Legislator Case Law & Legislation
1102/2024 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on statute of limitations extension during litigation for unpaid overtime wages.

Case Number 1102/2024
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the Second Instance Court's decision on unpaid overtime wages. The appellant argued that the statute of limitations should have been extended during the ongoing litigation, but the court held that such extensions do not apply to this specific type of claim. Consequently, the appeal was rejected, and the appellant was ordered to pay the respondent's legal costs.

Legislator headnote

AI generated

Articles 6 para. 1 of Law 3198/1955; Article 279 of the Civil Code: The statute of limitations for overtime wage claims does not extend during litigation, and the failure to file within the statutory period results in the loss of the right.

Keywords

AI generated
statute of limitations overtime wages litigation extension Labor Law appeal dismissal Civil Code time bar

Cited Legislation

AI generated
Article 6 para. 1 of Law 3198/1955
Article 279 of the Civil Code
Article 261 of the Civil Code
Articles 552, 553, 556, 558, 564 para. 3, 566 para. 1 and 144 of the Code of Civil Procedure
Articles 176, 183, 191 para. 2 of the Code of Civil Procedure
Article 8 of Article 559 of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1102 / 2024 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1102/2024

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

B2' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Νικόλαο Πιπιλίγκα, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ιωάννα Μαργέλλου - Μπουλταδάκη - Εισηγήτρια, Ιωάννη Δουρουκλάκη, Νικόλαο Πουλάκη και Μαλαματένια Κουράκου, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 13 Φεβρουαρίου 2024, με την παρουσία και της Γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Ε. Κ. του Χ., κατοίκου .... Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Νικόλαο Καλληδώνη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., ο oποίος κατέθεσε προτάσεις.

Του αναιρεσιβλήτου: Ν. Κ. του Δ., κατοίκου .... Παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Βασίλειο Τσατσάνη, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 10-5-2013 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1842/2013 του ίδιου Δικαστηρίου και 10394/2017 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία εξαφάνισε την 1842/2013 απόφαση του Ειρηνοδικείου Αθηνών και παρέπεμψε στο αρμόδιο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών προκειμένου να δικάσει ως πρωτοβάθμιο Δικαστήριο. Στη συνέχεια εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 344/2021 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, 2582/2022 μη οριστική και 965/2023 οριστική του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 11-10-2023 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη του.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την από 11.10.2023 και με αριθμό κατάθεσης 8060/819/19.10.2023 αίτηση αναίρεσης του εναγομένου και ήδη αναιρεσείοντος, προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών υπ' αριθμ. 965/22.2.2023 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, με την οποία έγινε τυπικά και κατ' ουσία δεκτή η από 19.6.2021 και με αριθμ.

κατάθεσης 53613/ 4164/2021 έφεση του ενάγοντος κατά της υπ' αριθμ. 344/2021 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία είχε απορριφθεί η από 10.5.2013 και με αριθμό εκθ. κατάθ. 714/2013 αγωγή αυτού, ως ασκηθείσα πέραν της από το άρθρο 6 παρ.1 του ν.3198/1955 τρίμηνης αποσβεστικής προθεσμίας και μετά από εξαφάνιση της ως άνω απόφασης του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου έγινε δεκτή εν μέρει ως ουσία βάσιμη η αγωγή, υποχρεώνοντας τον εναγόμενο [αναιρεσείοντα] να καταβάλλει στον ενάγοντα [αναιρεσίβλητο] το ποσό των 7.655 ευρώ για μισθούς υπερημερίας από 1-2-2013 έως 31-10-2013, πλέον επιδόματος εορτών Πάσχα 2013.

Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα, καθ' όσον από τα στοιχεία της δικογραφίας δεν προκύπτει επίδοση της προσβαλλομένης απόφασης και αυτή ασκήθηκε εντός διετίας από τη δημοσίευσή της (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 3, 566 παρ. 1 και 144 του ΚΠολΔ). Είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων αυτής (άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).

Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 106, 111 παρ. 2 και 216 παρ. 1, ΚΠολΔ προκύπτει ότι η αγωγή πρέπει να περιέχει σαφή έκθεση των γεγονότων που τη θεμελιώνουν και δικαιολογούν την άσκησή της από τον ενάγοντα κατά του εναγομένου και ακριβή περιγραφή του αντικειμένου της διαφοράς. Όταν στο δικόγραφο της αγωγής δεν περιέχονται τα πιο πάνω στοιχεία ή όταν αυτά περιέχονται κατά τρόπο ελλιπή ή ασαφή, τότε η έλλειψη αυτή καθιστά μη νομότυπη την άσκησή της, επιφέρει δε την απόρριψή της ως απαράδεκτης, λόγω της αοριστίας, είτε αυτεπαγγέλτως, είτε κατόπιν προβολής σχετικού ισχυρισμού από τον εναγόμενο.

Η αοριστία δε αυτή δεν μπορεί να συμπληρωθεί ούτε με τις προτάσεις, ούτε με παραπομπή στο περιεχόμενο άλλων εγγράφων της δίκης, ούτε από την εκτίμηση των αποδείξεων (ΑΠ 1123/2022, ΑΠ 1298/2021, ΑΠ 1864/2011). Περαιτέρω η νομική αοριστία της αγωγής, δηλαδή αυτή που συνδέεται με την εκτίμηση του δικαστηρίου ως προς τον εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ελέγχεται ως παράβαση από το άρθρο 559 αρ. 1 του ΚΠολΔ, αν το δικαστήριο, για την κρίση του ως προς τη νομική βασιμότητα της αγωγής, είτε αξίωσε περισσότερα στοιχεία από όσα ο νόμος απαιτεί, είτε αρκέσθηκε σε λιγότερα (ΟλΑΠ 16/1998, ΑΠ 777/2022, 1289/2020, 1366/2018, 991/2014).

Αντίθετα τόσο η ποσοτική αοριστία της αγωγής, η οποία υπάρχει όταν δεν αναφέρονται με πληρότητα τα πραγματικά περιστατικά που απαιτούνται κατά νόμο για τη θεμελίωση του αιτήματος της αγωγής, όσο και η ποιοτική αοριστία, η οποία υπάρχει όταν γίνεται απλά επίκληση των όρων του νόμου, χωρίς ν' αναφέρονται τα θεμελιούντα την εφαρμογή αυτού συγκεκριμένα πραγματικά περιστατικά, ελέγχονται ως παράβαση από το άρθρο 559 αρ. 8 ή 14 του ΚΠολΔ.

Για να είναι ορισμένος ειδικότερα ο προβλεπόμενος από το αριθμό 559 αριθμ. 14 Κ.Πολ.Δ λόγος αναίρεσης με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια της παρά το νόμο μη κήρυξης της αγωγής απαράδεκτης ως αόριστης, πρέπει σύμφωνα και με τις διατάξεις των άρθρων 118 αριθ. 4 και 566 παρ. 1 να διαλαμβάνεται στο αναιρετήριο, εκτός των άλλων, ποιο ακριβώς ήταν το περιεχόμενο της αγωγής.

Εξάλλου στοιχεία της αγωγής για να είναι αυτή ορισμένη κατ' άρθρο 216 παρ. 1α Κ.Πολ.Δ, με την οποία ο εργαζόμενος ζητεί μισθούς η άλλα οφειλόμενα από τον εργασιακή σύμβαση ποσά, όπως δώρα επιδόματα κλπ. είναι η σύμβαση (ή η σχέση) εργασίας, ο συμβατικός ή νόμιμος μισθός και τα περιστατικά, από τα οποία προκύπτουν οι αντίστοιχες για τις παραπάνω αιτίες οφειλές του εργοδότη, επαρκώς προσδιορισμένα (Α.Π. 1475/2022, 802/2018, 75/2016), σε περίπτωση δε άρνησης του εργοδότη ν'αποδεχθεί την προσφερόμενη εργασία του μισθωτού, και τα ως άνω περιστατικά που θεμελιώνουν υπερημερία του εργοδότη (ΑΠ 958/2020, 440/2016, 192/2009).

Στην προκείμενη περίπτωση στην από 10.5.2013 αγωγή που ελέγχεται κατά το περιεχόμενο της από τον Άρειο Πάγο (άρθρο 561 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ προκύπτει, ότι ο αναιρεσίβλητος [ενάγων] εξέθεσε σ' αυτήν ότι το Μάιο του έτους 2011 προσλήφθηκε από τον εναγόμενο [αναιρεσείοντα] με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, προκειμένου να προσφέρει τις υπηρεσίες του ως πωλητής σιγαρέττων αντί μηνιαίου μισθού 730 ευρώ.

Ότι από τις 12.2.2013 ο εναγόμενος αρνήθηκε να αποδεχθεί τις προσηκόντως προσφερόμενες υπηρεσίες του, ισχυριζόμενος ότι είχε αποχωρήσει οικειοθελώς από την εργασία του. Ζήτησε δε, να υποχρεωθεί ο εναγόμενος να του καταβάλλει για μισθούς υπερημερίας για το χρονικό διάστημα από 1.2.2013 έως 31.12.2013, πλέον δώρου Πάσχα και επιδόματος αδείας έτους 2013, το ποσό των 9.125 ευρώ με το νόμιμο τόκο.

Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 1842/2013 απόφαση του Ειρηνοδικείου Αθηνών, η οποία, αφού έκρινε ορισμένη και νόμιμη την αγωγή, δέχθηκε αυτή εν μέρει κατ' ουσία, υποχρεώνοντας τον εναγόμενο να καταβάλλει στον ενάγοντα το ποσό των 8.395 ευρώ με το νόμιμο τόκο. Κατά της απόφασης αυτής ο εναγόμενος άσκησε την από 19.2.2014 και με αριθμό κατάθ. 246/2014 έφεση, επί της οποίας εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 10394/10.11.2017 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία παραπέμφθηκε η υπόθεση στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών, προκειμένου να εκδικάσει την υπόθεση ως καθ' ύλην αρμόδιο δικαστήριο.

Επ' αυτής μετά από την από 19.6.2020 κλήση του εναγομένου επανασυζητήθηκε η ως άνω αγωγή και εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 344/2021 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών με την οποία απορρίφθηκε η αγωγή ως ασκηθείσα μετά την πάροδο της τρίμηνης αποσβεστικής προθεσμίας του άρθρου 6 παρ. 1 του Ν.3198/1955. Στη συνέχεια ο αναιρεσίβλητος [ενάγων] άσκησε την από 19.6.2021 και με αριθμό κατάθεσης 53613/4164/2021 έφεσή του, επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη με αριθμό 965/2023 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, η οποία δέχθηκε τυπικά και κατ' ουσία την έφεση και μετά από εξαφάνιση της με αριθμό 344/2021 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, δέχθηκε την αγωγή εν μέρει ως βάσιμη κατ' ουσία, υποχρεώνοντας τον εναγόμενο [αναιρεσείοντα] να καταβάλλει στον ενάγοντα [αναιρεσίβλητο] το ποσό των 7.665 ευρώ με το νόμιμο τόκο.

Με αυτό το περιεχόμενο και αιτήματα η αγωγή περιείχε όλα τα απαραίτητα στοιχεία που τη θεμελιώνουν και δη την καταρτισθείσα σύμβαση, το ύψος του συμβατικού μισθού και την άρνηση του εργοδότη να αποδέχεται την προσηκόντως προσφερόμενη εργασία, που είναι τα αναγκαία στοιχεία που πρέπει να αναφέρονται στην αγωγή εργαζόμενου με την οποία επιδιώκεται η επιδίκαση μισθών υπερημερίας όπως ορθά κρίθηκε με την προσβαλλόμενη απόφαση.

Κατά συνέπεια ο πρώτος λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ, με τον οποίο προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια ότι παρά το νόμο δεν κήρυξε την αγωγή απαράδεκτη λόγω αοριστίας, θα πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. Τα δε υποστηριζόμενα από τον αναιρεσείοντα ότι o αναιρεσίβλητoς (ενάγων), δεν εκθέτει στην αγωγή του εάν ο αναφερόμενος μισθός αποτελεί μικτές ή καθαρές αποδοχές δεν αποτελεί στοιχείο της αγωγής και ούτω δεν θεμελιώνει αοριστία του δικογράφου της ένδικης αγωγής. (ΑΠ 1433/2018).

Παραμόρφωση περιεχομένου εγγράφου, που ιδρύει τον αναιρετικό λόγο από τον αριθμό 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, υπάρχει όταν το δικαστήριο της ουσίας από εσφαλμένη ανάγνωση αποδεικτικού εγγράφου δέχθηκε ως περιεχόμενό του κάτι διαφορετικό από το πραγματικό. Δηλαδή ότι περιέχει περιστατικά προφανώς διάφορα από εκείνα που πράγματι περιλαμβάνει, όχι δε και όταν από το περιεχόμενο του εγγράφου, το οποίο το δικαστήριο ορθά ανέγνωσε, συνάγει αποδεικτικό πόρισμα διαφορετικό από εκείνο που ο αναιρεσείων θεωρεί ορθό, αφού στην περίπτωση αυτή πρόκειται για παράπονο αναγόμενο στην εκτίμηση πραγματικών περιστατικών, που εκφεύγει από τον αναιρετικό έλεγχο. (αρθ. 561 παρ.1 ΚΠολΔ).

Παραμόρφωση εγγράφου συνιστά πάντως και η παράλειψη του δικαστηρίου να αναγνώσει μέρος του εγγράφου, όταν το μέρος αυτό είναι κρίσιμο για την ουσία της υπόθεσης. Για να θεμελιώνεται ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, θα πρέπει το δικαστήριο της ουσίας να έχει στηρίξει το αποδεικτικό του πόρισμα αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο στο έγγραφο που φέρεται ότι παραβιάσθηκε κατά το περιεχόμενό του.

Δεν αρκεί έτσι ότι το συνεκτίμησε απλά με άλλα αποδεικτικά μέσα, χωρίς να εξάρει το περιεχόμενό του σε σχέση με το αποδεικτικό πόρισμα στο οποίο κατέληξε και το οποίο, εξ άλλου, θα πρέπει να είναι επιζήμιο για τον αναιρεσείοντα αναφορικά με πράγματα που έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης (Ολ.ΑΠ 2/2008, 1/1999, ΑΠ 1125/2021 835/2019, 1056/2014, 1663/2013).

Στην προκείμενη περίπτωση, με τον δεύτερο λόγο αναίρεσης, ο αναιρεσείων πλήττει την προσβαλλόμενη απόφαση για την αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθμό 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, επικαλούμενος ειδικότερα ότι το Εφετείο παραμόρφωσε το περιεχόμενο της από 13.2.2013 αίτησης του αναιρεσιβλήτου προς την Επιθεώρηση Εργασίας για τη διενέργεια εργατικής διαφοράς, την οποία είχαν προσκομίσει μετ' επικλήσεως οι διάδικοι ενώπιόν του, την οποία, αν ορθά είχε αναγνώσει, θα κατέληγε στο αποδεικτικό πόρισμα ότι την 9.2.2013 έπαυσε να αποδέχεται τις υπηρεσίες του αναιρεσιβλήτου, καταγγέλοντας σιωπηρά τη σύμβαση εργασίας, τούτο δε θα είχε ως περαιτέρω συνέπεια την απόρριψη της αγωγής του [αναιρεσιβλήτου] λόγω μη άσκησης αυτής εντός της τρίμηνης αποσβεστικής προθεσμίας του άρθρου 6 παρ. 1 του Ν.3198/1955.

Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, διότι το περιεχόμενο του εγγράφου αυτού έλαβε υπόψη το Εφετείο και σωστά ανέγνωσε, απλώς κατέληξε σε αποδεικτικό πόρισμα διαφορετικό από εκείνο που ο αναιρεσείων θεωρεί ορθό κρίνοντας ειδικότερα ότι η μεταξύ των διαδίκων σύμβαση εργασίας έπαυσε οριστικά στις 15-2-2013 και όχι στις 12-2-2013, όπως αναγράφεται στην από 13-2-2013 αίτηση του αναιρεσίβλητου προς την Επιθεώρηση Εργασίας. (βλ.4ο φύλλο προσβαλλομένης απόφασης).

Ουσιαστικά με το λόγο αυτό υπάρχει παράπονο αναφερόμενο στην εκτίμηση πραγματικών γεγονότων, που όμως εκφεύγει από τον αναιρετικό έλεγχο. Με τη διάταξη του άρθρου 6 παρ. 1 του Ν. 3198/1955, όπως το δεύτερο εδάφιο αυτής προστέθηκε με το άρθρο 19 του Ν. 435/1976, ορίζεται ότι "πάσα αξίωσις μισθωτού πηγάζουσα εξ ακύρου καταγγελίας της σχέσεως εργασίας τυγχάνει απαράδεκτος, εφόσον η σχετική αγωγή δεν εκοινοποιήθη εντός τριμήνου ανατρεπτικής προθεσμίας από της λύσεως της σχέσεως εργασίας.

Η διάταξις της παρούσης εφαρμόζεται μόνον επί καταγγελίας σχέσεων εξαρτημένης εργασίας". Η προθεσμία αυτή, η οποία είναι αποσβεστική, αποσκοπεί στην ταχεία άρση κάθε αβεβαιότητας σχετικά με το κύρος της καταγγελίας και στην εκκαθάριση εντός σύντομου χρονικού διαστήματος των αξιώσεων των εργαζομένων, που πηγάζουν από τυχόν άκυρη καταγγελία, ώστε να μην δημιουργούνται δυσβάστακτες συνέπειες για τον εργοδότη, όταν δε παρέλθει άπρακτη η αποσβεστική αυτή προθεσμία, επέρχεται απόσβεση του δικαιώματος προσβολής της καταγγελίας για ακυρότητα (ΟλΑΠ 1338/1985, ΑΠ 1295/2021, 121/2017, 429/2016).

Η ως άνω τρίμηνη αποσβεστική προθεσμία του άρθρου 6 παρ. 1 του Ν. 3198/1955, για την έγερση (άσκηση) αγωγής περί ακυρότητας της καταγγελίας και απόληψης μισθών υπερημερίας, η οποία λαμβάνεται αυτεπάγγελτα υπόψη από το δικαστήριο (άρθρο 280 ΑΚ), έχει εφαρμογή σε κάθε καταγγελία της σχέσης εξαρτημένης εργασίας, είτε αορίστου είτε ορισμένου χρόνου είναι αυτή (ΑΠ 238/2022, 706/2021, 1003/2020, 839/2019) και καταλαμβάνει κάθε αξίωση του μισθωτού που πηγάζει από την, για οποιονδήποτε λόγο, ακυρότητα της καταγγελίας της εργασιακής σχέσης από τον εργοδότη (ΑΠ 839/2019, 359/2015, 705/2013).

Η μη κοινοποίηση, δηλαδή, της αγωγής περί ακυρότητας της καταγγελίας στον εργοδότη μέσα στην παραπάνω τρίμηνη αποσβεστική προθεσμία ή η μη προβολή σχετικής ένστασης στο πλαίσιο εκκρεμούς δίκης, καθιερώνει απαράδεκτο, το οποίο αφορά την ουσία της διαφοράς και κατά κύριο λόγο πλήττει το δικαίωμα της επίκλησης και προσβολής της καταγγελίας της σύμβασης εργασίας ως άκυρης και κατ` ανάγκη τις συνεχόμενες με αυτό ουσιαστικές αξιώσεις της καταβολής αποδοχών υπερημερίας και πραγματικής απασχόλησης του μισθωτού.

Ως εκ τούτου, εάν παρέλθει άπρακτη η προθεσμία αυτή, η καταγγελία αυτή καθίσταται έγκυρη (του εργαζομένου δικαιουμένου να ζητήσει μόνο την καταβολή της νόμιμης αποζημίωσης) και η σχετική αγωγή απορρίπτεται ως (ουσιαστικά) απαράδεκτη (ΑΠ 839/2019, 121/2017, 429/2016). Η προθεσμία αυτή τάσσεται μόνο για την άσκηση των αξιώσεων που απορρέουν αμέσως από την άκυρη καταγγελία της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας.

Δεν ισχύει όμως, στις περιπτώσεις που οι αξιώσεις έχουν τις ίδιες συνέπειες με την άκυρη καταγγελία, αλλά δεν υπάρχει ή δεν μπορεί να συναχθεί από το περιεχόμενο της αγωγής ότι αυτές στηρίζονται σε ακυρότητα της καταγγελίας της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας, όπως συμβαίνει στην περίπτωση αγωγής επιδίκασης των αποδοχών υπερημερίας που οφείλονται, κατά το άρθρο 656 του ΑΚ, στον μισθωτό, λόγω της απόκρουσης των υπηρεσιών του από τον εργοδότη για λόγους που αφορούν τον ίδιο (ΑΠ 839/2019, 363/2015, 192/2009).

Περαιτέρω κατά το άρθρο 279 ΑΚ "στις περιπτώσεις που ο νόμος ή τα μέρη τάσσουν προθεσμία, μέσα στην οποία πρέπει να ασκηθεί το δικαίωμα (αποσβεστική προθεσμία), εφαρμόζονται αναλόγως οι διατάξεις για την παραγραφή". Έτσι, όταν ορίζεται προθεσμία για την άσκηση κάποιου δικαιώματος, η παραμέληση της οποίας συνεπάγεται την απώλεια αυτού, ενώ η άσκησή του μέσα στην προθεσμία συντελεί στη διατήρηση του δικαιώματος, με συνέπεια να εκπληρώνεται ο σκοπός για τον οποίο τέθηκε η εν λόγω προθεσμία και ο οποίος συνίσταται στην άρση της αβεβαιότητας, δεν μπορεί να εφαρμοστεί ανάλογα η διάταξη του άρθρου 261 ΑΚ και να θεωρηθεί ότι συμπληρώθηκε η αποσβεστική προθεσμία κατά τη διάρκεια της επιδικίας (Ολ.

ΑΠ 1338/1985, ΑΠ 1312/2022, 1117/2019, 194/2012). Με τον τρίτο λόγο αναίρεσης, από τον αριθμ. 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, προβάλλεται, η πλημμέλεια της μη λήψης υπόψη πράγματος ασκούντος ουσιώδη επιρροή στη δίκη. Ειδικότερα, ο αναιρεσείων υποστηρίζει ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο δεν έλαβε υπ' όψη του τον επικουρικό ισχυρισμό του περί συμπλήρωσης της σχετικής αποσβεστικής προθεσμίας εν επιδικία.

Ο ως άνω λόγος είναι απορριπτέος, διότι η παράλειψη του δικαστηρίου της ουσίας ν' απαντήσει σε μη νόμιμο και συνεπώς μη ασκούντα επίδραση στην έκβαση της δίκης πραγματικό ισχυρισμό δεν ιδρύει τον ως άνω από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ αναιρετικό λόγο (Ολ.ΑΠ 8/2013, ΑΠ 76/2022, 630/2020, 114/2019, 791/2017).

Εν προκειμένω ο ισχυρισμός περί συμπλήρωσης της τρίμηνης αποσβεστικής προθεσμίας του άρθρου 6 παρ.1 του Ν.3198/1955 εν επιδικία μετά τη δημοσίευση της υπ'αρ.10394/11-11-2017 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών είναι απορριπτέος ως μη νόμιμος, διότι προκειμένης αποσβεστικής προθεσμίας δεν έχει εφαρμογή η διάταξη του άρθρου 261 εδ. β' Α.Κ. περί έναρξης νέας αποσβεστικής προθεσμίας και συμπλήρωσης αυτής κατά τη διάρκεια της επιδικίας, ανεξαρτήτως του ότι οι ένδικες αξιώσεις του αναιρεσίβλητου περί καταβολής μισθών υπερημερίας δεν συναρτώνται με άκυρη καταγγελία της σύμβασης εργασίας αυτού με συνέπεια εν προκειμένω να μην τυγχάνει εφαρμογής η διάταξη του άρθρου 6 παρ.1 του Ν.3198/1955. Κατόπιν αυτών πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης στο σύνολό της και να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις, κατόπιν σχετικού αιτήματός του σε βάρος του αναιρεσείοντος λόγω της ήττας του (άρθρα 176, 183, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), όπως στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 11.10.2023 (αριθμ. εκθ. καταθ. 8060/819/19.10.2023) αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθμ. 965/2023 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Και

Επιβάλλει τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου σε βάρος του αναιρεσείοντος, τα οποία ορίζει στο ποσόν των χιλίων οκτακοσίων (1800) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 10 Μαΐου 2024.

Ο ANTIΠΡΟΕΔΡΟΣ H ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

και τούτου αποχωρήσαντος η αρχαιότερη

της σύνθεσης Αρεοπαγίτης

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 26 Ιουλίου 2024.

Η ΠΡΟΕΔΡEYOYΣΑ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ