Supreme Court dismisses appeal on labor dispute appeal grounds regarding late termination claims and procedural limits.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appeal against a labor court decision regarding unpaid wages and termination claims. The appellants argued that the second-instance court improperly rejected arguments about late termination notices without substantive review. The court held that the lower court correctly limited its examination to the scope of the appeal grounds and did not need to address new claims arising later in the proceedings.
Legislator headnote
AI generatedArt. 559 para. 14, 16, 19 of the Code of Civil Procedure; The second-instance court is bound by the scope of the appeal grounds and may reject late claims as legally unfounded without substantive examination if they fall outside the original dispute's boundaries.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 839 / 2019 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 839/2019
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β2' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Πηνελόπη Ζωντανού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Θεόδωρο Τζανάκη, Νικόλαο Πιπιλίγκα - Εισηγητή, Αντιγόνη Καραΐσκου - Παλόγου και Λουκά Μόρφη, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 26 Μαρτίου 2019, με την παρουσία και της Γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειουσών: 1)Λ. Β. του Χ. , κατοίκου ..., 2)Ί. Δ. του Μ. , κατοίκου ..., 3)Α. Κ. του Ε., κατοίκου ..., 4)Μ. Λ. του Μ. , κατοίκου ... και 5)Σ. Σ. του Α., κατοίκου .... Οι 1η και 3η εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ιωάννη Γρετσίστα, ο οποίος ανακάλεσε την από 21/3/2019 δήλωσή του κατ' άρθρο 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., και οι 2η, 4η και 5η παραστάθηκαν με τον ίδιο ως άνω πληρεξούσιο δικηγόρο, ο οποίος δεν κατέθεσε προτάσεις. Της αναιρεσίβλητης: ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "..." (πρώην "... Α.Ε.Ε.) με διακριτικό τίτλο "... Α.Ε." που εδρεύει στον Πειραιά και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Χαράλαμπο Ζησιμάτο, που κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 23/9/2015 αγωγή των ήδη αναιρεσειουσών, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Πειραιά. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 3891/2017 του ίδιου Δικαστηρίου και 188/2018 του Μονομελούς Εφετείου Πειραιώς. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείουσες με την από 26/6/2018 αίτησή τους. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειουσών ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη του.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την από 29.6.2018 και με αριθ. κατάθεσης 721/66/29.6.2018 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα, κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών, υπ' αριθ. 188/15.3.2018 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Πειραιώς. Με την προσβαλλομένη απόφαση: α) έγινε τυπικά δεκτή και απορρίφθηκε κατ' ουσία η από 1.9.2017 και με αριθ.
κατάθ. 9141/495/2017 έφεση των εκκαλουσών - εναγουσών και ήδη αναιρεσειουσών κατά της με αριθ. 3891/24.8.2017 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, με την οποία, κατά μερική παραδοχή της από 23.9.2015 και με αριθ. κατάθ. 9916/5528/29.9.2015 αγωγής αυτών, επιδικάσθηκαν σε αυτές αποδοχές υπερημερίας, πλέον επιδόματος εορτών Χριστουγέννων έτους 2011, λόγω άκυρης καταγγελίας των συμβάσεων εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου αυτών εκ μέρους της εναγομένης - εφεσίβλητης και ήδη αναιρεσίβλητης ανώνυμης εταιρείας, που αφορούσαν το περαιτέρω χρονικό διάστημα της υπερημερίας μετά την πάροδο του αρχικού δεκαμήνου από τις πιο πάνω καταγγελίες των συμβάσεων αυτών (για το οποίο είχαν επιδικασθεί αποδοχές υπερημερίας με προηγούμενη αμετάκλητη δικαστική απόφαση) έως τις 26.10.2011, οπότε έλαβαν χώρα νέες επικουρικές καταγγελίες των άνω συμβάσεων εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου αυτών, ενώ απορρίφθηκε ως απαράδεκτη η αγωγή για την επιδίκαση αποδοχών υπερημερίας για το περαιτέρω χρονικό διάστημα από 27.10.2011 έως 30.9.2016, περιλαμβανομένων των επιδομάτων εορτών και αδείας, λόγω παρόδου της από το άρθρο 6 παρ.1 του Ν. 3198/1955 τρίμηνης αποσβεστικής προθεσμίας για την προσβολή ως άκυρων των νέων καταγγελιών και β) έγινε κατά ένα μέρος δεκτή ως ουσιαστικά βάσιμη η από 25.9.2017 και με αριθ.
κατάθ. 10041/577/27.9.2017 αντίθετη έφεση της εκκαλούσας - εναγομένης και ήδη αναιρεσίβλητης ανώνυμης εταιρείας, εξαφανίσθηκε η ως άνω απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς κατά το μέρος που είχε επιδικάσει τ' αναγραφόμενα εκεί επί μέρους χρηματικά ποσά ως αποδοχές υπερημερίας του διαστήματος μετά την πάροδο του αρχικού δεκαμήνου από τις αρχικές καταγγελίες έως τις 26.10.2011 και δικάζοντας την άνω αγωγή, έγινε αυτή δεκτή ως βάσιμη κατ' ουσία, για μικρότερα σε σχέση με την πρωτόδικη απόφαση ποσά, για το λόγο ότι τα επιδόματα αδείας του έτους 2011, ως αποδοχές υπερημερίας, είχαν ήδη επιδικασθεί στις ενάγουσες με την προηγούμενη δικαστική απόφαση.
Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα πριν την επίδοση της προσβαλλομένης απόφασης, αφού αυτή κατατέθηκε στη γραμματεία του εκδώσαντος την προσβαλλομένη απόφαση δικαστηρίου στις 29 Ιουνίου 2018 και η επίδοση της προσβαλλομένης απόφασης έλαβε χώρα στις 5 Οκτωβρίου 2018, όπως προκύπτει από σχετική επισημείωση επί αντιγράφου της προσβαλλομένης της δικαστικής επιμελήτριας στο Πρωτοδικείο Πειραιώς Σ.
Τ. (άρθ. 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 3, 566 παρ.1 και 144 ΚΠολΔ). Είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθ. 577 παρ.1 του ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και τη βασιμότητα των λόγων αυτής (άρθ. 577 παρ. 3 του ΚΠολΔ).
Από τις διατάξεις των άρθρων 669 παρ. 2 του ΑΚ, 1 και 3 του Ν. 2112/1920 και 1 και 5 του Ν. 3198/1955 προκύπτει ότι η καταγγελία της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου είναι μονομερής, αναιτιώδης δικαιοπραξία και συνεπώς το κύρος αυτής δεν εξαρτάται από την ύπαρξη ή την ελαττωματικότητα της αιτίας για την οποία έγινε, αλλά αποτελεί δικαίωμα του εργοδότη και του εργαζομένου.
Εξ άλλου, με τη διάταξη του άρθρου 5 παρ.3 του Ν. 3198/1955, όπως αυτή αντικαταστάθηκε από το άρθρο 4 παρ.2 του Ν.2556/1997 και ίσχυε κατά τον επίδικο χρόνο, ορίζεται ότι η καταγγελία της εργασιακής σχέσης θεωρείται έγκυρη, εφ' όσον έχει γίνει εγγράφως, έχει καταβληθεί η οφειλόμενη αποζημίωση και έχει καταχωρηθεί η απασχόληση του απολυομένου στα τηρούμενα για το ΙΚΑ μισθολόγια ή έχει ασφαλισθεί ο απολυόμενος.
Από τη διάταξη αυτή σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 174 και 180 του ΑΚ συνάγεται ότι συντρέχει περίπτωση ακυρότητας της καταγγελίας της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου και στην περίπτωση ελλιπούς καταβολής της οφειλομένης αποζημίωσης (ΑΠ 277/2016, ΑΠ 624/2008), η οποία υπολογίζεται κατά τα άρθρα 3 παρ.2 του Ν. 2112/1920 και 5 παρ.1 του Ν. 3198/1955 με βάση τις τακτικές αποδοχές του απολυομένου μισθωτού του τελευταίου πριν την καταγγελία μήνα, υπό καθεστώς πλήρους απασχόλησης.
Στην περίπτωση της ακυρότητας της καταγγελίας για οιονδήποτε λόγο δεν επέρχεται η λύση της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας και συνακόλουθα ο εργοδότης περιέρχεται σε υπερημερία ως προς την αποδοχή των υπηρεσιών του εργαζομένου, υποχρεούμενος να δέχεται τις υπηρεσίες του μισθωτού και να καταβάλει τις αποδοχές αυτού, κατά τα άρθρα 349, 350, 648 και 656 του ΑΚ (ΑΠ 179/2016, ΑΠ 601/2013).
Η υπερημερία του εργοδότη και συνακόλουθα η υποχρέωση αυτού να καταβάλει τις αποδοχές του μισθωτού κατά το διάστημα κατά το οποίο τελεί σε υπερημερία και ν' αποδέχεται τις υπηρεσίες του μισθωτού, παύει α) με την αποδοχή της εργασίας αυτού, β) με τη δήλωση του εργοδότη ότι αποδέχεται τις υπηρεσίες του εργαζομένου, σύμφωνα με τους πριν την απόλυση όρους, γ) με την περιέλευση του εργαζομένου για πραγματικούς ή νομικούς λόγους σε περίπτωση αδυναμίας παροχής της εργασίας του, εκτός εάν η αδυναμία αυτή οφείλεται σε γεγονός για το οποίο ο εργοδότης υπέχει ευθύνη και δ) με την καθοιονδήποτε τρόπο έγκυρη λύση της σύμβασης εργασίας, χωρίς να ενδιαφέρει ο λόγος λύσης.
Επομένως, όταν η υπερημερία του εργοδότη απορρέει από μία άκυρη καταγγελία της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας, αυτή παύει με μία έγκυρη νέα καταγγελία (ΑΠ 400/2017, ΑΠ 1093/1993). Η νέα αυτή καταγγελία, η οποία μπορεί να γίνει από τον εργοδότη και επικουρικά, δηλαδή με την επιφύλαξη κάθε δικαιώματός του από την προηγούμενη καταγγελία και με το σκοπό να αρθεί η υπερημερία στην οποία είχε περιέλθει ως προς την αποδοχή των υπηρεσιών του μισθωτού και ως προς την υποχρέωση καταβολής αποδοχών υπερημερίας, είναι επιτρεπτή από το νόμο και επιφέρει από τη στιγμή που περιέρχεται στο μισθωτό (άρθ. 167 του ΑΚ) την διαπλαστική της ενέργεια, ήτοι τη λύση της σύμβασης εργασίας [σε περίπτωση ακυρότητας της αρχικής καταγγελίας].
Το κύρος της καταγγελίας αυτής δεν επηρεάζεται από το λόγο ότι έγινε κατά το χρόνο που ο εργοδότης τελούσε σε υπερημερία ή σε χρόνο που η πρώτη καταγγελία δεν είχε ακόμη κριθεί τελεσίδικα ως άκυρη, αφού ευθέως ο εργοδότης αποβλέπει με αυτήν στη λύση της εργασιακής σύμβασης και άρση της υπερημερίας του (ΑΠ 400/2017, ΑΠ 150/2006).
Η δεύτερη αυτή καταγγελία που γίνεται επικουρικά, επομένως περιέχει αίρεση δικαίου, η οποία όμως είναι από το νόμο επιτρεπτή και η οποία, ανάλογα με τη νομική κατάσταση, αν μεν η πρώτη καταγγελία είναι έγκυρη, δεν έχει καμιά αξία και έννομη επιρροή, αν δε είναι άκυρη, επιφέρει αυτή το πρώτον τη λύση της σύμβασης εργασίας (ΑΠ 277/2016, ΑΠ 55/2015, ΑΠ 624/2008).
Η νομιμότητα και επομένως και το παραδεκτό της προβολής του περί ακυρότητας ισχυρισμού της κάθε καταγγελίας κρίνεται αυτοτελώς, βάσει των συνθηκών που ισχύουν κατά την άσκησή της καθεμίας από αυτές. Περαιτέρω, με τη διάταξη του άρθρου 6 παρ. 1 του Ν. 3198/1955, όπως το δεύτερο εδάφιο αυτής προστέθηκε με το άρθρο 19 του Ν. 435/1976, ορίζεται ότι "πάσα αξίωσις μισθωτού πηγάζουσα εξ ακύρου καταγγελίας της σχέσεως εργασίας τυγχάνει απαράδεκτος, εφόσον η σχετική αγωγή δεν εκοινοποιήθη εντός τριμήνου ανατρεπτικής προθεσμίας από της λύσεως της σχέσεως εργασίας.
Η διάταξις της παρούσης εφαρμόζεται μόνον επί καταγγελίας σχέσεων εξαρτημένης εργασίας". Η προθεσμία αυτή, η οποία είναι αποσβεστική, αποσκοπεί στην ταχεία άρση κάθε αβεβαιότητας σχετικά με το κύρος της καταγγελίας και στην εκκαθάριση εντός σύντομου χρονικού διαστήματος των αξιώσεων των εργαζομένων, που πηγάζουν από τυχόν άκυρη καταγγελία, ώστε να μην δημιουργούνται δυσβάστακτες συνέπειες για τον εργοδότη, όταν δε παρέλθει άπρακτη η αποσβεστική αυτή προθεσμία, επέρχεται απόσβεση του δικαιώματος προσβολής της καταγγελίας για ακυρότητα (ΟλΑΠ 1338/1985, ΑΠ 121/2017, ΑΠ 429/2016, ΑΠ 1387/2015, ΑΠ 2234/2013, ΑΠ 404/2008).
Η ως άνω τρίμηνη αποσβεστική προθεσμία του άρθρου 6 παρ. 1 του Ν. 3198/1955, για την έγερση (άσκηση) αγωγής περί ακυρότητας της καταγγελίας και απόληψης μισθών υπερημερίας, η οποία λαμβάνεται αυτεπάγγελτα υπόψη από το δικαστήριο (άρθρο 280 ΑΚ), έχει εφαρμογή σε κάθε καταγγελία της σχέσης εξαρτημένης εργασίας, είτε αορίστου είτε ορισμένου χρόνου είναι αυτή και καταλαμβάνει κάθε αξίωση του μισθωτού που πηγάζει από την, για οποιονδήποτε λόγο, ακυρότητα της καταγγελίας της εργασιακής σχέσης από τον εργοδότη (ΑΠ 359/2015, ΑΠ 705/2013).
Στον ίδιο δε χρονικό περιορισμό υπόκειται και η ένσταση ή αντένσταση περί ακυρότητας της καταγγελίας (ΟλΑΠ 1338/1985, ΑΠ 121/2017, ΑΠ 429/2016, ΑΠ 624/2008). Η μη κοινοποίηση, δηλαδή, της αγωγής περί ακυρότητας της καταγγελίας στον εργοδότη μέσα στην παραπάνω τρίμηνη αποσβεστική προθεσμία ή η μη προβολή σχετικής ένστασης στο πλαίσιο εκκρεμούς δίκης, καθιερώνει απαράδεκτο, το οποίο αφορά την ουσία της διαφοράς και κατά κύριο λόγο πλήττει το δικαίωμα της επίκλησης και προσβολής της καταγγελίας της σύμβασης εργασίας ως άκυρης και κατ' ανάγκη τις συνεχόμενες με αυτό ουσιαστικές αξιώσεις της καταβολής αποδοχών υπερημερίας και πραγματικής απασχόλησης του μισθωτού.
Ως εκ τούτου, εάν παρέλθει άπρακτη η προθεσμία αυτή, η καταγγελία αυτή καθίσταται έγκυρη (του εργαζομένου δικαιουμένου να ζητήσει μόνο την καταβολή της νόμιμης αποζημίωσης) και η σχετική αγωγή ή ένσταση απορρίπτεται ως (ουσιαστικά) απαράδεκτη (ΑΠ 121/2017, ΑΠ 429/2016, ΑΠ 359/2015, ΑΠ 705/2013). Η ως άνω αποσβεστική προθεσμία, διακόπτεται με την έγερση της αγωγής, είτε αυτή είναι καταψηφιστική, είτε αναγνωριστική.
Η προθεσμία αυτή τάσσεται μόνο για την άσκηση των αξιώσεων που απορρέουν αμέσως από την άκυρη καταγγελία της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας. Δεν ισχύει δε, στις περιπτώσεις που οι αξιώσεις έχουν τις ίδιες συνέπειες με την άκυρη καταγγελία, αλλά δεν υπάρχει ή δεν μπορεί να συναχθεί από το περιεχόμενο της αγωγής ότι αυτές στηρίζονται σε ακυρότητα της καταγγελίας της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας αυτού, όπως συμβαίνει στην περίπτωση αγωγής επιδίκασης των αποδοχών υπερημερίας που οφείλονται, κατά το άρθρο 656 του ΑΚ, στον μισθωτό, λόγω της απόκρουσης των υπηρεσιών του από τον εργοδότη για λόγους που αφορούν τον ίδιο, αφού η ανωτέρω ακυρότητα της καταγγελίας είναι, όπως εκτέθηκε, σχετική υπέρ του εργαζομένου.
Εξάλλου, η εκ του άρθρου 656 ΑΚ αξίωση του εργαζομένου για μισθούς υπερημερίας, λόγω της συνεχιζομένης άρνησης του εργοδότη να αποδέχεται τις υπηρεσίες του μισθωτού μετά την καταγγελία της σύμβασης, την οποία ο εργαζόμενος θεωρεί άκυρη ή η οποία έχει ήδη κριθεί άκυρη με τελεσίδικη δικαστική απόφαση, στηρίζεται στη σύμβαση εργασίας και, συνεπώς, για να είναι ορισμένη η αγωγή, πρέπει να εκτίθενται σε αυτή η κατάρτιση της σύμβασης, ο συμβατικός ή νόμιμος μισθός και η άρνηση του εργοδότη να αποδέχεται την προσηκόντως προσφερόμενη εργασία του μισθωτού.
Αναφορά στην καταγγελία και την ακυρότητά της δεν απαιτείται. Στην περίπτωση αυτή η ακυρότητα της καταγγελίας δεν αποτελεί στοιχείο της βάσης της αγωγής. Μόνο εάν ο εργαζόμενος διώκει με την αγωγή του επί πλέον και την αναγνώριση της ακυρότητας της καταγγελίας της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας απαιτείται η αναφορά ως στοιχείου της αγωγής των λόγων ακυρότητας της καταγγελίας.
Αν όμως ο εργοδότης, κατά τη συζήτηση της αγωγής με αντικείμενο μόνο την επιδίκαση αποδοχών υπερημερίας, για να απαλλαγεί, επικαλεστεί κατ' ένσταση έγκυρη καταγγελία της σύμβασης ή, σε περίπτωση προηγουμένης ακυρότητας της αρχικής καταγγελίας, νέα (δεύτερη) έγκυρη καταγγελία (και στη συνέχεια αποδείξει τούτο) και συνακόλουθα ανυπαρξία υπερημερίας του, ο ισχυρισμός του μισθωτού για την ακυρότητα της καταγγελίας αυτής αποτελεί αντένσταση, που πρέπει να προβληθεί κατά νόμιμο και παραδεκτό τρόπο.
Ο μισθωτός έχει βέβαια και στην περίπτωση αυτή τη δυνατότητα να επικαλεστεί την ακυρότητα της καταγγελίας και τους λόγους που τη θεμελιώνουν με το δικόγραφο της αγωγής επιδίκασης αποδοχών υπερημερίας καθ' υποφορά, οπότε πρόκειται για εκ προοιμίου αντένσταση κατά της τυχόν ένστασης του εργοδότη περί καταγγελίας της σύμβασης.
Ο ισχυρισμός του, όμως, αυτός (ακυρότητας της καταγγελίας) που προβάλλεται από τον εργαζόμενο με αντένσταση προς απόκρουση του ισχυρισμού του εργοδότη, για είναι παραδεκτός, πρέπει, όπως και πιο πάνω αναφέρθηκε, να προβάλλεται μέσα στην ανατρεπτική προθεσμία των τριών μηνών, από την περιέλευση στον μισθωτό της καταγγελίας (ΟλΑΠ 1338/1985, ΑΠ 121/2017, ΑΠ 429/2016, ΑΠ 624/2008).
Τα ανωτέρω τυγχάνουν εφαρμογής και στην περίπτωση επικουρικής καταγγελίας της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας εκ μέρους του εργοδότη για την περίπτωση που η αρχική καταγγελία ήθελε κριθεί τελεσιδίκως άκυρη. Από καμία διάταξη εξ άλλου δεν προκύπτει ότι κατά τη διάρκεια της εκκρεμοδικίας για την αναγνώριση ως άκυρης της αρχικής καταγγελίας αναστέλλεται η κατά τα άνω τρίμηνη αποσβεστική προθεσμία του άρθρου 6 παρ.1 του Ν. 3198/1955 για την εκ μέρους του εργαζομένου προσβολή ως άκυρης της επικουρικής καταγγελίας, εφ' όσον, όπως ήδη προαναφέρθηκε, οι προϋποθέσεις του παραδεκτού της κατά τα άνω προσβολής ερευνώνται αυτοτελώς για κάθε καταγγελία.
Εφ' όσον δε δεν υφίσταται εκκρεμής δίκη μεταξύ των μερών κατά το χρόνο της δεύτερης καταγγελίας που ν' αφορά την επιδίκαση αποδοχών υπερημερίας για το χρονικό διάστημα μετά τη δεύτερη καταγγελία, ο εργαζόμενος πρέπει ν' ασκήσει αγωγή αναγνώρισης της ακυρότητας της δεύτερης καταγγελίας εντός του ανωτέρω τριμήνου από αυτήν, προκειμένου να διακόψει την πιο πάνω αποσβεστική προθεσμία.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 παρ.1 εδ. α του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται μόνο, αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, ήτοι εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013, ΟλΑΠ 7/2006).
Με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του ανωτέρω δικαστηρίου κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Στην τελευταία δε περίπτωση, η παραβίαση του κανόνα αυτού ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο αποκλειστικώς και μόνο με βάση τα πραγματικά περιστατικά που δέχεται το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν ή ότι δεν αποδείχθηκαν (ΑΠ 130/2016, ΑΠ 1420/2013).
Εξάλλου κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Ο λόγος αυτός αναίρεσης αναφέρεται στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού και επομένως προϋποθέτει έρευνα της ουσίας της υπόθεσης και διατύπωση αποδεικτικού πορίσματος από το δικαστήριο της ουσίας.
Κατά συνέπεια δεν ιδρύεται ο αναιρετικός αυτός λόγος, όταν η έλλειψη, η ανεπάρκεια ή η αντιφατικότητα των αιτιολογιών αναφέρονται στη σκέψη της προσβαλλομένης απόφασης, με την οποία η αγωγή (ή η ένσταση ή η αντένσταση) κρίθηκε απορριπτέα ως μη νόμιμη, απαράδεκτη ή αόριστη (ΟλΑΠ 3/1997, ΑΠ 1410/2017, ΑΠ 701/2011, ΑΠ 121/2009).
Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του αριθμού 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται και όταν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής ως "πράγματα" θεωρούνται οι πραγματικοί ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο και άρα ως ουσιώδεις ισχυρισμοί στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης ή λόγου έφεσης (ΟλΑΠ 25/2003, ΟλΑΠ 3/1997, ΟλΑΠ 11/1996).
Αντιθέτως δεν θεωρούνται "πράγματα" κατά την προαναφερθείσα έννοια, μεταξύ άλλων, οι απαράδεκτοι ή αβάσιμοι κατά νόμο ισχυρισμοί, αφού οι τελευταίοι δεν είναι ουσιώδεις για την έκβαση της δίκης (ΟλΑΠ 8/2013, ΟλΑΠ 3/1997, ΑΠ 76/2016, ΑΠ 139/2014, 1720/2013, 232/2009). Τέλος, λόγος αναίρεσης ο οποίος στηρίζεται επί εσφαλμένης προϋπόθεσης, πράγμα που συμβαίνει, όταν υποστηρίζεται με αυτόν ότι η προσβαλλομένη απόφαση δέχθηκε ή δεν δέχθηκε ορισμένα πραγματικά γεγονότα, ενώ από την τελευταία προκύπτει το αντίθετο, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος (ΑΠ 1611/2008).
Ως αλυσιτελής δε και συνεπώς απορριπτέος κρίνεται ο αναιρετικός λόγος και στην περίπτωση που με αυτόν βασίμως πλήττεται κάποιο από τα επάλληλα ερείσματα που στηρίζουν το διατακτικό της προσβαλλομένης απόφασης, εφόσον τα λοιπά ερείσματα αυτής επαρκούν για τη στήριξη του διατακτικού της και δεν πλήσσονται ή πλήσσονται ανεπιτυχώς με την αναίρεση (σχετ.
ΟλΑΠ 25/2003, ΟλΑΠ 25/1994, ΑΠ 10/2016, ΑΠ 1652/2010, ΑΠ 406/2010, ΑΠ 318/2009).
Στην προκειμένη περίπτωση, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο με την προσβαλλομένη απόφαση του δέχθηκε, μετά από εκτίμηση των προσκομισθέντων με επίκληση από τους διαδίκους αποδεικτικών στοιχείων, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του, τ' ακόλουθα: "Επί της με αρ. κατάθ. 12750/22.12.2010 αγωγής των εναγουσών [ήδη αναιρεσειουσών], με την οποία αυτές, επικαλούμενες παράβαση του νόμου για τις περιπτώσεις ομαδικών απολύσεων, καταχρηστικότητα της απόλυσής τους και μη καταβολή σε αυτές της νόμιμης αποζημίωσης απόλυσης εκ μέρους της εργοδότριας τους εναγομένης [ήδη αναιρεσίβλητης], ζητούσαν την αναγνώριση της ακυρότητας της καταγγελίας των συμβάσεων εργασίας τους αορίστου χρόνου (που έλαβε χώρα στις 29.10.2010 για την πρώτη και πέμπτη ενάγουσα, στις 6.10.2010 για την δεύτερη και τρίτη και στις 24.9.2010 για την τέταρτη ενάγουσα), και την πραγματική απασχόλησή τους από την εναγομένη και την καταβολή σε αυτές μισθών υπερημερίας, εκδόθηκε δε η υπ' αρ. 4668/1.9.2011 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, η οποία, αφού έκρινε ότι δεν συνέτρεχε περίπτωση ομαδικών απολύσεων των εναγουσών και συνεπώς παράβαση του νόμου που αφορά αυτές (άρθρο 6 παρ.1 Ν. 1387/1983) εκ μέρους της εναγομένης, απορρίπτοντας κατ' ουσίαν τη σχετική βάση της αγωγής, αναγνώρισε την ακυρότητα των καταγγελιών των συμβάσεων εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου των εναγουσών λόγω μη καταβολής σε αυτές της νόμιμης αποζημίωσης, αλλά μικρότερης από αυτήν, και τους επιδίκασε μισθούς υπερημερίας για το αιτούμενο διάστημα των δέκα (10) μηνών από την άκυρη απόλυσή τους.
Κατά της αποφάσεως αυτής ασκήθηκαν από τα διάδικα μέρη αντίθετες εφέσεις και ειδικότερα από την πλευρά των εναγουσών η με αρ. κατάθ. 464/2012 έφεση και από την πλευρά της εναγομένης η με αρ. κατάθ. 45/2012 έφεση, επί των οποίων εκδόθηκε η υπ' αρ. 1061/2013 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Πειραιώς, η οποία επικύρωσε την πρωτόδικη απόφαση, πλην μόνο του μέρους αυτής που είχε απορρίψει την αγωγική βάση περί καταχρηστικότητας της απόλυσης ως αόριστης, την οποία απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμη.
Προ της ασκήσεως των εν λόγω εφέσεων, ήτοι πριν ακόμα κριθεί τελεσιδίκως (και ήδη αμετακλήτως με την υπ' αριθ. 2108/2014 απόφαση του Αρείου Πάγου, η οποία απέρριψε αίτηση αναίρεσης της εναγομένης κατά της ως άνω εφετειακής απόφασης) το κύρος των καταγγελιών των συμβάσεων εργασίας των εναγουσών, η εναγομένη προέβη σε δεύτερη επικουρική καταγγελία (των συμβάσεων εργασίας τους) με τα από 24.10.2011 έγγραφά της αντίστοιχα, που επιδόθηκαν στις ενάγουσες στις 26.10.2011, αναγράφοντας σε αυτά ως μοναδικό λόγο τη συμπλήρωση της νόμιμης αποζημίωσής τους κατ' άρθρο 8 εδ.
β του Ν. 3198/1955, προσφέροντάς τους την οφειλομένη νόμιμη αποζημίωσης απόλυσης, όπως αυτή είχε κριθεί με την υπ' αρ. 4668/2011 απόφαση και ειδικότερα προσφέροντάς τους, ως επί πλέον αποζημίωση, τα ακόλουθα χρηματικά ποσά: α) στην πρώτη ενάγουσα Β. Λ., ποσό 252,99 ευρώ, το οποίο προσφέρθηκε με την επίδοση της από 24.10.2011 εξώδικης καταγγελίας της σύμβασης εργασίας από τη δικαστική επιμελήτρια που διενήργησε την επίδοση της καταγγελίας στη σύνοικο θυγατέρα της Ε.
Β. στις 26.10.2011 (βλ. υπ' αρ. …26Β/26.10.2011 έκθεση επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας στο Πρωτοδικείο Πειραιά Σ. Τ.), η οποία αρνήθηκε να το παραλάβει, ενώ περαιτέρω η ενάγουσα δεν προσήλθε στα γραφεία της εταιρείας προκειμένου να το λάβει, σύμφωνα με την πρόσκληση που της είχε απευθυνθεί δια της εξώδικης καταγγελίας, ούτε και το αναζήτησε με άλλο τρόπο από την εναγομένη, εν τέλει δε συστάθηκε επ' ονόματί της ως άνω ενάγουσας από την εναγομένη το υπ' αρ. ...829/4.3.2015 γραμμάτιο σύστασης παρακαταθήκης στο Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων με το ποσό αυτό, β) στη δεύτερη ενάγουσα Δ.
Ί., ποσό 246,24 ευρώ, το οποίο προσφέρθηκε με την επίδοση της από 24.10.2011 εξώδικης καταγγελίας της σύμβασης εργασίας από τη δικαστική επιμελήτρια που διενήργησε την επίδοση της καταγγελίας στην ίδια στις 26.10.2011 (βλ. υπ' αρ. ….23Β/26.10.2011 έκθεση επίδοσης της ως άνω δικαστικής επιμελήτριας), η οποία αρνήθηκε να το παραλάβει, ούτε προσήλθε στα γραφεία της εταιρείας προκειμένου να το λάβει, σύμφωνα με την πρόσκληση που της είχε απευθύνει η εναγομένη δια της εξώδικης καταγγελίας, ούτε και το αναζήτησε με άλλο τρόπο από την εναγομένη, εν τέλει δε συστάθηκε επ' ονόματί της ως άνω ενάγουσας από την εναγομένη το υπ' αρ. ...828/4.3.2015 γραμμάτιο σύστασης παρακαταθήκης στο Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων, γ) στην τρίτη ενάγουσα Κ.
Α., ποσό 580,90 ευρώ, το οποίο προσφέρθηκε με την επίδοση της από 24.10.2011 εξώδικης καταγγελίας της σύμβασης εργασίας από τη δικαστική επιμελήτρια που διενήργησε την επίδοση της καταγγελίας στη σύνοικο θυγατέρα της Α. Κ. στις 26.10.2011 (βλ. υπ' αρ. 1920Β/26.10.2011 έκθεση επίδοσης της ίδιας δικαστικής επιμελήτριας), η οποία αρνήθηκε να το παραλάβει, αλλά μεταγενέστερα, στις 1.11.2011 η ως άνω ενάγουσα μετέβη στα γραφεία της εναγομένης εταιρείας και εισέπραξε το ποσό αυτό, δ) στην τέταρτη ενάγουσα Λ.
Μ., ποσό 529,80 ευρώ, το οποίο προσφέρθηκε με την επίδοση της από 24.10.2011 εξώδικης καταγγελίας της σύμβασης εργασίας από τη δικαστική επιμελήτρια που διενήργησε την επίδοση της καταγγελίας στην ίδια στις 26.10.2011 (βλ. υπ' αρ. …..23Β/26.10.2011 έκθεση επίδοσης της ως άνω δικαστικής επιμελήτριας), η οποία αρνήθηκε να το παραλάβει, ούτε προσήλθε στα γραφεία της εταιρείας προκειμένου να το λάβει, σύμφωνα με την πρόσκληση που της είχε απευθύνει η εναγομένη δια της εξώδικης καταγγελίας, ούτε και το αναζήτησε με άλλο τρόπο από την εναγομένη, εν τέλει δε συστάθηκε με το ανωτέρω ποσό επ' ονόματί της το υπ' αρ. ...830/4.3.2015 γραμμάτιο σύστασης παρακαταθήκης στο Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων και ε) στην πέμπτη ενάγουσα Σ.
Σ., ποσό 1.107,18 ευρώ, το οποίο της προσφέρθηκε με την επίδοση της από 24.10.2011 εξώδικης καταγγελίας της σύμβασης εργασίας από τη δικαστική επιμελήτρια που διενήργησε την επίδοση της καταγγελίας στις 26.10.2011 (βλ. υπ' αρ. ….20Β/26.10.2011 έκθεση επίδοσης της ιδίας ως άνω δικαστικής επιμελήτριας), η οποία αρνήθηκε να το παραλάβει, πλην όμως μεταγενέστερα, στις 1.11.2011 η εν λόγω ενάγουσα μετέβη στα γραφεία της εναγομένης εταιρείας και εισέπραξε το ποσό αυτό.
Η δεύτερη καταγγελία των συμβάσεων εργασίας των εναγουσών έγινε επικουρικά, για την περίπτωση που κρινόταν τελεσίδικα, ως άκυρη η πρώτη καταγγελία των συμβάσεων εργασίας που έλαβε χώρα, κατά τα προαναφερθέντα, τέλος Σεπτεμβρίου 2010 για την τέταρτη ενάγουσα και τον Οκτώβριο του 2010 για τις λοιπές, πράγμα που έγινε για το λόγο άρσης της υπερημερίας, στην οποία περιήλθε η εναγομένη από τις αρχικές άκυρες καταγγελίες.
Με την ανωτέρω καταγγελία (δεύτερη) η εναγομένη δήλωσε εκ νέου τη βούλησή της να μην υπάρξει συνέχεια στη σύμβαση των εναγουσών, προσφέροντας τους τη νόμιμη πλέον αποζημίωση. Η καταγγελία αυτή, για την οποία, όπως προαναφέρθηκε τηρήθηκε ο έγγραφος τύπος και καταβλήθηκε η νόμιμη αποζημίωση απόλυσης, είναι έγκυρη και ισχυρή, σύμφωνα με όσα εκτέθηκαν στη μείζονα σκέψη, οπότε, εφ' όσον αυτή (δεύτερη - επικουρική καταγγελία) έλαβε χώρα στις 26.10.2011, έκτοτε ξεκίνησε η τρίμηνη αποσβεστική προθεσμία αμφισβήτησης του κύρους της, η οποία παρήλθε άπρακτη στις 27.1.2012 (άρ. 6 παρ.1 ν. 3198/1955, ΑΚ 240, 241 παρ.1,242, 243 εδ. 2).
Επήλθε λοιπόν η λύση των επίμαχων συμβάσεων εργασίας των εναγουσών με την εναγομένη από την ημερομηνία της ως άνω δεύτερης καταγγελίας (26.10.2011) με αποτέλεσμα να μην οφείλονται έκτοτε σε αυτές μισθοί υπερημερίας, καθώς από την ημερομηνία αυτή και μετά, είχε αρθεί η υπερημερία της εναγομένης. Επομένως η άσκηση από τις ενάγουσες της ένδικης με αρ.
κατάθ. 5528/29.9.2015 αγωγής τους, η οποία επιδόθηκε στην εναγομένη στις 13.10.2015 (βλ. την υπ' αρ. …63Β/13.10.2015 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Αθηνών Χ. Ν.) κατά το μέρος που ζητούν την αναγνώριση της υποχρέωσης της εναγομένης εργοδότριας προς καταβολή μισθών υπερημερίας για το χρονικό διάστημα από 27.10.2011 και εφεξής, καθώς και την αναγνώριση της υποχρέωσης επαναπρόσληψης των εναγουσών από τον ανωτέρω χρόνο (27.10.2011) και πέρα, έλαβε χώρα πολύ μεταγενέστερα από τη συμπλήρωση της προβλεπόμενης από τη διάταξη του άρθρου 6 παρ.1 του ν. 3198/1955 τρίμηνης αποσβεστικής προθεσμίας, δεδομένου ότι αυτή άρχισε την από 27.10.2011 και συμπληρώθηκε την 27.1.2012.
Εφόσον, λοιπόν, οι ανωτέρω αξιώσεις ασκήθηκαν εκπρόθεσμα, είναι απορριπτέες ως απαράδεκτες, κατά τα προεκτεθέντα στη μείζονα σκέψη, όπως κρίθηκε και από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο". Στη συνέχεια το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, με το σκεπτικό ότι είχε κριθεί με δύναμη δεδικασμένου η ακυρότητα των αρχικών καταγγελιών των συμβάσεων εξαρτημένης εργασίας των εναγουσών και η συνακόλουθη υποχρέωση της εναγομένης να καταβάλει σε αυτές αποδοχές υπερημερίας, επιδίκασε στις ενάγουσες τ' αναγραφόμενα εκεί ποσά ως αποδοχές υπερημερίας, πλέον της αναλογίας του επιδόματος Χριστουγέννων 2011 για το μέχρι τις 26.10.2011 χρονικό διάστημα και απέρριψε ως απαράδεκτη την αγωγή κατά το μέρος που αφορούσε την αναγνώριση της υποχρέωσης πραγματικής απασχόλησης των εναγουσών στο πλαίσιο της έγκυρης σύμβασης εργασίας αυτών, λόγω της συνεχιζόμενης άρνησης της εναγομένης να τις απασχολεί πραγματικά και την επιδίκαση σε αυτές αποδοχών υπερημερίας για το περαιτέρω διάστημα από τις 27.10.2011 μέχρι τις 30.9.2016 που ζητείτο με την αγωγή.
Με την κρίση του αυτή το δευτεροβάθμιο δικαστήριο ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις διατάξεις του άρθρου 6 παρ. 1 του Ν. 3198/1955, ως και εκείνες των άρθρων 669 παρ.2, 349, 350, 656 και 167 του ΑΚ, 1 και 3 του Ν. 2112/1920 και 5 παρ.1 και 3 του Ν. 3198/1955 και παράλληλα διέλαβε στο σκεπτικό του πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις ή ενδοιαστικές κρίσεις αιτιολογίες που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο αναφορικά με το ζήτημα της παύσης της υπερημερίας της αναιρεσίβλητης εταιρείας με τη μεταγενέστερη των αρχικών (άκυρων) καταγγελιών λύση των συμβάσεων εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου των αναιρεσειουσών, δυνάμει των από 26.10.2011 έγκυρων νέων (δεύτερων) καταγγελιών αυτών που είχαν ασκηθεί επικουρικά και με το ζήτημα της έκπτωσης των αναιρεσειουσών από το δικαίωμα προσβολής των καταγγελιών αυτών, ως άκυρων, λόγω παρόδου της τρίμηνης αποσβεστικής προθεσμίας από τις καταγγελίες αυτές μέχρι την άσκηση της ένδικης αγωγής.
Επομένως, α) ο δεύτερος λόγος αναίρεσης κατά το πρώτο αυτού σκέλος και ο συναφής τέταρτος λόγος αναίρεσης κατά το πρώτο αυτού σκέλος, αληθώς από τον αριθμό 1 [και όχι από τον αριθμό 14 που αφορά απαράδεκτα εκ του δικονομικού και όχι εκ του ουσιαστικού ως εν προκειμένω δικαίου] του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, με τους οποίους οι αναιρεσείουσες προσάπτουν στην προσβαλλομένη απόφαση την πλημμέλεια ότι εσφαλμένως ερμήνευσε και εφάρμοσε τη διάταξη του άρθρου 6 παρ.1 του Ν. 3198/1955 στην κρινόμενη περίπτωση, για το λόγο ότι η από αυτή προβλεπόμενη τρίμηνη αποσβεστική προθεσμία δεν τυγχάνει κατά νόμο εφαρμογής στις περιπτώσεις επικουρικής καταγγελίας της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας, δεν είναι βάσιμοι, διότι οι προϋποθέσεις του παραδεκτού της προσβολής κάθε καταγγελίας, αδιαφόρως εάν η μία εξ αυτών έχει ασκηθεί επικουρικά, ερευνώνται αυτοτελώς για καθεμία από αυτές.
Επίσης είναι αβάσιμος και ο δεύτερος λόγος αναίρεσης κατά το δεύτερο αυτού σκέλος με τον οποίο οι αναιρεσείουσες προσάπτουν στην προσβαλλομένη απόφαση την πλημμέλεια της εσφαλμένης εφαρμογής της ως άνω διάταξης στην κρινόμενη περίπτωση, για το λόγο ότι σε κάθε περίπτωση αναστέλλεται ο χρόνος της άνω αποσβεστικής προθεσμίας μέχρι την έκδοση τελεσίδικης απόφασης επί της ακυρότητας της πρώτης καταγγελίας, εφόσον τοιαύτη αναστολή δεν προβλέπεται από το νόμο, β) είναι αβάσιμος ο τρίτος από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης με τον οποίο οι αναιρεσείουσες προσάπτουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια ότι εσφαλμένως απέρριψε ως αλυσιτελή τον τρίτο λόγο έφεσης αυτών, με τον οποίο αυτές παραπονούνταν για την απόρριψη ως απαράδεκτης της αντένστασης περί καταχρηστικότητας των δεύτερων από 26.10.2011 καταγγελιών των συμβάσεων εξαρτημένης εργασίας αυτών, η οποία δεν ερευνήθηκε κατ' ουσία, ενώ εάν ο ισχυρισμός της αναιρεσίβλητης εταιρείας περί λύσης των εργασιακών συμβάσεων με τις πιο πάνω δεύτερες καταγγελίες είχε εκτιμηθεί ως ένσταση (και όχι ως ισχυρισμός αρνητικός της αγωγής), ο ισχυρισμός αυτών (αντένσταση) περί καταχρηστικότητας των δεύτερων καταγγελιών θα είχε ερευνηθεί περαιτέρω κατ' ουσία, εφ' όσον η ως άνω ένσταση της αναιρεσίβλητης (περί λύσης των συμβάσεων εργασίας με καταγγελία) δεν υπόκειται στην από το άρθρο 6 παρ.1 τρίμηνη αποσβεστική προθεσμία και μπορούσε οποτεδήποτε να προταθεί.
Και τούτο διότι η εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 6 παρ.1 του Ν. 3198/1955 επί του ισχυρισμού του εργαζομένου περί ακυρότητας της καταγγελίας της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας αυτού εκ μέρους του εργοδότη, για οιονδήποτε λόγο ακυρότητας, δεν εξαρτάται από το δικονομικό τρόπο προβολής του. Είτε προβάλλεται με αγωγή (με αντικείμενο την αναγνώριση της ακυρότητας της καταγγελίας), είτε με ένσταση (λχ.
επί αγωγής του εργοδότη αναγνώρισης της λύσης της εργασιακής σύμβασης με καταγγελία), είτε με αντένσταση (όπως στην προκειμένη περίπτωση) πρέπει να προβληθεί εντός της πιο πάνω τρίμηνης αποσβεστικής προθεσμίας από την καταγγελία, προκειμένου να ερευνηθεί η ουσιαστική του βασιμότητα, όπως ορθώς έκρινε άλλωστε και η προσβαλλόμενη απόφαση, απορρίπτοντας ως αλυσιτελή τον περί τούτου σχετικό τρίτο λόγο της έφεσης.
Συνεπώς οι δεύτερος, τρίτος και τέταρτος κατά το πρώτο αυτού σκέλος αναιρετικοί λόγοι πρέπει ν' απορριφθούν, ως αβάσιμοι.
Με τον πρώτο από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης, οι αναιρεσείουσες προσάπτουν στην προσβαλλομένη απόφαση την πλημμέλεια ότι δεν περιέχει επαρκή αιτιολογία για την απόρριψη του προβληθέντος με τον πρώτο λόγο της έφεσης αυτών ισχυρισμού τους ότι οι οικονομοτεχνικοί λόγοι που η αναιρεσίβλητη επικαλέσθηκε ως αιτία των αρχικών καταγγελιών των συμβάσεων εξαρτημένης εργασίας των εναγουσών είχαν παύσει να υφίστανται κατά το χρόνο που έλαβαν χώρα οι δεύτερες επικουρικές καταγγελίες των συμβάσεων αυτών και κατά συνέπεια αυτοί δεν μπορούσαν ν' αποτελέσουν τη δικαιολογητική βάση των δεύτερων αυτών καταγγελιών.
Ο λόγος αυτός στηρίζεται σε εσφαλμένη προϋπόθεση, διότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο δεν δέχθηκε κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του ότι οι δεύτερες καταγγελίες των συμβάσεων εξαρτημένης εργασίας των αναιρεσειουσών εκ μέρους της αναιρεσίβλητης εταιρείας έλαβαν χώρα για οικονομοτεχνικούς λόγους, αλλά ότι αυτές (δεύτερες καταγγελίες) έλαβαν χώρα από αυτήν εγκύρως με την κοινοποίηση εγγράφου και την καταβολή στις αναιρεσείουσες της υπολειπομένης αποζημίωσης καταγγελίας, που είχε υπολογισθεί με την με αριθ. 4668/2011 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, προκειμένου ν' αρθεί η υπερημερία της αναιρεσίβλητης εταιρείας, λόγω της ακυρότητας των αρχικών καταγγελιών των συμβάσεων εξαρτημένης εργασίας των αναιρεσειουσών, εξ αιτίας της καταβολής σε αυτές ελλιπούς αποζημίωσης και ότι αυτές (δεύτερες καταγγελίες) επέφεραν συνακόλουθα τη λύση των συμβάσεων εξαρτημένης εργασίας των αναιρεσειουσών και την άρση της υπερημερίας της αναιρεσίβλητης εταιρείας.
Επομένως ο αναιρετικός αυτός λόγος πρέπει ν' απορριφθεί ως αβάσιμος. Με τον τέταρτο από τον αριθμό 19 [και αληθώς και από τον αριθμό 8] του άρθρου 559 του ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης κατά το δεύτερο αυτού σκέλος, οι αναιρεσείουσες προσάπτουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια ότι με επάλληλη αιτιολογία εξέτασε κατ' ουσία εν μέρει μόνο τον ισχυρισμό αυτών περί καταχρηστικότητας των δεύτερων καταγγελιών των συμβάσεων εξαρτημένης εργασίας αυτών, τον οποίο απέρριψε με ανεπαρκείς αιτιολογίες, περιορισθείσα στην παραδοχή της έλλειψης καταχρηστικότητας των αρχικών καταγγελιών, η οποία όμως δεν αποκλείει τη συνδρομή περίπτωσης καταχρηστικότητας των δεύτερων καταγγελιών.
Ο λόγος αυτός πρέπει ν' απορριφθεί προεχόντως ως ερειδόμενος επί εσφαλμένης προϋπόθεσης, καθότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο απέρριψε κυρίως ως απαράδεκτο τον σχετικό ισχυρισμό, οι δε παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης περί απαραδέκτου της προβολής του περί καταχρηστικότητας των δεύτερων καταγγελιών ισχυρισμού των αναιρεσειουσών, οι οποίες πλήττονται ανεπιτυχώς με τους λοιπούς λόγους αναίρεσης, στηρίζουν επαρκώς το διατακτικό της για απόρριψη του σχετικού περί καταχρηστικότητας των δεύτερων καταγγελιών ισχυρισμού.
Κατά το άρθρο 559 αριθ. 16 του ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης επιτρέπεται και αν το δικαστήριο κατά παράβαση του νόμου δέχθηκε, μεταξύ άλλων, ότι υπάρχει ή δεν υπάρχει δεδικασμένο. Ο Άρειος Πάγος ελέγχει μόνο την "παράβαση νόμου", δηλαδή την ψευδή ερμηνεία ή εσφαλμένη εφαρμογή των περί δεδικασμένου διατάξεων σε σχέση με όσα γίνονται ανελέγκτως δεκτά, ήτοι αν αυτά συνιστούν την έννοια του δεδικασμένου και σε καταφατική περίπτωση αν αυτό έχει την έκταση και τα αποτελέσματα που του προσέδωσε η προσβαλλόμενη απόφαση, ενώ διαφεύγει του αναιρετικού ελέγχου, ως κρίση περί τα πράγματα, η συνδρομή ή όχι των περιστατικών ως προς την ταυτότητα της διαφοράς και των διαδίκων.
Αν η κρίση περί δεδικασμένου στηρίζεται μόνον επί διαδικαστικών εγγράφων, προς διακρίβωση της βασιμότητας ή μη του λόγου ελέγχεται και η εκτίμηση του περιεχομένου τους, ενώ επισκοπείται από τον Άρειο Πάγο και η απόφαση από όπου απορρέει το δεδικασμένο (ΟλΑΠ 7/2013). Εξ άλλου, από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 106, 216 παρ. 1 στοιχ.
γ, 322 παρ.1, 324, 325 και 559 αριθ.9 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι το αντικείμενο του δεδικασμένου προσδιορίζεται από το αντικείμενο της δίκης, με το οποίο και κατά κανόνα συμπίπτει. Το δεδικασμένο καλύπτει ως ενιαίο όλο ολόκληρο τον δικανικό συλλογισμό, βάσει του οποίου το δικαστήριο κατέληξε στην αναγνώριση της επίδικης έννομης σχέσης.
Ειδικότερα το δεδικασμένο καλύπτει όχι μόνο το δικαίωμα που κρίθηκε, δηλαδή την έννομη σχέση που διαγνώσθηκε, αλλά και την ιστορική αιτία που ο ενάγων επικαλέσθηκε με την αγωγή και έγινε δεκτή από την απόφαση, υπό την έννοια της θεμελίωσης βάσει αυτής (ιστορικής αιτίας) της έννομης σχέσης που διαγνώσθηκε, καθώς και τη νομική αιτία, ήτοι τον νομικό χαρακτηρισμό που το δικαστήριο προσέδωσε στα θεμελιούντα την ιστορική αιτία πραγματικά περιστατικά κατά την υπαγωγή τους στη σχετική διάταξη του νόμου (ΑΠ 918/2015, ΑΠ 1773/2011, ΑΠ 1570/2003, ΑΠ 415/2004).
Στην περίπτωση που με την αγωγή έχει καταχθεί σε δίκη μέρος μόνο της απαίτησης που επιδικάσθηκε, δεδικασμένο (υπό τη θετική και αρνητική του λειτουργία) παράγεται μόνο ως προς το μέρος αυτό, αφού το επί πλέον δεν είχε προβληθεί, κατά τη διατύπωση του άρθρου 322 παρ.1 του ΚΠολΔ και συνεπώς το δικαστήριο δεν επιλήφθηκε αυτού.
Μπορεί επομένως ο δικαιούχος να ζητήσει μεταγενέστερα έννομη προστασία για το υπόλοιπο της ίδιας απαίτησης, το οποίο δεν είχε επιδιώξει με την αρχική αγωγή του, ασκώντας νέα αγωγή, χωρίς ν' αποκρούεται από το δεδικασμένο (ΟλΑΠ 14/2002, ΟλΑΠ 20/2002) και μπορεί ο υπόχρεος να προβάλλει νέους ισχυρισμούς που καταλύουν ή περιορίζουν την υπόλοιπη απαίτηση.
Αναλόγως με το είδος της απόφασης και την αιτιολογία της δε, θα κριθεί περαιτέρω, εάν μεταγενέστερα περιστατικά μπορούν να μεταβάλουν την αναγνωριζόμενη με την απόφαση νομική κατάσταση. Αν η αγωγή έγινε δεκτή, είναι δυνατή η επίκληση και η απόδειξη μεταγενεστέρων περιστατικών που έλαβαν χώρα μεταγενέστερα και θεμελιώνουν λόγο απόσβεσης του δικαιώματος που αναγνωρίσθηκε.
Ειδικότερα, επί διαρκών εννόμων σχέσεων που κρίθηκαν είτε ως κύριο ζήτημα, είτε ως παρεμπίπτον που καλύφθηκε από το δεδικασμένο , σύμφωνα με το άρθρο 331 του ΚΠολΔ, η μεταβολή των πραγματικών περιστατικών συνήθως επιφέρει κατάλυση της έννομης σχέσης για το μέλλον, οπότε παύει να ισχύει εφεξής το δεδικασμένο για την ύπαρξή της.
Επομένως, εάν κριθεί με τελεσίδικη απόφαση η ακυρότητα της καταγγελίας της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας και επιδικασθούν συνακόλουθα αποδοχές υπερημερίας για συγκεκριμένο χρονικό διάστημα, το δεδικασμένο για την ύπαρξη της σύμβασης εργασίας παύει να ισχύει με τη μεταγενέστερη έγκυρη καταγγελία.
Τα δικαιώματα δε και οι υποχρεώσεις που είχαν μέχρι τότε γεννηθεί δεν ανατρέπονται, ισχύει δε ως προς αυτά το δεδικασμένο από την τελεσίδικη απόφαση που αναγνώρισε κυρίως ή παρεμπιπτόντως την ακυρότητα της πρώτης (αρχικής) καταγγελίας. Περαιτέρω στο πλαίσιο των αντικειμενικών ορίων του δεδικασμένου, τόσο υπό την θετική, όσο και υπό την αρνητική του λειτουργία, θα κριθεί το ζήτημα έκπτωσης του διαδίκου που νικήθηκε από τις ενστάσεις ή αντενστάσεις του, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 330 του ΚΠολΔ που ορίζει ότι το δεδικασμένο εκτείνεται και στις ενστάσεις που προτάθηκαν, καθώς και σε εκείνες που μπορούσαν να προταθούν και δεν προτάθηκαν, με εξαίρεση από τις μη προταθείσες ενστάσεις εκείνες που στηρίζονται σε αυτοτελές δικαίωμα που μπορεί ν' ασκηθεί και με κύρια αγωγή.
Κριτήριο για την εφαρμογή της διάταξης αυτής είναι το κατά πόσο το δικαίωμα, επί του οποίου στηρίζεται η ένσταση, θα μπορούσε ν' αναιρέσει την ύπαρξη ή θα περιόριζε την έκταση του δεδικασμένου, εάν ασκείτο με αγωγή και αυτή γινόταν δεκτή (ΑΠ 456/2018, ΑΠ 178/2013, ΑΠ 1570/2003, ΑΠ 327/1994). Εάν το δικαίωμα αυτό δεν αναιρεί, ούτε περιορίζει την έννομη συνέπεια που διαγνώσθηκε με την τελεσίδικη απόφαση, τότε το δικαίωμα αυτό μπορεί να προβληθεί με αγωγή ή με ένσταση στη νέα δίκη των διαδίκων, εφόσον δεν προτάθηκε η σχετική ένσταση στην προηγούμενη δίκη ή προτάθηκε και απορρίφθηκε για τυπικούς λόγους.
Εξάλλου, για την εφαρμογή της διάταξης αυτής αυτονόητη προϋπόθεση είναι να ήταν δυνατή η προβολή του σχετικού ισχυρισμού στην προηγούμενη δίκη (σχετ. ΟλΑΠ 12/2009, ΟλΑΠ 10/1993). Κατά συνέπεια δεν αποκλείονται από το δεδικασμένο οι ενστάσεις, που δεν ήταν κατά νόμο αναγκαίο να ερευνηθούν για να καταλήξει το δικαστήριο στο διατακτικό της απόφασής του, δηλαδή εκείνες, που και αν ακόμη προτείνονταν στην αρχική δίκη, δεν θα ασκούσαν πιθανώς έννομη επιρροή.
Συνακόλουθα, αν με βάση μία διαρκή έννομη σχέση επιδικάσθηκαν παροχές, όπως αποδοχές υπερημερίας, για ορισμένο χρονικό διάστημα, η ένσταση ότι η έννομη σχέση έχει καταργηθεί μετά τη λήξη του επίδικου χρονικού διαστήματος, ακόμη και αν η κατάργηση αυτή είχε λάβει χώρα πριν την άσκηση της αρχικής αγωγής, πολλώ δε μάλλον εάν είχε λάβει χώρα μετά τη συζήτηση της αρχικής αγωγής σε πρώτο βαθμό, δεν ασκεί έννομη επιρροή στη δίκη αυτή και κατά συνέπεια δεν καλύπτεται από το δεδικασμένο, είτε προτάθηκε, είτε όχι.
Επομένως παραδεκτώς προτείνεται σε νέα δίκη, κατά την οποία ζητούνται παροχές για τον μετά την κατάργησή της έννομης σχέσης χρόνο (ΑΠ 195/1976, σχετ. ΑΠ 1278/2005, ΑΠ 915/2001). Τέλος, ναι μεν κατά το άρθρο 332 του ΚΠολΔ το δεδικασμένο λαμβάνεται υπόψη αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο, πλην όμως ο σχετικός ισχυρισμός δεν αφορά τη δημόσια τάξη κατά την έννοια του άρθρου 562 παρ.2 στοιχ.
γ του ιδίου Κώδικα και κατά συνέπεια ο περί δεδικασμένου ισχυρισμός και τα θεμελιούντα αυτόν πραγματικά περιστατικά πρέπει να έχουν προταθεί ενώπιον του δικαστηρίου της ουσίας και τούτο να διαλαμβάνεται στο αναιρετήριο, προκειμένου να ιδρυθεί ο από τον αριθμό 16 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ αναιρετικός λόγος (ΟλΑΠ 1339/1985, ΑΠ 723/2018, ΑΠ 105/2014, ΑΠ 294/2014, ΑΠ 1054/2010, ΑΠ 2328/2009, ΑΠ 2/2006, ΑΠ 1002/2005).
Στην προκειμένη περίπτωση από το παρακάτω μνημονευόμενα διαδικαστικά έγγραφα, τα οποία παραδεκτώς επισκοπεί ο Άρειος Πάγος κατά την έρευνα του σχετικού αναιρετικού λόγου (άρθρο 561 παρ.2 του ΚΠολΔ), προκύπτουν τα εξής: Οι αναιρεσείουσες άσκησαν κατά της αναιρεσίβλητης εταιρείας στο Μονομελές Πρωτοδικείο Πειραιώς την από 20.11.2010 με αρ.
κατάθ. 12750/2010 προηγούμενη αγωγή. Με την αγωγή αυτή ισχυρίσθηκαν ότι η αναιρεσίβλητη εταιρεία τις προσέλαβε στις 19.10.2007, 18.7.2007, 3.5.2002, 17.6.2004 και 25.9.2000 αντίστοιχα με συμβάσεις παροχής εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, προκειμένου να εργασθούν ως καθαρίστριες στο έργο καθαρισμού των σταθμών του υπογείου σιδηροδρόμου (μετρό) που αυτή είχε αναλάβει.
Ότι σε εκτέλεση των ανωτέρω συμβάσεων απασχολήθηκαν με πλήρες ωράριο εργασίας μέχρι τις 29.10.2010, 6.10.2010, 6.10.2010, 24.9.2010 και 29.10.2010 αντίστοιχα, οπότε εκείνη κατήγγειλε ακύρως για τους διαλαμβανόμενους στην αγωγή λόγους ακυρότητας τις ως άνω συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας. Ζήτησαν δε α) να αναγνωρισθεί ότι οι καταγγελίες των συμβάσεων εργασίας είναι άκυρες και β) να υποχρεωθεί η αναιρεσίβλητη: 1) να αποδέχεται τις υπηρεσίες τους, 2) να καταβάλει σε αυτές για μισθούς υπερημερίας του χρονικού διαστήματος δέκα (10) μηνών από τις ως άνω καταγγελίες τ' αναγραφόμενα εκεί ποσά και 3) να καταβάλει σε αυτές το ποσό των 3.000 ευρώ στην καθεμία ως χρηματική ικανοποίηση για την αποκατάσταση της ηθικής τους βλάβης.
Επί της αγωγής αυτής, που συζητήθηκε στις 19.5.2011, εκδόθηκε η υπ` αριθ. 4668/1.9.2011 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου, με την οποία έγινε εν μέρει δεκτή η αγωγή και α) αναγνωρίσθηκε ότι οι καταγγελίες είναι άκυρες για το λόγο ότι καταβλήθηκαν στις αναιρεσείουσες μικρότερες αποζημιώσεις από τις νόμιμες, ενώ απορρίφθηκε άλλοτε για λόγους ουσίας και άλλοτε για λόγους τυπικούς (αοριστία) η αγωγή ως προς το αίτημα αναγνώρισης της ακυρότητας των καταγγελιών των συμβάσεων εργασίας κατά τις λοιπές βάσεις της αγωγής, β) υποχρεώθηκε η αναιρεσίβλητη να αποδέχεται τις υπηρεσίες των αναιρεσειουσών (από προφανή παραδρομή δεν περιελήφθη σχετική διάταξη στο διατακτικό της πρωτόδικης απόφασης, αν και η υποχρέωση αυτή ρητώς περιλήφθηκε στο σκεπτικό της), γ) αφού έγινε δεκτό ότι το ύψος των αποδοχών των αναιρεσειουσών ανερχόταν σε μικρότερα ποσά σε σχέση με τ' αναγραφόμενα στην αγωγή, επιδικάσθηκαν στις αναιρεσείουσες ως αποδοχές υπερημερίας για χρονικό διάστημα δέκα (10) μηνών από την άνω καταγγελία της σύμβασης εργασίας της καθεμίας από αυτές τα ποσά των (12.876), (13.548), (13.548), (13.548) και (14.944,82) ευρώ αντίστοιχα και δ) απορρίφθηκε ως κατ' ουσία αβάσιμη η αγωγή ως προς το αίτημα καταβολής χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης.
Δηλαδή με την προηγούμενη αγωγή οι αναιρεσείουσες ζήτησαν την επιδίκαση αποδοχών υπερημερίας για το ανωτέρω συγκεκριμένο χρονικό διάστημα και την πραγματική τους απασχόληση στο πλαίσιο της ακυρότητας της αρχικής καταγγελίας των συμβάσεων εξαρτημένης εργασίας αυτών και της συνακόλουθης περιέλευσης της αναιρεσίβλητης εταιρείας σε υπερημερία.
Κατά της πιο πάνω οριστικής απόφασης οι διάδικοι άσκησαν τις με αρ. κατάθ. 464/2012 και 45/2012 αντίθετες εφέσεις. Ειδικότερα, όπως προκύπτει από το περιεχόμενό της με την με αρ. κατάθ. 45/2012 έφεση της εναγομένης - εκκαλούσας και ήδη αναιρεσίβλητης εταιρείας, που επισκοπεί ο Άρειος Πάγος, δεν προσβλήθηκε με αυτήν η απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου κατά το κεφάλαιο σχετικά με την υποχρέωση αυτής ν' απασχολήσει τις αναιρεσείουσες και κατά συνέπεια κατά το κεφάλαιο αυτό η υπόθεση δεν μεταβιβάσθηκε στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο (άρθ. 522 του ΚΠολΔ).
Η απόφαση αυτή κατέστη τελεσίδικη με την με αριθ. 1061/2013 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Πειραιά που απέρριψε τις αντίθετες εφέσεις των διαδίκων, εκτός από το μέρος της εκκαλουμένης απόφασης με το οποίο είχε απορριφθεί πρωτοδίκως ως αόριστη η αγωγή κατά την βάση της περί καταχρηστικότητας της απόλυσης των εναγουσών, την οποία το δευτεροβάθμιο δικαστήριο την έκρινε ορισμένη και την απέρριψε στη συνέχεια ως αβάσιμη κατ' ουσία.
Τέλος, με την υπ` αριθ. 2108/2014 απόφαση του Αρείου Πάγου, απορρίφθηκε η αίτηση της αναιρεσίβλητης για αναίρεση της εν λόγω εφετειακής απόφασης. Επομένως, από την ως άνω τελεσίδικη απόφαση (1061/2013) παράγεται δεδικασμένο ως προς την αναγνώριση ως άκυρων των αρχικών καταγγελιών των συμβάσεων εξαρτημένης εργασίας των αναιρεσειουσών εξ αιτίας της καταβολής σε αυτές ελλιπούς αποζημίωσης απόλυσης (και ως προς τη μη συνδρομή περίπτωσης ακυρότητας αυτών λόγω καταχρηστικότητας ή παραβίασης των διατάξεων του νόμου για τις ομαδικές απολύσεις) και ως προς την υποχρέωση της αναιρεσίβλητης να τις απασχολεί και να τους καταβάλει τις αποδοχές υπερημερίας για χρονικό διάστημα δέκα (10) μηνών από τις καταγγελίες, ήτοι μέχρι τα τέλη περίπου του Αυγούστου 2011 για τις πρώτη, δεύτερη, τρίτη και πέμπτη εξ αυτών και μέχρι τα τέλη Ιουλίου 2011 για την τέταρτη εξ αυτών, στο πλαίσιο της συνεχιζόμενης (λόγω ακυρότητας της καταγγελίας) έννομης σχέσης της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας, η οποία έχει διαρκή χαρακτήρα.
Συνεπώς, εφ' όσον με την αγωγή και την επ' αυτής εκδοθείσα τελεσίδικη απόφαση είχε καταχθεί σε δίκη μέρος μόνο των απαιτήσεων των αναιρεσειουσών που αφορά το πιο πάνω χρονικό διάστημα, δεν καλύπτεται από το δεδικασμένο (άρθ. 330 του ΚΠολΔ) της τελεσίδικης απόφασης ο εκ μέρους της αναιρεσίβλητης εταιρείας ισχυρισμός αυτής σε νέα δίκη ότι στις 26.10.2011, ήτοι σε μεταγενέστερο χρόνο, έλαβαν χώρα νέες καταγγελίες των συμβάσεων εξαρτημένης εργασίας των αναιρεσειουσών για την περίπτωση που οι αρχικές καταγγελίες ήθελαν κριθεί άκυρες, οι οποίες (νέες καταγγελίες), ως εκ του χρόνου που έλαβαν χώρα (26 Οκτωβρίου 2011), επηρεάζουν τις αξιώσεις των αναιρεσειουσών για καταβολή αποδοχών υπερημερίας μόνο του μεταγενεστέρου διαστήματος μετά την 26.10.2011, αφού έκτοτε επάγονται τη λύση των συμβάσεων εργασίας, οι οποίες όμως (αξιώσεις) δεν ήταν επίδικες στην αρχική δίκη.
Κατά συνέπεια είναι αδιάφορο το ότι οι εν λόγω καταγγελίες είχαν λάβει χώρα ήδη κατά την διάρκεια της εκκρεμοδικίας επί της αρχικής δίκης ενώπιον του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου και ότι αυτές δεν προτάθηκαν εκ μέρους της αναιρεσίβλητης εταιρείας στη δίκη αυτή ως οψιγενής ένσταση, αφού ακόμη και εάν η ένσταση αυτή είχε προταθεί θα απορριπτόταν από το δικαστήριο της ουσίας ως αλυσιτελής, εφόσον δεν αφορούσε τις επίδικες αξιώσεις.
Το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, το οποίο με την προσβαλλομένη απόφαση αφ' ενός μεν δέχθηκε ότι είχε κριθεί με δύναμη δεδικασμένου η ακυρότητα της αρχικής καταγγελίας των συμβάσεων εξαρτημένης εργασίας των εναγουσών και η συνακόλουθη υποχρέωση της εναγομένης να καταβάλει αποδοχές υπερημερίας και επιδίκασε στις ενάγουσες τ' αναγραφόμενα εκεί ποσά ως αποδοχές υπερημερίας, πλέον της αναλογίας του επιδόματος Χριστουγέννων 2011 για το μέχρι τις 26.10.2011 επίδικο χρονικό διάστημα, ενώ απέρριψε ως απαράδεκτη την αγωγή κατά το μέρος που αφορούσε την αναγνώριση της υποχρέωσης πραγματικής απασχόλησης των εναγουσών και την επιδίκαση αποδοχών υπερημερίας για το περαιτέρω διάστημα από τις 27.10.2011 μέχρι τις 30.9.2016 που ζητείτο με την δεύτερη (ένδικη) αγωγή, με την οποία οι ενάγουσες και ήδη αναιρεσείουσες ζητούσαν την επιδίκαση σε αυτές αποδοχών υπερημερίας για το πέραν των δέκα (10) μηνών από τις αρχικές καταγγελίες χρονικό διάστημα μέχρι τις 30.9.2016 και την εκ μέρους της αναιρεσίβλητη απασχόλησή τους, λόγω της συνεχιζόμενης άρνησης αυτής να πράξει τούτο, αφ' ετέρου δε απέρριψε τον προβληθέντα με τον έκτο λόγο έφεσης ισχυρισμό των αναιρεσειουσών ότι όλες οι επίδικες με την δεύτερη αγωγή αξιώσεις καλύπτονται από το δεδικασμένο εκ της αρχικής δίκης, δεν παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή τις διατάξεις των άρθρων 322 παρ.1, 324, 325, 330 του ΚΠολΔ σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 106, 216 παρ.1 στοιχ.
γ και 559 αριθ.9 του ΚΠολΔ περί δεδικασμένου, τις οποίες, αντιθέτως, ορθώς εφάρμοσε. Επί πλέον περιέχει σαφή περί των ανωτέρω και πλήρη αιτιολογία. Επομένως, ο περί του αντιθέτου από τους αριθμούς 14, 16 και 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ έκτος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο οι αναιρεσείουσες προσάπτουν στην προσβαλλομένη απόφαση την πλημμέλεια ότι παραβίασε τις περί δεδικασμένου διατάξεις, καθότι απαραδέκτως ερεύνησε κατ' ουσία την ένσταση της αναιρεσίβλητης για λύση των συμβάσεων εργασίας με τις επικουρικές (δεύτερες) καταγγελίες, παρόλο που αυτή καλυπτόταν από το δεδικασμένο της με αριθ. 1061/2013 απόφασης του Εφετείου, αφού οι καταγγελίες αυτές μπορούσαν να προταθούν από την αναιρεσίβλητη ως οψιγενής ένσταση στη δευτεροβάθμια επί της αρχικής αγωγής δίκη και δεν προτάθηκαν από την αναιρεσίβλητη στη δίκη αυτή και ότι επί πλέον περιέχει ανεπαρκή επί του ζητήματος αυτού αιτιολογία, είναι αβάσιμος.
Η ειδικότερη αιτίαση των αναιρεσειουσών ότι με την αρχική αγωγή είχε ζητηθεί επί πλέον και η πραγματική τους απασχόληση στο πλαίσιο της συνεχιζομένης σύμβασης εργασίας και κατά συνέπεια η προβολή του ανωτέρω ισχυρισμού εκ μέρους της αναιρεσίβλητης θα είχε ως συνέπεια την απόρριψη του σχετικού αιτήματος της αρχικής αγωγής, λόγω λύσης των συμβάσεων εργασίας αυτών, πρέπει ν' απορριφθεί, προεχόντως αλυσιτελής, καθότι δεν θα μπορούσαν να ερευνηθούν από το δευτεροβάθμιο δικαστήριο οι συνέπειες του ισχυρισμού της αναιρεσίβλητης σχετικά με τη λύση των συμβάσεων εργασίας με τις από 26.10.2011 επικουρικές καταγγελίες αυτών αναφορικά με την υποχρέωση της τελευταίας ν' απασχολήσει πραγματικά τις αναιρεσείουσες, αφού η υπόθεση κατά το κεφάλαιο αυτό, όπως προκύπτει από την επισκόπηση της με αρ.45/2012 έφεσης, δεν είχε μεταβιβασθεί στο εφετείο.
Κατ' ακολουθία πρέπει ν' απορριφθεί ο έκτος λόγος αναίρεσης.
Με τον πέμπτο λόγο αναίρεσης, υπό την επίκληση του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, και σε συνάρτηση και συνάφεια με τον προηγούμενο αναιρετικό λόγο, οι αναιρεσείουσες προσάπτουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια ότι με ανεπαρκείς αιτιολογίες απέρριψε τους πέμπτο και έβδομο λόγους έφεσης αυτών, με τους οποίους αυτές παραπονούνταν για την κατ' ουσία έρευνα των επικουρικών από 26.10.2011 καταγγελιών των συμβάσεων εξαρτημένης εργασίας αυτών και των συνεπειών αυτής (λύση των συμβάσεων εργασίας), παρόλο που στην ενώπιον του δευτεροβαθμίου δίκη επί της αρχικής αγωγής αυτών θα μπορούσε να είχε προβληθεί από την εναγομένη εταιρεία ο σχετικός ισχυρισμός για την άρση της υπερημερίας της με την καταγγελία αυτή, ως οψιγενής, ο οποίος όμως δεν προβλήθηκε από αυτήν, αν και αντικείμενο της ως άνω αρχικής δίκης ήταν η συνέχιση της αυτής βιοτικής σχέσης (σύμβασης εργασίας) λόγω ακυρότητας των καταγγελιών των συμβάσεων αυτών και συνακόλουθα η συνέχιση της υπερημερίας της εναγομένης.
Το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, που με την προσβαλλόμενη απόφασή του απέρριψε τους ανωτέρω λόγους έφεσης ως νομικά αβάσιμους, με το σκεπτικό ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο εξετάζει την υπόθεση μέσα στα πλαίσια των ορίων που τίθενται από τους λόγους έφεσης και δεν ερευνά οψιγενή περιστατικά που δεν αφορούν τη συγκεκριμένη διαφορά, αλλά που αναφέρονται σε νέα διαφορά που ανακύπτει κατά τη διάρκεια της εκκρεμοδικίας, έστω και αν αφορά τους ίδιους διαδίκους ή ανήκει με αυτή στο ευρύτερο πλαίσιο της ίδιας βιοτικής διαφοράς, καθόσον, στην προκειμένη περίπτωση, η επικουρική καταγγελία δεν επηρέαζε το διάστημα για το οποίο είχαν ήδη επιδικασθεί στις ενάγουσες μισθοί υπερημερίας με την ως άνω απόφαση (4668/2011) λόγω ακυρότητας της αρχικής καταγγελίας, αλλά μεταγενέστερο διάστημα που δεν αφορούσε εκείνη την υπόθεση, ορθώς, κατά τα αμέσως ανωτέρω προεκτεθέντα, έκρινε.
Επομένως, ο αναιρετικός αυτός λόγος, εκτιμώμενος αληθώς από τους αριθμούς 14 και 16 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, εκτιμώμενος δε από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, αφού το δευτεροβάθμιο δικαστήριο απέρριψε ως νομικά αβάσιμους τους ως άνω λόγους έφεσης και δεν ερεύνησε αυτούς κατ' ουσία.
Μη υπάρχοντος άλλου λόγου πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης στο σύνολό της και να καταδικασθούν οι αναιρεσείουσες στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσίβλητης ανώνυμης εταιρείας, που παρέστη και κατέθεσε προτάσεις, λόγω της ήττας των (άρθρ. 176 και 183 του ΚΠολΔ),
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 29.6.2018 και με αριθ. κατάθ. 721/66/2018 αίτηση αναίρεσης της υπ' αριθ. 188/15.3.2018 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Πειραιώς.
Καταδικάζει τις αναιρεσείουσες στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 11 Ιουνίου 2019.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 12 Ιουλίου 2019.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ
Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ