Supreme Court dismisses bank's appeal on debt restructuring plan regarding primary residence value limits.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the National Bank of Greece's appeal against a first-instance judgment ordering a debt restructuring plan for two individuals. The appellants argued that the court erred by setting the primary residence value at less than 80% of its objective value, while the bank contended this violated the relevant law. The court ruled that the lower value was legally correct because the judge was required to apply income and living needs criteria alongside the objective value when calculating monthly payments under the specific procedure.
Legislator headnote
AI generatedArticles 8 and 9 of Law 3869/2010; When a court orders a debt restructuring plan involving a primary residence, it must evaluate both the objective value of the property and the debtor's income and living needs to determine the monthly payment amount, meaning a value below 80% is not a violation if income criteria are properly applied.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 802 / 2021 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 802/2021
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Καλού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωστούλα Φλουρή - Χαλεβίδου, Μαρία Τζανακάκη, Αικατερίνη Βλάχου και Ευστάθιο Νίκα, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 20 Νοεμβρίου 2020, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία «ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ ΑΕ», που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Νέστορα Πέτσα με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Μ. Μ. του Γ. και 2) Α. - Π. Π. του Σ., κατοίκων … Αττικής, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Αλέξανδρο Τσάπελη.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 13.06.2012 (αρ. εκθ. καταθ. 439/2012 και 440/2012) αιτήσεις των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκαν στο Ειρηνοδικείο Καλλιθέας και επί των οποίων εκδόθηκαν οι 34/2017 και 35/2017 οριστικές αποφάσεις του ίδιου Δικαστηρίου και η 13133/2018 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 14.02.2019 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγήτρια την Αρεοπαγίτη Μαρία Τζανακάκη, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων ζήτησε την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
[I] Η κρινόμενη από 14.02.2019 (αρ.κατ. 23/2019) αίτηση αναίρεσης της αναιρεσείουσας τραπεζικής εταιρείας απευθύνεται κατά της οριστικής υπ’ αρ. 13133/2018 απόφασης του ως Εφετείο δικάσαντος Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που εκδόθηκε με την ειδική διαδικασία της εκουσίας δικαιοδοσίας (άρθρο 3 Ν. 3869/2010, σε συνδυασμό με το άρθρο 739 επ. ΚΠολΔ) και έχει ασκηθεί νόμιμα και εμπρόθεσμα. Επομένως, πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο του μοναδικού λόγου αναίρεσης αυτής (άρθρο 577 αρ.1 και 3 ΚΠολΔ).
[II] Από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης και των λοιπών διαδικαστικών εγγράφων της δίκης (άρθρο 562 αρ.2 ΚΠολΔ), αναφορικά με τη διαδικαστική πορεία της υπόθεσης, προκύπτει ότι ο ήδη 1ος αναιρεσίβλητος άσκησε την από 13.06.2012 (αρ.κατ. 439/2012) αίτηση και η ήδη 2η αναιρεσίβλητη, σύζυγός του, την από 13.06.2012 (αρ.κατ. 440/2012) αίτηση με τις οποίες, αμφότεροι οι αιτούντες, επικαλούμενοι έλλειψη πτωχευτικής ικανότητας και μόνιμης αδυναμίας πληρωμής των ληξιπροθέσμων οφειλών τους προς την ήδη αναιρεσείουσα πιστώτρια τραπεζική εταιρεία ζήτησαν από το αρμόδιο Ειρηνοδικείο Καλλιθέας την επικύρωση του προτεινόμενου από αυτούς σχεδίου διευθέτησης των ληξιπροθέσμων οφειλών τους, διαφορετικά τη ρύθμιση αυτών από το Δικαστήριο, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 8 παρ.2 του Ν. 3869/2010, καθώς επίσης την εξαίρεση από την ρευστοποίηση της μοναδικής κύριας κατοικίας τους, που αποτελεί την οικογενειακή στέγη αυτών και των δύο ανηλίκων τέκνων τους (11 και 5 ετών αντίστοιχα), δηλαδή ενός διαμερίσματος επιφάνειας 80,50 μ², που βρίσκεται σε πολυκατοικία στην Καλλιθέα Αττικής και του οποίου είναι συγκύριοι κατά ποσοστό 50% εξ αδιαιρέτου καθένας.
Οι ανωτέρω αιτήσεις εκδικάστηκαν και εκδόθηκαν αντίστοιχα οι υπ’ αρ. 34 και 35/2017 οριστικές αποφάσεις του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, με τις οποίες έγιναν δεκτές αμφότερες οι αιτήσεις. Ειδικότερα, το Ειρηνοδικείο Καλλιθέας ρύθμισε το χρέος των αιτούντων συζύγων, που προερχόταν από την υπ’ αρ. ... σύμβαση στεγαστικού δανείου, ποσού 56.559,05 ευρώ για καθένα και καθόρισε για μια τετραετία μηνιαίες καταβολές για κάθε σύζυγο ποσού 20 ευρώ. Επίσης, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο εξαίρεσε από την ρευστοποίηση τη μοναδική κύρια κατοικία των αιτούντων συζύγων, υπό τον όρο, για τη διάσωσή της, να καταβάλουν οι αιτούντες, μετά την περίοδο χάριτος των τεσσάρων ετών, το ποσό των 72,86 ευρώ καθένας επί 35 έτη, ενώ επίσης εξαίρεσε από την ρευστοποίηση και το ΙΧΕ αυτοκίνητο, εργοστασίου κατασκευής NISSAN, τύπου ALMERA ,κυβισμού 1500 cc, ιδιοκτησίας του 1ου αιτούντα – 1ου αναιρεσιβλήτου, με πρώτη άδεια κυκλοφορίας του έτους 2005.
Κατά των ανωτέρω αποφάσεων οι αιτούντες – σύζυγοι άσκησαν εφέσεις και ειδικότερα, ο 1ος τούτων την από 29.03.2017 (αρ.κατ. 1391/2017) έφεση και η 2η αιτούσα την από 29.03.2017 (αρ.κατ. 1390/2017) έφεση, οι οποίες συνεκδικάστηκαν και εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, η οποία δέχτηκε τυπικά και κατ’ ουσίαν τις εφέσεις. Ειδικότερα, κατά συνοπτική παράθεση των παραδοχών της προσβαλλόμενης απόφασης, που θα εκτεθούν αναλυτικά παρακάτω, το ανωτέρω δευτεροβάθμιο Δικαστήριο δέχτηκε, ότι οι αιτούντες σύζυγοι περιήλθαν χωρίς δόλο σε μόνιμη αδυναμία πληρωμών και ρύθμισε το ληξιπρόθεσμο χρέος τους, το οποίο προέρχεται από το ανωτέρω στεγαστικό δάνειο, που τους έχει χορηγήσει η ήδη αναιρεσείουσα τράπεζα, με μηνιαίες δόσεις ποσού 20 ευρώ για τον καθένα επί μια πενταετία και, συγχρόνως, εξαίρεσε από την εκποίηση την ανωτέρω κύρια μοναδική κατοικία τους με την υποχρέωση, ότι αυτοί, μετά την πάροδο της περιόδου χάριτος των 5 ετών ,οφείλουν για τη διάσωσή της να καταβάλουν στην πιστώτρια τράπεζα επί 20 έτη, το ποσό των 63,75 ευρώ ο καθένας, μηνιαίως.
[III] Σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 9 παρ. 2 Ν. του 3869/2010, όπως ισχύει μετά την τροποποίησή του με το Ν. 4161/2013, το οποίο εφαρμόζεται στην προκειμένη περίπτωση, ενόψει του ότι οι ένδικες αιτήσεις υπαγωγής στις ευεργετικές διατάξεις του ανωτέρω Ν. 3869/2010, έχουν υποβληθεί στη γραμματεία του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου το έτος 2012, «Ο οφειλέτης μπορεί να υποβάλει στο δικαστήριο πρόταση εκκαθάρισης, ζητώντας να εξαιρεθεί από την εκποίηση βεβαρημένο ή μη με εμπράγματη ασφάλεια ακίνητο, που χρησιμεύει ως κύρια κατοικία του, εφόσον τούτο δεν υπερβαίνει το προβλεπόμενο από τις ισχύουσες διατάξεις όριο αφορολόγητης απόκτησης πρώτης κατοικίας, προσαυξημένο κατά πενήντα τοις εκατό.
Στην περίπτωση αυτή το δικαστήριο ρυθμίζει την ικανοποίηση απαιτήσεων των πιστωτών σε συνολικό ποσό που μπορεί να ανέρχεται μέχρι και στο ογδόντα τοις εκατό (80%) της αντικειμενικής αξίας του ακινήτου της κύριας κατοικίας. Η ρύθμιση μπορεί να προβλέπει και περίοδο χάριτος. Η εξυπηρέτηση της οφειλής γίνεται με επιτόκιο που δεν υπερβαίνει αυτό της ενήμερης οφειλής ή το μέσο επιτόκιο στεγαστικού δανείου με κυμαινόμενο επιτόκιο που ίσχυε σύμφωνα με το στατιστικό δελτίο της Τράπεζας της Ελλάδος κατά τον τελευταίο μήνα για τον οποίο υφίσταται μέτρηση, αναπροσαρμοζόμενο με επιτόκιο αναφοράς αυτό των Πράξεων Κύριας Αναχρηματοδότησης της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας ή, σε περίπτωση καθορισμού σταθερού επιτοκίου, το μέσο επιτόκιο στεγαστικού δανείου για ανάλογη της ρύθμισης περίοδο, όπως ομοίως προκύπτει από το στατιστικό δελτίο της Τράπεζας της Ελλάδος, και χωρίς ανατοκισμό.
Οι απαιτήσεις των πιστωτών που έχουν εμπράγματη ασφάλεια στο ακίνητο ικανοποιούνται προνομιακά από τις καταβολές του οφειλέτη με βάση την παρούσα παράγραφο».
Σύμφωνα με την πάγια θέση που έχει επικρατήσει στο Δικαστήριο τούτο, από την απολύτως σαφή γραμματική και μόνο διατύπωση της ως άνω διάταξης, η οποία αναφέρεται «σε συνολικό ποσό που μπορεί να ανέρχεται μέχρι και στο ογδόντα τοις εκατό (80%) της αντικειμενικής αξίας του ακινήτου της κύριας κατοικίας» και όχι «σε συνολικό ποσό που ανέρχεται στο ογδόντα τοις εκατό (80%) της αντικειμενικής αξίας του ακινήτου της κύριας κατοικίας» συνάγεται ευθέως, ότι το ποσό των απαιτήσεων, που μπορεί με τον τρόπο αυτό να ικανοποιηθεί, ως αντάλλαγμα, δύναται να ανέρχεται σε ποσοστό 80% της αντικειμενικής αξίας του ακινήτου της κύριας κατοικίας κατ’ ανώτατο ύψος και όχι κατά κατώτατο.
Επομένως, το ποσό των απαιτήσεων, που μπορεί με τον τρόπο αυτό να ικανοποιηθεί, ως αντάλλαγμα, δύναται να ανέρχεται και σε ποσοστό κατώτερο του 80% της αντικειμενικής αξίας του ακινήτου της κύριας κατοικίας. Και ναι μεν ο νόμος δεν παραθέτει στη συνέχεια, ειδικά κριτήρια για τον καθορισμό του ύψους των μηνιαίων καταβολών για το χρέος αυτό, που επιβάλλεται στον οφειλέτη ως πρόσθετο, ώστε να επωφεληθεί από την εξαίρεση της εκποίησης της κύριας κατοικίας, πλην όμως τα κριτήρια αυτά συνάγονται με συστηματική ερμηνεία από την ανάλογη ρύθμιση του άρθρου 8 παρ. 5 του Ν. 3869/2010, και είναι ιδίως, η χρόνια ανεργία, χωρίς υπαιτιότητα του οφειλέτη, σοβαρά προβλήματα υγείας, ανεπαρκές εισόδημα για την κάλυψη στοιχειωδών βιοτικών αναγκών του οφειλέτη ή άλλοι λόγοι ίδιας τουλάχιστον βαρύτητας.
Η από την προεκτεθείσα διάταξη προβλεπόμενη εξαίρεση της κύριας κατοικίας του οφειλέτη από τη ρευστοποίηση, η οποία άλλωστε δεν παρέχεται σε όλους τους οφειλέτες, αλλά σε αυτούς, που η αξία της κατοικίας τους δεν υπερβαίνει ένα όριο, εκπορεύεται καταρχάς από την ανάγκη προστασίας του, ώστε να αποκατασταθεί γενικά η κοινωνική συνοχή (που αποτελεί πάντοτε σκοπό του τεθειμένου δικαίου), η οποία έχει διαρραγεί, λόγω του μεγάλου αριθμού ιδιωτών οφειλετών στο κοινωνικό πεδίο των συμβατικών εννόμων σχέσεων προς πιστωτικά ιδρύματα, αλλά και ειδικά, ώστε να παρασχεθεί η δυνατότητα σε έκαστο υπερχρεωμένο κοινωνό (φυσικό πρόσωπο), να αποτελέσει εκ νέου δυναμικό παράγοντα της οικονομικής – συναλλακτικής κοινωνίας.
Δικαιολογείται, όμως, ειδικότερα από την ανάγκη προστασίας της κύριας κατοικίας του, η οποία, υπό την έννοια της οικογενειακής στέγης, ως κοινωνικό αγαθό, απολαμβάνει συνταγματικής προστασίας, κατ` άρθρο 21 του Συντάγματος (ΑΠ 120/2020, ΑΠ 681/2020).
Κατά την διάταξη του άρθρ. 560 αριθμ. 1 εδ. α’ του ΚΠολΔ, όπως ίσχυε, τόσο πριν, όσο και μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του Ν. 4335/2015, κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των πρωτοδικείων, που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, επιτρέπεται αναίρεση αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών.
Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (ΟλΑΠ 31/2009, ΑΠ 757/2015).
Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ’ ουσίαν, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται με βάση τα πραγματικά περιστατικά που ανέλεγκτα το δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν και την υπαγωγή τους στο νόμο και ιδρύεται αυτός ο λόγος αναιρέσεως αν οι πραγματικές παραδοχές της αποφάσεως καθιστούν φανερή την παραβίαση.
Με τον λόγο αυτόν δεν επιτρέπεται να πλήττεται η προσβαλλομένη απόφαση κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, υπό την επίκληση ότι αυτή παραβίασε κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο κατά το άρθρο 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ (ΑΠ 551/2018, ΑΠ 1753/2017, ΑΠ 849/2007).
[IV] Στην προκειμένη περίπτωση, με τον μοναδικό λόγο της αίτησης αναίρεσης η αναιρεσείουσα τραπεζική εταιρεία αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια εκ του άρθρου 560 αρ1 περ.α’ ΚΠολΔ, με τη αιτίαση, ότι το ως Εφετείο δικάσαν Δικαστήριο με το να δεχθεί, ότι για να εξαιρεθεί από τη ρευστοποίηση η μοναδική κύρια κατοικία των αναιρεσιβλήτων συζύγων, οφείλουν να καταβάλουν καθένας τούτων, μετά την περίοδο χάριτος των πέντε ετών, το ποσό των 63,75 ευρώ μηνιαία για χρονικό διάστημα 20 ετών, που αντιστοιχεί σε ποσοστό 40% της αντικειμενικής αξίας του ιδανικού μεριδίου συγκυριότητας (ποσοστού 1/2 εξ αδιαιρέτου καθένας) επί του ανωτέρω ακινήτου και ειδικότερα, ποσού 38253,60 ευρώ, εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε την ουσιαστικού κανόνα δικαίου διάταξη του άρθρου 9 παρ.2 Ν. 3869/2010, όπως ισχύει μετά την αντικατάστασή της από τον Ν. 4161/2013, την οποία παραβίασε ευθέως, διότι, κατά την άποψη της αναιρεσείουσας τράπεζας:
(Α) το προβλεπόμενο από την ανωτέρω διάταξη αντίτιμο της διάσωσης της κύριας κατοικίας δεν συνδέεται με τα εισοδήματα και τις βιοτικές ανάγκες του οφειλέτη, αλλά με την αξία της κατοικίας και
(Β) το Δικαστήριο δεν έχει τη δυνατότητα να καθορίσει το ανωτέρω ποσό σε ποσοστό μικρότερο από το 80% της αντικειμενικής αξίας της κύριας κατοικίας του οφειλέτη,αφού η φράση «μέχρι συνολικό ποσό που ανέρχεται στο 80%» κατά την άποψη της αναιρεσείουσας τράπεζας, αναφέρεται όχι σε δυνατότητα του Δικαστηρίου να προσδιορίσει το ποσοστό αυτό, αλλά στο ανώτατο όριο της πρόσθετης αυτής επιβάρυνσης.
[V] Στην προκειμένη περίπτωση, από την επιτρεπτή κατ’ αρ. 561 αρ.2 ΚΠολΔ επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι, το ως Εφετείο δικάσαν Δικαστήριο για το ερευνώμενο με το μοναδικό αναιρετικό λόγο ζήτημα, δέχθηκε κατά την ανέλεγκτη περί των πραγμάτων κρίση του, τα ακόλουθα:
«| […] Ο αιτών και ήδη εκκαλών στην πρώτη έφεση, έχει γεννηθεί το έτος 1976 και εργάζεται ως ιδιωτικός υπάλληλος στην εταιρία με την επωνυμία ... S.A., έναντι μηνιαίου μισθού, ο οποίος, όπως προκύπτει από την απόδειξη πληρωμής της μισθοδοσίας του μηνός Απριλίου 2018, ανέρχεται στο καθαρό ποσό των 820 ευρώ περίπου. Η αιτούσα καί ήδη εκκαλούσα στη δεύτερη έφεση, σύζυγος του αιτούντος και ήδη εκκαλούντος στην πρώτη έφεση, έχει γεννηθεί το έτος 1979 κι εργαζόταν έως τον Οκτώβριο του έτους 2011 στην αστική μη κερδοσκοπική εταιρία με την επωνυμία ..., οπότε και προέβη σε επίσχεση εργασίας έναντι της ρηθείσας εργοδότριάς της (βλ. την από 06.10.2010 εξώδικη δήλωση επίσχεσης εργασίας, μεταξύ άλλων εργαζομένων και της αιτούσας), διώκοντας δεδουλευμένες αποδοχές συνολικού ποσού 9.211,44 ευρώ, χωρίς ωστόσο να έχει καταβληθεί σε αυτήν εισέτι οιοδήποτε ποσό. Έκτοτε ενεγράφη στα μητρώα του ΟΑΕΔ λαμβάνοντας μηνιαίο επίδομα ύψους 507,75 ευρώ, το οποίο εν συνεχεία απομειώθηκε στο ποσό των 398 ευρώ μηνιαίως, ενώ καθ’ όλο το έτος 2015 εργάστηκε στο ίδρυμα «… Φιλανθρωπικό Ίδρυμα» ως καθαρίστρια – τραπεζοκόμος, έναντι μηνιαίου καθαρού μισθού ποσού 642,70 ευρώ, μέχρι και τον Ιούνιο του έτους 2016, οπότε και απολύθηκε. Έκτοτε δεν έχει κατορθώσει να ανεύρει εργασία, έχοντας επανεγγραφεί στα μητρώα του ΟΑΕΔ, χωρίς, όμως, πλέον να λαμβάνει οιοδήποτε επίδομα ανεργίας.
Από το μεταξύ τους τελεσθέντα γάμο, οι αιτούντες έχουν αποκτήσει δύο τέκνα, τον Μ., που γεννήθηκε στις 20.04.2007, ηλικίας σήμερα 11 ετών και τον Σ., που γεννήθηκε στις 10.08.2013, ηλικίας σήμερα 5 ετών. Περαιτέρω, το δηλωθέν συνολικό εισόδημα του αιτούντος ανέρχονταν κατά τα οικονομικά έτη 2010, 2011, 2014, 2015 και 2016, αντιστοίχως, σε 14.006,54 ευρώ, 6.938,62 ευρώ, 12.554,70 ευρώ. 12.193,28 ευρώ και 11.539,27 ευρώ, όπως προκύπτει από τις δηλώσεις φορολογίας εισοδήματος αντίστοιχων ετών, ενώ της συζύγου του αιτούσας κατά τα ρηθέντα οικονομικά έτη, αντιστοίχως, σε 15.013,87 ευρώ, 15.332,24 ευρώ, μηδενικό, 9.240,73 ευρώ και 5.324,74 ευρώ, σύμφωνα με τις ίδιες δηλώσεις φορολογίας των σχετικών ετών.
Από την προαναφερόμενη αναλυτική παράθεση των εισοδημάτων των αιτούντων συζύγων, προκύπτει προοδευτική μείωση των οικογενειακών εισοδημάτων τους από το έτος 2011 και εφεξής, που οφείλεται στη σημαντική και οπωσδήποτε απρόβλεπτη μείωση των αποδοχών του αιτούντος, λόγω της αδήριτης οικονομικής κρίσης, αλλά και την επελθούσα ανεργία της αιτούσας, ενώ γνωστή είναι και η ραγδαία αύξηση του κόστους ζωής, λόγω των αυξημένων φόρων, που επίσης για την αντιμετώπιση της οικονομικής κρίσης επιβλήθηκαν.
Παρεκτός, όμως, της δυσχερούς οικονομικής κατάστασης στην οποία περιήλθαν οι αιτούντες λόγω της μείωσης των αποδοχών του αιτούντος και της ανεργίας της αιτούσας, οι δαπάνες διαβίωσής τους αυξήθηκαν, αφού, μετά την υποβολή των υπό κρίση αιτήσεων, οι αιτούντες απέκτησαν το ρηθέν δεύτερο τέκνο τους.
Περαιτέρω, από τα ίδια αποδεικτικά μέσα, αποδείχθηκε ότι μοναδικό αξιόλογο περιουσιακό στοιχείο των αιτούντων, αποτελεί, κατά το ποσοστό του 50% της συγκυριότητας εκάστου, ένα διαμέρισμα του 5ου ορόφου, της κειμένης επί της οδού ..., αριθμ. …, στην … Αττικής, πολυκατοικίας, εκτάσεως 80,50 τ.μ., το οποίο χρησιμεύει ως κύρια κατοικία των αιτούντων και των ανηλίκων τέκνων τους. Το διαμέρισμα αυτό περιήλθε στη συγκυριότητα εκάστου των αιτούντων κατά το ποσοστό των 50% εξ αδιαιρέτου, δυνάμει του υπ’ αριθμ. …/2004 συμβολαίου της συμβολαιογράφου Αθηνών, Αγγελικής Φυτράκη, νομίμως μεταγεγραμμένου και η αντικειμενική αξία του εξ αδιαιρέτου ποσοστού της συγκυριότητας εκάστου των αιτούντων επί του ως άνω διαμερίσματος ανέρχεται πλέον στο ποσό των 38.253,60 ευρώ, όπως προκύπτει από τη μετ’ επικλήσεως προσκομιζόμενη από τους αιτούντες δήλωση ενιαίου φόρου ιδιοκτησίας ακινήτων πράξη διοικητικού προσδιορισμού φόρου Ν. 4223/2013 για το έτος 2016 και δεν υπερβαίνει το όριο του αφορολόγητου ποσού προσαυξημένου κατά 50%, όπως απαιτεί ο νόμος για την εξαίρεση του από την εκποίηση.
Ακολούθως, αποδείχθηκε ότι οι αιτούντες, κατά χρόνο προγενέστερο του έτους από την κατάθεση των κρινομένων αιτήσεών τους, είχαν αναλάβει το κατωτέρω εκτιθέμενο χρέος, του οποίου, ως εμπραγμάτως ασφαλισμένου στεγαστικού δανείου, ο εντοκισμός συνεχίζεται με το επιτόκιο ενήμερης οφειλής μέχρι το χρόνο έκδοσης της παρούσας απόφασης (άρθρο 6 παρ 3 Ν. 3869/2010, ως ισχύει μετά την αντικατάστασή του με την παρ. 16 του άρθρου 1 της υποπαρ.
Α.4 του άρθρου 2 του Ν. 4336/2015, ΦΕΚ Α 94/14-8-2015, που καταλαμβάνει, σύμφωνα με την παρ.5 του άρθρου 2 της υποπαρ. Α.4 του άρθρου 2 του Ν. 4336/2015, ΦΕΚ Α 94/14-8-2015, τις αιτήσεις που υποβάλλονται μετά την έναρξη ισχύος του, δηλαδή μετά από την υπογραφή από τα συμβαλλόμενα μέρη της Σύμβασης Χρηματοδοτικής Διευκόλυνσης της ΠΑΡΑΓΡΑΦΟΥ Β' του άρθρου 3 του Ν. 4336/2015, ΦΕΚ Α 94/14-8-2015).
Επισημαίνεται ότι το ύψος της επίδικης οφειλής καθορίζεται από τις αναλυτικές καταστάσεις αυτής, που απεστάλησαν από την πιστώτρια τράπεζα και ήδη εφεσίβλητη στους αιτούντες μετά από αίτηση των τελευταίων, καθότι σύμφωνα με το άρθρο 8 παρ. 1 του Ν. 3869/2010, το Δικαστήριο, προκειμένου να προχωρήσει στη ρύθμιση, ελέγχει μόνο την ύπαρξη των αμφισβητούμενων απαιτήσεων.
Κατά την έννοια της διάταξης αυτής και σε συνδυασμό με τα όσα αναφέρονται στην παρ. 2 του άρθρου 8, η ένταξη της απαίτησης στη ρύθμιση θα γίνει με τη μορφή και το ύψος που την εισφέρει ο οφειλέτης, χωρίς να υπάρχει η δυνατότητα τροποποίησης του ύψους ή των δεδουλευμένων τόκων από το Δικαστήριο. Συγκεκριμένα, έκαστος των αιτούντων οφείλει στην καθ’ ής η αίτηση και ήδη εφεσίβλητη τράπεζα, από την υπ’ αριθμ. ...
σύμβαση στεγαστικού δανείου, το ποσό των 56.559,05 ευρώ, το δε εν λόγω χρέος προς την ανωτέρω πιστώτρια τράπεζα και ήδη εφεσίβλητη, είναι εξασφαλισμένο με προσημείωση υποθήκης για το ποσό των 122.083 ευρώ επί του ρηθέντος διαμερίσματος, που χρησιμεύει ως κύρια κατοικία των αιτούντων. Εξάλλου, ο αιτών διαθέτει ένα Ι.Χ.Ε.
αυτοκίνητο, εργοστασίου κατασκευής NISSAN, τύπου ALMERA, κυλινδρισμού 1.500 c.c., με πρώτο έτος κυκλοφορίας το 2005. Άλλη πηγή εισοδήματος, πλην του μισθού του αιτούντος, ή περιουσία δεν αποδείχθηκε ότι διαθέτουν οι αιτούντες.
Υπό τα προεκτεθέντα, το ποσό που απαιτείται μηνιαίως για την κάλυψη των βιοτικών αναγκών των αιτούντων συζύγων και των δύο ανηλίκων τέκνων τους, ήτοι για διατροφή, ιατροφαρμακευτική περίθαλψη, ένδυση, υπόδηση, μετακίνηση, λειτουργικά έξοδα κατοικίας, δαπάνες εκπαίδευσης, επισκευή και συντήρηση οικιακού εξοπλισμού, είδη οικιακής κατανάλωσης και ατομικής φροντίδας, δαπάνες εστίασης κ.λ.π., ανέρχεται στο ύψος των 1.000 ευρώ, το οποίο άλλωστε ανταποκρίνεται στην απαίτηση διατήρησης του ελάχιστου ορίου αξιοπρεπούς διαβίωσής τους (άρθρο 2 παρ. 1 Συντ.), λαμβανομένου υπόψη και του ότι, το μεν οι αιτούντες δεν επιβαρύνονται με δαπάνη καταβολής μισθώματος, το δε ο οφειλέτης, ο οποίος αιτείται την υπαγωγή του στις ευεργετικές ρυθμίσεις του Ν. 3869/2010 πρέπει, από την πλευρά του, να μειώσει τις δαπάνες του στις απολύτως απαραίτητες για το προβλεπόμενο από το νόμο χρονικό διάστημα των τριών έως πέντε ετών.
Οι δε ισχυρισμοί των αιτούντων ότι το ύψος των ευλόγων αναγκών διαβίωσης της οικογένειάς τους, μετά την γέννηση του δεύτερου τέκνου τους, ανέρχεται στο ποσό των 1.500 ευρώ, δεν αναιρεί την άνω κρίση του παρόντος Δικαστηρίου, διότι ο προσδιορισμός αυτός είναι γενικός και αφηρημένος, αφού ούτε η ίδια η αιτούσα, κατά την εξέτασή της ενώπιον του ακροατηρίου του Πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, κατέθεσε οιοδήποτε στοιχείο προσδιοριστικό του ύψους των δαπανών διαβίωσης της ίδιας και της οικογένειάς της στο εκ μέρους των αιτούντων επικαλούμενο υπέρτερο ποσό.
Ακολούθως, λόγω της μειώσεως των εισοδημάτων του αιτούντος κατά τρόπο που δε διαφαίνεται να αναστρέφεται συντόμως, της ανεργίας της αιτούσας, η οποία, λόγω της δυσχερούς οικονομικής κατάστασης της χώρας την τρέχουσα περίοδο και στο χώρο της απασχόλησης, δεν προβλέπεται να ανεύρει σύντομα εργασία και αφού ληφθούν υπόψη, η παροντική ρευστότητα των αιτούντων σε σχέση με τις οφειλές τους, καθώς και η προβλεπόμενη για το εγγύς μέλλον εξέλιξη της οικονομικής τους κατάστασης, αποδείχθηκε ότι οι αιτούντες περιήλθαν, χωρίς δική τους υπαιτιότητα, σε μόνιμη και διαρκή αδυναμία πληρωμής των (ληξιπρόθεσμων) χρηματικών οφειλών τους.
Η αδυναμία τους δε αυτή δεν οφείλεται σε δόλο, αφού από κανένα στοιχείο δεν αποδείχθηκε δόλια περιέλευση των αιτούντων σε αδυναμία πληρωμών. Συντρέχουν, επομένως, στο πρόσωπο των αιτούντων, οι προϋποθέσεις υπαγωγής τους στη ρύθμιση του Ν. 3869/2010 και ειδικότερα σε αυτή των άρθρων 8 παρ. 2 και 9 παρ. 2 του Νόμου αυτού, δοθέντος ότι, όσον αφορά τη δεύτερη ρύθμιση, οι αιτούντες οφειλέτες έχουν υποβάλει νομίμως αίτημα εξαίρεσης, από την εκποίηση, για την ικανοποίηση της πιστώτριάς τους.
του εξ αδιαιρέτου ποσοστού της συγκυριότητας εκάστου αυτών επί του προαναφερθέντος διαμερίσματος, το οποίο αποτελεί το μοναδικό περιουσιακό στοιχείο που μπορεί να χρησιμοποιηθεί ως κύρια κατοικία των αιτούντων, το εν λόγω δε αίτημα, πρέπει υποχρεωτικά να γίνει δεκτό από το Δικαστήριο, εφόσον η αξία της κατοικίας τούτης δεν υπερβαίνει, ως προελέχθη, το προβλεπόμενο από τις ισχύουσες διατάξεις όριο αφορολόγητης απόκτησης πρώτης κατοικίας, προσαυξημένο κατά 50%.
Θα πρέπει, δηλαδή, να γίνει συνδυασμός των ρυθμίσεων του ως άνω Νόμου και, συγκεκριμένα, αυτής του άρθρου 8 παρ. 2 για μηνιαίες καταβολές επί πενταετία και αυτής του άρθρου 9 παρ. 2 για μηνιαίες καταβολές μέχρι το συνολικό ποσό που ανέρχεται στο 80% της αντικειμενικής αξίας επί της ως άνω κύριας κατοικίας της συγκυριότητας εκάστου των αιτούντων κατά το ποσοστό των 50% εξ αδιαιρέτου, προκειμένου να εξαιρεθεί αυτή από την εκποίηση.
Εξάλλου, η επιδίωξη για ρύθμιση δε συνιστά κατάχρηση δικαιώματος, καθώς η άσκηση του δικαιώματος αυτού δεν έρχεται σε αντίθεση με την καλή πίστη, τα χρηστά ήθη και τον κοινωνικοοικονομικό σκοπό του δικαιώματος. Αντιθέτως, κρίνεται ότι είναι απολύτως σύμφωνη με το γράμμα και το πνεύμα του νόμου και δεν ασκείται άσκοπα, αλλά σύμφωνα με το σκοπό των διατάξεων του Ν. 3869/2010, κατά την αιτιολογική έκθεση αυτού και σύμφωνα με τους παγιωμένους ηθικούς κανόνες που χαρακτηρίζουν τη συμπεριφορά του μέσου συνετού ανθρώπου.
Ωσαύτως, η ρύθμιση των χρεών εκάστου των αιτούντων, θα γίνει, κατά πρώτο λόγο, με μηνιαίες καταβολές απευθείας στην ήδη εφεσίβλητη πιστώτρια τράπεζα, από τα εισοδήματά τους, για το χρονικό διάστημα των πέντε ετών (60) μηνών, που αρχίζουν από την επίδοση της παρούσας απόφασης. Όσον αφορά το ειδικότερο περιεχόμενο της ρύθμισης αυτής, έκαστος των αιτούντων, σύμφωνα με τα προεκτεαέντα, δύναται να διαθέσει το ποσό των 20 ευρώ μηνιαίως για την κάλυψη της ρηθείσας χρηματικής οφειλής του, η οποία, ως προελέχθη, ανέρχεται στο ποσό των 56.559,05 ευρώ για έκαστο.
Έτσι, κατά την πρώτη πενταετία, έκαστος των αιτούντων θα καταβάλει μηνιαίως το ποσό των 20 ευρώ (το πρώτο πενθήμερο κάθε μήνα) στην πιστώτρια καθής τράπεζα και ήδη εφεσίβλητη, μετά, δε, την ολοκλήρωση των καταβολών αυτών στο τέλος της πενταετίας, η εν λόγω διάδικος θα έχει λάβει από έκαστο των αιτούντων το ποσό των (20 x 60 = ) 1.200 ευρώ.
Με τον καθορισμό του ως άνω ποσού δεν θίγεται το ελάχιστο όριο αξιοπρεπούς διαβίωσης των αιτούντων, οι οποίοι, ως ήδη επισημάνθηκε, αιτούμενοι την υπαγωγή τους στις ευεργετικές διατάξεις του Ν. 3869/2010, πρέπει να μειώσουν τις δαπάνες τους στις απολύτως απαραίτητες για την ικανοποίηση των βασικών βιοτικών αναγκών τους.
Περαιτέρω, ως προελέχθη, η αμέσως εκτεθείσα ρύθμιση θα συνδυαστεί με την προβλεπόμενη από τη διάταξη του άρθρου 9 παρ. 2 του Ν. 3869/2010 ρύθμιση, εφόσον με τις καταβολές επί πενταετία της πρώτης ρύθμισης, δεν επέρχεται πλήρης εξόφληση tojv απαιτήσεων της καθής έναντι εκάστου των αιτούντων, οι οποίοι και προβάλλουν αίτημα για εξαίρεση της κατοικίας τους, της οποίας είναι συγκύριοι έκαστος κατά το ποσοστό των 50% εξ αδιαιρέτου, από την εκποίηση.
Δηλονότι, ο οφειλέτης, προκειμένου να διασώσει την κύρια κατοικία του, είναι αναγκασμένος να καταβάλλει, στο πλαίσιο του άρθρου 9 παρ. 1 του άνω Νόμου, τις δόσεις που θα ορίσει το δικαστήριο, έστω και αν έχει ελάχιστα εισοδήματα που μόλις αρκούν για τη διαβίωση του. Ωστόσο, το Δικαστήριο έχει τη δυνατότητα, κατά τη διάταξη του άρθρου 9 παρ. 2 του ίδιου Νόμου, να ορίσει κάποια περίοδο χάριτος, κάποια δηλαδή χρονική περίοδο, κατά την οποία ο οφειλέτης δεν υποχρεούται να καταβάλει κανένα ποσό στο πλαίσιο της ανωτέρω διάταξης, για δε την χορήγηση της περιόδου χάριτος, δεν απαιτείται αίτημα του οφειλέτη, ενώ η διάρκειά της δεν προβλέπεται από το νόμο, αλλά επαφίεται στην εύλογη κρίση του δικαστηρίου.
Στην προκειμένη περίπτωση, από το ποσό οφειλής εκάστου των αιτούντων έναντι της καθής των 56.559,05 ευρώ, αφαιρουμένου του ποσού των 1.200 ευρώ, το οποίο με την παρούσα απόφαση έχει ρυθμισθεί να καταβάλει έκαστος των αιτούντων, απομένει υπόλοιπο (56.559,05 – 1.200 =) 55.359,05 ευρώ. Για τη διάσωση δε της κύριας κατοικίας των αιτούντων, θα πρέπει να οριστούν μηνιαίες καταβολές και έκαστος των τελευταίων θα πρέπει να καταβάλει το 40% της αντικειμενικής αξίας του προπεριγραφέντος ποσοστού της συγκυριότητας του επί του άνω διαμερίσματος, ήτοι το ποσό των (38.253,60 ευρώ x 40% = ) 15.301,44 ευρώ, κατά τα εκτεθέντα στη μείζονα σκέψη Το παρόν Δικαστήριο ήχθη στην κρίση του αυτή αφού έλαβε υπόψη του ότι συντρέχουν εξαιρετικοί λόγοι, οι οποίοι και επιτάσσουν τη μείωση του προβλεπομένου, στο άρθρο 9 παρ. 2 του άνω Νόμου του Ν. 3869/2010, ορίου του 80% της αντικειμενικής αξίας του ακινήτου της συγκυριότητας των αιτούντων, που εξαιρείται από την εκποίηση και συγκεκριμένα, το ανεπαρκές εισόδημα για την κάλυψη στοιχειωδών βασικών αναγκών των ίδιων των αιτούντων και των προαναφερθέντων δύο ανηλίκων τέκνων τους, σε συνδυασμό με το γεγονός ότι η αιτούσα απώλεσε την εργασία της και, λαμβανομένων υπόψη, της ηλικίας της, της υποχρέωσης της να παρέχει η ίδια καθημερινώς τις φροντίδες της στο γεννηθέν το έτος 2013 ανήλικο τέκνο της-αφού ουδόλως αποδείχθηκε ότι υπάρχουν συγγενικά της πρόσωπα που δύνανται να συνδράμουν αυτή στο έργο τούτο – και της σοβούσας οικονομικής κρίσης που μαστίζει τη χώρα, καθιστώντας λίαν δυσχερή την εξεύρεση εργασίας.
Εξάλλου, ουσιώδες κριτήριο για τη διαμόρφωση της ρηθείσας κρίσης του παρόντος Δικαστηρίου, αποτέλεσε και το γεγονός ότι οι αιτούντες υπήρξαν συνεπείς καθ’ όλη τη διάρκεια του εκ μέρους τους ληφθέντος δανείου, εωσότου η οικονομική αδυναμία λόγω της ραγδαίας μειώσεως των εισοδημάτων τους, κατά το έτος 2011, τους οδήγησε σταδιακά να μειώσουν τις καταβολές προς την καθής κι εν τέλει να τις διακόψουν.
Δηλονότι, με βάση τη ρύθμιση του προδιαληφθέντος άρθρου του άνω Νόμου, εφόσον το υπόλοιπο του χρέους εκάστου οφειλέτη μετά τις καταβολές του χρονικού διαστήματος των πέντε ετών που ορίστηκαν κατά τα προεκτεθέντα, υπερβαίνει το ποσό του 40% της αντικειμενικής αξίας του εξ αδιαιρέτου ποσοστού του 50% της κατοικίας του, το Δικαστήριο ρυθμίζει το χρέος μέχρι το ποσά του 40% της αντικειμενικής αξίας του άνω ποσοστού της κύριας κατοικίας, εφόσον εν προκειμένω συντρέχουν οι άνω εξαιρετικοί προς τούτο λόγοι κι έκαστος των αιτούντων απαλλάσσεται του πέραν του 40% του ποσού.
Η αποπληρωμή, δε, του ποσού των 15.301,44 ευρώ από έκαστο των αιτούντων, θα γίνει εντόκως, χωρίς ανατοκισμό, με το μέσο επιτόκιο στεγαστικού δανείου με το κυμαινόμενο επιτόκιο, που θα ισχύει κατά το χρόνο της αποπληρωμής, σύμφωνα με το στατιστικό δελτίο της Τράπεζας της Ελλάδος, αναπροσαρμοζόμενο με επιτόκιο αναφοράς αυτό των Πράξεων Κύριας Αναχρηματοδότησης της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας.
Θα ξεκινήσει δε, πέντε χρόνια μετά τη δημοσίευση της παρούσας απόφασης, διότι, το μεν κρίνεται ότι πρέπει να παρασχεθεί σε έκαστο των αιτούντων η ως άνω περίοδος χάριτος, το δε προκειμένου να μη συμπέσει η τελευταία αυτή ρύθμιση με την προμνησθείσα των μηνιαίων καταβολών για το χρονικό διάστημα των πέντε ετών, ενώ ο χρόνος εξόφλησής του πρέπει να οριστεί για έκαστο των αιτούντων, σε 20 έτη, ήτοι σε 240 μηνιαίες δόσεις, συνεκτιμωμένων, της διάρκειας των δανειακών συμβάσεων, του συνόλου των χρεών των αιτούντων, της οικονομικής τους δυνατότητας και της ηλικίας τους.
Επομένως, η μηνιαία δόση που θα καταβάλλει έκαστος των αιτούντων κατά το πρώτο πενθήμερο εκάστου μήνα, σε αυτό το στάδιο της ρύθμισης, θα ανέρχεται στο ποσό των (15.301,44 ÷ 240 = ) 63,75 ευρώ, αρχής γενομένης από το πρώτο πενθήμερο του πρώτου μήνα, πέντε έτη μετά τη δημοσίευση της παρούσας, τα οποία ορίζονται ως περίοδος χάριτος.
Ως προς το υπόλοιπο της απαίτησης της καθ’ ής από το προεκτεθέν δάνειο, κατά το μέρος που δεν καλύφθηκε από τις ορισθείσες, εντός του χρονικού διαστήματος των πέντε ετών, καταβολές, μετά την εξάντληση του ποσού των 15.301,44 ευρώ που αποτελεί το 40% της αντικειμενικής αξίας του ποσοστού συγκυριότητας εκάστου των αιτούντων επί της κατοικίας τους, τούτη δε μπορεί να ικανοποιηθεί και έκαστος των αιτούντων, μετά την κανονική εκτέλεση των υποχρεώσεων που του επιβλήθηκαν ως ανωτέρω, απαλλάσσεται (άρθρο 11 παρ. 1 του Ν. 3869/2010). Όσον, δε, αφορά στο προαναφερθέν αυτοκίνητο της κυριότητας του αιτούντος και ήδη εκκαλούντος, πρέπει να εξαιρεθεί της εκποίησης, διότι εξυπηρετεί τις ανάγκες μετακίνησης της οικογένειας του αιτούντος, αλλά και επειδή δεν πρόκειται να αποφέρει αξιόλογο τίμημα για την ικανοποίηση της ήδη εφεσίβλητης πιστώτριας τράπεζας, λαμβανομένων υπόψη και των εξόδων της διαδικασίας εκποίησης (αμοιβή εκκαθαριστή, έξοδα δημοσιεύσεων κ.λ.π.).
Κατ’ ακολουθία των προεκτεθέντων, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, το οποίο με την εκκαλουμένη, υπ’ αριθμ 34/2017 απόφασή του έκρινε διαφορετικά και δη επέβαλε στον αιτούντα την επί τετραετία μηνιαία καταβολή στην καθής του ποσού των 20 ευρώ και εν συνεχεία, για τη διάσωση της κύριας κατοικίας του, κατά το ποσοστό του 50% εξ αδιαιρέτου της συγκυριότητάς του, από την εκποίηση, την υποχρέωση να καταβάλει το ποσό των 30.602,88 ευρώ εντός χρονικού διαστήματος 35 ετών, σε ισόποσες μηνιαίες δόσεις ποσού 72,86 ευρώ εκάστη, έσφαλε ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων, δεκτών γενομένων των σχετικών λόγων της πρώτης έφεσης ως βάσιμων και κατ’ ουσίαν.
Ομοίως, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, το οποίο με την εκκαλούμενη υπ’ αριθμ. 35/2017 απόφασή του έκρινε διαφορετικά και δη επέβαλε στην αιτούσα την επί τετραετία μηνιαία καταβολή στην καθής του ποσού των 20 ευρώ και εν συνεχεία, για τη διάσωση της κύριας κατοικίας της, κατά το ποσοστό του 50% εξ αδιαιρέτου της συγκυριότητάς της, από την εκποίηση, την υποχρέωση να καταβάλει το ποσό των 30.602,88 ευρώ εντός χρονικού διαστήματος 35 ετών, σε ισόποσες μηνιαίες δόσεις ποσού 72,86 ευρώ εκάστη, έσφαλε ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων, δεκτών γενομένων των σχετικών λόγων της δεύτερης έφεσης ως βάσιμων και κατ' ουσίαν.
Πρέπει, κατά συνέπεια, να γίνουν δεκτές αμφότερες οι εφέσεις ως και κατ' ουσίαν βάσιμες, να εξαφανιστούν οι εκκαλούμενες, υπ’ αριθμ. 34/2017 και 35/2017 αποφάσεις στο σύνολό τους|».
[VI] Με βάση τις ανωτέρω παραδοχές, κατά το ενδιαφέρον την αναιρετική δίκη μέρος, το ως Εφετείο δικάσαν Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών εξαίρεσε από την ρευστοποίηση την μοναδική κύρια κατοικία των αναιρεσιβλήτων συζύγων, δηλαδή, ένα διαμέρισμα επιφάνειας 80,50 μ², που βρίσκεται σε πολυκατοικία στην … Αττικής και ανήκει στην συγκυριότητα αυτών, κατά ποσοστό 50% εξ αδιαιρέτου για καθένα, με αντικειμενική αξία του εξ αδιαιρέτου ποσοστού κάθε συζύγου ίση με 38.253,60 ευρώ, αφού προηγουμένως, ρύθμισε δικαστικά τα χρέη τους, κατά το άρθρο 8 παρ.2 του ίδιου νόμου και υποχρέωσε κάθε σύζυγο να καταβάλει για μια πενταετία το ποσό των 20 ευρώ μηνιαία στην αναιρεσείουσα τράπεζα.
Εξάλλου, σύμφωνα με τις παραδοχές και προκειμένου να διασωθεί η ανωτέρω κύρια κατοικία των αναιρεσιβλήτων συζύγων, η προσβαλλόμενη απόφαση υποχρέωσε αυτούς, σύμφωνα με όσα ορίζει η διάταξη του άρθρου 9 παρ.2 του ίδιου νόμου, όπως αντικαταστάθηκε με το Ν. 4161/2013, να καταβάλουν, μετά την ανωτέρω περίοδο χάριτος των πέντε ετών και για χρονικό διάστημα 20 ετών, το ποσό των 63,75 ευρώ μηνιαία καθένας, και συνολικά το ποσό των 15.301,44 ευρώ καθένας, που αντιστοιχεί στο 40% της αντικειμενικής αξίας του ιδανικού μεριδίου καθενός επί της κύριας ως άνω κατοικίας και αποτελεί την οικογενειακή στέγη αυτών και των δύο ανηλίκων τέκνων τους (ηλικίας 11 και 5 ετών).
Εξάλλου, σύμφωνα με τις παραδοχές του, το ως Εφετείο δικάσαν Δικαστήριο για να καταλήξει στο ανωτέρω αποδεικτικό του πόρισμα, έλαβε υπόψη του το ύψος του στεγαστικού δανείου των αιτούντων συζύγων και ήδη αναιρεσιβλήτων, ποσού 56.559,05 ευρώ για καθένα τούτων, που αποτελούσε και το μοναδικό τους χρέος, τα εισοδήματα κάθε συζύγου και την προοδευτική μείωση αυτών από το έτος 2011 και εφεξής, συνεπεία της μείωσης των αποδοχών του 1ου αναιρεσιβλήτου λόγω της οικονομικής κρίσης της χώρας και της πολυετούς ανεργίας της 2ης αναιρεσίβλητης ,η οποία για το λόγο αυτό έπαυσε να επιδοτείται από τον Ασφαλιστικό της Φορέα – ΟΑΕΔ ,καθώς επίσης την συνεχή αύξηση του κόστους διαβίωσης της τετραμελούς οικογένειας, η οποία στερείται άλλων περιουσιακών στοιχείων, εκτός από ένα, παλαιού τύπου αυτοκίνητο (έτους πρώτης κυκλοφορίας 2005) ιδιοκτησίας του 1ου αναιρεσιβλήτου.
Με βάση τις παραδοχές αυτές, η προσβαλλόμενη απόφαση καθόρισε, ότι, για τη διάσωση της ανωτέρω οικογενειακής στέγης, οι αναιρεσίβλητοι σύζυγοι οφείλουν να καταβάλουν στην πιστώτρια τράπεζα και ήδη αναιρεσείουσα ποσοστό κατώτερο του 80% της αντικειμενικής αξίας αυτής κατά τα ανωτέρω .
Έτσι που έκρινε το ως Εφετείο δικάσαν Δικαστήριο, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε την ουσιαστικού κανόνα δικαίου διάταξη του άρθρου 9 παρ.2 Ν. 3869/2010, όπως ισχύει μετά την αντικατάστασή της με το Ν. 4161/2013, με ορθή υπαγωγή στο πραγματικό αυτής των πραγματικών περιστατικών, που ανελέγκτως αναιρετικά δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, την οποία επομένως δεν παραβίασε ευθέως, εφόσον σύμφωνα με όσα ορίζει η ανωτέρω διάταξη , το σύνολο των απαιτήσεων που μπορεί με τον τρόπο αυτό να ικανοποιηθεί ως αντάλλαγμα μπορεί να ανέρχεται σε ποσοστό 80% της αντικειμενικής αξίας της κύριας κατοικίας, κατ'ανώτατο όριο και όχι κατά κατώτατο. Εξάλλου, προς το σκοπό αυτό το Δικαστήριο είναι υποχρεωμένο να εφαρμόσει τον συνδυασμό των μηνιαίων καταβολών των άρθρων 8 παρ.2 και 9 παρ.2 του Ν. 3869/2010, με παράλληλη εφαρμογή ,την οποία δεν μπορεί να παρακάμψει και μάλιστα προηγείται ο προδιορισμός των μηνιαίων καταβολών του άρθρου 8 παρ.2, κατά τον οποίο το Δικαστήριο λαμβάνει υπόψη του τα εισοδήματα και τις βιοτικές ανάγκες του οφειλέτη και στη συνέχεια ακολουθεί η ρύθμιση του άρθρου 9 παρ.2 ,κατ' ανάλογη ρύθμιση των κριτηρίων της παραγράφου 5 του άρθρου 8 Ν.3869/2010.
Συνεπώς, το Δικαστήριο για την κρίση του περί συνδρομής εξαιρετικών λόγων οι οποίοι επιτάσσουν τη μείωση του προβλεπόμενου στο άρθρο 9 παρ. 2 του Ν. 3869/2010 ορίου του 80% της αντικειμενικής αξίας του ακινήτου που, αποτελεί την κύρια κατοικία, αξιολογεί και τα ανωτέρω κριτήρια (εισοδήματα, βιοτικές ανάγκες) και όχι μόνο την αντικειμενική αξία της κύριας κατοικίας, εφόσον, όπως προεκτέθηκε, είναι υποχρεωμένο να εφαρμόσει τη διάταξη του άρθρου 9 παρ.2 Ν. 3869/2010, παράλληλα με την διάταξη του άρθρου 8 παρ.2 του ανωτέρω νόμου (ΑΠ681/2020, ΑΠ 632/2019). Επομένως, όσα αντίθετα υποστηρίζει η αναιρεσείουσα τράπεζα, με τον μοναδικό λόγο της αναίρεσης για την ευθεία παραβίαση της ουσιαστικής διάταξης του άρθρου 9 παρ.2 Ν. 3869/2010, διότι όπως υποστηρίζει εσφαλμένα το Δικαστήριο προσδιόρισε για τη διάσωση της κύριας κατοικίας την αντικειμενική της αξία σε ποσοστό κατώτερο του 80%, συνεκτιμώντας τα εισοδήματα και τις βιοτικές ανάγκες των αναιρεσιβλήτων – οφειλετών της ,πρέπει να απορριφθούν ως ουσιαστικά αβάσιμα, καθόσον το Δικαστήριο είχε τέτοιο νόμιμο δικαίωμα, σύμφωνα με όσα έχουν εκτεθεί προηγουμένως.
[VII] Κατόπιν όλων αυτών και εφόσον δεν υπάρχει άλλος λόγος αναίρεσης για να ερευνηθεί, η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της. Επίσης πρέπει να διαταχθεί η εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του παραβόλου, που η αναιρεσείουσα έχει καταθέσει για την άσκηση της αίτησης αναίρεσης (άρθρο 495 παρ.3 εδ. Βδ’ ΚΠολΔ). Διάταξη περί δικαστικής δαπάνης δεν ορίζεται, έστω και εάν πρόκειται για υπόθεση, που κρίνεται κατά τους κανόνες της εκουσίας δικαιοδοσίας (άρθρο 3 εδ. β’ Ν. 3869/2010), διότι η δικαστική διαδικασία του εν λόγω νόμου δεν επιτρέπει την εφαρμογή του άρθρου 746 ΚΠολΔ, καθόσον επικρατεί η ειδικότερη ρύθμιση ,που προβλέπει η διάταξη του άρθρου 8 παρ.6 εδ. β’ του Ν. 3869/2010, κατά την οποία «δικαστική δαπάνη δεν επιδικάζεται» και το οποίο εφαρμόζεται και στην αναιρετική δίκη (ΑΠ 1446/2018, ΑΠ 286/2017, ΑΠ 65/2017).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 14.02.2019 (αρ.κατ. 23/2019) αίτηση για την αναίρεση της υπ’ αρ. 13133/2018 οριστικής απόφασης του ως Εφετείου δικάσαντος Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών (ειδική διαδικασία της εκουσίας δικαιοδοσίας).
ΚΑΙ
Διατάσσει την εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του παραβόλου, που η αναιρεσείουσα Τράπεζα κατέθεσε για την άσκηση της αίτησης αναίρεσης.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, την 1η Απριλίου 2021.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 24 Ιουνίου 2021.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ