποίου είναι δυνατή η συγκρότηση από άλλον Δικαστή (άρθρο 580 αρ. 3 ΚΠολΔ). Επίσης πρέπει να διαταχθεί η επιστροφή του παραβόλου, που έχει καταθέσει η αναιρεσείουσα για την άσκηση της αναίρεσης στο Δημόσιο Ταμείο (άρθρο 495 παρ. 3 εδ. Β'δ' ΚΠολΔ). Διάταξη περί δικαστικής δαπάνης δεν ορίζεται, έστω και εάν πρόκειται για υπόθεση που κρίνεται κατά τους κανόνες της εκουσίας δικαιοδοσίας (άρθρο 3 εδ. β' Ν. 3869/2010), διότι η δικαστική διαδικασία του εν λόγω νόμου δεν επιτρέπει την εφαρμογή του άρθρου 746 ΚΠολΔ, καθόσον επικρατεί η ειδικότερη ρύθμιση, που προβλέπει η διάταξη του άρθρου 8 παρ. 6 εδ. β' του Ν. 3869/2010, κατά την οποία "...δικαστική δαπάνη δεν επιδικάζεται..." και το οποίο εφαρμόζεται και στην αναιρετική δίκη (ΑΠ 1446/2018, ΑΠ 286/2017, ΑΠ 65/2017).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την υπ' αριθμ. 155/2017 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Μεσολογγίου, που εκδόθηκε με την ειδική διαδικασία της εκουσίας δικαιοδοσίας, όπως αυτή έχει διορθωθεί με την υπ' αριθμ. 186/2017 απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου.

Παραπέμπει την υπόθεση στο Δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση συγκροτούμενο από άλλον Δικαστή.

Και Διατάσσει την επιστροφή του παραβόλου, που η αναιρεσείουσα Τράπεζα κατέθεσε στο Δημόσιο Ταμείο για την άσκηση της αίτησης αναίρεσης.

ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 6 Μαρτίου 2020.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 19 Ιουνίου 2020.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ